ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 11062/2024

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Ελπινίκη Κορδέλα, Πρωτόδικη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου της Διοίκησης του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και από τη Γραμματέα Μάρθα Σαγάνη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 9-4-2024, για να δικάσει α) τη με αριθμό κατάθεσης ...../26-4-2023 αγωγή και β) τη με αριθμό κατάθεσης ...../24-6-2023 παρεμπίπτουσα αγωγή, μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ-ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: Κ. … του …., κατοίκου ..., ….. κομητείας .... , οδός ….. αρ. …, με Α.Φ.Μ. …., που παραστάθηκε διά των προτάσεων που κατέθεσε εντός της προθεσμίας του άρθρου 237§1 ΚΠολΔ, συνυπολογιζόμενης της αναστολής της κατά το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου 2023, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 147 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Βασίλειος Κονιστής (AM ΔΣΘ ….), δυνάμει των από 9-9-2023 έγγραφων εξουσιοδοτήσεων, ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ-ΠΑΡΕΜΠΙΠΤΟΝΤΩΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Σ. ... του …, κατοίκου …. , στο αγροτεμάχιο με αριθμό …, με ΑΦΜ …., η οποία παραστάθηκε διά των προτάσεων που κατέθεσε εντός της προθεσμίας του άρθρου 237§1 ΚΠολΔ, η πληρεξούσια δικηγόρος της Μαρία Νάρη (AM ΔΣΘ ….), δυνάμει της από 20-9-2023 έγγραφης εξουσιοδότησης, η οποία δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου εκκρεμούν α) η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...../26-4-2023 αγωγή που άσκησε ο Κ. ..... σε βάρος της Σ. ... για απαίτηση από δάνειο και για απαίτηση εξ αναγωγής και β) η με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...../24-6-2023 παρεμπίπτουσα αγωγή, που άσκησε επίσης ο Κ. ..... σε βάρος της Σ. ... για απαίτηση από το ίδιο δάνειο, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν λόγω της συνάφειάς τους και διότι υπάγονται στην ίδια τακτική διαδικασία και κατά την κρίση του Δικαστηρίου διευκολύνεται έτσι και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης (άρθρα 246, 283 και 285 του ΚΠολΔ).

A. I. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 291 ΑΚ και 6 παρ. 1 Ν. 5422/1932, που εξακολουθεί να ισχύει και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα (άρθρο 20 ΕισΝΑΚ), επί χρηματικής οφειλής σε αλλοδαπό νόμισμα πληρωτέας στην Ελλάδα, ο οφειλέτης υποχρεούται να την καταβάλει και ο δανειστής δικαιούται να την ζητήσει από 1.1.2001 μόνο σε ευρώ (μετά την αντικατάσταση της δραχμής ως εθνικού νομίσματος με το κοινό αυτό ευρωπαϊκό νόμισμα, σύμφωνα με το άρθρο 1 Ν. 2842/2000), με τη συναλλαγματική ισοτιμία αυτού (ευρώ) προς το αλλοδαπό νόμισμα κατά την ημέρα εξοφλήσεως. Οι διατάξεις αυτές, που προϋποθέτουν έγκυρη σε ξένο νόμισμα συμβατική οφειλή, εφαρμόζονται και στις αποζημιωτικές από ενδοσυμβατική ευθύνη αξιώσεις. Επιπλέον δε οι προαναφερθείσες διατάξεις (των άρθρων 291 ΑΚ και 6 παρ. 1 Ν 5422/1932) έχουν εφαρμογή και επί των αξιώσεων που στηρίζονται απευθείας στο νόμο (ΕφΠειρ 145/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ 2540/2007 ΕλλΔνη 50,1303). Αντιθέτως, επί διεπόμενων από το ελληνικό ουσιαστικό δίκαιο αξιώσεων από αδικοπραξία, η αποζημίωση από τη γενόμενη (προς αποκατάσταση της ζημίας) δαπάνη αλλοδαπού νομίσματος είναι εκφραστέα μόνο σε ευρώ, κατά την ισοτιμία που ίσχυε στο χρόνο επαγωγής της ζημίας, σε περίπτωση δε που δεν έχει αποκατασταθεί αυτή (ζημία), κρίσιμος χρόνος της ισοτιμίας είναι ο της πρώτης συζήτησης της αγωγής στο ακροατήριο (ΕφΠειρ 481/2014, ΕφΠειρ 145/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

II. Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 361,806-809 του ΑΚ και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι ουσιώδη στοιχεία της συμβάσεως δανείου, τα οποία πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής περί αποδόσεώς του για το ορισμένο αυτής, είναι α) μεταβίβαση της κυριότητας χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων από τον δανειστή στον οφειλέτη, με αποκλειστικό σκοπό την χρησιμοποίησή τους και μάλιστα την ανάλωσή τους από τον δεύτερο και β) συμφωνία των ανωτέρω περί αποδόσεώς άλλων πραγμάτων της ιδίας ποιότητας και ποσότητας. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 807 του ΑΚ, αν δεν ορίσθηκε χρόνος για την απόδοση του δανείου, ούτε συνάγεται αυτός από τις περιστάσεις, το δάνειο αποδίδεται αφού περάσει ένας μήνας από την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη. Για το ορισμένο της αγωγής αποδόσεώς του δανείου δεν απαιτείται να αναφέρεται σε αυτήν εάν το δάνειο είναι έντοκο ή άτοκο, ορισμένου ή αορίστου χρόνου (ΑΠ 402/2012, ΑΠ 992/2010, ΑΠ 847/2009, ΕφΠατρ 72/2024 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) Δεν είναι δε αναγκαία στοιχεία της αγωγής αυτής: 1) ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης δανείου, εφόσον δεν εξαρτάται από αυτόν το αγωγικό δικαίωμα, 2) ο χρόνος απόδοσης των δανεισθέντων χρημάτων, αφού η επίδοση της αγωγής δείχνει πρόθεση να επιστραφεί το δάνειο και αποτελεί καταγγελία μετά παρέλευση μηνός από την οποία πρέπει να αποδοθεί αυτό, ο τρόπος απόδοσης, ήτοι αν η απόδοση θα γίνει με ολοσχερή ή με τμηματικές καταβολές, αφού, δεδομένου ότι ο νόμος δεν διακρίνει, η απόδοση γίνεται εφάπαξ. 3) άλλα στοιχεία που αναφέρονται σε περιστάσεις που συνοδεύουν την κατάρτιση της σύμβασης δανείου, αλλά δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία αυτής, όπως ο χρόνος παράδοσης, το ποσό και άλλα στοιχεία τραπεζικών επιταγών που τυχόν παραδόθηκαν στον δανειστή προς εξασφάλισή του (ΑΠ 889/2010, ΑΠ 663/2010, ΕφΑΘ 256/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με την υπό κρίση αγωγή του ο ενάγων εκθέτει ότι είχε τελέσει με την εναγόμενη νόμιμο γάμο στις 18-6-2016 ο οποίος λύθηκε αρχές Ιανουαρίου του 2023 και ότι τον Αύγουστο του έτους 2020, δυνάμει σύμβασης άτοκου δανείου που κατάρτισε ατύπως (προφορικά) με αυτήν στη ..., της μεταβίβασε κατά κυριότητα με σταδιακές καταβολές σε τραπεζικούς λογαριασμούς το χρηματικό ποσό των 33.856,91 ευρώ, προκειμένου να την διευκολύνει στην κάλυψη των εξόδων και των δαπανών για την δημιουργία ενός κέντρου αισθητικής σε μισθωμένο χώρο. Ότι αναφορικά με το χρόνο απόδοσης του δανείου ορίστηκε ότι η εναγόμενη θα το επέστρεφε σταδιακά από τα κέρδη της επιχείρησης και ότι αν ο γάμος λυνόταν πριν την επιστροφή του δανείου συμφωνήθηκε ότι θα έπρεπε να επιστραφεί σε ένα μήνα από την καταγγελία του δανείου από τον ίδιο. Ότι με το από 17-6-2022 ιδιωτικό συμφωνητικό είχαν μισθώσει ως συμμισθωτές μία οικία στο .... για χρονικό διάστημα ενός έτους, από 21 -6-2022 έως 21 -6-2023, έναντι μηνιαίου μισθώματος 1.250,00 αγγλικών λιρών, καταβλητέου την έναρξη έκαστου μισθωτικού μηνός. Ότι έκαστος αυτόν ήταν εις ολόκληρον υπεύθυνος για την καταβολή του μισθώματος έναντι των εκμισθωτών, και ότι συμφωνήθηκε μεταξύ τους ότι εάν κάποιος εξ αυτών κατέβαλε ως μίσθωμα ποσό μεγαλύτερο από την αναλογία του (50-50) θα είχε δικαίωμα να αξιώσει το επιπλέον από τον έτερο συμμισθωτή. Ότι μετά την αποχώρηση της εναγόμενης από την ανωτέρω οικία τον Σεπτέμβριο του 2022 ο ίδιος παρέμεινε αναγκαστικά σε αυτό, επειδή δεν υπήρχε δυνατότητα καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης, καταβάλλοντας το σύνολο του μισθώματος, ήτοι 15.000 αγγλικές λίρες. Ότι η εναγόμενη υποχρεούται να του αποδώσει με βάση την εσωτερική τους σχέση ποσοστό 50% του ως άνω καταβληθέντος ποσού ως μισθώματος, ήτοι 7.500 αγγλικές λίρες ή 8.478,00 ευρώ με βάση την ισοτιμία λίρας/ευρώ στις 25-4-2023. Ότι με την από 10-2-2023 εξώδικη καταγγελία-όχληση αφενός κατήγγειλε τη σύμβαση δανείου και αφετέρου ζήτησε να του καταβάλει το ποσό των 33.856,91 ευρώ ως οφειλόμενο ποσό δανείου και αφετέρου το ποσό των 8.478,00 ευρώ, ως αναλογία της στο μίσθωμα, έως τις 13-3-2023, ημερομηνία η οποία παρήλθε άπρακτη, εξακολουθεί δε να του οφείλει τα ανωτέρω ποσά. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί, όπως το αίτημα της αγωγής του νομίμως περιορίστηκε στο σύνολό του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις του (άρ. 223, 295, 297 ΚΠολΔ), με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει α) το συνολικό ποσό των (33.856,91 + 8.478-) 42.334,91 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 13-3-2023 άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και να καταδικασθεί η τελευταία στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η αγωγή, αρμόδια καθ’ ύλην και κατά τόπο εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 7, 9,10,14 παρ. 2 και 22 του ΚΠολΔ) με την προκειμένη τακτική διαδικασία έχει δε ασκηθεί παραδεκτώς καθότι επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην εναγόμενη εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της, κατά το άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ (βλ. την υπ’ αριθ. ...../26-4-2023 έκθεση κατάθεσης της υπό κρίση αγωγής σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. …./27-4-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ....). Περαιτέρω, για το παραδεκτό της συζήτησης κατατέθηκαν με τις προτάσεις το από 25-4-2023 έγγραφο ενημέρωσης για τη δυνατότητα επίλυσης διαφοράς με διαμεσολάβηση (άρθρο 3 παρ.2 ν.4640/2019) και το από 20-9-2023 πρακτικό περάτωσης αρχικής υποχρεωτικής συνεδρίας κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 4 του ν. 4640/2019, η οποία απέτυχε. Είναι δε επαρκώς ορισμένη, καθότι περιέχονται πλήρως τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για το ορισμένο αυτής, ήτοι εκτίθενται με σαφήνεια η μεταβίβαση της κυριότητας χρημάτων από τον δανειστή-ενάγοντα στην οφειλέτιδα-εναγόμενη, με αποκλειστικό σκοπό τη χρησιμοποίησή τους και μάλιστα την ανάλωσή τους από τη δεύτερη και η συμφωνία των ανωτέρω περί απόδοσης άλλων πραγμάτων της ιδίας ποιότητας και ποσότητας, δίχως για την πληρότητα της αγωγής να χρειάζεται η αναφορά οποιουδήποτε άλλου πραγματικού περιστατικού, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εναγόμενη. Περαιτέρω, η αγωγή αναφορικά με το αίτημα περί απόδοσης του ποσού του δανείου είναι νόμιμη, ερειδόμενη (στις διατάξεις των άρθρων 361, 806, 807, 808 ΑΚ, 340, 341 παρ. 1, 345 εδ. α' ΑΚ, καθώς και σε εκείνες των άρθρων 70, 176 ΚΠολΔ, πλην του παρεπόμενου αιτήματος για κήρυξη της απόφασης που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστής, το οποίο, μετά την τροπή του συνόλου του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, διότι αυτό (το αίτημα) προϋποθέτει εκτελεστό τίτλο, ενώ οι αναγνωριστικές αποφάσεις, η ενέργεια των οποίων εξαντλείται στο δεδικασμένο που αυτές παρέχουν, δεν αποτελούν τίτλο εκτελεστό (ΕφΑΘ 228/2022, ΕφΠειρ 79/2022, ΕφΑΘ 56/2022, ΕφΑΘ 743/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ωστόσο, ως προς το αίτημα καταβολής του ποσού των 8.478,00 ευρώ, στο οποίο ανέρχεται το ποσό των 7.500 αγγλικών λιρών με βάση την ισοτιμία των δύο νομισμάτων κατά το χρόνο σύνταξης της αγωγής, πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη. Ειδικότερα, ενόψει των αναφερόμενων στην υπό στοιχείο I νομική σκέψη της παρούσας, έπρεπε να ζητηθεί η καταβολή του ισαξίου σε ευρώ του ως άνω ποσού αγγλικών λιρών, με βάση την ισοτιμία τους κατά το χρόνο της πληρωμής και όχι με βάση την ισοτιμία του σε ευρώ κατά τον προγενέστερο χρόνο σύνταξης της αγωγής, όπως μη νομίμως αξιώνει ο ενάγων, ενώ δυνατότητα του Δικαστηρίου να εκτιμήσει ότι στο αγωγικό αιτητικό εμπεριέχεται, εμμέσως ή σιωπηρώς, και το νόμιμο αίτημα για υπολογισμό της ισοτιμίας κατά το χρόνο της πληρωμής της οφειλής-υπό την έννοια ότι στο μείζον περιέχεται το έλασσον, κατ' άρθρο 223 εδ, β' ΚΠολΔ-θα υπήρχε, μόνο αν ήταν δεδομένο ότι κατά τον χρόνο της πραγματικής πληρωμής η έναντι του ευρώ αξία της αγγλικής λίρας θα είναι μικρότερη από εκείνη που ίσχυε κατά το χρόνο της σύνταξης της αγωγής, το οποίο όμως είναι αβέβαιο ενόψει της διακυμάνσεως της συναλλαγματικής ισοτιμίας του εθνικού και του αλλοδαπού νομίσματος (βλ. ad hoc ΕφΠειρ 481/2024, ΕφΠειρ 101/2023, ΕφΠειρ 145/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και ΑΠ 497/2021 για τη σχέση μείζονος-ελάσσονος). Συνεπώς, κατά το μέρος κατά το οποίο κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς τη ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι λόγω του αναγνωριστικού της χαρακτήρα δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου (άρθρ. 7 παρ. 3 του ν.δ/τος 1544/1942, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 42 του Ν. 4640/2019).

Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 283 § 1 ΚΠολΔ, παρεμπίπτουσα είναι η αγωγή ανάμεσα στους ίδιους διαδίκους και στο ίδιο δικαστήριο, όταν περιέχει μεταγενέστερη αίτηση του ενός ή του άλλου διαδίκου. Η παρεμπίπτουσα αγωγή πρέπει να περιέχει οπωσδήποτε αίτηση διαφορετική ή ευρύτερη από την αίτηση της κύριας αγωγής. Η § 2 της πιο πάνω διάταξης διακρίνει την μη αυτοτελή και την αυτοτελή αίτηση. Αυτοτελής θεωρείται η αίτηση που ερευνάται ανεξάρτητα από την κύρια δίκη, και αν ακόμη δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις νόμιμης θεμελίωσης της κύριας αγωγής, ενώ μη αυτοτελής εκείνη που κατατείνει στην ενίσχυση ή ολοκλήρωση της κύριας αίτησης. Η παρεμπίπτουσα μη αυτοτελής αγωγή μπορεί να ασκηθεί σε κάθε στάση της πρωτόδικης δίκης και κατ’ έφεση. Αν όμως περιέχει αυτοτελή αίτηση ασκείται μόνο μέχρι τη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό (ΑΠ 156/2014, ΑΠ 296/2012, ΕφΑθ 1445/2023, ΕφΠειρ 560/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Μη αυτοτελής αίτηση είναι εκείνη που κατατείνει απλώς σε ενίσχυση της κύριας αίτησης, προστιθέμενη σ’ αυτήν. Κάθε άλλη αίτηση που μπορεί να ερευνηθεί και ανεξάρτητα από την κύρια δίκη είναι αυτοτελής. Τέτοια αυτοτελής αίτηση είναι από τη φύση της και εκείνη με την οποία επαυξάνεται το αρχικό αίτημα της αγωγής, εφόσον δεν πρόκειται για παρεπόμενα του κύριου αντικειμένου της αγωγής, τα οποία μπορούν να ζητηθούν εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό ή για οψιγενείς παρεπόμενες απαιτήσεις, που μπορούν να ζητηθούν και κατ’ έφεση (ΑΠ 1168/2007, ΕφΑθ 1445/2023, ΕφΑΘ 9404/2000 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με τη συνεκδικαζόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή του, ο παρεμπιπτόντως ενάγων εκθέτει ότι είχε ασκήσει κατά της παρεμπιπτόντως εναγομένης την προαναφερθείσα με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ...../26-4-2023 κύρια αγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία ζητούσε να του καταβάλει το ποσό των 33.856,91 ευρώ, από σύμβαση δανείου. Περαιτέρω, επικαλούμενος ότι εκ παραδρομής παρέλειψε να ζητήσει με την κύρια αγωγή του την καταβολή και του ποσού των 1.301,26 ευρώ που επίσης παρέδωσε στην παρεμπιπτόντως εναγόμενη κατά κυριότητα με σταδιακές καταβολές σε τραπεζικούς λογαριασμούς στα πλαίσια της ίδιας σύμβασης άτοκου δανείου, μετά την αναφερόμενη εξώδικη καταγγελία της σύμβασης δανείου, ζητεί, όπως το αίτημα της αγωγής του νομίμως περιορίστηκε στο σύνολό του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις του (άρ. 223,295, 297 ΚΠολΔ), με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 1.301,26 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την 13-3-2023 άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και να καταδικασθεί η τελευταία στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η παρεμπίπτουσα αγωγή, αρμόδια καθ’ ύλην και κατά τόπο εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 283 παρ. 2, 22 και 31 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ) με την προκειμένη τακτική διαδικασία, έχει δε ασκηθεί παραδεκτώς καθότι επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην παρεμπιπτόντως εναγόμενη εντός προθεσμίας εξήντα (60) ημερών από την κατάθεση της αγωγής, κατά το άρθρο 238 παρ. 1 ΚΠολΔ (βλ. την υπ’ αριθ. ...../26-4-2023 έκθεση κατάθεσης της αγωγής σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. .../26-6-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης ....). Περαιτέρω, για το παραδεκτό της συζήτησης κατατέθηκαν με τις προτάσεις το από 23-6-2023 έγγραφο ενημέρωσης για τη δυνατότητα επίλυσης διαφοράς με διαμεσολάβηση (άρθρο 3 παρ.2 ν.4640/2019). Είναι δε επαρκώς ορισμένη, καθότι περιέχονται πλήρως τα απαιτούμενα από το νόμο στοιχεία για το ορισμένο αυτής, δίχως για την πληρότητα της αγωγής να χρειάζεται η αναφορά οποιουδήποτε άλλου πραγματικού περιστατικού, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η παρεμπιπτόντως εναγόμενη. Περαιτέρω, η παρεμπίπτουσα αγωγή είναι νόμιμη, ερειδόμενη (στις διατάξεις των άρθρων 361,806, 807, 808 ΑΚ, 340, 341 παρ. 1, 345 εδ. α' ΑΚ, καθώς και σε εκείνες των άρθρων 70, 176 ΚΠολΔ, πλην του παρεπόμενου αιτήματος για κήρυξη της απόφασης που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστής, το οποίο, μετά την τροπή του συνόλου του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, διότι αυτό (το αίτημα) προϋποθέτει εκτελεστό τίτλο, ενώ οι αναγνωριστικές αποφάσεις, η ενέργεια των οποίων εξαντλείται στο δεδικασμένο που αυτές παρέχουν, δεν αποτελούν τίτλο εκτελεστό (ΕφΑΘ 228/2022, ΕφΠειρ 79/2022, ΕφΑΘ 56/2022, ΕφΑΘ 743/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω ως προς τη ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι λόγω του αναγνωριστικού της χαρακτήρα δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου.

Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για κάποια από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία παρακάτω, χωρίς όμως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της διαφοράς, λαμβανόμενα υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από την με αριθμό ..../15-9-2023 ένορκη βεβαίωση του .... του .... ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης .........., που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, με επιμέλεια του οποίου λήφθηκε κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγόμενης (βλ. την υπ’ αριθ. ........../11-9-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης ....), από την με αριθμό …../22-9-2023 ένορκη βεβαίωση της .......... του ….. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, που επικαλείται και προσκομίζει η εναγόμενη, με επιμέλεια της οποίου λήφθηκε κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντας (βλ. την υπ’ αριθ. …../19-9-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Θεσσαλονίκης ..........), (επισημαίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση που αντικείμενο της απόδειξης είναι η κατάρτιση σύμβασης ποσού άνω των 30.000 ευρώ, επιτρέπεται, κατ’ εξαίρεση του αρθ. 393 ΚΠολΔ, η εμμάρτυρη απόδειξη και η συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 394 παρ. 1 περ. β ΚΠολΔ, και δεν συντρέχει η αρνητική προϋπόθεση του άρθρου 395 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι μετά τη διατήρηση μακροχρόνου ερωτικού δεσμού τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο στις 18-6-2016, από τον οποίο απέκτησαν ένα θήλυ τέκνο, την ..... που γεννήθηκε στις 5-2-2022. Κατά τη διάρκεια του γάμου τους διέμεναν μόνιμα στην Αγγλία, αρχικά στο Λονδίνο και κατόπιν στην κομητεία ...., όπου εργάζονταν ο μεν ενάγων ως μηχανολόγος μηχανικός η δε εναγόμενη ως τεχνήτρια άκρων, ωστόσο, κατά την περίοδο από Μάρτιο του 2020 έως Ιούνιο του 2022 διέμεναν προσωρινά στην Ελλάδα και συγκεκριμένα στην ... όπου βρίσκεται η πατρική οικογένεια του ενάγοντος. Ωστόσο, οι σχέσεις τους διαταράχθηκαν και η έγγαμη συμβίωση διακόπηκε τον Σεπτέμβριο του 2022 με την επιστροφή της εναγόμενης στον Ελλάδα και στον τόπο καταγωγής της στο .......... μαζί με το τέκνο τους, ο δε γάμος τους λύθηκε με την με αριθμό .../20-1-2023 πράξη συναινετικής λύσης γάμου της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης .......... .

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μεταβίβασε στην εναγόμενη κατά κυριότητα με σταδιακές μεταφορές ποσών από δικό του τραπεζικό λογαριασμό σε τραπεζικό λογαριασμό της εναγόμενης: α) ποσό 10.000,00 ευρώ στις 6-8-2020, β) ποσό 10.000,00 ευρώ στις 27-8-2020, γ) ποσό 13.856,91 ευρώ στις 22-9-2020, δ) ποσό 301,26 ευρώ στις 22-3-2022 και ε) ποσό 1.000 ευρώ στις 18-5-2022, όπως οι εν λόγω μεταφορές ποσών αποδεικνύονται από τις κινήσεις του τραπεζικού λογαριασμού του ενάγοντος και δεν αμφισβητούνται από την εναγόμενη. Ωστόσο, ως προς όλες τις ανωτέρω καταβολές από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι πραγματοποιήθηκαν στα πλαίσια άτυπης σύμβασης δανείου μεταξύ των διαδίκων, την κατάρτιση της οποίας και κατά το σκέλος αυτό αρνείται η εναγόμενη, ισχυριζόμενη ότι πραγματοποιήθηκαν, αντίθετα, στα πλαίσια δωρεάς οι τέσσερεις πρώτες και προς εκπλήρωση οικογενειακών αναγκών (καταβολή εξόδων δεξίωσης βάπτισης της κόρης τους) η πέμπτη. Ειδικότερα, όπως ομολογείται και από τον ίδιο, ο ενάγων από την αρχή της σχέσης τους, που η εναγόμενη μετακόμισε στην Αγγλία για να συγκατοικήσουν, επεδείκνυε απέναντι στην εναγόμενη γενναιόδωρη στάση, καθότι διέθετε εισοδήματα σημαντικού ύψους από την εργασία του, η δε εναγόμενη στην αρχή δεν εργαζόταν, εξασφαλίζοντας την καταβολή των δαπανών διαβίωσης της εναγόμενης και της επαγγελματικής της εκπαίδευσης. Μετά δε τη σύναψη του γάμου τους είχε αναλάβει την κάλυψη σημαντικού μέρους των οικογενειακών αναγκών ώστε η εναγόμενη «...να είναι ελεύθερη από αυτήν την μέριμνα», όπως ο ίδιος αναφέρει στη σελίδα 2 των προτάσεών του. Η ως άνω συμπεριφορά του που επέδειξε σταθερά κατά τη διάρκεια της σχέσης και του γάμου του με την εναγόμενη παρέχει βάσιμο στοιχείο για τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι επέδειξε απέναντι της ακόμη μεγαλύτερη διάθεση οικονομικής στήριξής της από ελευθεριότητα και χωρίς αντάλλαγμα, κατά τη λήψη της απόφασης να δραστηριοποιηθεί η ίδια επιχειρηματικά στην Ελλάδα με τη δημιουργία επιχείρησης παροχής υπηρεσιών αισθητικής. Η εν λόγω απόφαση ελήφθη από κοινού από τους διαδίκους συζύγους, τον Αύγουστο του 2020, κατά το χρόνο της προσωρινής διαμονής τους στη ... που παρατάθηκε λόγω των περιορισμών στις μετακινήσεις εξαιτίας της πανδημίας του ιού SARS-CoV-2 και των προσπαθειών τους για απόκτηση τέκνου με εξωσωματική γονιμοποίηση, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω ποιου από τους συζύγους πρωτοβουλία ή όνειρο ζωής ήταν η δημιουργία της ανωτέρω επιχείρησης και με ποιες απώτερες σκέψεις και επιδιώξεις. Από μόνη την ένορκη βεβαίωση του .... του ...., πατέρα του ενάγοντος, ο οποίος καταθέτει ότι η εναγόμενη έλαβε τις ως άνω καταβολές στα πλαίσια σύμβασης άτοκου δανείου που συνήφθη μεταξύ των συζύγων το Αύγουστο του 2020, που συμφωνήθηκε να επιστραφεί τμηματικά από τα κέρδη της επιχείρησης εφόσον ο γάμος συνεχιζόταν και μετά από καταγγελία σε περίπτωση λύσης του γάμου, δεν μπορεί να συναχθεί σχετικό συμπέρασμα του Δικαστηρίου σε βαθμό πλήρους δικανικής πεποίθησης περί σύναψης σύμβασης δανείου. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου επιρρωνύεται από το γεγονός ότι ο ενάγων κατά τη διάρκεια λειτουργίας της επιχείρησης (Οκτώβριος του 2020) και μέχρι τη λύση του γάμου των διαδίκων (Σεπτέμβριος του 2022), δεν αποδείχθηκε -ούτε άλλωστε εκθέτει κάτι σχετικώς-ότι ζήτησε την απόδοση μέρους του δανείου είτε η επιχείρηση εμφάνιζε κερδοφορία είτε όχι, γεγονός που αποδεικνύει ότι δεν απέβλεπε στην επιστροφή του καταβληθέντος στην ενάγουσα ποσού για τη λειτουργία της επιχείρησης. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα καταστάσεις αναλυτικών κινήσεων των τραπεζικών του λογαριασμών, ουδεμία αιτιολογία αναγράφεται για τις ένδικες μεταφορές ποσών, ώστε να προκύπτει με ασφάλεια και προς αποφυγή παρανοήσεων ότι πρόκειται για καταβολές στα πλαίσια δανείου προς της σύζυγό του, ενώ για την ένδικη αξίωση του ενάγοντος δεν γίνεται καμία αναφορά στο από 28-12-2022 ιδιωτικό συμφωνητικό με το οποίο οι διάδικοι αποφάσισαν κατά βάση τη συναινετική λύση του γάμου τους και τη ρύθμιση των θεμάτων σχετικά με την επιμέλεια, διατροφή και επικοινωνία με το τέκνο τους, αν και συμπεριλαμβάνονται σε αυτό συμφωνίες και δηλώσεις των συζύγων σχετικά με λοιπά ζητήματα. Συγκεκριμένα στο ως άνω συμφωνητικό υπό άρθρο Δ’ με τίτλο «Ειδικοί Όροι» οι διάδικοι δηλώνουν ότι δεν υπάρχουν μεταξύ τους διατροφικές αξιώσεις ούτε αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα, συμφωνούν να προβούν στις απαιτούμενες ενέργειες για την καταστροφή του γενετικού τους υλικού που διατηρείται σε κλινικές υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και συμφωνούν ότι η μετακίνηση της εναγόμενης από την άλλοτε οικογενειακή στέγη θα γίνει με δική της μέριμνα και δαπάνες, ωστόσο, ουδεμία αναφορά γίνεται για την ένδικη απαίτηση επιστροφής του δανείου, όπως ευλόγως θα συνέβαινε στα πλαίσια εκκαθάρισης των μεταξύ τους σχέσεων, αν πράγματι είχε συναφθεί μεταξύ των διαδίκων σύμβαση δανείου. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το ποσό των 1.000,00 ευρώ, αποδείχθηκε ότι καταβλήθηκε σε λογαριασμό της εναγόμενης, στις 18-5-2022, προκειμένου αυτή να εξοφλήσει το κόστος δεξίωσης που παρέθεσαν οι διάδικοι για τη βάπτιση της κόρης τους στις 21-5-2022, καθότι ο ενάγων κατά την ημερομηνία της βάπτισης και της δεξίωσης αποχώρησε νωρίτερα για να μεταβεί στην Αθήνα για να παρακολουθήσει τον τελικό κυπέλλου μεταξύ των ομάδων ΠΑΟ-ΠΑΟΚ το βράδυ της ίδιας ημέρας. Συνεπώς, και λαμβανομένων υπ’ όψιν αφενός της άρνησης της εναγόμενης περί σύναψης της ένδικης σύμβασης δανείου, ενόψει της οποίας (άρνησης), επωμίζεται ο ενάγων το βάρος απόδειξης του σχετικού ισχυρισμού του, και συνεπώς φέρει και τον κίνδυνο αμφιβολίας που δημιουργείται στο Δικαστήριο, αν δεν ανταποκριθεί στο βάρος αυτό (άρθ. 338 παρ. 1 ΚΠολΔ) αφετέρου του γεγονότος ότι από τον επωμιζόμενο με το βάρος απόδειξης του σχετικού ισχυρισμού του ενάγοντα ουδόλως αποδείχθηκαν τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά περί σύναψης σύμβασης δανείου με την εναγόμενη, συνεπεία του οποίου οφείλει η τελευταία να του αποδώσει το συνολικό ποσό των 35.158,17 ευρώ, ήτοι ποσό 33.856,91 ευρώ που αιτείται με την κύρια αγωγή και ποσό 1.301,26 ευρώ που αιτείται με την παρεμπίπτουσα αγωγή, πρέπει η υπό κρίση αγωγή και η συνεκδικαζόμενη παρεμπίπτουσα αγωγή να απορριφθούν ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες. Τέλος, ο ενάγων-παρεμπιπτόντως ενάγων, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικαστεί στην καταβολή του συνόλου των δικαστικών εξόδων της εναγομένης-παρεμπιπτόντως εναγομένης που υπέβαλε σχετικό αίτημα με τις προτάσεις της (άρθρα 191 §2 και 176 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την παρεμπίπτουσα αγωγή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον ενάγοντα-παρεμπιπτόντως ενάγοντα στην καταβολή του συνόλου των δικαστικών εξόδων της εναγομένης-παρεμπιπτόντως εναγομένης το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια τετρακόσια πενήντα ευρώ (€1.450,00).

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στις 9-9-2024.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στη Θεσσαλονίκη, στις 9-9-2024

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης , Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]