ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 3ο
ΑΡΙΘΜΟΣ 1012/2021
Αποτελούμενο από την Δικαστή Κωνσταντίνα Κωτσοπούλου, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Ελένη Καρρά.
Συνεδρίασε δημοσίως στο ακροατήριο του την 09 Φεβρουάριου 2021, για να δικάσει την υπόθεση:
Του εκκαλούντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οδός Καραγεώργη Σερβίας αρ. 10, το οποίο εκπροσώπησε στο Δικαστήριο ο Δικαστικός πληρεξούσιος του Ν.Σ.Κ Κωνσταντίνος Τάτσης , ο οποίος παρίσταται δια δηλώσεως κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Των εφεσίβλητων : 1. .... και 4. ...., κατοίκων Αθηνών οι οποίες παραστάθηκαν δια της πληρεξούσιας Δικηγόρου τους Μαρίνας Γκάτα, η οποία παρίσταται δια δηλώσεως κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ,Δ.
Οι ενάγουσες και ήδη εφεσίβλητες, με την από 27.09.2010 και με αριθμ. καταθ. .../.../2010 αγωγή τους , κατά του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος , προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτή.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 1467/2013 οριστική απόφασή του, με την οποία έκανε δεκτή την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσβάλλει το εκκαλούν - εναγόμενο με την από 17.01.2014 έφεσή του, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως δικογράφου .../2014, ζητώντας να απορριφθεί η αγωγή για τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή.
Η έφεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε, κατά την σημερινή δικάσιμο.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παρόντων διαδίκων κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις έγγραφες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση έφεση του εναγομένου, ήδη εκκαλούντος, κατά της υπ'αρίθμ. 1467/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε την από 27.09.2010 αγωγή των εναγουσών, ήδη εφεσιβλήτων , κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών , έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη , αφού από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης, ούτε παρήλθε τριετία από τη δημοσίευσή της (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ). Επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ'ουσίαν .
I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του α.ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία και μόνο εφαρμόζονται οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας του μισθωτού για ορισμένο ή αόριστο χρόνο με μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής αυτού, χωρίς ευθύνη του μισθωτού για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος και ακόμη όταν ο μισθωτός τελεί σε εξάρτηση από τον εργοδότη του, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας και την επιμελή εκτέλεσή της και με την υποχρέωση του πρώτου να συμμορφώνεται στις αναγκαίες εντολές ή οδηγίες του εργοδότη. Εξάλλου, σύμβαση μαθητείας είναι η σύμβαση, κατά την οποία ο ένας από τους συμβαλλόμενους αναλαμβάνει την υποχρέωση να μεταδώσει στον άλλον τις αναγκαίες εμπειρικές γνώσεις, για την άσκηση από τον τελευταίο ορισμένου επαγγέλματος ή ορισμένης τέχνης. Ειδικότερες μορφές της σύμβασης μαθητείας είναι η γνήσια σύμβαση μαθητείας και η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου. Στη γνήσια σύμβαση μαθητείας προέχον στοιχείο είναι η παροχή εκπαίδευσης στο μαθητευόμενο, η δε τυχόν παροχή εργασίας από αυτόν δεν γίνεται με σκοπό εκτέλεσης παραγωγικού έργου, αλλά για τις ανάγκες της εκπαίδευσης και της εξοικείωσής του με το αντικείμενο του επαγγέλματος ή της τέχνης του. Στη σύμβαση αυτή, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και κατά την οποία ο μαθητευόμενος παρέχει εργασία για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις της σύμβασης εργασίας του ΑΚ, εφόσον συμβιβάζονται με τη φύση και το σκοπό της σύμβασης αυτής, ενώ δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας για τα χρονικά όρια εργασίας, τις νόμιμες αποδοχές, την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, την αποζημίωση απόλυσης κλπ, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας. Αντίθετα, στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μαθητευόμενου, η οποία υφίσταται όταν ο μαθητευόμενος μισθωτός παρέχει εργασία σε επιχείρηση ή εκμετάλλευση, επιδιώκοντας παράλληλα την απόκτηση γνώσεων ή ικανότητας σε ορισμένη ειδικότητα ή επάγγελμα, η εκμάθηση τέχνης εκ μέρους του επέρχεται ως αυτόματη συνέπεια της εφαρμογής της σύμβασης και εντός του πλαισίου της συνήθους λειτουργίας αυτής και δεν αποτελεί αντικείμενο ιδιαίτερης υποχρέωσης του εργοδότη. Συνεπώς, επί της σύμβασης αυτής εφαρμόζονται τόσο οι γενικές, όσο και οι ειδικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, εφόσον προέχων σκοπός της σύμβασης αυτής είναι η παροχή εκ μέρους του μαθητευόμενου εργασίας, έναντι αμοιβής και παρεπόμενος σκοπός είναι η εκμάθηση τέχνης ή επαγγέλματος, σύμφωνα με τις οδηγίες και κατευθύνσεις του εργοδότη (ΑΠ 918/2017, ΑΠ 217/2017).
II. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 103 παρ.8 του Συντάγματος, που άρχισαν να ισχύουν από 17-4-2001 και προσέδωσαν συνταγματικό κύρος σε προηγηθείσες ρυθμίσεις του κοινού νομοθέτη (άρθρο 21 του ν. 2190/1994), το προσωπικό που προσλαμβάνεται από το Δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου ορισμένης χρονικής διάρκειας (και κατά μείζονα λόγο με σύμβαση έργου), δεν είναι δυνατόν στη συνέχεια, χωρίς να υποβληθεί σε κάποια άλλη, νόμιμη διαδικασία, ούτε να εξακολουθήσει να υπηρετεί σε οργανική θέση δημοσίου δικαίου (να "μονιμοποιηθεί"), ούτε να αποκτήσει σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (κατά "μετατροπή" της αρχικής σύμβασης ορισμένου χρόνου). Αυτά ισχύουν ακόμη και αν το προσωπικό αυτό μόνο κατ' επίφαση είχε προσληφθεί για την κάλυψη απροβλέπτων και επειγουσών αναγκών (για την οποία και μόνο επιτρέπεται η κατάρτιση συμβάσεων ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου), ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετούσε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της υπηρεσίας του φορέα, από τον οποίο είχε προσληφθεί. Εξάλλου, με το π.δ. 164/2004, που αφορά τους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα, εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, που είναι η αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Με το άρθρο 5 του εν λόγω διατάγματος απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις. Με τις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 του ως άνω π.δ. 164/2004, που θεωρήθηκαν "συνταγματικώς ανεκτές", λόγω της χρονικά περιορισμένης ισχύος τους, προβλέφθηκε μοναδική εξαίρεση από την προαναφερόμενη απόλυτη απαγόρευση για περιπτώσεις απασχολουμένων στο Δημόσιο ή σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι οποίες είχαν συναφθεί πριν από την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 και ήταν ενεργείς κατά την έναρξη ισχύος του (19-7-2004), με τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στις διατάξεις αυτές, μεταξύ των οποίων και η πραγματική εξυπηρέτηση παγίων και διαρκών αναγκών. Παρά ταύτα, στο άρθρο 2 παρ.2 του π.δ. 164/2004 ορίσθηκε ρητώς ότι το εν λόγω διάταγμα δεν εφαρμόζεται α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και τη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ και γ) στις συμβάσεις προσωρινής απασχόλησης των άρθρων 20 έως 26 του ν. 2956/2001 (τα τελευταία καταργήθηκαν με το άρθρο 133 παρ.2 του ν. 4052/2012). Την ίδια εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής της προβλέπει για τα προγράμματα αυτά και η 1999/70/ΕΚ Οδηγία στην παρ.2 της ρήτρας 2 του Παραρτήματος αυτής. Ειδικότερα, με το άρθρο 20 παρ.4 του ν. 2738/1999 είχε εισαχθεί συγκεκριμένη ρύθμιση και δη είχε προστεθεί ως περίπτωση και στο άρθρο 14 παρ.2 του ν. 2190/1994 επιπλέον εξαίρεση στο σύστημα προσλήψεων του νόμου αυτού [η εν λόγω εξαίρεση καταργήθηκε μετά την αντικατάσταση των παρ.1 και 2 του άρθρου 14 του ν. 2190/1994 με το άρθρο 1 του ν. 3812/2009 (ΦΕΚ Α' 234/28-12- 2009), ήτοι σε μεταγενέστερο χρόνο που δεν καταλαμβάνει την ένδικη περίπτωση], η οποία αφορά την πρόσληψη προσωπικού σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος απασχόλησης, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, η οποία έχει συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας. Ειδικότερα, ορίσθηκε ότι η πρόσληψη του προσωπικού που προσλαμβάνεται σε εκτέλεση ειδικού προγράμματος, που προκηρύσσεται και επιδοτείται από τον ΟΑΕΔ, διενεργείται σύμφωνα με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια που καθορίζονται στα προγράμματα αυτά. Η επιδοτούμενη αυτή πρόσληψη είναι εξαιρετική, διότι συνδέεται με την ανάγκη πραγμάτωσης των προγραμμάτων, που με τους υφιστάμενους κανόνες θα απέβαινε ατελέσφορη και για το λόγο αυτό ορίζεται ότι η πρόσληψη διενεργείται με τους όρους, τη διαδικασία και τα κριτήρια, που καθορίζονται στα προγράμματα. Συνακόλουθα, η πρόσληψη προσωπικού, που έχει πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο συγκεκριμένου προγράμματος του ΟΑΕΔ και οι εξ αυτής απορρέουσες εργασιακές σχέσεις έχουν συγκεκριμένο χρόνο διάρκειας, είναι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, η πάροδος του οποίου συνεπιφέρει αυτοδικαίως και τη λήξη τους (ΑΚ 669 παρ.1) και η σύναψη αυτών ως συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου επιβάλλεται από αντικειμενικούς λόγους που συνδέονται με την φύση τους (ΑΠ 780/2017, ΑΠ 217/2017). Περαιτέρω, με το άρθρο 20 παρ.1 και 15 του ν. 2639/1998, ορίζεται ότι ”Ο ΟΑΕΔ μπορεί να αναθέτει στο Δημόσιο, σε φορείς του Δημοσίου, [ ] την υλοποίηση στο θεωρητικό ή στο πρακτικό μέρος ή στο σύνολό τους προγραμμάτων της Συνεχιζόμενης Επαγγελματικής Κατάρτισης ανέργων. Η ανάθεση γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις που διέπουν τη σύναψη των δημοσίων συμβάσεων εκτέλεσης έργων, προμηθειών και παροχής υπηρεσιών των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου" (παρ.1, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 6 παρ.8 του ν. 2956/2001) και "Ο ΟΑΕΔ μπορεί να συνεργάζεται με φορείς της παρ.1, με σκοπό την υλοποίηση προγραμμάτων απόκτησης εργασιακής εμπειρίας ανέργων αποφοίτων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και αποφοίτων Λυκείου. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, μετά από γνώμη του ΔΣ του ΟΑΕΔ, καθορίζονται το ύψος της ημερήσιας αποζημίωσης, οι ειδικότητες σε σχέση με τις θέσεις πρακτικής άσκησης, η διάρκεια, ο αριθμός και η ηλικία των δικαιούχων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των προγραμμάτων του προηγούμενου εδαφίου" (παρ.15 εδ. α' και β'). Εξάλλου, με το άρθρο 7 του προαναφερόμενου π.δ. 164/2004, ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ρυθμίσεων αυτού, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, προβλέφθηκε η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Σημειώνεται, ότι με τις μεταβατικού χαρακτήρα διατάξεις του άρθρου 11 παρ.1 περ. α', 2 εδ. α' και β', 3 και 5 του ως άνω π.δ. 164/2004, που κρίθηκαν συνταγματικός ανεκτές ως μεταβατικές διατάξεις τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και των άλλων νομικών προσώπων του δημόσιου τομέα (ΟλΑΠ 16/2017), ρυθμίσθηκε το ζήτημα του χαρακτηρισμού διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένης διάρκειας, κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος (δηλαδή, διαδοχικών συμβάσεων με αντικείμενο την ίδια ή παρεμφερή εργασία μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζομένου, μεταξύ των οποίων μεσολαβεί διάστημα μικρότερο των τριών μηνών), που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και ήσαν ενεργείς έως την έναρξη ισχύος αυτού (19-7-2004) ή είχαν λήξει εντός του προηγουμένου τριμήνου, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για τον εφεξής χρόνο, υπό τις τασσόμενες στη διάταξη αυτή προϋποθέσεις, με απόφαση του αρμοδίου οργάνου του φορέα απασχόλησης και έλεγχο από το ΑΣΕΠ. Η διάταξη, όμως, αυτή δεν ευρίσκει έδαφος εφαρμογής στην κρινόμενη υπόθεση, εφόσον η αρχική πρόσληψη των ήδη εφεσιβλήτων κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, έλαβε χώρα σε μεταγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα το έτος 2007. Ενόψει δε των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της 1999/70/ΕΚ Οδηγίας, που δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ.1 και 3 του ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στο Δημόσιο ή στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ' επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10-7-2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του π.δ. 164/2004 (19-7- 2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 186/2019).
Με την από 27.09.2010 αγωγή τους οι ενάγουσες εκθέτουν ότι προσλήφθηκαν η πρώτη στις 16.04.2007, η δεύτερη στις 11.06.2007, η τρίτη στις 16.04.2007 και η τέταρτη στις 16.04.2007 από το εναγόμενο ως διοικητικού υπάλληλοι στο ΝΣΚ στα πλαίσια προγράμματος εργασιακής εμπειρίας ανέργων στις υπηρεσίες και φορείς του δημοσίου και ευρύτερου δημόσιου τομέα προκειμένου να απασχοληθούν με τις ειδικότερα αναφερόμενες ειδικότητες στις υπηρεσίες του. Ότι εργάστηκαν με αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου. Ότι κατά το χρονικό διάστημα της απασχόλησης τους κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου και ότι οι παραπάνω αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου υποκρύπτουν στην πραγματικότητα μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούν: 1) να αναγνωριστεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, 2) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της απόλυσης τους και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να τους απασχολεί στη θέση, την ειδικότητα και με τις αποδοχές, που αντιστοιχούν εκ του νόμου με αυτήν την υπηρεσιακή τους ένταξη και εξέλιξη, με την απειλή χρηματικής ποινής, ύψους 300€ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προαναφερθείσα απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την αγωγή . Κατά της αποφάσεως αυτή παραπονείται το εκκαλούν - εναγόμενο για κακή εφαρμογή του νόμου και για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να απορριφθεί η αγωγή.
Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή δεν είναι νόμιμη αφού, οι συμβάσεις που καταρτίσθηκαν μεταξύ των διαδίκων, με τα "συμφωνητικά συνεργασίας στο πλαίσιο προγράμματος για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας ανέργων (stage)", τα οποία, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, υπέγραψαν, είναι συμβάσεις απόκτησης εργασιακής εμπειρίας στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού προγράμματος, οι οποίες αποσκοπούν, σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν. 2639/1998, στην απόκτηση επαγγελματικής κατάρτισης με θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον, συνιστώντας, ως εκ τούτου, γνήσιες συμβάσεις μαθητείας. Ειδικότερα, καταρτίσθηκαν σύμφωνα με τον ως άνω νόμο, προκειμένου να αποκτήσουν οι ενάγουσες επαγγελματική κατάρτιση με θεωρητική και πρακτική ενημέρωση και εξοικείωση με το εργασιακό περιβάλλον και αποτελούν, ως εκ τούτου, γνήσια σύμβαση μαθητείας, για την οποία δεν υπάρχει ειδική νομοθετική ρύθμιση και δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, οι οποίες προϋποθέτουν παροχή εξαρτημένης εργασίας, που δεν αποτελεί προέχον στοιχείο στη γνήσια σύμβαση μαθητείας και έτσι οι συμβάσεις αυτές δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, επιπρόσθετα δε ουδόλως εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, καθόσον κατά τη διάταξη της παρ.1 της ρήτρας 2 του παραρτήματος της άνω Οδηγίας, ορίζεται ότι αυτή εφαρμόζεται σε όλους τους εργαζομένους με σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, με εξαίρεση: α) τις σχέσεις βασικής επαγγελματικής κατάρτισης και τα συστήματα μαθητείας και β) τις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού δημόσιου ή από το Δημόσιο υποστηριζόμενου προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης, στις οποίες τα κράτη μέλη μπορούν να αποφασίζουν ότι δεν εφαρμόζεται η συμφωνία πλαίσιο, αλλά ούτε στο πεδίο εφαρμογής του π.δ. 164/2004 εμπίπτουν, στο άρθρο 2 παρ.2 του οποίου ορίζεται ότι "Με την επιφύλαξη των οριζομένων στην παρ.6 του άρθρου 11, το παρόν διάταγμα δεν εφαρμόζεται: α) στις σχέσεις επαγγελματικής κατάρτισης και στη σύμβαση ή σχέση μαθητείας, β) στις συμβάσεις ή τις σχέσεις εργασίας που έχουν συναφθεί στο πλαίσιο ενός ειδικού προγράμματος κατάρτισης, ένταξης και επαγγελματικής επανεκπαίδευσης υποστηριζόμενου από τον ΟΑΕΔ”. Περαιτέρω, ακόμη και αν υποτεθούν αληθινά τα πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την ιστορική βάση της ένδικης αγωγής, ότι το είδος της έννομης σχέσης που συνδέει τους διαδίκους είναι στην πραγματικότητα αυτό της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου και όχι της γνήσιας σύμβασης μαθητείας για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, καθώς και ότι με τις παρεχόμενες υπηρεσίες τους οι ενάγουσες στην πραγματικότητα κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες της λειτουργίας των διοικητικών υπηρεσιών του εναγομένου και πάλι η αγωγή δεν είναι νόμιμη, καθόσον οι επίμαχες συμβάσεις (που καταρτίσθηκαν και ίσχυσαν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2007 έως το έτος 2010), έχουν συναφθεί μετά την έναρξη ισχύος των παρ.7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση αυτού και ισχύουν από 17-4-2001, και μετά την ισχύ του άρθρου 21 του ν. 2190/1994 και, επομένως, δεν μπορούν να μετατραπούν σε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των εναγουσών , ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων αυτών, ως ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, διότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, ως εργοδότης που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, δεν έχει πλέον τη νομική δυνατότητα να συνάπτει συμβάσεις αορίστου χρόνου, χωρίς την τήρηση των διατυπώσεων του νόμου και συγκεκριμένα, κατά παρέκκλιση της θεσπιζόμενης από το νόμο αξιοκρατικής διαδικασίας επιλογής προσωπικού από την ανεξάρτητη διοικητική αρχή του ΑΣΕΠ. Οποιαδήποτε προσπάθεια μονιμοποίησης, όχι μόνο με νόμο, αλλά και με τη δικαστική διαδικασία, προσκρούει στη ρητή απαγόρευση των άρθρων 21 παρ.2 του ν. 2190/1994 και 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, πράγμα που ισχύει επί συμβάσεων που καταρτίσθηκαν μετά την έναρξη ισχύος και υπό το κράτος ισχύος των εν λόγω διατάξεων, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση με τις ένδικες συμβάσεις. Οι επίμαχες συμβάσεις δεν μπορούν να θεωρηθούν ούτε κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, καθόσον έχουν συναφθεί όχι μόνο μετά την έναρξη ισχύος των άρθρων 21 παρ.2 του ν. 2190/1994 και 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, αλλά και μετά την ισχύ του π.δ. 164/2004 (19-7-2004), με το οποίο προσαρμόσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ και το οποίο προβλέπει στο άρθρο 11 αυτού συγκεκριμένες προϋποθέσεις για τη μετατροπή σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου και δη μόνο αυτών των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας, που είχαν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του και ήταν ενεργείς κατά το χρονικό αυτό σημείο και όχι αυτών που καταρτίσθηκαν μεταγενέστερα, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Έτσι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των μεταβατικών διατάξεων του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, αφού οι επίδικες συμβάσεις καταρτίσθηκαν κατά το έτος 2007 και μετά. Ούτε κατ' εφαρμογή της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ μπορούν να χαρακτηρισθούν οι επίδικες συμβάσεις ως ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού η Οδηγία αυτή δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες. Όσον αφορά την (έμμεση) αναγνώριση για ύπαρξη δύο διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για κάθε ενάγουσα (που κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή συνιστούν μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου), δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για το έγκυρο αυτών, που προβλέπονται από τα άρθρα 3, 5, 6 και 7 του π.δ. 164/2004, ούτε, άλλωστε, μπορεί να τύχει εφαρμογής η γενική διάταξη του άρθρου 671 ΑΚ, αλλά και η διάταξη του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920, σύμφωνα με τις οποίες καθίσταται δυνατή η μετατροπή διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου, εάν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης διατάξεων του ίδιου νόμου, αφού, όταν η σύμβαση καταρτίζεται υποχρεωτικά από το νόμο ως ορισμένης διάρκειας, όπως αυτό συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, αυτή δεν συνιστά αδικαιολόγητο καθορισμό της διάρκειας της σύμβασης, ούτε καταστρατήγηση των διατάξεων του ν. 2112/1920. Ειδικότερα, ενόψει των πιο πάνω διατάξεων των άρθρων 21 του ν. 2190/1994, 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος, της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ και του π.δ. 164/2004, δεν είναι δυνατή πλέον, υπό την ισχύ των διατάξεων αυτών, η εφαρμογή των άρθρων 671 ΑΚ και 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 και δη του τελευταίου ούτε ως ισοδύναμου νομοθετικού μέτρου κατά την έννοια της ρήτρας 5 της ανωτέρω Οδηγίας, ούτε ως ερμηνευόμενου σύμφωνα με τη ρήτρα αυτή, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγουσες. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μη δεχόμενο τα ίδια δεν εφάρμοσε ορθά το νόμο και επομένως η ένδικη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση , να δικαστεί η αγωγή και να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη. Τέλος, οι ενάγουσες - εφεσίβλητος , οι οποίες ηττήθηκαν πρέπει να καταδικαστούν στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου - εκκαλούντος (άρθρα 176,183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μειωμένα σύμφωνα με το άρθ. 281 §2 ν.3463/2006, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ' ουσία την έφεση.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη απόφαση.
ΔΙΚΑΖΕΙ την από 27,09.2010 και με αρ. κατ, δικ. .../.../2010 αγωγή.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις ενάγουσες - εφεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα του εναγομένου - εκκαλούντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 24/2/2021 σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, απάντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ