ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 116/2021
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ειρήνη Κατινιώτη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών και από το Γραμματέα Μαρίνο Κλουβάτο.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Νοεμβρίου 2020 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) ....και 26) ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδων Παυλάτο του Βασιλείου με AM ΔΣΑ .....
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΠΡΩΤΕΥΟΥΣΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και το διακριτικό τίτλο «Ε.ΥΔ.Α.Π Α.Ε», που εδρεύει στο Γαλάτσι Αττικής, οδός Ωρωπού αρ. 156, με ΑΦΜ...Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Αθηνών, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κλειώ Ιεροδιακόνου του Χάρη με AM ΔΣΑ .....
Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες με την από 5-9-2014 αγωγή τους, που άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που κατατέθηκε με γενικό και ειδικό αριθμό κατάθεσης .../2014, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ' αυτή.
Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ' αριθμόν 699/2016 οριστική του απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες με την από 13 -3-2018 έφεσή τους, προς το Δικαστήριο αυτό, που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με γενικό και ειδικό αριθμό κατ. ενδ. μέσου. .../.../2018, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε αρχικά η 19-3-2019, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 5-5-2020, οπότε και ματαιώθηκε λόγω αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων και επαναπροσδιορίστηκε οίκοθεν, με βάση το άρθρο 74 παρ.2 του ν.4690/2020, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπρόθεσμα έγγραφες προτάσεις με τις οποίες ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ' αυτές και παραστάθηκαν ως ανωτέρω.
Η κρινόμενη από 13-3-2018 έφεση, με την οποία πλήττεται η με αριθμό 699/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495, 499, 511, 513 παρ.1 εδαφ.β', 516 παρ. 1, 517, 518 παρ.2, 520 παρ.1 του ΚΠολΔ), με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 14-3-2018, πριν την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, αφού τέτοια επίδοση δεν προσκομίζουν οι διάδικοι, ούτε άλλωστε προκύπτει οίκοθεν από τα προσκομιζόμενα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αποδεικτικά μέσα, αλλά εντός της προβλεπομένης στη διάταξη του άρθρου 518 παρ.2 του ΚΠολΔ προθεσμίας των δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης, που έλαβε χώρα στις 18.3.2016, και επιπροσθέτως δεν συντρέχει άλλος λόγος απαραδέκτου, αρμόδια δε φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 19 του ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία.
Οι ενάγοντες, με την ένδικη αγωγή τους, ιστορούσαν, ότι συνδέονται με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την εναγομένη εταιρεία «ΕΥΔΑΠ Α.Ε», η οποία αποτελεί ανώνυμη κεφαλαιουχική εταιρία εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών που λειτουργεί με βάση τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, χωρίς το Ελληνικό Δημόσιο να μετέχει, από 26.4.2012, στο μετοχικό της κεφάλαιο ευρισκόμενη εκτός του ευρύτερου δημόσιου τομέα και η οποία (εναγομένη) τους υπήγαγε στο πεδίο εφαρμογής των νόμων 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011, μειώνοντας, κατά τα οριζόμενα σ' αυτούς, τις αποδοχές τους (μισθούς και επιδόματα εορτών και αδείας), ενέργεια όμως που ήταν παράνομη διότι, ως ευρισκόμενη εκτός του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των νόμων αυτών, οι διατάξεις των οποίων, επιπρόσθετα, αντίκεωται στις εκτεθείσες συνταγματικές και υπερσυνταγματικές διατάξεις. Με βάση το ιστορικό αυτό, μετά το νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε εν μέρει έντοκο αναγνωριστικό, ζήτησαν, κυρίως από τη σύμβαση εργασίας τους και επικουρικά κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, καθώς και από τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να υποχρεωθεί και να αναγνωρισθεί αντίστοιχα η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον καθένα τα αναφερόμενα στο αγωγικό δικόγραφο χρηματικά ποσά, τα οποία αποτελούσαν τις διαφορές που προκύπτουν μεταξύ των αποδοχών που ελάμβαναν, όπως είχαν διαμορφωθεί την 31.12.2009, και των μειωμένων που τους καταβλήθηκαν για το χρονικό διάστημα από 1.3.2011 έως 31.3.2014, καθώς και χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης. Επιπροσθέτως, σημειώνεται ότι με την κρινόμενη αγωγή, οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι όλοι, πλην των 5ου, 6ου, 18ης και 26ου είχαν ασκήσει αγωγή ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσαν να υποχρεωθεί η αντίδικος εταιρεία να καταβάλει σε κάθε έναν εξ' αυτών προκύπτουσες χρηματικές διαφορές λόγω επιβολής στις πάσης φύσεως καταβαλλόμενες αποδοχές τους των περικοπών των διατάξεων των νόμων 3833/2010 και 3845/2010, αγωγή η οποία έγινε δεκτή δυνάμει της υπ'αριθμ. 1013/2013 αποφάσεως του ανωτέρω δικαστηρίου, η οποία κατέστη αμετάκλητη και ακολούθως η αντίδικος προχώρησε σε εκτέλεση αυτής καταβάλλοντάς τους τα επιδικασθέντα ποσά για το παραπάνω χρονικό διάστημα. Ωστόσο, ουδεμία διευκρίνιση υπήρξε για το εκεί επίδικο χρονικό διάστημα, ούτε κατέστη σαφές εάν οι ενάγοντες επικαλούντο το δεδικασμένο που απέρρεε από την ανωτέρω απόφαση, ούτε όμως και προσκόμισαν την σχετική απόφαση, ούτε προέβαλλαν κάποιο σχετικό προς τούτο λόγο έφεσης (αντιθέτως μάλιστα στον υπό στοιχείο 11.3 λόγο της εφέσεώς τους, ανέφεραν ότι η ανωτέρω απόφαση εξεδόθη επί αγωγής συναδέλφων τους κατά της αντιδίκου) και συνεπώς ο αγωγικός αυτός ισχυρισμός τους δεν ασκεί κάποια έννομη επιρροή και δεν αποτελεί αντικείμενο της παρούσας εκκλητής δίκης.
Κατόπιν της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ'αριθμ. 699/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη ως προς όλες τις βάσεις της (κύρια και επικουρικές). Κατά της απόφασης αυτής, παραπονούνται οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες με την κρινόμενη έφεσή τους, για τους διαλαμβανόμενους σ' αυτή λόγους οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, ζητώντας να εξαφανιστεί, η εκκαλουμένη απόφαση, προκειμένου να γίνει δεκτή, στο σύνολό της η αγωγή τους.
Από τους λόγους έφεσης ενόψει της απόρριψης της αγωγής με την εκκαλούμενη απόφαση ως μη νόμιμης, τόσο ως προς την κύρια όσο και ως προς τις επικουρικές της βάσεις παραδεκτοί κρίνονται μόνο αυτοί που προσάπτουν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συγκεκριμένα σφάλματα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ενώ, αντιθέτως, οι λόγοι με τους οποίους πλήττεται η εκκαλουμένη για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων κρίνονται απαράδεκτοι και απορριπτέοι (βλ. Σαμουήλ, Η έφεση, έκδ. 2003, παρ. 542, αρ.6). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 520 ΚΠολΔ, το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 του ιδίου Κώδικα και τους λόγους έφεσης. Ως λόγοι εφέσεως νοούνται οι πλημμέλειες και οι ελλείψεις, που αποδίδονται στην εκκαλουμένη απόφαση και οι οποίες συνίστανται, ως επί των πλείστον, σε παραδρομές του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Οι παραδρομές αυτές είναι δυνατόν να ανάγονται είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, είτε στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Ο λόγος της έφεσης πρέπει να διατυπώνεται με σαφήνεια, ώστε να διαγράφονται επακριβώς τα σφάλματα, τα οποία αποδίδονται στην εκκαλούμενη απόφαση και δικαιολογούν το αίτημα της έφεσης για εξαφάνιση ή μεταρρύθμισή της. Η αοριστία του εφετηρίου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε να αναπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα, έστω και της ίδιας δίκης. Οι αόριστοι λόγοι έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και με αυτεπάγγελτη εξέταση (ΑΠ 403/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 10° λόγο της εφέσεώς τους, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένως απέρριψε το επικουρικό αίτημα της αγωγής τους που στηριζόταν στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς και ότι είχαν προβάλει επικουρικά και τον ισχυρισμό ότι οι ενέργειες της εναγομένης παραβίαζαν τις κοινές περί αδικοπραξίας διατάξεις, παραθέτοντας εν συνεχεία, εν συνάψει, το σχετικό ιστορικό της αγωγής τους, καθώς και το σκεπτικό αποφάσεων που έκριναν ότι οι διατάξεις των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 παραβίαζαν τις ειδικότερα αναφερόμενες συνταγματικές αρχές, αλλά και τις Διεθνείς Συμβάσεις και Πρωτόκολλα, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι: « ..συνεπώς η εκκαλουμένη όλως εσφαλμένως απέρριψε τον επικουρικός προβαλλόμενο ισχυρισμός μας, για το λόγο αυτό καθίσταται εκκλητή και εξαφανιστέα.». Ωστόσο, με το ανωτέρω περιεχόμενο, ο λόγος αυτός έφεσης είναι αόριστος και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αφενός δεν καθίσταται σαφές για την απόρριψη ποιας από τις δύο επικουρικές βάσης της αγωγής παραπονούνται, αφετέρου δεν αναφέρονται επακριβώς τα σφάλματα, τα οποία αποδίδονται στην εκκαλούμενη και τα οποία δικαιολογούν το αίτημα της έφεσης για την εξαφάνισή της. Διευκρινίζεται δε, ότι ο αόριστος (ανύπαρκτος) αυτός λόγος έφεσης είναι, κατ' ουσίαν, και ο μοναδικός λόγος στον οποίο γίνεται αναφορά στις επικουρικές βάσεις της αγωγής και συνεπώς, εφόσον οι τελευταίες, όπως προαναφέρθηκε, έχουν απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως μη νόμιμες, το παρόν δικαστήριο (σε περίπτωση απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής) δεν δύναται να προβεί σε αυτεπάγγελτη εξέτασή τους (ΑΠ 2039/2014, Σαμουήλ Σαμουήλ, έκδοση 2009 Η ΕΦΕΣΗ σελ. 379 παρ. 968 επ.), αφού οι επικουρικές αυτές βάσεις δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας εκκλητής δίκης, δεδομένου ότι, επί της ουσίας, δεν προσβλήθηκαν τα σχετικά κεφάλαια της εκκαλουμένης με λόγο έφεσης από τους ηττηθέντες ενάγοντες. Ακολούθως, με το δεύτερο σκέλος του 2ου λόγου έφεσης που προβάλλεται επικουρικά, οι εκκαλούντες παραπονούνται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, ενώ με τον 11° λόγο της εφέσεώς τους, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι η εκκαλουμένη προέβη σε κακή εκτίμηση του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού και δη, για εσφαλμένη εκτίμηση του πλούσιου ad hoc νομολογιακού υλικού. Οι λόγοι αυτοί, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη ανωτέρω νομική σκέψη, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, καθόσον αφορούν την ουσία στην οποία όμως δεν υπεισήρθε η εκκαλουμένη, σε κάθε δε περίπτωση αναφέρεται ότι η νομολογία δεν αποτελεί άμεση πηγή δικαίου την οποία το δικαστήριο οφείλει να εφαρμόσει και συνεπώς δεν τίθεται καν ζήτημα «κακής εκτίμησης νομολογιακού υλικού» όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες.
I. Με τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 2 και 23 παρ. 1 του Συντάγματος περί ελευθερίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων και συνδικαλιστικής ελευθερίας, επιδιώκεται η κατοχύρωση της συλλογικής αυτονομίας των επαγγελματικών οργανώσεων, έτσι ώστε, κατά την άσκηση του αποκλειστικού προνομίου τους, να ρυθμίζουν τους όρους των, μεταξύ των μελών τους, συναπτόμενων συμβάσεων εργασίας, είτε με την κατάρτιση συλλογικής σύμβασης εργασίας είτε, σε περίπτωση αποτυχίας των σχετικών διαπραγματεύσεων, με την προσφυγή στη διαιτησία. Οι όροι αυτοί, που ενσαρκώνουν την εξισορρόπηση των εκατέρωθεν συμφερόντων, στην οποία στηρίζεται και από την οποία εξαρτάται η λειτουργία και βιωσιμότητα οποιοσδήποτε οικονομικής ιδιωτικής ή δημόσιας επιχείρησης, ως εκ τούτου δε και η τύχη των μισθωτών τους, δεν μπορούν να θιγούν από τον κρατικό νομοθέτη με οποιοδήποτε τρόπο, εκτός αν πρόκειται για γενικούς όρους εργασίας, δηλαδή, για όρους που έχουν ως αντικείμενο τη γενική διάπλαση της σχέσης εργασίας ή τη ρύθμιση θέματος που ενδιαφέρει την έννομη τάξη, διότι αφορά το γενικότερο κοινωνικό συμφέρον, που αποτελεί και το κρίσιμο για την οριοθέτηση του χώρου λειτουργίας του κρατικού νομοθέτη (ΟλΑΠ 626/1988, ΑΠ 288/2003). Συνεπώς, η ρύθμιση των αποδοχών των μισθωτών, η οποία είναι το πρώτο ιστορικά και καίριο θέμα της συλλογικής διαπραγμάτευσης, δεν μπορεί να γίνει από το νόμο κατά τρόπο αποκλειστικό, δηλαδή, να αφαιρεθεί από την ύλη της συλλογικής σύμβασης, εκτός εάν λόγοι γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, συνδεόμενοι με τη λειτουργία της εθνικής οικονομίας, δικαιολογούν, ενόσω διαρκούν, την αποκλειστική από το νόμο ρύθμιση των αποδοχών είτε όλων των μισθωτών είτε κατηγοριών αυτών. Από τη συνταγματική δε αρχή της διάκρισης των εξουσιών, προκύπτει ότι η ουσιαστική εκτίμηση του δημοσίου συμφέροντος ανήκει στη νομοθετική ή κατά περίπτωση στην εκτελεστική εξουσία και μόνο η υπέρβαση των ακραίων λογικών ορίων της έννοιας εμπίπτει στο πεδίο ελέγχου νομιμότητας (ΣτΕ 1975/1991 ΤΝΠ «ΔΣΑ»), Περαιτέρω, στο άρθρο 4 της Διεθνούς Συμβάσεως 98 «Περί εφαρμογής των αρχών του δικαιώματος οργανώσεως και συλλογικής διαπραγματεύσεως», που ψηφίστηκε στη Γενεύη την 1η Ιουλίου 1949 από τη Διεθνή Συνδιάσκεψη Εργασίας, κυρώθηκε με το ν.δ 4205/1961 και τέθηκε σε ισχύ από 30.3.1963 με το β.δ 449/1962, ορίζεται ότι, εφόσον είναι αναγκαίο, πρέπει να λαμβάνονται μέτρα που να ανταποκρίνονται στις εθνικές συνθήκες και να ενισχύουν σε ευρύτατη κλίμακα τη χρησιμοποίηση διαδικασιών, με τις οποίες εργοδότες και εργοδοτικές οργανώσεις και οργανώσεις εργαζομένων να έρχονται σε διαπραγματεύσεις για τη ρύθμιση των όρων απασχόλησης με συλλογικές συμβάσεις. Επίσης, στην 87/1948 Διεθνή Σύμβαση Εργασίας «Περί συνδικαλιστικής ελευθερίας και προστασίας του συνδικαλιστικού δικαιώματος», που κυρώθηκε με το ν.δ 4204/1961, ορίζονται τα ακόλουθα: «Η εθνική νομοθεσία δέον να μην προσβάλλει ή να μην εφαρμόζονται κατά τρόπο· προσβάλλοντα τας υπό της παρούσης Συμβάσεως προβλεπομένας διασφαλίσεις (άρθρο 8 παρ. 3)». Πάν μέλος της Διεθνούς Οργανώσεως της Εργασίας, δια το οποίο ισχύει η παρούσα σύμβασις, υποχρεούται να λαμβάνει πάντα τα αναγκαία και κατάλληλα μέτρα δΓ ων να εξασφαλίζεται εις τους εργαζομένους και τους εργοδότες η ελευθέρα άσκησις του συνδικαλιστικού δικαιώματος (άρθρο 11)». Στο δε άρθρο 6 του Ν. 1426/1984 για την κύρωση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη ορίζεται ότι «Για εξασφάλιση της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος της συλλογικής διαπραγματεύσεως τα Συμβαλλόμενα Μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση: 1. Να ευνοούν την ισομερή συνεννόηση μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων. 2. Να προωθούν, όταν αυτό είναι αναγκαίο και σκόπιμο, την καθιέρωση διαδικασιών εκούσιας διαπραγμάτευσης μεταξύ των εργοδοτών ή των οργανώσεων εργοδοτών και των οργανώσεων των εργαζομένων, προκειμένου να ρυθμίζονται οι όροι απασχόλησης με συλλογικές συμβάσεις. 3. Να ευνοούν την καθιέρωση και χρησιμοποίηση κατάλληλων διαδικασιών συνδιαλλαγής και διαιτησίας για τη ρύθμιση των εργασιακών διαφορών και αναγνωρίζουν: 4. Το δικαίωμα των εργαζομένων και των εργοδοτών για συλλογικές ενέργειες σε περίπτωση σύγκρουσης συμφερόντων, περιλαμβανομένου και του δικαιώματος της απεργίας, με την επιφύλαξη των υποχρεώσεων που θα μπορούσαν να προκύψουν από τις ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις». Οι υποδείξεις που γίνονται με τις παραπάνω διατάξεις υποχρεώνουν τα κράτη μέλη που έχουν προσχωρήσει στις οικείες συμβάσεις να προσαρμόσουν την εσωτερική τους νομοθεσία ώστε να εξασφαλίζεται αφενός η ελεύθερη άσκηση του συνδικαλιστικού δικαιώματος για τους εργαζομένους και τους εργοδότες και αφετέρου το δικαίωμα αυτών για ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις. Όσον αφορά δε την ελληνική έννομη τάξη, οι υποδείξεις αυτές έχουν ήδη πραγματοποιηθεί με το Σύνταγμα του 1975, με το οποίο κατοχυρώνεται τόσο η ελευθερία των συλλογικών διαπραγματεύσεων στο άρθρο 22 παρ. 2, όσο και η ελεύθερη άσκηση του συνδικαλιστικού δικαιώματος στο άρθρο 23 παρ. 1 (βλ. ΣτΕ 1975/1991 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ» και ΕφΑθ 3711/2017).
II. Στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), το οποίο κυρώθηκε μαζί με τη Σύμβαση με το άρθρο πρώτο του ν.δ 53/1974, ορίζεται ότι «Πάν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθώς συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα αλλά και όλα τα δικαιώματα «περιουσιακής φύσεως», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται, κατά τον τρόπο αυτόν, και τα ενοχικής φύσης περιουσιακά δικαιώματα και, ειδικότερα, οι απαιτήσεις που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημόσιου ή ιδιωτικού δικαίου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορεί να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον, δηλαδή, υφίσταται σχετικά μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους προϋπόθεση που συντρέχει ιδίως όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους. Περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αποτελεί και η αξίωση για καταβολή προβλεπόμενων από τη νομοθεσία του συμβαλλόμενου κράτους αποδοχών, εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες για την καταβολή τους προϋποθέσεις, χωρίς όμως, με το ανωτέρω άρθρο, να κατοχυρώνεται δικαίωμα σε μισθό ή σύνταξη ορισμένου ύψους, με συνέπεια να μην αποκλείεται καταρχήν διαφοροποίηση του ύψους του μισθού ή συνταξιοδοτικής παροχής, ανάλογα με τις εκάστοτε επικρατούσες συνθήκες. Η επέμβαση σε περιουσιακής φύσης αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται καταρχήν και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά την εκτίμηση του εθνικού νομοθέτη, δημοσιονομικού προβλήματος ή προς την εξασφάλιση της βιωσιμότητας κοινωνικοασφαλιστικών οργανισμών. Η δε εκτίμηση του νομοθέτη ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος που επιβάλλει τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος, υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο και πρέπει η επέμβαση στην περιουσία να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν (ΟλΣτΕ 3177/2014, ΕφΘεσ 1175/2019 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»), Εξάλλου, στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους... Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας». Στα πλαίσια της ως άνω διάταξης έχει κριθεί (βλ. ΣτΕ 215/2012, ΣτΕ 2227/2010 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ») ότι, στην άσκηση της κατοχυρωμένης με το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος οικονομικής ελευθερίας, είναι δυνατό να επιβληθούν από το νόμο περιορισμοί, οι οποίοι για να είναι συνταγματικός επιτρεπτοί, πρέπει να ορίζονται γενικώς κατά τρόπο αντικειμενικό και να δικαιολογούνται από αποχρώντες λόγους δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος, οι οποίοι τελούν σε συνάφεια προς το αντικείμενο και τον χαρακτήρα της ρυθμιζόμενης επαγγελματικής δραστηριότητας (ΟλΣτΕ 2204/2010, ΟλΣτε 1210/2010 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»), Ενόψει δε της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας, οι ως άνω περιορισμοί πρέπει να είναι πρόσφοροι και αναγκαίοι για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από το νομοθέτη σκοπού δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογοι εν σχέσει προς το σκοπό αυτόν. Όσον αφορά δηλαδή στον έλεγχο της προσφορότητας και αναγκαιότητας των μέτρων που θεσπίζονται για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, ο νομοθέτης διαθέτει ευρύ περιθώριο εκτίμησης ως προς τον καθορισμό των σχετικών ρυθμίσεων που αυτός κρίνει πρόσφορες και αναγκαίες, ενόψει και των δημοσιονομικών συνθηκών που επικρατούν σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο στη Χώρα. Ως εκ τούτου, ο δικαστικός έλεγχος της τήρησης της αρχής της αναλογικότητας περιορίζεται στην κρίση αν η θεσπιζόμενη ρύθμιση είτε είναι προδήλως απρόσφορη είτε υπερβαίνει προδήλως το αναγκαίο για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου συνταγματικού σκοπού μέτρο και, κατά συνεκδοχή, εάν η σχετική εκτίμηση του κοινού νομοθέτη, ως προς την προσφορότητα και αναγκαιότητα αυτής είναι καταδήλως εσφαλμένη (ΟλΣτΕ 3031/2018, ΣτΕ 4171/2012 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»),
III. Η επελθούσα από το έτος 2009 οικονομική κρίση στην Ελλάδα και σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκάλεσε έκτακτες ρυθμίσεις και δράσεις στις πληττόμενες χώρες. Έτσι, στην Ελλάδα, κατ' αρχάς, επιβλήθηκαν με τους νόμους 3758/2009 (Α' 68) και 3808/2009 (Α' 227), έκτακτες οικονομικές εισφορές στα εισοδήματα φυσικών και νομικών προσώπων καθώς και στη μεγάλη ακίνητη περιουσία φυσικών προσώπων. Στις 14.1.2010, η Ελληνική Κυβέρνηση παρουσίασε το επικαιροποιημένο πρόγραμμα σταθερότητας και ανάπτυξης 2010-2013, σύμφωνα με το οποίο η ανάγκη άμεσης αντιμετώπισης του προβλήματος δανειακής ρευστότητας της χώρας επέβαλε την ταχεία προώθηση μέτρων δημοσιονομικής προσαρμογής, μέσω των οποίων θα μπορούσε να επιτευχθεί περιστολή των δημοσίων δαπανών, με τη μείωση, μεταξύ άλλων, της δαπάνης της γενικής κυβέρνησης για επιδόματα κατά 10% και τον περιορισμό των προσλήψεων υπαλλήλων στο δημόσιο τομέα. Στις 16.2.2010 το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξέδωσε την 2010/182/ΕΕ (EE L 83) απόφασή του, με την οποία απηύθυνε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 126 παρ. 9, σε συνδυασμό με το άρθρο 136, της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Σ.Λ.Ε.Ε), ειδοποίηση προς την Ελλάδα για τη λήψη μέτρων για τη μείωση του ελλείμματος, μεταξύ των οποίων περιλαμβανόταν και η μείωση του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου. Στη συνέχεια, λόγω επιδείνωσης της κατάστασης, ελήφθησαν μέτρα με τον Ν. 3833/2010 (Α' 40), μεταξύ των οποίων αναδρομική μείωση αποδοχών των εργαζομένων στον στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα. Ειδικότερα, θεσπίσθηκε όριο στις συνολικές αποδοχές των εργαζομένων του δημόσιου τομέα και μειώθηκαν κατά 12% τα πάσης φύσης επιδόματα και κατά 30% τα επιδόματα εορτών και αδείας (άρθρα 1 και 2). Στις 3.5.2010, εξάλλου, υπεγράφη μεταξύ της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Ελληνικής Δημοκρατίας «Μνημόνιο Συνεννόησης» στο οποίο περιελήφθησαν, μεταξύ άλλων, τα δημοσιονομικά, χρηματοπιστωτικά και διαρθρωτικά μέτρα του τριετούς προγράμματος που είχε καταρτισθεί από τις ελληνικές αρχές. Όπως ειδικότερα προβλέπεται σ' αυτό, πριν από την καταβολή των δόσεων του δανείου προς την Ελλάδα συντάσσεται έκθεση συμμόρφωσης σχετικά με την εκπλήρωση των οριζομένων προϋποθέσεων, μεταξύ δε των προβλεπόμενων μέτρων περιλαμβάνεται η μείωση του μισθολογίου. Το μνημόνιο αυτό προσαρτήθηκε ως παράρτημα στο Ν. 3845/2010 (Α' 65), με τον οποίο επήλθε περαιτέρω μείωση των επιδομάτων κατά 8% και καθορισμός των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθώς και αδείας στα ποσά, αντιστοίχως, των 500,00 ευρώ, των 250,00 ευρώ και των 250,00 ευρώ, καταβαλλόμενα εφόσον οι αποδοχές δεν υπερβαίνουν κατά μήνα το ποσό των 3.000,00 ευρώ. Επακολούθησε ο Ν. 3871/2010 (Α' 141) με τον οποίο επιβλήθηκε η ψήφιση κατ' έτος, «Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στήριξης», που εγκρίθηκε για την περίοδο 2012-2015 με το Ν. 3985/2011 (Α' 151). Με τις προβλέψεις του ως άνω «πλαισίου», όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του σχετικού νόμου, επιδιώκεται, όχι μόνον η μείωση των δαπανών του κράτους αλλά η υλοποίηση μόνιμων διαρθρωτικών παρεμβάσεων, όπως ο εξορθολογισμός της μισθοδοτικής δαπάνης του Δημοσίου. Κατόπιν αυτών, δημοσιεύθηκε ο Ν. 4024/2011 «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 20122015» (Α' 226). Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση που τον συνοδεύει, βασική του επιδίωξη είναι η καθιέρωση νέου Ενιαίου Μισθολογίου Βαθμολογίου, ενόψει των ιδιαιτέρων δημοσιονομικών συνθηκών της χώρας. Το νέο μισθολόγιο, πέραν της εξοικονόμησης πόρων, στοχεύει στον εξορθολογισμό της υφισταμένης κατάστασης αναφορικά με τις οικονομικές απολαβές των υπαλλήλων, προκειμένου να επιτευχθεί η δημιουργία ενός ανταγωνιστικού περιβάλλοντος που θα συνδυάζει την εργασιακή ασφάλεια με την αποτελεσματικότητα της διοικητικής δράσης. Το προηγούμενο σύστημα αμοιβών, σύμφωνα με την εν λόγω έκθεση, δεν συνδεόταν με ένα αποτελεσματικό σύστημα αξιολόγησης και ανταμοιβής των υπαλλήλων, ενώ σημαντική παράμετρο αυτού αποτελούσαν τα διάφορα επιδόματα, τα οποία όμως δεν είχαν θεσμοθετηθεί κεντρικά ούτε σχετίζονταν με τα παραγόμενα αποτελέσματα. Στην παρ. 1 του άρθρου 4 ορίζεται ότι στις διατάξεις του Κεφαλαίου Β υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ), μεταξύ άλλων, του Δημοσίου (περίπτωση α), των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού (περίπτωση β) και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) (περίπτωση γ), καθώς επίσης και ορισμένες άλλες κατηγορίες υπαλλήλων και λειτουργών (υπό α έως ζ), κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του συγκεκριμένου. Με τα άρθρα 6 και 7 του Ν. 4024/2011 καταργείται η αυτόματη βαθμολογική εξέλιξη των υπαλλήλων σε ενιαίες οργανικές θέσεις όλων των βαθμών, με μόνο ουσιαστικό κριτήριο τη συμπλήρωση συγκεκριμένου χρόνου υπηρεσίας και καθιερώνεται σύστημα βαθμολογικής προαγωγής κατόπιν αξιολόγησης. Με το άρθρο 12 του ίδιου νόμου προβλέπεται ότι ο υπάλληλος λαμβάνει το βασικό μισθό που αντιστοιχεί στο βαθμό του, και ότι, σε περίπτωση δυσμενούς έκθεσης αξιολόγησης για δύο συνεχή έτη, δεν εξελίσσεται μισθολογικά. Συναφώς, με το άρθρο 13 ορίζεται ως βάση για τον υπολογισμό του αντιστοιχούντος σε κάθε βαθμό, εισαγωγικού μισθού ο εισαγωγικός μηνιαίος βασικός μισθός του κατώτερου βαθμού της κατηγορίας ΥΕ, που καθορίζεται σε 780,00 ευρώ, ενώ οι αντίστοιχοι μισθοί των λοιπών κατηγοριών, καθορίζονται για την κατηγορία ΔΕ σε 858,00 ευρώ, για την ΤΕ σε 1037,00 ευρώ και για την ΠΕ σε 1.092,00 ευρώ. Στο άρθρο 14 προβλέπεται, περαιτέρω, ότι οι μηνιαίες αποδοχές του υπαλλήλου αποτελούνται, πέραν του βασικού μισθού, από τα επιδόματα και τις λοιπές παροχές που προβλέπονται ειδικά στο νόμο και χορηγούνται εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις καταβολής τους. Περαιτέρω, με τις διατάξεις των άρθρων 15 έως 20 καθορίστηκαν τα επιδόματα και οι προϋποθέσεις χορήγησής τους, μεταξύ των οποίων στο άρθρο 16 τα επιδόματα εορτών και αδείας [τα οποία καταργήθηκαν από 1.1.2013 με το άρθρο πρώτο του Ν. 4093/2012 (Α' 222/12.11.2012)], στο άρθρο 17 η οικογενειακή παροχή, στο άρθρο 18 το επίδομα θέσης ευθύνης και στο άρθρο 20 η πρόσθετη αμοιβή για υπερωριακή εργασία. Με τις διατάξεις του άρθρου 28 του ίδιου νόμου (4024/2011), επιδιώκεται η ομαλή μετάβαση στο νέο σύστημα βαθμολογικής εξέλιξης, ορίζεται δε ειδικότερα στην παράγραφο 1 ότι οι υπηρετούντες κατά την έναρξη ισχύος του υπάλληλοι κατατάσσονται αυτοδικαίως στους βαθμούς της κατηγορίας που υπηρετούν, με βάση το συνολικό χρόνο πραγματικής δημόσιας υπηρεσίας και το χρόνο προϋπηρεσίας στο δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα που έχει αναγνωριστεί για τη βαθμολογική ή τη μισθολογική κατάταξη και εξέλιξη του υπαλλήλου. Τέλος, στη μεν παράγραφο 1 του άρθρου 29 (όπως αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 32 παρ. 3 του Ν. 4038/2012) ορίζεται ότι οι υπάλληλοι που εντάσσονται στους νέους βαθμούς, κατά το προηγούμενο άρθρο, λαμβάνουν το βασικό μισθό του βαθμού αυτού, ενώ όσοι εξ αυτών έχουν πλεονάζοντα χρόνο στον ίδιο βαθμό εξελίσσονται στα Μ.Κ του βαθμού αυτού, κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 12 του εν λόγω Κεφαλαίου. Στην δε παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου 29 (όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 3 παρ. 3 της ΠΝΠ 16/16.12.2011, ΦΕΚ Α' 262/16.12.2011) ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι: Εάν από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του εν λόγω Κεφαλαίου προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών, μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του Κεφαλαίου αυτού, χωρίς στην ανωτέρω σύγκριση να λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται ως επίδομα θέσης ευθύνης, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής: «α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου» (η εφαρμογή της τελευταίας αυτής περίπτωσης β της παραγράφου 2 του άρθρου 29 ανεστάλη έως 31.12.2016, δυνάμει του άρθρου πρώτου παρ. 2 υποπαράγραφος Γ1 του Ν. 4093/2012, με έναρξη ισχύος της αναστολής από 31.10.2012). Με τους προαναφερθέντες νόμους 3833 και 3845/2010 ελήφθησαν διάφορα μέτρα, αφενός μεν για την άμεση αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από το νομοθέτη οξείας δημοσιονομικής κρίσης, η οποία, κατ' αυτόν, είχε καταστήσει αδύνατη την εξυπηρέτηση των δανειακών αναγκών της Χώρας μέσω των διεθνών αγορών και πιθανό το ενδεχόμενο χρεοκοπίας της, αφετέρου δε για την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών με τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος κατά τρόπο δυνάμενο να διατηρηθεί και μετά την τριετή περίοδο, στην οποία κατ' αρχάς απέβλεπαν τα λαμβανόμενα μέτρα. Ειδικώς δε, η λήψη των μέτρων του Ν. 3845/2010, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η περαιτέρω περικοπή αποδοχών και συνταξιοδοτικών παροχών, η οποία συνεπάγεται, κατά τις εκτιμήσεις του νομοθέτη, τη μείωση του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης κατά 2,5 περίπου εκατοστιαίες μονάδες του Α.Ε.Π., κρίθηκε αναγκαία από το νομοθέτη ενόψει του ότι, κατά την εκτίμησή του, τα προγενεστέρως θεσπισθέντα με τις διατάξεις του Ν. 3833/2010 μέτρα αποδείχθηκαν ανεπαρκή για την αντιμετώπιση της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης της Χώρας, με συνέπεια να καταστεί αναγκαία η προσφυγή στον μηχανισμό στήριξης της ελληνικής οικονομίας. Με τα δεδομένα αυτά, η θεσπισθείσα με τους νόμους 3833/2010 και 3845/2010 περικοπή αποδοχών και επιδομάτων εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και συνταξιοδοτικών παροχών αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο, συνολικώς εφαρμοζόμενο, αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, άμεσης ανάγκης κάλυψης οικονομικών αναγκών της χώρας όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής της κατάστασης, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν πρωτίστως σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και αποτελούν, ταυτοχρόνως, και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών μελών της Ευρωζώνης, ενόψει της καθιερούμενης από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρέωσης δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφάλισης της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της. Τα μέτρα δε αυτά, λόγω της φύσης τους, συμβάλλουν αμέσως στην περιστολή των δημόσιων δαπανών.
Ενόψει τούτων, και με τα δεδομένα, που, κατά το νομοθέτη, συνέτρεχαν κατά το χρόνο θέσπισης των επίμαχων μέτρων, τα μέτρα αυτά δεν παρίστανται απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων με αυτά σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθούν ότι δεν ήταν αναγκαία, λαμβανομένου, άλλωστε, υπόψη ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτόν κρίσιμης δημοσιονομικής κατάστασης υπόκειται σε οριακό μόνον δικαστικό έλεγχο (βλ. ΟλΣτΕ 3374/2015, ΣτΕ 2705/2014 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»), Ακολούθως, εκδόθηκε ο Ν. 4093/2012«Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του Ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016»(Α' 222/12.11.2012). Με τις διατάξεις της παραγράφου Α', με τίτλο «ΕΓΚΡΙΣΗ ΜΕΣΟΠΡΟΘΕΣΜΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ 2013-2016» του άρθρου πρώτου του νόμου αυτού εγκρίθηκε το μεσοπρόθεσμο πλαίσιο. Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του μεσοπρόθεσμου πλαισίου (βλ. κείμενο του Υπουργείου Οικονομικών του Οκτωβρίου 2012) και προβλέπεται ιδίως στην ενότητα 1 «Δημοσιονομική στρατηγική και πολιτικές» του Κεφαλαίου 3 του μεσοπρόθεσμου, ότι το δημοσιονομικό όφελος από τον εξορθολογισμό των μισθολογίων (εκτός ΔΕΚΟ και ειδικών μισθολογίων), την κατάργηση των εξαιρέσεων του ενιαίου μισθολογίου και την ένταξη των ΔΕΚΟ στο ενιαίο μισθολόγιο θα υπερβεί αθροιστικά τα 102 εκατομμύρια ευρώ, για την περίοδο 20132016. Τέλος, στην ενότητα 5 «Δαπάνες Κρατικού Προϋπολογισμού» του ίδιου Κεφαλαίου 3, υποενότητα 5.3.1, αναφέρεται ότι: «Οι δαπάνες για μισθούς εμφανίζονται μειωμένες κατά 2.490 εκατομμύρια ευρώ, το 2016 σε σύγκριση με τη σχετική εκτίμηση για το 2012 προ της λήψης των μέτρων. Συγκεκριμένα, εκτιμάται ότι θα ανέλθουν σε 13.112 εκατομμύρια ευρώ ή 6,76% του ΑΕΠ το 2012, σε 11.811 εκατομμύρια ευρώ ή 6,45% του ΑΕΠ το 2013, σε 11.248 εκατομμύρια ευρώ ή 6,16% του ΑΕΠ το 2014, σε 10.942 εκατομμύρια ευρώ ή 5,83% του ΑΕΠ το 2015 και σε 10.630 εκατομμύρια ευρώ ή 5,41% του ΑΕΠ το 2016. Η διαμόρφωση των εξοικονομήσεων στο ύψος των ανωτέρω δαπανών, εκτιμάται ότι θα επιτευχθεί ως αποτέλεσμα των εξής σχεδιαζόμενων παρεμβάσεων: ... κατάργηση εξαιρέσεων του ενιαίου μισθολογίου...». Με το άρθρο πρώτο παράγραφος Γ', υποπαράγραφος Γ.1 περίπτωση 9 του Ν. 4093/2012 καταργήθηκε από 1.1.2013 το χρονοεπίδομα 2% της παρ. 1 της ΚΥΑ οικ.2/17132/0022/28.2.2012, στην δε περίπτωση 12 ορίσθηκε ότι: «12. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του Ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτό διοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, ..., ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του Ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1 .α του άρθρου 1 του Ν. 3899/2010 (Α' 212). Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, οι οποίες μπορούν να ανατρέχουν στην έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, μπορούν να ρυθμίζονται λεπτομέρειες εφαρμογής των προηγούμενων εδαφίων. ...». Στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4093/2012 αναφέρονται, ως προς την υποπαράγραφο Γ.1, μεταξύ άλλων, τα εξής: «... Με τις παρούσες διατάξεις ρυθμίζονται θέματα μισθολογικού περιεχομένου, τα οποία προβλέπονται στο πλαίσιο εφαρμογής του Μεσοπρόθεσμου Προγράμματος Δημοσιονομικής Προσαρμογής. Ειδικότερα: ... Με τις διατάξεις της περίπτωσης 12 ορίζεται ότι οι διατάξεις που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του Κεφαλαίου Δευτέρου του Ν. 4024/2011, δηλαδή των υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο Κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ ή σε Ο.Τ.Α, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του Ν. 3429/2005 (Α' 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1.α του άρθρου 1 του Ν. 3899/2010 (Α' 212). Για την ομαλότερη και αποτελεσματικότερη εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων μπορούν να εκδίδονται κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, οι οποίες μπορούν να ανατρέχουν στην έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας παραγράφου. ...». Εξάλλου, στην έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, που συνόδευε το σχέδιο του ανωτέρω νόμου 4093/2012 κατά την υποβολή του προς ψήφιση στη Βουλή, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «Παράγραφος Γ. Στο ενιαίο βαθμολόγιο μισθολόγιο (Ν. 4024/2011) των υπαλλήλων του Δημοσίου υπάγεται, από 1.1.2013, και το προσωπικό των μνημονευόμενων ν.π.ι.δ., καθώς και το αντίστοιχο των δημοσίων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιρειών του Α' Κεφαλαίου του Ν. 3429/2005» (βλ. ομοίως ΟλΣτΕ 3374/2015, ΣτΕ 2705/2014 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»),
IV. Η ΕΥΔΑΠ Α.Ε. συνεστήθη με τον ν. 1068/1980 (Α’190) δια της συγχωνεύσεως του «Οργανισμού Αποχετεύσεως Πρωτευούσης (ΟΑΠ)» και της «Ελληνικής Εταιρίας Υδάτων (ΕΕΥ) Αθηνών Πειραιώς και Περιχώρων», ως αποκλειστικός φορέας παροχής υπηρεσιών υδρεύσεως και αποχετεύσεως στις πόλεις των Αθηνών Πειραιώς και στους πέριξ αυτών δήμους και κοινότητες, με νομική μορφή ανώνυμης εταιρείας λειτουργούσης υπό τον πλήρη έλεγχο του Ελληνικού Δημοσίου: α) ως κυρίου του μετοχικού κεφαλαίου [με δυνατότητα μεταβιβάσεως ποσοστού μέχρι του ενός τρίτου (1/3) των μετοχών στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοικήσεως της περιοχής], β) ως αρμόδιου, δια της εκδόσεως κοινών αποφάσεων των Υπουργών Συντονισμού, Εσωτερικών και Δημοσίων Έργων, για τον διορισμό των οργάνων διοικήσεως της εταιρείας, ήτοι των μελών του εννεαμελούς διοικητικού συμβουλίου (τρία εκ των οποίων υπεδεικνύοντο από την Τοπική Ένωση Δήμων και Κοινοτήτων νομού Αττικής) και του Γενικού Διευθυντή μετά των αναπληρωτών του, γ) ως ασκούντος κυβερνητική πολιτική με τον καθορισμό των τιμολογίων των υπηρεσιών υδρεύσεως και αποχετεύσεως, δ) ως θεσπίζοντος το κανονιστικό πλαίσιο της λειτουργίας των δικτύων υδρεύσεως και αποχετεύσεως και ε) ως εποπτεύοντος τη δράση της εταιρείας, δια των Υπουργών Εσωτερικών και Δημοσίων Έργων, για τη διασφάλιση της παροχής των υπηρεσιών της σύμφωνα με την κειμένη νομοθεσία (βλ. άρθρα 1 παρ. 1, 2 παρ. 5, 5 παρ. 2, 8 παρ. 1, 19, 22 παρ. 1 και 2, 29 του ν. 1068/1980). Περαιτέρω, ο ν. 2744/1999, μεταξύ άλλων, προέβλεψε και τα ακόλουθα σχετικά με το νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς της ΕΥΔΑΠ Α.Ε.: Α) Ότι η ΕΥΔΑΠ Α.Ε. διέπεται εφεξής από τις διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 περί ανωνύμων εταιρειών, (Α' 37), του ν. 2414/1996 περί εκσυγχρονισμού των Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών (Α' 135) και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του ιδρυτικού της νόμου (ν. 1068/1980), τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, έχει διάρκεια εκατό (100) ετών και «... απαγορεύεται να εκποιεί, να εκμισθώνει ή να παραχωρεί κατά χρήση ή να συνιστά οποιοδήποτε εμπράγματο δικαίωμα επί των ακινήτων παγίων στοιχείων της, που χρησιμοποιούνται για την άσκηση των σχετικών με την παροχή υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης δραστηριοτήτων της ...» (άρθρο 1 παρ. 1, 2 και 8 του ν. 2744/1999). Β) Ότι το μετοχικό κεφάλαιο της ΕΥΔΑΠ Α.Ε. ορίζεται σε 20.000.000.000 δραχμές και ότι το Ελληνικό Δημόσιο δύναται να διαθέτει σε επενδυτές έως 49% του μετοχικού κεφαλαίου (άρθρο 1 παρ. 9 και 10 του ν. 2744/1999). Γ) Ότι «Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων ... καταρτίζεται το καταστατικό της ΕΥΔΑΠ Α.Ε., με το οποίο ρυθμίζονται θέματα που αφορούν το μετοχικό κεφάλαιο, τον αριθμό των μετοχών, την επωνυμία το σκοπό, την αύξηση και τη μείωση του μετοχικού κεφαλαίου, την έκδοση των μετοχών και των λοιπών τίτλων, τα δικαιώματα των μετόχων, το διορισμό των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, τη σύγκληση, τη λειτουργία και τις αρμοδιότητες της Γενικής Συνέλευσης και του Διοικητικού Συμβουλίου, τους ελεγκτές, την εταιρική χρήση, τη διανομή κερδών, τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις, τη λύση και την εκκαθάριση και κάθε άλλο θέμα, με την επιφύλαξη των διατάξεων του κ.ν. 2190/1920 και του ν. 2414/1996. Το καταστατικό αυτό τροποποιείται ως προς όλα τα θέματα ή και κωδικοποιείται με απόφαση της γενικής συνέλευσης των μετόχων με την επιφύλαξη των διατάξεων του κ.ν. 2190/1920 και του ν. 2414/1996 ...» (άρθρο 1 παρ. 11 του ν. 2744/1999). Επί τη βάσει των διατάξεων αυτών, με τις οποίες η ΕΥΔΑΠ Α.Ε οργανώθηκε ως ανώνυμη εταιρεία του εμπορικού δικαίου, αποφασίσθηκε στην από 29.11.1999 Γενική Συνέλευση των μετόχων της εταιρείας, μεταξύ άλλων, η εισαγωγή του συνόλου των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της, με τον τρόπο δε αυτό, διετέθη σε ιδιώτες μειοψηφικό ποσοστό 38,67% του μετοχικού κεφαλαίου και διετηρήθη στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου πλειοψηφικό ποσοστό 61,33%. Ακολούθως, η ΕΥΔΑΠ Α.Ε. υπήχθη και στις διατάξεις του Κεφαλαίου Β' (άρθρα 15 -17) του ν. 3429/2005 «Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί (ΔΕΚΟ)» (Α' 314) λόγω της γενομένης εισαγωγής των μετοχών της στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και της μη εισέτι αποξενώσεως του Ελληνικού Δημοσίου από το μετοχικό κεφάλαιό της (άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3429/2005), τιθέμενη πλέον εκτός του κατά τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις ευρύτερου δημόσιου τομέα (άρθρο 15 του ίδιου νόμου) και προσαρμόζοντας αναλόγως το καταστατικό της. Ύστερα δε και από τις ως άνω νομοθετικές μεταβολές, καταρτίσθηκε το Κωδικοποιημένο Καταστατικό της ΕΥΔΑΠ Α.Ε. και εγκρίθηκε κατά την 24η Τακτική Γενική Συνέλευση των μετόχων της 30.6.2006. Στις διατάξεις του εν λόγω καταστατικού ορίζεται ότι η εταιρεία τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων και λειτουργεί βάσει των κανόνων της ιδιωτικής οικονομίας, χωρίς να μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της ως εταιρείας που ασκεί δραστηριότητες κοινής ωφελείας (άρθρο 1), ενώ περαιτέρω, επαναλαμβάνεται η διάταξη περί της δυνατότητας του Ελληνικού Δημοσίου να διαθέτει σε επενδυτές μετοχές κατά ποσοστό που δεν υπερβαίνει το 49% του εκάστοτε μετοχικού κεφαλαίου (άρθρα 3, 4 παρ. 1 α' και 3, 5 παρ. 5). Ως προς το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ορίζεται, επιπροσθέτως, ότι ήδη ανέρχεται σε 63.900.000 ευρώ (διαιρούμενο σε 106.500.000 μετοχές των 0,60 ευρώ) και υπόκειται σε περαιτέρω αύξηση ή μείωση και απόσβεση κατά τις διατάξεις του ν. 2190/1920 και του ίδιου του καταστατικού (άρθρα 5 παρ. 3 και 8 παρ 1 -7). Ακολούθως, σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 του ν. 3986/2011 «επείγοντα μέτρα εφαρμογής μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015»-με τον οποίο συνεστήθη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΤΑΜΕΙΟ ΑΞΙΟΠΟΙΗΣΗΣΗΣ ΙΔΙΩΤΙΚΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ Α.Ε» (ΤΑΙΠΕΔ) εκδόθηκε αρχικά η 195/27.10.2011 (ΦΕΚ Β' 2501/4.11.2011) απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και αποκρατικοποιήσεων (ΔΕΑΑ), με την οποία μεταβιβάστηκαν στο ΤΑΙΠΕΔ, 29.075.500 μετοχές της εταιρείας ΕΥΔΑΠ Α.Ε, οι οποίες αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 27,3% του μετοχικού κεφαλαίου, μεταβίβαση που είχε ως αποτέλεσμα το Ελληνικό Δημόσιο να απολέσει την πλειοψηφία των μετοχών της ΕΥΔΑΠ ΑΕ, διατηρώντας πλέον 36.245.240 μετοχές, που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 34,033% του μετοχικού κεφαλαίου. Ακολούθως με την 206/25.4.2012 (ΦΕΚ Β' 1363/26.4.2012)] της ΔΕΑΑ, μεταβιβάστηκαν περαιτέρω στο ΤΑΙΠΕΔ κατά πλήρη κυριότητα και οι ανωτέρω μετοχές (ήτοι οι 36.245.240), με αποτέλεσμα από το χρονικό αυτό σημείο να έχουν περιέλθει κατά κυριότητα στο ΤΑΙΠΕΔ μετοχές που αντιστοιχούσαν στο 61,333% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας και το Ελληνικό Δημόσιο με την μεταβίβαση αυτή να αποξενώνεται πλήρως από το μετοχικό κεφάλαιο της ΕΥΔΑΠ Α.Ε. Ωστόσο, με την υπ'αριθμ. 1906/2014 απόφαση της Ολομέλειας του ΣΤΕ, ακυρώθηκε η τελευταία αυτή απόφαση της ΔΕΑΑ κατά το μέρος της, με το οποίο μεταβιβάζονται στο ΤΑΙΠΕΔ και οι τελευταίες μετοχές της εταιρείας που έχει στην κυριότητά του το Ελληνικό Δημόσιο [36.245.240 μετοχές που αντιστοιχούν σε ποσοστό 34,033% του μετοχικού κεφαλαίου], καθόσον κρίθηκε ότι: «η αποξένωση του Ελληνικού Δημοσίου από την πλειοψηφία του μετοχικού κεφαλαίου της ΕΥΔΑΠ Α.Ε., του οποίου η διατήρηση είναι αναγκαία υπό το δεδομένο νομικό καθεστώς για να μη μετατραπεί η δημόσια επιχείρηση σε ιδιωτική, συνιστά παράβαση των άρθρων 5 παρ. 5 και 21 παρ. 3 του Συντάγματος». Εξάλλου, με το άρθρο 31 παρ. 1 του ν. 4024/2011 (ΦΕΚ Α'226/27-10-2011), όπως ίσχυε προ της τροποποίησής του με το ν. 4141/2013 (ΦΕΚ A 81/5-4-2013), ορίζεται στην μεν περ. α ότι: «Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) που ανήκουν στο κράτος ή σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α., κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιρειών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 (Α' 314) όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α' 212), με εξαίρεση τα Ν.Π.Ι.Δ. του ν. 3864/2010 (Α' 119) και του άρθρου 1 του ν. 3986/2011 (Α' 152), εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους» και στην περ.β ότι: «Το ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβής προσωπικού εφαρμόζεται και στις δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμούς και ανώνυμες εταιρείες που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β' του ν. 3429/2005, καθώς και στις θυγατρικές τους, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: αα) το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 διορίζουν ως μέτοχοι μόνα ή από κοινού την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου, ββ) το Δημόσιο είναι πλειοψηφών μέτοχος και γγ) η διοίκηση της επιχείρησης δεν ασκείται από τον μέτοχο της μειοψηφίας». Σύμφωνα δε, με την παρ. 5 του άρθρου 31 του ίδιου ως άνω νόμου ορίστηκε ότι: «5. Για τις επιχειρήσεις, τους οργανισμούς και τις εταιρείες της υποπαραγράφου 1β, το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά του πάσης φύσεως προσωπικού δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει το 65% του μέσου κατά κεφαλήν αντίστοιχοί) κόστους της επιχείρησης, του οργανισμού ή της εταιρείας, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31.12.2009. Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, μικρότερο των χιλίων εννιακοσίων (1.900) ευρώ κατά μήνα, ισχύει ως όριο το όριο των χιλίων εννιακοσίων (1.900) ευρώ κατά μήνα». Ακολούθως, με την παρ. 5 του άρθρου 31 του ν. 4141/2013 (ΦΕΚ Α' 81/05-04-2013), οι παραπάνω περιπτώσεις αα και ββ (του άρθρου 31 παρ.1 του ν. 4024/2011), αντικαταστάθηκαν και μάλιστα αναδρομικά, ήτοι από τότε που ίσχυσε ο νόμος 4024/2011 και ορίστηκε ότι: «Το ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβής προσωπικού εφαρμόζεται και στις δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμούς και ανώνυμες εταιρείες που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β' του ν. 3429/2005, καθώς και στις θυγατρικές τους, εφόσον συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: «αα) Η πλειοψηφία του Διοικητικού Συμβουλίου έχει διοριστεί ή εκλεχθεί από το Δημόσιο ή το «Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου Α.Ε.» (ΤΑΙΠΕΔ) ή άλλα νομικά πρόσωπα των παραγράφων 1,2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005 (Α' 314), που ενεργούν ως μέτοχοι, μόνοι ή από κοινού, ββ) το Δημόσιο ή το ΤΑΙΠΕΔ ή άλλα νομικά πρόσωπα των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/ 2005, μόνοι ή από κοινού, έχουν την πλειοψηφία των μετοχών.» Στην αιτιολογική δε, έκθεση του ν. 4141/2011 αναφέρεται ότι: «Διευκρινίζεται για λόγους ασφάλειας δικαίου, ότι στα νομικά πρόσωπα που απαριθμούνται στις περιπτώσεις αα' κα ββ' της περ.β της παρ. 1 του άρθρου 31 του νόμου αυτού, περιλαμβάνεται και το ΤΑΙΠΕΔ το οποίο αποτελεί νομικό πρόσωπο από αυτά της παρ. 3 του άρθρου 1 του ν. 3429/2005». Εξάλλου, στο άρθρο 1 του ν. 3429/2005 «Δημόσιες Επιχειρήσεις και Οργανισμοί ΔΕΚΟ», όπως ισχύει, ορίζονται τα εξής: «1. Για τους σκοπούς του νόμου αυτού, ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται κάθε ανώνυμη εταιρεία, στην οποία το ελληνικό δημόσιο δύναται να ασκεί άμεσα ή έμμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο ή της χρηματοοικονομικής συμμετοχής του ή των κανόνων που τη διέπουν. 2. Η άσκηση αποφασιστικής επιρροής από το ελληνικό δημόσιο τεκμαίρεται όταν το ελληνικό δημόσιο ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου χρηματοδοτούμενα από το ελληνικό δημόσιο ή από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό ή άλλες δημόσιες επιχειρήσεις υπό την έννοια του παρόντος νόμου: α) είναι κύριοι μετοχών που εκπροσωπούν την απόλυτη πλειοψηφία του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ή β) ελέγχουν την πλειοψηφία των δικαιωμάτων ψήφου στη γενική της συνέλευση ή γ) δύνανται να διορίζουν το ήμισυ πλέον ενός των μελών του διοικητικού της συμβουλίου ή δ) χρηματοδοτούν την ετήσια δραστηριότητά της σε ποσοστό άνω του πενήντα τοις εκατό. 3. Ως "δημόσια επιχείρηση" νοείται και κάθε ανώνυμη εταιρεία συνδεδεμένη με άλλη δημόσια επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 42 ε παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920, όπως ισχύει. 4. Το Κεφάλαιο Α' του νόμου αυτού εφαρμόζεται σε όλες τις δημόσιες επιχειρήσεις, στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται οι εταιρείες για τις οποίες εφαρμόζεται το Κεφάλαιο Β'. 5. Το Κεφάλαιο Β' του νόμου αυτού εφαρμόζεται: α) στις ανώνυμες εταιρείες των οποίων μετοχές έχουν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά (χρηματιστήριο), εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα της παρ. 2 του παρόντος άρθρου εξακολουθούν να συμμετέχουν στο μετοχικό τους κεφάλαιο με οποιοδήποτε ποσοστό συμμετοχής, β) στις ανώνυμες εταιρείες που είναι συνδεδεμένες με τις εισηγμένες εταιρείες της προηγούμενης περίπτωσης, κατά την έννοια του άρθρου 42ε παρ, 5 του κ.ν. 2190/1920, γ) στις ανώνυμες εταιρείες ως προς τις οποίες έχει αποφασιστεί η έναρξη διαδικασιών αποκρατικοποίησης δια της εισαγωγής μετοχών τους σε οργανωμένη αγορά, με απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αποκρατικοποιήσεων του ν. 3049/2002 (ΦΕΚ 212 Α').». Ενόψει των ανωτέρω, συνάγονται τα ακόλουθα: Η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη εταιρεία «ΕΥΔΑΠ ΑΕ», κατά το χρόνο που δημοσιεύθηκε ο νόμος 4024/2011 (27-10-2011), ήταν ήδη εισηγμένη στο ΧΑΑ και συνεπώς πληρούσε τις προϋποθέσεις υπαγωγής της στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 31 παρ. β του ως άνω νόμου, δεδομένου ότι το Δημόσιο είχε ποσοστό συμμετοχής στο μετοχικό της κεφάλαιο και επομένως υπαγόταν στο Κεφάλαιο Β' του άρθρου 1 παρ. 5 του ν. 3429/2005 και επιπλέον πληρούνταν και οι λοιπές αθροιστικά οριζόμενες προϋποθέσεις, καθώς το Δημόσιο διόριζε, σύμφωνα με το άρθρο 36 του καταστατικού της, την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου της, τύγχανε πλειοψηφών μέτοχος (άρθρο 1 του ν. 27447/1999) και η διοίκηση της εταιρείας δεν ασκούνταν από μέτοχο της μειοψηφίας. Οι προϋποθέσεις αυτές υπαγωγής της εναγομένης στον ανωτέρω νόμο (4024/2011) δεν έπαψαν, επί της ουσίας, να πληρούνται, ούτε μετά τη μεταβίβαση των μετοχών της στο ΤΑΙΠΕΔ, αφού, το ζήτημα αυτό και οι όποιες αμφισβητήσεις δημιουργήθηκαν, ήρθησαν νομοθετικά και μάλιστα αναδρομικά (ήτοι, από την ισχύ του ν.4024/2011), με το νόμο 4141/2013, με τρόπο που δεν αντιβαίνει σε ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες-εκκαλούντες με την κρινόμενη αγωγή τους, όπως το περιεχόμενό αυτής εκτέθηκε ανωτέρω, επικαλούμενοι ότι συνδέονται με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την εναγομένη -εφεσίβλητη ΕΥΔΑΠ Α.Ε, η οποία αποτελεί ανώνυμη κεφαλαιουχική εταιρία εισηγμένη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών που λειτουργεί με βάση τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας χωρίς το Ελληνικό Δημόσιο να μετέχει, από 26.4.2012, στο μετοχικό της κεφάλαιο ευρισκόμενη εκτός του ευρύτερου δημόσιου τομέα, τους υπήγαγε στο πεδίο εφαρμογής των νόμων 3833/2010, 3845/2010 και 2024/2011, μειώνοντας, κατά τα οριζόμενα σ' αυτούς, τις αποδοχές τους (μισθούς και επιδόματα εορτών και αδείας), πλην όμως, παράνομα, διότι, ως ευρισκόμενη εκτός του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των νόμων αυτών. Όμως, με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή κρίνεται μη νόμιμη, καθόσον η εφεσίβλητη ανώνυμη εταιρία ΕΥΔΑΠ Α.Ε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο IV νομική σκέψη της παρούσας, συνιστά δημόσια επιχείρηση κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1, 2, 3 του Ν. 3429/2005, δηλαδή, επιχείρηση με δημόσιο κοινωφελή χαρακτήρα, τον οποίο δεν αρκεί να της στερήσει η εφαρμογή επ' αυτής και των διατάξεων περί ανωνύμων εταιριών και, επομένως, δεν εξαιρείται από το ρυθμιστικό πεδίο των νόμων 3833/2010, 3845/2010 και 2024/2011. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι η εναγομένη ως δημόσια επιχείρηση υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και συνεπώς εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο του άρθρου 31 παρ. 1β Ν. 4024/2011 τόσο πριν το χρονικό όριο της 26-4-2012 όσο και μετά απορρίπτοντας την αγωγή ως μη νόμιμη, δεν έσφαλε, απορριπτόμενου του 2ου λόγου εφέσεως, με τον οποίο οι εκκαλούντες ισχυρίζονταν τα αντίθετα, ως αβασίμου. Περαιτέρω, με τον 3° λόγο της εφέσεώς τους, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένως και παρά το νόμο η εκκαλουμένη κατέληξε στο αναιτιολόγητο και αυθαίρετο συμπέρασμα ότι η υπαγωγή τους στους Νόμους 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011 αποτελούσε αναγκαίο μέτρο εφαρμογής στήριξης και μείωσης του ελλείμματος, αφού το ελληνικό δημόσιο όχι μόνο δεν είχε όφελος, αλλά αντιθέτως ζημιωνόταν, καθόσον με τις περικοπές αυτές μειώνονταν οι κρατήσεις του ασφαλιστικού φορέα και συρρικνωνόταν και το χρηματικό ποσό που προέκυπτε από την καταβολή των φόρων προς το Ελληνικό Κράτος, καθώς το ΤΑΙΠΕΔ δεν υπάγεται στην κατηγορία των οργανισμών και επιχειρήσεων του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Ωστόσο, ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Ειδικότερα, με βάση τα όσα εκτέθηκαν στις ανωτέρω υπό στοιχεία III και IV νομικές σκέψεις είναι σαφές ότι υφίστατο λόγος δημοσίου συμφέροντος, καθόσον οι περικοπές, με τυπικό νόμο των αποδοχών των εναγόντων, έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της γενικής προσπάθειας της χώρας να αποφύγει τη χρεοκοπία και αιτιολογείτο επαρκώς στο πλαίσιο της προσπάθειας που καταβάλλετο από την Ελληνική Κυβέρνηση στη δημοσιονομική συγκυρία για την εξοικονόμηση των δαπανών και τον εξορθολογισμό της υφιστάμενης προβληματικής κατάστασης, η οποία είχε διαμορφωθεί με βάση το ισχύον, και σε κάποιες περιπτώσεις αυθαίρετο σύστημα οικονομικών απολαβών, τόσο στο στενό, όσο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (βλ. αιτιολογική έκθεση του ν. 4024/2011 ) και επομένως παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τους ενάγοντες η ανάλογη μείωση των αποδοχών τους εξυπηρετούσε θεμιτό σκοπό δημόσιας ωφέλειας, βρίσκοντας αιτιολογικό έρεισμα στην έκτακτη και πρωτοφανή κρίση που αντιμετώπισε η χώρα (ΑΠ 1097/2018 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ομοίως, απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται και ο ισχυρισμός τους ότι από την μείωση των αποδοχών τους δεν ωφελήθηκε το Ελληνικό Δημόσιο, καθώς και ότι το ΤΑΙΠΕΔ δεν ανήκει στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Και αυτό, διότι το τελευταίο (ΤΑΙΠΕΔ), κατά τις διατάξεις που το διέπουν, ελέγχεται πλήρως από το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο έχει το σύνολο του μετοχικού του κεφαλαίου, εξυπηρετεί δημόσιο σκοπό και ασκεί τις εξουσίες για χάρη δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα για την μείωση του δημοσίου χρέους και βάσει αυτών αποτελεί φορέα δημόσιας εξουσίας και ως εκ τούτου, κατ' ουσίαν, ταυτίζεται με το δημόσιο, ενώ επιπροσθέτως σημειώνεται ότι οι ενάγοντες δεν επικαλούνταν στην υπό κρίση αγωγή τους, ότι το ΤΑΙΠΕΔ, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, είχε μεταβιβάσει τις μετοχές της εναγομένης σε ιδιώτες, κάτι που το πρώτον επικαλούνται με το δεύτερο λόγο της εφέσεώς τους, πλην όμως αλυσιτελώς, αφού η επικαλούμενη αυτή μεταβίβαση έλαβε χώρα το έτος 2016, ήτοι χρονικό διάστημα που δεν είναι επίδικο. Επομένως, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4141/2013, η ρύθμιση αυτή υπαγορεύτηκε προκειμένου να μην αυξηθεί το κόστος λειτουργίας της εναγομένης, το οποίο και μετά τη μεταβίβασή της στο ΤΑΙΠΕΔ, εν τοις πράγμασι, εξακολουθούσε να βαρύνει το Δημόσιο μέχρι και την αποκρατικοποίησή της δια της συμβάσεως που θα σύναπτε το Ταμείο με τον ή τους ενδιαφερόμενους (βλ. Γνωμοδ. ΝΣΚ 311/2014.). Επομένως η εκκαλουμένη που έκρινε τα ίδια, έστω και με συνοπτική αιτιολογία, δεν έσφαλε. Ακολούθως, με τους 4ο,5°,60,7°και 8° λόγους της εφέσεώς τους οι εκκαλούντες, ισχυρίζονται ότι εσφαλμένως η εκκαλουμένη έκρινε ότι η περικοπή των αποδοχών τους που έλαβαν χώρα κατ' εφαρμογή των μνημονικών νόμων Ν. 3833/2010,3845/2010 και 4024/2011, δεν πάσχει αντισυνταγματικότητας, απορρίπτοντας χωρίς αιτιολογία τους ισχυρισμούς τους περί παραβιάσεως των άρθρων 4, 5 παρ. 1, 22 παρ. 2, 23 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, των Διεθνών Συμβάσεων Εργασίας 87 και 98 που κυρώθηκαν με το ν.δ 4204/1961 η πρώτη και το ν.δ 4205/1962 η δεύτερη, του άρθρου 6 του Ν. 1426/1984 για την κύρωση του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη, καθώς και του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΔΣΑ. Ωστόσο και οι ανωτέρω λόγοι κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν και αναλύθηκαν στις υπό στοιχεία I, II και III νομικές σκέψεις της παρούσας, με τους ανωτέρω νόμους ελήφθησαν διάφορα μέτρα, αφενός για την περαιτέρω αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από το νομοθέτη συνεχώς επιδεινούμενης δημοσιονομικής κρίσης, αφετέρου δε για την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών, προς το σκοπό μείωσης του δημοσιονομικού ελλείμματος, στην οποία απέβλεπαν τα λαμβανόμενα μέτρα. Με τα δεδομένα αυτά η θεσπισθείσα με τους ως άνω νόμους περικοπή αποδοχών και επιδομάτων εργαζομένων στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο, συνολικά εφαρμοζόμενο, αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, άμεσης ανάγκης κάλυψης οικονομικών αναγκών της Χώρας, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής κατάστασης, δηλαδή, στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν πρωτίστως σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος και αποτελούν, ταυτόχρονα, και σκοπούς κοινού ενδιαφέροντος των κρατών μελών της Ευρωζώνης ενόψει της καθιερούμενης από τη νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρέωσης δημοσιονομικής πειθαρχίας και διασφάλισης της σταθερότητας της ζώνης του ευρώ στο σύνολό της (βλ. όσα αναλυτικά εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο III νομική σκέψη). Ενόψει τούτων, με τα δεδομένα που, κατά το νομοθέτη συνέτρεχαν κατά το χρόνο θέσπισης των επίμαχων μέτρων, τα μέτρα αυτά δεν παρίστανται απρόσφορα, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθούν ότι δεν ήταν αναγκαία, λαμβανομένου, άλλωστε, υπόψη και του ότι η εκτίμηση του νομοθέτη ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας κρίσιμης δημοσιονομικής κατάστασης υπόκειται σε οριακό μόνο δικαστικό έλεγχο. Περαιτέρω, δοθέντος ότι τα επίμαχα μέτρα οδηγούν σε μείωση των συνολικά καταβαλλόμενων σε μισθωτούς αποδοχών, όχι όμως και στη στέρηση αυτών, εξασφαλίζεται, κατ' αρχήν, ισορροπία ανάμεσα στις απαιτήσεις του συντρέχοντος, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, εν προκειμένω γενικού συμφέροντος και την ανάγκη προστασίας των περιουσιακών δικαιωμάτων των εργαζομένων, λαμβανομένου υπόψη και του γεγονότος ότι προβλέπεται η καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας, έστω και μειωμένων σε σχέση με το προϊσχύον δίκαιο, σε εργαζομένους των οποίων οι αποδοχές δεν υπερβαίνουν το ποσό των 3.000,00 ευρώ, οι επίμαχες ρυθμίσεις δεν αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, καθόσον με αυτό δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε διαρκή απόληψη αποδοχών ορισμένου ύψους, αφού δεν κωλύεται ο νομοθέτης, εκτιμώντας τις εκάστοτε συνθήκες και λαμβάνοντας υπόψη τη δημοσιονομική κατάσταση του Κράτους, να προβαίνει σε αναμόρφωση του μισθολογίου του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα εισάγοντας νέες ρυθμίσεις (ΑΠ 1097/2018 ο.π). Εξάλλου, οι επίμαχες ρυθμίσεις δεν αντίκεινται ούτε στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας, ούτε στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της οικονομικής ελευθερίας (βλ. όσα αναλυτικά εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο II νομική σκέψη). Τέλος, και υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν συντρέχει περίπτωση παραβίασης των άρθρων 22 παρ. 2 και 23 παρ. 1 του Συντάγματος ούτε και εκείνων των 87 και 98 Διεθνών Συμβάσεων Εργασίας που κυρώθηκαν με το ν.δ 4204/1961 η πρώτη και με το ν.δ 4204/1961 η δεύτερη, αφού η απαγόρευση στο νομοθέτη να ρυθμίζει κατά τρόπο αποκλειστικό τις αποδοχές των μισθωτών, που αποτελεί και το καίριο θέμα της συλλογικής διαπραγμάτευσης, υποχωρεί όταν λόγοι δημοσίου συμφέροντος δικαιολογούν, ενόσω διαρκούν, την αποκλειστική από το νόμο ρύθμιση των αποδοχών είτε όλων των μισθωτών είτε κατηγοριών αυτών (βλ. τα αναλυτικά εκτεθέντα στην υπό στοιχείο I νομική σκέψη), η δε ουσιαστική εκτίμηση του δημοσίου συμφέροντος ανήκει στη νομοθετική ή, κατά περίπτωση, στην εκτελεστική εξουσία και μόνο η υπέρβαση των ακραίων λογικών ορίων της έννοιας εμπίπτει στο πεδίο ελέγχου της νομιμότητας. Εν προκειμένω, με τις διατάξεις των νόμων 3833/2010, 3845/2010 και 4024/2011, ο νομοθέτης, ως ήδη προαναφέρθηκε, αποφάσισε, μεταξύ άλλων, τη μείωση των αποδοχών, ως άμεσο μέτρο για την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, το μέτρο δε αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο, συνολικώς εφαρμοζόμενο, αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, άμεσης ανάγκης κάλυψης οικονομικών αναγκών της Χώρας όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής της κατάστασης, δηλαδή, στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος. Επομένως, η εκκαλουμένη απόφαση που απέρριψε τους σχετικούς ισχυρισμούς δεν έσφαλε, απορριπτόμενων των όσων αντιθέτων ισχυρίζονται οι εκκαλούντες. Τέλος, με τον 9° λόγο της εφέσεώς τους, οι εκκαλούντες ισχυρίζονται ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι με την από 10-5-2012 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας συνομολόγησαν μέσω του συνδικαλιστικού τους οργάνου ότι αποδέχονται τις μειώσεις του νόμου 4024/2011, διότι αυτή χώρησε χωρίς καμία νομιμοποίηση από πλευράς των εργαζομένων και επομένως η ανωτέρω κρίση της εκκαλουμένης είναι εσφαλμένη διότι αποδέχεται την μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους. Ως προς το λόγο αυτόν αναφέρονται τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες, με την κρινόμενη αγωγής τους, όπως προαναφέρθηκε, ισχυρίζονταν, μεταξύ άλλων, ότι οι περικοπές των αποδοχών τους από την εναγομένη παραβίαζε τις επικαλούμενες Συνταγματικές διατάξεις και Ευρωπαϊκές αρχές, μεταξύ των οποίων τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας, συνιστώντας μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων των συμβάσεων εργασίας τους. Οι ισχυρισμοί τους αυτοί απορρίφθηκαν από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Ακολούθως, η εκκαλουμένη απόφαση ανέφερε επί λέξει ότι: «Πέραν αυτών, οι επίδικες μειώσεις ...αποτελούν πλέον όρο των ατομικών συμβάσεων εργασίας των εργαζομένων της εναγομένης και επομένως και των εναγόντων... διότι έχουν περιληφθεί ως όροι της από 10-5-2012 Επιχειρησιακής Σύμβασης Εργασίας 2012...». Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι η τελευταία αυτή αιτιολογία ήταν επάλληλη και δεν επηρεάζει το διατακτικό της εκκαλουμένης. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής και ως εκ τούτου απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα ανωτέρω αναφερόμενα αποτελούσαν μια επάλληλη αιτιολογία και συνεπώς τυχόν βασιμότητα αυτών δεν θα έχει ως αποτέλεσμα την εξαφάνιση της εκκαλουμένης που αποτελεί και το αίτημα της έφεσης αφού το διατακτικό στηριζόταν στις έτερες κύριες αιτιολογίες (ΑΠ 1827/2011 αδημ., Β. Βαθρακοκοίλης Η ΕΦΕΣΗ, έκδοση 2015, σελ 286). Επομένως, οι εκκαλούντες δεν δικαιούνται με βάση τις εργασιακές τους συμβάσεις τις διαφορές που προκύπτουν μεταξύ των αποδοχών που ελάμβαναν έως τις 31.12.2009 και των μειωμένων που έλαβαν από 1.3.2011 έως 31.3.2014 και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση, έκρινε την αγωγή μη νόμιμη ως προς την κύρια βάση της και την απέρριψε για το λόγο αυτό, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο. Κατόπιν των ανωτέρω, και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι προς έρευνα θα πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί κατ' ουσίαν. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους διότι η ερμηνεία του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε ήταν ιδιαιτέρως δυσχερής (άρθρα 178,179,183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 13-3-2018 έφεση κατά της υπ'αριθμ. 699/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ' ουσίαν την έφεση
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2021 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ