ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

1° ΤΜΗΜΑ - ΔΗΜΟΣΙΟ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1054/2021

 

Αποτελούμενο από τους Δικαστές, Άννα Πελεκούδα, Πρόεδρο Εφετών, Απόστολο Ζαβιτσάνο, Εφέτη-Εισηγητή, Αδαμαντία Γκόγκολη, Εφέτη, και από τη Γραμματέα, Βασιλική Ανδριοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 12 Ιανουαρίου 2021, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αιτούντος, Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, στην οδό Νίκης αρ. 5-7, και στην προκειμένη περίπτωση, από τον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών [Περιβάλλοντος, Χωροταξίας, και Δημοσίων Έργων (Υ.ΠΕ.ΧΩ. ΔΕ.)], ο οποίος κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, στο Δήμο .... Αττικής, στην οδό .... και .... (Α.Φ.Μ. ...), το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.), Αντώνιο Αντωνίου.

Της καθ’ ης η αίτηση, ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία: «....», και το διακριτικό τίτλο «... Α.Ε., (πρώην ... Ανώνυμη Εταιρεία Παραχώρησης για τον Αυτοκινητόδρομο ....)», που εδρεύει στο Δήμο .... Αττικής, στην οδό ..., και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους Δικηγόρους, Παναγιώτη Μπερνίτσα, και Ευάγγελο Μαμαλάκι.

Το αιτούν, Ελληνικό Δημόσιο, νόμιμα εκπροσωπούμενο, ζητεί να γίνουν δεκτά, τα όσα αναφέρονται στην από 26-5-2020 αίτηση, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, στις 27-5-2020, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../.../27-5-2020 γράφτηκε στο πινάκιο, και προσδιορίστηκε, για τις 7-7-2020, κατά την οποία δικάσιμο η συζήτηση της υπόθεσης, αναβλήθηκε, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (12-1-2021).

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που εκφωνήθηκε κανονικά από τη σειρά της στο οικείο πινάκιο, ο πληρεξούσιος του αιτούντος, Ελληνικού Δημοσίου, Πάρεδρος του Ν.Σ.Κ., και οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι της καθ’ ης η αίτηση, οι οποίοι παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, και έλαβαν το λόγο διαδοχικά, ανέπτυξαν προφορικά τους εκατέρωθεν ισχυρισμούς τους, και ζήτησαν να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στις προτάσεις τους, που εμπρόθεσμα κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 26-5-2020 (αριθ. εκθ. κατ. .../.../27-5-2020), ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αίτηση, το αιτούν, Ελληνικό Δημόσιο, νόμιμα εκπροσωπούμενο, και επικαλούμενο επικείμενο κίνδυνο, ζητεί να διαταχθεί η αναστολή εκτελέσεως της εκδοθείσας στην Αθήνα, από 30-1-2020, οριστικής, Διαιτητικής απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου της συναφθείσας, από τις 24-7-2007, μεταξύ του αιτούντος, ως εργοδότη, κυρίου, και της καθ’ ης η αίτηση, ως αναδόχου, παραχωρησιούχου, κυρωθείσας με τους Ν. 3621/2007, και 4219/2013, Σύμβασης Παραχώρησης (εφεξής ΣΠ), του Έργου: «ΜΕΛΕΤΗ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ ΚΑΙ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡΟΜΟΥ ....», προσβαλλόμενης, Διαιτητικής απόφασης, κατά της οποίας το αιτούν, Ελληνικό Δημόσιο, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, εμπροθέσμως άσκησε, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά της αντιδίκου του, υπό την προαναφερθείσα ιδιότητά της, την από 15-5-2020 (αριθ. εκθ. κατ. ....), αγωγή ακυρώσεως, με την οποία ζητεί, λόγω υπέρβασης εξουσίας, να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη Διαιτητική απόφαση του ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου, και να επιβληθούν τα δικαστικά του έξοδα σε βάρος της καθ’ ης η αίτηση.

Με τα παραπάνω αιτήματα, και περιεχόμενο, η ένδικη αίτηση, αρμοδίως και παραδεκτώς, εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, στην περιφέρεια του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, Διαιτητική απόφαση, προκειμένου να συζητηθεί, κατά την προκειμένη, ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων των άρθρων 686 επ. του Κ.Πολ.Δ. (άρθρα 898, και 899 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. όπως το άρθρο 898 αντικαταστάθηκε και ισχύει από 1-1-2016 από το άρθρο 1 άρθρο έβδομο του Ν. 4335/2015, Φ.Ε.Κ. Α' 87/23-7-2015). Είναι ορισμένη, και νόμιμη. Στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 897 εδ. 4, 899 παρ. 3, 688, 191 παρ. 2, και 176 του Κ.Πολ.Δ. Συνεπώς, δε, η ένδικη αίτηση, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω, κατ’ ουσίαν, καθόσον η άσκηση της αγωγής ακύρωσης κατά της διαιτητικής απόφασης, δεν αναστέλλει την εκτέλεσή της. Όμως, αν ασκήθηκε παραδεκτά αγωγή ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, το αρμόδιο δικαστήριο, που είναι το εφετείο, στην περιφέρεια του οποίου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαιτητική απόφαση, μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. του Κ.Πολ.Δ., δηλαδή, κατά την ειδική διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων του Κ.Πολ,Δ., να χορηγήσει αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης, με ή χωρίς καταβολή εγγύησης, και μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της αγωγής ακύρωσης της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης, αν πιθανολογηθεί η ευδοκίμηση κάποιου λόγου ακύρωσης της προσβαλλόμενης διαιτητικής απόφασης, από τους περιοριστικά, στις διατάξεις του άρθρου 897 του Κ.Πολ.Δ., αναφερόμενους, λόγους ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης (ΕφΠειρ 141/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑνΚρητ 82/2015 ΕφΑΔΠολΔ 2016/875, ΕφΑΘ 8815/2002 Ελλ.Δ/νη 2003/821, ΕφΑΘ 12166/1995 Ελλ.Δ/νη 1996/1390, ΕφΑΘ 74/1994 Ελλ.Δ/νη 1996/388, Μ. Μαργαρίτη. «Κ.Πολ.Δ.», εκδ. 2012, τ. II, άρθρο 899, αρ. 4, σελ. 495, Β. Βαθρακοκοίλη. «Κ.Πολ.Δ.», τ. Δ' εκδ. 1996, άρθρο 899, αρ. 7, σελ. 878-879, Κουσούλης, Διαιτησία 2004, Ερμηνεία κατ’ άρθρο, 899 III 6, X. Απαλαγάκη. «Κ.Πολ.Δ.» 5η εκδ. 2017, τ. 2, άρθρο 899, αρ. 4, σελ. 2419, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας [-Φουστούκος], Κ. Πολ.Δ. II [2000] 899, αρ. 4, σελ. 1691).

Η διαιτησία, ως συμβατικά επιλεγμένη δεσμευτική διαδικασία εκδίκασης ορισμένης διαφοράς από διαιτητές, αντί των κρατικών δικαστηρίων, αποτελεί ιδιαίτερη μορφή οργάνωσης, τόσο από πλευράς ακολουθητέας διαδικασίας, όσο και από πλευράς των απαιτούμενων δικονομικών προϋποθέσεων για την παροχή δικαστικής προστασίας, με την έννοια, ότι η προστασία της δεν παρέχεται από τα κρατικά δικαστήρια, αλλά, κατά την ελεύθερη επιλογή των διαδίκων, από τα όργανα, ή πρόσωπα, της εκλογής τους. Η σχέση, διαιτησίας και τακτικής δικαιοσύνης, διαμορφώθηκε υπό την ισχύ του Κ.Πολ.Δ., ως σχέση δύο, μεταξύ τους, παράλληλων δικαιοδοτικών τάξεων, που αποκλείονται αμοιβαία. Εξάλλου, ως γνήσια δικαιοδοτική πράξη, η διαιτητική απόφαση, από την έκδοσή της, παράγει δεδικασμένο, υπό τις διαγραφόμενες στο άρθρο 896 του Κ.Πολ.Δ., προϋποθέσεις, εφαρμοζόμενων προς τούτο των διατάξεων των άρθρων 322, 324 έως 330, 332 έως 334 του Κ.Πολ,Δ., και εξοπλίζεται με εκτελεστότητα, κατ’ άρθρο 904 παρ. 2 εδ. β' του Κ.Πολ.Δ. Για την τήρηση, όμως, εκ μέρους των διαιτητών των στοιχειωδών δικαιοδοτικών εγγυήσεων και τη συμμόρφωσή τους, προς τη βασική αυτή επιταγή, θεματοφύλακας παραμένει το κράτος, μέσω των πολιτειακών του οργάνων, των τακτικών δικαστηρίων. Η ενεργός ανάμειξη των τελευταίων εκδηλώνεται με τον έλεγχο της διαιτητικής απόφασης, μέσω κυρίως της αγωγής ακύρωσης, κατ’ άρθρα 897-899 του Κ.Πολ.Δ. Κατ’ άρθρο 897 του Κ.Πολ.Δ., η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση, και μόνο για τους, περιοριστικά αναφερόμενους στις διατάξεις του άρθρου αυτού οκτώ (8) λόγους, μεταξύ των οποίων, κατ’ άρθρο 897 εδ. 4 του Κ.Πολ.Δ., συγκαταλέγεται, ως λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, η υπέρβαση εξουσίας: «Αν εκείνοι που την εξέδωσαν ενήργησαν υπερβαίνοντας, την οριοθετημένη από τη διαιτητική συμφωνία (ρήτρα), ή από μεταγενέστερη συμφωνία όλων των διαδίκων, ή από το νόμο, δικαιοδοτική τους εξουσία» (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1532/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά την αληθινή έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. 4 του άρθρου 897 του Κ.Πολ.Δ., στον όρο «υπέρβαση εξουσίας», ως λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, υπάγεται η περίπτωση κατά την οποία οι διαιτητές δικάζουν για αντικείμενο το οποίο δεν έχει υποβληθεί σε αυτούς, με τη συμφωνία για τη διαιτησία (ΟλΑΠ 13/1995 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ή κείται πέραν αυτής. Για την κρίση δε, δηλαδή, αν πρόκειται για υπέρβαση εξουσίας, ή όχι, αποφασιστικά είναι τα όρια, που θέτει η διαιτητική συμφωνία (συμβατική ρήτρα διαιτησίας), σε συνδυασμό δε, με το περιεχόμενο και τα αιτήματα, της αίτησης-προσφυγής στη διαιτησία (ΑΠ 40/ /2010, ΑΠ 1032/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δεν αποτελεί, όμως, υπέρβαση εξουσίας η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ή η κακή εκτίμηση πραγματικών περιστατικών από το διαιτητικό δικαστήριο κατά την, μετά από εξέταση της ενώπιον του διαφοράς, παραδοχή ή απόρριψη των σχετικών αξιώσεων των προσώπων, που συνομολόγησαν τη συμφωνία περί διαιτησίας (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 1361/2018, ΑΠ 1807/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 662/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 1634/2001, ΑΠ 293/1999, ΕφΘεσ 73/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατ’ άρθρο 898 του Κ.Πολ,Δ., όπως αντικαταστάθηκε από 1-1-2016, με το άρθρο έβδομο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Φ.Ε.Κ. Α' 87/23-7-2015), αρμόδιο για την εκδίκαση ακυρωτικής αγωγής κατά διαιτητικής απόφασης, που αποτελεί το ένδικο βοήθημα, που παρέχεται στην περίπτωση του θεσμού της διαιτησίας, ως αντιστάθμισμα της απαγόρευσης άσκησης ενδίκων μέσων (ΑΠ 1791/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ), είναι το Εφετείο, στην περιφέρεια του οποίου εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση, το οποίο και εκδικάζει τη σχετική αγωγή κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών των άρθρων 614 επ. του Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω δε, σύμφωνα με τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου 899 του Κ.Πολ.Δ., η αγωγή, για την ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, ασκείται από εκείνους, που συνομολόγησαν τη συμφωνία, για τη διαιτησία (διαιτητική ρήτρα), καθώς και από οποιοδήποτε τρίτο, έχοντα το σχετικό έννομο συμφέρον, και απευθύνεται εναντίον όλων των διαδίκων μερών, εντός προθεσμίας τριών μηνών από την κοινοποίηση της διαιτητικής απόφασης, για τους λόγους 1-7 του άρθρου 897 του Κ.Πολ.Δ., διαφορετικά η αγωγή ακύρωσης διαιτητικής απόφασης, λόγω του διαπλαστικού της χαρακτήρα, είναι, και αυτεπαγγέλτως, απορριπτέα, ως απαράδεκτη (ΕφΘεσ 73/2019 ο.π., ΕφΑΘ 81/2018, ΕφΑΘ 2501/2017, ΕφΑΘ 8445/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι στην άσκηση της αγωγής ακύρωσης διαιτητικής απόφασης ενεργητικά νομιμοποιείται: α) ο διάδικος της διαιτητικής δίκης, που εκ των πραγμάτων συνομολόγησε και τη διαιτητική συμφωνία, του οποίου το έννομο συμφέρον συνίσταται, στο ότι βλάπτεται από τη διαιτητική απόφαση (ΑΠ 745/1982, ΕφΑΘ 6050/2014, ΕφΑΘ 4830/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), και β) ο τρίτος, ο οποίος δεν έλαβε μέρος στη διαιτητική συμφωνία, ή που συνομολόγησε τη διαιτητική συμφωνία, αλλά δεν μετείχε, ως διάδικος, στη διαιτητική δίκη, σε κάθε περίπτωση, όμως, καταλαμβάνεται από το δεδικασμένο και τις ενέργειες (διαπλαστική ενέργεια, εκτελεστότητα) της διαιτητικής απόφασης, κατ’ άρθρο 896 του Κ.Πολ.Δ., σε συνδυασμό με τα άρθρα 322, 324 έως 330 και 332 έως 334 του ίδιου Κώδικα, του οποίου το έννομο συμφέρον συνίσταται στο ότι βλάπτεται από τη διαιτητική απόφαση (ΑΠ 298/1979 ΝοΒ 27/1292, ΕφΑΘ 2501/2017 ο.π., Γ. Διαμαντόπουλος, Κρίσιμα ζητήματα δικαίου διαιτησίας, στον τόμο «Η πολιτική δίκη σε κρίσιμη καμπή», σελ. 107). Πρόκειται, δηλαδή, για τους καθολικούς διαδόχους, καθώς και τους μετά την έναρξη της διαιτητικής δίκης ειδικούς διαδόχους (ΕφΑΘ 6050/2014 ο.π., ΕφΑΘ 4830/2012 ο. π., ΕφΠατρ 1182/2002 ΑχΝομ 2003/388, ΕφΑΘ 5610/1986 ΕλλΔ/νη 1988/1199). Αντίθετα, παθητικά νομιμοποιούμενος στη σχετική δίκη είναι μόνο αυτός, που μετείχε στη διαιτητική συμφωνία (ΑΠ 1377/2011, ΑΠ 1601/2009, ΑΠ 662/2001, ΕφΑΘ 1730/2014, ΕφΑΘ 5370/2009, ΕφΑΘ 6879/2009, ΕφΑΘ 2709/2009, ΕφΑΘ 2709/2008, ΕφΑΘ 8445/ /2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για το παραδεκτό άσκησης της αγωγής ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, πρέπει να ασκηθεί εντός αποκλειστικής προθεσμίας 3 μηνών από την κοινοποίησή της, εφόσον οι επικαλούμενοι λόγοι ακύρωσης εμπίπτουν στις περιπτώσεις 1-7 του άρθρου 897 του Κ.Πολ.Δ., και ανεξάρτητα αν έχει, ή όχι, κατατεθεί στη γραμματεία του μονομελούς πρωτοδικείου της περιφέρειας στην οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση (άρθρο 893 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), καθόσον η διαιτητική απόφαση ολοκληρώνεται, κατ’ άρθρο 892 του Κ,Πολ.Δ., από τη στιγμή, που θα υπογραφεί (ΑΠ 1009/1988 ΕλλΔ/νη 89/ /1348, ΕφΑΘ 2501/2017, 6050/2014 ο.π, ΕφΠειρ 611/2006 ΔΕΕ 2006/1300, ΕφΑΘ 7444/1998 ΝοΒ 48/480). Εφόσον ενάγων είναι ο διάδικος της διαιτητικής δίκης, αρκεί, για την έναρξη της ως άνω προθεσμίας, κατ’ άρθρο 893 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, η παράδοση αντιγράφου της διαιτητικής απόφασης στον πληρεξούσιο δικηγόρο του (ΑΠ 5/2000, ΕφΑΘ 2501/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), και χωρίς να αποκλείεται η άσκηση της αγωγής ακύρωσης, και πριν από την κοινοποίηση της διαιτητικής απόφασης, ακόμη και την ίδια ημέρα δημοσίευσης της διαιτητικής απόφασης (ΕφΑΘ 6050/2014, ο.π.). Εάν, όμως, ενάγων είναι τρίτος, που δεν μετείχε στη διαιτητική δίκη, τότε για την έναρξη της τρίμηνης ως άνω προθεσμίας απαιτείται κοινοποίηση σε αυτόν της διαιτητικής απόφασης, ώστε να λάβει γνώση του περιεχομένου της, και της ενδεχόμενης βλαπτικής της ενέργειας, όχι μόνο έναντι των διαδίκων, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των ενδίκων μέσων, αλλά, στην περίπτωση της αγωγής ακύρωσης διαιτητικής απόφασης, και έναντι τρίτων, διότι πρόκειται για διαπλαστική αγωγή, και όχι για ένδικο μέσο, νομιμοποιείται, δε, να ασκήσει αγωγή ακύρωσης διαιτητικής απόφασης, όπως προαναφέρεται, μπορεί να είναι και τρίτος, που δεν μετείχε στη διαιτητική δίκη (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 113/2016, ΕφΑΘ 81/2018, ΕφΑθ 2501/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Ν. Λεοντή. «Ένδικα μέσα και βοηθήματα στην πολιτική δίκη», εκδ. 2018, σελ. 558-560, Μ. Μαργαρίτη. «Κ.Πολ.Δ.» εκδ. 2012, τ. II, άρθρο 897, αρ. 20-24, σελ. 484-485, και άρθρο 899, αρ. 2-3, σελ. 494, X. Απαλαγάκη. «Κ.Πολ.Δ.» 5η εκδ. 2017, τ. 2, άρθρο 897, αρ. 8-12, σελ. 2406-2408, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας [-Φουστούκος], Κ.Πολ.Δ. II [2000] 897 ί αρ. 18-21, σελ. 1685-1686, Β. Βαθρακοκοίλη. «Κ.Πολ.Δ.», τ. Δ', εκδ. 1996, άρθρο 897, αρ. 30-34, σελ. 864-865, και άρθρο 899, αρ. 2-4, σελ. 877-878).

Από την εκτίμηση, του συνόλου των εγγράφων, που επικαλούνται και προσκομίζουν τα διάδικα μέρη, που δεν εξέτασαν μάρτυρα, για να ληφθούν υπόψη άμεσα, ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, ή για να χρησιμεύσουν έμμεσα προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα στην ουσιαστική εκτίμηση της ένδικης διαφοράς, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, αρκούντως πιθανολογούνται (άρθρο 690 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει από 1-1-2016, που τροποποιήθηκε από το άρθρο 1 άρθρο πέμπτο παρ. 2 του Ν. 4335/2015), τα ακόλουθα, ουσιώδη για την υπόθεση της ένδικης αίτησης, πραγματικά περιστατικά: Η από 15-5-2020 (αριθ. εκθ. κατ. .../.../20-5-2020), ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αγωγή, του ενάγοντος, Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως δε εκπροσωπούμενου, κατά της εναγομένης, ανώνυμης εταιρείας, με την επωνυμία: «... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΑΧΩΡΗΣΗΣ ΠΑ ΤΟΝ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΔΡΟΜΟ ...», με το διακριτικό τίτλο «... Α.Ε.», έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, εντός της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 899 παρ. 2 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., επειδή από την, κατά το άρθρο 139 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., σημείωση του διορισμένου στην περιφέρεια του Εφετείου Πειραιά, με έδρα στο Πρωτοδικείο Πειραιά, αρμόδιου Δικαστικού Επιμελητή Ι. Χ., στο σώμα της προσβαλλόμενης Διαιτητικής απόφασης, που επικαλείται και προσκομίζει το αιτούν Ελληνικό Δημόσιο, προκύπτει ότι η από 30-1-2020, οριστική απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου, της συναφθείσας, στην Αθήνα, στις 24-7-2007, μεταξύ του αιτούντος, ως εργοδότη, κυρίου, και της καθ’ ης η αίτηση, ως αναδόχου, παραχωρησιούχου, κυρωθείσας με τους Ν.3621/2007, και 4219/2013, Σύμβασης Παραχώρησης (εφεξής ΣΠ), του έργου: «Μελέτη-Κατασκευή Χρηματοδότηση-Λειτουργία-Συντήρηση και Εκμετάλλευση του Αυτοκινητόδρομου ....», κοινοποιήθηκε στο αιτούν, Ελληνικό Δημόσιο, στις 10-2-2020, και η ως άνω αγωγή ασκήθηκε, στις 26-52020 (υπ’ αριθ. .... έκθεση επιδόσεως του διορισμένου στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, αρμόδιου Δικαστικού Επιμελητή ..., που προσκομίζει και επικαλείται το αιτούν, Ελληνικό Δημόσιο), διότι, κατ’ άρθρο 74 παρ. 1 του Γ Μέρους Ν. 4690/2020 (Φ.Ε.Κ. Α' 104/1-6-2020), το χρονικό διάστημα, από 13-3-2020 έως 31-5-2020, αναστολής όλων των δικονομικών προθεσμιών, λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού COVID-19, δεν υπολογίζεται στην προθεσμία άσκησης της εν λόγω αγωγής ακύρωσης, λόγω υπέρβασης εξουσίας, της από 30-1-2020 οριστικής Διαιτητικής απόφασης του ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου. Επομένως, πιθανολογείται ότι η εν λόγω αγωγή του αιτούντος, Ελληνικού Δημοσίου, κατά της καθ’ ης η αίτηση, αναδόχου, παραχωρησιούχου της ανωτέρω ΣΠ, για την ακύρωση, λόγω υπέρβασης εξουσίας, της ως άνω Διαιτητικής απόφασης είναι εμπροθέσμως ασκηθείσα, παραδεκτή, ορισμένη, και νόμιμη (άρθρα 897 εδ. 4, και 899 παρ. 1-2 του Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, πιθανολογείται ότι, στην Αθήνα, στις 24-7-2007, μεταξύ των διαδίκων, υπό τις προαναφερθείσες ιδιότητές τους, συνάφθηκε Σύμβαση Παραχώρησης (ΣΠ), που κυρώθηκε με το Ν. 3621/2007 (Φ.Ε.Κ. Α' 279), και από 29-1-2013, τροποποιήθηκε, κατ’ άρθρο 4 του Ν. 4219/2013 (Φ.Ε.Κ. Α' 269), «Κύρωση των Συμφωνιών Τροποποίησης των συμβάσεων παραχώρησης των μεγάλων οδικών έργων και ρύθμιση συναφών θεμάτων», δυνάμει της οποίας η καθ’ ης η αίτηση, ως άνω ανώνυμη εταιρεία, ανέλαβε, ως ανάδοχος, παραχωρησιούχος, έναντι του εργοδότη, κυρίου δε του έργου, αιτούντος, Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπούμενου, το πιο πάνω αναφερόμενο έργο. Εν συνεχεία, στις 25-7-2016, μεταξύ των διαδίκων, υπό τις ως άνω ιδιότητές τους, στο πλαίσιο της εν λόγω ΣΠ, συνάφθηκε η Συμφωνία Έγκαιρης Ολοκλήρωσης του Έργου ( εφεξής ΣΕΟΕ), με σκοπό, την υλοποίηση του Χρονοδιαγράμματος Εφαρμογής Περιόδου Μελετών-Κατασκευών (εφεξής ΧΕΠΚΜ Στόχου ή ΧΕΠΜΚ), και εξασφάλιση της λειτουργικής ολοκλήρωσης του αυτοκινητοδρόμου Κορίνθου-Πατρών, μέχρι τις 31-3-2017, όπως ορίζονταν στη συμφωνία, και για την πλήρη ολοκλήρωση των κατασκευών, οι οποίες προβλέπονταν στο Τίμημα Μελετών-Κατασκευών, με την έκδοση των Βεβαιώσεων Περάτωσης Εργασιών (ΒΠΕΑΤΠ και ΒΠΕΤ1) της 6ης Αποκλειστικής Τμηματικής Προθεσμίας, και της συνολικής Προθεσμίας Περιόδου ΜελετώνΚατασκευών (Περίοδος ΤΙ), μέχρι 30-6-2017, και 31-8-2017 αντιστοίχως, προθεσμίες, οι οποίες αποτελούσαν και εθνικό στόχο πρωταρχικής σημασίας. Με την ΣΕΟΕ, και τα Παραρτήματά της, προσδιορίστηκαν, μεταξύ άλλων το είδος των αποζημιώσεων, που οφείλονταν στον κατασκευαστή, τα ανώτατα όρια των αποζημιώσεων αυτών, και ο τρόπος καταβολής τους από το αιτούν, Ελληνικό Δημόσιο. Σύμφωνα δε, με τους ορισμούς των διατάξεων της ΣΠ: «3.1 Ορισμοί: Οι όροι που χρησιμοποιούνται στην παρούσα Σύμβαση έχουν την έννοια που παρατίθεται παραπλεύρως τους, εκτός αν άλλως ορίζεται στην παρούσα. 3.1.36 "Διαφορά" είναι κάθε διαφορά, διαφωνία ή αμφισβήτηση μεταξύ των Συμβαλλομένων Μερών που προκύπτει από ή σχετίζεται με την εφαρμογή, την ερμηνεία ή το κύρος της παρούσας Σύμβασης, καθώς και από κάθε είδους πράξη ή παράλειψη του Ανεξάρτητου Μηχανικού. 3.1.40.A '"Έγγραφη Εκδήση Διαφοράς” σημαίνει τη λήψη από ένα Μέρος της έγγραφης γνωστοποίησης από το άλλο Μέρος ότι έχει εγερθεί Διαφορά την οποία προτίθεται να υποβάλει στη διαδικασία επίλυσης διαφορών σύμφωνα με το Άρθρο 33 της Σύμβασης Παραχώρησης. 3.1.118 "Τεχνικές Διαφορές" είναι όλες οι Διαφορές που αφορούν τεχνικά θέματα και, για όσες δεν ορίζεται ρητά στην παρούσα Σύμβαση ότι επιλύονται από την Επιτροπή Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών, σε περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των Μερών ή και αυτεπάγγελτα ορίζονται ως τέτοιες από την Επιτροπή Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών σύμφωνα με το Άρθρο 33.2.6 ή το Διαιτητικό Δικαστήριο σύμφωνα με το Άρθρο 33.3.2. Άρθρο 33. Επίλυση Διαφορών Άρθρο 33.1 Γενικά 33.1.5 Η προσφυγή στη διαδικασία της Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών ή της Διαιτησίας μπορεί να ασκηθεί μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο (2) μηνών από την Έγγραφη Εκδήλωση της Διαφοράς, εκτός από τις περιπτώσεις εκείνες για τις οποίες στο οικείο άρθρο της Σύμβασης Παραχώρησης ορίζεται βραχύτερη προθεσμία. Άρθρο 33.2 Επίλυση Τεχνικών Διαφορών 33.2.6 Η Επιτροπή Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών θα αποφασίσει, εντός προθεσμίας δεκατεσσάρων (14) ημερών από τον ορισμό του τρίτου Πραγματογνώμονα, αν και σε ποιο βαθμό η Διαφορά αποτελεί Τεχνική Διαφορά που θα επιλυθεί από την ίδια. Εάν η Επιτροπή Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών αποφασίσει ότι δεν πρόκειται για Τεχνική Διαφορά, θα γνωστοποιήσει άμεσα στα Μέρη την απόφασή της και στη συνέχεια εντός επτά (7) ημερών τα Μέρη μπορούν να προσφύγουν για το ζήτημα αυτό στη Διαιτησία. Η Διαιτητική Απόφαση επ’ αυτού θα είναι οριστική και δεσμευτική. Εάν πρόκειται για Τεχνική Διαφορά, τα Μέρη δικαιούνται να προσφύγουν στη Διαιτησία μόνο μετά την έκδοση του Πορίσματος και στο μέτρο που τούτο προβλέπεται στο Άρθρο 33.2.8. 33.2.8 Το Πόρισμα της Επιτροπής Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών, όσον αφορά το τεχνικό αντικείμενο της διαφοράς, είναι υποχρεωτικό για τα Μέρη. Για Τεχνικές Διαφορές με οικονομικές συνέπειες ή επιμερισμό της υπαιτιότητας ή επιμερισμό των δαπανών και σε περίπτωση μη αποδοχής του οικονομικού μέρους ή του επιμερισμού της υπαιτιότητας ή του επιμερισμού των δαπανών του Πορίσματος της Επιτροπής Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών από καθένα από τα συμβαλλόμενα Μέρη, το θίγόμενο Μέρος δικαιούται να προσφύγει στη διαδικασία της Διαιτησίας του παρόντος άρθρου με αίτημα την μεταρρύθμιση των οικονομικών συνεπειών ή του επιμερισμού της υπαιτιότητας, ή του επιμερισμού των δαπανών της διαδικασίας εντός τριάντα (30) ημερών από την έκδοση του προσβαλλόμενου Πορίσματος. Άρθρο 33.3 Διαιτησία (της ΣΠ) 33.3.1 Οποιαδήποτε Διαφορά που δεν είναι Τεχνική Διαφορά και οι Διαφορές του Άρθρου 33.1.2 (i), (ii) και (iii) θα επιλύονται από τη συμφωνούμενη με το παρόν άρθρο Διαιτησία, αποκλειόμενης κάθε άλλης δικαιοδοσίας. 33.3.2 Υπό την επιφύλαξη των ανωτέρω ρυθμίσεων περί Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών, κάθε Μέρος δικαιούται να παραπέμψει οποιαδήποτε διαφορά σε Διαιτησία. Εάν Διαφορά παραπεμφθεί σε Διαιτησία χωρίς να έχει προηγουμένως παραπεμφθεί στη διαδικασία Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών και ένα από τα Μέρη προβάλει τον ισχυρισμό ότι πρόκειται για Τεχνική Διαφορά, το Διαιτητικό Δικαστήριο αποφασίζει για την φύση της Διαφοράς εντός προθεσμίας είκοσι μίας (21) ημερών από την προβολή του ισχυρισμού και η απόφασή του είναι οριστική και δεσμευτική. Εάν με την απόφασή του αυτή ορίσει ότι πρόκειται για Τεχνική Διαφορά, τότε αυτή πρέπει να παραπεμφθεί από τα Μέρη στη διαδικασία Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών και δεν εξετάζεται από το Διαιτητικό Δικαστήριο παρά μόνον μετά την έκδοση του Πορίσματος και στο μέτρο που συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 33.2.8. Ο ισχυρισμός ενός Μέρους ότι η παραπεμφθείσα απ’ ευθείας στη Διαιτησία Διαφορά είναι Τεχνική Διαφορά, μπορεί να προβληθεί μόνο προ της κατάρτισης της περίληψης των αιτημάτων (terms of reference) του άρθρου 18 των Κανόνων Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου ή προ της αποφάσεως του Διαιτητικού Δικαστηρίου να προχωρήσει τη Διαιτητική διαδικασία παρόλο που ένα Μέρος ή ένα μέλος του Διαιτητικού Δικαστηρίου δεν έχει υπογράψει την περίληψη αιτημάτων (terms of reference). 33.3.3 Η διαδικασία της Διαιτησίας διέπεται από τους Κανόνες Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου με την επιφύλαξη των παρεκκλίσεων που συμφωνούνται με το παρόν Άρθρο και το Άρθρο 25.2.9, οι οποίες κατισχύουν των Κανόνων Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου. Οποιαδήποτε αναφορά των Κανόνων Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου στο «Δικαστήριο» ή στη «Γραμματεία του Δικαστηρίου» θα νοείται ως αναφορά στο Διαιτητικό Δικαστήριο. Το Διαιτητικό Δικαστήριο εφαρμόζει υποχρεωτικά του όρους της παρούσας Σύμβασης και τις ουσιαστικές διατάξεις του Ελληνικού Δικαίου. 33.3.9 Η Διαιτητική Απόφαση είναι οριστική και αμετάκλητη και δεν υπόκειται σε κανένα τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο, αποτελεί δε τίτλο εκτελεστό χωρίς να χρειάζεται να κηρυχθεί αυτό από τα τακτικά Δικαστήρια και τα Μέρη δεσμεύονται να συμμορφωθούν αμέσως με τους όρους της. Το άρθρο 27 των Κανόνων Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου δεν εφαρμόζεται κατά την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης». Περαιτέρω πιθανολογείται ότι, η επίμαχη, μεταξύ των διαδίκων ΣΠ, περιέχει διαιτητική συμφωνία επίλυσης των μεταξύ των μερών της ΣΠ, μη Τεχνικών Διαφορών, από Διαιτητικό Δικαστήριο, σύμφωνα με τους Κανόνες Διαιτησίας του Διεθνούς Εμπορικού Επιμελητηρίου, κατ’ εφαρμογή των κανόνων του ελληνικού ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι στο πλαίσιο της ΣΕΟΕ, και για την επίτευξη των ως άνω ημερομηνιών/στόχων της, συμφωνήθηκαν, μεταξύ των μερών της ΣΠ, τα ποσά αποζημίωσης του Κατασκευαστή στο συνολικό ποσό των 105.793.817 €, και αναλύθηκαν στο Παράρτημα 6 της ΣΕΟΕ. Τα διάφορα επιμέρους ποσά έπρεπε να καταβληθούν, κατά τους χρόνους, που περιγράφονται στις διατάξεις του άρθρου 9.1.1 και 9.1.2 της ΣΕΟΕ. Περαιτέρω, το άρθρο 9.4 της ΣΕΟΕ ρητά προβλέπει την υποχρέωση καταβολής τόκων υπερημερίας από το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο, στην περίπτωση, που δεν προβεί σε κάποια από τις προβλεπόμενες καταβολές, η οποία τοκογονία αρχίζει από την παρέλευση 30 ημερών από της υποβολής της εκάστοτε σχετικής Πιστοποίησης της εναγομένης παραχωρησιούχου, στο ενάγον Ελληνικό Δημόσιο (δήλη ημέρα καταβολής), των τόκων υπολογιζόμενων, κατά την παρ. 1.2 της από 29-11-2013 Συμπληρωματικής Συμφωνίας επί τη βάσει του επιτοκίου αναφοράς, που προβλέπεται ειδικότερα στους ορισμούς της ΣΠ, άρθρο 3.1.54. Μέχρι το Μάρτιο του 2017, η εναγομένη, παραχωρησιούχος, είχε υποβάλλει στο ενάγον, Ελληνικό Δημόσιο, πιστοποιήσεις για την πληρωμή πιστοποιημένων από τον Ανεξάρτητο Μηχανικό (AM) αποζημιώσεων συνολικού ποσού 107.301.182 €. Έναντι των πιστοποιήσεων αυτών της παραχωρησιούχο εναγομένης, το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο, που βάσει της ΣΕΟΕ υποχρεούνταν να καταβάλλει ακριβόχρονα όλα τα πιστοποιημένα από τον AM ποσά έως το συμφωνημένο όριο αποζημιώσεων των 105.793.817 €, είχε καταβάλλει το συνολικό ποσό των 62.915.531 €, παρακρατώντας αντισυμβατικά πιστοποιημένα ποσά από τον AM, ύψους (105.793.817-62.915.531=) 42.878.286 €. Περαιτέρω, το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο, με το υπ’ αριθ. ... έγγραφό του, γνωστοποίησε στην εναγομένη, παραχωρησιούχο, διαφορά, εξ αιτίας της πιστοποίησης από τον AM, ποσού αποζημίωσης 107.301.182 €, δηλαδή ποσού, που υπερέβαινε το ανώτατο αποδεκτό από το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο ποσό των 105.793.817 €. Σε απάντηση τούτου η ήδη εναγομένη, ως παραχωρησιούχος, με την από 15-5-2017 αίτησή της προσέφυγε στη Διαδικασία της ΕΕΤΔ, κατά το άρθρο 33.2 της ΣΠ. Επί της ως άνω αίτησης της εναγομένης, παραχωρησιούχου, η ΕΕΤΔ, δυνάμει της από 28-7-2017, αποφάσεώς της (πορίσματος), απεφάνθη ότι: «Α. Οι μέχρι την από 15-5-2017 προσφυγή της εναγομένης, παραχωρησιούχου, εκδοθείσες από τον AM πιστοποιήσεις είναι συμβατικά ισχυρές. Το επί πλέον του ποσού των 105.793.817 € πιστοποιημένο από τον AM ποσό των 501.956 €, έπρεπε και αυτό να καταβληθεί στην παραχωρησιούχο. Γ. Εφόσον και οι μελλοντικές πιστοποιήσεις του AM, μέχρι εξαντλήσεως της περιόδου αποζημιώσεων (31-8-2017), εξακολουθούν να πληρούν τα ανωτέρω κριτήρια της ΣΕΟΕ, και πρέπει να αποζημιώνονται από το Δημόσιο, έως του ποσού των 30.000.000 € πέραν του ποσού των 105.793.817 €. Δ. Το ποσό των 30.000.000 €, το οποίο έχει συμφωνηθεί στη ΣΕΟΕ θεωρεί η Επιτροπή ως το ανώτατο όριο που δύναται το Δημόσιο να αποζημιώσει την παραχωρησιούχο, πέραν του ποσού των 105.793.817 €, και επομένως, κάθε πιστοποίηση του AM, μετά τη συμπλήρωση αυτού του ποσού της αποζημίωσης (135.793.817 €, περιλαμβανομένων και των όποιων ποσών αμοιβής των ΕΕΤΔ) δεν θα πρέπει να εξετάζεται από την Υπηρεσία.» Εν τω μεταξύ, πριν από την έκδοση του πορίσματος της ΕΕΤΔ, το αιτούν, Ελληνικό Δημόσιο, στις 6-7-2017, κατέβαλε στην καθ’ ης η αίτηση παραχωρησιούχο, το συνολικό ποσόν των 14.000.000 €. Από αυτό, ποσό 9.000.000 € αφορούσε και καταλογίστηκε σε μέρος της από τον AM πιστοποιημένης αποζημίωσης, για τις Χρονικά Εξαρτημένες Δαπάνες (TRC) του 1ου τριμήνου του έτους 2017, που δεν σχετίζεται με την επίμαχη απαίτηση τόκων υπερημερίας, αφού η συγκεκριμένη αποζημίωση είναι πέραν του συμφωνημένου ορίου των 105.793.817 €, και επομένως, για αυτήν δεν υπάρχει θέμα καταβολής τόκων υπερημερίας. Το υπόλοιπο, όμως, ποσό των 5.000.000 €, αφορούσε και καταλογίστηκε σε μέρος των παρακρατουμένων από το ενάγον Ελληνικό Δημόσιο αποζημιώσεων, για τα TRC 1ου , 2ου , 3ου, και 4ου τριμήνου του έτους 2016, χωρίς όμως να διευκρινίζεται η κατανομή του συνολικού ποσού ανά τρίμηνο. Μετά την έκδοση της ανωτέρω, από 28-7-2017, αποφάσεως (πορίσματος) της ΕΕΤΔ, το αιτούν, Ελληνικό Δημόσιο, συμμορφούμενο με αυτή, προέβη σε καταβολές επιμέρους κονδυλίων, μέχρις εξοφλήσεως του συνολικού ποσού αποζημίωσης Κατασκευαστή του Παραρτήματος 6 της ΣΕΟΕ, ποσού 105.793.817 €. Περαιτέρω, ο Κατασκευαστής, με την υπ’ αριθ. πρωτ. ..../ από 27-11-2017 επιστολή του ζήτησε από την καθ’ ης η αίτηση, παραχωρησιούχο, να προβεί στις προβλεπόμενες προς το αιτούν, Ελληνικό Δημόσιο, ενέργειες, ώστε να του καταβληθούν οι δεδουλευμένοι τόκοι υπερημερίας, που οφείλονταν για το ποσό των 67.086.061 €, από το συνολικό ποσό κεφαλαίου των 105.793.817 €, των συμφωνημένων αποζημιώσεων Κατασκευαστή του Παραρτήματος 6 της ΣΕΟΕ, οι οποίοι τόκοι ανέρχονταν, έως την ημερομηνία εξόφλησης από το αιτούν, Ελληνικό Δημόσιο, ενός εκάστου επιμέρους κονδυλίου του οφειλομένου κεφαλαίου, στο ποσό των 1.015.334,98 €, επισυνάπτοντας σχετικό Πίνακα 1, με λεπτομερή ανάλυση των επιμέρους οφειλομένων ποσών. Επί της ως άνω επιστολής του Κατασκευαστή ..., ο παραχωρησιούχος, απέστειλε την υπ’ αριθ. πρωτ. .... επιστολή προς την Υπηρεσία με θέμα: «Αίτημα καταβολής τόκων για τις καθυστερούμενες καταβολές των αποζημιώσεων της Κ/Ξ δυνάμει της Σύμβασης Παραχώρησης», με την οποία ζήτησε από το αιτούν, Ελληνικό Δημόσιο, πλέον των ήδη καταβληθεισών από αυτό, κατά κεφάλαιο, συμφωνημένων αποζημιώσεων κατασκευαστή, ποσού 105.793.817 €, να καταβάλει και τους δεδουλευμένους τόκους υπερημερίας ποσού 1.015.334,98 €, που οφείλονται λόγω των καθυστερημένων καταβολών των εν λόγω αποζημιώσεων, σε σχέση με τα συνομολογηθέντα, κατ’ άρθρο 9.4 της ΣΕΟΕ. Εν συνεχεία, και μετά από χρονικό διάστημα επτά (7) και πλέον μηνών το αιτούν, Ελληνικό Δημόσιο, απάντησε στην ως άνω επιστολή της καθ’ ης η αίτηση, παραχωρησιούχου, με την υπ’ αριθ. πρωτ. ... επιστολή του, με θέμα: «Υπολογισμός τόκων επί των καθυστερημένων πληρωμών των αποζημιώσεων Κατασκευαστή της Συμφωνίας για την Έγκαιρη Ολοκλήρωση του Έργου», με την οποία αρνήθηκε να καταβάλει τους, κατά τα προαναφερόμενα, οφειλόμενους τόκους υπερημερίας. Μετά ταύτα, η καθ’ ης η αίτηση, παραχωρησιούχος, εύλογα πλέον θεώρησε δε, ότι το αιτούν, Ελληνικό Δημόσιο, αρνείται να προβεί σε καταβολή του οφειλόμενου, κατά τα ανωτέρω, ποσού τόκων, κατά παράβαση των συμβατικών του δεσμεύσεων, και ότι πλέον υπήρχε Διαφορά, κατά την έννοια της ΣΠ, ως προς την επίδικη απαίτηση. Για το λόγο δε αυτό, η καθ’ ης η αίτηση, παραχωρησιούχος, σώρευσε την αξίωσή της αυτή στην υπ’ αριθ. .... επιστολή, που απέστειλε προς το αιτούν, Ελληνικό Δημόσιο, η οποία υπήρξε η Έγγραφη Εκδήλωση της Διαφοράς, σε σχέση και με την ως άνω αξίωση, κατά την έννοια της ΣΠ, καθώς και της Σύμβασης Διαιτησίας, με την οποία και γνωστοποίησε στο αιτούν, Ελληνικό Δημόσιο, ότι επρόκειτο να προσφύγει στη διαιτητική διαδικασία, και ως προς την εν λόγω απαίτηση. Η ανωτέρω, δε από 10-10-2018, επιστολή της καθ’ ης η αίτηση, παραχωρησιούχου, περιήλθε στο αιτούν, Ελληνικό Δημόσιο, αυθημερόν, όταν κατατέθηκε, λαμβάνοντας αριθμό πρωτοκόλλου Β/ .... Ακολούθως, στις 5-12-2018, η καθ’ ης η αίτηση, παραχωρησιούχος, υπέβαλε εναντίον του αιτούντος, Ελληνικού Δημοσίου, αίτησή της διενέργειας διαιτησίας στην οποία σωρεύτηκε, ως 2°, το αίτημα καταβολής δεδουλευμένων τόκων υπερημερίας, από το αιτούν, Ελληνικό Δημόσιο. επί της αιτήσεως δε, αυτής, της καθ’ ης η αίτηση, παραχωρησιούχου, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, από 30-1-2020 οριστική απόφαση του ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου, που δέχθηκε την ύπαρξη διαιτητικής δικαιοδοσίας του, για την αναφερόμενη στην από 5-12-2018 αίτηση της καθ’ ης η αίτηση, παραχωρησιούχου, για διενέργεια διαιτησίας κατά του αιτούντος, Ελληνικού Δημοσίου, σωρευόμενη, αξίωσή της, η οποία τελικά κρίθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη, από το ως άνω Διαιτητικό Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη από 30-1-2020 απόφασή του. Όμως, αυτός ο ισχυρισμός του αιτούντος, Ελληνικού Δημοσίου, περί ελλείψεως δικαιοδοσίας του ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου, για τη δεύτερη, σωρευόμενη στην ως άνω αίτηση διενέργειας διαιτησίας, αξίωση της παραχωρησιούχου, καθ’ ης η αίτηση, για την καταβολή τόκων υπερημερίας, επί του ποσού των 105.793.817 €, λόγω σιωπηρής, αμετάκλητης απόρριψης του επίμαχου αιτήματος από την Επιτροπή Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών (ΕΕΤΔ), ως απαραδέκτου, με το από 28-7-2017 απόφαση (πόρισμά) της, την οποία, όπως δε ισχυρίζεται το αιτούν, Ελληνικό Δημόσιο, αποδέχθηκε η καθ’ ης η αίτηση, παραχωρησιούχος, και δεν προσέβαλε το ως άνω πόρισμα εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών, που προβλέπει το άρθρο 33.2. 8 της ΣΠ, δεν πιθανολογείται, ως ουσιαστικά βάσιμος, δεδομένου ότι η Επιτροπή Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών (ΕΕΤΔ) έχει αρμοδιότητα μόνο για τεχνικά θέματα, και δεν μπορεί να επιλύει νομικά ζητήματα (ΑΠ 1361/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), όπως προκύπτει άλλωστε αυτό, και από τη διάταξη του εδ. β' του άρθρου 33.2.8 της ΣΠ, κατά το οποίο, αν οι τεχνικές διαφορές συνδέονται «με οικονομικές συνέπειες, ή επιμερισμό της υπαιτιότητας ή επιμερισμό των δαπανών», δηλαδή συνέπειες, που απαιτούν νομική εκτίμηση, το θιγόμενο μέρος δικαιούται να προσφύγει στη Διαιτησία εντός τριάντα (30) ημερών από την έκδοση του πορίσματος της Επιτροπής, για την επίλυση του ζητήματος των συνεπειών αυτών. Το ζήτημα, όμως, όσον αφορά το αν και από πότε ο οφειλέτης, περιήλθε σε υπερημερία απαιτεί επίλυση νομικών θεμάτων, όπως για το πότε επέρχεται το ληξιπρόθεσμο και απαιτητό της απαίτησης, και για το αν υπήρξε όχληση ή δήλη ημέρα, με την έννοια του νόμου (άρθρα 340-341 του Α.Κ.), για το αν τεκμαίρεται υπαιτιότητα για την καθυστέρηση, και αν το τυχόν προβλεπόμενο τεκμήριο είναι μαχητό ή αμάχητο, και στην πρώτη περίπτωση, αν ανετράπη το τεκμήριο (άρθρο 342 του Α.Κ.). Τα πέραν πάσης αμφιβολίας και αποκλειστικά, νομικά αυτά ζητήματα, δεν είχε δικαιοδοσία, ούτε και υλική αρμοδιότητα να επιλύσει η ΕΕΤΔ και ορθώς δεν τα επέλυσε. Δεν ασχολήθηκε καθόλου με το ένδικο, σωρευόμενο, αίτημα της αιτούσας, ως παραχωρησιούχου, καθ’ ης η αίτηση, η ΕΕΤΔ, αγνοώντας το παρεπόμενο αυτό αίτημα της παραχωρησιούχου, καθ’ ης αίτηση, η οποία εσφαλμένα περιέλαβε στην αίτησή της, προς την ΕΕΤΔ. Η σιωπή της Επιτροπής, όσον αφορά την επίμαχη αξίωση της καθ’ ης η αίτηση, παραχωρησιούχου, έχει ως αιτία της, την επίγνωση της ΕΕΤΔ , όσον αφορά το αποκλειστικά νομικού χαρακτήρα του ζητήματος της εν λόγω αξίωσης της καθ’ ης η αίτηση, παραχωρησιούχου. Εξάλλου, αν έκρινε η ΕΕΤΔ, ότι είχε αυτή τη δικαιοδοσία και την υλική αρμοδιότητα, για το ζήτημα του σωρευόμενου ως άνω δεύτερου αιτήματος της προαναφερόμενης αίτησης προς την ΕΕΤΔ της ήδη καθ’ ης η αίτηση, παραχωρησιούχου, στην περίπτωση αυτή, θα έπρεπε η απόρριψη του εν λόγω αιτήματος της τελευταίας να έχει γίνει, και θα είχε γίνει από την ΕΕΤΔ, με ρητή, και αιτιολογημένη της κρίση, και όχι σιωπηρώς. Άλλωστε, δε, η μη επιδίκαση τόκων από την ΕΕΤΔ, σε καμία περίπτωση, δεν σημαίνει σιωπηρή απόρριψη του εν λόγω αιτήματος της παραχωρησιούχου, καθ’ ης η ένδικη αίτηση, καθόσον η ΕΕΤΔ στο από 28-7-2017 πόρισμά της αφενός πιστοποίησε την οφειλή αυτή του αιτούντος, Ελληνικού Δημοσίου, ποσού 105.793.817 €, αφετέρου δε, αποφάνθηκε ότι υπήρχαν καθυστερήσεις του αιτούντος, Ελληνικού Δημοσίου, για την καταβολή επί μέρους κονδυλίων. Εξάλλου, η υποχρέωση για την καταβολή τόκων, επί χρηματικής οφειλής, δεν εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της ΕΕΤΔ, αλλά απορρέει από τον ίδιο το νόμο, και συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 345 του Α.Κ, εφόσον δε, συντρέχει υπερημερία. Ως εκ τούτου, δε, αν η ΕΕΤΔ έκρινε ότι έπρεπε, να απορρίψει το επίμαχο αίτημα της καθ’ ης η αίτηση, παραχωρησιούχου, για καταβολή σε αυτήν τόκων υπερημερίας, για συγκεκριμένους λόγους, τότε θα αιτιολογούσε η ΕΕΤΔ ρητώς την απορριπτική της αυτή γνώμη, πράγμα, που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση. Επομένως, αποκλείεται η υπόθεση, ότι η ΕΕΤΔ απέρριψε σιωπηρά την αίτηση της αιτούσας, παραχωρησιούχου, για καταβολή τόκων. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει καμία δέσμευση, για τους τόκους, από το πόρισμα της ΕΕΤΔ, και για το λόγο αυτό, δεν τίθεται ζήτημα προσβολής του πορίσματος εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 33.2.8 της ΣΠ, από την καθ’ ης η αίτηση, παραχωρησιούχο. Άλλωστε, μόνον, αν η ΕΕΤΔ είχε ασχοληθεί με το θέμα, και είχε εκφέρει κρίση γι’ αυτό, το τυχόν θιγόμενο μέρος, θα είχε λόγο να προσβάλει το πόρισμα. Τα διάδικα μέρη συμφώνησαν και αποδέχθηκαν τα τεχνικά ζητήματα, τα οποία έλυσε το πόρισμα. Για το μη επιλυθέν, νομικό ζήτημα των τόκων υπερημερίας η καθ’ ης η αίτηση, παραχωρησιούχος είχε το δικαίωμα προσφυγής σε διαιτησία, όπως και πράγματι έπραξε αυτή. Συνεπώς, το ως άνω Διαιτητικό Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να εκδικάσει το αίτημα της καθ’ ης η αίτηση, παραχωρησιούχου της ως άνω ΣΠ, για καταβολή τόκων υπερημερίας, για τις καθυστερήσεις καταβολής των αποζημιώσεων του Κατασκευαστή, και συνεπακόλουθα, δεν πιθανολογείται η ουσιαστική βασιμότητα, των περί του αντιθέτου σχετικών ισχυρισμών του αιτούντος, Ελληνικού Δημοσίου. Επίσης, δεν πιθανολογείται, ως ουσιαστικά βάσιμος, ο ισχυρισμός του αιτούντος, Ελληνικού Δημοσίου, ότι, με την αίτηση της παραχωρησιούχου, στις 15-5-2017, ήδη καθ’ ης η ένδικη αίτηση αναστολής εκτέλεσης, προς την ΕΕΤΔ, για διενέργεια Διαδικασίας Επίλυσης Τεχνικών Διαφορών, προέκυψε Έγγραφη Εκδήλωση Διαφοράς και άρχισε να τρέχει η δίμηνη προθεσμία του άρθρου 33.1.5 της ΣΠ, και άρα, όφειλε, κατά τον ισχυρισμό του αιτούντος, Ελληνικού Δημοσίου, η εναγομένη, παραχωρησιούχος, ήδη καθ’ ης η αίτηση, αν η ΕΕΤΔ δεν είχε αρμοδιότητα για το θέμα των τόκων, να προσφύγει στο Διαιτητικό Δικαστήριο, εντός δε της προθεσμίας αυτής, δηλαδή έως τις 15-7-2017, πράγμα, το οποίο η ήδη καθ’ ης η αίτηση, παραχωρησιούχος, δεν έπραξε, με αποτέλεσμα να χάσει το δικαίωμα προσφυγής σε διαιτησία, για το εν λόγω ζήτημα, αφού η προθεσμία αυτή, δεν είναι δυνατόν να γεννηθεί εκ νέου, στις 10-10-2018, ημερομηνία που πράγματι υπήρξε εκ μέρους της ως άνω παραχωρησιούχου, Έγγραφη Εκδήλωση Διαφοράς. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός του αιτούντος, Ελληνικού Δημοσίου, δεν πιθανολογείται, ως ουσιαστικά βάσιμος, διότι η από 15-7-2017 αίτηση της καθ’ ης η ένδικη αίτηση αναστολής εκτέλεσης Διαιτητικής απόφασης, δεν ήταν Έγγραφη Εκδήλωση Διαφοράς (ΕΕΔ) του άρθρου 33.1.5 της εν λόγω ΣΠ, δηλαδή δήλωση έγερσης διαφοράς, και ότι η ήδη καθ’ η αίτηση, παραχωρησιούχος, θα προσέφευγε στην ΕΕΤΔ, ή σε Διαιτητικό Δικαστήριο, αλλά ότι ήταν η ίδια η προσφυγή στην ΕΕΤΔ. Εξάλλου, αν ήταν ΕΕΔ, θα επρόκειτο, για προσφυγή στην ΕΕΤΔ, και όχι σε Διαιτητικό Δικαστήριο. Εν πάση περατώσει, η αίτηση, στις 15-7-2017, της παραχωρησιούχου, καθ’ ης αίτηση, εταιρείας, δεν έχει σχέση με προσφυγή σε Διαιτητικό Δικαστήριο, δεδομένου ότι οι διαδικασίες ενώπιον της ΕΕΤΔ, αφενός, και η διαδικασία ενώπιον του ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου αφετέρου, είναι χωριστές, και δεν ξεκινούν μαζί. Πρώτη, δε, ΕΕΔ, για προσφυγή στο ως άνω Διαιτητικό Δικαστήριο, όσον προς το συγκεκριμένο θέμα της απαίτησης τόκων υπερημερίας της παραχωρησιούχου, καθ’ ης η υπό κρίση αίτηση, ήταν από την τελευταία, στις 10-10-2018, οπότε και άρχισε η δίμηνη προθεσμία, που τηρήθηκε, καθόσον η προσφυγή της παραχωρησιούχου, καθ’ ης η ένδικη αίτηση, στο ως άνω Διαιτητικό Δικαστήριο, έλαβε χώρα στις 5-12-2018, και συνεπώς, είναι εμπρόθεσμη η προσφυγή της παραχωρησιούχου, καθ’ ης η ένδικη αίτηση, στη διαιτησία της ΣΠ. Επειδή, ενόψει όλων των ανωτέρω πιθανολογηθέντων πραγματικών περιστατικών, που δεν αμφισβητούνται βάσιμα, με έγγραφα, ή μάρτυρες, από τους διαδίκους, δεν πιθανολογείται ότι θα ευδοκιμήσει η εκκρεμής ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ανωτέρω αγωγή του αιτούντος, Ελληνικού Δημοσίου, για την ακύρωση, λόγω δε υπέρβασης εξουσίας, της προσβαλλόμενης, από 30-1-2020, Διαιτητικής αποφάσεως του ως άνω Διαιτητικού Δικαστηρίου, αλλά, ούτε και κίνδυνος βλάβης του αιτούντος, Ελληνικού Δημοσίου, από την εναντίον του εκτέλεση της προσβαλλόμενης Διαιτητικής απόφασης πιθανολογείται, καθόσον η καθ’ ης η αίτηση, ανώνυμη εταιρεία, είναι οικονομικά εύρωστη, ώστε να μην υφίσταται τυχόν ενδεχόμενο αδυναμίας επαναφοράς των πραγμάτων, σε περίπτωση ευδοκίμησης της ως άνω αγωγής ακύρωσης της προσβαλλόμενης Διαιτητικής απόφασης. Επομένως, βάσει όσων εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η υπό κρίση αίτηση, πρέπει να απορριφθεί, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, και κατόπιν νομίμου αιτήματος της καθ’ ης η αίτηση (άρθρα 176, και 191 παρ. 2 του Κ,Πολ.Δ.), να επιβληθούν σε βάρος του ηττηθέντος αιτούντος, Ελληνικού Δημοσίου, τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης η αίτηση, υπολογιζόμενα, όμως, μειωμένα, κατά την αμφιμερούς εφαρμογής διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Κ.Πολ.Δ., κατ’ άρθρο 52 αριθ. 18 του Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987, εκδοθείσα υπ’ αριθ. 134423/8-12-1992 (Φ.Ε.Κ. Β' 11/201-1993), κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΑΠ 40/ /2013, ΑΠ 1258/2005, ΕφΑΘ 2281/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 4142/2005 ΕλλΔ/νη 2005/1537, ΕφΑΘ 10676/1998 Αρμ 2000/200), όπως δε, ειδικότερα, προσδιορίζονται στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

Απορρίπτει την αίτηση, αναστολής εκτέλεσης της από 30-1-2020 απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Σύμβασης Παραχώρησης του έργου: «Μελέτη-Κατασκευή-Χρηματοδότηση-Λειτουργία-Συντήρηση και Εκμετάλλευση του Αυτοκινητόδρομου ...», που κυρώθηκε με τους Ν. 3621/2007, και 4219/2013.

Επιβάλλει σε βάρος του αιτούντος, Ελληνικού Δημοσίου, τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης η αίτηση, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) €.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 23 Φεβρουαρίου 2021, και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων, των πληρεξούσιων Δικηγόρων της καθ’ ης η αίτηση, και του πληρεξούσιου Παρέδρου του Ν.Σ.Κ., του αιτούντος, Ελληνικού Δημοσίου, στις 26 Φεβρουαρίου 2021.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ