ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 1088/2021
Συγκροτήθηκε από τις Δικαστές Παρασκευή Καρκατζούνη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Χριστίνα Ροΰτη, Πρωτόδικη και Μαρία Τσακίρη, ΠρωτοδίκηΕισηγήτρια, και από τη Γραμματέα Φρειδερίκη Τσόκαρα.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20-1-2021, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) C. του P., φέρουσας Α.Φ.Μ. ....., και 2) Β. του Ε., φέροντος Α.Φ.Μ. ...., αμφότερων κατοίκων .... Αττικής, επί της οδού ... αρ. ...., οι οποίοι κατέθεσαν κοινές προτάσεις διά των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, Δημήτριου Γίτσα (Α.Μ. ΔΣΑ ...), Γεώργιου Κοπανάκη (Α.Μ. ΔΣΑ ...) και Ιωάννη Δεληκωστόπουλου (Α.Μ. ΔΣΑ ....), χωρίς να παρασταθούν στο Δικαστήριο μετά ή διά πληρεξούσιου δικηγόρου.
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ε. του Κ., φέρουσας Α.Φ.Μ. ..., κατοίκου .... Αττικής, επί της οδού ..... αρ. ...., η οποία κατέθεσε προτάσεις διά του πληρεξούσιου δικηγόρου της, Θεόδωρου Ζέρβα (Α.Μ. ΔΣΘ ....), χωρίς να παρασταθεί στο Δικαστήριο μετά ή διά πληρεξούσιου δικηγόρου.
Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 30-7-2020 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ..../..../2020, προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι, για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται η επιδίκαση αποζημίωσης για διαφυγόν κέρδος, αρκεί να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής όλα εκείνα τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε από την επαγγελματική του δραστηριότητα, με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το ζητούμενο με την αγωγή του ποσό αποζημίωσης, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται και ότι δεν εξοικονομήθηκε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται η τυχόν εξοικονομηθείσα, διότι ο προσδιορισμός και η αφαίρεση της τυχόν εξοικονομηθεισας δαπανης, μπορεί να γίνει με βάση τις αποδείξεις, ύστερα από πρόταση του εναγόμενου ή και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Επομένως, δεν απαιτείται να αναφέρονται στην αγωγή τα καθαρά κέρδη. Όμως, τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους, με βάση την κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις, όπως και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα, πρέπει, κατά το άρθρο 216 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή. Δεν αρκεί η απλή επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε η αναφορά του συνολικά φερόμενου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος, ως προς τα επιμέρους κονδύλια και η επίκληση των κονδυλίων αυτών (Ολ. ΑΠ 22/1995, Ολ. ΑΠ 20/1992, ΑΠ / 1043/2015, ΑΠ 4/2015, ΑΠ 832/2015, ΑΠ 165/2015, ΤΝΠ Νόμος). Επιπλέον, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις των άρθρων 297 και 298 ΑΚ, προκύπτει ότι δεν αποκαθίσταται όλη η ζημία που προβάλλει ο ζημιωθείς, αλλά μόνο αυτή που τελεί σε σχέση αιτίου και αιτιατού προς την υπαίτια παράβαση της σύμβασης, δηλαδή κατά την επικρατούσα στην ελληνική νομολογία και επιστήμη θεωρία της αιτιώδους συνάφειας (causa adequata), αποκαθίσταται εκείνη η ζημία, την οποία, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, η υπαίτια παράβαση κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν μόνη της ικανή και μπορούσε κατ' αντικειμενική εκτίμηση να επιφέρει (Ολ. ΑΠ 8/2018, ΑΠ 218/2018, ΠΠρΑθ 3/2021, ΤΝΠ ‘Νόμος’).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες εκθέτουν με την κρινόμενη αγωγή τους ότι η εναγομένη είχε αναπτύξει, από κοινού με τον σύζυγο της και μη διάδικο στην προκειμένη δίκη, Ι. , μία τεχνογνωσία παραγωγής εξατομικευμένων προϊόντων ευεξίας-αντιγήρανσης, βελτίωσης αθλητικών επιδόσεων, ελέγχου διαχείρισης βάρους, πρόληψης και αντιμετώπισης εν γένει ιατρικών προβλημάτων, δυνάμει ατομικών εξετάσεων δειγμάτων του ανθρώπινου γονιδιώματος, επιθυμούσαν, δε, αμφότεροι, να παράγουν τα σχετικά προϊόντα και να τα θέσουν προς πώληση στο ευρύ καταναλωτικό κοινό, χωρίς, ωστόσο, να διαθέτουν το αναγκαίο κεφάλαιο χρηματοδότησης της επιχειρηματικής τους ιδέας. ’Οτι, για τον λόγο αυτό, ενόψει του γεγονότος ότι η δεύτερη των εναγόντων κατείχε το σχετικώς αναγκαίο οικονομικό κεφάλαιο, οι ίδιοι οι ενάγοντες συνέστησαν, από κοινού με την εναγομένη και τον προαναφερόμενο σύζυγό της, δυνάμει της υπ' αρ. .../22-1-2019 πράξης του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Θ. Α., την ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την επωνυμία «...... Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία», εδρεύουσα στη ..... Αττικής, κατέχοντας, έκαστος εξ αυτών, ποσοστό 25% επί του συνόλου του μετοχικού κεφαλαίου αυτής, όρισαν, δε, την εναγομένη ως καταστατική διαχειρίστρια της εν λόγω εταιρίας. Ότι, μεταξύ των εταίρων, συμφωνήθηκε, προφορικά, να διατεθεί η πρώτη παρτίδα των προς πώληση παραγόμενων εκ μέρους της ως άνω ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας προϊόντων και υπηρεσιών στην ελληνική αγορά, διά της ελληνικής ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία «....... IKE» ανήκουσας εξ ολοκλήρου στον υιό της εναγόμενης, Μ., στην κυπριακή αγορά, διά της κυπριακής εταιρίας με την επωνυμία «...... Cy», που ανήκε εξ ολόκληρου στην εναγομένη, ενώ για τη διάθεση των παραγόμενων προϊόντων στη γερμανική αγορά, οι εταίροι συνέστησαν, το έτος 2019, τη γερμανική εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «........», στην οποία ο πρώτος και η δεύτερη εκ των εναγόντων κατείχαν ποσοστό 40% εξ αδιαιρέτου ο καθένας, ενώ η εναγομένη και ο ανωτέρω σύζυγος αυτής κατείχαν ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου ο καθένας. ’Οτι, ενόψει του γεγονότος ότι οι συσκευασίες και οι φιάλες της πρώτης παρτίδας των προς πώληση παραγόμενων προϊόντων επρόκειτο να εισαχθούν από την Κίνα, έτσι ώστε η νεοσυσταθείσα παραγωγός των προϊόντων ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία να κινδυνεύει να επιβαρυνθεί με εισαγωγικούς δασμούς και φόρο προστιθέμενης αξίας, οι ενάγοντες συμφώνησαν με τους λοιπούς εταίρους, προφορικά, να παραχθεί η πρώτη παρτίδα των ανωτέρω προϊόντων, καθώς και να διενεργηθούν οι ειδικότερα αναφερόμενες στο κρινόμενο δικόγραφο υπηρεσίες, αναγκαίες για την κυκλοφορία των προϊόντων αυτών στη γερμανική αγορά, από την κυπριακή εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «................», της οποίας μοναδικός εταίρος τύγχανε ο σύζυγος της εναγομένης, Ι. Κ., λόγω του χαμηλότερου φόρου προστιθέμενης αξίας και των χαμηλότερων εισαγωγικών δασμών της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ότι, κατόπιν σχετικής κοστολόγησης εκ μέρους της κυπριακής εταιρίας με την επωνυμία «................», η ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την επωνυμία «...... Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία» προκατέβαλε στην αμέσως προαναφερόμενη κυπριακή εταιρία το συνολικό ποσό των 663.940,00 ευρώ, για την παρασκευή της πρώτης παρτίδας προϊόντων, ήτοι την παραγωγή και συσκευασία χιλίων τεμαχίων από έκαστο των τριάντα πέντε (35) προϊόντων ευεξίας - αντιγήρανσης, την ανάπτυξη των φακέλων παραγωγής εβδομήντα δύο (72) βασικών φορμουλών παρασκευής συμπληρωμάτων διατροφής και αλοιφών, και την παραγωγή πέντε χιλιάδων (5.000) συσκευασιών εργαλείων δειγματοληψίας ανθρώπινου γονιδιώματος, καθώς και για την εκτέλεση των ειδικότερα αναφερόμενων στο κρινόμενο δικόγραφο υπηρεσιών. Ότι, παρά την προκαταβολή του προαναφερόμενου χρηματικού ποσού, η κυπριακή εταιρία με την επωνυμία «................» αρνήθηκε να παραδώσει τα προαναφερόμενα προϊόντα και υπηρεσίες στην ανωτέρω ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την επωνυμία «...... Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία», αξιώνοντας την καταβολή του επιπρόσθετου ποσού των 192.219,70 ευρώ, ισχυριζόμενη ότι η εναγομένη, υπό την ιδιότητά της ως καταστατική διαχειρίστρια της εταιρίας με την επωνυμία «...... Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία», είχε προβεί προφορικά σε πρόσθετες και συμπληρωματικές παραγγελίες ισόποσης αξίας, οι οποίες παρέμεναν ανεξόφλητες. Ότι, αναφορικά με τη συνεργασία μεταξύ της ελληνικής ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία «...... Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία» και της γερμανικής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «........», άπαντες οι εταίροι αμφότερων των εταιριών συμφώνησαν αρχικώς, προφορικά, την πώληση των παραγόμενων εκ μέρους της ελληνικής ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας προϊόντων προς την γερμανική εταιρία περιορισμένης ευθύνης, προκειμένου η τελευταία να τα διοχετεύσει ιδίω ονόματι, υπό τη μορφή σύμβασης αποκλειστικής διανομής, στη γερμανική αγορά, υπό τον όρο πίστωσης του σχετικού τιμήματος αγοραπωλησίας και εξόφλησης του τελευταίου, μετά την εκκαθάριση των σχετικών πωλήσεων και την επιστροφή στην ελληνική εταιρία παραγωγής των αδιάθετων προϊόντων. Ότι η εναγομένη, αντιτιθέμενη στο από 13-3-2020 σχέδιο σύμβασης, που της απέστειλε ηλεκτρονικά η γερμανική εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «........» και το οποίο ήταν εναρμονισμένο με την αμέσως προαναφερόμενη αρχική συμφωνία των εταίρων, απέστειλε προς τη γερμανική εταιρία, στις 30-3-2020, μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, παραλλάσσοντας τους όρους της αρχικής συμφωνίας, προτείνοντας, ως καταστατική διαχειρίστρια της ελληνικής ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία «...... Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία», τη συνεργασία μεταξύ της τελευταίας και της γερμανικής εταιρίας, υπό τους κάτωθι όρους, ήτοι: α) το τίμημα αγοραπωλησίας για την πρώτη παρτίδα των διατιθέμενων στη γερμανική αγορά προϊόντων να προκαταβληθεί εκ μέρους της γερμανικής εταιρίας, κατά ποσοστό 50%, β) το σχετικό τίμημα αγοραπωλησίας να αποπληρωθεί, στο σύνολό του, εντός τριμήνου από την παράδοση της σχετικής παρτίδας πωλούμενων προϊόντων, ανεξαρτήτως εκκαθάρισης των σχετικών πωλήσεων, και γ) να δεσμευθεί η γερμανική εταιρία σε ετήσια ελάχιστη παραγγελία 3.000,00 προϊόντων ανά είδος, αυξανόμενη ετησίως κατά ποσοστό 10%. Ότι η γερμανική εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «........», διά του γερμανού διαχειριστή της, αρνήθηκε, στις 2-4-2020, την υπογραφή σχετικής σύμβασης με την ελληνική ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία, υπό τους τελευταίους αυτούς όρους, η δε εναγομένη απέστειλε στη γερμανική εταιρία, στις 13-4-2020, νέο σχέδιο σύμβασης, εμμένοντας στους δικούς της προαναφερόμενους όρους συνεργασίας, τους οποίους απέρριψε εκ νέου η γερμανική εταιρία περιορισμένης ευθύνης, διά του διαχειριστή αυτής. Ότι, στις 7-5-2020, η εναγομένη, υπό την ιδιότητά της ως καταστατική διαχειρίστρια της ανωτέρω ελληνικής ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας, απέστειλε νέο ηλεκτρονικό μήνυμα προς τη γερμανική εταιρία περιορισμένης ευθύνης, δηλώνοντας ότι, εφόσον η τελευταία δεν ήταν διατεθειμένη να δεχθεί τους προτεινόμενους από την ίδια όρους συνεργασίας, δεν ήταν δυνατή η υπογραφή σύμβασης αποκλειστικής διανομής μεταξύ των δύο εταιριών, παρά μόνο η υπογραφή σύμβασης αντιπροσωπείας. Ότι η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά της εναγομένης , η οποία προέβη προφορικά σε συμπληρωματικές και πρόσθετες παραγγελίες από την κυπριακή εταιρία με την επωνυμία «................», ύψους 192.219,70 ευρώ, χωρίς τη συναίνεση των εναγόντων-εταίρων, ενώ παρέλειψε, ως καταστατική διαχειρίστρια, να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες, προκειμένου να παραδοθεί στην ελληνική ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την επωνυμία «...... Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία» η πρώτη παρτίδα των προπληρωμένων προϊόντων από την αμέσως προαναφερόμενη κυπριακή εταιρία, θέτοντας όρους για την υπογραφή σύμβασης μεταξύ της ελληνικής ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας και της γερμανικής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, άνευ της συναίνεσης των εναγόντων εταίρων, αντικείμενους στην αρχική συμφωνία απάντων των εταίρων αντίκειται στο άρθρο 11.1.2 του καταστατικού της ελληνικής ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας, το οποίο ορίζει ότι «ο διαχειριστής πρέπει να λάβει την έγκριση των εταίρων με πλειοψηφία 3Λ για τα παρακάτω : 1. Απόφαση για μακροπρόθεσμες συμβάσεις και δαπάνες, συμπεριλαμβανομένων των μισθώσεων, εάν το ετήσιο κόστος υπερβαίνει τα 12.000,00 ευρώ...3. Επενδύσεις σε πάγια περιουσιακά στοιχεία αξίας άνω των 10.0000,00 ευρώ σε μεμονωμένες περιπτώσεις...». Ότι η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά της εναγόμενης καταστατικής διαχειρίστριας της ελληνικής ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία «...... Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία» συνιστά, παράλληλα, διαχειριστικό της, πταίσμα, κατ' άρθρο 67 παρ. 1 του ν. 4072/2012, εφόσον οι εν λόγω ενέργειες και παραλείψεις της δεν στηρίζονται σε πλειοψηφική απόφαση των εταίρων της ανωτέρω εταιρίας, ούτε εξυπηρετούσαν αποκλειστικά το εταιρικό συμφέρον, αλλά, αντιθέτως, εξυπηρετούσαν προσωπικό συμφέρον τόσο της ιδίας όσο και του συζύγου αυτής, Ι. Κ.. Ότι, εξαιτίας της αντικείμενης στο καταστατικό και στο εταιρικό συμφέρον συμπεριφοράς της εναγόμενης, η ελληνική ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την επωνυμία «...... Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία» απώλεσε ετήσια κέρδη ύψους 2.192.600,00 ευρώ, τα οποία εύλογα θα επιτύγχανε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, από την πώληση της πρώτης παρτίδας καλλυντικών προϊόντων στη γερμανική αγορά και την παροχή των σχετικών υπηρεσιών ελέγχου του ανθρώπινου γονιδιώματος, διά της κατάρτισης σύμβασης αποκλειστικής διανομής με την γερμανική εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «........», σύμφωνα με τον ενσωματωμένο στο κρινόμενο δικόγραφο πίνακα, στον οποίο απεικονίζεται το είδος έκαστου εκ των πωλούμενων προϊόντων και υπηρεσιών, η αξία και η ποσότητα αυτών, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι γερμανοί καταναλωτές, στους οποίους απευθύνονταν τα ανωτέρω προϊόντα και υπηρεσίες, ανερχόταν περί τις 3.000,00, είχαν μηνιαίο εισόδημα ανώτερο των 3.500,00 ευρώ, θα προέβαιναν, δε, σε παραγγελίες πέντε προϊόντων κατά μέσο όρο μηνιαίος, ανά δύο με τρεις μήνες, ενώ η προαναφερόμενη γερμανική εταιρία περιορισμένης ευθύνης είχε ήδη καταρτίσει επιχειρηματικό σχέδιο για την προώθηση των ανωτέρω προϊόντων σιη γερμανική αγορά. Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες εταίροι ζητούν να υποχρεωθεί η εναγομένη, με την έκδοση προσωρινά εκτελεστής απόφασης, να καταβάλει στην ελληνική ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την επωνυμία «...... Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία», ως διαφυγόντα κέρδη, το ποσό των δύο εκατομμυρίων εκατόν ενενήντα δύο χιλιάδων εξακοσίων (2.192.600,00) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, καθώς και να καταδικασθεί η εναγομένη στην πληρωμή των διαδικαστικών τους εξόδων. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή, για το παραδεκτό της συζήτησης της οποίας έχει κατατεθεί, σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 2, 6 παρ. 1 περ. β' και 7 παρ. 4 του Ν. 4640/2019, το από 29-7-2020 έγγραφο ενημέρωσης των εναγόντων για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς, καθώς και το από 25-11-2020 πρακτικό περάτωσης υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης, ενώ, κατά τη συζήτηση αυτής, οι παρασταθέντες πληρεξούσιοι δικηγόροι των εναγόντων προσκόμισαν, κατ' άρθρο 237 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, το υπ' αρ. ..../22-92020 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο έγγραφο του Συμβολαιογράφου Αθηνών, Θ. Α., το υπ' αρ. ..../22-9-2020 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο έγγραφο του ίδιου, ως άνω, Συμβολαιογράφου, καθώς και τα με αριθμό ..../2020, ..../2020 και ..../2020 γραμμάτια προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Α., για το παραδεκτό της κατάθεσης προτάσεων και της παράστασής τους, σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ. 4 του ν.4194/2013 (όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το 7 άρθρο 7 παρ. 8 περ. γ' του ν.4205/2013), ο παρασταθείς, δε, πληρεξούσιος δικηγόρος της εναγομένης προσκόμισε, αντίστοιχος, το από 9-12-2020 ιδιωτικό πληρεξούσιο έγγραφο, καθώς και το με αριθμό ..../2020 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Θ., αρμοδίως καθ' ύλην και κατά τόπον (άρθρα 9,18 παρ. 1, 22 ΚΠολΔ, βλ. και ΠΠρΘεσσαλ 3526/2018, ΤΝΠ Νόμος) εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία, κρίνεται, ωστόσο, απορριπτέα, ως εν μέρει απαράδεκτη λόγω αοριστίας και ως εν μέρει μη νόμιμη, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα. Ειδικότερα, η αγωγή, κατά το μέρος που οι ενάγοντες επικαλούνται ευθύνη της εναγομένης, κατ' άρθρο 67 παρ. 1 του ν. 4072/2012, ως καταστατικής διαχειρίστριας της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία «...... Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία», λόγω παραβίασης της διάταξης του άρθρου 11.1.2 του καταστατικού, η οποία προβλέπει, μεταξύ άλλων, ότι «ο διαχειριστής πρέπει να λάβει την έγκριση των εταίρων με πλειοψηφία ¾ για τα παρακάτω: 1. Απόφαση για μακροπρόθεσμες συμβάσεις και δαπάνες, συμπεριλαμβανομένων των μισθώσεων, εάν το ετήσιο κόστος υπερβαίνει τα 12.000,00 ευρώ...3. Επενδύσεις σε πάγια περιουσιακά στοιχεία αξίας άνω των 10.0000,00 ευρώ σε μεμονωμένες περιπτώσεις...» κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη. Και τούτο διότι, οι αναφερόμενες στο κρινόμενο δικόγραφο πρόσθετες και συμπληρωματικές παραγγελίες προϊόντων, προφορικώς καταρτισθείσες, μεταξύ της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία «...... Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία» και της κυπριακής εταιρίας με την επωνυμία «................», ύψους 192.219,70 ευρώ, δεν εμπίπτουν στις περιπτώσεις, όπου απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία των 3Α των εταίρων για τη λήψη της σχετικής απόφασης εκ μέρους του διαχειριστή, εφόσον η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 11.1.2 περ. 1 του καταστατικού προϋποθέτει απόφαση για μακροπρόθεσμη σύμβαση και δαπάνη, ενώ, υπό τα εκτιθέμενα στο κρινόμενο δικόγραφο, η εν λόγω προφορική παραγγελία έλαβε χώρα εφάπαξ, η επικαλούμενη, δε, εκ μέρους των εναγόντων διάταξη του άρθρου 11.1.2. περ. 3 του καταστατικού αναφέρεται σε επενδύσεις σε πάγια περιουσιακά στοιχεία της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας, οι οποίες δεν υφίστανται, εν προκειμένω. Το σχέδιο, δε, σύμβασης, το οποίο απέστειλε η εναγομένη προς τη γερμανική εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «........», για την προώθηση των πωλήσεων στη γερμανική αγορά των παραγόμενων εκ μέρους της ελληνικής ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας προϊόντων, δεν απαιτούσε την αυξημένη πλειοψηφία των ¾ των εταίρων της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας, εφόσον ουδεμία μακροπρόθεσμη σύμβαση συνεργασίας υπεγράφη τελικά μεταξύ των δύο προαναφερόμενων εταιριών, ούτε, εξάλλου, εκτίθεται στο κρινόμενο δικόγραφο το ετήσιο κόστος, με το οποίο θα επιβαρυνόταν η ενάγουσα, εξαιτίας αυτής της εμπορικής συνεργασίας, καθώς δεν εκτίθεται το αντίστοιχο ετήσιο κέρδος το οποίο θα αποκόμιζε η γερμανική εταιρία περιορισμένης ευθύνης από την εν λόγω συνεργασία. Σε κάθε, δε, περίπτωση, η παράλειψη της εναγομένης να επιδιώξει την παράδοση των προπαραγγελθέντων προϊόντων από την ανωτέρω κυπριακή εταιρία με την επωνυμία «................» δεν συνιστά παραβίαση της προαναφερόμενης διάταξης του καταστατικού της ελληνικής ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας, εφόσον η συγκεκριμένη συμπεριφορά της εναγομένης δεν εμπίπτει σε καμία από τις προαναφερόμενες διατάξεις. Περαιτέρω, η κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος που οι ενάγοντες επικαλούνται ευθύνη της εναγομένης έναντι της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία«..... Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία», λόγω διαχειριστικού πταίσματός της, κρίνεται απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Και τούτο διότι, οι ενάγοντες, όσον αφορά στις αναφερόμενες στο κρινόμενο δικόγραφο πρόσθετες και συμπληρωματικές παραγγελίες, ύψους 192.219,70 ευρώ, κατά παρέκκλιση της αρχικής παραγγελίας ύψους 663.940,00 ευρώ, στις οποίες φέρεται να προέβη η εναγομένη, ως καταστατική διαχειρίστρια της ανωτέρω εταιρίας, ουδόλως εκθέτουν σε τι είδους προϊόντα και υπηρεσίες αφορούσαν οι εν λόγω παραγγελίες και πότε έλαβαν χώρα οι τελευταίες, έτσι ώστε να δύναται το Δικαστήριο να διερευνήσει την τυχόν πλημμελή διαχείριση εκ μέρους της εναγόμενης διαχειρίστριας. Αναφορικά, δε, με την αποδιδόμενη στην στην εναγομένη ευθύνη παράλειψης ενεργειών προς απόδοση στην ελληνική ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία των αρχικώς παραγγελθέντων προϊόντων από την κυπριακή εταιρία με την επωνυμία «................», οι ενάγοντες δεν εκθέτουν, στην ένδικη αγωγή τους, σε ποιες ακριβώς ενέργειες οφείλε να προβεί η εναγομένη έναντι της κυπριακής εταιρίας, έτσι ώστε να δύναται να διερευνηθεί εάν η μη εκτέλεση των ενεργειών αυτών συνιστά διαχειριστικό πταίσμα της εναγομένης. Το γεγονός, δε, ότι η εναγομένη δεν συναίνεσε στο σχέδιο-πρόταση για την κατάρτιση σύμβασης αποκλειστικής διανομής, που πρότεινε η γερμανική εταιρία περιορισμένης ευθύνης, διά του γερμανού διαχειριστή της, και αντιπρότεινε την κατάρτιση σύμβασης εμπορικής συνεργασίας με όρους διάφορους των αρχικά συμφωνηθέντων μεταξύ των εταίρων, δεν αρκεί για να θεμελιώσει την έννοια του διαχειριστικού πταίσματος, κατ' άρθρο 67 παρ. 1 του ν. 4072/2012, ήτοι την έννοια της πλημμελούς και ζημιογόνου διαχείρισης, εφόσον οι ενάγοντες, ήτοι οι κατέχοντες την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου επί της γερμανικής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, ουδόλως εκθέτουν στο κρινόμενο δικόγραφο τη ζημία που θα υφίστατο η ελληνική ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία, αν κατήρτιζε συμφωνία με την γερμανική εταιρία περιορισμένης ευθύνης, υπό τους όρους που πρότεινε η εναγόμενη καταστατική διαχειρίστρια, αρκούμενοι απλώς στην περιγραφή της πρόσθετης επιβάρυνσης της γερμανικής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης από την κατάρτιση της σχετικής συμφωνίας συνεργασίας (βλ. σελ. 36 της ένδικης αγωγής). Εξάλλου, οι ενάγοντες όλως αορίστως ισχυρίζονται ότι η προπεριγραφόμενη συμπεριφορά της εναγομένης προκάλεσε στην ελληνική ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία ζημία ισόποση με το ποσό, το οποίο θα αποκέρδαινε η τελευταία, εάν είχε καταρτισθεί η προαναφερόμενη σύμβαση αποκλειστικής διανομής με την ανωτέρω γερμανική εταιρία περιορισμένης ευθύνης, υπό τους όρους που είχαν συμφωνήσει αρχικώς προφορικά οι εταίροι αμφότερων των εταιριών, εφόσον δεν υφίσταται, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη, αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της προπεριγραφόμενης συμπεριφοράς της εναγομένης και της ζημίας που φέρεται να υπέστη η ελληνική ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία, ήτοι μόνη η προπεριγραφόμενη υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης δεν ήταν ικανή, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, να προκαλέσει την προαναφερόμενη ζημία. Και τούτο διότι, υπό τα εκτιθέμενα στο κρινόμενο δικόγραφο, ουδόλως προκύπτει ότι η ανωτέρω κυπριακή εταιρία με την επωνυμία «................» είχε πράγματι στην κατοχή της την παραγγελθείσα πρώτη παρτίδα προϊόντων (βλ. σελ. 23 της κρινόμενης αγωγής, όπου αναγράφεται ότι «Τούτο διότι ο Ι., ενώ ισχυρίζεται-αλλά δεν μας επιδεικνύει οποιοδήποτε στοιχείο που να το αποδεικνύει-ότι η κυπριακή εταιρεία του έχει πράγματι παραλάβει τα προϊόντα και τις υπηρεσίες που του παραγγέλθηκαν,...»), ούτε συνάγεται μετά βεβαιότητας ότι, κι αν ακόμη η εναγομένη είχε αξιώσει την απόδοση των προϊόντων αυτών από την αμέσως προαναφερόμενη κυπριακή εταιρία προς την ελληνική ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία, η ενέργειά της αυτή θα είχε ευοδωθεί, έτσι ώστε τα προϊόντα αυτά να προωθηθούν, πράγματι, μέσω της γερμανικής εταιρίας περιορισμένης ευθύνης, στη γερμανική αγορά. Εξάλλου, οι ενάγοντες όλως αντιφατικά εκθέτουν στο κρινόμενο δικόγραφο ότι το σύνολο της πρώτης παρτίδας των πωλούμενων προϊόντων θα διοχετευόταν στη γερμανική αγορά και θα απέφερε στην παραγωγό ελληνική ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία κέρδη ύψους 2.192.600,00 ευρώ, αφού οι ίδιοι εκθέτουν παράλληλα στην ένδικη αγωγή τους, ότι η πρώτη παρτίδα των παραγγελθέντων προϊόντων επρόκειτο να διατεθεί, όχι μόνο στη γερμανική αγορά, αλλά και στην ελληνική και στην κυπριακή (βλ. σελ. 13 του κρινόμενου δικογράφου, όπου αναφέρεται ότι «Η διανομή των προϊόντων που θα παρήγαγε η συσταθησόμενη ΙΚΕ, η οποία θα κατευθυνόταν αρχικά στις αγορές Γερμανίας, Ελλάδας και Κύπρου, θα μοιραζόταν ως εξής:..», και σελ. 28 του κρινόμενου δικογράφου, όπου αναφέρεται ότι «Σημαντική ήταν και η ειδική συμφωνία μας σχετικά με την πρώτη παρτίδα των προϊόντων... .η συμφωνία μας ήταν ότι τα εν λόγω προϊόντα θα παραδίδονταν από την ελληνική ΙΚΕ στη γερμανική GmbH και στις εταιρείες συμφερόντων Τ.-Κ...»), έτσι ώστε να ελλείπει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της άρνησης της εναγομένης να συνάψει σύμβαση εμπορικής συνεργασίας με τη γερμανική εταιρία περιορισμένης ευθύνης, υπό τους αρχικούς όρους των εταίρων, και των διαφυγόντων κερδών που φέρεται να απώλεσε η ελληνική ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία από τη μη προώθηση της πρώτης παρτίδας των προϊόντων στη γερμανική αγορά. Επιπροσθέτως, οι ενάγοντες ουδόλως εκθέτουν στο κρινόμενο δικόγραφο τα συγκεκριμένα προπαρασκευαστικά μέτρα, τα οποία είχε ήδη λάβει η ελληνική ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία, προκειμένου να καθίσταται πιθανό το κέρδος της από την πώληση στη γερμανική αγορά της πρώτης παρτίδας προϊόντων, ύψους 2.192,600,00 ευρώ, λαμβάνοντας υπόψη ότι, όπως εκθέτουν και οι ίδιοι οι ενάγοντες στο κρινόμενο δικόγραφο, «η διάθεση προϊόντων στο συγκεκριμένο είδος της εξατομικευμένης θεραπείας καλλυντικών προϊόντων βρίσκεται ακόμα στα σπάργανα..», τα δε συγκεκριμένα προϊόντα δεν είχαν καν προωθηθεί στη γερμανική αγορά, είτε μέσω της διαφήμισης είτε μέσω εκθέσεων καλλυντικών, ούτε εξάλλου οι ενάγοντες εκθέτουν με ποιο συγκεκριμένο τρόπο θα διοχετευόταν η συγκεκριμένη παρτίδα στο σύνολο του γερμανικού εδάφους, ήτοι αν τα προϊόντα αυτά θα προωθούνταν μέσω ηλεκτρονικών καταστημάτων ή μέσω φυσικών καταστημάτων στο σύνολο της γερμανικής επικράτειας. Ακολούθως, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να απορριφθεί στο σύνολό της κατά τις ανωτέρω διακρίσεις και να καταδικασθούν οι ενάγοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της εναγομένης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας (άρθρα 106, 176 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους ενάγοντες στα δικαστικά έξοδα της εναγομένης, τα οποία ορίζει στο ποσό των ένδεκα χιλιάδων (11.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24.3.2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 16.4.2021, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
[ ΠΗΓΗ : κος. Ι. Ιωαννίδης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]