ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΣΕΡΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1/2023

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Ευθαλία Λύτρα, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Άννα Καλαφάτη, Πρωτόδικη - Εισηγήτρια, Αναστασία Θεοφανίδου, Πρωτόδικη, και από τον Γραμματέα Γεώργιο Μερτζιμέκη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του τη 18η Ιανουαρίου 2022, για να δικάσει επί της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../2021 αγωγής.

ΕΝΑΓΩΝ: Γ. του Β. και της Α., κάτοικος Σερρών (....), κάτοχος του Α.Φ.Μ. ..... (Δ.Ο.Υ. Σερρών), ο οποίος προκατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατ' άρθρο 237 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ [όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α' 190/13.10.2021)], και παραστάθηκε στο ακροατήριο αυτοπροσώπως υπό τη δικηγορική του ιδιότητα (Α.Μ. Δ.Σ.Σ. ...).

ΕΝΑΓΟΜΕΝΕΣ: 1) Ε. του Β., συζ. Π. , κάτοικος Σερρών (......), κάτοχος του Α.Φ.Μ. .... (Δ.Ο.Υ. Σερρών), 2) Α. χήρα Β. , το γένος Ι. , κάτοικος Σερρών (......), κάτοχος του Α.Φ.Μ. .... (Δ.Ο.Υ. Σερρών), οι οποίες προκατέθεσαν κοινές έγγραφες προτάσεις, κατ' άρθρο 237 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ [όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α' 190/13.10.2021)], εκπροσωπούμενες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους (δυνάμει της από 30.9.2021 εξουσιοδότησης και του υπ' αριθ. ....../4.10.2021 πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Σερρών Ε. Ζ. Κ. αντίστοιχα) Ε. Μ. (Α.Μ. Δ.Σ.Θ. ...), και δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, και 3) Π. του Η. και της Δ., κάτοικος Γερμανίας (.... str. ..., ..., ), κάτοχος του Α.Φ.Μ. .... (Δ.Ο.Υ. Δράμας), η οποία προκατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατ' άρθρο 237 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ [όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α' 190/13.10.2021)], εκπροσωπούμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της (δυνάμει της από 11.10.2021 εξουσιοδότησης) Θεόδωρο Λυμπεράκη (Α.Μ. Δ.Σ.Κ. ...), και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Ο ενάγων ζητά να γίνει δεκτή η από 1.6.2021 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ....../2.6.2021 και η συζήτηση της οποίας, μετά το πέρας των προθεσμιών εκ των διατάξεων του άρθρου 237 ΚΠολΔ, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 18ης Ιανουαρίου του έτους 2022 με την υπ' αριθ. .../3.12.2021 πράξη ορισμού δικασίμου της Διευθύνουσας το Πρωτοδικείο Σερρών Προέδρου Πρωτοδικών και ενεγράφη στο πινάκιο. Κατά την ως άνω δικάσιμο, η αγωγή συζητήθηκε και εκδόθηκε η υπ' αριθ. ../5.7.2022 διάταξη του Δικαστηρίου τούτου, δια της οποίας διετάχθη η επανάληψη της συζήτησης της αγωγής και η διεξαγωγή γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης από τη γραφολόγο Χ. Τ. του Π.. Η διορισθείσα πραγματογνώμονας κατέθεσε την από 22.10.2022 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης στον γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου τη 2α Νοεμβρίου του έτους 2022, συνταχθείσας της υπ' αριθ. .../2.11.2022 έκθεσης κατάθεσης πραγματογνωμοσύνης, οπότε θεωρείται συντελεσμένη και η επανάληψη της συζήτησης της αγωγής [άρθρο 237 παρ. 8 εδ. θ' ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από τα άρθρα 12 και 120 του Ν. 4842/2021].

Κατά την ανωτέρω δικάσιμο, η υπόθεση συζητήθηκε με την εκφώνησή της από το πινάκιο, με την παρουσία του ενάγοντας και χωρίς την παρουσία των εναγομένων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

I. Κατά τη διάταξη του άρθρου 1718 ΑΚ, διαθήκη, για τη σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757 ΑΚ, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά. Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1721 παρ. 1 και 1777 ΑΚ προκύπτει ότι α) η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη [προς διασφάλιση της γνησιότητας και του περιεχομένου της τελευταίας βούλησής του, μη επιτρέποντας ο νόμος την επέμβαση ξένης χειρός σ' αυτή, και, εφόσον δεν διακρίνει, απαιτείται να είναι ιδιοχείρως γραμμένη ολόκληρη η διαθήκη απ' αρχής μέχρι τέλους, όπερ επισημαίνεται με την επίσης ιδιοχείρως γραμμένη υπογραφή του διαθέτη], χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν και από τη χρονολογία πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος [για να υπάρχει δυνατότητα ελέγχου της δικαιοπρακτικής ικανότητας του διαθέτη, της αληθινής βούλησής του και των τυχόν ελαττωμάτων της, καθώς και για να μπορεί να καθοριστεί η ισχύς της διαθήκης, όταν υπάρχουν και άλλες διαθήκες, ανάλογα με τη χρονολογική τους σειρά], β) ο επικαλούμενος τη διαθήκη δεν αρκεί να αποδείξει μόνο τη γνησιότητα της υπογραφής σ' αυτή αλλά πρέπει να αποδείξει ότι και όλο το περιεχόμενό της γράφτηκε ιδιοχείρως από τον διαθέτη και γ) η κήρυξη ως κυρίας της ιδιόγραφης διαθήκης δεν παράγει αρχικά τεκμήριο γνησιότητας υπέρ εκείνου που την επικαλείται, ενώ τότε μόνο αποτελεί τεκμήριο μαχητό (ΠΠρΠατρ 501/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), μέχρις ανταπόδειξης, όταν από τη δημοσίευση της διαθήκης παρήλθε πενταετία, χωρίς στο μεταξύ να αμφισβητηθεί η γνησιότητα της διαθήκης σε δίκη μεταξύ εκείνου που αντλεί δικαιώματα από αυτή και κάποιου από αυτούς που βλάπτονται από την ύπαρξή της, οπότε το βάρος απόδειξης της αμφισβήτησης περί μη γνησιότητας φέρει πλέον όποιος την αμφισβητεί (ΑΠ 155/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τα ίδια ισχύουν και στην περίπτωση της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής για την ακυρότητα της διαθήκης λόγω της μη ιδιόχειρης γραφής και υπογραφής αυτής, όπου αρκεί μόνο η με την αγωγή αντιτασσόμενη γενική άρνηση του ενάγοντας κατά του προβαλλόμενου από τη διαθήκη δικαιώματος του εναγομένου (ΕφΠειρ 226/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση αυτή, δεν είναι υποχρεωμένος ο ενάγων να αποδείξει την αναλήθεια των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν το δικαίωμα του εναγομένου, αλλά ο τελευταίος είναι υποχρεωμένος να αποδείξει την αλήθεια των περιστατικών αυτών, δηλαδή την ιδιόχειρη από τον διαθέτη γραφή και υπογραφή της διαθήκης (ΑΠ 453/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η διάταξη του άρθρου 1721 ΑΚ αποτελεί κανόνα δημόσιας τάξης, δεν μπορεί δηλαδή η ιδιωτική βούληση να παραμερίσει, έστω και κατά το ελάχιστο, τις διατυπώσεις σύνταξης που ορίζει ο νόμος. Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μπορεί να εγερθεί αναγνωριστική αγωγή για την αναγνώριση της ύπαρξης ή μη ύπαρξης έννομης σχέσης, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει έννομο συμφέρον. Απαραίτητη, όμως, προϋπόθεση για την έγερση αναγνωστικής αγωγής είναι να έχει ο ενάγων έννομο προς τούτο συμφέρον, το οποίο πρέπει να είναι άμεσο, υπό την έννοια ότι η αβεβαιότητα που περιβάλλει την επίδικη έννομη σχέση είναι ενεστώσα, δηλαδή υπάρχει κατά τη συζήτηση επί της οποίας εκδίδεται η απόφαση. Τέτοιο άμεσο έννομο συμφέρον για έγερση αναγνωριστικής αγωγής για την αναγνώριση ακυρότητας διαθήκης έχουν οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του διαθέτη, ως και οι τετιμημένοι με προγενέστερη έγκυρη διαθήκη κληρονόμοι ή κληροδόχοι (ΕφΛαρ 222/2019, ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2020.434 ΕφΛαρ 109/2019, ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2020.19). Επίσης, η προσβολή συγχρόνως της διαθήκης ως πλαστής δεν είναι αναγκαία, αφού αυτή είναι εξίσου άκυρη και όταν δεν είναι πλαστή, όπως όταν γράφτηκε από τρίτο με υπαγόρευση του διαθέτη, οπότε είναι άκυρη χωρίς να είναι πλαστή (ΕφΠατρ 208/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τα στοιχεία της βάσης της αρνητικής αναγνωριστικής αγωγής περί ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης, εξαιτίας της μη ιδιόχειρης γραφής και υπογραφής της από τον διαθέτη, είναι α) το ονοματεπώνυμο του διαθέτη, ο χρόνος και ο τόπος του θανάτου του, καθώς και η τελευταία κατοικία του, β) η διαθήκη και το περιεχόμενό της, γ) η άρνηση του δικαιώματος που προβάλλει ο ενάγων, δ) το αίτημα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της διαθήκης, ε) η αξία του αντικειμένου της διαφοράς και στ) το έννομο συμφέρον (ΕφΑνατΚρητ 34/2020, Αρμ 2021.38). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 156 ΑΚ, σε συνδυασμό προς τις περί ακυρότητας των δικαιοπραξιών διατάξεις των άρθρων 180 έως 183 ΑΚ, προκύπτει ότι επί ακυρότητας δικαιοπραξίας, όπως είναι και η διαθήκη, που επέρχεται χωρίς ανάγκη να κηρυχθεί με δικαστική απόφαση, αφού η άκυρη δικαιοπραξία θεωρείται σαν να μην έγινε, δεν υπάρχει έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 156 ΑΚ, η οποία προβλέπει την απόσβεση του δικαιώματος προς ακύρωση συνεπεία παραίτησης και προϋποθέτει δικαιοπραξία που υπάρχει και παράγει τα έννομα αποτελέσματά της μέχρι να ακυρωθεί με δικαστική απόφαση. Εάν δε τέτοια παραίτηση θεωρηθεί ως αναγνώριση της άκυρης διαθήκης, δεν καθιστά έγκυρη την άκυρη διαθήκη, ώστε να αποκλείει, ως αποσβεσθείσα, την αγωγή περί αναγνώρισης της ακυρότητας, αλλά, εάν έχει γίνει μονομερώς, αποτελεί ενδεχομένως εξώδικη ομολογία του αναγνωρίζοντας για την ανυπαρξία ελαττωμάτων που συνεπάγονται ακυρότητα. Στην περίπτωση όμως που η αναγνώριση αυτή έχει την έννοια της παραίτησης του νομιμοποιούμενου ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του διαθέτη από τυχόν δικαίωμά του να προσβάλει τη διαθήκη ως άκυρη ή και από το εξ αδιαθέτου κληρονομικό του δικαίωμα που θίγεται από αυτή, είτε η παραίτηση αυτή γίνεται με σύμβαση είτε και μονομερώς, αφορά δε κληρονομιαία ακίνητα, απαιτείται μεταξύ των όρων της έγκυρης παραίτησης από απαλλοτριωτό δικαίωμα και η υποβολή της στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, διότι διαφορετικά θα ματαιωνόταν ο επιδιωκόμενος, από τον νομοθέτη (άρθρα 369, 1033, 1121, 1143, 1266, 166, 217 παρ. 2, 1942 παρ. 2 ΑΚ) με την επιβολή του τύπου, σκοπός (ΑΠ 489/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

II. Όπως προελέχθη, από τις διατάξεις των άρθρων 1718, 1721 παρ. 1 εδ. α και 180 ΑΚ συνάγεται ότι η ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δεν έχει γραφεί ολόκληρη, χρονολογηθεί και υπογράφει με το χέρι του διαθέτη αλλά με το χέρι άλλου προσώπου, είναι άκυρη. Την ακυρότητα δε αυτής μπορεί να προτείνει καθένας που έχει έννομο συμφέρον, ασκώντας (κατ' άρθρα 70, 72 ΚΠολΔ) αναγνωριστική αγωγή, και όχι μόνο ο κληρονόμος, διότι η αγωγή δεν είναι προσωποπαγής, όπως είναι η αγωγή του άρθρου 1787 ΑΚ για ακύρωση ακυρώσιμης διαθήκης για κάποιον από τους λόγους των άρθρων 1782 1786 ΑΚ, δηλαδή για απειλή, δόλο, πλάνη κ.λπ.. Περαιτέρω, η δήλωση για την αποδοχή της κληρονομιάς, η οποία είναι μονομερής δικαιοπραξία που δεν έχει ανάγκη ανακοίνωσης σε άλλον, τελειούται με τη δήλωση και δεν υπόκειται σε ανάκληση. Εν τούτοις, η δήλωση αυτή είναι άκυρη (ΕφΛαρ 139/2020, ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2021.43): 1) αν έγινε από ανίκανο για δικαιοπραξία, χωρίς να τηρηθούν οι νόμιμες γι’ αυτό διατυπώσεις, 2) αν έγινε από πλάνη για τον λόγο της επαγωγής, 3) αν έγινε πριν από την επαγωγή και 4) αν έγινε με αίρεση ή προθεσμία ή μερικώς, ενώ ακόμη μπορεί να ακυρωθεί για πλάνη, απάτη ή απειλή βάσει των διατάξεων που ισχύουν γενικώς για τις δικαιοπραξίες (άρθρα 1526, 1527, 1625, 1851, 1857, 140 επ., 150 επ. ΑΚ), τέλος δε μπορεί να προσβληθεί και για εικονικότητα αυτής, η οποία δεν εμποδίζεται, καθόσον η αναλαμβάνουσα να συντάξει αυτή αρχή είναι απλώς εντεταλμένη για την πιστοποίηση της σχετικής δήλωσης, όπως αυτή εμφανίζεται εξωτερικώς.

Όμως, η ακυρότητα ιδιόγραφης διαθήκης (γιατί δεν έχει γραφεί με το χέρι του διαθέτη) ως αιτίας επαγωγής κληρονομιάς, καίτοι δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 180 ΑΚ και την ακυρότητα της αποδοχής κληρονομιάς που έχει επαχθεί με την ίδια διαθήκη (ΠπρΘες 1074/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΠΠρΘεσ 8687/2019, αδημ. στο νομικό τύπο), εν τούτοις, εφόσον η ίδια διαθήκη θεωρείται ως μηδέποτε συνταχθείσα (κατ' άρθρο 180 ΑΚ), η αποδοχή της κληρονομιάς δεν επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της [ήτοι την κτήση κυριότητας από τον δηλούντα με κληρονομική διαδοχή, όπως και επί έλλειψης κυριότητας του κληρονομουμένου (ΕφΑΘ 1427/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΕφΘεσ 300/2010, Αρμ 2011.776)] και η εκ διαθήκης διαδοχή και επαγωγή ανατρέπονται αναδρομικά, επέρχεται δε η εκ του νόμου εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή (άρθρο 1710 ΑΚ) στους εξ αδιαθέτου κληρονόμους του θανόντος διαθέτη, στους οποίους επάγεται αναδρομικά η κληρονομιά από τον χρόνο θανάτου του τελευταίου (ΑΠ 988/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 1033, 1192, 1194 και 1198 ΑΚ προκύπτει ότι αποκτά κάποιος κυριότητα ακινήτου με παράγωγο τρόπο ύστερα από συμφωνία με τον κύριο του ακινήτου ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία, εφόσον η σχετική συμφωνία γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβληθεί σε μεταγραφή ή καταχώρηση στα κτηματολογικά βιβλία, όπου λειτουργεί το Εθνικό Κτηματολόγιο. Από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν, κατά τον χρόνο μεταγραφής της σχετικής σύμβασης, κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε (ΑΠ 1541/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), σύμφωνα και με τη γενική αρχή του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου «ουδείς μετάγει πλέον ου έχει δικαιώματος», η οποία έχει διατηρηθεί και υπό την ισχύ του Αστικού Κώδικα (ΕφΔωδ 200/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από τον συνδυασμό, βέβαια, των διατάξεων των άρθρων 239 και 1033 ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση, με την οποία κάποιος μεταβιβάζει ξένο ακίνητο σε άλλον, είναι έγκυρη, αλλά στην περίπτωση αυτή θα εφαρμοστούν οι διατάξεις για την αδύνατη παροχή (ΑΠ 99/2019, ΕΠολΔ 2019.417), καθώς πρόκειται για σύμβαση με (υποκειμενικώς) αδύνατη παροχή, όπου η μεν ενοχική (υποσχετική) σύμβαση παραμένει απολύτως έγκυρη και ισχυρή, ακόμη και όταν το αντικείμενό της ανήκει στον ίδιο τον αγοραστή, η δε εμπράγματη (εκποιητική) σύμβαση και η εντεύθεν μεταβίβαση της κυριότητας παρίσταται αδύνατη (δεν παράγει τα αποτελέσματά της), οπότε η αρχική υποχρέωση του μεταβιβάζοντας μετατρέπεται σε δευτερογενή υποχρέωση προς αποζημίωση εκείνου προς τον οποίο έγινε η μεταβίβαση (ΕφΠατρ 293/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δηλαδή μόνη η έλλειψη κυριότητας στο ακίνητο δεν έχει ως συνέπεια την ακυρότητα της σύμβασης (ΕφΠατρ 1197/2007, ΑχαΝομ 2008.274). Όμως, ο προς ον η μεταβίβαση δεν αποκτά την κυριότητα του ακινήτου (ΑΠ 20/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΑΠ 1338/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΕφΚαλαμ 119/2018, Αρμ 2018.1659). Ο αληθής κύριος, στην περίπτωση μεταβίβασης του ακινήτου του με συμβολαιογραφικό έγγραφο, προστατεύεται με τη διεκδικητική αγωγή (άρθρο 1094 ΑΚ), την οποία όμως, εφόσον αυτό το νέμεται ή το κατέχει αποκλειστικά ο αγοραστής, μπορεί να την στρέψει μόνο κατ' αυτού και όχι κατά του πωλητή (ΕφΔωδ 163/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ 'ΠρΡοδ 42/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά του τελευταίου, εφόσον και αυτός αμφισβητεί το εμπράγματο αυτό δικαίωμά του, μπορεί να ασκήσει την αναγνωριστική της κυριότητας αγωγή (ΑΠ 505/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΑΠ 1192/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΑΠ 1111/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Παράλληλα, έχει τη δυνατότητα να σωρεύσει και την αγωγή "ακυρότητας του συμβολαίου", με την οποία βεβαίως δεν μπορεί, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, να ζητηθεί η αναγνώριση της ακυρότητας της σύμβασης μεταβίβασης του ακινήτου λόγω έλλειψης κυριότητας στο πρόσωπο του μεταβιβάζοντας, αφού αυτή είναι έγκυρη (ΠΠρΡοδ 35/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αλλά μπορεί να ζητηθεί να αναγνωριστεί ότι ο μεν μεταβιβάζων δεν ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε, ο δε προς ον η μεταβίβαση, λόγω της έλλειψης αυτής του μεταβιβάζοντας, δεν έγινε κύριος αυτού (ΕφΠειρ 268/2013, ΔΕΕ 2014.345 ΕφΔωδ 132/2009, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επί της ουσίας, δηλαδή, η αγωγή που συνήθως, στις παραπάνω περιπτώσεις, εμφανίζεται με αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας του συμβολαίου, επί του οποίου περιέχεται η μεταβιβαστική της κυριότητας δικαιοπραξία, δεν πρόκειται πραγματικά για αναγνωριστική της ακυρότητας του συμβολαίου αγωγή, δεδομένου ότι το συμβόλαιο αποτελεί έγγραφο και όχι δικαιοπραξία, για να δύναται να ζητηθεί εγκύρως η αναγνώριση της ακυρότητας του (εφόσον, μάλιστα, έχει συνταχθεί κατά τον προβλεπόμενο από τις οικείες διατάξεις τρόπο, παραμένει καθόλα έγκυρο και δύναται να επιφέρει τις συνέπειες που υπό προϋποθέσεις συγκεκριμένες διατάξεις του νόμου προβλέπουν, όπως να αποτελέσει νόμιμο τίτλο για την κτήση κυριότητας ακινήτου με βάση την τακτική χρησικτησία). Πρόκειται, δηλαδή, για αναγνωριστική αγωγή (άρθρο 70 ΚΠολΔ) με την αρνητική της μορφή, ήτοι της αναγνώρισης της ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας των εναγομένων στο επίδικο (ΕφΔωδ 81/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Και στην περίπτωση όμως αυτή, απαιτείται οι εναγόμενοι να διατείνονται ότι ο μεν μεταβιβάσας υπήρξε κύριος κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, ο δε προς ον η μεταβίβαση ότι με τη μεταβίβαση έγινε κύριος του δικαιώματος, του οποίου φορέας είναι ο ενάγων.

Αν, επομένως, ο ενάγων εγείρει κατά των εναγομένων θετική αναγνωριστική αγωγή προς αναγνώριση της αξιούμενης και εκ του πράγματος απορρέουσας έννομης σχέσης (άλλως δικαιώματος), ελλείπει το έννομο συμφέρον του να εγείρει συγχρόνως κατ' αυτών και αρνητική αναγνωριστική αγωγή προς αναγνώριση της ανυπαρξίας του ίδιου δικαιώματος στα πρόσωπά τους (ΠΠρΦλωρ 19/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εν όψει των ανωτέρω, η αποδοχή κληρονομιάς εκ μέρους κληρονόμου, δυνάμει άκυρης ιδιόγραφης διαθήκης, δεν προσπορίζει στον δηλούντα την αποδοχή το ανύπαρκτο κληρονομικό δικαίωμα και η τυχόν περαιτέρω συμβατική μεταβίβαση του ίδιου κληρονομιαίου ακινήτου σε τρίτο δεν μετάγει στον αντισυμβαλλόμενο το ανύπαρκτο κληρονομικό δικαίωμα, το οποίο δεν είχε αποκτήσει ο μεταβιβάζων (ΕφΠατρ 136/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση αυτή, ο θιγόμενος από τις πράξεις αυτές στο κληρονομικό του δικαίωμα εξ αδιαθέτου κληρονόμος νομιμοποιείται, κατά τα εκτιθέμενα στην αμέσως κατωτέρω παρατεθείσα σκέψη των νομικών παραδοχών της παρούσας, να ασκήσει την περί κλήρου αγωγή, ακόμη και αν ο ίδιος δεν έχει αποκτήσει την κυριότητα του κληρονομιαίου λόγω της παράλειψης αυτού να αποδεχθεί και τυπικά την κληρονομιά και να μεταγράψει αρμοδίως τη σχετική πράξη, όπερ θα ήταν απαραίτητο μόνο εάν ασκούσε εμπράγματη αγωγή με βάση το εξ αδιαθέτου κληρονομικό δικαίωμα (ΕφΠατρ 138/2022, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, στην περίπτωση που κάποιος αποδέχθηκε κληρονομιά, νομίζοντας ότι είναι νόμιμος εκ διαθήκης κληρονόμος, χωρίς πράγματι να είναι είτε διότι δεν υπάρχει καθόλου διαθήκη είτε (όπερ και το αυτό) διότι η διαθήκη είναι άκυρη, οπότε η αποδοχή που έκανε είναι άνευ αντικειμένου αλλά όχι και άκυρη, κατ' άρθρο 1851 εδ. α ΑΚ, παρά την έλλειψη νόμιμου τίτλου περί της κληρονομικής διαδοχής, ο υπολαμβάνων εαυτόν ως κληρονόμο με καλή πίστη, δηλαδή όχι από βαριά αμέλεια, λογίζεται ότι έχει νομιζόμενο τίτλο και μπορεί να αρχίσει να νέμεται με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας (ΕφΑΘ 3135/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

III. Από τις διατάξεις των άρθρων 1871, 1872 και 1882 ΑΚ προκύπτει ότι ο κληρονόμος δικαιούται, με την περί κλήρου αγωγή, να απαιτήσει από εκείνον, ο οποίος κατακρατεί, ως κληρονόμος, αντικείμενα της κληρονομιάς, την αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος και την απόδοση της κληρονομιάς ή κάποιου αντικειμένου της [δυνάμενου του αιτήματος της να περιοριστεί σε αναγνωριστικό (ΕφΑΘ 7540/2004, ΕλλΔνη 2006.198) και δη αντί της καταψηφιστικής περί κλήρου αγωγής είναι δυνατόν να εγερθεί και αναγνωριστική περί κλήρου αγωγή με αίτημα είτε την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος και την αναγνώριση της υποχρέωσης του εναγόμενου νομέα της κληρονομιάς προς απόδοση της κληρονομιάς ή αντικειμένου αυτής, είτε μόνο την αναγνώριση του κληρονομικού δικαιώματος επί της κληρονομιάς ή των αντικειμένων αυτής (ΠΠρΑΘ 2563/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)], ως αντικείμενα δε της κληρονομιάς, των οποίων, κατά τα ανωτέρω, την απόδοση δικαιούται να απαιτήσει ο κληρονόμος με την περί κλήρου αγωγή, θεωρούνται και εκείνα επί των οποίων ο κληρονομούμενος, κατά τον χρόνο του θανάτου του, είχε την κυριότητα ή τη νομή ή και απλά την κατοχή τους (ΠΠρΘεσ 11961/2014, Αρμ 2015.775). Στοιχεία της περί κλήρου αγωγής, η οποία αποσκοπεί στην προστασία του καθολικού κληρονομικού δικαιώματος και παραδεκτά στρέφεται και κατά του συγκληρονόμου που νέμεται τα κληρονομιαία αντικείμενα και αξιώνει, ως κληρονόμος, όλη την κληρονομιά ή μεγαλύτερη μερίδα από αυτή που πραγματικά του ανήκει (ΕφΘεσ 528/2019, Αρμ 2020.1826), είναι: α) ο θάνατος του κληρονομουμένου, β) το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος λόγω της συγγενικής του σχέσης με τον κληρονομούμενο ή από διαθήκη, γ) το ότι ο κληρονομούμενος είχε στην κυριότητα ή και μόνο στη νομή ή κατοχή του, κατά τον χρόνο του θανάτου του, τα κληρονομιαία πράγματα, χωρίς να αποτελεί όμως στοιχείο της βάσης της αγωγής ο τρόπος, με τον οποίο ο κληρονομούμενος απέκτησε την κυριότητα, νομή ή κατοχή αυτών, εκτός εάν ο εναγόμενος αμφισβητήσει ότι τα εν λόγω αντικείμενα είναι κληρονομιαία, οπότε ο ενάγων Θα πρέπει να εκθέσει τον τρόπο [καθ' υποφορά με την αγωγή ή με τις προτάσεις], με τον οποίο ο κληρονομούμενος απέκτησε την κυριότητα, νομή ή κατοχή τους (ΕφΠατρ 155/2019, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), και δ) το ότι ο εναγόμενος κατακρατεί pro herede (ως κληρονόμος) τα κληρονομιαία αντικείμενα, δηλαδή με βούληση αντιποίησης κληρονομικού δικαιώματος (ΑΠ 274/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΕφΠατρ 367/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), οπότε ο ενάγων οφείλει να αποδείξει πράξεις η δηλώσεις του εναγόμενου, από τις οποίες να συνάγεται ότι νέμεται τα κληρονομιαία, επικαλούμενος δικό του κληρονομικό δικαίωμα. Είναι αδιάφορο αν αυτός είναι καλής ή κακής πίστης, αν δηλαδή πιστεύει ότι είναι πράγματι δικαιούχος του κληρονομικού δικαιώματος ή όχι (ΕφΑιγ 35/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αυτό σημαίνει ότι, αν κάποιος κατακρατεί αντικείμενο της κληρονομιάς, επικαλούμενος όχι κληρονομικό του δικαίωμα αλλά ότι του το πώλησε ή του το δώρισε ή του το εκμίσθωσε ή του το χρησιδάνεισε ο κληρονομούμενος ή ότι το κατέλαβε αδικαιολόγητα, τότε δεν μπορεί να εναχθεί με την περί κλήρου αγωγή αλλά με αυτή που αρμόζει στη συγκεκριμένη έννομη σχέση. Έτσι, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι νέμεται τα κληρονομιαία αντικείμενα, χωρίς ειδικό τίτλο ή με ειδικό τίτλο (π.χ. πώληση, δωρεά κ.λπ., αδιάφορα αν ο τίτλος είναι έγκυρος ή όχι) ή και αυθαίρετα, δηλαδή pro possessore και όχι ως κληρονόμος, αποτελεί ανεπτυγμένη άρνηση της αγωγής που ανάγεται στην παθητική του νομιμοποίηση (ΕφΛαρ 71/2011, ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2011.423), αν δε αποδειχθεί η βασιμότητα του παραπάνω ισχυρισμού, η αγωγή περί κλήρου θα απορριφθεί ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης. Κατ' αυτού ο κληρονόμος μπορεί να ασκήσει τόσο τις ειδικές αγωγές που θα είχε ο κληρονομούμενος (π.χ. διεκδικητική αγωγή) όσο και αγωγές για την προστασία της νομής (άρθρο 983 ΑΚ), καθώς επίσης και αναγνωριστική αγωγή για το κληρονομικό του δικαίωμα (ΑΠ 75/2018, ΝοΒ 2019.21). Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 983, 984, 1710, 1712 επ., 1846 ΑΚ και 70 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε αντίθεση με την περί κλήρου αγωγή, στην οποία εναγόμενος μπορεί να είναι μόνο εκείνος που κατακρατεί ως κληρονόμος (pro herede) αντικείμενο της κληρονομιάς (νομέας της κληρονομιάς) σε περίπτωση αδικαιολόγητης κατοχής κληρονομιαίου ακινήτου, χωρίς αντιποίηση κληρονομικού δικαιώματος ή με βάση ειδικό τίτλο αμφισβητούμενου κύρους ή ακόμη και σε περίπτωση απλής αμφισβήτησης από κάποιον του κληρονομικού δικαιώματος του κληρονόμου σε κληρονομιαίο ακίνητο, μπορεί να ασκηθεί από τον κληρονόμο κατ' αυτού αναγνωριστική για το κληρονομικό δικαίωμα στο συγκεκριμένο ακίνητο αγωγή (ΑΠ 335/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για τη θεμελίωση της αγωγής αυτής, ο ενάγων κληρονόμος αρκεί να επικαλεστεί και αποδείξει τον θάνατο του κληρονομουμένου, τη συγγενική του σχέση προς αυτόν, εφόσον το κληρονομικό του δικαίωμα το στηρίζει στην εξ αδιαθέτου κληρονομική διαδοχή, ή την εγκατάστασή του ως κληρονόμου με διαθήκη, το δικαίωμα του κληρονομουμένου στο επίδικο πράγμα, το οποίο μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε κυριότητα αλλά και σε νομή (ή απλή κατοχή) αυτού, κατά τον χρόνο του θανάτου του, η οποία περιέρχεται αυτοδικαίως στους κληρονόμους του, καθώς και την εκ μέρους του εναγομένου αδικαιολόγητη κατοχή του ακινήτου ή και απλή αμφισβήτηση του κληρονομικού του δικαιώματος (ΑΠ 5/2019, ΧρΙΔ 2019.606 ’ ΑΠ 538/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, η ύπαρξη και η έκταση του κληρονομικού δικαιώματος και επί της εν λόγω αγωγής θα κριθεί με τις διατάξεις της αγωγής περί κλήρου (ΑΠ 856/2018, ΧρΙΔ 2019.501). Στοιχείο δε της βάσης της αγωγής αυτής, όπως και της περί κλήρου αγωγής (ΕφΘεσ 2536/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), δεν αποτελεί η κυριότητα του ενάγοντας στα επίδικα αντικείμενα της κληρονομιάς και δη η αποδοχή της κληρονομιάς και η μεταγραφή αυτής, καθώς δεν περιέχουν διεκδίκηση αυτών, έστω και εάν με την αγωγή περί κλήρου ζητείται η απόδοσή τους στον ενάγοντα (ΑΠ 75/2018, ο.π.). Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 1878 ΑΚ, προϋπόθεση για την ευθύνη του νομέα της κληρονομιάς κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες είναι η απόκτηση από εκείνον (νομέα της κληρονομιάς) της νομής των αντικειμένων της κληρονομιάς με ποινικώς κολάσιμη πράξη, μη αρκούσης της απλής δια παράνομης πράξης κτήσης εκείνης. Ενώ από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1871, 1872 και 1873 ΑΚ προκύπτει ότι ο κληρονόμος, με την περί κλήρου αγωγή κατά του κατακρατούντος pro herede αντικείμενα της κληρονομιάς, δικαιούται να ζητήσει την αναγνώριση του κληρονομικού του δικαιώματος και την απόδοση των κληρονομιαίων «αντικειμένων» (ενσώματων ή ασώματων), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και ο,τιδήποτε εκείνος (νομέας της κληρονομιάς) απέκτησε με δικαιοπραξία μετά τον θάνατο του κληρονομουμένου, χρησιμοποιώντας κληρονομιαία μέσα, δηλαδή το αντικατάλλαγμα (surrogatum), το οποίο υποκαθιστά το αρχικό αντικείμενο της κληρονομιάς που εξήλθε από αυτή, κατά το κληρονομικό του ποσοστό, σε περίπτωση δε αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης, αποζημίωση (ΑΠ 1413/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1871, 1872 και 1873 ΑΚ προκύπτει ότι ο εναγόμενος με την περί κλήρου αγωγή (νομέας της κληρονομιάς) υποχρεούται να αποδώσει αυτούσια τα αντικείμενα της κληρονομιάς, όπως αυτά προσδιορίζονται στις δύο πρώτες διατάξεις, εκείνα δηλαδή που ήταν κληρονομιαία αντικείμενα από την αρχή ή το αντικατάλλαγμα που απέκτησε από τη διάθεση όλων ή μερικών εξ αυτών, και μόνο εφόσον δεν είναι σε θέση από οποιαδήποτε αιτία (αδυναμία υποκειμενική ή αντικειμενική, υπαίτια ή ανυπαίτια) να τα αποδώσει αυτούσια, ευθύνεται κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, ήτοι κατά τις διατάξεις των άρθρων 909, 910 και 913 ΑΚ (ΕφΠειρ 307/2010, ΠειρΝομ 2010.380). Και στην τελευταία περίπτωση, η αξίωση του ενάγοντας ασκείται με την περί κλήρου αγωγή, η οποία όμως έχει διάφορη έκταση και αποτέλεσμα, εφόσον περιλαμβάνει μόνο τον κατά την επίδοση της αγωγής πλουτισμό του νομέα της κληρονομιάς, για την εξεύρεση του οποίου θα ληφθεί υπόψη όχι μεμονωμένα το συγκεκριμένο αντικείμενο που ζητείται με την αγωγή αλλά ολόκληρη η κληρονομιά, καθώς και οι δαπάνες, στις οποίες υποβλήθηκε γι’ αυτή ο εναγόμενος νομέας της κληρονομιάς (ΑΠ 865/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Αντίθετα, ο ενάγων κληρονόμος δεν δικαιούται να αξιώσει με την περί κλήρου αγωγή επικουρικά, δηλαδή για την περίπτωση αδυναμίας προς αυτούσια απόδοση των πραγμάτων της κληρονομιάς, την καταβολή της αγοραίας αξίας τους κατά τον χρόνο έγερσης της αγωγής (ΠΠρΑΘ 289/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ * ΠΠρΑΘ 5868/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΠΠρΑΘ 3906/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), διότι τέτοια αξίωση δεν είναι νόμιμη (ΕφΠατρ 42/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ’ ΕφΑιγ 16/2020, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η περίπτωση αυτή είναι διαφορετική από εκείνη, στην οποία με την περί κλήρου αγωγή ζητείται ο πλουτισμός του pro herede κατέχοντος τα κληρονομιαία, εφόσον η αξίωση αυτή προβλέπεται από το άρθρο 1873 ΑΚ, πλην όμως, για να είναι ορισμένο το αγωγικό δικόγραφο, πρέπει να περιέχει α) την αξία ολόκληρης της κληρονομιάς, β) τον πλουτισμό του εναγομένου κατά τον χρόνο επίδοσης της αγωγής και γ) την αδυναμία του τελευταίου να προβεί σε αυτούσια απόδοση των κληρονομιαίων (ΠΠρΑΘ 2452/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τα ανωτέρω ισχύουν κατά κανόνα όταν ενάγεται ο νομέας της κληρονομιάς, κατά του οποίου προσήκει κατ' αρχήν η περί κλήρου αγωγή. Ωστόσο, εξαίρεση για τους τρίτους εισάγει το άρθρο 1882 ΑΚ, κατά το οποίο, κατά πλάσμα δικαίου, με τον pro herede νεμόμενο την κληρονομιά εξομοιώνεται και ο με ειδικό τίτλο (pro possessore) νεμόμενος αυτή, εφόσον την απέκτησε με σύμβαση από τον νομέα της (ΕφΠατρ 875/2007, ΑχαΝομ 2008.290), όπως είναι ο αγοραστής της κληρονομιάς (άρθρα 1942 επ. ΑΚ). Στην περίπτωση αυτή, ο κληρονόμος μπορεί είτε να εναγάγει τον πωλητή νομέα της κληρονομιάς για το τίμημα, εγκρίνοντας την εκποίηση της κληρονομιάς (άρθρο 1872 αριθ. 2 ΑΚ), είτε να στραφεί κατά του αγοραστή, απαιτώντας τα κληρονομιαία με την περί κλήρου αγωγή (ΕφΝαυπλ 154/2003, ΕλλΔνη 2004.244). Όμως, για να έχει εφαρμογή το άρθρο 1882 ΑΚ, απαιτείται εκποίηση της κληρονομιάς ή ποσοστού αυτής (άρθρο 1942 ΑΚ), με την οποία μετάγεται στον αγοραστή όχι απλώς ειδικό αντικείμενο της κληρονομιάς αλλά ολόκληρη η κληρονομιά (ή μέρος της) ως ενιαίο όλο, δηλαδή ως ενεργητικό και παθητικό (ΕφΠατρ 594/2007, ΑχαΝομ 2008.287), με την έννοια ότι, κατά την πρόθεση των μερών, ο αποκτών υπεισέρχεται (ολικά ή μερικά) σε όλα τα δικαιώματα και σε όλες τις υποχρεώσεις της κληρονομιάς, καθιστάμενος, ως προς τις τελευταίες, συνυπεύθυνος με τον εκποιούντο έναντι των δανειστών (ΕφΘεσ 528/2019, ο.π.). Αγοραστής και πωλητής ευθύνονται απέναντι στους δανειστές εις ολόκληρον, παρά δε την εκποίηση ο μεταβιβάζων παραμένει κληρονόμος (ΕφΠειρ 67/1998, ΕλλΔνη 1998.648). Συνεπώς, η διάταξη του άρθρου 1882 ΑΚ δεν εφαρμόζεται ως προς τον αγοραστή συγκεκριμένων (μεμονωμένων) στοιχείων της κληρονομιάς και τον καθολικό ή ειδικό αυτού διάδοχο (ΑΠ 454/2001, ΕλλΔνη 2002.423 ’ ΕφΠειρ 38/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΕφΔωδ 139/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση αυτή, ο αγοραστής δεν ενάγεται με την περί κλήρου αγωγή αλλά με τις ειδικές αγωγές του κληρονόμου κατά τρίτου που νέμεται τα κληρονομιαία (ΕφΠατρ 642/2005, ΑχαΝομ 2006.265), εκτός αν το αντικείμενο της κληρονομιάς θεωρείται, κατά τη θέληση των μερών, ποσοστό επί της κληρονομιάς ή της κληρονομικής μερίδας, υπό την έννοια ότι στον αγοραστή μεταβιβάζεται και αντίστοιχο τμήμα του παθητικού της κληρονομιάς (ΠΠρΑΘ 6227/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), οπότε η εκποίηση αποτελεί πώληση της κληρονομιάς και ο αγοραστής ενάγεται με την αγωγή περί κλήρου (ΠΠρΑΘ 1663/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων ισχυρίζεται με την υπό κρίση αγωγή του ότι την 6η Αυγούστου του έτους 2012 απεβίωσε ο πατέρας του, Β. του Γ. και της Ε., κάτοικος εν ζωή Σερρών, αφήνοντας, ως μόνους πλησιέστερους συγγενείς του, τη δεύτερη εναγόμενη σύζυγό του και μητέρα του ίδιου, την πρώτη εναγόμενη κόρη του και αμφιθαλή αδερφή του ίδιου και τον ίδιο. Ότι ο κληρονομούμενος πατέρας του, ο οποίος γνώριζε γραφή και ανάγνωση, κατέλειπε την από 17.2.2008 ιδιόγραφη διαθήκη του, με την οποία φέρεται να ανακάλεσε κάθε προηγούμενη διαθήκη του και εγκατέστησε μοναδικούς κληρονόμους του την πρώτη και τη δεύτερη των εναγομένων, τον ίδιο και τα εγγόνια του και υιούς του ίδιου, Β. και Σ. του Γ. και της Μ., κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα. Ότι, μεταξύ άλλων, εγκατέστησε κληρονόμους του την πρώτη εναγόμενη στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα ενός διαμερίσματος του 1ου ορόφου οικοδομής, ανεγερθείσας επί οικοπέδου κείμενου επί της οδού .... στη ... της Δ.Ε. Ελευθερών του Δήμου ... Καβάλας, το οποίο (διαμέρισμα) φέρει τον ΚΑΕΚ ......, και τη δεύτερη εναγόμενη στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα του με χαρακτηριστικό αριθμό ... διαμερίσματος του 2ου ορόφου οικοδομής, ανεγερθείσας επί οικοπέδου κείμενου επί της οδού ...... αριθ. ... στην πόλη των Σερρών, το οποίο (διαμέρισμα) φέρει τον ΚΑΕΚ ....... Ότι η αντικειμενική αξία της κληρονομιαίας περιουσίας του πατέρα του ανερχόταν στο συνολικό ποσό των διακοσίων τριάντα δύο χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ (232.979,00€) κατά τον χρόνο υποβολής της δήλωσης φόρου κληρονομιάς στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ... Σερρών, ήτοι στις 13.6.2013. Ότι η ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη του πατέρα του δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθ. ..../18.12.2012 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ’ αριθ. 520/18.12.2012 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας). Ότι όλοι οι κληρονόμοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά και δη η πρώτη εναγόμενη με την υπ' αριθ. .../2013 έκθεση της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Σερρών, η οποία στις 20.8.2013 καταχωρήθηκε, με αύξοντα αριθμό ..., στο κτηματολογικό φύλλο του με ΚΑΕΚ ...... αναλυτικά περιγραφόμενου διαμερίσματος που τηρείται στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Παγγαίου, η δεύτερη εναγόμενη με την υπ' αριθ. .../2013 έκθεση της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Σερρών, η οποία στις 5.10.2013 καταχωρήθηκε, με αύξοντα αριθμό ..., στο κτηματολογικό φύλλο του με ΚΑΕΚ ...... αναλυτικά περιγραφόμενου διαμερίσματος που τηρείται στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Κεντρικής Μακεδονίας (Σερρών), και ο ίδιος και οι υιοί του με την υπ' αριθ... .../2013 έκθεση της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Σερρών, η οποία στις 28.11.2013 καταχωρήθηκε, με αύξοντα αριθμό ..., στα κτηματολογικό φύλλα των με ΚΑΕΚ ......, ......, ...., ...., .... και ...... ακινήτων που τηρούνται στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Κεντρικής Μακεδονίας (Σερρών). Ότι εντός του έτους 2020, ο ίδιος διαπίστωσε, με τη βοήθεια γραφολόγου, ότι η ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη του πατέρα του είναι άκυρη, διότι κατά τον φερόμενο χρόνο σύνταξής της δεν γράφτηκε ολόκληρη και δεν χρονολογήθηκε με το χέρι του δεξιόχειρα διαθέτη πατέρα του αλλά καθ' υπαγόρευσή του και με το χέρι τρίτου προσώπου, παρουσία της πρώτης και της δεύτερης των εναγομένων. Ότι δυνάμει του υπ' αριθ. ....../12.4.2019 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καβάλας Β. του Α., το οποίο στις 18.4.2019 καταχωρήθηκε, με αύξοντα αριθμό ..., στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου που τηρείται στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Παγγαίου, η πρώτη εναγόμενη μεταβίβασε λόγω πώλησης στην τρίτη εναγόμενη την πλήρη και αποκλειστική κυριότητα του με ΚΑΕΚ ...... διαμερίσματος στη Νέα Πέραμο Καβάλας, το οποίο είχε περιέλθει στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα του κληρονομούμενου πατέρα του δυνάμει του υπ' αριθ. ..../13.8.1979 συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Δράμας Γ., που μεταγράφηκε στον υπ’ αριθ. ... τόμο των οικείων βιβλίων του υποθηκοφυλακείου Παγγαίου με αύξοντα αριθμό .... Ότι η αγοραία αξία της οριζόντιας αυτής ιδιοκτησίας ανερχόταν στο ποσό των εξήντα τεσσάρων χιλιάδων ευρώ (64.000,00€) στις 30.11.2020 και η αντικειμενική αξία αυτής ανερχόταν στο ποσό των σαράντα εννέα χιλιάδων εξακοσίων σαράντα επτά ευρώ (49.647,00€) κατά τον χρόνο υποβολής της δήλωσης φόρου κληρονομιάς στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ... Σερρών, ήτοι στις 13.6.2013. Ότι με το υπ' αριθ. .../27.10.2020 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Σερρών, δημοσιεύθηκε η υπ' αριθ. .../14.12.2006 δημόσια διαθήκη του πατέρα του, η οποία συνετάγη ενώπιον του συμβολαιογράφου Σερρών Ν. Α.. Ότι ο ίδιος αγνοούσε την ύπαρξη της δημόσιας αυτής διαθήκης, με την οποία ο κληρονομούμενος πατέρας του εγκατέστησε μοναδικούς κληρονόμους του την πρώτη και τη δεύτερη των εναγομένων και τον ίδιο. Ότι, μεταξύ άλλων, εγκατέστησε κληρονόμους του τον ίδιο στο δικαίωμα ισόβιας επικαρπίας [η αντικειμενική αξία του οποίου ανέρχεται στο ποσό των είκοσι χιλιάδων εκατόν δέκα ευρώ (50.274,00€ X 4/10 = 20.110,00€)] και τη δεύτερη εναγόμενη στο δικαίωμα ψιλής κυριότητας του φέροντος τον ΚΑΕΚ ...... διαμερίσματος στην πόλη των Σερρών και τον ίδιο και την πρώτη εναγόμενη στην πλήρη κυριότητα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου έκαστο, του φέροντος τον ΚΑΕΚ ...... διαμερίσματος στη Νέα Πέραμο Καβάλας. Ότι μοναδική ωφελούμενη εκ της από 17.2.2008 ιδιόγραφης διαθήκης, σε σχέση με την από 14.12.2006 δημόσια διαθήκη που είναι η μόνη ισχυρή, είναι η πρώτη εναγόμενη. Ότι ο ίδιος δεν αποποιήθηκε, αλλά αποδέχθηκε σιωπηρά, την επαγόμενη σ' αυτόν εκ της έγκυρης δημόσιας διαθήκης του πατέρα του κληρονομιά. Ότι με την υπό κρίση αγωγή του παραιτείται εκ του δικογράφου της από 5.5.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ..../2021 αγωγής του ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και κατά των ίδιων αντιδίκων. Με βάση τα ανωτέρω, ο ενάγων ζητά, επικαλούμενος έννομο προς τούτο συμφέρον, α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 17.2.2008 ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα του, η οποία δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθ. ..../18.12.2012 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθ. 520/18.12.2012 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου (διαδικασία εκούσιας δικαιοδοσίας), β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα αφενός της υπ' αριθ. .../2013 έκθεσης της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Σερρών περί αποδοχής της επαχθείσας στην πρώτη εναγόμενη βάσει της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα του κληρονομιάς και αφετέρου του υπ' αριθ. ....../12.4.2019 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καβάλας Β. του Α., κατά το μέρος που συμπεριλαμβάνουν και το εκ της υπ' αριθ. ..../14.12.2006 δημόσιας διαθήκης του πατέρα του κληρονομικό δικαίωμά του επί του με ΚΑΕΚ ...... διαμερίσματος στη Νέα Πέραμο Καβάλας, ήτοι το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητάς του, γ) να αναγνωριστεί ότι η τρίτη εναγόμενη οφείλει να του αποδώσει την πλήρη κυριότητα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, του με ΚΑΕΚ ...... διαμερίσματος στη Νέα Πέραμο Καβάλας, άλλως και σε περίπτωση που δεν είναι εφικτή η αυτούσια απόδοσή του, δ) να αναγνωριστεί ότι η πρώτη και η τρίτη των εναγομένων οφείλουν να του καταβάλουν, ως ευθυνόμενες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το ποσό των τριάντα δύο χιλιάδων ευρώ (32.000,00€), το οποίο αντιστοιχεί στην εμπορική αξία του κληρονομικού μεριδίου του, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, ε) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της υπ' αριθ. .../2013 έκθεσης της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Σερρών περί αποδοχής της επαχθείσας στη δεύτερη εναγόμενη βάσει της ως άνω ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα του κληρονομιάς, κατά το μέρος που συμπεριλαμβάνει και το εκ της υπ' αριθ. ..../14.12.2006 δημόσιας διαθήκης του πατέρα του κληρονομικό δικαίωμά του επί του με ΚΑΕΚ ...... διαμερίσματος στην πόλη των Σερρών, ήτοι το δικαίωμα ισόβιας επικαρπίας, και στ) να αναγνωριστεί ότι η δεύτερη εναγόμενη οφείλει να του αποδώσει το δικαίωμα ισόβιας επικαρπίας του με ΚΑΕΚ ...... διαμερίσματος στην πόλη των Σερρών, καθώς και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στην πληρωμή των δικαστικών του εξόδων.

Εκ του εκτιμώμενου από το παρόν Δικαστήριο περιεχομένου του υπό κρίση δικογράφου, αντίγραφο του οποίου επιδόθηκε εμπρόθεσμα, κατ' άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ, στις εναγόμενες (βλ. προσκομιζόμενες υπ' αριθ. ..../4.6.2021, .../4.6.2021 και .../4.6.2021 εκθέσεις επίδοσης της αρμόδιας δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Σερρών, Σ. Ι. Σ., της τελευταίας δε μετά της από 14.9,2021 βεβαίωσης της αρμόδιας υπηρεσίας της Γερμανίας περί πραγματικής επίδοσης της αγωγής στην τρίτη εναγόμενη, η οποία έλαβε χώρα την 20η Ιουλίου του έτους 2021), καθίσταται σαφές ότι σ' αυτό σωρεύονται περισσότερα ένδικα βοηθήματα και συγκεκριμένα: α) αρνητική αναγνωριστική ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης αγωγή, β) αναγνωριστική ακυρότητας αποδοχών κληρονομιάς και συμβολαίου αγωγή και γ) αναγνωριστική περί κλήρου αγωγή. Για δε το παραδεκτό άσκησης της αναγνωριστικής περί κλήρου αγωγής τηρήθηκε η προβλεπόμενη στο άρθρο 220 παρ. 1 ΚΠολΔ προδικασία με την εμπρόθεσμη καταχώρησή της στα κτηματολογικά φύλλα των επίδικων ακινήτων που τηρούνται στα Κτηματολογικά Γραφεία Κεντρικής Μακεδονίας και Παγγαίου (βλ, προσκομιζόμενα με αριθμούς πρωτοκόλλου .../24,6.2021 και .../7.7.2021 πιστοποιητικά καταχώρισης εγγραπτέων πράξεων των Προϊσταμένων των Κτηματολογικών Γραφείων Κεντρικής Μακεδονίας και Παγγαίου αντίστοιχα), ενώ καταβλήθηκε το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις ανάλογες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. τα με κωδικούς αριθμούς .... και ..... e-παράβολα της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομικών και τις από 18.1.2022 αποδείξεις πληρωμής τους με χρήση κάρτας). Οι υπό κρίση σωρευόμενες αγωγές παραδεκτά φέρονται προς συζήτηση, κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 18, 30, 31 και 218 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι δε αρκούντως ορισμένες, διότι περιέχουν όλα τα κατά νόμο (άρθρο 216 ΚΠολΔ) απαιτούμενα στοιχεία για τη νομική θεμελίωση και δικαστική εκτίμησή τους. Εξ αυτών, η σωρευόμενη αρνητική αναγνωριστική της ακυρότητας της ιδιόγραφης διαθήκης αγωγή, η οποία στρέφεται κατά των τιμώμενων με αυτή πρώτης και δεύτερης των εναγόμενων, και η σωρευόμενη αναγνωριστική αγωγή περί κλήρου, η οποία στρέφεται κατά της δεύτερης εναγόμενης, είναι νόμιμες, ερειδόμενες στις διατάξεις των διαλαμβανόμενων στις υπό στοιχεία I και III προεκτεθείσες νομικές σκέψεις της παρούσας άρθρων, καθώς και σε εκείνες των άρθρων 176, 189 και 191 ΚΠολΔ. Αντίθετα, απορριπτέες ως μη νόμιμες τυγχάνουν: α) η αναγνωριστική αγωγή της ακυρότητας α') των υπ’ αριθ. .../2013 και .../2013 εκθέσεων της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Σερρών περί αποδοχής της κληρονομιάς που επήχθη στην πρώτη και στη δεύτερη των εναγόμενων αντίστοιχα βάσει της από 17.2.2008 ιδιόγραφης διαθήκης του Β. του Γ. και της Ε., και β') του υπ' αριθ. ....../12.4.2019 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Καβάλας Β. του Α., κατά το μέρος που συμπεριλαμβάνουν και το εκ της υπ' αριθ. ..../14.12.2006 δημόσιας διαθήκης του ίδιου διαθέτη κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος επί του με ΚΑΕΚ ...... διαμερίσματος στην πόλη των Σερρών, ήτοι το δικαίωμα ισόβιας επικαρπίας, και επί του με ΚΑΕΚ ...... διαμερίσματος στη ... Καβάλας, ήτοι το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου της πλήρους κυριότητάς του, καθότι, σύμφωνα με τα λεχθέντα στην υπό στοιχείο II προπαρατεθείσα νομική σκέψη της παρούσας, αφενός τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν να υπαχθούν σε καμία από τις αναφερόμενες στην ως άνω μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της παρούσας περιπτώσεις ακυρότητας της δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς, ενώ εξάλλου η επικαλούμενη προσβολή του κληρονομικού δικαιώματος του ενάγοντος δεν έχει ως αποτέλεσμα την ακυρότητα των πράξεων αποδοχής κληρονομιάς αλλά τη μη κτήση από την πρώτη και τη δεύτερη των εναγομένων των αντίστοιχων δικαιωμάτων επί των επίδικων ακινήτων με κληρονομική διαδοχή, δηλαδή αυτές (πράξεις αποδοχής) δεν επιφέρουν έννομα αποτελέσματα, και αφετέρου η περιλαμβανόμενη στο ως άνω συμβόλαιο σύμβαση δεν τυγχάνει άκυρη εκ του λόγου της έλλειψης κυριότητας της μεταβιβάζουσας πρώτης εναγομένης, καθώς και β) η αναγνωριστική περί κλήρου αγωγή α') ως προς την τρίτη εναγόμενη, ί) αναφορικά με το κύριο αίτημά της περί αναγνώρισης της υποχρέωσης αυτής όπως αποδώσει στον ενάγοντα την πλήρη κυριότητα, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, του με ΚΑΕΚ ...... διαμερίσματος στη ... Καβάλας, διότι η τρίτη εναγόμενη δεν κατακρατεί ως κληρονόμος (pro herede) το επίδικο ακίνητο αλλά με βάση ειδικό τίτλο αμφισβητούμενου -εκ μέρους του ενάγοντος κύρους, χωρίς να αντιποιείται το κληρονομικό δικαίωμα αυτού, έναντι του οποίου δεν δύναται να θεωρηθεί νομέας της κληρονομιάς, αφού απέκτησε μεμονωμένο αντικείμενό της, το οποίο δεν θεωρείται, κατά τη βούληση των συμβαλλόμενων μερών (ήτοι της πρώτης και της τρίτης εναγόμενης), ποσοστό επί αυτής ή της κληρονομικής μερίδας της πρώτης εναγόμενης μεταβιβάζουσας, υπό την έννοια ότι στην τρίτη εναγόμενη αγοράστρια μεταβιβάζεται και αντίστοιχο τμήμα του παθητικού της κληρονομιάς, ώστε η εκποίηση να αποτελεί πώληση αυτής και η τρίτη εναγόμενη να δύναται να εναχθεί με την αγωγή περί κλήρου [σημειωθέντος ότι, ακόμη κι αν ήθελε κριθεί ότι ο ενάγων σωρεύει εμπράγματη αναγνωριστική του δικαιώματος συγκυριότητάς του επί του επίδικου ακινήτου αγωγή με βάση το κληρονομικό του δικαίωμα, αυτή θα ετύγχανε και πάλι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο, ο ενάγων δεν έχει αποκτήσει το εμπράγματο αυτό δικαίωμα λόγω της παράλειψής του να αποδεχθεί τυπικά την κληρονομιά και να μεταγράψει αρμοδίως τη σχετική πράξη αποδοχής], και ii) αναφορικά με το επικουρικό αίτημά της περί αναγνώρισης της υποχρέωσης αυτής όπως καταβάλει, ως ευθυνόμενη εις ολόκληρον με την πρώτη εναγόμενη, στον ενάγοντα το ποσό των τριάντα δύο χιλιάδων ευρώ (32.000,00€), το οποίο αντιστοιχεί στην εμπορική αξία του κληρονομικού μεριδίου του επί του επίδικου ακινήτου, διότι, κατά τα προεκτεθέντα, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 1882 ΑΚ, στην περίπτωση του οποίου εξάλλου ο κληρονόμος μπορεί είτε να εναγάγει τον πωλητή νομέα της κληρονομιάς για το τίμημα, εγκρίνοντας την εκποίηση της κληρονομιάς, είτε να στραφεί κατά του αγοραστή, απαιτώντας τα κληρονομιαία με την περί κλήρου αγωγή, και β') ως προς την πρώτη εναγόμενη και δη αναφορικά με το ως άνω επικουρικό αίτημά της, καθότι ο ενάγων κληρονόμος δεν δικαιούται να αξιώσει με την περί κλήρου αγωγή επικουρικά, δηλαδή για την περίπτωση αδυναμίας προς αυτούσια απόδοση των κληρονομιαίων, την καταβολή της αγοραίας αξίας τους που αναλογεί στο κληρονομικό μερίδιό του, διότι τέτοια αξίωση δεν του παρέχεται και δεν είναι νόμιμη. Επομένως, οι ως άνω υπό κρίση σωρευόμενες αγωγές πρέπει να απορριφθούν ως προς τις εναγόμενες, παρελκούσης της έρευνας των προβληθέντων εκ μέρους τους ισχυρισμών προς αντίκρουση αυτών (πλην εκείνων που άπτονται του παραδεκτού και της νομικής βασιμότητάς τους), και τα δικαστικά έξοδα αφενός μεταξύ του ενάγοντας και της πρώτης και της δεύτερης των εναγομένων πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους, διότι πρόκειται για διαφορά ανάμεσα σε συγγενείς εξ αίματος πρώτου και δεύτερου βαθμού (άρθρο 179 ΚΠολΔ), και αφετέρου της τρίτης εναγόμενης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του ενάγοντας (άρθρο 176 ΚΠολΔ), κατά παραδοχή του νόμιμου αιτήματος της (άρθρα 106 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Κατά τα λοιπά, οι υπό κρίση σωρευόμενες αρνητική αναγνωριστική της ακυρότητας της ιδιόγραφης διαθήκης και αναγνωριστική περί κλήρου αγωγές, οι οποίες κρίθηκαν παραδεκτές και νόμιμες, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσίαν [μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 1/5.7.2022 διάταξης του Δικαστηρίου τούτου, δια της οποίας διετάχθη η επανάληψη της συζήτησης των σωρευόμενων στο ένδικο δικόγραφο αγωγών και η διεξαγωγή γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης από τη γραφολόγο Χ. Τ. του Π., και την κατάθεση της από 22.10.2022 έκθεσης γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της τελευταίας, θεωρηθείσας συντελεσμένης της επανάληψης της συζήτησης], δοθέντος ότι για το παραδεκτό της συζήτησής τους α) δεν απαιτείται η προσκομιδή πιστοποιητικού ΕΝΦΙΑ, διότι αυτές είναι κληρονομικές και όχι εμπράγματες αγωγές (άρθρο 54Α παρ. 5 του Ν. 4174/2013), αλλά ούτε και η προσκομιδή πιστοποιητικού του άρθρου 106 του Ν. 2961/2001 "Κύρωση του Κώδικα Διατάξεων Φορολογίας Κληρονομιών, Δωρεών, Γονικών Παροχών, Προικών και Κερδών από Τυχερά Παίγνια" (ΦΕΚ Α' 266/22.11.2001), εφόσον αντικείμενο της δίκης είναι αυτή καθ’ εαυτή η ύπαρξη του κληρονομικού δικαιώματος, οπότε μέχρι τη λήξη της επιδικίας - εφόσον υπό τα εκτιθέμενα στο αγωγικό δικόγραφο ο ενάγων δεν νέμεται τα επίδικα κληρονομιαία ακίνητααυτός δεν υπέχει φορολογική υποχρέωση, σύμφωνα με το άρθρο 7 περ. γ' του αυτού νόμου [ειδικότερα, ο κώδικας φορολογίας κληρονομιών κ.λπ. προβλέπει την κατ' εξαίρεση μετάθεση του χρόνου γένεσης της φορολογικής υποχρέωσης, μεταξύ άλλων και σε περίπτωση επιδικίας περί το κληρονομικό δικαίωμα, ήτοι επιδικίας περί το υποκείμενο του κληρονομικού δικαιώματος, συντρέχει δε η περίπτωση αυτή όταν αμφισβητείται είτε η ιδιότητα ορισμένου προσώπου ως κληρονόμου (ή κληροδόχου) είτε η έκταση του κληρονομικού του δικαιώματος, οπότε η φορολογική υποχρέωση γεννάται καταρχήν για μεν τον καθ' ου η διεκδίκηση κληρονόμο (ή κληροδόχο) κατά τον χρόνο θανάτου του διαθέτη, εφόσον είναι στη νομή των αντικειμένων της κτήσης, για εκείνον δε που διεκδικεί το κληρονομικό δικαίωμα κατά τον χρόνο της υπέρ αυτού λήξης της επιδικίας ή της δια συμβιβασμού ικανοποίησής του, εκτός αν τα αντικείμενα περιέλθουν στη νομή του, οπότε η φορολογική υποχρέωση γεννάται κατά τον χρόνο αυτόν (ΠΠρΑΘ 1028/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)] και β) με τις προτάσεις του ενάγοντος έχουν κατατεθεί το κατ' άρθρο 3 παρ. 2 του Ν. 4640/2019 ενημερωτικό έγγραφο και το κατ' άρθρο 7 παρ. 4 του Ν. 4640/2019 πρακτικό περάτωσης της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης. Πρέπει, τέλος, να σημειωθεί ότι η πρώτη και η δεύτερη των εναγομένων διατείνονται με τις κοινές προτάσεις τους ότι α) μεταξύ της πρόσκλησης και της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας μεσολάβησαν τρεις (3) και όχι πέντε (5) ημέρες, όπως προβλέπει το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 4640/2019, χωρίς ωστόσο να επικαλούνται δικονομική βλάβη εξ αυτού του λόγου, β) ότι η ηλεκτρονικά αποσταλείσα σ' αυτές πρόσκληση είναι ελλιπής ένεκα της μη αναφοράς της υπόθεσης και των στοιχείων του επισπεύδοντας, ισχυρισμός ο οποίος τυγχάνει αβάσιμος, διότι στην πρόσκληση επισυνάπτεται το "Φύλλο Βασικών Στοιχείων", όπου περιλαμβάνονται τα στοιχεία όλων των εμπλεκόμενων μερών και του διαμεσολαβητή, καθώς και σύντομη περιγραφή της υπόθεσης, σε κάθε δε περίπτωση προβάλλεται αλυσιτελώς, αφού οι ίδιες συμμετείχαν στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία, και γ) ότι στο πρακτικό περάτωσης αυτής δεν γίνεται οιαδήποτε αναφορά στη διαφορά που ετέθη σε διαμεσολάβηση ούτε στον χρόνο και τρόπο γνωστοποίησης του χρόνου και του τόπου διεξαγωγής της (ΥΑΣ), καθώς επίσης δεν ετέθη σ' αυτό η υπογραφή της τρίτης εναγομένης, ωστόσο στο πρακτικό αυτό επισυνάπτεται το "Φύλλο Βασικών Στοιχείων" με το ανωτέρω περιεχόμενο και αναγράφεται ο τρόπος γνωστοποίησης της ΥΑΣ (ήτοι με email), μη απαιτούμενης της αναφοράς και του χρόνου αυτής (άρθρο 7 παρ. 4 εδ. β του Ν. 4640/2019), ενώ δεν υπάρχει η υπογραφή της τρίτης εναγομένης, καθώς η υποχρεωτική αρχική συνεδρία έλαβε χώρα μέσω τηλεδιάσκεψης και η τρίτη εναγόμενη είναι κάτοικος εξωτερικού, σε κάθε δε περίπτωση δεν αμφισβητείται η συμμετοχή της σ' αυτή, στερούμενων της πρώτης και της δεύτερης των εναγομένων έννομου συμφέροντος όπως προβάλουν οιαδήποτε αιτίαση περί τούτου.

Από την υπ' αριθ. ..../4.11.2021 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Ι.. του Η και της Δ. ενώπιον της συμβολαιογράφου Παγγαίου Μ. του Ν., την οποία επικαλείται και προσκομίζει η τρίτη εναγόμενη, με πρωτοβουλία της οποίας ελήφθη κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης, κατ' άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ, κλήτευσης του ενάγοντος, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. ....7.10.2021 προσκομισθείσα έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με έδρα το Πρωτοδικείο Σερρών, Δ. μετά της από 26.10.2021 κλήσης πρόσκλησης σε ένορκη βεβαίωση, από τις περιεχόμενες στις κοινές προτάσεις της πρώτης και της δεύτερης των εναγόμενων ομολογίες μέρους των περιλαμβανόμενων στο αγωγικό δικόγραφο πραγματικών περιστατικών (άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ), από τη με ημεροχρονολογία 22.10.2022 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης, καθώς και τα συνοδεύοντα αυτή έγγραφα, της διορισθείσας ως πραγματογνώμονα με την προειρημένη υπ' αριθ. 1/5.7.2022 διάταξη του Δικαστηρίου τούτου δικηγόρου και δικαστικής γραφολόγου Χ., για την κατάθεση της οποίας συντάχθηκε η υπ' αριθ. ../2.11.2022 έκθεση κατάθεσης του γραμματέα αυτού του Δικαστηρίου και η οποία εκτιμάται ελεύθερα κατ' άρθρο 387 ΚΠολΔ (ΑΠ 187/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΑΠ 1926/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, άλλα από τα οποία λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων μεταξύ των τελευταίων περιλαμβάνονται η με ημεροχρονολογία 27.10.2020 έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης του δικηγόρου δικαστικού γραφολόγου Π. και η με ημεροχρονολογία 30.11.2020 έκθεση εκτίμησης αγοραίας αξίας ακινήτου της πολιτικής μηχανικού και πιστοποιημένης εκτιμήτριας του Υπουργείου Οικονομικών Μ. Ν., οι οποίες εκτιμώνται ελεύθερα κατ' άρθρο 390 ΚΠολΔ (ΑΠ 1025/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), και οι φωτογραφίες, οι οποίες θεωρούνται, κατ' άρθρο 444 παρ. 1 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδιωτικά έγγραφα (ΑΠ 1182/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται από οιονδήποτε εκ των διαδίκων (άρθρα 448 παρ. 2 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ)και μερικά από τα οποία αναφέρονται ιδιαίτερα παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, καθώς και από τα αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενα υπόψη διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν (σε σχέση με τις υπό κρίση σωρευόμενες αρνητική αναγνωριστική της ακυρότητας της ιδιόγραφης διαθήκης και αναγνωριστική περί κλήρου αγωγές που κρίθηκαν παραδεκτές και νόμιμες) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 6η Αυγούστου του έτους 2012 απεβίωσε ο Β. του Γ. και της Ε., κάτοικος εν ζωή Σερρών, αφήνοντας μόνους πλησιέστερους συγγενείς του, που ζούσαν την ημέρα του θανάτου του, τη δεύτερη εναγόμενη σύζυγό του και τα τέκνα τους, ήτοι τον ενάγοντα και την πρώτη εναγόμενη. Με το υπ' αριθ. ..../18.12.2012 πρακτικό συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών δημοσιεύτηκε η από 17.2.2008 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθ. 520/18.12.2012 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Σύμφωνα με αυτή, ο ως άνω κληρονομούμενος φέρεται να ανακάλεσε ολικά κάθε άλλη προηγούμενη διαθήκη του και να εγκατέστησε τον ενάγοντα, την πρώτη και τη δεύτερη των εναγομένων και τα εγγόνια του και υιούς του ενάγοντος, Β. και Σ. του Γ. και της Μ., ως κληρονόμους του στην κινητή και ακίνητη περιουσία του. Ειδικότερα, εγκατέστησε, μεταξύ άλλων, τη δεύτερη εναγόμενη σύζυγό του ως κληρονόμο του στην πλήρη και αποκλειστική κυριότητα του με χαρακτηριστικό αριθμό πέντε (5) και με ΚΑΕΚ ...... διαμερίσματος του δεύτερου (2ου) ορόφου πάνω από το ισόγειο οικοδομής, ανεγερθείσας επί οικοπέδου, έκτασης 565 τ.μ., κείμενου στο υπ' αριθ. ... Ο.Π. του νέου σχεδίου της πόλης των Σερρών, επί της οδού ... (πρώην ....) αριθ. ... στη θέση "....", και συνορεύοντας ανατολικά με ακίνητο κληρονόμων Χ,, δυτικά με ακίνητο Γ. Α., βόρεια με ακίνητο Χ., Α.. Π. και Ε.. Μ. και νότια με την οδό ...., το οποίο διαμέρισμα αποτελείται από ένα δωμάτιο, σαλόνι, κουζίνα, χωλ και λουτροκαμπινέ, έχει εμβαδό καθαρό 66,50 τ.μ. και μικτό 77 τ.μ., όγκο καθαρό 206 κ.μ. και μικτό 239 κ.μ., συμμετέχει στο οικόπεδο κατά 18 τ.μ., έχοντας ποσοστό συνιδιοκτησίας σ' αυτό 33/1000 εξ αδιαιρέτου, και στις δαπάνες κοινοχρήστων και ανελκυστήρα κατά ποσοστό 37/1000 και στις δαπάνες κεντρικής θέρμανσης κατά ποσοστό 32/1000, έχει 33 ψήφους επί 1.000 ψήφων στις συνελεύσεις των συνιδιοκτητών της οικοδομής και συνορεύει ανατολικά με το υπ' αριθ. 6 διαμέρισμα, δυτικά με το υπ' αριθ. 2 διαμέρισμα, βόρεια με διάδρομο της οικοδομής και νότια με την οδό .... Η δεύτερη εναγόμενη αποδέχθηκε την ανωτέρω φερόμενη ως επαχθείσα σ' αυτή κληρονομιά του συζύγου της, συνταχθείσας της υπ' αριθ. .../27.6.2013 έκθεσης της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Σερρών, που καταχωρήθηκε στις 5.11.2013 στο τηρούμενο στο Κτηματολογικό Γραφείο Κεντρικής Μακεδονίας κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου με αύξοντα αριθμό .... Ωστόσο, η ως άνω ιδιόγραφη διαθήκη του Β. του Γ. και της Ε. δεν είναι έγκυρη, όπως άλλωστε συνομολογείται από τις τιμώμενες με αυτή πρώτη και δεύτερη των εναγομένων ως κληρονόμους. Ειδικότερα, σύμφωνα με την από 22.10.2022 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης της δικηγόρου δικαστικής γραφολόγου Χ., η οποία διορίστηκε ως πραγματογνώμονας με την υπ' αριθ. 1/5.7.2022 διάταξη του Δικαστηρίου τούτου, αλλά και την από 27.10.2020 έκθεση γραφολογικής γνωμάτευσης του δικηγόρου δικαστικού γραφολόγου Π., η οποία προσκομίζεται μετ' επικλήσεως από την πρώτη και τη δεύτερη των εναγομένων, το κείμενο της διαθήκης δεν γράφτηκε και η υπογραφή δεν τέθηκε από τον διαθέτη. Μάλιστα, αμφότεροι οι δικαστικοί γραφολόγοι κατέληξαν στο συμπέρασμα τούτο με τον βαθμό της βεβαιότητας. Επομένως, η από 17.2.2008 ιδιόγραφη διαθήκη του πατέρα του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης και συζύγου της δεύτερης εναγομένης είναι άκυρη λόγω της μη ιδιόχειρης γραφής και υπογραφής αυτής από τον διαθέτη. Μετά ταύτα, η υπό κρίση σωρευόμενη αρνητική αναγνωριστική της ακυρότητάς της αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να αναγνωριστεί ότι αυτή είναι άκυρη, συμψηφιζόμενων των δικαστικών εξόδων μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης και της δεύτερης των εναγομένων στο σύνολό τους [διότι πρόκειται για διαφορά ανάμεσα σε συγγενείς εξ αίματος δεύτερου και πρώτου αντίστοιχα βαθμού (άρθρο 179 ΚΠολΔ)], κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Περαιτέρω, με το υπ' αριθ. ..../27.10.2020 πρακτικό συνεδρίασης του Ειρηνοδικείου Σερρών δημοσιεύτηκε η υπ' αριθ. ..../14.12.2006 δημόσια διαθήκη του Β. του Γ. και της Ε., η οποία συνετάγη ενώπιον του συμβολαιογράφου Σερρών Ν. .. Σύμφωνα δε με τα υπ' αριθ. .../4.11.2021 και .../4.11.2021 πιστοποιητικά του γραμματέα του Πρωτοδικείου Σερρών, δεν δημοσιεύθηκε άλλη διαθήκη του Β. του Γ. και της Ε., εκτός από τις προρρηθείσες διαθήκες (ιδιόγραφη και δημόσια), και δεν κατατέθηκε αγωγή για την ακύρωση της ως άνω δημόσιας διαθήκης. Εφόσον δε η ιδιόγραφη διαθήκη είναι άκυρη, δεν ανακλήθηκε η προγενέστερη αυτής δημόσια διαθήκη, με την οποία ο διαθέτης εγκατέστησε τον ενάγοντα, την πρώτη και τη δεύτερη των εναγομένων ως κληρονόμους του στην κινητή και ακίνητη περιουσία του, και η αποδοχή της κληρονομιάς εκ μέρους της δεύτερης εναγόμενης, δια της υπ' αριθ. ../27.6.2013 έκθεσης της γραμματέως του Ειρηνοδικείου Σερρών, δεν επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της, ανατραπείσας της εκ της ιδιόγραφης διαθήκης διαδοχής και επαγωγής αναδρομικά και επερχόμενης της εκ της δημόσιας διαθήκης κληρονομικής διαδοχής, οπότε στους τιμώμενους με αυτή ως κληρονόμους επάγεται η κληρονομιαία περιουσία από τον χρόνο του θανάτου του διαθέτη. Ειδικότερα, ο διαθέτης εγκατέστησε, μεταξύ άλλων, τον ενάγοντα υιό του και τη δεύτερη εναγόμενη σύζυγό του ως κληρονόμους του στο δικαίωμα της ισόβιας επικαρπίας και στο δικαίωμα της ψιλής κυριότητας αντίστοιχα του παραπάνω περιγραφόμενου με ΚΑΕΚ ...... διαμερίσματος. Σύμφωνα δε με το υπ' αριθ. .../25.11.2021 πιστοποιητικό του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Σερρών, δεν έχει καταχωρηθεί δήλωση εκ μέρους του ενάγοντος για αποποίηση της κληρονομιάς του αποβιώσαντος πατρός του. Ωστόσο, η δεύτερη εναγόμενη κατακρατεί pro herede το εν λόγω κληρονομιαίο ακίνητο, προβαίνοντας μάλιστα στην εκμίσθωσή του, αντιποιούμενη κατ' αυτόν τον τρόπο το κληρονομικό δικαίωμα του ενάγοντος. Επομένως, η υπό κρίση σωρευόμενη αναγνωριστική αγωγή περί κλήρου πρέπει να γίνει δεκτή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να αναγνωριστεί ότι η δεύτερη εναγόμενη οφείλει να αποδώσει στον ενάγοντα το δικαίωμα της ισόβιας επικαρπίας του με ΚΑΕΚ ...... επίδικου διαμερίσματος, συμψηφιζόμενων των δικαστικών εξόδων τους στο σύνολό τους [διότι πρόκειται για διαφορά ανάμεσα σε συγγενείς εξ αίματος πρώτου βαθμού (άρθρο 179 ΚΠολΔ)], κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

Σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός της πρώτης και της δεύτερης εναγομένης ότι ο ενάγων στερείται έννομου συμφέροντος όπως ασκήσει τις υπό κρίση και ήδη γενόμενες δεκτές, ως βάσιμες κατ' ουσίαν, σωρευόμενες αγωγές για τον λόγο ότι οι ίδιες αφενός δεν αμφισβητούν την ακυρότητα της από 17.2.2008 ιδιόγραφης διαθήκης του πατέρα και συζύγου τους αντίστοιχα και αφετέρου κάλεσαν τον ενάγοντα να επιλύσουν εξωδικαστικά τη διαφορά τους, δεν ασκεί έννομη επιρροή στην έκβαση της παρούσας δίκης, καθώς δεν προβάλλουν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, προς θεμελίωση της οποίας τείνουν τα πραγματικά αυτά περιστατικά. Επίσης, το αίτημα των ανωτέρω εναγομένων όπως οι υπό κρίση σωρευόμενες αγωγές συνεκδικαστούν με την με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ..../20.9.2021 αγωγή περί κλήρου που άσκησαν σε βάρος του ενάγοντος ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, είναι απορριπτέο ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο, καθότι έχουν ήδη παρέλθει οι κατ' άρθρο 237 ΚΠολΔ προθεσμίες για τον ορισμό εισηγητή και ημέρας συζήτησης αυτής στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου. Τέλος, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 39 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, να διαβιβαστούν, με επιμέλεια του γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, στην αρμόδια Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σερρών αντίγραφα τόσο της παρούσας απόφασης, του ένδικου αγωγικού δικογράφου και των προτάσεων των διαδίκων, μετά των επ' αυτών προσθηκών τους, όσο και του συνόλου των εγγράφων της δικογραφίας, προκειμένου η ίδια να προβεί στη διερεύνηση τυχόν αξιόποινων πράξεων, διωκόμενων αυτεπαγγέλτως, και να ενεργήσει τα νόμιμα, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων.

Α. ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αναγνωριστική ακυρότητας αποδοχών κληρονομιάς και συμβολαίου αγωγή, καθώς και την αναγνωριστική περί κλήρου αγωγή κατά το μέρος της που στρέφεται σε βάρος της πρώτης και της τρίτης των εναγόμενων.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης και της δεύτερης των εναγομένων.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον ενάγοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της τρίτης εναγομένης, τα οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων ευρώ (700,00€).

Β. ΔΕΧΕΤΑΙ την αρνητική αναγνωριστική ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης αγωγή, καθώς και την αναγνωριστική περί κλήρου αγωγή κατά το μέρος της που στρέφεται σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η από 17.2.2008 ιδιόγραφη διαθήκη του Β. του Γ. και της Ε., η οποία δημοσιεύτηκε με το υπ' αριθ. .../18.12.2012 πρακτικό συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών και κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθ. 520/18.12.2012 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, εκδοθείσα κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, είναι άκυρη.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η δεύτερη εναγόμενη οφείλει να αποδώσει στον ενάγοντα το δικαίωμα της ισόβιας επικαρπίας του με ΚΑΕΚ ...... αναλυτικά περιγραφόμενου στο σκεπτικό διαμερίσματος.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης και της δεύτερης των εναγομένων.

Γ. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ να διαβιβαστούν στην Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σερρών, επιμελεία του γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, αντίγραφα της παρούσας απόφασης, του ένδικου αγωγικού δικογράφου, των προτάσεων των διαδίκων, μετά των επ' αυτών προσθηκών τους, και του συνόλου των εγγράφων της δικογραφίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στις Σέρρες την 1η Δεκεμβρίου 2022 και δημοσιεύτηκε, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, την 11η Ιανουαρίου 2023, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης , Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]