ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΝΟΧΙΚΟ
ΑΠΟΦΑΣΗ 1168/2021
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Παρασκευή Ψυχογυιού, Πρόεδρο Εφετών, Σπυρίδωνα Γεωργουλέα, Δημήτριο Μάκο - Εισηγητή, Εφέτες και από τη Γραμματέα Ελένη Μαχαίρα.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 5η Νοεμβρίου 2020, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ (ΠΙΝ 1, ΠΙΝ 2, ΠΙΝ 36):
Του εκκαλούντος - προσθέτοντος λόγους έφεσης: ....., ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Μαρίνας - Μαρίας ΚΑΪΤΣΑ.
Της εφεσίβλητης - καθ’ ης οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης: της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία «... ΑΕΓΑ», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός .... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Θεόδωρο Χρόνη και Αικατερίνη Κεραμά, με δήλωση κατ’ αρθρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η εφεσίβλητη - ενάγουσα άσκησε την από 25.5.2012 με αρ. κατ. .../.../2012 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1534/2017 απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο πρωτοδίκως εναγόμενος με: ί) την από 3.11.2017 με αρ. κατ. .../.../6.11.2017 (αρ. κατ. εφετείου .../.../2018) έφεσή του, ϊϊ) τους από 1.3.2019 με αρ. κατ. εφετείου .../.../4.3.2019 πρόσθετους λόγους έφεσης, ως προς τους οποίους δηλώθηκε παραίτηση από το δικόγραφο, ενώπιον του ακροατηρίου του παρόντος Δικαστηρίου και ili) και τους από 4.10.2020 με αρ. κατ. εφετείου .../.../5.10.2020 πρόσθετους λόγους έφεσης. Δικάσιμος, επί των δύο πρώτων δικογράφων ορίστηκε η 4.4.2019 και μετ’ αναβολή η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης και επί του τρίτου εξ αυτών η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της εκ του πινακίου και συζητήθηκε, αφού ακούσθηκε η πληρεξούσια δικηγόρος του εκκαλούντος - εναγομένου - προσθέτοντος λόγους έφεσης, η οποία ανέπτυξε προφορικά τους ισχυρισμούς της και αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις της που κατέθεσε. Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της εφεσίβλητης - ενάγουσας - καθ’ η οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση, ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους μέσω των προτάσεών τους που προκατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. α. Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 215, 221 παρ. 1 εδ. α', 222, 308 παρ. 1 και 522 ΚΠολΔ, η εκκρεμοδικία που δημιουργείται με την κατάθεση της αγωγής, κατά την διάρκεια της οποίας δεν μπορεί να γίνει ενώπιον οιουδήποτε δικαστηρίου νέα δίκη για την ίδια ένδικη διαφορά, μεταξύ των ιδίων διαδίκων, παρισταμένων με την ίδια ιδιότητα, διαρκεί στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της αγωγής, αναβιώνει δε πάλι
μόνο με την άσκηση της έφεσης και εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αυτής αποτελέσματος, διαρκεί δε στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση επί της έφεσης ή μέχρι να επέλθει κατάργηση της δίκης κατ' άλλον νόμιμο τρόπο, όπως με την παραίτηση από το δικόγραφο της έφεσης ή από το δικαίωμα κ.λ.π. (ΑΠ 88/2015, 240/1998 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από δε το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295, 296, 297, 299, 522 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι με την αναβίωση της εκκρεμοδικίας μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση ο εκκαλών δύναται να παραιτηθεί του δικογράφου της υπ' αυτού ασκηθείσης εφέσεως, όπως και του αντίστοιχου δικαιώματος, είτε με δήλωση καταχωριζόμενη στα πρακτικά, είτε με δικόγραφο επιδιδόμενο στον εφεσίβλητο (σχετ. ΕφΛαρ 114/2019), που σε κάθε περίπτωση έχει ως αποτέλεσμα ότι η έφεση θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε και καταργείται η κατ’ έφεση δίκη. Ως δικόγραφο νοείται κάθε έγγραφο που συντάσσεται από το διάδικο ή το δικαστικό πληρεξούσιό του, για την πιστοποίηση των διαδικαστικών πράξεων που ενεργούν ή από το δικαστήριο, το οποίο έγγραφο, κατ' άρθρο 118 ΚΠολΔ, είτε υποβάλλεται στο δικαστήριο, είτε επιδίδεται από τον ένα στον άλλο διάδικο. Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 295 και 299 ΚΠολΔ, η νομότυπη παραίτηση από το δικόγραφο της εφέσεως ανατρέπει αναδρομικά τις δεκτικές παραιτήσεως δικονομικές και ουσιαστικές έννομες συνέπειες που επάγεται η άσκησή της, ήτοι καταλύει αναδρομικά τη διαδικαστική πράξη της εφέσεως (ΑΠ 224/2015, ΑΠ 1853/2005 «ΝΟΜΟΣ»),
β. Εξάλλου, κατά το άρθρο 520 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. "πρόσθετοι λόγοι εφέσεως ως προς τα κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, κοινοποιείται στον εφεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης". Κατά το σαφές γράμμα της διατάξεως, για την άσκηση των προσθέτων λόγων της εφέσεως απαιτείται να συντελεσθούν και οι δύο ως άνω, συμπλεκτικώς οριζόμενες, διαδικαστικές πράξεις, της καταθέσεως δηλαδή του περιέχοντος αυτούς δικογράφου στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και της κοινοποιήσεως στον εφεσίβλητο, οι οποίες αποτελούν την έγγραφη προδικασία της ασκήσεως, κατά την έννοια του άρθρου 111 Κ.Πολ.Δικ. και, εφόσον δεν ορίζεται άλλως, πρέπει αμφότερες να λάβουν χώρα πριν από την τιθέμενη αποκλειστική προθεσμία των τριάντα ημερών προ της συζητήσεως της εφέσεως. Συνεπώς και η επίδοση του οικείου δικογράφου, με την οποία δεν προπαρασκευάζεται απλώς η συζήτηση, αλλά ολοκληρώνεται η διαδικασία ασκήσεως των προσθέτων λόγων, πρέπει να γίνει εμπροθέσμως, ως ανωτέρω, με την κύρωση του απαραδέκτου αυτών, ως διαδικαστικής πράξεως (άρθρα 111 παρ. 2, 151 Κ.Πολ.Δικ), σε περίπτωση παραλείψεως ή εκπροθέσμου, πράγμα που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως (Ολ. ΑΠ 33/1990 - ΑΠ 659/2005, ΑΠ 660/2005, Δημοσίευση στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 132/2018 ΤΝΠ ΔΣΑ). Η παραίτηση από το δικόγραφο αυτό γίνεται ή με δήλωση του εκκαλούντος που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στο εφεσίβλητο (αρθρ. 297 Κ.Πολ.Δ), οι τρόποι δε αυτοί δεν μπορούν να αναπληρωθούν με τις προτάσεις της συζητήσεως, διότι αυτές απλώς κατατίθενται στον αρμόδιο υπάλληλο της γραμματείας και δεν επιδίδονται στον αντίδικο του παραιτουμένου ( ΕφΔωδ 224/2003 ΤΝΠ ΔΣΑ).
Στην προκειμένη περίπτωση ο εκκαλών, όπως προκύπτει από τη δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα με αριθμό βιβλίου 419/2020 πρακτικά παραίτησης του παρόντος Δικαστηρίου, παραιτήθηκε νόμιμα, σύμφωνα με
τα ως άνω στη μείζονα σκέψη αναφερόμενα, από το από 1.3.2019 με αρ. κατ. εφετείου .../.../4.3.2019 δικόγραφο των προσθέτων λόγων έφεσης (ΠΙΝ. 2), το οποίο, επομένως, θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε.
Η από 3.11.2017 με αρ. κατ. .../.../6.11.2017 (αρ. κατ. Εφετείου .../.../2018) έφεση του εκκαλούντος - εναγομένου και οι από 4.10.2020 με αρ. κατ. εφετείου .../.../5.10.2020 πρόσθετοι λόγοι αυτής, κατά της υπ’ αριθ. 1534/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, έχουν ασκηθεί νομότυπα, το μεν δικόγραφο της έφεσης με την κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και εμπρόθεσμα, εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας προκύπτει ότι αυτή ασκήθηκε από τον εκκαλούντα εντός της απαιτούμενης κατά νόμο προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών (άρθρα 495 παρ. 1, 499, 500, 511, 513, 516, 517, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού η επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης σ’ αυτόν έγινε στις 5.10.2017 (βλ. την επισημείωση επί του σώματος της εκκαλουμένης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο ... ....), η δε άσκηση (κατάθεση) της εφέσεως έγινε κατά τα ανωτέρω στις 6.11.2017 ημέρα Δευτέρα, στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αρμοδίως δε φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (αρθρ. 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 3994/25-7-2011), το δε δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής, καθώς έχει κοινοποιηθεί στην εφεσίβλητη, κατ’ αρθρ. 520 παρ. 2 ΚΠολΔ (βλ. την υπ’ αριθ. .... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών ....). Ο εκκαλών, εξάλλου, κατέβαλε το νόμιμο παράβολο σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο 3 του ν. 4335/2015 και το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 35 παρ. 2 του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ A 240/22- 12-2016). Επομένως, η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι της είναι τυπικά δεκτοί και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ' ουσία για το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (αρ. 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια διαδικασία, όπως και πρωτοδίκως.
II. α. Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ν. 146/1914 «περί αθεμίτου ανταγωνισμού», απαγορεύεται, κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές, κάθε γενομένη προς το σκοπό ανταγωνισμού πράξη, η οποία αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο δε παραβάτης μπορεί να εναχθεί για παράλειψη και προς ανόρθωση της ζημίας, που έχει προξενηθεί. Το άρθρο αυτό παρέχει αστική προστασία κατά πράξεων αθεμίτου ανταγωνισμού, ήτοι κατά πράξεων, που διενεργούνται κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές με σκοπό ανταγωνισμού και οι οποίες βρίσκονται σε αντίθεση με τα χρηστά ήθη, ιδρύοντας με τον τρόπο αυτό ένα αστικό αδίκημα με ειδικές ρυθμίσεις (Λιακόπουλο, Βιομηχανική ιδιοκτησία, τ. 1,1995, σελ. 105 και τ. II, 1995, σελ. 195 επ.). Η σχέση των διατάξεων του αθεμίτου ανταγωνισμού προς τη γενική αδικοπρακτική διάταξη είναι σχέση ειδικής προς γενική διάταξη και ως εκ τούτου, κατά την εκτίμηση της ανταγωνιστικής συμπεριφοράς, οι διατάξεις για τον αθέμιτο ανταγωνισμό έχουν το προβάδισμα. Για τη στοιχειοθέτηση του ειδικού αυτού αδικήματος, που καθιερώνεται με την εν λόγω διάταξη, η οποία αποσκοπεί στην προστασία των ανταγωνιστών του δρώντος προσώπου εναντίον των χρηστών ηθών στις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές, απαιτείται η σωρευτική συνδρομή των ακόλουθων προϋποθέσεων: α) ύπαρξη σχέσης ανταγωνισμού ανάμεσα σε δύο πρόσωπα φυσικά ή νομικά, που δρουν στο ίδιο πεδίο οικονομικής δραστηριότητας· πρέπει δηλαδή, να συντρέχει το στοιχείο της ταυτότητας αγοράς σε συνδυασμό με το επιδιωκόμενο οικονομικό αποτέλεσμα, που ομοίως, πρέπει να είναι το ίδιο ή συναφές, με την έννοια ότι οι δύο έμποροι απευθύνονται στον ίδιο κύκλο προσώπων (ταυτότητα πελατείας) σε συνάρτηση με την ταυτότητα της εδαφικής περιοχής, ήτοι η αγορά πρέπει, πέραν του στοιχείου της πελατείας, να προσδιορίζεται και από γεωγραφικά συντεταγμένα χωρικά πλαίσια που συμπίπτουν μεταξύ τους και εντός των οποίων λαμβάνει χώρα η φερόμενη ως αθέμιτη ενέργεια, προκειμένου να εκληφθεί μία ενέργεια ως ανταγωνιστική, κατατείνουσα στο να πλήξει ένα φορέα οικονομικής δραστηριότητας από μία αθέμιτη ενέργεια άλλου ανταγωνιστή, β) η πράξη αυτή πρέπει να γίνεται με πρόθεση ανταγωνισμού, δηλαδή, με υποκειμενική πρόθεση ενίσχυσης των πελατειακών σχέσεων της επιχείρησης σε βάρος άλλων ανταγωνιστών, χωρίς, αναγκαία, να υφίσταται σκοπός πρόκλησης ζημίας στους τελευταίους, γ) η πράξη αυτή πρέπει να αντίκειται στα χρηστά ήθη, χωρίς, ωστόσο, να προσδιορίζεται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτών, αλλά επαφίεται στην κρίση του Δικαστή να μορφώσει την πεποίθηση του μετά από επιμελή εκτίμηση κάθε περίπτωσης με τα δικά της ατομικά γνωρίσματα, ανάλογα με το αίσθημα και τις ιδέες κάθε ορθά, λογικά και δίκαια σκεπτόμενου ανθρώπου μέσα στο συναλλακτικό κύκλο στον οποίο επιχειρείται η πράξη ή η χρησιμοποίηση μέσων και μεθόδων αντίθετων με την ομαλή ηθικότητα των συναλλαγών, ακόμη και αν η πράξη από μόνη της, αντιμετωπιζόμενη επιφανειακά ή μεμονωμένα, φαίνεται θεμιτή ή και νομικά ανεπίληπτη (βλ. ΟλΑΠ 398/1975, ΑΠ 339/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 676/2009 ΔΕΕ 2010. 204, ΑΠ 79/2001, ΕλλΔνη 42.904, ΑΠ 1780/1999, ΕλλΔνη 41.980, ΕφΑΘ 4304/2012, ΔΕΕ 2013.128, ΕφΑΘ 6012/2005, ΔΕΕ 2006.278, ΕφΑΘ 7936/2002 Δ.Ε.Ε. 2002, 706, Λ. Κοτσίρης, Δίκαιο ανταγωνισμού, έκδοση 1982, σελ. 27 επ.). Προς αξιολόγηση της αντίθεσης της πράξης ανταγωνισμού στην αόριστη νομική έννοια των χρηστών ηθών, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο όλος χαρακτήρας της πράξεως αυτής κατόπιν εκτιμήσεως όλων των περιστατικών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Επίσης, τα χρηστά ήθη, όπως και η καλή πίστη, επιβάλλουν να ληφθεί υπόψη το στοιχείο των δικαιολογημένων συμφερόντων και να σταθμίζονται και εκτιμώνται τα εκάστοτε διακυβευόμενα συμφέροντα, τα οποία βέβαια δεν αντικαθιστούν το ως άνω κριτήριο. Συνεπώς, πράξη ανταγωνισμού, που προσβάλλει άξια προστασίας συμφέροντα, μπορεί να μην είναι αθέμιτη, όταν δικαιολογείται από υπέρτερο συμφέρον. Ο ως άνω νόμος 146/1914 είναι σύνολο εξειδικευμένων κανόνων δικαίου, οι οποίοι απαγορεύουν την καταχρηστική άσκηση της ελευθερίας του ανταγωνισμού. Ενόψει, περαιτέρω, της ανάγκης εξειδίκευσης των περιπτώσεων κατά τις οποίες πλήττεται η ως άνω γενική ρήτρα των χρηστών ηθών στα πλαίσια του εμπορικού ανταγωνισμού, προς τον σκοπό να επιτευχθεί ομοιόμορφη κατά το δυνατόν επίλυση των κατ' ιδίαν περιπτώσεων και εντεύθεν ασφάλεια δικαίου, προκρίνεται η κατηγοριοποίηση (με άλλα λόγια η συστηματική ταξινόμηση) των περιπτώσεων αθέμιτου ανταγωνισμού που υπάγονται στη γενική αυτή ρήτρα, στις ακόλουθες μορφές: 1) πράξεις προσέλκυσης πελατείας με αθέμιτες μεθόδους, 2) πράξεις αθέμιτης εκμετάλλευσης ξένης φήμης και οργάνωσης, 3) πράξεις αθέμιτης παρεμπόδισης, 4) πράξεις εκμετάλλευσης ξένης παροχής, 5) παραβάσεις νομικών δεσμεύσεων και 6) διακινδύνευσης της αγοράς (Κοτσίρη, Δίκαιο αθέμιτου ανταγωνισμού, έκδ. 1986, Μέρος πρώτο, Κεφ. 20, σελ. 68επ., Ν. Ρόκα, «Αθέμιτος Ανταγωνισμός» Εκδ. 1981, παρ. 6 III, σελ. 34- βλ. διαφορετική κατηγοριοποίηση στον Λιακόπουλο, ό.π., τ. I, Μέρος πρώτο, σελ. 123 και τ. II, Μέρος δεύτερο, σελ. 200). Ειδικότερα, οι πράξεις αθέμιτου ανταγωνισμού που υπάγονται στην κατηγορία της αθέμιτης εκμετάλλευσης ξένης οργάνωσης (οι οποίες συνθέτουν τον αποκαλούμενο "παρασιτικό ανταγωνισμό", Κοτσίρης, ό.π., σελ. 97, Λιακόπουλος, ό.π., τ. II, σελ. 267 - 8), υποκατηγοριοποιούνται στις περιπτώσεις (α) της (αθέμιτης) απόσπασης εργατικού δυναμικού και (β) της (αθέμιτης) απόσπασης πελατείας (ΤριμΕφΑθ 3069/2020 αδημ., ΕφΑθ 4530/2002, ΔΕΕ 2002, 1248, Ν. Ρόκα, ό.π., παρ. 10 III, σελ. 67, Σουφλερό, στο συλλογικό έργο "Αθέμιτος ανταγωνισμός", έκδ. Νομικής Βιβλιοθήκης, 1996, υπό το άρθρο 1, αριθμ. 204).
β. ι. Περαιτέρω, για την επιβίωση μιας επιχείρησης στην αγορά σημαντικός παράγοντας, πέραν του κεφαλαίου, είναι και η εξεύρεση και χρησιμοποίηση του απαραίτητου υπαλληλικού και εργατοτεχνικού προσωπικού, ιδίως μάλιστα όταν πρόκειται για ειδικευμένους υπαλλήλους ή εργάτες (Ξυπολιάς, Δολία απόσπασις εργατικού δυναμικού, ΕΕμπΔ 1967 σελ. 169, 172). Η απόσπαση υπαλλήλων από την επιχείρηση του ανταγωνιστή, έστω κι αν προσφέρονται σ' αυτούς καλύτεροι εργασιακοί όροι, είναι σύμφωνη με την έννοια του ανταγωνισμού και, κατά κανόνα, δεν συνιστά αθέμιτο ανταγωνισμό, ενόψει ιδίως της σχετικότητας των ενοχικών σχέσεων, που σημαίνει ότι οι συμβάσεις θεμελιώνουν δικαιώματα και υποχρεώσεις μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, δεν επιτρέπει, κατά κανόνα, την προστασία του συμβαλλομένου, εν προκειμένω του εργοδότη, έναντι προσβολών των συμβατικών δικαιωμάτων του απέναντι στο μισθωτό από τρίτον, ο οποίος αποσπά τον εργαζόμενο, παρά μόνο σ' εξαιρετικές περιστάσεις, όπως σε περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 919 ΑΚ (Λιακόπουλος, ανωτ. τ. II σελ. 223 επ. Ν. Ρόκας, ανωτ. παρ. 10 III Al σελ. 67. Ξυπολιάς, ανωτ. σελ. 174 επ. με εκτενείς περαιτέρω παραπομπές). Πράγματι, η απόσπαση υπαλλήλου από ανταγωνιστή μπορεί να προσλάβει αθέμιτο χαρακτήρα, εφόσον συντρέχουν ειδικά περιστατικά, που καθιστούν την εν λόγω ενέργεια αντίθετη προς τα χρηστά ήθη (Ν. Ρόκας, ανωτ. παρ. 10 III σελ. 67 επ., Σουφλερός, ανωτ. περιθ. αριθ. 207 in finem). Συγκεκριμένα, η παρότρυνση υπαλλήλου του ανταγωνιστή να λύσει νομίμως την εργασιακή σύμβαση, που τον συνδέει με τον τελευταίο, δηλαδή με καταγγελία της εν λόγω σύμβασης από μέρους του μισθωτού ή να μην ανανεώσει τη σύμβαση αυτή, είναι, κατά βάση, θεμιτή, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία ο ανταγωνιστής προσφέρει ευνοϊκότερους εργασιακούς όρους, επειδή είναι σύμφυτη με τη φύση του εμπορικού ανταγωνισμού και ανταποκρίνεται στο εύλογο συμφέρον του εργαζομένου για βελτίωση της εργασιακής και κοινωνικής θέσης του, εκτός εάν συντρέχουν ειδικά περιστατικά (Ν. Ρόκας, ανωτ. παρ. 10 III A σελ. 67-8, Λιακόπουλος, ανωτ. τ. II σελ. 224, ο ίδιος, Η απόσπαση εργατικού δυναμικού ως αθέμιτος ανταγωνισμός, Προϋποθέσεις και συνέπειες, στο Αφιέρωμα εις Α. Λουκόπουλον, 1993, σελ. 120 επ. Κοτσίρης, ανωτ. σελ. 100). Όμως, η συστηματική και βάσει σχεδίου απόσπαση προσωπικού από τον ανταγωνιστή, ιδίως εξειδικευμένων εργατών ή υπαλλήλων ή άλλων δυσαναπλήρωτων στελεχών, με αποκλειστικό ή κύριο σκοπό, όχι την αξιοποίηση των προσόντων τους, παρά την αθέμιτη απόσπαση πελατείας από τον ανταγωνιστή, πληροί και το πραγματικό της αθέμιτης εκμετάλλευσης ξένης οργάνωσης και το πραγματικό της αθέμιτης παρεμπόδισης, επειδή με την ως άνω αθέμιτη παρότρυνση επιτυγχάνεται ταυτοχρόνως και η σκοπούμενη αποδιοργάνωση της επιχείρησης του τελευταίου και τίθεται σε σοβαρό κίνδυνο η περαιτέρω υπόσταση της, καθώς και η σκοπούμενη απομάκρυνση της από την αγορά (ΕφΑθ 4530/2002 ΔΕΕ 2002, 1248, Μιχ. - Θεοδ. ..., Αθέμιτος ανταγωνισμός, έκδοση αΡχθΡ-· 257 επ., σελ. 119 επ., Λ. Κοτσίρη "Δίκαιο Ανταγωνισμού" εκδ. 4η σελ. 173, Ν. Ρόκα "Αθέμιτος Ανταγωνισμός" εκδ. 1981 σελ. 24-32).
ii. Στην περίπτωση, όμως, της δόλιας αποσπάσεως εργατικού δυναμικού δεν υπάρχει αξίωση κατά του νέου εργοδότη να μην απασχολεί τους εργαζομένους. Πολύ περισσότερο δεν υπάρχει αξίωση κατά των εργαζομένων να παύσουν να απασχολούνται στο νέο εργοδότη. Μόνη αξίωση θα είναι η αποζημίωση. Αυτό είναι συνέπεια αφενός της φύσεως του αθεμίτου ανταγωνισμού, αφετέρου της προστασίας της προσωπικότητας του εργαζομένου (Θ. Λιακόπουλος, Η απόσπαση εργατικού δυναμικού ως αθέμιτος ανταγωνισμός. Προϋποθέσεις και συνέπειες στο Αφιέρωμα στον Α. Λουκόπουλο, 1993, σελ. 121 επ., Ο ίδιος, Βιομηχανική ιδιοκτησία, II, έκδ. τρίτη, σελ. 220-221). Αξίωση που θα είχε ως περιεχόμενο την απαγόρευση απασχολήσεως από το νέο εργοδότη του εργαζομένου, όχι μόνο θα παραβίαζε το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα εργασίας (αρ. 5 παρ. 1), αλλά θα εξέθετε και τον εργοδότη σε συνέπειες, οι οποίες υπερβαίνουν το σκοπό του άρθρου 1 ν. 146/1914, ως προς την αξίωση τόσο για την άρση της προσβολής, όσο και για την αποζημίωση. Διαφορετικό, όμως, είναι το ζήτημα στην περίπτωση που η απασχόληση του μισθωτού στο νέο εργοδότη είναι για κάποιο άλλο λόγο αθέμιτη, διότι π.χ. η παροχή εργασίας συνίσταται στην αποκάλυψη προστατευομένων, κατά το ν. 146/1914, εμπορικών ή άλλων βιομηχανικών απορρήτων του παλαιού εργοδότη, οπότε στην περίπτωση αυτή η σχετική αξίωση ασφαλώς μπορεί να έχει ως περιεχόμενο την απαγόρευση της παροχής τέτοιων μυστικών (Λιακόπουλος, ό.π., σελ. 125 επ).
γ. Επίσης, κατά το άρθρο 11 εδ. α' του ίδιου νόμου "ο προς τον σκοπόν ανταγωνισμού ισχυριζόμενος ή διαδίδων, όσον αφορά την εργασίαν ή επιχείρησιν ετέρου, το πρόσωπον του ιδιοκτήτου ή διευθυντού αυτής, τα εμπορεύματα ή τας βιομηχανικός εργασίας τρίτου, ειδήσεις δυνάμενος να βλάψωσι τας εργασίας της επιχειρήσεως ή την εμπορικήν πίστην αυτού, υποχρεούται, εφόσον τα διαδοθέντα δεν είναι κατά τρόπο ευαπόδεικτο αληθή, εις ανόρθωσιν της εις τον αδικηθέντα προσγενομένης ζημίας". Στοιχεία της διάταξης αυτής, που προστατεύει τον δυνάμενο να ζημιωθεί περιουσιακά επιχειρηματία είναι α) σκοπός αθεμίτου ανταγωνισμού, β) ισχυρισμός ή διάδοση βλαπτικών ειδήσεων, γ) οι ειδήσεις πρέπει να αφορούν είτε την εργασία ή επιχείρηση άλλου, είτε το πρόσωπο του ιδιοκτήτη ή διευθυντή αυτής, είτε τα εμπορεύματα ή τις βιομηχανικές εργασίες άλλου, δ) οι ειδήσεις πρέπει να είναι ικανές να βλάψουν τις εργασίες της επιχειρήσεως ή την εμπορική κίνηση άλλου και ε) οι ειδήσεις πρέπει να μην είναι κατά τρόπο ευαπόδεικτο αληθείς, δηλαδή πρέπει να μη δύνανται να αποδειχθούν ως αληθείς, ενώ δεν απαιτείται υπαιτιότητα του προσβάλλοντος για την αποκατάσταση της προσγενομένης ζημίας στον αδικηθέντα. Επίσης, κατά το αρ. 12 εδ. α1 του ίδιου ν. 146/1914 «ο εν γνώσει της αναλήθειας ισχυριζόμενος ή διαδίδων ως προς την επιχείρησιν ή εργασίαν ετέρου το πρόσωπον του ιδιοκτήτου ή του διευθυντού αυτής, τα εμπορεύματα ή τας βιομηχανικός εργασίας τρίτου, ειδήσεις δυναμένας να βλάψωσι την επιχείρησιν τιμωρείται με φυλάκισιν.». Από τη διάταξη αυτή, η οποία προστατεύει την καλή φήμη στις συναλλαγές συνάγεται ότι προς θεμελίωση αγωγής αποζημιώσεως για παράβαση της εν λόγω διατάξεως απαιτείται όπως ο προσβολέας ισχυρίζεται ή διαδίδει εν γνώσει της αναλήθειας ειδήσεις ως άνω, ενώ δεν απαιτείται σκοπός ανταγωνισμού, αλλά ούτε πρόθεση βλάβης, αρκεί δε απλώς να είχε ο προσβολέας συνείδηση του ότι οι ειδήσεις είναι ικανές να προκαλέσουν βλάβη (ΕφΓΙειρ 12/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ). Οι προϋποθέσεις της αξιώσεως προς αποκατάσταση της ζημίας, που αναγνωρίζεται μεταξύ άλλων, στις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2, 10 παρ. 2 και 11 παρ. 1 ν. 146/1914, καθορίζονται από τις γενικές περί αδικοπραξιιόν διατάξεις των άρθρων 914 επ. ΑΚ και είναι ο παράνομος χαρακτήρας της πράξεως, που θεμελιώνεται στις παραπάνω αθέμιτες πράξεις, η υπαιτιότητα του προσβολέα, η επέλευση της ζημίας και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της ζημίας και της αθέμιτης πράξεως. Εξάλλου, αθέμιτη ανταγωνιστική ενέργεια δύναται να είναι παράλληλα και αδικοπραξία, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ (σχετ. ΑΠ 419/2018, 852/2015 ΤΝΠ ΔΣΑ), από δε τη διάταξη του τελευταίου άρθρου (919 ΑΚ), στην οποία ορίζεται ότι "όποιος με πρόθεση ζημίωσε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει" προκύπτει ότι, κύριο γνώρισμα της προβλεπόμενης από αυτήν αδικοπραξίας, η οποία μπορεί να συνιστά και αδικοπραξία του άρθρου 914 ΑΚ, είναι η προσβολή των χρηστών ηθών από την πράξη του υπαιτίου, που επιχειρείται από πρόθεση, ή και από την παράλειψη αυτού. Ειδικότερα η αντίθεση προς τα χρηστά ήθη, η έννοια των οποίων είναι νομική ως προς το επιτρεπτό του επιδιωχθέντος σκοπού και των χρησιμοποιηθέντων μέσων και εξετάζεται αντικειμενικά και σύμφωνα με την αντίληψη του υγιούς κατά το δίκαιο σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, υπάρχει όταν η συγκεκριμένη συμπεριφορά του δράστη αντίκειται στην κοινωνική ηθική και στις θεμελιώδεις αρχές, στις οποίες στηρίζεται το θετικό δίκαιο. Συνεκτιμάται δε συνολικά για τη διαπίστωση της αντίθεσης στα χρηστά ήθη η συμπεριφορά του δράστη, σε συνδυασμό με τους σκοπούς, τα μέσα και τις μεθόδους που χρησιμοποίησε, δηλαδή λαμβάνονται υπόψη όχι μεμονωμένα τα αίτια που τον οδήγησαν στην συγκεκριμένη ενέργεια του, αλλά το σύνολο των περιστάσεων, υπό τις οποίες εκδηλώθηκε, ολόκληρη η συμπεριφορά του και αξιολογείται γενικά η διαγωγή του, σε συνδυασμό και με τη διαγωγή του (τυχόν) αντισυμβαλλομένου- «θύματος», για να κριθεί το εάν οι δύο συμπεριφορές τελούν μεταξύ τους προφανώς σε καταφατική ή αποφατική αναλογική σχέση (ΑΠ 119/2013, ΑΠ 900/2011, ΑΠ 1652/ 2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Με τη γενική ρήτρα της προστασίας του βλαβέντος από πράξεις τρίτου εναντίον των χρηστών ηθών καλύπτονται περιπτώσεις, οι οποίες κείνται πέραν του πραγματικού της διατάξεως του άρθρου 914 και συνεπώς, παρέχεται στον εφαρμοστή του δικαίου η δυνατότητα να προσαρμόζει το δίκαιο της αδικοπρακτικής ευθύνης στις εμφανιζόμενες με την πάροδο του χρόνου νέες ανάγκες, απότοκες της μεταβολής των αντιλήψεων (Απ. Γεωργιάδης στον Α.Κ. Γεωργιάδη - Σταθόπουλου, αρ. 919, αριθμ. 1, 4 και 5, Δεληγιάννη - Κορνηλάκη, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, τόμος III, έκδοση 1992, παρ. 348 β, σελ. 144 επ.). Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 919 ΑΚ προκύπτει ότι η από πρόθεση πρόκληση ζημίας σε άλλον κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ως πράξη παράνομη δημιουργεί υποχρέωση για αποζημίωση. Όμως, ζημιογόνος συμπεριφορά από πρόθεση, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, τότε μόνο μπορεί να θεμελιώσει και αξίωση αποζημίωσης βάσει του άρθρου 919 ΑΚ, όταν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττομένη θα ήταν αντίθετη προς τα χρηστά ήθη. Μόνο η από τον έναν των συμβαλλομένων αθέτηση κάποιας υποχρέωσης από τη σύμβαση, την οποία ανέλαβε έναντι του άλλου, δεν αποτελεί πράξη αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, ώστε να θεμελιώνει και αξίωση αποζημίωσης κατά το προαναφερόμενο άρθρο του ΑΚ. Περαιτέρω, εξαίρεση είναι δυνατόν να υπάρξει σε περιπτώσεις μη ανεκτές κατά το αίσθημα του δικαίου, οπότε η αξίωση ενδέχεται να στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 281 και 914 ΑΚ. Επειδή, μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής είναι μεν πράξη παράνομη, δεν συνιστά όμως και αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρων 914 επ. ΑΚ, μπορεί όμως μία ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση να θεμελιώνει και ευθύνη από αδικοπραξία. Αυτό συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς τη συμβατική σχέση, που προϋπάρχει, θα ήταν παράνομη ως αντίθετη προς το γενικό καθήκον, το οποίο επιβάλλει το άρθρο 914 ΑΚ, να μην ζημιώνει κάποιος άλλον υπαίτια (ΟλΑΠ 967/1973 ΝοΒ 22, 505, ΑΠ 506/2010 Δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 87/2000 ΕλλΔνη 41, 967, ΑΠ 25/1998 ΝοΒ 47, 390, ΕφΑΘ 1873/2008 Αρμ 2008, 1840, ΕφΑΘ 302/2006 ΔΕΕ 2006, 513). Τέλος, εφόσον η συμπεριφορά του τρίτου είναι αθέμιτη δεν αποκλείεται και επιπλέον αξίωση για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η προσβολή, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 και 919 ΑΚ (ΑΠ 689/2010, 339/2010 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑΘ 3594/2008 ΔΕΕ 2009.50, ΕφΑΘ 8221/2000 ΔΕΕ 2001. 280, ΕφΘεσ 1628/2004 ΕΕμπΔ 2004. 512, ΔΕΕ 2004, 1177, ΕφΑΘ 8221/2000 ΔΕΕ 2001,280).
δ. i. Για την επιτυχή ανάπτυξη της επιχειρηματικής δραστηριότητας δεν είναι αναγκαία μόνο η εξεύρεση των απαραιτήτων κεφαλαίων. Ιδιαίτερη οικονομική σημασία έχουν και οι συμβάσεις που συνάπτονται με εργατοτεχνίτες, εμπορικούς αντιπροσώπους και υπαλλήλους, με τα πρόσωπα δηλαδή, που αναλαμβάνουν τη λειτουργική πραγματοποίηση της παραπάνω δραστηριότητας. Συνεπώς, αν το εργατικό δυναμικό μειωθεί και δεν μπορεί να βρεθεί άλλο κατάλληλο να το αντικαταστήσει, είτε με παρότρυνση τρίτων, είτε με πρωτοβουλία των ιδίων των εργαζομένων, αυτό συνεπάγεται ζημία του εργοδότη εξίσου σημαντική με την απόσπαση πελατείας (Ν. Ρόκας, Αθέμιτος ανταγωνισμός, σελ. 85, Ξυπολιάς, Δόλια απόσπαση εργατικού δυναμικού, ΕΕμπΔ 1967, 172 επ.). Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, η συμβατική παράβαση δεν συνιστά αυτή καθ’ εαυτή αθέμιτο ανταγωνισμό. Όμως, συγκεκριμένη συμβατική παράβαση μπορεί να είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη και τις αρχές του ανταγωνισμού, απαγορευμένη από το αρ. 1 του ν. 146/1914. Ειδικότερα, η παράβαση συμβάσεως που δημιουργεί μονομερή ή και αμοιβαία υποχρέωση, για αποκλειστική συναλλαγή μεταξύ των συμβαλλομένων, όπως δημιουργούν οι συμβάσεις αποκλειστικής προμήθειας ή αποκλειστικής διάθεσης, συνιστά συγχρόνως και πράξη αθέμιτου ανταγωνισμού, μόνον αν μ' αυτήν εξυπηρετείται σκοπός ανταγωνισμού και συντρέχουν ειδικές συνθήκες, που της προσδίδουν αθέμιτο χαρακτήρα. Τέτοιο χαρακτήρα έχει όταν γίνεται με μεθοδεύσεις και με σκοπό την απόσπαση πελατείας, που αποτελεί πολύτιμο αγαθό της επιχείρησης ή και την εκμετάλλευση της ξένης φήμης (Ν. Ρόκας, ΕΕμπΔ 2001, σελ. 346-347, Λ. Γεωργακόπουλος, Αξίωση αποζημίωσης πελατείας διανομέα και καταχρηστική καταγγελία σύμβασης διανομής, ΔΕΕ 1998, 118, Εφθεσ 2655/200 Αρμ. 2004,
η. Η σχετικότητα των ενοχικών σχέσεων δεν επιτρέπει την προστασία του συμβαλλομένου έναντι προσβολών των δικαιωμάτων του από τρίτους, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις (αρ. 919 ΑΚ). Η προσβολή των συμβατικών δικαιωμάτων μιας επιχείρησης από τρίτο μπορεί, ωστόσο, εφόσον συντρέχουν κι άλλοι όροι του αρ. 1 ν. 146/1914, να είναι αντίθετη προς τα χρηστά ήθη. Η εκμετάλλευση από ένα τρίτο ανταγωνιστή μιας ήδη αθετηθείσας σύμβασης, με την κατάρτιση σύμβασης μ'αυτόν, μετά την αθέτηση της, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι αυτή καθ’ εαυτή αθέμιτη (ΑΠ 1407/2015, 1125/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ). Μπορεί να κριθεί ότι αντιτίθεται στα χρηστά ήθη μόνο αν συντρέχουν κι άλλες περιστάσεις, με βάση τις οποίες προσδίδεται αυτός ο χαρακτήρας στην κατάρτιση της νέας σύμβασης. Ιδιαίτερα, αν γίνει καταγγελία της σύμβασης αποκλειστικής συνεργασίας από το ένα συμβατικά δεσμευμένο μέρος, δεν είναι αθέμιτο τρίτος ανταγωνιστής να συνάψει νέα σύμβαση με τον καταγγείλαντα, επειδή γνώριζε την ύπαρξη της σύμβασης αποκλειστικότητας. Δεν απαιτείται να γίνει πρώτα ασφαλές ότι ο καταγγείλας είναι πραγματικά ελεύθερος από τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Αντίθετα μάλιστα, εάν υπήρχε τέτοιος αποκλεισμός, θα καταλήγαμε σε πράξη αντίθετη με την ουσία του ανταγωνισμού, καθόσον εκ των πραγμάτων θα υποχρεωνόταν καθένας να μην καταγγείλει τη σύμβαση, ανεξάρτητα από τους λόγους που συντρέχουν, αφού δεν θα είχε τη δυνατότητα να συνάψει νέα σύμβαση μέχρι τότε που θα γινόταν ασφαλές πως η καταγγελία του ήταν έγκυρη, αν αμφισβητούνταν από τον αντισυμβαλλόμενο, με αποτέλεσμα να καθυστερεί για σημαντικό χρονικό διάστημα. Αποκτά αθέμιτη συμπεριφορά η εκμετάλλευση της καταγγελίας της σύμβασης, εάν ο ανταγωνιστής γνωρίζει, πέρα από τη δέσμευση του καταγγείλαντος με σύμβαση αποκλειστικής συνεργασίας, ότι η καταγγελία είναι τυχόν άκυρη, έγινε με σκοπό μόνο την κατάρτιση της νέας συμβάσεως με περισσότερα ανταλλάγματα, χωρίς να συντρέχει άλλος λόγος, που να δικαιολογεί την καταγγελία και συντρέχουν κι άλλα στοιχεία, όπως η τυχόν υποβολή του αντισυμβαλλομένου σε μεγάλες δαπάνες για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του από τη συγκεκριμένη σύμβαση, η πρόκληση σπουδαίας βλάβης στον αντισυμβαλλόμενο, η οποία δεν μπορεί ν' αποκατασταθεί με την καταβολή αποζημιώσεως, η περιέλευση αυτού σε κατάσταση που συνεπάγεται τη διάλυση της επιχειρήσεως {Θ. Λιακόπουλος, Βιομηχανική ιδιοκτησία, έκδοση 5η, σελ. 446). Η απόσπαση απασχολουμένων σε επιχείρηση, που δεν συνδέονται μ1 αυτή με σχέση εργασίας, αλλά με άλλη συμβατική σχέση, όπως με σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας η πρακτορείας, από ανταγωνιστή της, αποτελεί, κατά βάση, θεμιτή πράξη ανταγωνισμού, διότι κάθε απασχολούμενος έχει το δικαίωμα να επιδιώκει τη βελτίωση των συνθηκών εργασίας του και, επομένως, πρέπει να είναι ελεύθερος ν' αποφασίζει οποτεδήποτε τη μεταβολή του εργοδότη και τη μετακίνηση του σ' άλλον, αλλά και κάθε ανταγωνιστής έχει το δικαίωμα να επιδιώκει να προσελκύσει απασχολουμένους σε ανταγωνιστή του για να απασχοληθούν σ' αυτόν. Αν τούτο δεν ήταν επιτρεπτό, οι ανταγωνιζόμενοι δεν θα μπορούσαν ποτέ να αποκτήσουν ικανά στελέχη, τα οποία απασχολούνται σ' άλλους, με αποτέλεσμα την αποτελμάτωση της αγοράς εργασίας. Γίνεται δεκτό ότι, ακόμα και αν ο προσελκύων εργαζομένους από ανταγωνιστή του προσφέρει μεγαλύτερη αμοιβή, η πράξη δεν καθίσταται οπωσδήποτε αθέμιτη, έστω κι αν τούτο δεν φαίνεται «πρέπον», αφού η μετακίνηση αυτή ανταποκρίνεται στην επιθυμία του εργαζομένου. Κάθε ανταγωνιστής πρέπει να υπολογίζει το ενδεχόμενο ότι οι απασχολούμενοι σ' αυτόν μπορούν οποτεδήποτε να εγκαταλείψουν τιη θέση εργασίας τους και να προσληφθούν από ανταγωνιστή του. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η απόσπαση εργατικού δυναμικού είναι σύμφυτη με τη λειτουργία του ανταγωνισμού και ότι, επομένως, η προσπάθεια απόσπασης απασχολουμένων σε άλλη επιχείρηση είναι κατ' αρχήν νόμιμη πράξη ανταγωνισμού, έστω και αν αυτή καταλήγει σε βλάβη του ανταγωνιστή. Γίνεται δεκτό, ότι, με τη συνδρομή ειδικών περιστάσεων, μπορεί η απόσπαση εργατικού δυναμικού να θεωρηθεί αθέμιτη πράξη ανταγωνισμού, ιδίως όταν είτε τα χρησιμοποιούμενα μέσα είναι αθέμιτα, είτε ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι αθέμιτος. Διακρίνονται τρεις, κατά βάση, περιπτώσεις απόσπασης εργατικού δυναμικού και ειδικότερα: α) η παρότρυνση εργαζομένου για αθέτηση συμβάσεως, β) η εκμετάλλευση αθετηθείσας συμβάσεως και γ) η παρότρυνση για νόμιμη λύση της συμβάσεως. Γίνεται δεκτό ότι η πρώτη περίπτωση, δηλαδή η παρότρυνση εργαζομένου ν' αθετήσει τις υποχρεώσεις του, που πηγάζουν από έγκυρη και μη λυθείσα σύμβαση, είναι αντίθετη στα χρηστά ήθη, χωρίς τη συνδρομή προσθέτων στοιχείων, ενώ οι λοιπές δύο περιπτώσεις, για να προσλάβουν αθέμιτο χαρακτήρα πρέπει να συντρέχουν ειδικές περιστάσεις και σαν τέτοιες αναφέρονται η κατάχρηση της σχέσης εμπιστοσύνης, η παραπλάνηση, η εξαπάτηση ή δωροδοκία του εργαζομένου από το νέο εργοδότη, η προσπάθεια εκμετάλλευσης επιχειρηματικών μυστικών, καθώς και η συστηματική και βάσει σχεδίου επιτυγχανόμενη απόσπαση, η οποία μπορεί να χαρακτηριστεί ως συστηματική παρεμπόδιση και αποδιοργάνωση της ανταγωνιστικής επιχείρησης, αλλά και αθέμιτη εκμετάλλευση της ξένης φήμης (Μιχ. - Θεοδ. ..., Αθέμιτος ανταγωνισμός, έκδοση 2002, αριθμ. 257 επ., σελ. 119 επ., ΕφΑΘ 1499/2004 αδημ. προσκομιζόμενη). Το επιλήψιμο στην απόσπαση, η οποία επιτυγχάνεται ύστερα από παρότρυνση ξένων εργαζομένων ν' αθετήσουν βασικές συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι του εργοδότη τους και ανταγωνιστή του παροτρύνοντος, εντοπίζεται αποκλειστικά στις προθέσεις του παροτρύνοντος, ο οποίος επιδιώκει να επηρεάσει τη βούληση του εργαζομένου, ώστε αυτός ν' αθετήσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, αδιαφορώντας για τη ζημία που μπορεί να προκληθεί στον ανταγωνιστή του και εργοδότη του παροτρυνομένου. Αντίθετα, δεν συνιστά αθέμιτη προσέλκυση και, επομένως, δεν είναι, κατά βάση, αθέμιτη η εκμετάλλευση αθετηθείσας ήδη συμβάσεως από τον ίδιο τον εργαζόμενο, όπως η πρόσληψη εργαζομένου, ο οποίος παρέβη τις συμβατικές του υποχρεώσεις με δική του πρωτοβουλία, χωρίς, δηλαδή, την υποκίνηση εκ μέρους του ανταγωνιστή. Τούτο ισχύει ακόμα κι αν ο εργαζόμενος εξακολουθεί να δεσμεύεται με τον πρώτο εργοδότη, όπως όταν ο εργαζόμενος εγκατέλειψε την εργασία του, χωρίς να έχει προηγουμένως καταγγείλει νόμιμα τιη σύμβαση εργασίας με τον πρώτο εργοδότη και στη συνέχεια προσλήφθηκε από ανταγωνιστή. Ακόμα και η από μεγάλο αριθμό εργαζομένων οικειοθελής εγκατάλειψη της εργασίας τους, οι οποίοι στη συνέχεια προσλήφθηκαν από ανταγωνιστή, δεν συνιστά, μόνη αυτή, αθέμιτη ανταγωνιστική συμπεριφορά. Διαφορετική είναι η κρίση μόνο, όταν συντρέχουν ειδικά περιστατικά που καθιστούν τη συμπεριφορά του ανταγωνιστή επιλήψιμη, όπως όταν η πρόσληψη γίνεται προς το σκοπό πληροφόρησης από τους αποσπώμενους επαγγελματικών απορρήτων του ανταγωνιστή ή προσέλκυσης, μέσω των αποσπώμενων, και άλλων εργαζομένων ή πελατών του, ώστε να πληγεί, με τον τρόπο αυτόν, η θέση του ανταγωνιστή στην αγορά. Συνεπώς, όπως στην περίπτωση της αθέμιτης παρότρυνσης και στην εκμετάλλευση αθετηθείσας συμβάσεως, το βασικό στοιχείο που θεμελιώνει το επιλήψιμο, είναι οι προθέσεις του ανταγωνιστή. Δεν συνιστά, επίσης, αθέμιτη πράξη ανταγωνισμού η παρακίνηση από ανταγωνιστή ξένων εργαζομένων για νόμιμη λύση της σύμβασης εργασίας τους, εκτός αν συντρέχουν ειδικά επιβαρυντικά περιστατικά, όπως όταν η απόσπαση εργαζομένων έχει ως σκοπό την παρεμπόδιση ή την αποδιοργάνωση της επιχείρησης του ανταγωνιστή. Συνεπώς, για να είναι αθέμιτη η πράξη, δεν αρκεί η απλή πρόθεση του παρακινούντος για απόσπαση εργαζομένων προς το σκοπό επάνδρωσης της επιχείρησης του, αλλά απαιτείται πρόθεση βλάβης συγκεκριμένου ανταγωνιστή. Έτσι, αθέμιτη μπορεί να είναι η σχεδιασμένη απόσπαση σημαντικών στελεχών ξένης επιχείρησης, όταν γίνεται με σκοπό την, προς όφελος του αποσπώντος, εκμετάλλευση των εμπειριών των αποσπώμενων ή των επαγγελματικών απορρήτων του ανταγωνιστή ή την υφαρπαγή πελατών του ανταγωνιστή. Το επιλήψιμο εν προκειμένω έγκειται στην για ίδιο όφελος του αποσπώντος εκμετάλλευση οργανωτικών στοιχείων του ανταγωνιστή, ενδεχομένως σε συνδυασμό με την παρεμπόδιση του. Επίσης, και η απόσπαση πελατείας, που αποτελεί πολύτιμο αγαθό της επιχειρήσεως και η εκμετάλλευση ξένης φήμης και οργανώσεως μπορεί με τη συνδρομή ειδικών συνθηκών να είναι αθέμιτες, διότι επιχειρούνται κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη (ΕφΑΘ 3594/2008 ο.π. - ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΠατρ 230/2006 ΔΕΕ 2007.52, ΕφΘεσ 1628/2004 ΕΕμπΔ 2004,512, ΕφΑΘ 698/2003 ΕλλΔνη 45.1064, ΕφΑΘ 4530/2002 ΔΕΕ 2002.1248, ΕφΘεσ 7910/2002 ΔΕΕ 2003.630, ΕφΑΘ 8221/2000 ΔΕΕ 2001.280, Μ-Θ Μαρίνος, «Αθέμιτος Ανταγωνισμός» ο.π. παρ. 9-10 σελ. 69 επ.).
III. α. Η παράβαση συμβατικών ρητρών απαγορεύσεως ανταγωνισμού δεν είναι χωρίς άλλο αθέμιτη. Απαιτείται η συνδρομή ειδικών περιστάσεων, που να θεμελιώνουν την αντίθεση στα χρηστά ήθη, χοορίς να αρκεί καθεαυτή η παράβαση της παρεπόμενης αυτής ενοχικής ή εκ του νόμου υποχρέωσης (ΕφΑΘ 7770/2007 ΔΕΕ 2008. 575, ΕφΘ 662/2007 ΕΕμπΔ 2007. 826, ΕφΑΘ 2093/2006 ΔΕΕ 2006. 757, ΕφΘ 2655/2004 Αρμ 2004. 1683, ΕφΘ 1628/2004 ΕΕμπΔ 2004. 512, ΕφΑΘ 2527/2003 ΕλλΔνη 2004. 1451, Μ-Θ. Μαρίνος, Αθέμιτος Ανταγωνισμός, , έκδοση 2002, αριθμ. 314, σελ. 147 επ.). Ορθότερη φαίνεται, όμως, η θέση ότι η παράβαση της υποχρέωσης πίστης («κατάχρηση εμπιστοσύνης»), που υπέχουν ορισμένα πρόσωπα, συνιστά ειδική περίσταση, που θεμελιώνει την αντίθεση στα χρηστά ήθη, σε συνδυασμό με τη θέση που κατείχαν και την επιρροή που ασκούσαν στην επιχείρηση. Η κατάχρηση της σχέσης εμπιστοσύνης μπορεί να οδηγήσει στο αθέμιτο της μετακίνησης εργαζομένων ή άλλων επιχειρησιακών στελεχών από τον έναν ανταγωνιστή στον άλλο. Το αθέμιτο στηρίζεται στην ιδιαίτερη κατάχρηση εμπιστοσύνης, που συνάγεται από τη θέση στην ίδια την επιχειρηματική οργάνωση, όπου το στέλεχος της επιχείρησης εκμεταλλεύεται την εμπιστευτική θέση του για ν' ανταγωνιστεί την επιχείρηση, στην οποία εντασσόταν και τα συμφέροντα της οποίας εξυπηρετούσε. Αντιθέτως, άλλες παραβάσεις ρητρών ανταγωνισμού δεν φέρουν τόσο έντονα το στοιχείο της κατάχρησης εμπιστοσύνης και η παράβαση της σχετικής ρήτρας θα πρέπει να θεωρηθεί μόνον αντισυμβατική παράβαση. Με βάση τα ανωτέρω, Θα πρέπει να δεχθεί κανείς ότι η πρόσληψη από ανταγωνιστή ενός εργαζομένου ή άλλου προσώπου, που υπέχει μετασυμβατική απαγόρευση ανταγωνισμού, δεν στοιχειοθετεί άνευ άλλου τινός αθέμιτο ανταγωνισμό, ακόμα κι αν ο προσλαμβάνων ανταγωνιστής τελεί εν γνώσει της σχετικής ρήτρας (Μιχ. - Θεοδ. Μαρίνος, Αθέμιτος ανταγωνισμός ο.π, σελ. 147 επ).
β. Η υποχρέωση αποφυγής ανταγωνισμού μπορεί να γίνει και αντικείμενο ρητού όρου (ρήτρα) της σύμβασης. Η ρήτρα αυτή θεωρείται κατ’ αρχήν έγκυρη. Όταν, όμως, περιορίζει τη μελλοντική επαγγελματική δραστηριότητα του ατόμου, το κύρος της ρήτρας απαγόρευσης ανταγωνισμού εξαρτάται από τη διάρκεια της ισχύος της, την έκταση της κατά τόπο, την επαγγελματική δραστηριότητα, που απαγορεύτηκε και την παροχή ανάλογης αντιπαροχής προς τη συμβατική δέσμευση. Με την έννοια αυτή μπορεί να συμφωνηθεί ότι απαγορεύεται η ανταγωνιστική δραστηριότητα είτε με τη μορφή ανταγωνιστικών πράξεων, είτε με τη μορφή της πρόσληψης σε άλλον ανταγωνιστή, είτε με τη μορφή της άσκησης όμοιας ανταγωνιστικής δραστηριότητας.
Πάντως, ο σχετικός όρος της σύμβασης περί απαγόρευσης μελλοντικού ανταγωνισμού, μετά τη λήξη της σύμβασης, είναι έγκυρος και δεσμευτικός, εάν και εφόσον, βάσει των συνθηκών της συγκεκριμένης κάθε φορά περίπτωσης, αφενός δεν καταλύει τη συνταγματικός κατοχυρωμένη ελευθερία της εργασίας και το εξίσου κατοχυρωμένο δικαίωμα της ελεύθερης ανάπτυξης της οικονομικής και επαγγελματικής δράσης του ατόμου, αφετέρου δεν έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις των αρ. 178 και 179 ΑΚ, δηλαδή, δεν περιέχει υπέρμετρη δέσμευση της ελευθερίας του ατόμου και δεν αντίκεινται γενικώς στα χρηστά ήθη. Η αντίθεση στα χρηστά ήθη κρίνεται από το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, ενόψει και του συνόλου των περιστάσεων, που τη συνοδεύουν (ΕφΑΘ 4019/1999 ΕλλΔνη 40. 1586, ΕφΑΘ 36/1999 ΕλλΔνη 40.1573). Συνεκτιμώνται, δηλαδή, τα κίνητρα, ο σκοπός του υποκειμένου της συμπεριφοράς, το είδος των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη του θεμιτού, τυχόν, σκοπού και οι λοιπές περιστάσεις πραγματώσεως της συμπεριφοράς, θετικής ή αρνητικής. Κάθε πρόσωπο, που έχει την ικανότητα δικαίου και δικαιοπραξίας, έχει την εξουσία, με τη μορφή της φυσικής ευχέρειας να συνάπτει ενοχικές συμβάσεις ή να μη συνάπτει τέτοιες συμβάσεις ή να αποκρούει τη σύναψη τους. Η επαγγελματική ελευθερία δεν περιλαμβάνει μόνο την ελευθερία επιλογής και έναρξης ενός επαγγέλματος, αλλά και την απόφαση για συνέχιση, παύση ή αλλαγή του επιλεγέντος επαγγέλματος. Η εξουσία αυτή αποτελεί έκφραση (έκφανση) του ατομικού δικαιώματος ανάπτυξης της προσωπικότητας με ελεύθερη επαγγελματική και κοινωνική δράση, χωρίς να υπόκειται σε περιορισμούς, οι οποίοι αντίκεινται στην ελευθερία επιλογής και άσκησης επαγγέλματος, που κατοχυρώνεται στο αρ. 5 παρ. 1 του Συντάγματος. Η διάταξη του αρ. 25 παρ. 3 του Συντάγματος περιορίζει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, όχι, όμως, χάριν του ιδιωτικού συμφέροντος, που προστατεύει η διάταξη του αρ. 281 ΑΚ, αλλά μόνον εφόσον από την καταχρηστική άσκηση του βλάπτεται το γενικότερο κοινωνικό ή δημόσιο συμφέρον (ΟλΑΠ 48/1987, ΑΠ 167/1998 ΕλλΔνη 39.856, ΕφΛαρ 738/2001 ΕλλΔ 2003.529, Μιχ. - Θεοδ. ..., Η μετασυμβατική απαγόρευση ανταγωνισμού στην εμπορική αντιπροσωπεία - συμβολή στην ερμηνεία του αρ. 10 π.δ. 219/1991, Δ.Ε.Ε. 2000, 31) (περί όλων των ανωτέρω ΤριμΕφΑΘ 1309/2020 αδημ., ΕφΑΘ 2560/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ).
γ. Ειδικότερα εάν δεν υπήρχε η ρήτρα μη ανταγωνισμού, οι πρώην συνεργαζόμενοι με την επιχείρηση θα ήταν ελεύθεροι ν' ασκήσουν επιχείρηση ομοίου αντικειμένου μ' αυτήν που ήταν συμβεβλημένοι ή να συνεργασθούν με άλλη ανταγωνίστρια επιχείρηση, αξιοποιώντας όλη τη γνώση και εμπειρία που είχαν αποκτήσει στην πρώτη επιχείρηση και με ενδεχόμενη συνέπεια ορισμένοι πελάτες της πρώτης επιχείρησης να προτιμήσουν τη δεύτερη. Όλες αυτές οι πράξεις, αν δεν είχε συναφθεί ρήτρα μη ανταγωνισμού, θα ήταν απολύτως νόμιμες, διότι ο νόμος, όπως ερμηνεύεται, θεωρεί την άσκηση ανταγωνισμού από πρώην συνεργάτες εύλογη και δικαιολογημένη, έστω κι αν θίγεται η επιχείρηση, στην οποία απασχολούνταν προηγουμένως. Λόγω, όμως, της ρήτρας μη ανταγωνισμού τα ως άνω πρόσωπα είναι υποχρεωμένα να μην ασκήσουν το επάγγελμα τους στην περιοχή που μέχρι τότε το ασκούσαν, οπότε ή θα πρέπει να μετεγκατασταθούν, αν τούτο είναι οικονομικά εφικτό και συμφέρον ή ν' αλλάξουν επάγγελμα ή να παύσουν κάθε οικονομική δραστηριότητα. Γίνεται λοιπόν αντιληπτός ο τεράστιος περιορισμός της οικονομικής και επαγγελματικής ελευθερίας πρώην συνεργατών, που συνεπάγεται η σύναψη της ρήτρας αυτής, για το λόγο δε αυτό ελέγχεται, κατά τα ανωτέρω, η αντίθεσή της με τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ. Ενόψει τούτων, ένα βασικό στοιχείο, το οποίο αποκλείει την υπέρμετρη δέσμευση και συνηγορεί υπέρ της δεσμευτικότητας της ρήτρας, είναι η, ως αντιστάθμισμα, πρόβλεψη ανταλλάγματος για την ανάληψη της υποχρέωσης μη ανταγωνισμού, το οποίο, κατά κανόνα, θα συνίσταται σε καταβολή εύλογης αποζημίωσης, που καλύπτει την οικονομική ζημία, που θα υποστεί ο αντισυμβαλλόμενος κατά το διάστημα του αποκλεισμού από την οικονομική ζωή. Και αντίστροφα, η έλλειψη πρόβλεψης αποζημίωσης είναι ένα πολύ ισχυρό στοιχείο, το οποίο συνηγορεί υπέρ της μη δεσμευτικότητας της ρήτρας μη ανταγωνισμού, καθόσον διαταράσσεται η ισορροπία παροχής - αντιπαροχής. Η συνέπεια στην περίπτωση αυτή θα είναι είτε η μη δεσμευτικότητα της ρήτρας, είτε, κατ' επιεικέστερη εκδοχή, ο αποκλεισμός επίκλησής της με βάση τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Επιπροσθέτως, η απαίτηση συνομολόγησης αμοιβής ή ανταλλάγματος συνέχεται άμεσα με τη βαρύτητα της επέμβασης στη συμβατική ελευθερία. Η υποχρέωση μετασυμβατικής παράλειψης ανταγωνισμού δεν αποτελεί αντάλλαγμα για τις προμήθειες, που ελήφθησαν κατά τη συμβατική διάρκεια. Επειδή η ρήτρα μη ανταγωνισμού συνάπτεται, κατά κανόνα, μαζί με τη σύμβαση ή με την ανανέωσή της, ο υποχρεωθείς να τη δεχθεί δεν έχει συνήθως ισχυρή διαπραγματευτική θέση, ώστε ν' αρνηθεί τη συνομολόγηση της. Η λογική της έλλειψης οικονομικού κόστους, σε συνδυασμό με την προφανώς υπέρτερη διαπραγματευτική δύναμη, καταλήγει στην εύκολη επιβολή της μετασυμβατικής απαγόρευσης ανταγωνισμού και εξηγεί τη συχνή εμφάνιση της. Αυτός είναι και ο απώτερος δικαιολογητικός λόγος, που όρος για την εγκυρότητα των ρητρών, που απαγορεύουν την άσκηση ανταγωνισμού στο μισθωτό, είναι ανάλογη οικονομική αντιπαροχή. Με δεδομένο τον κοινό άξονα προστασίας που συνδέει τις δύο έννομες σχέσεις, ήτοι την προσπάθεια αποτελεσματικής προστασίας του θεωρούμενου ως κατά κανόνα ασθενέστερου αντισυμβαλλόμενου, εργαζόμενου, εμπορικού αντιπροσώπου, αλλά και την κατά κανόνα ενσωμάτωση του στην επιχείρηση του παραγωγού, με αποτέλεσμα από την άποψη του ν. 703/1977 να θεωρείται «ετεροκατευθυνόμενος» και εκτός κανονιστικής εμβέλειας των αρ. 1 παρ. 1 ν. 703 και 85 παρ. 1 ΣυνθΕΟΚ, θα πρέπει να υιοθετηθεί λύση ανάλογη προς εκείνη που υιοθετείται στη μετασυμβατική απαγόρευση ανταγωνισμού του εργαζομένου. Τη λύση αυτή ορθώς υιοθετεί το Σχέδιο ΕμπΚ (αρ. 105 παρ. 1), στο οποίο η απαγόρευση ανταγωνισμού σε βάρος του αντιπροσώπου είναι άκυρη, αν δεν καταρτισθεί εγγράφως και δεν προβλέπει την καταβολή «εύλογης αποζημίωσης». Είναι προφανές ότι η διάταξη αυτή εννοεί εύλογο αντάλλαγμα, εφόσον η ανταμοιβή του αντιπροσώπου για την παράλειψη ανταγωνισμού δεν έχει τον αποκαταστατικό χαρακτήρα της αποζημίωσης, αλλά αποτελεί συμβατική αντιπαροχή. Η απαίτηση ενός εύλογου ανταλλάγματος υλοποιεί την αρχή της αναλογικότητας, η οποία αποτελεί το εγγενές όριο κάθε περιορισμού επαγγελματικών δραστηριοτήτων. Η αρχή αυτή αποτυπώνεται στο άρθρο 179 περ. α' ΑΚ, το οποίο απαγορεύει την «υπέρμετρη» δέσμευση της ελευθερίας του αντισυμβαλλόμενου. Η διάταξη αυτή αποσκοπεί στην προστασία του ασθενέστερου αντισυμβαλλόμενου, ο οποίος προστατεύεται από την σαφώς καταχρηστική εφαρμογή της συμβατικής ελευθερίας. Η έννοια των χρηστών ηθών (άρθρο 178 ΑΚ) και της υπέρμετρης δέσμευσης (άρθρο 179 περ. α' ΑΚ) συγκεκριμενοποιείται και με προσανατολισμό στις γενικότερες θεμελιώδεις κοινοτικές και συνταγματικές αξίες, όπως της ελευθερίας της εργασίας και της ανάπτυξης της επιχειρηματικής δραστηριότητας. Κατά πάγια άποψη, ο υπέρμετρος, μη εύλογος χαρακτήρας των απαγορεύσεων ανταγωνισμού, που βαρύνει τον υπόχρεο, εξαρτάται τελικώς υπό τα συγκεκριμένα όρια της απαγόρευσης. Πρόκειται για τη διάρκεια της απαγόρευσης, την έκταση, το αντικείμενο της απαγορευμένης δραστηριότητας και τα οφέλη απ' αυτήν, σε συνάρτηση πάντα με το σκοπούμενο συμβατικό σκοπό, δηλαδή από τις ιδιορρυθμίες της συγκεκριμένης μεταβίβασης επιχείρησης, τη στάθμιση των συνδεόμενων με την καταδυναστευτική σύμβαση συμφερόντων και ιδίως από την αξιολόγηση των εκατέρωθεν παροχών. Συμπερασματικά, η μη συνομολόγηση παροχής εύλογου ανταλλάγματος καθιστά τη ρήτρα παράλειψης ανταγωνισμού υπέρμετρη συμβατική δέσμευση, επειδή αφενός η επιβολή της δεν συνδέεται αναγκαστικά με δικαιολογημένο συμφέρον του εργοδότη και αφετέρου, λόγω παντελούς ελλείψεως αντιπαροχής, παρουσιάζεται ως ακραία σκληρή για τον αντιπρόσωπο. Η εύλογη ανταμοιβή ή το αντάλλαγμα δεν απαιτείται να είναι χρηματικό (εφάπαξ ή περιοδική χρηματική παροχή), αρκεί να είναι οιαδήποτε σε χρήμα αποτιμητή αντιπαροχή. Ο υπολογισμός θα πρέπει να λάβει υπόψη του την οικονομική κατάσταση των μερών, την προηγηθείσα συμβατική διάρκεια, το χρονικό, γεωγραφικό και κατ' αντικείμενο περιορισμό του ανταγωνισμού, την εξειδίκευση του εμπορικού αντιπροσώπου και, εφόσον πρόκειται για φυσικό πρόσωπο, την ηλικία του, την ευχέρεια εναλλακτικής επιχειρηματικής ενασχόλησης του για διαφορετικό (μη ανταγωνιστικό) τύπο προϊόντων, τη σημασία που έχει η παράλειψη ανταγωνισμού για τον παραγωγό (δικαιολογημένο συμφέρον παραγωγού) και τις οικονομικές απώλειες που υφίσταται ο πρώην συνεργάτης από την απαγόρευση. Επειδή η ακυρότητα, ως έννομη συνέπεια της παράβασης των άρθρων 1 ν. 703/1977 και 178, 179 περ. α' ΑΚ, αναπτύσσει ενέργεια, δημιουργείται το ερώτημα των επιπτώσεων μιας υπέρμετρης ρήτρας παράλειψης ανταγωνισμού. Όπως γίνεται γενικά δεκτό, η ακυρότητα, λόγω πρόσκρουσης στα άρθρα 178, 179 ΑΚ, μπορεί να είναι και μερική. Το αυτό συντρέχει και για την ακυρότητα, όταν η απαγόρευση ανταγωνισμού προσκρούει στο άρθρο 1 παρ. 1 ν. 703/1977, εφόσον, κατά απολύτως κρατούσα άποψη, ο ν. 703/1977 επιτάσσει μερική ακυρότητα, κατ' αποκλεισμό μάλιστα της διατάξεως του άρθρου 181 ΑΚ (ΕφΑθ 2692/2009 ΤΝΠ ΔΣΑ).
IV. α. Η από το άρθρο 404 ΑΚ προβλεπόμενη σύμβαση γνήσιας ποινικής ρήτρας, με την οποία ο ένας των συμβαλλομένων υπόσχεται στον άλλον, ότι, εάν δεν εκπληρώσει ή δεν εκπληρώσει προσηκόντως την οφειλόμενη σ' αυτόν παροχή από άλλη ενοχή, θα του καταβάλει ένα χρηματικό ποσό ή κάτι άλλο, αποτελεί παρεπόμενη συμφωνία, που αμέσως μεν στοχεύει ως ένα μέσον πιέσεως στην εξασφάλιση της εκπληρώσεως της κύριας ενοχής, περαιτέρω δε συνιστά ένα τρόπο αποζημιώσεως, την οποία υποχρεούται να καταβάλει ο ασυνεπής συμβαλλόμενος, αποκαθιστώντας έτσι την προξενούμενη από την εν λόγω συμπεριφορά του ζημία στον άλλο, χωρίς ωστόσο ο τελευταίος για την κατάπτωση τιης ποινικής ρήτρας να
χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει την ύπαρξη ή την έκταση της ζημίας του (άρθρο 405 παρ. 2 ΑΚ). Το δικαίωμα αυτό του δικαιούχου να ζητήσει την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, υπόκειται κατά την άσκησή του, όπως άλλωστε κάθε ιδιωτικό δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Στο τελευταίο ορίζεται ότι, "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ.ΑΠ 16/2006, Ολ.ΑΠ 17/1995, ΑΠ 17/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ). Εκτός από τη γνήσια ποινική ρήτρα, υπάρχει και η μη γνήσια ποινική ρήτρα, που δεν ρυθμίζεται από τον ΑΚ. Με αυτή συμφωνείται υπόσχεση ποινής υπό την αίρεση παράλειψης ορισμένης πράξης στο μέλλον, όπως η αποφυγή ανταγωνιστικών πράξεων από τον εργαζόμενο, μετά τη λήξη της σύμβασης εργασίας. Στην περίπτωση αυτή, η υπόσχεση ποινής αποτελεί αυτοτελή σύμβαση, δεν αποβλέπει στην ενίσχυση άλλης (κύριας) ενοχής, αφού δεν υπάρχει άλλη κύρια ενοχή (βλ. Μπόσδα ΑρχΝ 36. 1 επ. 8). Η κατάπτωση της ποινής επέρχεται μόνον αν η πλήρωση της αίρεσης οφείλεται σε υπαιτιότητα αυτού που έδωσε την υπόσχεση και η συμφωνία ποινικής ρήτρας είναι άκυρη, όταν προσκρούει στα χρηστά ήθη, διότι εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις των άρθρων 405 § 1 και 408 ΑΚ (ΕφΑθ 5131/2011, ΕφΛαρ 738/2001 ΤΝΠ ΔΣΑ, Γεωργιάδη Ενοχικό Δίκαιο, Γενικό μέρος II, β' έκδοση, σελίδες 157).
β. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 409 ΑΚ, ο οφειλέτης μπορεί να υποσχεθεί στο δανειστή, ως ποινή, χρηματικό ποσό για την περίπτωση που δεν θα εκπληρώσει ή δεν θα εκπληρώσει προσηκόντως την παροχή, η ποινή δε αυτή καταπίπτει, αν ο οφειλέτης αδυνατεί υπαίτια να εκπληρώσει την παροχή ή αν περιέλθει σε υπερημερία. Η περί μειώσεως της ποινής αίτηση μπορεί να ασκηθεί είτε με αγωγή η ανταγωγή, είτε με ένσταση. Για να κριθεί το βάσιμο ή μη αυτής, δηλαδή για τη μόρφωση της κρίσης του για το χαρακτήρα της ποινής ως δυσανάλογα μεγάλης, το δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη του τα περιστατικά που συντρέχουν σε κάθε περίπτωση, ιδίως δε το μέγεθος της ποινής σε σύγκριση προς την αξία της αντιπαροχής τον δανειστή, την οικονομική κατάσταση των μερών, τα εκ της αθετήσεως της συμβάσεως πληγέντα συμφέροντα του δανειστή και μάλιστα όχι μόνο την περιουσιακή αλλά και την τυχόν ηθική βλάβη αυτού, την έκταση της συμβατικής παραβάσεως του οφειλέτη, τον βαθμό του πταίσματος αυτού και το γεγονός της τυχόν ωφέλειάς του από τη μη εκπλήρωση της παροχής, καθώς και κάθε δικαιολογημένο συμφέρον του δανειστή και τα απώτερα, ακόμη, επιβλαβή γενικώς αποτελέσματα τα οποία είχε γι’ αυτόν η μη εκπλήρωση ή μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής, όχι δε απλώς τη μη επέλευση σ’ αυτόν ζημιάς ή το μέγεθος αυτής, αφού κατά το άρθρο 405 ΑΚ, η κατάπτωση της ποινής επέρχεται και αν ακόμη ο δανειστής δεν υπέστη ζημιά (ΑΠ 901/2019, 469/2019, 1278/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ, 224/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1439/1997 ΕλλΔνη 1998.376, ΑΠ 1185/1992 ΕλλΔνη 1994.432, ΑΠ 1523/1991 ΕλλΔνη 33.1621). Κρίσιμος χρόνος για τη μείωση της ποινής είναι ο χρόνος της οριστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (ΑΠ 1472/1984 ΝοΒ 1985.1007) και μπορούν να ληφθούν υπόψη και προγενέστερα γεγονότα (ΑΠ 407/1975 ΝοΒ 1975.1172, ΕφΑΘ 5669/2001 ΕλλΔνη 43.247). Τα ως άνω πρέπει να επικαλείται ο αϊτών τη μείωση της ποινικής ρήτρας, ενώ δεν αρκεί μόνο το περιστατικό, ότι η ζημία του δανειστή είναι μικρότερη της συμφωνημένης ποινής άλλως η ένστασή του είναι αόριστη (ΑΠ 1118/2015, ΑΠ 1090/2011 ΤΝΠ ΔΣΑ, 562/1972 ΝοΒ 20.1423, ΕφΑΘ 8886/1990 ΕλλΔνη 32.1671, ΕφΑΘ 3264/2003 ο.π.). Όταν με σχετικό αίτημα του οφειλέτη, υποβληθεί ένσταση για τη μείωση της ποινικής ρήτρας κατά της αγωγής του δανειστή με αντικείμενο την καταβολή της, η εν λόγω ένσταση (για μείωση της υπερμέτρου ποινής) στο μέτρο που αρμόζει, αποτελεί ειδική εκδήλωση της απαγορεύσεως από το άρθρο 281 ΑΚ και δεν είναι προνομιακή, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ. Αυτό, διότι δεν υπάρχει διάταξη νόμου που να ορίζει ειδικά, ότι ο σχετικός ισχυρισμός για την θεμελίωσή της μπορεί να προταθεί σε κάθε στάση της δίκης. Περαιτέρω, ο χαρακτηρισμός διατάξεως ως δημοσίας τάξεως, μόνη συνέπεια έχει, ότι η εφαρμογή της δεν μπορεί να αποκλειστεί από την ιδιωτική βούληση (άρθρο 3 ΑΚ) και όχι ότι ο ισχυρισμός που στηρίζεται σ' αυτή μπορεί, χωρίς τους περιορισμούς των άρθρων 269 και 527 ΚΠολΔ, να προτείνεται σε κάθε στάση της δίκης. Παρέπεται απ' αυτά, ότι η ένσταση μειώσεως της συμφωνηθείσης δυσαναλόγως μεγάλης ποινής και τα Θεμελιωτικά αυτής (συγκεκριμένα) πραγματικά περιστατικά μπορεί, όπως και οι λοιποί πραγματικοί ισχυρισμοί, να προταθεί για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη: α) από τον εφεσίβλητο - εναγόμενο, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης, β) από τον εκκαλούντα - εναγόμενο με το δικόγραφο της έφεσης ή των πρόσθετων λόγων, αν δεν προβλήθηκε έγκαιρα με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία και γ) αν αποδεικνύεται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου ή εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να είχε πληροφορηθεί έγκαιρα την ύπαρξη των εγγράφων (ad hoc ΑΠ 901/2019, ΑΠ 1278/2017, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 773/2007 ΤΝΠ ΔΣΑ).
V. α. Περαιτέρω, από το άρθ. 932 ΑΚ προκύπτει ότι σκοπός της διάταξης είναι να επιτυγχάνεται μία υπό ευρεία έννοια αποκατάσταση του παθόντος για την ηθική του βλάβη, λόγω της αδικοπραξίας, ώστε αυτός να απολαύει μία δίκαιη και επαρκή ανακούφιση και παρηγοριά, χωρίς, από το άλλο μέρος, να εμπορευματοποιείται η προσβληθείσα ηθική αξία και να επεκτείνεται υπέρμετρα το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη, που δεν μπορεί να αποτιμηθεί επακριβώς σε χρήμα. Με βάση τον σκοπό αυτόν αντλούνται, στη συνέχεια, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά της έννοιας του "ευλόγου" εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τα πλέον πρόσφορα μέσα για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού της διάταξης. Τέτοια στοιχεία είναι κυρίως: το είδος και η βαρύτητα της ηθικής προσβολής, η περιουσιακή, κοινωνική και προσωπική κατάσταση των μερών και κυρίως του παθόντος, η βαρύτητα του πταίσματος του δράστη (στον βαθμό που επηρεάζει την ένταση της ηθικής βλάβης), η βαρύτητα του τυχόν συντρέχοντος πταίσματος του θύματος, οι όλες ειδικότερες συνθήκες πρόκλησης της ηθικής βλάβης. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να οδηγούν τον δικαστή να σχηματίσει την κατά το άρθ. 932 ΑΚ εύλογη κρίση του (όχι κατά τις υποκειμενικές του ανέλεγκτες αντιλήψεις, αλλά) κατ’ εφαρμογή του αντικειμενικού μέτρου που Θα εφάρμοζε και ο νομοθέτης, αν έθετε ο ίδιος τον κανόνα αποκατάστασης της ηθικής βλάβης στην ατομική περίπτωση. Το αντικειμενικό αυτό μέτρο συνάγεται από τον ανωτέρω σκοπό του άρθ. 932 ΑΚ και, μέσω αυτού, από την όλη κλίμακα των υπερκειμένων σκοπών του συστήματος αποζημίωσης λόγω αδικοπραξίας του ΑΚ. Η κρίση του δικαστηρίου ουσίας, όσον αφορά το ύψος της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης αποφασίζεται (καταρχήν αναιρετικά ανέλεγκτα), με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που Θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι. Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος (άρθ. 2§1 και 25 του ισχύοντος Συντάγματος) με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, που αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων. Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον παθόντα) τον σεβασμό της αξίας του ανθρώπου, και στην δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο) το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο επεμβαίνοντας στην διαφορά μεταξύ ιδιωτών πρέπει, όπως προαναφέρθηκε, να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Στο σημείο
αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθ. 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του. (ΑΠ 327/2017, ΑΠ 1152/2012 ΤΝΠ ΔΣΑ).
β. Εξάλλου, αποκατάσταση της ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 ΑΚ, μπορούν να ζητήσουν και τα νομικά πρόσωπα και εν προκειμένω και οι ανώνυμες εταιρείες, αν με την σε βάρος τους αδικοπραξία προσβλήθηκε η εμπορική τους πίστη, η επαγγελματική τους υπόληψη και γενικά το εμπορικό τους μέλλον (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 932/2019, 704/2017, 730/2015, 1381/2013, 382/2011 387/2005, 6/2004 ΤΝΠ
ΝΟΜΟΣ). Για να γεννηθεί η αξίωση από την προσβολή της προσωπικότητας κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920 και 932 του ΑΚ, θα πρέπει η προσβολή να είναι παράνομη, να αντίκειται δηλαδή σε διάταξη που απαγορεύει συγκεκριμένη έκφανση αυτής, είναι δε αδιάφορο, σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη που απαγορεύει την προσβολή. Αντικείμενο προσβολής είναι και η υπόληψη του νομικού προσώπου, το οποίο, όπως και το φυσικό πρόσωπο, είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητος, εκδηλώνεται δε με πράξεις ή παραλείψεις (ΑΠ 464/2019, 193/2018 ΤΝΠ ΔΣΑ). Η αξίωση αυτή προς επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω προσβολής της προσωπικότητας νομικού προσώπου σε κάποια από τις εκφάνσεις της ή λόγω δυσφημιστικών διαδόσεων που θέτουν σε κίνδυνο την πίστη, το επάγγελμα ή το μέλλον του, δύναται να συρρέει με τις αξιώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του V. 146/1994, όταν πληρούται το πραγματικό και αυτών των διατάξεων (Λ. Κοτσίρης Αθέμιτος Ανταγωνισμός ο.π. παρ. 384). Για την πληρότητα δε της αγωγής με την οποία διώκεται από το νομικό πρόσωπο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί κατ’ άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ να αναφέρεται σ’ αυτήν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του τρίτου, καθώς επίσης και η βλάβη που έχει υλική υπόσταση και υφίσταται το νομικό πρόσωπο στη φήμη, την υπόληψη του, την πίστη, το επάγγελμα και το μέλλον του, με επίκληση συγκεκριμένης ζημίας (ΑΠ 730/2015, ΑΠ 382/2011, ΑΠ 1265/2010, ΕφΑΘ 4038/2019 αδημ., ΕφΛαρ 85/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΠειρ 541/2015, ΕφΑΘ 6197/2011 ΤΝΠ Νόμος, Γεωργιάδη - Σταθόπουλου ΑΚ αρθ. 932 αρ. 13), ενώ δεν απαιτείται ιδιαίτερη εξειδίκευση του τρόπου με τον οποίο επήλθε αυτή (βλάβη), αρκεί βέβαια να συνάγεται ότι η προσβολή του νομικού προσώπου επήλθε από τον αντίκτυπο που είχαν τα αδικήματα σε βάρος του (βλ. ΕφΛαρ 397/2019, 45/2018 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΘεσ. 77/2007, ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2007, 504 σχετ. Στυλιανός Πατεράκης «Η χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης» 2001, σελ. 291,292, όπου και παραπομπές σε νομολογία). Ειδικότεροι προσδιορισμοί, όπως είναι η έκταση της βλάβης που υπέστη ο παθών, η βαρύτητα του πταίσματος του υπαιτίου, καθώς και οι συμπαρομαρτούσες συνθήκες, δηλαδή η περιουσιακή κατάσταση, η κοινωνική θέση, κ.λπ. δεν αποτελούν ίδια και αυτοτελή στοιχεία, ώστε η παράθεσή τους να είναι απαραίτητη για την πληρότητα της αγωγής, ούτε περί τούτων διατάσσεται απόδειξη, αλλά τα δικαστήρια αποφαίνονται γι’ αυτά κατά κρίση ελεύθερη και μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1445/2003 ΕλλΔνη 46. 822, ΕφΛαρ 45/2018 ο.π., ΕφΑΘ. 6982/2007 ΕΠΙΣΚΕΜΠΔ 2008, 189).
VI. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 297-298 ΑΚ ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα, η αποζημίωση δε αυτή περιλαμβάνει τόσο τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), όσο και το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Εξάλλου, από τις ίδιες διατάξεις του Αστικού Κώδικα προκύπτει ότι δεν αποκαθίσταται όλη η ζημία που προβάλλει ο ζημιωθείς, αλλά μόνον αυτή που βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αιτιατού προς την υπαίτια παράβαση της σύμβασης, δηλαδή, κατά την επικρατούσα στην ελληνική νομολογία και επιστήμη θεωρία της αιτιώδους συνάφειας, αποκαθίσταται εκείνη η ζημία, την οποία, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, η υπαίτια παράβαση κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν μόνη της ικανή και μπορεί κατ' αντικειμενική εκτίμηση να επιφέρει (βλ. ΑΠ 719/1988 ΕλλΔνη 1989.764, ΑΠ 601/1986 ΝοΒ 1987.534, Εφθεσ 448/1989 ΕλλΔνη 1989.1011). Από τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ προκύπτει ότι ο νομοθέτης (πλην εξαιρέσεων, όπως λ.χ. άρθρο 345 εδ. α’ ΑΚ ή ν. 2112/1920) επιλέγει τον κανόνα του συγκεκριμένου υπολογισμού της ζημίας, ήτοι εκείνης της ζημίας που επέρχεται στον ζημιωθέντα ενόψει των συγκεκριμένων συνθηκών του (ΕφΑΘ 5197/1983 ΝοΒ 1984.1988, Σταθόπουλος, Γεν. Ενοχ.Δικ, έκδοση 3η 1998, σ. 174). Αποκαθίσταται δε, κατά την κρατούσα στην επιστήμη και τη νομολογία «θεωρία της διαφοράς», η ζημία που προκύπτει από τη σύγκριση μεταξύ της ενεστώσας και της πριν από το ζημιογόνο γεγονός περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος και όχι μόνον επί του συγκεκριμένου αγαθού, αλλά και επί των άλλων στοιχείων της περιουσίας του ή στα μη περιουσιακά αγαθά του και τίποτε πέραν τούτου, διότι άλλως ο ζημιωθείς θα γινόταν, μέσω της αποκατάστασης της ζημίας του, αδικαιολογήτως πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας του ζημιώσαντος (ΑΚ , 904, σχετ. ΟλΑΠ 807/1973 ΝοΒ 1974.321, ΑΠ 1286/1976 ΝοΒ 1977.906, ΑΠ 89/1978 ΕΕΝ 45.463, Σταθόπουλος, ό.π, σελ. 164). Έτσι σε περίπτωση που η ζημία του δανειστή προήλθε από περιορισμό της επαγγελματικής του δραστηριότητας λόγω υπαίτιας συμπεριφοράς του οφειλέτη, που είχε ως αποτέλεσμα την πρόωρη λύση ή την παρεμπόδιση της περαιτέρω λειτουργίας μιας διαρκούς σύμβασης, αποκαθίσταται πλήρως η ζημία του, διά της παροχής αποζημίωσης που να καλύπτει ό,τι αυτός θα είχε αν δεν μεσολαβούσε η υπαίτια ζημιογόνα συμπεριφορά του οφειλέτη και η σύμβαση εξακολουθούσε να λειτουργεί καθ' όλο τον συμφωνημένο χρόνο και τίποτε πλέον τούτου (βλ. ΕφΑΘ 5819/2013 αδημ., ΕφΑΘ 9032/2006 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑΘ 5808/2002, ΔΕΕ 2003.1088). Για την επιδίκαση δε αποζημίωσης για διαφυγόν κέρδος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 298ΑΚ, απαιτείται και αρκεί να αναφέρονται στην αγωγή και στην απόφαση όλα εκείνα τα περιστατικά, από τα οποία προκύπτει ότι ο ενάγων θα εισέπραττε, από την επαγγελματική του δραστηριότητα με πιθανότητα κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το αιτούμενο με την αγωγή ποσό αποζημίωσης, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται και ότι δεν εξοικονομήθηκε δαπάνη ή να προσδιορίζεται και να αφαιρείται τυχόν εξοικονομηθείσα, διότι ο προσδιορισμός και η αφαίρεση της τυχόν εξοικονομηθείσας δαπάνης, μπορεί να γίνει με βάση τις αποδείξεις, ύστερα από πρόταση του εναγομένου ή και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ακόμη και από το Εφετείο, εφόσον το ύψος της αποθετικής ζημίας κατέστη αντικείμενο της κατ’ έφεση δίκης. Όμως τα περιστατικά που προσδιορίζουν την προσδοκία ορισμένου κέρδους με βάση την κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων πιθανότητα, καθώς και οι ειδικές περιστάσεις, όπως και τα ληφθέντα προπαρασκευαστικά μέτρα πρέπει να εκτίθενται στην αγωγή και στην απόφαση και δεν αρκεί η απλή επανάληψη των εκφράσεων του άρθρου 298 ΑΚ, ούτε η αναφορά του συνολικά φερομένου ως διαφυγόντος κέρδους, αλλά απαιτείται η εξειδικευμένη κατά περίπτωση μνεία των συγκεκριμένων περιστάσεων και μέτρων, που καθιστούν πιθανό το κέρδος, ως προς τα επί μέρους κονδύλια και η επίκληση και αναφορά των κονδυλίων αυτών (Ολ ΑΠ 22/1995, ΑΠ 1043/2015, ΑΠ 979/2014, ΑΠ 455/2014, ΑΠ 72/2014, ΑΠ 175/2010 ΤΝΠ ΔΣΑ). Η διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ είναι δικονομικού χαρακτήρα μόνο καθ’ ο μέρος, προκειμένου περί διαφυγόντος κέρδους επιτρέπει στο δικαστήριο να αρκεσθεί μόνο στην πιθανολόγηση του κέρδους αυτού, κατά τα λοιπά, όμως, η διάταξη αυτή είναι ουσιαστικού περιεχομένου, λόγω του ότι καθορίζει τα στοιχεία, στα οποία στηρίζεται η αξίωση για το διαφυγόν κέρδος. (ΑΠ 823/2015, ΑΠ 107/2003 ΑΠ 1457/1995 ΤΝΠ ΔΣΑ). Κατά συνέπεια, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί της υπάρξεως ή μη πιθανότητας επελεύσεως της μελλοντικής ζημίας, ως αναγόμενη στην εκτίμηση της εξελίξεως πραγμάτων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1385/2012, 1306/2003, 549/2002), ελέγχεται όμως αναιρετικώς η δικαστική κρίση, ως προς την ύπαρξη ή μη των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη γένεση της σχετικής αξιώσεως, δηλαδή για τη συγκεκριμενοποίηση της αόριστης νομικής έννοιας του διαφυγόντος κέρδους (ΑΠ, 60/2019, 72/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ). Επίσης, όταν πρόκειται για αποζημίωση που αφορά το διαφυγόν κέρδος, το οποίο θα αποκτούσε ο ζημιωθείς στο μέλλον, η ζημία θα υπολογιστεί και με τα κριτήρια του χρόνου, κατά τον οποίο θα επερχόταν. Γι' αυτήν, όπως και για κάθε μέλλουσα ζημία κρίσιμος είναι ο χρόνος που θα πραγματοποιηθεί, και συνεπώς, θα ληφθούν υπόψη και μεταγενέστερα περιστατικά, που τη μειώνουν ή την εξαφανίζουν, σύμφωνα με την προεκτεθείσα Θεωρία της διαφοράς (ΕφΑθ 1309/2020 αδημ., ΕφΠειρ 1025/2007 ΤΝΠ ΔΣΑ. ΑΚ Γεωργιάδη- Σταθόπουλος, άρθρα 297-298, αριθ. 2, 9, 10, 18, 19, 41, 50, 69, 78, 79-80, 85, Απ. Γεωργιάδης ο.π. σελ. 131-140, 142, 148, 158, Αστερ. Γεωργιάδης: ο.π., σελ. 115-118,122-124, 127-128, 139, 144, όπου και παραπομπές σε νομολογία).
VII. Σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ. 1 Ν. 1569/1985, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ 4 του Ν.2496/1997 "1. Ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει έναντι προμήθειας λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό ασφαλιστικών επιχειρήσεων η ασφαλιστικών πρακτόρων ή μεσιτών ή συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων, για την πρόσκτηση εργασιών. Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με την ασφαλιστική επιχείρηση ή τον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον μεσίτη ασφαλίσεων είναι σύμβαση έργου (ΑΠ 105/2012, ΑΠ 1038/2011, ΑΠ 2016/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 333/1998 ΕΕμπΔ 1999. 343, ΕφΑΘ 3785/2009 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 5427/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 354/2005, ΔΕΕ 2005.1314). Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων ούτε εκπροσώπησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικού πράκτορα ή μεσίτη (ΑΠ 317/2009 ΑΠ 1198/2009). Εξάλλου, κατά το άρθρο 20 του Ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ. 2 του Ν. 2170/1993 και ακολούθως οι παράγραφοι 2 και 3 αυτού αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 36 παρ. 3 του Ν. 2496/1997, συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο για λογαριασμό μιας ασφαλιστικής επιχειρήσεως ασφαλίσεων κατά ζημιών, έναντι προμήθειας διαμεσολαβεί στη σύναψη ασφαλιστικών συμβάσεων δια μέσου ομάδας ασφαλιστικών συμβούλων, τους οποίους επιλέγει, εκπαιδεύει και εποπτεύει. Η σχέση που συνδέει το συντονιστή ασφαλιστικών συμβούλων με την ασφαλιστική επιχείρηση είναι σύμβαση έργου, η οποία καταρτίζεται εγγράφως. Σε περίπτωση υπάρξεως επιπλέον συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του συντονιστή ως διευθυντή γραφείου πωλήσεων ασφαλίσεων, η σύμβαση έργου παραμένει ανεξάρτητη και δεν απορροφάται από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (βλ. ΑΠ 559/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 124/2007 ΝΟΜΟΣ).
VIII. α. Περαιτέρω, από τα άρθρα 298, 330, 681, 688 και 690 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Με τη σύμβαση έργου μεταξύ εργολάβου και κυρίου του έργου, ο μεν εργολάβος αναλαμβάνει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο, ο δε κύριος του έργου (εργοδότης) να του καταβάλει την εργολαβική αμοιβή. Σε περίπτωση δε που μετά την εκτέλεση του έργου, τούτο από υπαιτιότητα (δόλος ή αμέλεια) του εργολάβου έχει πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη των ιδιοτήτων, που είχαν συμφωνηθεί, γεννιέται για τον κύριο του έργου (εργοδότη) κατά του εργολάβου, απαίτηση αποζημιώσεως κάθε ζημίας, που προέρχεται εξαιτίας του ελαττώματος ή της έλλειψης της συμφωνηθείσης ιδιότητας. Την υπαιτιότητα δεν υποχρεούται να αποδείξει ο ενάγων εργοδότης αλλά να αποκρούσει ο εναγόμενος εργολάβος επικαλούμενος έλλειψη υπαιτιότητας του προς απαλλαγή του (ΑΠ 203/2019, 1590/2017, 1229/2017, 985/2015, 360/2011, ΕφΠειρ 589/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 692 ΑΚ, μετά την έγκριση του έργου από τον εργοδότη ο εργολάβος απαλλάσσεται από κάθε ευθύνη για τις ελλείψεις του, εκτός αν αυτές δεν μπορούσαν να διαπιστωθούν με κανονική εξέταση όταν έγινε η παραλαβή του έργου ή αν ο εργολάβος τις απέκρυψε με δόλο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η έγκριση προϋποθέτει παράδοση του έργου και μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή. Ρητή είναι η έγκριση όταν ο εργοδότης επιδοκιμάζει το έργο και δηλώνει ότι αυτό είναι σύμφωνο με τις προδιαγραφές της εργολαβικής σύμβασης, ενώ σιωπηρή είναι η έγκριση που συνάγεται από την ανεπιφύλακτη παραλαβή του έργου από τον εργοδότη. Ως κανονική εξέταση νοείται η εξέταση που γίνεται είτε από τον ίδιο τον εργοδότη (ή από τον αντιπρόσωπο του εργοδότη ή από άλλο πρόσωπο που όρισε ο εργοδότης γι' αυτόν τον σκοπό) είτε από πρόσωπο που διαθέτει τις αναγκαίες ειδικές γνώσεις για την εξέταση του έργου, όταν πρόκειται για περιπτώσεις, όπου οι ελλείψεις του έργου, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, δεν μπορούν να γίνουν αντιληπτές από άτομο που δεν διαθέτει τέτοιες γνώσεις (ΑΠ 819/2019, 447/2016 ΤΝΠ ΔΣΑ). Παρά την έγκριση του έργου από τον εργοδότη, ο εργολάβος ευθύνεται για τις ελλείψεις του έργου: α) εάν αυτές δεν μπορούσαν κατά την παραλαβή του έργου να διαγνωσθούν με την προαναφερόμενη κανονική εξέταση (ανεξάρτητα αν αυτή έγινε ή όχι) και β) εάν κατά την παραλαβή ο εργολάβος απέκρυψε με δόλο τις ελλείψεις, δηλαδή εμφάνισε το έργο σαν άρτια εκτελεσμένο, αποσιωπώντας τις μη εμφανείς ελλείψεις του με συνείδηση ότι ο εργοδότης αγνοεί την ύπαρξη τους και αδυνατεί να τις εντοπίσει και με την απατηλή προαίρεση να επωφεληθεί ο ίδιος από τη σχετική άγνοια του εργοδότη και να αποκομίσει επιλήψιμα τη συμφωνημένη αμοιβή (ΑΠ 819/2019 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 1511/2014, ΑΠ 446/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 745/2008 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΑΠ 1804/2001 ΕλλΔνη 43. 1429, ΕφΑΘ 4347/2002 ΕλλΔνη 43.1718). Από δικονομική άποψη ο ισχυρισμός που προβάλλει ο εναγόμενος εργολάβος, προς απόκρουση της αγωγής, που στηρίζεται στα άρθρα 688-690 ΑΚ, ότι ο ενάγων εργοδότης ενέκρινε το έργο χωρίς επιφύλαξη και έτσι απαλλάσσεται αυτός από την ευθύνη για ελλείψεις του έργου, συνιστά ένσταση, ενώ ο ισχυρισμός του ενάγοντος εργοδότη ότι, παρά την έγκριση του έργου από αυτόν, εξακολουθεί να υπάρχει ευθύνη του εναγομένου εργολάβου, λόγω του ότι οι ελλείψεις του έργου δεν μπορούσαν να διαγνωσθούν με κανονική εξέταση κατά το χρόνο της παραλαβής ή ότι αυτές από τη φύση τους δεν μπορούσαν παρά να διαγνωσθούν βραδύτερα ή ότι ο εναγόμενος απέκρυψε τις ελλείψεις με δόλο συνιστά αντένσταση κατά της σχετικής ενστάσεως του εναγομένου (ΕφΛαρ 14/2019 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑθ 77/2009 ΕλλΔνη 2009.607).
IX. Επιπρόσθετα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 ΕμπΝ, 361,
874 ΑΚ, 112 ΕισΝΑΚ και 47, 64 έως 67 του ΝΔ της 17.7/13.8.1923, προκύπτει ότι
αλληλόχρεος ή ανοικτός ή τρεχούμενος λογαριασμός υπάρχει, όταν δύο πρόσωπα, από τα οποία τουλάχιστον το ένα είναι έμπορος, συμφωνούν να καταχωρίζουν τις μεταξύ τους δοσοληψίες σε κονδύλια πιστώσεων και χρεώσεων, τα οποία, μολονότι
διατηρούν το νομικό τους χαρακτήρα, αποβάλλουν από την καταχώριση τους την αυτοτέλεια τους και δεν μπορούν να επιδιωχθούν ή διατεθούν χωριστά, με αποτέλεσμα να οφείλεται μόνο το κατάλοιπο που προκύπτει, κατά το κλείσιμο του
λογαριασμού, με την αντιπαραβολή των κονδυλίων (ΟλΑΠ 31/1997 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, εννοιολογικά στοιχεία του αλληλόχρεου λογαριασμού και ουσιαστικά για την εξ αυτού απαίτηση, η έλλειψη της μνείας των οποίων συνεπάγεται αοριστία του σχετικού ισχυρισμού, είναι μεταξύ άλλων, η ύπαρξη σχετικής συμφωνίας. Επίσης, για να συναφθεί σύμβαση αλληλόχρεου λογαριασμού μεταξύ δύο προσώπων, πρέπει, ανεξαρτήτως από το χαρακτηρισμό που δίδουν οι συμβαλλόμενοι στη σχέση που τους συνδέει, να υπάρχει η δυνατότητα ώστε, από τις μεταξύ τους συναλλαγές, να μπορούν να προκόψουν απαιτήσεις και οφειλές και για τα δύο μέρη, κατά τρόπο, που να μην είναι εκ των προτέρων γνωστό, ποιο από αυτά, κατά την τελική εκκαθάριση των δοσοληψιών, θα είναι οφειλέτης ή πιστωτής του άλλου. Συνεπώς, δεν μπορεί να υπάρχει αλληλόχρεος λογαριασμός, όταν, λόγω της σύμβασης, ο ένας συμβαλλόμενος γίνεται μόνο πιστωτής και ποτέ οφειλέτης και ο άλλος μόνο οφειλέτης και ποτέ πιστωτής, δικαιούμενος απλώς να εξοφλεί το χρέος του με τμηματικές καταβολές που γίνονται προς αντίστοιχη απαλλαγή του από το χρέος (ΑΠ857/2006 ΝΟΜΟΣ), σε τέτοια δε περίπτωση ο τυχόν τηρούμενος από τον ένα συμβαλλόμενο λογαριασμός έχει το χαρακτήρα απλού δοσοληπτικού λογαριασμού και όχι αλληλόχρεου, υπό την έννοια του εμπορικού νόμου, λογαριασμού (ΑΠ 75/1995 ΔΕΕ 1995.527, ΕφΑΘ 1932/2011 ΔΕΕ 2011.1156, ΕφΠειρ 613/2009 ΔΕΕ 2009.1224). Ο ισχυρισμός περί ύπαρξης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού αποτελεί ένσταση και όχι άρνηση της αγωγής (ΑΠ 857/2006, ΕφΑΘ 2784/2012 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 1143/1993 Αρμ 1993.818).
X. Η καταγγελία με την οποία καθορίζεται η λήξη ενοχής, που αφορά διαρκή παροχή από σύμβαση ορισμένης ή αόριστης διάρκειας είναι μονομερής δήλωση βουλήσεως, γνωστοποιούμενη στον καθ’ ου απευθύνεται και ενεργεί από τότε που θα περιέλθει σε αυτόν, διαμορφώνοντας νέα νομική κατάσταση και επιφέροντας τη λύση της ενοχής για το μέλλον. Είναι δε αναιτιώδης δικαιοπραξία και ο καταγγέλλων δεν υποχρεούται να εκθέτει στο έγγραφό της το σπουδαίο λόγο ή τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν, αρκεί αυτή να μην αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου (άρθρο 174 ΑΚ) ή στα χρηστά ήθη (άρθρο 178 ΑΚ) και να μην ασκείται καταχρηστικώς (άρθρο 281 ΑΚ), οπότε είναι άκυρη (ΑΠ 683/2010 ΤΝΠ ΔΣΑ). Εξάλλου, καθόσον παράνομη συμπεριφορά, που κατά την ΑΚ 914 δημιουργεί υποχρέωση του υπαιτίου σε αποζημίωση, συνιστά (και) κάθε ενέργεια αντικείμενη σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου όπως είναι η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία απαγορεύει την άσκηση του δικαιώματος, όταν γίνεται κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός αυτού (δικαιώματος), αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση θεμελιώνει και η, κατά προφανή υπέρβαση των άνω αξιολογικών ορίων, υπαίτια και ζημιογόνος άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας μιας διαρκούς ενοχικής σχέσεως. Η καταγγελία αυτή δεν ενέχει πρόδηλη υπέρβαση των ειρημένων ορίων, όταν η συνέπειά της, δηλονότι η λύση της συμβάσεως, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες από τον αντισυμβαλλόμενο συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγείλαντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς εννοούμενο συμφέρον του (ΟλΑΠ 12 και 13/2004, ΑΠ 804/2015, 1934/2009 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΤριμΕφΑΘ 3069/2020 αδημ.).
Με την από 25.5.2012 με αρ. κατ. .../.../2012 αγωγή, η ενάγουσα ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «... ΑΕΓΑ» εξέθεσε ότι κατά του εναγομένου είχε ασκήσει την από 10.4.2006 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../.../2006 αγωγή και την από 8.4.2010 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../.../2010 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την ίδια ιστορική και νομική αιτία με την ανωτέρω ένδικη αγωγή, οι οποίες, αφού συνεκδικάσθηκαν, απορρίφθηκαν λόγω αοριστίας με την υπ’ αριθμ. 2524/2.6.2011 απόφαση εκείνου του Δικαστηρίου, ως προς όλα τα κεφάλαια της Θετικής και αποθετικής ζημίας, πλην ενός κονδυλίου για Θετική ζημία λόγω υπεξαίρεσης ασφάλιστρων εκ ποσού 2.548,48 ευρώ και ποσού 1.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από το ανωτέρω αδίκημα της υπεξαίρεσης. Ότι έχει έννομο συμφέρον να καταθέσει την ως άνω ένδικη αγωγή ως προς τα απορριφθέντα λόγο) αοριστίας κονδύλια της σχετικής αγωγής και δηλώνει ότι, με το κρινόμενο αγωγικό δικόγραφο παραιτείται από το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων κατά της ως άνω απόφασης. Ότι, περαιτέρω, στα πλαίσια της επιχειρηματικής της δραστηριότητας σε όλους τους σύγχρονους κλάδους ασφάλισης κατήρτισε με τον εναγόμενο στις 30.1.1989, έγγραφη σύμβαση παραγωγού ασφαλίσεων αορίστου χρόνου με τους αναφερόμενους σ’ αυτή ειδικότερους όρους και συμφωνίες, που αναφέρονται στην εν λόγω σύμβαση. Ότι ο εναγόμενος με την εν λόγω σύμβαση είχε δικαίωμα είσπραξης ασφαλίστρων, των κατόπιν δικής του διαμεσολάβησης συναφθεισών ασφαλίσεων, με την υποχρέωση να αποδίδει τα ασφάλιστρα στην ενάγουσα εντός τριάντα (30) ημερών από την είσπραξή τους. Ότι κατά το από 16.1.1990 μέχρι και 31.12.2002 χρονικό διάστημα ο εναγόμενος, δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων έργου, ανέλαβε επιπλέον τις θέσεις του Επιθεωρητή Ανάπτυξης Πωλήσεων και Συντονιστή Ανάπτυξης. Ότι την 1.2.1998 δυνάμει της από ίδια ημερομηνίας σύμβασης, η οποία αντικαταστάθηκε από την από 23.11.2000 σύμβαση ανέλαβε τη θέση του Περιφερειακού Δ/ντη (Συντονιστή) με το αναφερόμενο στην αγωγή έργο για τον έλεγχο της πιστής εφαρμογής των Κανονισμών Λειτουργίας από τους διευθυντές (συντονιστές) Καταστημάτων, τη μέριμνα της δημιουργίας νέων Καταστημάτων και την υλοποίηση των ετησίων Προϋπολογισμών Παραγωγής Δαπανών και λοιπών Ποιοτικών Συντελεστών της περιφέρειας ευθύνης του, με σκοπό την επίτευξη του ετήσιου στόχου παραγωγής ασφαλίστρων, που η εταιρία ορίζει εκάστοτε σε ετήσια (δωδεκάμηνη) βάση για τη θέση του Περιφερειακού Διευθυντού (Συντονιστού). Ότι την 1.1.2003 κατόπιν αιτήματος του εναγομένου, δυνάμει του από 1.1.2003 προσαρτήματος της από 23.11.2000 σύμβασης, το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, εκείνος ανέλαβε τη Θέση του Συντονιστή Πωλήσεων Βορείου Ελλάδας και δη τη διοίκηση των πωλήσεων σε όλη τη Βόρεια Ελλάδα, την ανάπτυξη του δικτύου πωλήσεων, τον έλεγχο της πιστής εφαρμογής των κανονισμών λειτουργίας της ιδίας (ενάγουσας) από τους Περιφερειακούς Διευθυντές, τους Διευθυντές (Συντονιστές) Καταστημάτων, τη μέριμνα της δημιουργίας νέων καταστημάτων και την υλοποίηση των ετήσιων προϋπολογισμών παραγωγής, δαπανών και λοιπών ποιοτικών συντελεστών αυτής, της περιφέρειας ευθύνης του. Ότι, περαιτέρω ο εναγόμενος με το υπογραφέν προσάρτημα της ανωτέρω σύμβασης ήταν υπεύθυνος: α) για την ολοκλήρωση του οργανωμένου εταιρικού δικτύου πωλήσεων στη Βόρεια Ελλάδα, β) την άντληση μεριδίου της αγοράς 3% στην ως άνω περιφέρεια ευθύνης του εντός χρονικού διαστήματος τριών (3) ετών, γ) για την αύξηση της υφιστάμενης στις 31-12-2002, κάθε έτους, παραγωγής κατά 15%, δ) την πιστή εφαρμογή του κανονισμού, των διαδικασιών και της πολιτικής της ενάγουσας και ε) την καταβολή κάθε προσπάθειας για την επίτευξη απόδοσης (R.O.E.) 5% από την παραγωγή και τους λοιπούς συντελεστές (ζημιές, προμήθειες, έξοδα κλπ.) της ως άνω περιοχής ευθύνης του. Ότι οι βασικές συμβατικές υποχρεώσεις του εναγόμενου συνίσταντο στην σύνταξη των ετησίων προϋπολογισμών κατά κλάδο, προσαρμοζόμενων στις απαιτήσεις και τους στόχους της εταιρίας σε παραγωγικό επίπεδο, αλλά και σε επίπεδο ανάπτυξης καταστημάτων και δικτύου ασφαλιστικών συμβούλων, στη συνεχή ανάπτυξη του έμψυχου δυναμικού της περιφέρειας ευθύνης του, στον έλεγχο της πορείας υλοποίησης των ως άνω προϋπολογισμών, στην πορεία ανάπτυξης του δικτύου συνεργατών, στην παρακολούθηση και στην πληροφόρηση της διοίκησης της ενάγουσας σχετικά με τον ανταγωνισμό, αλλά και στη συμμετοχή του στη δημιουργία νέων ασφαλιστικών προϊόντων και συστημάτων διανομής. Ότι κύριο έργο του ήταν η μέριμνα της εύρυθμης λειτουργίας της διεύθυνσής του, η συνεχής ενδυνάμωση του υφισταμένου προς αυτόν δικτύου πωλήσεων, αλλά και η προσέλκυση νέων συνεργατών και ο αντίστοιχος περιορισμός της κινητικότητας του δικτύου προς τον ανταγωνισμό. Ότι για την εκπλήρωση των ως άνω υποχρεώσεών του, ο εναγόμενος όφειλε να ταξιδεύει εντός της περιφέρειας ευθύνης του, αλλά και στην έδρα της ιδίας (ενάγουσας), με σκοπό τις καθημερινές συναντήσεις με τους κατά τόπους ασφαλιστικούς διευθυντές και ασφαλιστές, για τον έλεγχο και την αντιμετώπιση τρεχόντων ζητημάτων, με πλήρη κάλυψη των εξόδων του και δη εξόδων μετάβασης, διαμονής, γευμάτων και δώρων, από εκείνη (ενάγουσα). Ότι σύμφωνα με το άρθρο 2 του ως άνω προσαρτήματος, που αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της από 1.1.2003 σύμβασης, η ίδια (ενάγουσα) ανέλαβε την υποχρέωση να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξη του οργανωμένου εταιρικού δικτύου, παρέχοντας ενδεικτικά τον αναγκαίο εξοπλισμό, μισθούς γραμματέων, ενοίκια γραφείων και πάσης φύσης δαπάνες και χρηματοδοτήσεις νέων συνεργατών βάσει του κανονισμού της και των εγκεκριμένων ετήσιων προϋπολογισμών. Ότι ο εναγόμενος θα λάμβανε ως αμοιβή του για την εκτέλεση του ως άνω έργου, πρόσθετη αναλογική αμοιβή επί των προμηθειών του συνόλου του οργανωμένου εταιρικού δικτύου Βόρειας Ελλάδας, πλέον διαφόρων BONUS και με εγγύηση ελάχιστης ετήσιας αμοιβής έναντι των προαναφερόμενων BONUS, 70.000 ευρώ, καταβαλλόμενης αναλογικά κάθε μήνα, όπως ειδικότερα εκτίθεται στο αγωγικό δικόγραφο. Ότι ενώ η συμβατική σχέση μεταξύ των διαδίκων εξελισσόταν ομαλά, ο εναγόμενος και άλλοι δώδεκα αναφερόμενοι στην αγωγή συνεργάτες του - συντονιστές ασφαλιστικών συμβούλων, άπαντες απασχολούμενοι στην περιφέρεια της Βορείου Ελλάδας, κατήγγειλαν, στις 25.6.2003, τις συμβάσεις συνεργασίας τους με την ενάγουσα και στη συνέχεια προσχώρησαν στην ανταγωνιστική ομοειδή εταιρία «... ...». Ότι η ενέργεια αυτή των συνεργατών του εναγομένου οφειλόταν σε παροτρύνσεις, καθοδήγηση και σε άσκηση πίεσης εκ μέρους του τελευταίου, ο οποίος ήδη επί αρκετό χρονικό διάστημα προ της καταγγελίας της σύμβασής του βρισκόταν σε διαπραγματεύσεις με την ως άνω αναφερόμενη ανταγωνιστική εταιρία. Ότι ο εναγόμενος, ενεργώντας βάσει σχεδίου, παρέσυρε και πέτυχε την προσχώρηση μεγάλου μέρους του δικτύου πωλήσεων Βορείου Ελλάδος της ιδίας (ενάγουσας) στην ανωτέρω ανταγωνιστική ασφαλιστική / εταιρία, κατά παράβαση ρητών διατάξεων της μεταξύ των διαδίκων συμβάσεως και ότι προκειμένου να εξωθήσει τους συνεργάτες του στην διακοπή συνεργασίας με την ενάγουσα, (ο εναγόμενος) τους δωροδόκησε, τους απείλησε με προσβολή της σωματικής τους ακεραιότητας, τους εκβίασε και τους εκφόβισε, διαδίδοντας σε τρίτους ότι επίκειται εξαγορά της ιδίας (ενάγουσας) από την παραπάνω ασφαλιστική εταιρία, ότι η ίδια (ενάγουσα) αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και ότι οι μεν συνεργάτες της θα απολύονταν, ενώ οι ασφαλισμένοι αυτής θα έμεναν χωρίς ασφαλιστική κάλυψη, ενέργειες για τις οποίες έχουν εκδοθεί σε βάρος του αμετάκλητες καταδικαστικές αποφάσεις των ποινικών δικαστηρίων. Ότι με ενέργειές του, υπήρξαν δημοσιεύματα στον τύπο τόσο της Βορείου Ελλάδας όσο και των Αθηνών, σχετικά με την οικονομική κατάστασή της (ενάγουσας), επιφέροντας βαρύ πλήγμα στη φήμη της εταιρίας, προκαλώντας απόσπαση πελατείας της με ακυρώσεις και εξαγορές συμβολαίων σημαντικού ύψους, καθώς απευθύνθηκε σε ασφαλισμένους και συνεργάτες της (ενάγουσας) πείθοντάς τους να προβούν σε εξαγορές ή ακυρώσεις συμβολαίων και κάνοντας χρήση εμπιστευτικών πληροφοριών, ενώ ταυτόχρονα αποδυναμώθηκε το δίκτυο της ιδίας (ενάγουσας) στη Βόρεια Ελλάδα, καθώς ολόκληρο το υπαλληλικό της προσωπικό προσχώρησε στην ανταγωνιστική εταιρία. Ότι με την προαναφερθείσα συμπεριφορά του, ο εναγόμενος παραβίασε τον αναφερόμενο στην αγωγή υπ’ αριθμ. 4 όρο της από 23.11.2000 σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τον οποίο ο τελευταίος έχει αυξημένη υποχρέωση πίστης προς την ίδια (ενάγουσα) και δεσμεύεται ρητά ότι κατά τη διάρκεια της σύμβασης, αλλά και μετά την με οποιοδήποτε τρόπο λύση αυτής, δεν θα προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια ή πράξη προς απόσπαση - σφετερισμό του έργου, που θα έχει παραχθεί με βάση τη σύμβαση αυτή και συγκεκριμένα με απόσπαση τόσο του δικτύου των συνεργατών, που θα έχει αναπτυχθεί με δική του πρωτοβουλία, όσο και της παραγωγής που θα έχει τοποθετηθεί από αυτόν και τους συνεργάτες του στην εταιρία. Ότι προς διασφάλιση της ιδίας, ως προς την επένδυση που είχε προβεί με τη δημιουργία δικτύου πωλήσεων και κύκλου εργασιών, είχε συμφωνηθεί με τον εναγόμενο στον όρο 6 παρ. β. της ανωτέρω σύμβασης ότι σε περίπτωση προσχωρήσεως σε άλλη ασφαλιστική εταιρία και απόσπασης ή απόπειρας απόσπασης συνεργατών ή συμβολαίων της (ενάγουσας), ο τελευταίος θα οφείλει μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε ημερών από την καταγγελία της σύμβασής του να καταβάλει στην ενάγουσα το σύνολο των δαπανών της για τη μέχρι την στιγμή της καταγγελίας συνεργασία τους, δηλαδή δαπανών προσέλκυσης, εκπαίδευσης, αμοιβών και κάθε άλλης σχετικής δαπάνης, πλην τυχόν δικαιούμενων προμηθειών, σύμφωνα με την προς τούτου εκκαθάριση των δαπανών αυτών από την ίδια (ενάγουσα). Ότι ο εναγόμενος, με την προαναφερθείσα και ειδικότερα εκτιθέμενη στο ιστορικό της ένδικης αγωγής αντισυμβατική συμπεριφορά του, ενεργοποίησε τον ως άνω συμβατικό όρο περί απόδοσης στην ίδια των παραπάνω δαπανών και αποκατάστασης κάθε Θετικής και αποθετικής ζημίας αυτής και ότι η ως άνω υποχρέωση τον βαρύνει, ακόμη και στην περίπτωση που η σύμβαση λυνόταν με δική του πρωτοβουλία, εφόσον αποδεικνυόταν ότι είτε κατά τη διάρκεια ισχύος της σύμβασης ή κατόπιν της λύσης αυτής συνέτρεχαν οι ακόλουθες προϋποθέσεις, ήτοι της δόλιας ενέργειας σε βάρος της ιδίας, της υπεξαίρεσης χρημάτων αυτής ή των πελατών της, συμπεριφοράς βλάπτουσας την φήμη της και προσχώρησης σε άλλη ασφαλιστική εταιρία και απόσπασης ή απόπειρας απόσπασης συνεργατών ή συμβολαίων της (ενάγουσας), που αναπτύχθηκαν με ή χωρίς προσπάθειες του εναγόμενου. Ότι εξαιτίας της αντισυμβατικής του συμπεριφοράς του εναγομένου, αυτός υποχρεούται να της αποδώσει τα ακόλουθα ποσά: α) το ποσό των (256.902,32 ευρώ), που αντιστοιχεί στις καταβληθείσες από εκείνη προς αυτόν σταθερές ετήσιες αμοιβές και αναλογικές αμοιβές επί των προμηθειών, κατά το χρονικό διάστημα από 1.2.1998 οπότε και υπήρξε η έναρξη λειτουργίας της σχετικής σύμβασης, οπότε και ζητείται ποσό, που αναλογεί σε 11 μήνες για το έτος 1998 έως 25.6.2003, β) το ποσό των (54.841,26 ευρώ), που αντιστοιχεί στην δαπάνη μίσθωσης γραφείων στην πόλη της ..., κατά το χρονικό διάστημα από 8.1.1998 οπότε και αναφέρεται η έναρξη μίσθωσης των εν λόγω γραφείων έως 25.6.2003, γ) το ποσό των (67.365,73 ευρώ), που καταβλήθηκε από αυτήν για την πληρωμή των λογαριασμών κοινής ωφέλειας και κοινόχρηστες δαπάνες των ως άνω γραφείων, κατά το χρονικό διάστημα από 10.2.1998 οπότε και αναφέρεται η πρώτη σχετική χρέωση κοινοχρήστων γραφείων, καθώς οι σχετικές αναφερόμενες ειδοποιήσεις πληρωμής ΔΕΚΟ έπονται της εν λόγω ημερομηνίας έως 25.6.2003, δ) το ποσό των (107.243,65 ευρώ), που αντιστοιχεί στην δαπάνη μισθοδοσίας των γραμματέων του εναγομένου, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1998 έως 25.6.2003, ε) το ποσό των (5.885,53 ευρώ), που αντιστοιχεί στην δαπάνη καθαρισμού των γραφείων του εναγομένου στην πόλη της ..., κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1998 έως 25.6.2003, στ) το ποσό των (45.425,29 ευρώ), που αντιστοιχεί στις δαπάνες προσέλκυσης πελατών, ήτοι φιλοξενίας, ταξιδίων, δημοσιεύσεων, συντήρησης αυτοκινήτου, κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, ζ) το ποσό των (15.349,26 ευρώ), που αντιστοιχεί σε δαπάνες αποτροπής ακύρωσης συμβολαίων και αποχώρησης συνεργατών, που κατέβαλε η ίδια σε στελέχη της. Ότι εξαιτίας της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου, που ενήργησε παράνομα και υπαίτια, της προκλήθηκε ζημία, καθώς κλονίστηκε η φήμη της και η συναλλακτική της θέση στην ασφαλιστική και επενδυτική αγορά, αφού ακυρώθηκαν πλήθος συμβολαίων, όπως αναλυτικά εκτίθενται στο δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής, από την ακύρωση των οποίων απώλεσε προσδοκώμενες μετά βεβαιότητας αποδόσεις, ύψους (43.904,74 ευρώ), γεγονός που δεν θα λάμβανε χώρα, αν δεν είχε μεσολαβήσει ο εναγόμενος με το οργανωμένο σχέδιο μεταφοράς του πελατολογίου και προσχώρησης του σε άλλη ανταγωνιστική εταιρία. Ότι συνεπεία της ως άνω αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του εναγομένου, υπέστη ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται το συνολικό ποσό του (1.001.500 ευρώ), που αντιστοιχεί ειδικότερα: α) στο ποσό των (800.000 ευρώ) λόγω συκοφαντικής δυσφήμησης της ενάγουσας και δη ισχυριζόμενος ότι η τελευταία αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και ότι επαπειλείται εξαγορά ή πτώχευση αυτής, με απώτερες συνέπειες τόσο στους υπαλλήλους όσο και στους ασφαλισμένους αυτής, β) στο ποσό των (1.500 ευρώ) για την τέλεση σε βάρος της από τον εναγόμενο του αδικήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας και δη ενός εκτυπωτικού μηχανήματος, γ) στο ποσό των (200.000 ευρώ), για την τέλεση σε βάρος της από τον εναγόμενο των αδικημάτων της υπεξαίρεσης επιταγών (ταυτόχρονα υπεξαγωγής εγγράφων), άλλως επικουρικός, λόγω προσβολής της προσωπικότητάς της. Ότι άλλως και όλως επικουρικός, ο εναγόμενος κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της, κατά το ως άνω ποσό, χωρίς νόμιμη αιτία, το οποίο και πρέπει να της αποδώσει. Με βάση τα ανωτέρω, όπως ειδικότερα αναπτύσσεται στο αγωγικό δικόγραφο, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 1.598.417,78 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της προαναφερόμενης με αριθμό κατάθεσης .../.../14.4.2006 αγωγής, που απορρίφθηκε κατά τα ανωτέρω λόγω αοριστίας, μέχρι την πλήρη εξόφληση και να απαγγελθεί σε βάρος του εναγομένου προσωπική κράτηση διάρκειας δώδεκα (12) μηνών ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, αφού έκρινε την αγωγή παραδεκτή, ορισμένη και ως προς τις κριθείσες ως σωρευόμενες κατ’ άρθρο 218 ΚΠολΔ κύριες βάσεις αυτής και δη της θεμελιούμενης στην ύπαρξη ενδοσυμβατικής ευθύνης, όπως και της θεμελιούμενης στην ύπαρξη αδικοπρακτικής ευθύνης, καθώς και ως προς την κριθείσα ως επικουρικός ασκηθείσα βάση αυτής, που θεμελιώνεται στις διατάξεις περί προσβολής της προσωπικότητας, νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις, που αναφέρονται ανωτέρω στις οικείες μείζονες σκέψεις υπό (II, III, IV α, V, VI, VII, Vili α, IX, X) και αυτές των άρθρων 57, 59, 288, 297, 298, 299, 330, 361, 681 επ., 404, 405, 408, 340, 345, 346, 914, 919, 920, 932 AK, 1 επ. ν. 146/1914, 16 παρ. 1 ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 36 παρ. 24 του ν. 2496/1997, 20 ν. 1569/1985, όπως αντικαταστάθηκε αρχικά από το άρθρο 14 παρ. 2 ν. 2170/1993 και στη συνέχεια από το άρθρο 36 παρ. 3 του ν. 2496/1997, 218 παρ. 1 1047 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως και το αίτημα για την επιδίκαση τόκων υπερημερίας από την επίδοση της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../.../14.4.2006 αγωγής της ενάγουσας και μέχρι την πλήρη εξόφληση, με το σκεπτικό ότι το αποτέλεσμα της όχλησης που επήλθε με την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής δεν ανατρέπεται αν η αγωγή αυτή απορρίφθηκε για λόγους μη ουσιαστικούς, δηλαδή για λόγους που δεν ανάγονται στο υποστατό της αξίωσης, αλλά στην έλλειψη δικονομικών προϋποθέσεων, που συνεπάγονται ακυρότητα ή απαράδεκτο του δικογράφου της αγωγής (ΕφΠατρ 162/2008 ΑχΝομ 2009.62, ΕφΠατρ 223/2005 ΑχΝομ 2006.75, ΕφΛαρ 192/2002 Δικογραφία 2003.56, ΑΠ 1355/2003, ΑΠ 105/2001 ΝΟΜΟΣ), ενώ απέρριψε: α) τη δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, που στηρίζεται στον επικαλούμενο αδικαιολόγητο πλουτισμό του εναγόμενου σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας ως μη νόμιμη με το σκεπτικό ότι για τη θεμελίωσή της δεν αναφέρονταν διαφορετικά περιστατικά από αυτά που στηρίζουν την κύρια βάση της, παρά μόνο μνημονεύεται ότι ο εναγόμενος έχει καταστεί πλουσιότερος σε βάρος της περιουσίας της ενάγουσας χωρίς νόμιμη αιτία, επαναλαμβάνοντας εν μέρει τη διατύπωση του νόμου, που όμως δεν αρκεί για τη νόμιμη υπαγωγή της επικουρικής βάσης της αγωγής στη διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ, αφού υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά η ενάγουσα έχει κατά του εναγόμενου την αξίωση από τη μεταξύ τους σύμβαση έργου και β) το αίτημα απαγγελίας προσωπικής κράτησης διάρκειας ενός έτους σε βάρος του εναγομένου λόγω της αδικοπρακτικής του συμπεριφοράς ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθώς δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν νόμιμοι λόγοι για την επιβολή της, δηλαδή αφερεγγυότητά του ή απόκρυψη της περιουσίας του, έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 596.917,98 ως περιουσιακή της ζημία και το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και συνολικά το ποσό των 601.917,58 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της από 10.4.2006 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../.../2006 αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Ως εκ τούτου η εκκαλουμένη απόφαση είναι οριστική κατά την έννοια του άρθρου 513 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, καθότι περατώθηκε όλη η δίκη και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απεκδύθηκε της εξουσίας του επ’ αυτής, οπότε και υπόκειται σε έφεση. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εκκαλών - εναγόμενος, με τους αναφερόμενους λόγους στην κρινόμενη έφεση και το δικόγραφο των προσθέτων λόγων αυτής, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της για να απορριφθεί η ένδικη αγωγή.
XI. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα. Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, στο μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, στο δε εναγόμενο να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 1154/2019 ΤΝΠ ΔΣΑ).
Με τον πρώτο πρόσθετο λόγο έφεσης ο εκκαλών επαναφέρει τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του περί αοριστίας του αγωγικού δικογράφου και δη αναφέρει ότι οι πίνακες με αριθμούς 9 και 10, που αφορούν τα κονδύλια θετικής ζημίας της ενάγουσας συνιστάμενης στις ακυρώσεις και εξαγορές των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, καθώς και της αποθετικής ζημίας, συνιστάμενης στις υπεραποδόσεις που απώλεσε αυτή, δεν υπάρχουν στην ένδικη αγωγή, ενώ δεν εξηγείται σε ποια χρονικά διαστήματα καταβλήθηκαν οι αξίες εξαγοράς ή επήλθαν οι ακυρώσεις των ασφαλιστηρίων συμβολαίων, για ποια ασφαλιστήρια, τι είδους και ποιων πελατών. Ότι περαιτέρω δεν εξηγείται πόσα ασφαλιστήρια συμβόλαια θεμελίωναν δικαίωμα εξαγοράς και πώς ο ίδιος ήλθε σε επαφή με τους πελάτες αυτούς, οι οποίοι δεν ήταν δικοί του πελάτες, ούτε δε αναφέρεται ποιοι ήταν οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι που υπάγονταν στην εποπτεία του, οι οποίοι πείστηκαν να προβούν σε προτροπή των πελατών τους να σπάσουν τα ασφαλιστήρια συμβόλαιά τους. Ότι δεν αναφέρεται η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των ακυρώσεων και της δικής του συμπεριφοράς. Ότι στην ένδικη αγωγή δεν γίνεται αναφορά του τρόπου υπολογισμού της υπεραπόδοσης, επί ποιών ασφαλιστηρίων συμβολαίων και γιατί υπολογίζεται επί των εξαγορών και των ακυρώσεων. Ότι δεν αναφέρεται ο παραβιασθείς συμβατικός όρος και ποιας συγκεκριμένα σύμβασης, που θεμελιώνει το δικαίωμα της ενάγουσας για αναδρομική αναζήτηση από 1.1.1998 όλων των αμοιβών του και όλων των δαπανών που έκανε ο ίδιος, καθώς με ρητό όρο της από 23.11.2000 σύμβασης δεν συμπεριλαμβάνεται η υποχρέωση απόδοσης των καταβληθεισών στον ενάγοντα προμηθειών και αμοιβών. Ότι αορίστως αναφέρεται στην αγωγή επιστροφή καταβληθέντων bonus χωρίς διάκριση από τη σταθερή αμοιβή που καταβαλλόταν μηνιαίως, όπως και την αναλογική αμοιβή, με αποτέλεσμα το συνολικά αιτούμενο ποσό για προμήθειες και αμοιβές να μην μπορεί να αντικρουστεί. Ότι ως προς τα κονδύλια μισθοδοσίας και εργοδοτικών εισφορών γραμματέων δεν γίνεται αναφορά του καθεστώτος απασχόλησης αυτών, τους είδους της σύμβασης, της χρονικής διάρκειας αυτής, τη συμφωνηθείσας αμοιβής, των καθηκόντων και εάν τα συγκεκριμένα πρόσωπα είχαν προσληφθεί και πληρώνονταν από τον ίδιο. Ότι ως προς τα κονδύλια δαπανών προσέλκυσης νέων πελατών και συνεργατών, αποτροπής ακυρώσεων και εξαγοράς συμβολαίων, δεν αιτιολογείται για ποιες περιπτώσεις έγιναν έξοδα φιλοξενίας, ταξίδια συνεργατών και ταξίδια για αποτροπή αποχώρησης δικτύου. Ότι στο κονδύλιο της ηθικής βλάβης δεν αναφέρεται ο τρόπος πρόκλησης από τον ίδιο της έκδοσης δυσφημιστικών δημοσιευμάτων και της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτών και της συκοφαντικής δυσφήμησης και ως προς το κονδύλιο της ηθικής βλάβης λόγω φθοράς ξένης ιδιοκτησίας πως οι ενέργειες αυτές προκάλεσαν ηθική βλάβη στην ενάγουσα, αλλά και για τη θεμελίωση του αιτούμενου ποσού χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης δεν αναφέρεται ποια η εναπομείνασα διάρκεια των ασφαλιστηρίων συμβολαίων που ακυρώθηκαν ή εξαγοράσθηκαν, ούτε και το απόθεμα για έκαστο ασφαλιστήριο, αλλ’ ούτε και το τύπο αυτού.
Όμως, με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η ένδικη αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, καθώς εκτίθενται όλα τα απαιτούμενα κατ’ άρθρ. 117, 118 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ στοιχεία για τη θεμελίωσή της στις διατάξεις για τον αθέμιτο ανταγωνισμό (ν. 146/1914) και στις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρ. 914, 919 ΑΚ) (ΕφΓΊειρ 260/2012 ΤΝΠ ΔΣΑ) και δη διαλαμβάνονται οι ανταγωνιστικές πράξεις του εναγομένου, η διενέργεια αυτών με σκοπό ανταγωνισμού και η αντίθεσή τους στα χρηστά ήθη, καθώς και οι όροι της ένδικης σύμβασης βάσει των οποίων ζητούνται τα αγωγικά κονδύλια, τα οποία είναι, επίσης, ορισμένα, όσα δε δεν αναφέρονται στην ένδικη αγωγή ως προς τα εν λόγω κονδύλια, δεν απαιτούνται για το ορισμένο αυτών, ενώ είναι κατά περίπτωση και τα προς απόδειξη ζητήματα, βάσει των προσκομιζομένων αποδεικτικών μέσων. Επίσης και αναφορικά με το κονδύλιο της ηθικής βλάβης, που η ενάγουσα επικαλείται ότι υπέστη από προσβολή της εμπορικής της φήμης και της επιχειρηματικής της υπόστασης, στο αγωγικό δικόγραφο γίνεται σαφής και συγκεκριμένη αναφορά της στην υφιστάμενη και προσδιοριζόμενη υλικά βλάβη της από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου. Σημειωτέον, τέλος, ότι αναφορικά με το ότι οι πίνακες με αριθμούς 9 και 10 δεν υπάρχουν στην ένδικη αγωγή, πρόκειται για προφανή παραδρομή με αναριθμητισμό των, με ορθούς αριθμούς 7 και 8, σχετικών πινάκων. Συνεπώς, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εναγομένη με τον ανωτέρω πρόσθετο λόγο έφεσης, επαναφέροντας την και πρωτοδίκως προβληθείσα ένσταση αοριστίας της αγωγής, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα, το δε πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε το συγκεκριμένο ισχυρισμό για τον ίδιο λόγο, έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία, που συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, γι’ αυτό και ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με τον αναφερόμενο ως επικουρικό πέμπτο πρόσθετο λόγο έφεσης, ο εκκαλών εκθέτει ότι προτείνει επικουρικά και για την περίπτωση, που ήθελε γίνει δεκτό ότι η ερμηνεία του άρθρου 6 (της ένδικης σύμβασης) είναι αυτή που δόθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση και ο όρος αυτός δεν είναι ευθέως καταχρηστικός, καθώς και ότι υποκρύπτει ποινή αναλογικώς ρυθμισθείσα από τον ΑΚ, τότε αυτή, σύμφωνα με τον προβαλλόμενο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ισχυρισμό του, που προβάλλεται παραδεκτά καθόσον είναι προνομιακός και μπορεί να προβληθεί σε κάθε στάση της δίκης, θα πρέπει να μειωθεί στο προσήκον μέτρο καθότι είναι δυσανάλογα μεγάλη για τους αναφερόμενους λόγους. Όμως, ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω του ότι προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με επίκληση νέων, μη προταθέντων με τις πρωτόδικες προτάσεις του εναγομένου, πραγματικών περιστατικών προς θεμελίωση της εν λόγω ενστάσεώς του για μείωση της ποινής στο προσήκον μέτρο, με την παραδοχή ότι η ως άνω ένσταση, όπως και τα πραγματικά περιστατικά, που την θεμελιώνουν, σύμφωνα με τα ανωτέρω στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (IV β) διαλαμβανόμενα, δεν μπορούν να προβληθούν σε κάθε στάση της δίκης, ενώ δεν συντρέχει περίπτωση μη έγκαιρης προβολής τους από δικαιολογημένη αιτία, ούτε και αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία της αντιδίκου του εκκαλούντος ή από έγγραφα και, συνακολούθως, ο συγκεκριμένος πρόσθετος λόγος έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος (ΑΓΙ 901/2019 ο.π.).
XII. Σύμφωνα με το άρθρο 269 παρ.1 ΚΠολΔ, μέσα επίθεσης και άμυνας προβάλλονται με τις προτάσεις, διαφορετικά είναι απαράδεκτα (ΑΠ 376/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ). Το απαράδεκτο αυτό δεν ισχύει για τους ισχυρισμούς που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή που μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 269 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 27 του ν. 3994/2011, μέσα επίθεσης και άμυνας μπορεί να προβληθούν παραδεκτά ως και τη συζήτηση με προτάσεις ή και προφορικά: α) αν το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία, αυτό κυρίως ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, β) αν προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και γ) αν αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Η παρούσα διάταξη (ήτοι η παράγραφος 1 του άρθρου 269) αποτελεί την πλέον εμφανή έκφραση του «συγκεντρωτικού» συστήματος προβολής των ισχυρισμών, δηλαδή του αξιώματος του «άνευ επικουρίας δικάζεσθαι». Οι ισχυρισμοί που αποτελούν μέσα επίθεσης και άμυνας (βλ. άρθρα 262 και 263 ΚΠολΔ) προβάλλονται με τις προτάσεις που κατατέθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα (βλ. και άρθρα 237, 270 και 527 ΚΠολΔ), διαφορετικά απορρίπτονται ως απαράδεκτοι. Ως μέσα επίθεσης και άμυνας νοούνται μόνο οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, δηλαδή εκείνοι που στοιχειοθετούν τη βάση ένστασης, αντένστασης ή άλλης παρόμοιας αυτοτελούς αίτησης παροχής έννομης προστασίας και άρα, όχι εκείνοι που αποτελούν άρνηση σε τέτοια αίτηση (άρθρα 262, 263 ΚΠολΔ) (ΑΠ 793/2006, Δ 2006.1183, ΑΠ 134/2001 ΕλλΔνη 2001, 709, Μαργαρίτη Μ., Ερμηνεία ΚΠολΔ 2012, άρθρο 269 ΚΠολΔ, σελ. 498 επ., Μπέη, ΠολΔικ άρθρο 269 σ. 1161, Κουσούλη, Οι πραγματικοί ισχυρισμοί στην πολιτική δίκη 2003, σελ. 53). Περαιτέρω, η κύρωση της απώλειας ενός μέσου επίθεσης ή άμυνας θα ήταν ανεπιεικής, αν όχι ιδιαίτερα σκληρή, για τον διάδικο, που από δικαιολογημένη αιτία, δεν μπόρεσε να προτείνει έγκαιρα τον ισχυρισμό του. Ως «δικαιολογημένη» θεωρείται η αιτία, που δεν μπορεί ν’ αποδοθεί σε υπαιτιότητα (ακόμα και σε βαθμό αμέλειας) του διαδίκου ή του πληρεξούσιου δικηγόρου του ή των προσώπων για τα οποία ευθύνεται, αλλά σε ανωτέρα βία (βλ. Νίκας, ΠολΔ I, σελ. 509). Το δικαιολογημένο της μη έγκαιρης προβολής πρέπει να αποδεικνύει, με ελεύθερη απόδειξη, ο προτείνων τον ισχυρισμό (βλ. Μαργαρίτη Μ., Ερμηνεία ΚΠολΔ 2012, άρθρο 269 ΚΠολΔ, σελ. 498 επ.). Τέλος, η παραγραφή ως αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός στοιχειοθετεί τη βάση της ένστασης ως μέσου επίθεσης και άμυνας, η οποία (ένσταση παραγραφής) δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αφού κατά νόμο απαιτείται η υποβολή σχετικού αιτήματος του διαδίκου προφορικά, κατά τη συζήτηση με καταχώρησή της στα πρακτικά, όπου δεν είναι αναγκαία η κατάθεση προτάσεων, με τις προτάσεις δε που κατατίθενται νομίμως κατά τα άρθρα 237 και 270 ΚΠολΔ (ad hoc ΑΠ 420/2019 ΤΝΠ ΔΣΑ).
Περαιτέρω, ο εκκαλών με τον ένατο πρόσθετο λόγο έφεσης επαναφέρει τον επικουρικός προταθέντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με το δικόγραφο της προσθήκης - αντίκρουσής του, ισχυρισμό περί παραγραφής των αξιώσεων της ενάγουσας για την απόδοση των δαπανών αμοιβών, πληρωμής ενοικίων, κοινοχρήστων δαπανών των οργανισμών κοινής ωφέλειας, ταξιδίων, φιλοξενίας, μισθοδοσίας γραμματέων, αναφορικά με τα έτη 1998 έως 2001. Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά μεν ένσταση παραγραφής, πλην όμως, κατά τα προδιαληφθέντα στην ανωτέρω οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (XII), προβλήθηκε απαραδέκτως με το δικόγραφο της προσθήκης - αντίκρουσης και όχι με τις προτάσεις (ΑΠ 420/2019 ο.π.), ενώ περαιτέρω τα υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα περί παραδεκτής κατ’ άρθρο 269 παρ. 2 α' ΚΠολΔ προβολής της συγκεκριμένης ένστασης με το ανωτέρω δικόγραφο, λόγω δικαιολογημένης αιτίας ως προς την καθυστερημένη προβολή της, που συνίσταται, όπως εκτιμάται, στην αδυναμία έγκαιρης προβολής της (ένστασης παραγραφής) λόγω του δυσανάγνωστου και του πολυπληθούς των συνημμένων στην αγωγή τιμολογίων και παραστατικών, καθότι αυτή θα έπρεπε να είναι και ορισμένη με την αναφορά και της έναρξης της γένεσης της αξίωσης και του χρόνου επίδοσης της αγωγής, προκειμένου να είναι δεκτική δικαστικού ελέγχου, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα, μη συντρέχοντος του στοιχείου της ανωτέρας βίας στο πρόσωπο του εναγομένου και τούτο διότι τα σχετικά παραστατικά παρατίθενται τόσο στην ένδικη αγωγή, όσο και στην προγενέστερη και απορριφθείσα λόγω αοριστίας όμοιά της, κατ’ αυτού.
XIII. Οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων (ΑΠ Ολομ. 26/2004, ΑΠ 163/2015) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το πόρισμα, στο οποίο καταλήγει μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ Ολομ. 26/2004) ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 601/2020, ΑΠ 635/2011, ΑΠ 604/2011, ΑΠ 211/2011). Οι διατάξεις των ως άνω άρθρων αποσκοπούν στην ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως και κάθε μία από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαιρεί το υποκειμενικό στοιχείο της δηλώσεως, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δηλώσεως, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαιρεί το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνον θα πρέπει να ληφθούν υπ' όψιν τα συναλλακτικά ήθη. Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά η οποία επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για την διαμόρφωση της σχετική κρίσεως, τα δικαστήριο λαμβάνει υπ ΄όψιν με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, τον δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνθήκες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων καθώς και την φύση της συμβάσεως. Έτσι, κάθε δήλωση βουλήσεως, θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια την οποία απαιτεί στην συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βουλήσεως και από τον τρίτο. Ωστόσο, το δικαστήριο, όταν ερμηνεύει, κατά τις αρχές της καλής πίσεως, λαμβάνοντας υπ΄όψιν του και τα συναλλακτικά ήθη, την δήλωση βουλήσεως, δεν είναι ανάγκη να αναλύσει και εξειδικεύσει τις αρχές αυτές ή τα συναλλακτικά ήθη και δεν δεσμεύεται στην κρίση του από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, όταν είναι απλά επιχειρήματα, χωρίς να οδηγούν υποχρεωτικά στην παραδοχή της προβαλλόμενης ερμηνευτικής απόψεως (ΑΠ 1763/2014, ΑΠ 1420/2013, Α.Π.282/2005 ΤΝΠ ΔΣΑ). Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφαση του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του ΑΚ δεν συνιστά παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αν στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (ΑΠ 413/2015). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι πιο πάνω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 601/2020, ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 2/2019, ΑΠ 1636/2018, ΑΠ 867/2018, ΑΠ 215/2016, ΑΠ 1763/2014, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 84/2008, Α.Π.282/2005 ΤΝΠ ΔΣΑ).
XIV. Κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 του ΑΚ, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητας στις συναλλαγές, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων, τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, να προκύπτει από προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από δημιουργηθείσα πραγματική κατάσταση ή από τις μεσολαβήσασες περιστάσεις ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του. Επίσης, οι πράξεις του υπόχρεου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, καθ' όσον, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες, οι οποίες απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά, δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος. Για την κατάφαση της καταχρηστικότητας δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να επάγεται δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντα του (ΟλΑΠ 6/2016, ΟλΑΓΙ 17/1995 ΕλλΔνη 36 1531, ΑΠ 151/2016, ΑΠ 496/2014, ΑΠ 1432/2010). Καθ' όσον αφορά στα προβλεπόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ κριτήρια ελέγχου της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, τα οποία τίθενται διαζευκτικός, υπό την έννοια ότι αρκεί η πλήρωση του ενός, προκειμένου να διαγνωσθεί η κατάχρηση, ως « καλή πίστη » νοείται η ευθύτητα, εμπιστοσύνη και εντιμότητα, οι οποίες πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, δηλαδή η συμπεριφορά η επιβαλλομένη στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοούμενη αντικειμενικός, ώστε να μην βλάπτει ο δικαιούχος κάποιον άλλον, δυσαναλόγως προς την ωφέλεια, την οποία αποκομίζει από την άσκηση του δικαιώματος του, αλλά να προτιμά ηπιότερο τρόπο ασκήσεως του δικαιώματος. Ως κριτήριο των « χρηστών ηθών » χρησιμεύει το περί ηθικής συναίσθημα του κατά τη γενική αντίληψη χρηστού, έμφρονος και υγιώς σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου. Ο « κοινωνικός » και « οικονομικός » σκοπός του δικαιώματος συναρτάται προς την επιτελούμενη δια του δικαιώματος λειτουργία, πέραν της εξυπηρετήσεως των ατομικών συμφερόντων του φορέως του, στο πλαίσιο της εννόμου τάξεως. Τέλος, « προφανής » είναι η υπέρβαση των ορίων ασκήσεως του δικαιώματος, όταν είναι έκδηλος, καταφανής. Τοιαύτη υπέρβαση υπάρχει, όταν ο ασκών το δικαίωμα, ουδέν συμφέρον προσδοκά ή, κατ' άλλη έκφραση, όταν η υπέρβαση προκαλεί έντονη εντύπωση αδικίας (ΕφΑΘ 4250/2019 ΤΝΠ ΔΣΑ).
Ακολούθως, με το τελευταίο σκέλος του πρώτου λόγου έφεσης, καθώς και με τον έβδομο πρόσθετο λόγο έφεσης ο εκκαλών - εναγόμενος επαναφέρει τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του, που κρίθηκε ως νόμιμη ένσταση, στηριζόμενη στην ανωτέρω μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (IX) και στις διατάξεις των άρθρων 262 ΚΠολΔ, 361, 669 ΕμπΝ, 361, 874 AK, 112 ΕισΝΑΚ και 47, 64 έως 67 του ΝΔ της 17.7/13.8.1923, περί του ότι βάσει των συμβατικών όρων των μεταξύ των διαδίκων καταρτισθέντων συμβάσεων, είχε συμφωνηθεί η τήρηση μεταξύ τους σύμβασης αλληλόχρεου λογαριασμού, με την οποία συμφώνησαν οι απαιτήσεις και οι καταβολές αμφοτέρων των μερών να καταχωρούνται σε ενιαίο λογαριασμό, με τη μορφή πιστωτικών και χρεωστικιόν κονδυλίων, έτσι ώστε να χάνουν την αυτοτέλειά τους και να οφείλεται μόνο το τυχόν κατάλοιπο που θα προέκυπτε κατά το οριστικό κλείσιμο του λογαριασμού και ότι η ενάγουσα, αβασίμως επιδιώκει την είσπραξη μεμονωμένων απαιτήσεων και δη των επιμέρους καταβληθέντων αμοιβών - προμηθειών, δαπανών και εξόδων ταξιδιού και λοιπών εξόδων και όχι του οριστικού καταλοίπου από τον αλληλόχρεο λογαριασμό. Ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο τηρούμενος λογαριασμός αφορούσε μόνο τα ασφάλιστρα, έσφαλε δε η εκκαλουμένη με την αντίθετη κρίση της. Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο έφεσης, καθώς και με τον τρίτο ως προς το σχετικό σκέλος αυτού και τον τέταρτο πρόσθετους λόγους έφεσης ο εκκαλών - εναγόμενος, όπως εκτιμώνται, επαναφέρει: i) τον πρωτοδίκως προβληθέντα ισχυρισμό του, που κρίθηκε ως νόμιμη ένσταση, στηριζόμενη στην ανωτέρω μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (III β γ) κατ’ αρθρ 262 ΚΠολΔ, 178, 179 ΑΚ, περί του ότι ο υπ’ αριθμ. (4) όρος, που προβλεπόταν στην από 23-11-2000 σύμβαση περιφερειακού διευθυντή μεταξύ των διαδίκων και με τον οποίο καθιερώνεται μετασυμβατική ρήτρα μη ανταγωνισμού, μετά την καθ’ οιονδήποτε τρόπο λύση της σύμβασης, χωρίς να προβλέπεται χρονικός περιορισμός σ’ αυτήν, καθώς και ο υπ’ αριθμ. (6) όρος, με τον οποίο σε περίπτωση προσχώρησης του εναγομένου σε άλλη εταιρία, θεμελιώνεται αξίωση της ενάγουσας καταβολής του συνόλου των δαπανών αναδρομικά από την έναρξη μέχρι τη λύση της έννομης σχέσης, ανεξαρτήτως του ετησίως παραχθέντος έργου, είναι άκυροι ως καταχρηστικοί, καθώς δεσμεύουν υπέρμετρα την οικονομική ελευθερία του αντισυμβαλλόμενου στην επιλογή εργασίας και στην επαγγελματική του ελευθερία εν γένει και ότι κατόπιν αυτού κατ’ άρθρο 181 ΑΚ η μερική ακυρότητα ως προς τους εν λόγω όρους επιφέρει την απόρριψη όλων των κονδυλίων θετικής ζημίας της ενάγουσας, καθόσον οι συμβαλλόμενοι δεν θα επιχειρούσαν τη δικαιοπραξία χωρίς το άκυρο της μέρος και ii) τον, επίσης, προβληθέντα ισχυρισμό του, στηριζόμενο στην οικεία ως άνω νομική σκέψη υπό στοιχείο (XIII) περί του ότι ο ίδιος ως άνω όρος (6) είναι αόριστος και ασαφής και δεν καταλαμβάνει αμοιβές και προμήθειες που ήδη έχουν καταβληθεί στο Συντονιστή Ασφαλιστικών Συμβούλων για το έργο που παρείχε ετησίως και δαπάνες που συνδέονται αιτιωδώς με την εκτέλεση του έργου του, ενώ θα μπορούσαν να αποδοθούν μόνο δαπάνες και αμοιβές για έργο που δεν παρασχέθηκε, καλύπτοντας έτσι εσφαλμένα η εκκαλουμένη υφιστάμενο ερμηνευτικό κενό της παραπάνω σύμβασης. Ότι περαιτέρω, η ίδια απόφαση εσφαλμένα τον καταδίκασε σε καταβολή κονδυλίων που δεν καλύπτονται ερμηνευτικά από τους ως άνω όρους, καθώς προσδίδει αναδρομική ενέργεια στους όρους της από 23.11.2000 σύμβασης, ενώ ρητά συμφωνείται με τον (7°) όρο αυτής ότι με αυτή λύεται οποιαδήποτε προηγούμενη σύμβαση, ενώ ειδικότερα η διάταξη του όρου (6) δεν αφορά το έτος 1998 που επιλέγεται αυθαίρετα από την ενάγουσα κατά το δοκούν. Ότι στην ορθή ερμηνεία του όρου (6) δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές, προμήθειες και bonus παραγωγικότητας καταβαλλόμενα στον συντονιστή, καθώς δεν αποτελούν Θετική ζημία της ενάγουσας, που συνδέεται αιτιωδώς με την παράβαση της σύμβασης, αλλά εκπλήρωση υποχρέωσης εκείνης από την εκπλήρωση της δικής του παροχής, ήτοι τη διενέργεια του έργου που του παρασχέθηκε. Επίσης, με τον έκτο πρόσθετο λόγο έφεσης επαναφέρεται ο πρωτοδίκως προβληθείς και κριθείς ως νόμιμη ένσταση, στηριζόμενη, στις διατάξεις που διαλαμβάνονται παραπάνω στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (VIII β) και δη σ’ αυτές των άρθρων 262 ΚΠολΔ, 681, 692 ΑΚ περί έλλειψης ευθύνης του εναγομένου λόγω έγκρισης από την ενάγουσα του παραχθέντος από τον ίδιο έργου, συνισταμένης αυτής της έλλειψης ευθύνης στο ότι βάσει των συμβατικών όρων της μεταξύ τους σύμβασης περιφερειακού διευθυντή, η αμοιβή του προϋπολογιζόταν ετησίως, βάσει της παραγωγής ασφαλιστηρίων συμβολαίων, που κατήρτιζαν οι εποπτευόμενοι από εκείνον διευθυντές και ασφαλιστικοί σύμβουλοι και καταβαλλόταν μηνιαίως, όπως και η αναλογική προμήθεια επί της παραγωγής, η δε εκκαθάριση των αμοιβών γινόταν με το κλείσιμο εκάστου έτους και ότι η καταβολή της αμοιβής τελούσε υπό τον όρο της ορθής εκτέλεσης και περάτωσης του ανατεθειμένου σ’ αυτόν έργου, ήτοι του συντονισμού των διευθυντών και ασφαλιστικών συμβούλων ώστε να αυξάνουν την παραγωγή τους. Ότι καθόλο το χρονικό διάστημα της συνεργασίας του με την ενάγουσα, η τελευταία κατέβαλε κανονικώς το σύνολο των αμοιβών του και κάλυπτε τις απαιτούμενες για την εκτέλεση του έργου του δαπάνες, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε όχληση από αυτήν, εγκρίνοντας και αποδεχόμενη κατ’ αυτόν τον τρόπο τις ενέργειες του (εναγομένου), με αποτέλεσμα να μην θεμελιώνεται οποιαδήποτε ευθύνη αυτού προς απόδοση των αιτούμενων με την αγωγή ποσών. Ότι έσφαλε, επομένως, η εκκαλουμένη, που απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το συγκεκριμένο ισχυρισμό του. Επιπροσθέτως, με τον όγδοο πρόσθετο λόγο έφεσης εκκαλών - εναγόμενος επαναφέρει τον προβληθέντα ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρισμό του, που κρίθηκε ότι συνιστά νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος της ενάγουσας για άσκηση της ένδικης αγωγής, στηριζόμενη στις διατάξει, που αναφέρονται στη σχετική ανωτέρω υπό στοιχείο (XIV) νομική σκέψη και σ’ αυτές των άρθρων 262 ΚΠολΔ, 281, 288 ΑΚ περί του ότι η άσκηση της ένδικης αγωγής και οι αναφερόμενες σ’ αυτήν αξιώσεις της, συνιστούν καταχρηστική συμπεριφορά της ενάγουσας, καθόσον η καταγγελία της σύμβασης και η αποχώρησή του από την επιχείρηση της ενάγουσας υπήρξε όχι προσχεδιασμένη ενέργεια, αλλά απότοκος της αντισυναλλακτικής συμπεριφοράς της τελευταίας έναντι του ιδίου και των λοιπών στελεχών της, όπως αυτή εκδηλώθηκε μέσα από την οργάνωση παράλληλου δικτύου πωλήσεων στην περιφέρεια συντονισμού του εναγομένου, ενέργεια που μείωσε δραματικά τον κύκλο πελατείας των συνεργατών του, καθώς και μέσα από την μονομερή τροποποίηση του κανονισμού λειτουργίας και παροχών, που επηρέασε το ύψος των αμοιβών του και των λοιπών στελεχών της ενάγουσας και οδήγησε στην μονομερή τροποποίηση των συμβάσεων έργου. Ότι η ενάγουσα είχε πλήρη γνώση της δυσφορίας των συνεργατών της περί των ανωτέρω ενεργειών της, πλην όμως, δεν προέβη σε κάποια ενέργεια για την άρση της προηγηθείσας ως άνω παράνομης συμπεριφοράς της. Ότι ενώ ήδη από το έτος 1999 υπήρχαν δημοσιεύματα, τα οποία ανέφεραν ότι η ενάγουσα θα εξαγοραζόταν από άλλη εταιρεία, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί εύλογη ανησυχία στα στελέχη της ενάγουσας και στον ίδιο για τη θέση τους σε τυχόν επικείμενη εξαγορά, η ενάγουσα δεν προέβη σε διάψευση αυτών. Ότι εξαιτίας των ανωτέρω αναγκάστηκε να διακόψει τη συνεργασία του με την ενάγουσα, έσφαλε δε η εκκαλουμένη που απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό του. Όλοι οι ανωτέρω λόγοι έφεσης πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω στην ουσία τους.
XV. α Από το συνδυασμό των άρθρων 400 παρ. 3 και 403 παρ. 2 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι δεν εξετάζονται, όταν κληθούν, ως μάρτυρες, πρόσωπα, που μπορεί να έχουν συμφέρον από την έκβαση της δίκης, ήτοι αυτά που προσδοκούν ωφέλεια ή βλάβη από τη συγκεκριμένη δίκη χωρίς να έχει σημασία αν το συμφέρον τους είναι υλικό ή ηθικό, αλλά πάντως άμεσο και βέβαιο, μη εξαρτημένο από μελλοντικά γεγονότα, ο λόγος δε αυτός εξαιρέσεως του μάρτυρα δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά προβάλλεται κατ’ ένσταση του αντιδίκου εκείνου του διαδίκου που προσάγει τον μάρτυρα προς εξέταση, η οποία (ένσταση) προτείνεται πριν ορκισθεί ο μάρτυρας και το συμφέρον αυτό πρέπει να το καθορίζει εκείνος που επικαλείται τον λόγο εξαιρέσεως του μάρτυρα (ΑΠ 1392/2008, ΑΠ 95/2008, ΑΓ1 1656/2006, ΕφΑθ 3357/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η ένσταση εξαιρέσεως είναι βάσιμη όταν το συμφέρον από το αποτέλεσμα της δίκης παρουσιάζεται ως αναγκαία συνέπεια της εκβάσεώς της. Αυτό συμβαίνει, ιδίως, όταν το δεδικασμένο, η εκτελεστότητα ή οι αντανακλαστικές συνέπειες της απόφασης επεκτείνονται και στον μάρτυρα, όταν ενδέχεται να υποχρεωθεί σε αποζημίωση κάποιου διαδίκου σε περίπτωση ήττας του ή όταν πήρε αμοιβή ή δέχθηκε υπόσχεση αμοιβής για την συγκεκριμένη μαρτυρία. Μόνη δε η ιδιότητα του μάρτυρα ως διαδίκου σε άλλη αγωγή που στρέφεται κατά του ενισταμένου και έχει το ίδιο αντικείμενο με την αγωγή για την οποία κλήθηκε να καταθέσει δεν αρκεί, για την εξαίρεσή του, αλλά πρέπει να προκύπτουν και άλλα στοιχεία που να μαρτυρούν την ύπαρξη συμφέροντος στο πρόσωπό του από τη συγκεκριμένη δίκη στην οποία καταθέτει (βλ. ΕφΠατρ 698/2008, ΑχΝομ 2004.266, ΕφΑΘ. 3242/1986, ΕλλΔνη 27.958).
β. Εξάλλου, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 ΚΠολΔ (όπως τούτο ίσχυε κατά τη λήψη της, ήτοι πριν την κατάργηση του με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 1 ν. 4335/2015), το δικαστήριο συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα πού δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Στην έννοια των αποδεικτικών μέσων που δεν πληρούν τους όρους του νόμου εντάσσονται και οι, κατ’ άρθρο 400 αριθ. 3 ΚΠολΔ, εξαιρετέοι μάρτυρες, ήτοι τα πρόσωπα πού μπορεί να έχουν συμφέρον από την έκβαση της δίκης, ως τέτοιο συμφέρον νοείται οποιαδήποτε περιουσιακή ωφέλεια, η οποία όμως πρέπει να είναι βέβαιη και άμεση και να αποτελεί αναγκαία συνέπεια της έκβασης της δίκης στην οποία εξετάζεται κάποιος ως μάρτυρας (ΑΠ 981/1994, ΕλλΔνη 1996.603, ΑΠ 391/1997 ΕλλΔνη 1997.1831, ΑΠ 217/1980 ΝοΒ 28. 1420, ΑΠ 234/1976 ΝοΒ 24. 780). Συνεπώς τις καταθέσεις μαρτύρων που θα μπορούσαν να έχουν συμφέρον από την έκβαση της δίκης και θα ήταν εξαιρετέοι κατ’ άρθρο 400 παρ. 3 ΚΠολΔ, μπορεί να λάβει υπόψη και να εκτιμήσει ελεύθερα το Δικαστήριο προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος (ΑΠ 1442/2008, ΕφΘεσ 435/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
XVI. α. Με το άρθρο 36 του Ν. 3994/2011 οι ένορκες βεβαιώσεις προστέθηκαν στον κατάλογο των επώνυμων αποδεικτικών μέσων του άρθρου 339 του ΚΠολΔ. Με
το άρθρο 1, άρθρο δεύτερο ν. 4335/2015 («Εφαρμοστέα μέτρα ν. 4334/2015: Τροποποιήσεις ΚΠολΔ/Πιστωτικά ιδρύματα κ.λπ.» - ΦΕΚ Α' 37/23.07.2015) προστίθενται οι νέες διατάξεις των άρθρων 421 - 424 ΚΠολΔ, με τις οποίες επέρχονται εκτεταμένες μεταβολές στο δίκαιο των ένορκων βεβαιώσεων. Συγκεκριμένα, οι παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 237 και 591 ΚΠολΔ, όπως οι τελευταίες τροποποιήθηκαν, αντίστοιχα, με το άρθρο 1, άρθρο δεύτερο παρ. 2 ν. 4335/2015 και το άρθρο 1, άρθρο τέταρτο του ίδιου νόμου, προβλέπουν τους εξής όρους του υποστατού/παραδεκτού της ένορκης βεβαίωσης: (α) κλήτευση του αντιδίκου με επιμέλεια του διαδίκου που επισπεύδει την λήψη ένορκης βεβαίωσης, (β) τήρηση προθεσμίας κλήτευσης δύο εργάσιμων ημερών πριν την προσδιορισμένη από τον επισπεύδοντα διάδικο ημερομηνία λήψης της ένορκης βεβαίωσης, (γ) πλήρες περιεχόμενο κλήσης σύμφωνα με το νέο άρθ. 422 παρ. 1, το οποίο να διαλαμβάνει την ημερομηνία και ώρα λήψης, το ονοματεπώνυμο και τη διεύθυνση του συμβολαιογράφου ή αναφορά στον ειρηνοδίκη ενώπιον του οποίου θα λάβει χώρα. Την αγωγή (ή ένδικο βοήθημα ή μέσο), που αφορά η βεβαίωση, το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και τη διεύθυνση της κατοικίας του μάρτυρα, (δ) λήψη μέχρι πέντε τον αριθμό ένορκων βεβαιώσεων ενώπιον (τουλάχιστον λειτουργικά) αρμόδιου οργάνου (ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου), (ε) ιδιότητα μάρτυρα (τρίτο πρόσωπο ως προς τους διαδίκους, ικανό και μη εξαιρεθέν), (στ) ορκοδοσία και (ζ) εμπρόθεσμη υποβολή της βεβαίωσης με τις προτάσεις. Ειδικά, αναφορικά με το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της κλήσης, η νέα νομοθετική ρύθμιση απαιτεί τα όσα προβλέπονταν και υπό το προηγούμενο δίκαιο (ήτοι την ημερομηνία και ώρα λήψης, καθώς και το όνομα του συμβολαιογράφου ή το ειρηνοδικείο (ΑΠ 1589/1995 ΕλλΔνη 1998. 624, ΑΠ 559/1983 ΕΕΝ 1984. 110), με μία σημαντική όμως διαφοροποίηση, δηλαδή την καθιέρωση υποχρέωσης γνωστοποίησης και των στοιχείων του μάρτυρα (ονοματεπώνυμο, επάγγελμα και διεύθυνση κατοικίας), η οποία δεν ήταν απαραίτητη σύμφωνα με το προϊσχύον δίκαιο (ΑΠ 1901/2009, ΑΠ 197/2000 ΕλλΔνη 2000. 1311, ΑΠ 120/1992 ΕΕργΔ 1993. 1079, ΕφΛαρ 20/2012, ΕφΛαρ 193/2005, ΕφΘεσ 2019/2005 ΝΟΜΟΣ). Αν δεν πληρούται κάποιος από τους ανωτέρω όρους (ή δεν αναφέρονται στην κλήση τα λοιπά στοιχεία του άρθρου 118 ΚΠολΔ), η ένορκη βεβαίωση είναι ανυπόστατη (στην περίπτωση ζ' απαράδεκτη) σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 424 ΚΠολΔ και δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (βλ. υπό το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς ΟλΑΠ 20/2004 ΕλλΔνη 2004. 132, ΟλΑΠ 167/2003 ΝοΒ 2004. 1169, ΑΠ 1237/2013, ΑΠ 381/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1707/2009, ΑΠ 1408/2003, ΝοΒ 2004. 572, ΑΠ 15/2003 ΝοΒ 2004.1169, βλ. επίσης Π. Γιαννόπουλο, Οι ένορκες βεβαιώσεις ως αποδεικτικό μέσο στην πολιτική δίκη, 2005, σελ. 146 επ., τον ίδιο, γνμδ, Αρμ 2015. 354επ, 355, όπου στη σημ. 2 και περαιτέρω παραπομπές στη θεωρία) (ΕφΛαρ 53/2019 ΤΝΠ ΔΣΑ). Οι νέες διατάξεις για τις ένορκες βεβαιώσεις δεν υπάγονται σε ειδική μεταβατική διάταξη του σχετικού άρθρου ένατου ν. 4335/3015. Από τη γενική αρχή του διαχρονικού δικαίου που έχει εισαγάγει η διάταξη του άρθρου 21 εδ. β' ΕισΝΚΠολΔ (ΑΠ 1054/1974 ΝοΒ 1975 622), σύμφωνα με την οποία «διαδικαστικές πράξεις απόδειξης που έγιναν κατά τις διατάξεις του δικαίου που ίσχυε πριν από την εισαγωγή του ΚΠολΔ, κρίνονται κατά το δίκαιο αυτό», συνάγεται ότι διαδικαστικές πράξεις περί απόδειξης (π.χ. κλήσεις για ένορκες βεβαιώσεις και ένορκες βεβαιώσεις), που πραγματοποιήθηκαν πριν από την εν γένει ισχύ του νέου δικαίου (άρθρο 1 άρθρο ένατο § 4 ν.4335/2015), δηλαδή πριν από την 1.1.2016, διέπονται από το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, ενώ όσες πραγματοποιούνται μετά την 1.1.2016 διέπονται από τις ρυθμίσεις του ν. 4335/2015, ακόμη και αν οι σχετικές αγωγές, ένδικα βοηθήματα ή ένδικα μέσα ασκήθηκαν πριν από την 1.1.2016. Η ερμηνεία αυτή βρίσκει επαρκές έρεισμα στη διατύπωση του άρθρου 1 άρθρου ενάτου παρ. 1 ν. 4335/ 2015, σύμφωνα με την οποία τα άρθρα 237, 238 ΚΠολΔ και μόνον εφαρμόζονται στις αγωγές που ασκούνται μετά την 1.1.2016. Ως εκ τούτου, η κλήση για τη λήψη ένορκης βεβαίωσης που επιδίδεται μετά την 1.1.2016 πρέπει να περιέχει τα στοιχεία του άρθρου 422 ΚΠολΔ, έστω και αν λαμβάνεται στο πλαίσιο αγωγής που είχε ασκηθεί πριν την 1.1.2016 (πρβλ. Π. Γιαννόπουλο/Χ.Τριανταφυλλίδη, Οι τροποποιήσεις του ν. 4335/2015 στον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας στο πεδίο του δικαίου της απόδειξης, ΕλλΔνη 2016. 665 - άλλως X. Απαλαγάκη, Συστηματική παρουσίαση των βασικών τροποποιήσεων του ΚΠολΔ από το ν. 4335/2015, ο. 34, η οποία υποστηρίζει ότι οι νέες ρυθμίσεις ως προς τις ένορκες βεβαιώσεις εφαρμόζονται μόνον για όσες αγωγές ασκηθούν μετά την 1.1.2016). Αντιθέτως, οι επιδοθείσες πριν από την 1.1.2016 κλήσεις για ένορκες βεβαιώσεις, ως ειδικότερες διαδικαστικές πράξεις περί απόδειξης, κρίνονται ως προς τη νομιμότητά τους με βάση το προϊσχύον του ν. 4335/2015 νομοθετικό καθεστώς, ακόμη και στην περίπτωση εκείνη που η ένορκη βεβαίωση ελήφθη μετά την 1.1.2016.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 339 και 395 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ως δικαστικά τεκμήρια, τα οποία επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα, εάν επιτρέπεται η απόδειξη και με μάρτυρες, μπορούν να χρησιμεύσουν και καταθέσεις μαρτύρων που ελήφθησαν επ' ευκαιρία άλλης πολιτικής ή ποινικής δίκης, καθώς επίσης και ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, έστω και αν ελήφθησαν χωρίς προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου εκείνου που τις προσκομίζει, εκτός αν αυτές, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, έγιναν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στη συγκεκριμένη δίκη. (Ολ ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1684/2018, ΑΠ 180/2017 ΑΠ 897/2014). Οι ένορκες βεβαιώσεις που έχουν ληφθεί στο πλαίσιο άλλης προηγούμενης δίκης δεν συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, αλλά απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ακόμη και αν δεν έχουν τηρηθεί οι τασσόμενες γι' αυτές διατυπώσεις (ΑΠ 1471/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ). Περαιτέρω, η ένορκη βεβαίωση, ως ένορκη μαρτυρία τρίτου, που δίδεται ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή άλλου εξομοιούμενου με αυτά προσώπου, αποτελεί ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο από εκείνα των άρθρων 352 - 465 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, δεν αποτελεί έγγραφο και παράλληλα δεν ταυτίζεται με το αποδεικτικό μέσο των μαρτύρων, γι' αυτό καταρχάς δεν διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 393 - 413 ΚΠολΔ (ΑΠ 870/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
β. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδ. γ ΚΠολΔ (όπως τούτο ίσχυε πριν την κατάργηση του με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 1 ν. 4335/2015) ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψη το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνο, αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση και αν πρόκειται να δοθούν στην αλλοδαπή, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από αυτή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν μπορεί να λάβει υπόψη ένορκη βεβαίωση, αν δεν αποδεικνύεται ότι αυτή έγινε μετά από νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες, εφόσον πρόκειται για βεβαίωση στην ημεδαπή, η κλήτευση δε του αντιδίκου και ο χρόνος αυτής, ο έλεγχος της νομιμότητας των οποίων ανήκει στο δικαστήριο, πρέπει να αποδεικνύεται από τον επικαλούμενο και προσκομίζοντα την ένορκη βεβαίωση διάδικο (ΑΠ 638/2012 ΝΟΜΟΣ). Σημειώνεται ότι κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη για όσα βεβαιώνονται σ' αυτά, την αλήθεια των οποίων όφειλε ο συντάξας το έγγραφο να διαπιστώσει, επιτρέπεται όμως ανταπόδειξη. Η νόμιμη κλήτευση του διαδίκου να μετάσχει σε κάποια διαδικαστική πράξη, κατά το άρθρο 139 ΚΠολΔ αποδεικνύεται μόνο με την έκθεση επιδόσεως και ελέγχεται από το δικαστήριο, το οποίο δεν αρκείται στη βεβαίωση περί τούτου του συμβολαιογράφου, ενώπιον του οποίου έγινε η εξέταση του μάρτυρα, αφού ο τελευταίος δεν είναι αρμόδιος να ελέγξει τούτο (All 946/2018, 436/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 159/2020 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΤριμΕφΝαυπλ 476/2018 αδημ.).
γ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 περ. β' Κ.Πολ.Δικ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και συνακόλουθα στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου εφέσεως όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ. ΑΠ 14/2004). Ως "πράγματα" νοούνται και οι λόγοι εφέσεως ή αντεφέσεως, με τους οποίους εκφέρεται παράπονο, σχετικό με αυτοτελή ισχυρισμό και όχι με ισχυρισμό μη νόμιμο ή αλυσιτελή, στον οποίο το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ. ΑΠ 25/2003, ΑΠ 732/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ).
δ. Επιπροσθέτως, από τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 1599/1986 «σχέσεις κράτους - πολίτη κλπ.», σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 339 ΚΠολΔ, που ορίζει ποια είναι τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, προκύπτει ότι η πρώτη από τις διατάξεις αυτές δεν έχει εφαρμογή κατά την αποδεικτική διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων, επί της οποίας έχουν εφαρμογή οι ειδικές περί απόδειξης διατάξεις του ΚΠολΔ και, συνεπώς, η κατά τη διάταξη αυτή υπεύθυνη δήλωση δεν αποτελεί επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δύναται δε να χρησιμεύσει μόνον ως μαρτυρία τρίτου, εφόσον, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου, δεν έγινε με τον σκοπό να χρησιμοποιηθεί και στη δίκη κατά την οποία κρίνεται η συγκεκριμένη διαφορά (ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 1025/2007, ΑΠ 370/2004 ΤρΝομΠλ ΝΟΜΟΣ).
ε. Κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ. με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από αυτό συνάγεται ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση του, απέρριψε την αγωγή εν όλω ή εν μέρει, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου, τη δε απόφαση αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή ή το οικείο μέρος αυτής, όσο και ως προς την ένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία και ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ. Στην αντίστροφη περίπτωση, αν δηλαδή η αγωγή έγινε δεκτή και απορρίφθηκε η ένσταση του εναγομένου κατ' αυτής, ο τελευταίος εκκαλώντας την απορριπτική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μπορεί να επαναφέρει στο Εφετείο την ένσταση αυτή μόνο με λόγο έφεσης ή με πρόσθετο λόγο και όχι απλά με τις προτάσεις του (ΑΠ 979/2003 ΕλλΔνη 45,1651, ΕφΛαρ 210/2018, ΤΝΠ ΔΣΑ, Σαμουήλ, «Η έφεση» Εκδ. ΣΤ' σελ. 298, υπό 702).
Ο εκκαλών με το δικόγραφο των προτάσεων του, όπως εκτιμάται και δη στη σελ. 27 αυτών επαναφέρει τον προβληθέντα με το δικόγραφο της προσθήκης - αντίκρουσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ισχυρισμό του περί εξαίρεσης των καταθέσεων των ... ..., ... και ... ..., υπαλλήλων της ενάγουσας, που περιέχονται στις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την ενάγουσα υπ’ αριθμ. ...., αντίστοιχα ένορκες βεβαιώσεις αυτών, καθότι εξαρτούν εκ της ως άνω υπαλληλικής τους ιδιότητας προσωπικό συμφέρον από την έκβαση της δίκης, ο οποίος κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ως ένσταση εξαίρεσης κατ’ άρθρο 400 παρ. 3 ΚΠολΔ και απορρίφθηκε ως μη νόμιμος. Ωστόσο, ο εν λόγω ισχυρισμός πρέπει ν’ απορριφθεί πρωτίστως ως απαραδέκτως προβαλλόμενος, κατά τα εκτιθέμενα ως άνω στην μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (XVI ε), καθόσον προβάλλεται με το δικόγραφο των προτάσεων, ενώ οι ενστάσεις του εναγομένου ως εκκαλούντος, που προβλήθηκαν πρωτοδίκως και απορρίφθηκαν με την εκκαλουμένη απόφαση, δύνανται να αχθούν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μόνο με την έφεση ή τους πρόσθετους λόγους αυτής Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, αφενός της μάρτυρος της ενάγουσας και υπαλλήλου αυτής,... και αφετέρου του μάρτυρα του εναγομένου και πρώην υπαλλήλου της ενάγουσας,..., που εξετάστηκαν ενόρκως ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης εκείνου του Δικαστηρίου, τις υπ’ αριθμ. .... ένορκες βεβαιώσεις των ... ..., ... ... και ... αντίστοιχα, που λήφθηκαν νομότυπα με πρωτοβουλία της ενάγουσας μετά από κλήτευση του εναγόμενου, η πρώτη ενώπιον της συμ/φου Αθηνών .... και οι λοιπές ενώπιον της Ειρηνοδίκη Χαλανδρίου, (βλ. την υπ’ αριθμ. ....έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου ....), από την υπ’ αριθ. .... ένορκη βεβαίωση της ..... που προσκομίζεται παραδεκτά το πρώτον κατ’ αρθρ. 529 παρ. 1 ΚΠολΔ ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου και λήφθηκε νομότυπα με πρωτοβουλία του εκκαλούντος μετά από κλήτευση της εφεσίβλητης, ενώπιον της συμ/φου ...., (βλ. την υπ’ αριθμ. .... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Αθηνών ....), η προβαλλόμενη δε από την εκκαλούσα με το δικόγραφο της προσθήκης - αντίκρουσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ένσταση εξαίρεσης της κατάθεσής αυτής (I. ...) με τον ισχυρισμό ότι βρίσκεται σε αντιδικία με την ενάγουσα, που υπαγορεύει εμπάθεια εναντίον της τελευταίας, κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη, σύμφωνα με τα ως άνω στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (XV α) διαλαμβανόμενα, διότι μόνη η ιδιότητα της ανωτέρω ως διαδίκου σε άλλη δίκη με διάδικο την εφεσίβλητη δεν αρκεί, για την εξαίρεσή της, αλλά πρέπει να προκύπτουν και άλλα στοιχεία που να μαρτυρούν την ύπαρξη συμφέροντος στο πρόσωπό της από την παρούσα δίκη στην οποία και έδωσε τη σχετική ένορκη βεβαίωση, ενώ σημειωτέον ότι η, επίσης, προβαλλόμενη από την εκκαλούσα με το δικόγραφο της προσθήκης - αντίκρουσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ένσταση εξαίρεσης της ένορκης βεβαίωσης του Α. ... προβάλλεται αλυσιτελώς, καθώς δεν προσκομίζεται από τον εκκαλούντα, ούτε δε και γίνεται από αυτόν επίκληση της σχετικής ένορκης βεβαίωσης, από την υπ’ αριθμ. .... ένορκη βεβαίωση της .... ενώπιον της συμ/φου ... .... και την υπ’ αριθμ. .... ένορκη βεβαίωση του .... ενώπιον της συμ/φου Θεσ/νικης ...., που λήφθηκαν νομότυπα με πρωτοβουλία του εναγομένου, στα πλαίσια άλλης προγενέστερης δίκης μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα ως άνω στη σχετική νομική σκέψη υπό στοιχείο (XVI α), για την τελευταία με τη σημείωση ότι λαμβάνεται υπόψη, κατά τα ανωτέρω, ανεξαρτήτως των αναφορών του εκκαλούντος στο δικόγραφο των προτάσεών του ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αφενός στη σελ. 2 όπου εκτίθεται ότι η ως άνω ένορκη βεβαίωση της I. ... λήφθηκε σε αντικατάσταση αυτής του X. ... και αφετέρου στη σελ. 40-41 υπό ειδικότερο αριθμό 31 όπου αναφέρεται ότι η ίδια ένορκη βεβαίωση (του X. ...) δεν προσκομίζεται με τις προτάσεις του Εφετείου και τούτο διότι ως προς την εν λόγω ένορκη βεβαίωση υφίσταται νόμιμη επίκληση και προσκομιδή από τον εκκαλούντα, ενώ περαιτέρω, όσον αφορά την εκτιμώμενη ως προβληθείσα με το δικόγραφο των προτάσεων της εφεσίβλητης ένσταση εξαίρεσης του εν λόγω προσώπου (X. ...) για το λόγο ότι βρίσκεται σε αντιδικία με αυτήν, σύμφωνα με τα παραπάνω εκτιθέμενα στη σχετική νομική σκέψη υπό στοιχείο (XV β), αυτή κρίνεται πρωτίστως απορριπτέα ως αλυσιτελώς προβαλλόμενη, καθόσον κατ’ άρθρο 270 παρ. 2 ΚΙΙολΔ, το παρόν Δικαστήριο συμπληρωματικά μπορεί να λαμβάνει υπόψη και να εκτιμά ελεύθερα και αποδεικτικά μέσα πού δεν πληρούν τους όρους του νόμου, στα οποία εντάσσονται και οι κατ άρθρο 400 αριθ. 3 ΚΠολΔ εξαιρετέοι μάρτυρες, σε κάθε δε περίπτωση τα επικαλούμενα περιστατικά εξαιρέσεως δεν συνιστούν το κατά την έννοια του νόμου συμφέρον, ήτοι περιουσιακή ωφέλεια του εν λόγω ενόρκως βεβαιούντος, η οποία (ωφέλεια) πρέπει να είναι βέβαιη και άμεση και να αποτελεί αναγκαία συνέπεια της παρούσας δίκης στην οποία ενόρκως καταθέτει, ενώ το επικαλούμενο συμφέρον όπως εκτίθεται, είναι έμμεσο, από όλα τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, μερικά εκ των οποίων μνημονεύονται ρητώς κατωτέρω, χωρίς να παραλειφθεί η εκτίμηση κανενός κατά την εξέταση της ουσιαστικής βασμιότητας των ισχυρισμών των διαδίκων (ΑΠ 354/2006, ΑΠ 1084/2002 ΝΟΜΟΣ), ενώ σημειώνεται ότι στην έννοια των εγγράφων περιλαμβάνονται τα προσκομιζόμενα αντίγραφα μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, τα οποία εμπίπτουν στην έννοια της μηχανικής απεικόνισης, κατ’ αρθρ. 444 παρ. 1 στ. γ' και παρ. 2 ΚΠολΔ. εξομοιούμενα με ιδιωτικά έγγραφα (βλ. ΕφΑθ 636/2017 ΔΕΕ 2017.684, ΕφΠειρ 46/2014 ΔΕΕ 2014.373. ΕφΑθ 1711/2013 ΔΕΕ 2013/672 και ΕπιθΕμπΔ 2013.724, ΕφΑθ 32/2011 ΔΕΕ 201 1.591), από τα οποία (έγγραφα) άλλα έχουν πλήρη αποδεικτική δύναμη και άλλα εκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια κατά το άρθρο 395 ΚΠολΔ (ΑΠ 1492/2002 ΝΟΜΟΣ, ΑΙΊ 1428/2000 ΕλλΔνη 2001.678), τις ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις που δόθηκαν στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας, που λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΕφΠατρ 386/2020, 147/2019 ΤΝΠ ΔΣΑ), χωρίς, ωστόσο, να λαμβάνονται υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων: α) οι ληφθείσες με πρωτοβουλία του εναγόμενου, υπ’ αριθμ. .... ένορκη βεβαίωση του ...., ενώπιον της συμ/φου Αθηνών .... και υπ’ αριθμ. .... ένορκες βεβαιώσεις της ...., αντίστοιχα, ενώπιον της συμ/φου Δράμας .... και τούτο διότι αυτές, σύμφωνα με τα παραπάνω στις οικείες μείζονες σκέψεις υπό στοιχεία (XVI β σε συνδ. με α) διαλαμβανόμενα, είναι ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, μη εκτιμώμενες ούτε ως δικαστικά τεκμήρια, καθόσον σ’ αυτές αφενός βεβαιώνεται από τις συμ/φους ότι η ενάγουσα, η οποία και δεν παρέστη κατά τη σύνταξή τους, κλητεύθηκε για να παραστεί, σύμφωνα με τις αναφερόμενες εκθέσεις επίδοσης, οι οποίες, όμως, δεν προσκομίζονται ενώπιον του Δικαστηρίου, προκειμένου να ελεγχθεί κατά τα ανωτέρω στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (XVI β) διαλαμβανόμενα, ότι η ενάγουσα είχε κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως για να παραστεί κατά τη λήψη της, καθώς απαιτείται η κλήτευσή της να αποδεικνύεται με έκθεση επιδόσεως δικαστικού επιμελητή κατ’ άρθρο 139 ΚΠολΔ και δεν αρκούν σχετικές βεβαιώσεις των συμβολαιογράφων, οι οποίοι δεν είναι αρμόδιοι για τον σχετικό έλεγχο και αφετέρου κρίνεται ότι αυτές λήφθηκαν προκειμένου να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα δίκη, ώστε η μη προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης, να εμποδίζει τη .... τους και για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, απορριπτομένου περαιτέρω του σχετικού σκέλους του πρώτου λόγου έφεσης, με το οποίο ο εκκαλών παραπονείται αναφορικά με τη μη λήψη υπόψη από την εκκαλουμένη απόφαση ειδικά της ως άνω ένορκης βεβαίωσης του ...., κατά τα ανωτέρω στη σχετική νομική σκέψη υπό στοιχείο (XVI γ) ως αβασίμου εκ του αλυσιτελούς της προβολής αυτού, ενόψει του ανυποστάτου αυτής ως αποδεικτικού μέσου - όπως και των λοιπών ως άνω δύο ενόρκων βεβαιώσεων των .... -, η οποία (εκκαλουμένη), επομένως, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου δεν έλαβε υπόψη της τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις, ομοίως με την παρούσα απόφαση και β) η από 25.6.2004 υπεύθυνη δήλωση της ... ..., η από 25.6.2004 υπεύθυνη δήλωση της ... ..., η από 28.6.2004 υπεύθυνη δήλωση της ... ..., η από 24.10.2003 υπεύθυνη δήλωση της ... ... και η από 23.4.2004 υπεύθυνη δήλωση της ... ..., που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, καθώς σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στην ανωτέρω μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (XVI δ), δεν αποτελούν επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αλλά αποτελούν μαρτυρίες τρίτων, οι οποίες κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δόθηκαν για να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά μέσα στην παρούσα δίκη, από όσα ρητώς ή εμμέσως συνομολογούνται από τους διαδίκους, από τους ισχυρισμούς των οποίων συνάγεται ομολογία ή άρνηση (άρθρο 261 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως και χωρίς απόδειξη από το δικαστήριο (άρθρο 336 § 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα - εφεσίβλητη είναι ανώνυμη εταιρία, που δραστηριοποιείται στον ασφαλιστικό τομέα, παρέχοντας ασφαλιστικές καλύψεις σε ατομικό και επιχειρησιακό (ομαδικό) επίπεδο, κατέχοντας σημαντικό μερίδιο στο χώρο της ασφαλιστικής αγοράς και διατηρώντας για το σκοπό αυτό, δίκτυο πωλήσεων και προώθησης των ασφαλιστικών της προϊόντων, σε όλη την ελληνική επικράτεια, η λειτουργία του οποίου ρυθμίζεται, τόσο από τον εκάστοτε ισχύοντα κανονισμό λειτουργίας και παροχών της (ενάγουσας), ο οποίος περιλαμβάνει με σαφήνεια τις αρχές λειτουργίας της εταιρίας, όσο και από τις εκάστοτε υπογραφόμενες από τους συνεργάτες της, συμβάσεις, που περιλαμβάνουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών. Ο εναγόμενος - εκκαλών, ο οποίος έχει την επαγγελματική ιδιότητα του οικονομολόγου, ξεκίνησε να συνεργάζεται με την ενάγουσα το έτος 1989, μεταξύ τους δε υπογράφηκαν κατά χρονική σειρά οι ακόλουθες συμβάσεις: ϊ) την 30.1.1989 σύμβαση παραγωγού ασφαλίσεων, με την οποία ο εναγόμενος ανέλαβε το έργο του παραγωγού ασφαλίσεων της ενάγουσας και δη ανέλαβε να μεσολαβεί για τη σύναψη ασφαλιστικών συμβολαίων μεταξύ αυτής και πελατών της, έναντι συμφωνημένης προμήθειας, ΐΐ) την 16.1.1990 σύμβαση ανάθεσης έργου, με την οποία ο ίδιος ανέλαβε τη θέση του Επιθεωρητή Ανάπτυξης Πωλήσεων (Συντονιστή) με έργο την προσέλκυση, εκπαίδευση και διοίκηση καταλλήλων παραγωγών ασφαλίσεων ζωής, λαμβάνοντας προς τούτο ποσοστό προμήθειας επί των προμηθειών των ως άνω παραγωγών, iii) την 1.6.1994 σύμβαση, με την οποία ο εναγόμενος ανέλαβε επιπρόσθετα το έργο της προσέλκυσης, εκπαίδευσης και διοίκησης κατάλληλων επιθεωρητών, δόκιμων επιθεωρητών και παραγωγών ασφαλίσεων, iv) την 1.2.1998 και λόγω της μέχρι τότε απόδοσης του εναγόμενου και της εμπιστοσύνης που είχε δημιουργηθεί εκ της προηγηθείσας συνεργασίας μεταξύ αυτού και της τότε διοίκησης της ενάγουσας, υπογράφηκε «σύμβαση έργου - περιφερειακού διευθυντού (συντονιστού)», η οποία στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από την από 23.11.2000 όμοια κατά το μέγιστο μέρος της «σύμβαση έργου - περιφερειακού διευθυντού (συντονιστού)», με την οποία και συμπληρώθηκαν συγκεκριμένοι όροι της ένδικης σύμβασης. Ειδικότερα με την τελευταία ως άνω σύμβαση ορίστηκαν μεταξύ άλλων τα ακόλουθα: «Άρθρο 1°: ΕΡΓΟ Η πρώτη συμβαλλομένη Εταιρία, που εφεξής θα αναφέρεται στην παρούσα με τον όρο «Εταιρία», στα πλαίσια αναπτύξεως του δικτύου πωλήσεών της, αναθέτει στο δεύτερο συμβαλλόμενο το έργο του ελέγχου της πιστής εφαρμογής των Κανονισμών Λειτουργίας από τους διευθυντές (συντονιστές) Καταστημάτων, τη μέριμνα της δημιουργίας νέων Καταστημάτων και την υλοποίηση των ετησίων Προϋπολογισμών Παραγωγής Δαπανών και λοιπών Ποιοτικών Συντελεστών της περιφέρειας ευθύνης του, με σκοπό την επίτευξη του ετήσιου στόχου παραγωγής ασφαλίστρων, που η εταιρία ορίζει εκάστοτε σε ετήσια (δωδεκάμηνη) βάση για τη θέση του Περιφερειακού Διευθυντού (Συντονιστού). Για την καλύτερη δυνατή εκτέλεση και περάτωση του ως άνω έργου, ο Περιφερειακός Διευθυντής (Συντονιστής), θα πρέπει να ακολουθήσει τα γενικά πλαίσια δράσης που καθορίζονται στον Κανονισμό Λειτουργίας και Παροχών 1998 και στον οποίο περιγράφονται λεπτομερώς τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του». «Άρθρο 2°: ΦΥΣΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ...», «Άρθρο 3° : ΔΙΑΡΚΕΙΑ ...» «Άρθρο 4°: ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΜΕΡΩΝ Ενόψει της φύσεως της συμβάσεως ως Συμβάσεως Έργου ο δεύτερος συμβαλλόμενος θα αναπτύσσει τη δραστηριότητά του κατά τη δική του αποκλειστική κρίση και πρωτοβουλία (τόπος, χρόνος κλπ.) και δεν θα υπόκειται στο ωράριο εργασίας του Προσωπικού της Εταιρίας. Η παροχή εκπαίδευσης και διευκολύνσεων από την Εταιρεία προς αυτόν, όπως κατάλληλων χώρων γραφείων, εξοπλισμού, αναλωσίμων, η διάθεση αυτοκινήτου κ.α. γίνεται με σκοπό την καλύτερη δυνατή εκτέλεση απ’ αυτόν του συμπεφωνημένου έργου και σε καμία περίπτωση δεν αλλάζουν τη φύση και το χαρακτήρα της σύμβασης, ως ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΟΥ. Ο δεύτερος συμβαλλόμενος (εναγόμενος) δεν τελεί σε οποιαδήποτε σχέση εξάρτησης με την Εταιρία, δεν υπόκειται σε έλεγχο της δραστηριότητάς του και ως εκ τούτου δεν μπορεί να Θεωρηθεί προστηθείς ή βοηθός εκπλήρωσης αυτής... Ο δεύτερος συμβαλλόμενος έχει αυξημένη υποχρέωση πίστης προς την Εταιρία και δεσμεύεται ρητά ότι καθόλη τη διάρκεια της παρούσας αλλά και μετά τη με οποιοδήποτε τρόπο λύση αυτής δεν θα προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια ή πράξη προς απόσπαση - σφετερισμό του έργου που θα έχει παραχθεί με βάση τη παρούσα σύμβαση και συγκεκριμένα προς απόσπαση τόσο του δικτύου των συνεργατών που θα έχει αναπτυχθεί με δική του πρωτοβουλία όσο και της παραγωγής που θα έχει τοποθετηθεί από αυτόν και τους συνεργάτες του, στην εταιρία. Οποιαδήποτε προσπάθεια εκ μέρους του δευτέρου συμβαλλομένου να μεταφέρει δίκτυο και παραγωγή σε άλλη εταιρία κατά τη διάρκεια της παρούσας σύμβασης αλλά και μετά τη με οποιοδήποτε τρόπο λύση αυτής θα έχει τις συνέπειες του άρθρου 6 παρ.β της παρούσας». «Αρθρο 5° ΑΜΟΙΒΗ Για την εκτέλεση και γενικά περάτωση του ως άνω έργου, ο δεύτερος συμβαλλόμενος δικαιούται ανάλογη προς το έργο του αμοιβή, η οποία θα προσδιορίζεται με βάση το αποτέλεσμα της όλης δραστηριότητάς του, που θα υπολογίζεται και γενικά θα εκκαθαρίζεται σε ετήσια (δωδεκάμηνη) βάση. Την αμοιβή αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη καθορίζουν από κοινού, ελεύθερα και αβίαστα ως εξής: α) Εκτός από την κατωτέρω σε ποσοστά προσδιοριζόμενη αμοιβή του από προμήθειες, ο δεύτερος συμβαλλόμενος θα λαμβάνει πρόσθετη προμήθεια, η οποία Θα καθορίζεται ετησίως από την Εταιρία και η οποία θα ανταποκρίνεται στην πραγματοποίηση του ελάχιστου οικονομικού αποτελέσματος - έργου, του οποίου το ύψος θα καθορίζεται στην αρχή κάθε έτους από την Εταιρία για τη θέση του Περιφερειακού Διευθυντού (Συντονιστού) και β) Ο δεύτερος συμβαλλόμενος δικαιούται να λαμβάνει προμήθεια πάνω στις προμήθειες των σχετιζομένων και συνεργαζομένων με αυτόν Ασφαλιστικών Συμβούλων και Πρακτόρων, της οποίας τα ποσοστά για κάθε κλάδο ασφάλισης, λεπτομερώς και ειδικώς ορίζονται στον προσαρτώμενο στην παρούσα αναλυτικό πίνακα, ο οποίος αποτελεί συμπλήρωμα και παράρτημα της παρούσας σύμβασης ...». «Αρθρο 6°: ΛΥΣΗ Η παρούσα Σύμβαση λύεται: «α) Με την μη επίτευξη του σκοπού της σύμβασης, που αφορά στην πραγματοποίηση του ελάχιστου οικονομικού αποτελέσματος - έργου, του οποίου το ύψος θα καθορίζεται στην αρχή κάθε έτους από την Εταιρία για τη θέση του Περιφερειακού Διευθυντού (Συντονιστού), β) Με την έγγραφη καταγγελία αυτής, οποτεδήποτε από ένα εκ των συμβαλλομένων μεριον. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται μετά την πάροδο δύο (2) μηνών από την επίδοση της καταγγελίας, εκτός από τις περιπτώσεις που η παρούσα ορίζει διαφορετικά. Ειδικότερα η Εταιρεία δικαιούται να καταγγείλει την παρούσα Σύμβαση και τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται άμεσα με την επίδοση της καταγγελίας στον εναγόμενο, χωρίς την πάροδο των κατά τα ανωτέρω δύο (2) μηνών, στις περιοριστικά αναφερόμενες περιπτώσεις: 1. Δόλιας ενέργειας σε βάρος της Εταιρίας. 2. Υπεξαιρέσεως χρημάτων αυτής ή των πελατών της. 3. Συμπεριφοράς βλάπτουσας τη φήμη της. 4. Προσχωρήσεως σε άλλη ασφαλιστική εταιρία και αποσπάσεως ή απόπειρας αποσπάσεως συνεργατών ή συμβολαίων της Εταιρίας, που αναπτύχθηκαν με ή χωρίς προσπάθειες του δεύτερου συμβαλλομένου. Στις περιπτώσεις αυτές ο δεύτερος συμβαλλόμενος υποχρεούται μέσα σε δέκα πέντε (15) ημέρες από την επίδοση σε αυτόν της καταγγελίας, να αποδώσει στην Εταιρία κάθε οφειλόμενο κατά
την ημερομηνία της καταγγελίας ποσό, ευθυνόμενος ταυτόχρονα για την αποκατάσταση κάθε θετικής ή αποθετικής ζημίας που προξένησε η αντισυμβατική συμπεριφορά του στην Εταιρία. Υποχρεούται επίσης, μέσα στην ίδια προθεσμία, να καταβάλει στην Εταιρία το σύνολο των δαπανών της για τη μέχρι εκείνη τη στιγμή συνεργασία τους, δηλαδή δαπανών προσελκύσεως, εκπαιδεύσεως, αμοιβών και κάθε άλλης σχετικής δαπάνης πλην τυχόν δικαιούμενων προμηθειών, σύμφωνα με την προς τούτο εκκαθάριση των δαπανών αυτών από την Εταιρία. Οι ανωτέρω υποχρεώσεις βαρύνουν τον δεύτερο συμβαλλόμενο ακόμη και στην περίπτωση που η παρούσα σύμβαση λυθεί με δική του πρωτοβουλία, εφόσον αποδειχθεί ότι είτε κατά τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως ή κατόπιν της λύσεως αυτής συνέτρεχαν οι ανωτέρω αναφερόμενες υπ’ αριθμ. (1) έως (4) περιπτώσεις. Σε περίπτωση λύσεως της παρούσας εκ μέρους της εταιρίας αναιτιολόγητα, κατά την κρίση αγαθού ανδρός, η Εταιρία οφείλει να καταβάλει στο δεύτερο συμβαλλόμενο το 75% των προμηθειών που δικαιούται, σύμφωνα με τη σύμβαση αυτή για την παραγωγή των υπαγομένων
σύμφωνα με τα παραπάνω σ’ αυτόν, μέχρι την ημερομηνία λύσεως της Συμβάσεως και για όλη τη διάρκεια ισχύος των συμβολαίων υπό την αίρεση ότι οι ακυρώσεις του χαρτοφυλακίου δεν θα είναι μεγαλύτερες από το 50% του χαρτοφυλακίου της ημερομηνίας λύσεως της συμβάσεως. Δεν είναι αναιτιολόγητη η λύση εκείνη που οφείλεται στους ανωτέρω υπ’ αριθμ. 1 - 4 αναφερόμενους λόγους και στη μη ευόδωση των σκοπών της παρούσας και των παραγωγικών της στόχων, γ) Με το θάνατο ή τη Μόνιμη Ολική Ανικανότητα του δευτέρου συμβαλλομένου. Στην περίπτωση αυτή, η σύμβαση λύεται αυτοδικαίως και εφόσον ο νόμος δεν το απαγορεύει, η Εταιρία οφείλει να καταβάλει στο δεύτερο συμβαλλόμενο ή τους καθολικούς διαδόχους του το 75% των προμηθειών που δικαιούται, σύμφωνα με την παρούσα σύμβαση. Το ανωτέρω ποσό θα καταβάλλεται εφόσον διατηρείται το 50% των εγγεγραμμένων ασφαλίστρων κατά το έτος λύσεως της σύμβασης..». «Άρθρο 7° ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ Με τη θέση της παρούσας σε ισχύ λύεται, χωρίς συνέπειες και για τα δύο μέρη, τα οποία παραιτούνται οριστικά και ανεπιφύλακτα από οποιοδήποτε δικαίωμά τους, κάθε προηγούμενη μεταξύ τους σύμβαση... Ρητά συμφωνείται ότι για τη συνεργασία μεταξύ των συμβαλλομένων θα τηρείται αλληλόχρεος λογαριασμός, η κίνηση του οποίου θα αποδεικνύεται πλήρως από τα τηρούμενα από την Εταιρία επίσημα βιβλία και έγγραφα και παραιτουμένου του δευτέρου συμβαλλομένου οποιοσδήποτε ένστασης ή αμφισβήτησης μετά την πάροδο τριάντα (30) ημερών από το τέλος του μήνα στον οποίο αφορά το υπόλοιπο...». Επιπροσθέτως και σύμφωνα με τον προαναφερθέντα στο άρθρο 5° της εν λόγω σύμβασης «αναλυτικό πίνακα παροχών ως προσάρτημα της από 23/11/2000 συμβάσεως...», ο εναγόμενος θα λάμβανε αμοιβή, προσδιοριζόμενη σε ποσοστά από προμήθειες και δη: α) το ποσό των οκτώ εκατομμυρίων τετρακοσίων χιλιάδων (8.400.000) δραχμών ετησίως, αρχής γενομένης από 1.12.2000, β) ως αναλογική αμοιβή επί του κλάδου ζωής, ποσοστό 15% επί των προμηθειών των 3 πρώτων ετών και επαναλαμβανόμενο κατ’ έτος για τις ασφαλίσεις αυτού του κλάδου επί της παραγωγής των ασφαλιστικών συμβούλων και 5% επί των προμηθειών παραγωγής πρακτόρων, γ) ως αναλογική επί του κλάδου αυτοκινήτου, ποσοστό 5% επί των προμηθειών των ασφαλιστικών συμβούλων και 2% επί των προμηθειών πρακτόρων της περιφερειακής διεύθυνσης, δ) ως αναλογική αμοιβή επί των λοιπών κλάδων γενικής ασφάλισης, ποσοστό 8% επί των προμηθειών των ασφαλιστικών συμβούλων και 3% επί των προμηθειών των πρακτόρων της περιφερειακής διεύθυνσης, ε) επί της κατ’ έτος αύξησης της παραγωγής κλάδου ζωής σε καθαρά ετησιοποιημένα ασφάλιστρα 3% και 1,5% και 0,5% επί της αύξησης των γενικών κλάδων και του κλάδου αυτοκινήτων αντιστοίχους, υπό την προϋπόθεση της αύξησης της παραγωγής της περιφερειακής διεύθυνσης κατά 20% τουλάχιστον σε λογιστικοποιημένα ασφάλιστρα, με το ίδιο να ισχύει και για προσελκυόμενα νέα χαρτοφυλάκια άνω των 500 εκατ. Δρχ, για το ποσό άνω των 500 εκατ. Εξάλλου, σύμφωνα με τον αντίστοιχο, αναφερόμενο στο άρθρο 5° της από 1.2.1998 σύμβασης «αναλυτικό πίνακα παροχών ως προσάρτημα της από 1'ις Φεβρουάριου 1998 συμβάσεως...», ο εναγόμενος θα λάμβανε αμοιβή, προσδιοριζόμενη σε ποσοστά από προμήθειες και δη: α) το ποσό των οκτώ εκατομμυρίων τετρακοσίων χιλιάδων (8.400.000) δραχμών ετησίως, αρχής γενομένης από 1.2.98, β) ως αναλογική αμοιβή επί του κλάδου ζωής, ποσοστό 15% επί των προμηθειών των 3 πρώτων ετών και επαναλαμβανόμενο κατ’ έτος για τις ασφαλίσεις αυτού του κλάδου επί της παραγωγής των ασφαλιστικών συμβούλων και 5% επί των προμηθειών παραγωγής πρακτόρων, γ) ως αναλογική επί του κλάδου αυτοκινήτου, ποσοστό 5% επί των προμηθειών των ασφαλιστικών συμβούλων και 2% επί των προμηθειών πρακτόρων της περιφερειακής διεύθυνσης, δ) ως αναλογική αμοιβή επί των λοιπών κλάδων γενικής ασφάλισης, ποσοστό 8% επί των προμηθειών των ασφαλιστικών συμβούλων και 3% επί των προμηθειών των πρακτόρων της περιφερειακής διεύθυνσης. Η διαφοροποίηση των ως άνω δύο τελευταίων συμβάσεων μεταξύ των διαδίκων, ήτοι της από 1.2.1998 και 23.11.2000 έγκειται στα εξής: α) ως προς το άρθρο (4°) της από 23.11.2000 σύμβασης, στην προσθήκη της τελευταίας ως άνω παραγράφου περί υποχρέωσης πίστης του εναγομένου, β) ως προς το άρθρο (6°) της από 23.11.2000 σύμβασης: 1) στην παράταση του χρονικού διαστήματος εντός του οποίου ο εναγόμενος υποχρεούται να αποδώσει στην ενάγουσα τα οφειλόμενα, αν καταγγελθεί από αυτή η σύμβαση για τους αναφερόμενους λόγους, σε (15) ημέρες, από (10) ημέρες που προβλεπόταν στην σύμβαση του 1998, 2) στην περίπτωση (β), στην προσθήκη της τελευταίας ως άνω παραγράφου, στην οποία περιέχεται αφενός υποχρέωση του εναγομένου για καταβολή των οφειλομένων κατά την καταγγελία της σύμβασης, καθώς και του συνόλου των μέχρι τότε δαπανών της από τη συνεργασία τους, όπως αυτές ορίζονται ειδικότερα και περί ευθύνης του εναγομένου για την αποκατάσταση των ζημιών της ενάγουσας, ακόμη και σε περίπτωση λύσης της σύμβαση από τον ίδιο, εφόσον συντρέχουν οι περιπτώσεις που αναφέρονται στην ίδια περίπτωση και αφετέρου αντίστοιχη υποχρέωση της ενάγουσας σε περίπτωση αδικαιολόγητης λύσης της σύμβασης από εκείνη, να καταβάλει στον εναγόμενο τα αναφερόμενα ποσοστά επί των προμηθειών που θα δικαιούται αυτό κατά το χρονικό αυτό σημείο, 3) στα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στην περίπτωση (ε) του αναλυτικού πίνακα παροχών της από 23.11.200 σύμβασης, ν) την 1.1.2003 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων προσάρτημα στην από 23.11.2000 σύμβαση έργου, σύμφωνα με το οποίο το έργο που περιγράφεται σ’ αυτήν, επεκτείνεται μετά την από 1.1.2003 τροποποίηση του κανονισμού πωλήσεων της ενάγουσας, σε έργο ανάπτυξης στη Βόρεια Ελλάδα του οργανωμένου εταιρικού δικτύου όλων των βαθμίδων του νέου από 1.1.2003 κανονισμού, η επιπλέον δε ευθύνη, που ανατέθηκε από την ενάγουσα στον εναγόμενο ήταν: «α) η ολοκλήρωση του οργανωμένου εταιρικού δικτύου σύμφωνα με τους χάρτες των Νομών Βόρειας Ελλάδας (επισυνάπτονται) και τους Κανονισμούς της Εταιρίας εντός 3 ετών, β) Η άντληση μεριδίου αγοράς 3% στην περιοχή Βόρειας Ελλάδας εντός 3 ετών γ) Η αύξηση της υφιστάμενης την 31/12/02 κάθε έτους παραγωγής κατά 15% δ) Η πιστή εφαρμογή του Κανονισμού, των διαδικασιών και της πολιτικής της Εταιρίας και ε) Η καταβολή κάθε προσπάθειας για την επίτευξη R.O.E. 5% από την παραγωγή και τους λοιπούς συντελεστές (Ζημιές, προμήθειες, έξοδα κλπ) της περιοχής ευθύνης του συμβαλλομένου» (όρος 1). Βάσει του εν λόγω προσαρτήματος, η ενάγουσα, προς υποστήριξη του έργου του εναγομένου, υπήγαγε ολόκληρο το υφιστάμενο οργανωμένο εταιρικό δίκτυο πωλήσεων της 31.12.2002 και την υφιστάμενη παραγωγή του, στον εναγόμενο, ενώ ανέλαβε την υποχρέωση να χρηματοδοτήσει την ανάπτυξη του οργανωμένου εταιρικού δικτύου, παρέχοντας ενδεικτικά τον αναγκαίο εξοπλισμό, τοπική διαφήμιση, δαπάνες και χρηματοδοτήσεις νέων συνεργατών βάσει του Κανονισμού της και εγκεκριμένων ετησίων προϋπολογισμών (όρος 2). Περαιτέρω, η ενάγουσα, στα πλαίσια της τροποποίησης της 23.11.2000 σύμβασης με τον εναγόμενο, θα κατέβαλε ως αμοιβή σ’ αυτόν τις ακόλουθες ειδικότερα αμοιβές, οι οποίες θα υπολογίζονταν στο σύνολο του οργανωμένου εταιρικού δικτύου Βόρειας Ελλάδας της 31.12.2002 και εκείνου που θα αναπτυχθεί από το συμβαλλόμενο και το υπ’ αυτόν δίκτυο πωλήσεων και δη: α) ως αναλογική αμοιβή, επί του κλάδου ζωής, ποσοστό 15% επί των προμηθειών των τριών (3) πρώτων ετών και επαναλαμβανόμενο κατ’ έτος για τις ασφαλίσεις του ως άνω κλάδου, όπως αυτές θα προκύπτουν από την παραγωγή των ασφαλιστικών συμβούλων και ποσοστό 5% επί των προμηθειών που προκύπτουν από την παραγωγή πρακτόρων, επί του κλάδου αυτοκινήτου, ποσοστό 4% επί των προμηθειών των ασφαλιστικών συμβούλων και 1,5% επί των προμηθειών πρακτόρων, επί των λοιπών κλάδων ασφάλισης, ποσοστό 8% επί των προμηθειών των ασφαλιστικών συμβούλων και 3% επί των προμηθειών πρακτόρων, καθώς και β) ως bonus, εκείνα που περιγράφονται στον από 1.1.2003 (νέο) Κανονισμό Λειτουργίας της ενάγουσας, καθώς και bonus παραγωγικότητας 1 % bonus αύξησης ενιαίου εν ισχύ χαρτοφυλακίου και bonus σύνδεσης και διαχείρισης ενιαίου χαρτοφυλακίου 1% και 0,30 αντιστοίχως στην περίπτωση παραγωγής καταστημάτων που εντάσσονται σε περιφερειακό διευθυντή ευθύνης του συμβαλλομένου, γ) ως ελάχιστη εγγυημένη ετήσια αμοιβή έναντι των παραπάνω bonus, το ποσό των εβδομήντα χιλιάδων (70.000,00) ευρώ, η οποία θα καταβάλλεται αναλογικά κάθε μήνα, με εκκαθάριση των εκατέρωθεν απαιτήσεων των διαδίκων στο τέλος κάθε χρόνου για την καταβολή τυχόν επί πλέον προκύπτουσας αμοιβής (όρος 3). Περαιτέρω, σύμφωνα με τον προϊσχύσαντα, του τεθέντος σε ισχύ την 1.1.2003 ως άνω νέου κανονισμού λειτουργίας της ενάγουσας, έτερο κανονισμό λειτουργίας και παροχών του 1998, προβλεπόταν ότι στους διακεκριμένους ασφαλιστικούς συμβούλους, όπως ο εναγόμενος, θα καταβαλλόταν σταθερή αμοιβή ανάλογα με το ύψος της ασφαλιστικής παραγωγής και με τη ρητή μνεία ότι αν η παραγωγή κάθε τριμήνου είναι κατώτερη των 4 συμβολαίων ζωής το μήνα και των 400.000 δραχμών σε καθαρά ετησιοποιημένα ασφάλιστρα, δεν θα καταβάλλεται σταθερή αμοιβή για το αντίστοιχο τρίμηνο, ενώ προβλεπόταν η καταβολή μπόνους αύξησης χαρτοφυλακίου ζωής, μπόνους καλής διαχείρισης ζημιών κλάδου αυτοκινήτου, μπόνους καλής σύνθεσης χαρτοφυλακίου αυτοκινήτων, ενώ κατά τον ανωτέρω νέο κανονισμό λειτουργίας (με έναρξη την 1.1.2003), του οποίου ο εναγόμενος, όταν υπογράφηκε το ως άνω προσάρτημα στην από 23.11.2000 σύμβαση έργου, είχε σαφή γνώση, καταργήθηκε η καταβολή σταθερής αμοιβής και προβλέφθηκε η καταβολή μπόνους και συγκεκριμένα: α) μηνιαίο μπόνους 10% παραγωγικότητας, με πρόβλεψη ότι σε περίπτωση μη καταβολής του για κάποιο μήνα παρέχεται η δυνατότητα συμπλήρωσης του και παροχής του προοδευτικά εντός εκάστου ημερολογιακού έτους, β) μπόνους είσπραξης ασφαλίστρων ζωής με ετήσιο τρόπο πληρωμής, γ) μπόνους εφάπαξ 3% επί των καθαρών ασφαλίστρων των προϊόντων της ενιαίας νέας παραγωγής, εφόσον η αίτηση ασφάλισης συνοδεύεται από πάγια εντολή είσπραξης μέσω τραπεζικού λογαριασμού ή πιστωτικής κάρτας, δ) μπόνους σύνθεσης και διαχείρισης ενιαίου χαρτοφυλακίου, ε) μπόνους αύξησης ενιαίου χαρτοφυλακίου.
Από τη συγκριτική επισκόπηση των εν λόγω Κανονισμών Λειτουργίας, προκύπτει: ϊ) ότι οι αμοιβές των ασφαλιστικών συμβούλων συνδέονται άμεσα με το ύψος της ασφαλιστικής παραγωγής τους και την επίτευξη συγκεκριμένων κάθε φορά και προσδιορισμένων από την ενάγουσα στόχων, ότι η αναφερόμενη στον κανονισμό του έτους 1998 «σταθερή αμοιβή» έχει την έννοια του μηνιαίου προκαταβαλλόμενου μέρους έναντι των μελλοντικών προμηθειών, που σχετίζονται με την επίτευξη των ετήσιων στόχων τους και σε περίπτωση μη επίτευξης αυτών ότι όφειλε να τα επιστρέφει, στο τέλος του χρόνου μετά από σχετική εκκαθάριση και ii) ότι με τον κανονισμό του 2003 η αμοιβή των μπόνους εξακολουθούσε να καταβάλλεται μηνιαία, αποτελώντας αυτοτελή αμοιβή, χωρίς όμως να γίνεται εκκαθάριση, της κρίσης αυτής του Δικαστηρίου στηριζομένης και στη σαφή και κατηγορηματική ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατάθεση της μάρτυρα απόδειξης και προϊσταμένης της οικονομικής και λογιστικής υποστήριξης πωλήσεων της ενάγουσας. Ακολούθως, από το ίδιο ως άνω αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι η ένδικη συνεργασία μεταξύ των διαδίκων λειτούργησε μέχρι τον Ιούνιο του 2003, οπότε και ο εναγόμενος με την από 20.6.2003 κοινή «εξώδικη διαμαρτυρία - καταγγελία - πρόσκληση και δήλωση» με άλλους δώδεκα συντονιστές ασφαλιστικών συμβούλων του δικτύου της ενάγουσας στην περιφέρεια της Βόρειας Ελλάδας, του οποίου εκείνος ήταν υπεύθυνος, η οποία (καταγγελία) κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα την 25.6.2003 (βλ. την προσκομιζόμενη σε πρωτότυπο από αυτήν, σχετική καταγγελία με επισημείωση του επιδόσαντος δικαστικού επιμελητή ...), κατήγγειλε τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση, ως λόγο δε αυτής επικαλέστηκε την μονομερή δυσμενή μεταβολή εκ μέρους της ενάγουσας του κανονισμού λειτουργίας και παροχών, με την οποία, κατά τους ισχυρισμούς του (εναγομένου): α) καταργήθηκε η γεωγραφική αρμοδιότητα, περιορίζοντας τον χώρο ευθύνης αυτού και των συνεργατών του και τις δυνατότητες διεύρυνσης της παραγωγής τους αφού επιτρέπεται πια η διείσδυση τρίτων στην περιοχή ευθύνης τους, β) καταργήθηκε η αρχή της σταθερής αμοιβής των managers, γ) δημιουργήθηκαν δύο επιπλέον δίκτυα πωλήσεων, ήτοι ένα οργανωμένο και ένα ελεγχόμενο από την κεντρική διοίκηση της εταιρείας και αποκαλούμενο «παράλληλο» και ένα οργανωμένο σε περιφερειακή βάση και αποκαλούμενο «εναλλακτικό», τα οποία επανδρώθηκαν με αδρά αμειβόμενα στελέχη, οι οποίοι με τη σειρά τους κινούνταν ανταγωνιστικά έναντι αυτών, δ) παρουσιάστηκε σημαντική καθυστέρηση καταβολής αποζημιώσεων ή ποσών εξαγορών ασφαλιστικών συμβάσεων και άλλων χρηματοοικονομικών προϊόντων που είναι συνδεδεμένα με μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων και αύξηση στα ασφάλιστρα του κλάδου των αυτοκινήτων, με αποτέλεσμα τη μείωση παραγωγής, δηλώνοντας, περαιτέρω, ότι συνεχίζει τη συνεργασία τους, παραμένοντας σ’ αυτήν ως ασφαλιστικός σύμβουλος. Αμέσως μετά, η ενάγουσα, με την από 30.6.2003 «εξώδικη απάντηση - δήλωση - διαμαρτυρία» της, σε απάντηση της ως άνω εξώδικης δήλωσης - καταγγελίας του εναγομένου, που κοινοποιήθηκε σε εκείνον την 1.7.2003 (βλ. την υπ’ αριθ. .... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο ... ....), αρνήθηκε την τροποποίηση των ως άνω συμβάσεων, καλώντας αυτόν να τηρήσει απαρέγκλιτα τους όρους της μεταξύ τους σύμβασης και να απόσχει από κάθε πράξη ή ενέργεια σφετερισμού του δικτύου των πωλήσεων, του πελατολογίου της, καθώς και να παραδώσει άμεσα κάθε φύσης υλικό, που του είχε παραδοθεί προς διευκόλυνση του σχετικού ανατεθειμένου με την καταγγελθείσα σύμβαση έργου, δηλώνοντας ότι σε αντίθετη περίπτωση, θα προέβαινε στην άσκηση των εννόμων δικαιωμάτων της. Περαιτέρω, εντός του χρονικού διαστήματος των επόμενων μηνών επικράτησε έντονη αναστάτωση στο δίκτυο των συνεργατών της ενάγουσας σε όλη την επικράτεια, καθώς πάνω από (100) ασφαλιστικοί της σύμβουλοι, κυρίως από τη περιφέρεια της Βορείου Ελλάδας, αλλά και από άλλα γεωγραφικά διαμερίσματα, κατήγγειλαν τις συμβάσεις τους και αποχώρησαν από αυτήν, ενώ στη συνέχεια προσχώρησαν στην ανταγωνιστική έναντι της ενάγουσας ασφαλιστική εταιρία, με την επωνυμία «... ... ΑΕ», όπου τοποθετήθηκαν σε διεύθυνση της τελευταίας, της οποίας επικεφαλής ήταν ο εναγόμενος με την ιδιότητα του επιθεωρητή πωλήσεων (βλ. σχετ. το προσκομιζόμενο από την εκκαλούσα σε φωτοαντίγραφο, από Νοεμβρίου 2003 σχετικό δημοσίευμα της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας «... ... ΑΕ» στο εταιρικό περιοδικό της τελευταίας, με τον τίτλο «...», καθώς και αναφορικά με την ιδιότητά του στην ως άνω εταιρεία, την απολογία του εναγομένου στην κάτωθι αναφερόμενη υπ’ αριθ. 978/2007 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., που προσκομίζεται από τον ίδιο), ο οποίος είχε προσχωρήσει στην ως άνω ανταγωνιστική ασφαλιστική εταιρία ήδη από τις 21.7.2003, ήτοι εντός χρονικού διαστήματος ενός μήνα από την παραπάνω καταγγελία της σύμβασής του με την ενάγουσα (βλ. την προσκομιζόμενη από την εκκαλούσα σε φωτοαντίγραφο 5η σελίδα του από 21.7.2003 φύλλου της εφημερίδας «....», που κυκλοφορεί στην περιοχή της ..., στο οποίο υπήρξαν ταυτόχρονες ανακοινώσεις αμφοτέρων των διαδίκων, περί διακοπής της μεταξύ τους συνεργασίας, αναφορικά δε με την εξ αυτών ανακοίνωση του εναγομένου στην εν λόγω εφημερίδα, σ’ αυτήν γίνεται ρητή αναφορά περί παραίτησής του από τη θέση του Διευθυντή Οργανωμένου Εταιρικού Δικτύου Πωλήσεων Βορείου Ελλάδας της ενάγουσας και περί προσχώρησής του μαζί με όλο το εν λόγω δίκτυο στην εταιρεία «... ... ΑΕ». με τη αναγραφόμενη σημείωση ότι εκείνη ανήκει στις τρεις μεγαλύτερες εταιρείες στην Ελλάδα και στις πενήντα μεγαλύτερες της Ευρώπης). Κατόπιν και της ανωτέρω προσχώρησης του εναγομένου στην ανταγωνιστική εταιρεία της ενάγουσας, η τελευταία απέστειλε στον εναγόμενο: α) την από 3.7.2003 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση, που κοινοποιήθηκε σε εκείνον αυθημερόν (βλ. την υπ’ αριθ. .... έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο ... ....), με την οποία ζητούσε, πλην άλλων, να αποφεύγει αυτός να παρασύρει και να εξωθεί συνεργάτες της σε διακοπή της συνεργασίας τους με την ίδια, καθώς και να τους εκβιάζει, να τους εκφοβίζει, να τους εξυβρίζει, καθώς και να μην προβαίνει σε πράξεις δυσφήμησής της, β) την από 4.7.2003 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση, που κοινοποιήθηκε σε εκείνον αυθημερόν (βλ. την υπ’ αριθ. .... έκθεση επίδοσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας), με την οποία ζητούσε να της παραδώσει τις αναφερόμενες 43 επιταγές, γ) την από 15.7.2003 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση, που κοινοποιήθηκε σε εκείνον την 17.7.2003 (βλ. την υπ’ αριθ. .... έκθεση επίδοσης της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας), με την οποία ζητούσε να της αποδώσει ποσό 2.548,08 ευρώ από είσπραξη ασφαλίστρων. Ακολούθως, η ενάγουσα υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημ/κών ..., εγκλήσεις σε βάρος του εναγομένου, εκ των οποίων ασκήθηκαν οι κάτωθι ποινικές διώξεις: α) για το αδίκημα της υπεξαίρεσης, οπότε ο εναγόμενος παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ..., δυνάμει δε της υπ’ αριθμ. 469/2006 απόφασης του εν λόγω Δικαστηρίου σε πρώτο βαθμό και της υπ’ αριθμ. 81/2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ... σε δεύτερο βαθμό, η οποία κατέστη αμετάκλητη, με τη υπ’ αριθμ. 941/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, αυτός (ο εναγόμενος) κρίθηκε ένοχος της ως άνω αποδιδόμενης τον ίδιο πράξης και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης τεσσάρων (4) μηνών, για το λόγο ότι στις 30.6.2003, ήτοι δέκα (10) ημέρες μετά την άσκηση της καταγγελίας της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης έργου και του σχετικού προσαρτήματος αυτής, αν και είχε εισπράξει για λογαριασμό της ενάγουσας στην ..., με την ιδιότητά του ως Περιφερειακός Διευθυντής και Διευθυντής Οργανωμένου Εταιρικού Δικτύου Πωλήσεων Βορείου Ελλάδος, δια ασφαλιστικών πρακτόρων, μελών του δικτύου του στη Βόρεια Ελλάδα, για την παραγωγή ασφαλίστρων, ασφάλιστρα ύψους δύο χιλιάδων πεντακοσίων σαράντα οκτώ ευρώ) και οκτώ λεπτών (2.548.08 ευρώ) και είχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση εκ της σύμβασης με την ενάγουσα να τα αποδώσει σ’ αυτή καταθέτοντάς τα σε λογαριασμό της, εντούτοις, αυτός δεν τα απέδωσε, αλλά τα ενσωμάτωσε με πρόθεση στην περιουσία του, β) για το αδίκημα της υπεξαγωγής εγγράφων και δη επιταγών, οπότε ο εναγόμενος παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ..., δυνάμει δε της υπ’ αριθμ. 468/2006 απόφασης του εν λόγω Δικαστηρίου σε πρώτο βαθμό και της υπ’ αριθμ. .../2009 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ... σε δεύτερο βαθμό, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την υπ’ αριθμ. 865/2010 απόφαση του Αρείου Πάγου, αυτός (ο εναγόμενος) κρίθηκε ένοχος της ως άνω αποδιδόμενης στον ίδιο πράξης και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης έξι (6) μηνών, καθώς κρίθηκε ότι στις 10.7.2003 και, ενώ ο ίδιος είχε ήδη καταγγείλει τη σύμβαση έργου, που τον συνέδεε με την ενάγουσα και είχε παύσει έκτοτε να έχει την ιδιότητα του Διευθυντή Πωλήσεων Βορείου Ελλάδος, είχε δε κληθεί με την ανωτέρω σχετική εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση της ενάγουσας να επιστρέφει άμεσα σ’ αυτή (43) επιταγές έκδοσης ή οπισθογράφησης οφειλετών- ασφαλισμένων της τελευταίας, εκείνος, ενεργώντας με πρόθεση και δη με σκοπό να βλάψει την ενάγουσα, δεν απέδωσε σε εκείνη τις εν λόγω επιταγές, γ) για τα αδικήματα της συκοφαντικής δυσφήμησης ανώνυμης εταιρίας και φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, οπότε ο εναγόμενος παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ..., δυνάμει δε της υπ’ αριθμ. 4134/2005 απόφασης του εν λόγω Δικαστηρίου σε πρώτο βαθμό, αυτός (ο εναγόμενος) κηρύχθηκε ένοχος των ως άνω αποδιδόμενων στον ίδιο πράξεων και του επιβλήθηκε συνολική ποινή φυλάκισης εννέα (9) μηνών, καθώς κρίθηκε ότι κατά την επίδικη περίοδο, ήτοι στις 30.6.2003, διέδωσε στους συνεργάτες και πελάτες της ενάγουσας στην πόλη της ..., εν γνώσει της αναλήθειας των ισχυρισμών του, ότι η τελευταία αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και ότι επρόκειτο να διακόψει την επιχειρηματική της δραστηριότητα, καθώς θα εξαγοραζόταν από άλλη ανταγωνιστική ασφαλιστική εταιρία και ότι, επομένως, οι συνεργάτες της θα απολύονταν, ενώ οι ασφαλισμένοι της θα έμεναν χωρίς ασφαλιστική κάλυψη, καθώς και ότι κατά τον ίδιο ως άνω χρόνο κατέστρεψε ένα εκτυπωτικό μηχάνημα, ιδιοκτησίας της ενάγουσας, αξίας τριακοσίων (300,00) ευρώ, δ) για το αδίκημα της πλαστογραφίας με χρήση, λόγω του ότι αυτός, όπως αναφέρεται, είχε πλαστογραφήσει ασφαλιστήριο συμβόλαιο που εφέρετο εκδοθέν από την ενάγουσα, οπότε και παραπέμφθηκε να δικαστεί ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ..., δυνάμει δε της υπ’ αριθμ. 978/2007 απόφασης του εν λόγω Δικαστηρίου ο εναγόμενος κρίθηκε αθώος της ως άνω αποδιδόμενης σ’ αυτόν πράξης. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης έργου και η προσχώρηση του εναγομένου στην ανωτέρω ανταγωνιστική της ενάγουσας ασφαλιστική εταιρία, δεν οφείλεται στους ως άνω αναφερόμενους σ’ αυτή (καταγγελία) λόγους, αλλά αποτέλεσε σκόπιμη επιλογή του κατά το συγκεκριμένο χρόνο. Και τούτο διότι κατά το χρονικό διάστημα των ετών 2002 - 2003, η ανωτέρω και τότε εν λειτουργία ανταγωνιστική της ενάγουσας ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «... ... ΑΕ», η οποία και συμμετείχε στο μετοχικό κεφάλαιο της ενάγουσας κατά ποσοστό 2,35% (βλ. σχετ.: α) τις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα σε ακριβές φωτοαντίγραφο από 24.9.2003 και 25.9.2003 επιστολές του διευθύνοντος συμβούλου αυτής προς τις οικονομικές εφημερίδες «....» και «....» και β) το προσκομιζόμενο από τον εναγόμενο από 28.9.2003 δημοσίευμα της εφημερίδας «....» στο ένθετο «....», στην οποία αναπαράγεται επιστολή του ως άνω διευθύνοντος Συμβούλου της ενάγουσας προς την εν λόγω εφημερίδα), ακολουθώντας επιθετική επιχειρηματική στρατηγική, επιχείρησε τουλάχιστον να αυξήσει τη θέση της στην ενάγουσα και στην ασφαλιστική αγορά εν γένει, πλην όμως, η διοίκηση της ενάγουσας, είχε αποφασίσει να ακολουθήσει αυτόνομη πορεία, αναζητώντας άλλον στρατηγικό επενδυτή, διαβεβαιώνοντας τόσο τους συνεργάτες της όσο και τους ασφαλισμένους της και ενημερώνοντας τους αρμόδιους κρατικούς φορείς και όργανα της αγοράς, ότι δεν τίθεται κανένα θέμα εξαγοράς αυτής από την προαναφερθείσα ανταγωνιστική εταιρία και ότι οι σχετικές φήμες που διαχέονται δεν απηχούν την πλειοψηφία του διοικητικού συμβουλίου και των μετόχων αυτής (βλ. σχετ. τα προσκομιζόμενα από την ενάγουσα σε ακριβή φωτοαντίγραφα: α) από 25.9.2003 ανακοίνωση της ενάγουσας δημοσιευμένη στην οικονομική εφημερίδα «....», β) από 23.9.2003 επιστολές του Προέδρου του ΔΣ και του διευθύνοντος Συμβούλου της ενάγουσας, προς τη Δ/νση Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων του Υπουργείου Ανάπτυξης και το Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, αντίστοιχα και την προσκομιζόμενη από τον εναγόμενο από 27.5.2004 επιστολή του Διευθύνοντος Συμβούλου της ενάγουσας προς τον Υφυπουργό Ανάπτυξης, στην οποία γίνεται αναφορά σε προηγούμενες από 19.12.2003 και από 24.12.2003 επιστολές της διοίκησης της ενάγουσας προς τον ίδιο, σε τμήμα της οποίας αναφέρεται ότι: «...νέα δημοσιεύματα είδαν το φως της δημοσιότητας... η υπόθεση της συμμετοχής της εταιρίας ... ή/και της επιθετικής εξαγοράς της εταιρίας μας συνεχίζεται με διάφορους νομικούς ακροβατισμούς, προκειμένου να παρακαμφθούν οι ισχύοντες Νόμοι για τις ασφαλιστικές εταιρίες καθώς και η Χρηματιστηριακή Νομοθεσία...»). Η ανωτέρω ανταγωνίστρια της ενάγουσας, εταιρεία στα πλαίσια της προαναφερθείσας στρατηγικής της, επιχειρούσε παράλληλα με την αύξηση της ως άνω θέσης της στο μετοχικό κεφάλαιο της ενάγουσας και τον επηρεασμό επιτελικών στελεχών της ενάγουσας, ώστε αυτά αφενός να διακόψουν την συνεργασία με την τελευταία και να συνεχίσουν την επαγγελματική τους δραστηριότητα σε εκείνη και αφετέρου να πιέσει με τον τρόπο αυτό - της διακοπής συνεργασίας με την ενάγουσα επιτελικών στελεχών της-, ώστε να επιτύχει την εν λόγω στρατηγική της, ως προς την ανταγωνίστριά της, ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία. Ο εναγόμενος, ο οποίος εκ της ανωτέρω θέσης του ως διευθυντής συντονιστής όλου του δικτύου της ενάγουσας στη Βόρεια Ελλάδα, βάσει του από 1.1.2003 προσαρτήματος στη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έργου, ήταν μεταξύ των επιτελικών στελεχών στη διοικητική ιεραρχία της ενάγουσας, με πλήρη γνώση της τιμολογιακής πολιτικής και επιχειρηματικής στρατηγικής αυτής, αφού προσεγγίστηκε από την ανωτέρω εταιρεία και προέβη σε διαπραγματεύσεις με στελέχη της, διέδωσε, είτε ο ίδιος προσωπικά είτε μέσω των συνεργατών του και δη των συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων του δικτύου εποπτείας του, αλλά και λοιπών στελεχών, με τους οποίους είχε έλθει σε επαφή προς τούτο, σε συνεργάτες του και σε ασφαλισμένους στην περιφέρεια του εν λόγω δικτύου του, εν γνώσει της έλλειψης βασιμότητας των διαδόσεων του, ότι επέκειτο εξαγορά της ενάγουσας από την παραπάνω εταιρεία, καθώς και ότι αυτή (ενάγουσα) βρισκόταν σε οικονομική κρίση. Στις συγκεκριμένες δε διαδόσεις προέβη ο εναγόμενος, προκειμένου να πείσει συνεργάτες του και ασφαλισμένους στην ενάγουσα να διακόψουν τη συνεργασία τους με την τελευταία, ενώ ακολούθως τους παρότρυνε να τον ακολουθήσουν στην ασφαλιστική εταιρεία ... ..., ώστε οι μεν να συνεχίσουν την εργασία τους, η οποία προφανώς και κατόπιν της διαδομένης από τον ίδιο εξαγοράς της ενάγουσας, δεν θα ήταν ασφαλής και οι δε να εξασφαλίσουν τη συνέχεια των ασφαλιστηρίων συμβολαίων τους, η οποία θα βρισκόταν σε κίνδυνο εκ της, επίσης, διαδομένης από τον ίδιο, οικονομικής κρίσης της ενάγουσας. Η κίνηση δε εκ μέρους του εναγομένου και των λοιπών (12) συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων για καταγγελία των συμβάσεων τους με την ενάγουσα, ήταν επακόλουθο και απολύτως συμβατή με τις ως άνω ενέργειες αυτού της διάδοσης των ως άνω αβασίμων γεγονότων. Εξάλλου, η κατά τα προλεχθέντα, εντός μηνός προσχώρηση τόσο του ίδιου όσο και ολόκληρου του δικτύου πωλήσεων και διάθεσης ασφαλιστικών προϊόντων της Βορείου Ελλάδος της ενάγουσας στην εταιρική οργάνωση της ασφαλιστικής εταιρίας «... ... ΑΕ», θα ήταν αδύνατο να συμβεί, χωρίς προηγούμενες ευρείες και μακροχρόνιες επαφές, τόσο μεταξύ του εναγομένου και στελεχών της εταιρείας ... ..., όσο και, ακολούθως μεταξύ αυτού και των άμεσων συνεργατών του, συντονιστών του εποπτευόμενου από αυτόν δικτύου της και υπόλοιπων στελεχών της ενάγουσας, οι οποίες προφανώς εκκίνησαν σε χρόνο πολύ προηγούμενο της ως άνω καταγγελίας, αλλά και αυτής της υπογραφής του προσαρτήματος της 1.1.2003 της ένδικης σύμβασης του εναγομένου με την ενάγουσα, καθόσον από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής προκύπτει ότι θα έπρεπε να συντονιστούν, να ρυθμιστούν, να προωθηθούν μεταξύ των ενδιαφερομένων στελεχών και να γίνουν τελικά αποδεκτά από αυτά, μέσα από σταδιακή επίλυση αναμενόμενων αντιρρήσεων, ανησυχιών και διαφωνιών από τους ως άνω συνεργάτες, ζητήματα όπως η μετάβαση του συνόλου του προϋπάροχντος δικτύου της ενάγουσας σε ένα ήδη υφιστάμενο στην ίδια περιοχή δίκτυο της ως άνω ανταγωνιστικής εταιρείας, αλλά και η νέα θέση που θα αναλάμβανε ένας έκαστος των μετακινούμενων εργαζομένων, οι ακριβείς απολαβές του, με τις αντίστοιχες έμπρακτες εξασφαλίσεις περί της διάρκειας της νέας συνεργασίας όλου του δικτύου της ενάγουσας της Βόρειας Ελλάδας με την εταιρεία ... .... Περαιτέρω, μετά την ως άνω καταγγελία της ένδικης σύμβασης και της προσχώρησης του εναγομένου και των υπόλοιπων στελεχών της ενάγουσας στην ως άνω ανταγωνιστική ασφαλιστική εταιρία, επικράτησε αναστάτωση τόσο στο συναλλακτικό κοινό, το οποίο και προχώρησε σε ακύρωση σημαντικού ποσοστού συμβολαίων καθώς και στο εσωτερικό της ενάγουσας, που εκδηλώθηκε με αποστολή υψηλόβαθμων στελεχών της στην Βόρεια Ελλάδα, ώστε να διαγνωστεί η περιουσιακή ζημία της εταιρίας, να αποτραπούν άλλα στελέχη να προβούν σε παρόμοια ενέργεια και να καθησυχαστούν οι ασφαλισμένοι, ώστε να διακοπεί η ακύρωση των συμβολαίων εκ μέρους τους. Όπως προκύπτει, όμως, από τα στοιχεία και δη τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από την ενάγουσα καρτέλες ακυρωθέντων και εξαγορασθέντων συμβολαίων, ήδη παρουσιαζόταν συστηματική ακύρωση συμβολαίων ασφαλισμένων της περιφέρειας του δικτύου της ενάγουσας στην Βόρεια Ελλάδα ως προς την ασφαλιστική παραγωγή του εναγομένου με τελική συνολική αξία εκατόν εννέα χιλιάδων διακοσίων έξι ευρώ και πενήντα επτά λεπτών (109.206,57 ευρώ) και ανάγκη εξαγοράς συμβολαίων, συνολικής αξίας τριακοσίων εξήντα δύο χιλιάδων οκτακόσιων ογδόντα επτά χιλιάδων ευρώ και πενήντα πέντε λεπτών (362.887,55 ευρώ), γεγονός που επαναλαμβάνεται και στην ασφαλιστική παραγωγή άλλων υφιστάμενων του εναγομένου κατά την επίδικη περίοδο. Η κρίση του Δικαστηρίου περί όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων στηρίζεται, ιδίως, στην ένορκη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης ενώπιον του ακροατηρίου, του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία ενισχύεται από τις προσκομιζόμενες από την ενάγουσα ένορκες βεβαιώσεις του Ν. ..., ο οποίος ως ασφαλιστής ήταν ένας εκ των στελεχών της ενάγουσας που ακολούθησε τον εναγόμενο στην παραπάνω ανταγωνίστρια της ενάγουσας, ασφαλιστική εταιρεία και της Β. ..., δ/ντριας πωλήσεων της ενάγουσας από το έτος 1998, αλλά και από το περιεχόμενο των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων κατηγορίας, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την ως άνω υπ’ αριθμ. 4134/2005 απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ..., λαμβάνονται δε υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, όπου γίνεται σαφής μνεία περί της ενημέρωσης των στελεχών και συνεργατών της ενάγουσας από τον εναγόμενο περί οικονομικής κρίσης της ενάγουσας και εξαγοράς της από την «... ... ΑΕ», οι οποίες δεν αναιρούνται από την κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα ανταπόδειξης και την προσκομιζόμενη από τον εναγόμενο ένορκη βεβαίωση της I. ..., οι οποίες δεν κρίνονται πειστικές μη συνεπικουρούμενες από άλλο προσκομιζόμενο από εκείνον (εναγόμενο) αποδεικτικό στοιχείο. Τα υποστηριζόμενα δε από τον εκκαλούντα - εναγόμενο στο σχετικό σκέλος του πρώτου λόγου έφεσης, περί του ότι οι ανωτέρω διαδόσεις προέρχονταν από την εταιρεία ... ..., αλλά και από την ίδια την ενάγουσα, όπως τούτο προκύπτει και από την προαναφερθείσα από 27.5.2004 επιστολή του Διευθύνοντος Συμβούλου της ενάγουσας προς τον Υφυπουργό Ανάπτυξης και άλλες επιστολές της, που είχαν κυκλοφορήσει στον τύπο, κρίνονται πρωτίστως ως αλυσιτελώς προβαλλόμενα, καθόσον ουδόλως αναιρούν τα αποδειχθέντα περί των στοχευμένων ως άνω διαδόσεων από την πλευρά του εναγομένου με τον παραπάνω αναφερόμενο συγκεκριμένο σκοπό. Σημειωτέον. ότι η προσπάθεια επηρεασμού των στελεχών της ενάγουσας, καθώς και η διεξαγωγή διαπραγματεύσεων μεταξύ αυτών και της ανταγωνίστριας της ενάγουσας, εταιρείας «... ... ΑΕ», προκύπτει και από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την ενάγουσα, εκδοθείσα σε δεύτερο βαθμό υπ’ αριθμ. 4688/2015 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε επί άλλης αστικής φύσης διαφορά μεταξύ της ενάγουσας και της Αγγελικής - Ευμορφίας Κουτά, ενώ περαιτέρω με την, επίσης, εκδοθείσα σε δεύτερο βαθμό υπ’ αριθμ. 4321/2008 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε επί άλλης αστικής φύσης διαφορά μεταξύ της ενάγουσας και της Αριστέας Καρακώστα, συνυπογράφουσας με τον εναγόμενο την από 20.6.2003 εξώδικη δήλωση - καταγγελία, κρίθηκε ότι η καταγγελία των συμβάσεων τους δεν οφειλόταν στην τιμολογιακή πολιτική της ενάγουσας και στην δυσμενή μεταβολή των αμοιβών τους, αλλ’ αντιθέτως, ότι αυτή ήταν προσχηματική, καλύπτοντας την έναρξη της συνεργασίας τους με την ίδια ανταγωνιστική προς την ενάγουσα εταιρία η οποία λαμβάνεται υπόψη, ομοίως, ως δικαστικό τεκμήριο. Ενόψει των ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι με την ως άνω συμπεριφορά του, ο εναγόμενος ενήργησε: ί) κατά τρόπο αθέμιτο και αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, καθώς προέβη σε συστηματική και βάσει σχεδίου, απόσπαση, αφενός προσωπικού από την ενάγουσα και ιδίως εξειδικευμένων υπαλλήλων, καθώς και δυσαναπλήρωτων στελεχών της, συντονιστών ασφαλιστών, προσχωρώντας με αυτούς σε ανταγωνιστική αυτής ασφαλιστική εταιρία, με την παρότρυνση προς εκείνους ν' αθετήσουν βασικές συμβατικές τους υποχρεώσεις έναντι της ενάγουσας, επιδιώκοντας με τον τρόπο αυτό να επηρεάσει τη βούλησή τους, προς αυτή την κατεύθυνση (αθέτησης των εν λόγω υποχρεώσεων) και αδιαφορώντας για την προφανή ζημία που θα προκαλείτο στην ενάγουσα ως εργοδότρια των παροτρυνομένων και αφετέρου (σε απόσπαση) ασφαλισμένων της ενάγουσας, που αποτελούν πολύτιμο αγαθό της επιχείρησής της και ίί) αντισυμβατικά, παραβιάζοντας τους προαναφερθέντες συμβατικούς όρους 4 και 6 παρ.β της ένδικης σύμβασης έργου, καθώς πληρώθηκαν όλες οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, και δη: α) η παραβίαση υποχρέωση πίστης μέσω της απόσπασης δικτύου των συνεργατών και της παραγωγής, που θα έχει τοποθετηθεί από αυτόν και τους συνεργάτες του στην εταιρεία και μεταφορά αυτής σε άλλη εταιρεία μετά τη λύση της, β) ύπαρξη συμπεριφοράς του, βλάπτουσας τη φήμη της ενάγουσας, γ) υπεξαίρεσης χρημάτων αυτής ή πελατών της και δ) δόλιων ενεργειών σε βάρος της. Ειδικότερα, όπως αποδείχθηκε, κατά τα ανωτέρω, ο εναγόμενος, που βρισκόταν σε επαφή με την ως άνω ανταγωνιστική εταιρία σε προγενέστερο της καταγγελίας του χρόνο, διέδωσε προς συνεργάτες και τρίτους ψευδή στοιχεία ως προς την πορεία της εταιρίας, ώστε να τους επηρεάσει με τον παραπάνω σκοπό και προσχώρησε τόσο αυτός όσο και οι συνεργάτες του στην εν λόγω ανταγωνιστική εταιρία, μεταφέροντας παράλληλα και την μέχρι τότε ασφαλιστική παραγωγή τους, ενώ όπως προεκτέθηκε υπεξαίρεσε χρηματικό ποσό ασφαλίστρων και υπεξήγαγε επιταγές ασφαλισμένων αυτής, με αποτέλεσμα να επέρχονται οι συνέπειες που προβλέπονται στους ως άνω συμβατικούς όρους, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η λύση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης έλαβε χώρα ύστερα από δική του πρωτοβουλία (βλ. όρο 6 παρ. β της ως άνω σύμβασης). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως ως προς τα ανωτέρω, έστω και με εν μέρει συνοπτικότερη και εν μέρει ελλειπή αιτιολογία, που συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, γι’ αυτό και ο πρώτος λόγος έφεσης ως προς το σχετικό σκέλος αυτού, με τον οποίο ο εναγόμενος, παραπονείται για κακή και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ακολούθως και αναφορικά με τους επαναφερόμενους ως άνω ισχυρισμούς του εκκαλούντος με τα σχετικά σκέλη του δεύτερου λόγου έφεσης και του τρίτου πρόσθετου λόγου αυτής, περί αοριστίας και ασάφειας του υπ’ αριθ. (6ου) άρθρου της από 23.11.2000 σύμβασης, εκ των οποίων προκύπτει ανάγκη ερμηνείας αυτού, βάσει της οποίας το εν λόγω άρθρο δεν καταλαμβάνει αμοιβές και προμήθειες, που ήδη έχουν καταβληθεί στον ίδιο, ενώ θα μπορούσαν να αποδοθούν μόνο δαπάνες και αμοιβές για έργο που δεν παρασχέθηκε, ότι στην ορθή ερμηνεία του εν λόγω άρθρου δεν συμπεριλαμβάνονται αμοιβές, προμήθειες και bonus παραγωγικότητας καταβαλλόμενα στον συντονιστή και ότι η εκκαλουμένη απόφαση έσφαλε, που κάλυψε το υφιστάμενο ερμηνευτικό κενό της παραπάνω σύμβασης, ενώ περαιτέρω η ίδια απόφαση εσφαλμένα τον καταδίκασε σε καταβολή κονδυλίων από την έναρξη της σύμβασης, που υπογράφηκε μεταξύ των διαδίκων την 1.2.1998, τα οποία κονδύλια δεν καλύπτονται ερμηνευτικά από το ως άνω άρθρο, καθόσον του προσέδωσε αναδρομική ενέργεια, παρά το ότι με το υπ’ αριθ. (7°) άρθρο της από 23.11.2000 σύμβασης ρητά συμφωνείται ότι με αυτή λύεται οποιαδήποτε προηγούμενη σύμβαση και ότι τα συμβαλλόμενα μέρη παραιτούνται οριστικά και ανεπιφύλακτα από οποιοδήποτε τυχόν δικαίωμά τους, ώστε η διάταξη του άρθρου (6ου) να μην αφορά και το πριν από την 23.11.2000 χρόνο, λεκτέα τα ακόλουθα: Με τον πρώτο ως άνω σχετικό ισχυρισμό, ο εκκαλών επικαλείται αοριστία και ασάφεια του ως άνω άρθρου (6ου) της σύμβασης της 23.11.2000, σύμφωνα με το οποίο αν ερμηνευόταν ορθά, σε περίπτωση κατά την οποία η σύμβαση θα λυνόταν. εφόσον συνέτρεχαν οι αναφερόμενες στο εν λόγω άρθρο, υπ’ αριθμ. (1 - 4) περιπτώσεις, δεν συμπεριλαμβάνονται στην υποχρέωση του ιδίου για καταβολή δαπανών της ενάγουσας και αμοιβές, προμήθειες και bonus παραγωγικότητας που του έχουν καταβληθεί, παρά μόνον τέτοιες για μη παρασχεθέν έργο. Από το κείμενο, όμως, του εν λόγω συμβατικού άρθρου αδιαστίκτως προκύπτει ότι σε περίπτωση, που η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση λυθεί με πρωτοβουλία είτε της ενάγουσας είτε του εναγομένου, εφόσον αποδειχθεί ότι αυτός κατά τη διάρκεια ισχύος της συμβάσεως ή κατόπιν της λύσεως αυτής: 1) προέβη σε δόλια ενέργεια σε βάρος της ενάγουσας, είτε 2) σε υπεξαίρεση χρημάτων αυτής ή των πελατών της, είτε 3) είχε συμπεριφορά βλάπτουσα τη φήμη της, είτε 4) προσχώρησε σε άλλη ασφαλιστική εταιρία και απέσπασε ή αποπειράθηκε να αποσπάσει συνεργάτες ή συμβόλαιά της, που αναπτύχθηκαν με ή χωρίς προσπάθειες του εναγομένου, τότε ο εναγόμενος υποχρεούται εντός (15) ημερών από την επίδοση της καταγγελίας,: α) σε απόδοση κάθε οφειλόμενου κατά την ημερομηνία της καταγγελίας ποσού, β) σε αποκατάσταση κάθε θετικής ή αποθετικής ζημίας της ενάγουσας και γ) σε καταβολή του συνόλου των δαπανών αυτής για τη μέχρι εκείνη τη στιγμή συνεργασία τους, δηλαδή δαπανών προσελκύσεως, εκπαιδεύσεως, αμοιβών και κάθε άλλης σχετικής δαπάνης πλην τυχόν δικαιούμενων προμηθειών, σύμφωνα με την προς τούτο εκκαθάριση των δαπανών αυτών από την ενάγουσα, έτσι ώστε να μη υφίσταται οποιοδήποτε ερμηνευτικό κενό αυτού (6ου άρθρου), καθόσον αν οι συμβαλλόμενοι - διάδικοι θεωρούσαν ότι στην παραπάνω υποχρέωση του εναγομένου για καταβολή δαπανών, στις οποίες είχε προβεί η ενάγουσα, θα συμπεριλαμβάνονταν μόνον τέτοιες για μη παρασχεθέν από εκείνον έργο και όχι όλες συνολικά, τούτο θα είχε προφανώς αποτυπωθεί στο ίδιο κείμενο. Συνακόλουθα, περιλαμβάνονται στην παραπάνω υπό στοιχείο (γ) υποχρέωση του εναγομένου και όλες οι αναφερόμενες στη σύμβαση «αμοιβές» αυτού, που καταβλήθηκαν από εκείνη (ενάγουσα) κατά τη διάρκεια της σύμβασης, εφόσον συντρέξει διαζευκτικά κάποια εκ των αναφερομένων παραπάνω (1-4) περιπτώσεων. Περαιτέρω δε και ως προς τον ισχυρισμό του εκκαλούντος περί εσφαλμένης κρίσης της εκκαλουμένης αναφορικά με την πρόσδοση αναδρομικής ενέργειας στο ως άνω άρθρο, με την καταδίκη του ιδίου σε καταβολή χρηματικών ποσών από την έναρξη της σύμβασης της 1.2.1998, προκύπτει ότι στο πρώτο εδάφιο του υπ’ αριθ. (7ου) άρθρου της από 23.11.2000 σύμβασης ναι μεν γίνεται, κατά τα ανωτέρω, ρητή αναφορά ότι: «Με τη θέση της παρούσας σε ισχύ λύεται, χωρίς συνέπειες και για τα δύο μέρη, τα οποία παραιτούνται οριστικά και ανεπιφύλακτα από οποιοδήποτε δικαίωμά τους, κάθε προηγούμενη μεταξύ τους σύμβαση», πλην όμως, από το γεγονόε ότι η δεύτερη ως άνω (από 23.11.2000) σύμβαση έργου είναι πανομοιότυπη της πρώτης (από 1.2.1998) σύμβασης έργου, πλην των ειδικότερα αναφερομένων ως άνω προσθηκών των άρθρων 4 και 6 στη δεύτερη εξ αυτών, αλλά και από το ότι ο εναγόμενος με τη δεύτερη σύμβαση συνέχισε να εργάζεται στην ίδια ακριβώς θέση στην ενάγουσα εταιρεία, με τη διαφοροποίηση της σύναψης ρήτρας υποχρέωσης πίστης και μετασυμβατικής απαγόρευσης προσέλκυσης συνεργατών και πελατείας σε ανταγωνιστή της ενάγουσας, με αντίστοιχες αυξημένες απολαβές του, τόσο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, όσο και μετά την, από λόγο αναγόμενο στην ενάγουσα, λύση της, γεννάται, ενόψει και της προκύψασας μεταξύ των διαδίκων διαφοράς, το ζήτημα αν οι ως άνω όροι τέθηκαν ουσιαστικά την 23.11.2000 επί της τότε ισχύουσας από 1.2.1998 σύμβασης ως συμπλήρωση των υπαρχόντων και προκειμένου να καλύψουν, εντασσόμενοι στο κείμενό της, όλη τη διάρκεια αυτής, ήτοι από 1.2.1998 μέχρι και τη λήξη της, είτε την 23.11.2000 συνήφθη νέα σύμβαση και τα μέρη θέλησαν να προκαλέσουν τη λύση και εκκαθάριση των μεταξύ τους υπαρχουσών τότε συμβατικών σχέσεων και να συνάψουν νέες εξαρχής, οι οποίες να περιλαμβάνουν πλέον και τους εν λόγω όρους, ως προς τους οποίους και μόνον υφίσταται διαφοροποίηση μεταξύ των δύο κειμένων. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, προκύπτει σαφής λόγος ερμηνείας του ως άνω άρθρου (7) της από 23.11.2000 σύμβασης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, αναφορικά με το εάν η αναφερόμενη σ’ αυτό λύση κάθε προηγούμενης μεταξύ τους σύμβασης, αφορά τις προηγούμενες της από 1.2.1998 σύμβασης έργου, ως άνω συμβάσεις μεταξύ των διαδίκων, είτε τη συγκεκριμένη σύμβαση, καθώς, κατά τα ανωτέρω στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (XIII) αναφερόμενα, διαπιστώθηκε ότι υφίσταται κενό στο συγκεκριμένο όρο της από 23.11.2000 σύμβασης, προκύπτουσας αμφιβολίας για την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των ανωτέρω συμβαλλομένων, λαμβανομένων υπόψη για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσεως του δικαστηρίου, των συμφερόντων των μερών, του δικαιοπρακτικού σκοπού, αλλά και της φύσης της σύμβασης έργου, επί της οποίας προβλέφθηκε και τέθηκε ο επίδικος όρος, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα να συναχθούν τα ανωτέρω από το κείμενο της συμβάσεως. Από όλα τα προαναφερθέντα καθίσταται προφανές ότι η ερμηνεία, που πρέπει να δοθεί είναι ότι η από 23.11.2000 σύμβαση έργου μεταξύ των διαδίκων. αποτελεί μία ενιαία σύμβαση με εκείνη που υπογράφηκε την 1.2.1998 και ότι η αναφορά στο παραπάνω άρθρο (7) της από 23.11.2000 σύμβασης, περί λύσης κάθε προηγούμενης σύμβασης με τη θέση της συγκεκριμένης σε ισχύ, αποτελεί ουσιαστική επανάληψη της ίδιας ρύθμισης του αντίστοιχου άρθρου της από 1.2.1998 σύμβασης και αφορά τη λύση όλων των προηγούμενων από τη σύμβαση της 1.2.1998 συναφθεισών μεταξύ των διαδίκων, ως άνω διαλαμβανομένων, συμβάσεων, στις οποίες και αναφέρεται. Και τούτο διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου, λαμβανομένων υπόψη για τη διαμόρφωση αυτής, κατά τα ανωτέρω, των συμφερόντων αμφοτέρων των διαδίκων ως συμβαλλομένων μερών, του δικαιοπρακτικού σκοπού και της φύσης της ένδικης σύμβασης, τα συμβαλλόμενα μέρη ουδόλως θέλησαν τη λύση της υπάρχουσας βάσει της από 1.2.1998 σύμβασης, συμβατικής τους σχέσης και της εκκαθάρισης αυτής, γεγονός το οποίο και θα αποτελούσε την έννομη προϋπόθεση για τη σύναψη νέας σύμβασης, ούτε δε και προκύπτει τούτο από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, ενώ άλλωστε δεν επικαλούνται τέτοια λύση και εκκαθάριση οι διάδικοι, παρά μόνο την ενίσχυση των ήδη υπαρχουσών συμβατικών δεσμεύσεών τους με τις εκατέρωθεν υπεισελθούσες νέες συμβατικές δεσμεύσεις, οι οποίες εισήχθησαν την 23.11.2000, με την επανάληψη στο οικείο κείμενο, των λοιπών συμβατικών όρων, που προβλέπονταν στην από 1.2.1998 σύμβαση, χωρίς την πρόβλεψη οποιασδήποτε ρήτρας για αποκλειστικά μελλοντική εφαρμογή αυτών και, συνεπώς, αφορούν το σύνολο της διάρκειας της ένδικης σύμβασης από 1.2.1998 μέχρι και τη λήξη της. Επιχείρημα εκ του αντιθέτου, ήτοι περί του ότι η από 23.11.2000 σύμβαση είναι νέα και σε περίπτωση, κατά την οποία τα μέρη ήθελαν να μη λυθεί η από 1.2.1998 σύμβαση θα το είχαν δηλώσει ρητά, μη υπάρχουσας ως εκ τούτου δυνατότητας εφαρμογής των ως άνω νέων συμβατικών όρων από το χρόνο σύναψης της ως άνω σύμβασης, δεν μπορεί να βρει εφαρμογή, καθώς προσκρούει στην ανωτέρω ανυπαρξία λόγων λύσης και εκκαθάρισης της προηγούμενης από 1.2.1998 συμβατικής σχέσης των διαδίκων. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθά καταρχήν κατά τα ανωτέρω δεν προσέφυγε σε ερμηνεία του (6ου) άρθρου της ένδικης σύμβασης, ενώ περαιτέρω, όπως προκύπτει από το κείμενο της εκκαλουμένης απόφασης, παρότι θεώρησε ως μία ενιαία σύμβαση έργου αυτή που υπογράφηκε την 1.2.1998 μεταξύ των διαδίκων με εκείνη της 23.11.2000, ενώ δεν διέγνωσε την ανάγκη ερμηνείας του ως άνω πρώτου εδαφίου του (7ου) άρθρου της από 23.11.2000 ως άνω σύμβασης, ούτε δε και αιτιολόγησε με άλλο τρόπο την ως άνω κρίση του, ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, γι’ αυτό και αναπληρούμενης της σχετικής αιτιολογίας με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), πρέπει να απορριφθούν τα σχετικά σκέλη των ως άνω λόγων έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμα. Εξάλλου και αναφορικά με τους ως άνω επαναφερόμενους με τους σχετικούς λόγους έφεσης, ισχυρισμούς - ενστάσεις του εκκαλούντος - εναγομένου λεκτέα τα ακόλουθα: α) Η ένσταση περί ακυρότητας ως καταχρηστικών των ως άνω όρων (4 και 6) της από 23.11.2000 σύμβασης, περί απαγόρευσης μετασυμβατικής προσέλκυσης πελατών και αναδρομικής καταβολής του συνόλου των δαπανών, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, καθώς αφενός μεν με τον πρώτο εξ αυτών δεν δεσμεύεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο η συναλλακτική ελευθερία του εναγομένου, ούτε δε εμποδίζεται αυτός να αναζητήσει νέα εργασία με ευνοϊκότερους όρους, αφού εκείνο, που σαφώς απαγορεύθηκε ήταν η κατά τη διάρκεια της σύμβασης, αλλά και μετά τη λύση αυτής, ενέργεια του εναγομένου προς απόσπαση του δικτύου των συνεργατών που θα έχει αναπτυχθεί με δική του πρωτοβουλία όσο και της παραγωγής που θα έχει τοποθετηθεί από αυτόν και τους συνεργάτες του, στην ενάγουσα, με την προσπάθεια εκ μέρους του εναγομένου να μεταφέρει δίκτυο και παραγωγή σε άλλη εταιρία κατά τη διάρκεια της παρούσας σύμβασης, αλλά και μετά τη με οποιοδήποτε τρόπο λύση αυτής να ενεργοποιεί τις παραπάνω συνέπειες του άρθρου 6 παρ. β αυτής της σύμβασης και αφετέρου αμφότεροι οι ανωτέρω όροι ουδόλως λειτουργούν ως μηχανισμός αθέμιτου πλουτισμού της εφεσίβλητης - ενάγουσας, δοθέντος ότι την κάλυψη όλων των αναφερόμενων στους ως άνω όρους, δαπανών, ανέλαβε η ίδια η ενάγουσα, με τον αντίστοιχο κίνδυνο από την πλευρά της, μη επίτευξης των τεθέντων και επιδιωκόμενων στόχων, αποβλέποντας στη μακροχρόνια διατήρηση της πελατείας της, αφού εκείνο που έχει οικονομική σημασία γι’ αυτή είναι η διάρκεια της παραγωγής των ασφαλιστών της, καθώς αποκομίζει κέρδος από τις ασφαλίσεις μετά το δεύτερο ή και τρίτο χρόνο της ισχύος αυτών, όπως τούτο σαφώς προκύπτει από την ένορκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ένορκη κατάθεση της ως άνω μάρτυρός της, αφετέρου δε στην ως άνω σύμβαση προβλέφθηκε πολύ υψηλό οικονομικό αντάλλαγμα για την Θέσπισή τους και δη η προαναφερθείσα αμοιβή του
εναγομένου, με τις ειδικότερες ρυθμίσεις αυτής για προμήθειες και bonus, η οποία και αποτελεί ευθέως ανάλογη με τη δέσμευση του εναγομένου, οικονομική αντιπαροχή, ώστε οι εν λόγω όροι να μην παραβιάζουν την αρχή της αναλογικότητας. καθώς είναι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου συμβατικού σκοπού της υποχρέωσης πίστης και απαγόρευσης μετασυμβατικής προσέλκυσης πελατών, αναγκαίοι, καθώς συνιστούν ρήτρες, οι οποίες, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγονται τον λιγότερο δυνατό περιορισμό για τον εναγόμενο ως συμβαλλόμενο και εύλογοι ως προς τον ανωτέρω σκοπό, καθότι η επιβολή τους, συνδέεται με το ανωτέρω δικαιολογημένο οικονομικό συμφέρον της ενάγουσας για την ως άνω αποκόμιση κατόπιν μεγάλου χρονικού διαστήματος από τη σύναψη της σύμβασης, κέρδους από την παραγωγή ασφαλιστικών συμβάσεων, που αποτελεί τον τομέα δραστηριότητας της επιχείρησής της. β) Εξάλλου, η αναζήτηση με την ένδικη αγωγή, πλέον των διενεργηθεισών ως άνω δαπανών και των αμοιβών του εναγομένου κρίνεται δικαιολογημένη, ως βασιζόμενη στις σχετικές ως άνω προβλέψεις των σχετικών όρων της ένδικης σύμβασης, καθώς η καταβολή αυτών από την ενάγουσα, είχε συμφωνηθεί να γίνεται σε άμεση συνάρτηση και με αναλογία ως προς το παραχθέν έργο, υπολογιζόμενη, κατά τα ανωτέρω, επί των προμηθειών του συνόλου του οργανωμένου εταιρικού δικτύου υπό την ευθύνη του εναγομένου, πλέον διαφόρων bonus, ήτοι είχε συνδεθεί άρρηκτα με το εκάστοτε προσδοκώμενο οικονομικό αποτέλεσμα, βάσει των σχεδιασμών και των οικονομικών στοχοθετήσεων της ενάγουσας για τη διατήρηση και την επέκταση του ανατεθέντος στον εναγόμενο εμπορικού δικτύου, στην ορισθείσα γεωγραφική περιοχή και την αντίστοιχη αγορά ασφαλίσεων, μη αφορώσα πάγιες αμοιβές, ώστε τυχόν να δύναται να επέλθει, μέσω της καταβολής αυτών προς τον εναγόμενο, οποιαδήποτε μορφής έγκριση, κατά την έννοια του άρθρου 692 ΑΚ, της ενάγουσας ως εργοδότριας, ως προς το εκτελεσθέν από τον εναγόμενο - εργολάβο, έργο, όπως απαιτείται κατά τα ως άνω στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (VIII β), προκειμένου να απαλλάσσεται αυτός από κάθε ευθύνη του για ελλείψεις του έργου, που υπήρχαν πριν την εκάστοτε καταβολή και στις οποίες (ελλείψεις του έργου) σε κάθε περίπτωση δεν στηρίζεται, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, η ιστορική βάση του σχετικού αγωγικού κονδυλίου, απορριπτομένης ως εκ τούτου της σχετικής προβληθείσας και επαναφερόμενης ένστασης ως ουσιαστικά αβάσιμης. γ) Ακολούθως και ως προς τον ισχυρισμό του εναγομένου, ότι η ενάγουσα αβασίμως επιδιώκει την είσπραξη μεμονωμένων απαιτήσεων και δη των επιμέρους καταβληθέντων αμοιβών - προμηθειών, δαπανών, εξόδων ταξιδιού και λοιπών εξόδων και όχι του οριστικού καταλοίπου από το τηρηθέντα μεταξύ των διαδίκων αλληλόχρεο λογαριασμό, αυτός κρίνεται, επίσης, απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος και τούτο διότι, ναι μεν σύμφωνα με τη ρητή πρόβλεψη του υπ’ αριθμ. (7ου) όρου της παραπάνω καταγγελθείσας σύμβασης, τηρήθηκε μεταξύ των διαδίκων αλληλόχρεος λογαριασμός, πλην όμως οι εκατέρωθεν χρεωπιστώσεις των μερών, οι οποίες μετά την καταχώρισή τους στον τηρούμενο λογαριασμό, χάνουν την αυτοτέλειά τους, αφορούσαν τα εισπραττόμενα ασφάλιστρα και τις προμήθειες επί της προσωπικής παραγωγής του εναγομένου και όχι τα έξοδα, τις ως άνω λειτουργικές δαπάνες και αμοιβές αυτού, όπως η κρίση αυτή του Δικαστηρίου στηρίζεται στη σαφή και κατηγορηματική κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, η οποία ανέφερε σχετικά ότι «... ο αλληλόχρεος έχει να κάνει με τα ασφάλιστρα και τις προμήθειες επί της προσωπικής παραγωγής... με τα έξοδα και τις διοικητικές αμοιβές, εκεί δεν τηρείται αλληλόχρεος λογαριασμός...», η οποία δεν αναιρείται από κανένα εκ των προσκομιζομένων από τον εναγόμενο αποδεικτικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένης της κατάθεσης του μάρτυρα ανταπόδειξης. δ) Επιπροσθέτως ο ισχυρισμός του εναγομένου περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής εκ του ότι με αποφάσεις της ενάγουσας οργανώθηκαν παράλληλα δίκτυα πωλήσεων στην περιφέρεια συντονισμού του, γεγονός που μείωσε τον κύκλο εργασιών των συνεργατών του, ενώ τροποποιήθηκε μονομερώς και ο κανονισμός λειτουργίας και παροχών, επηρεάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο το ύψος των αμοιβών του ιδίου και των λοιπών στελεχών της ενάγουσας, πρέπει ν’ απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος και τούτο διότι καταρχήν από αμφότερες τις μαρτυρικές καταθέσεις απόδειξης και ανταπόδειξης πράγματι προκύπτει ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, εκτός του δικτύου συνεργατών, του οποίου προΐστατο ο εναγόμενος στην παραπάνω ορισθείσα συμβατικά γεωγραφική περιφέρεια, είχε ξεκινήσει δραστηριοποίηση και έτερων ασφαλιστικών συμβούλων, πλην όμως, η εν λόγω ενέργεια της ενάγουσας δεν δύναται να κριθεί καταχρηστική, καθώς, οδηγεί μεν σε επίταση του ανταγωνισμού μεταξύ στελεχών της, υπό την έννοια της επίτευξης των εκάστοτε στόχων ασφαλιστικής παραγωγής, όμως, αφενός εντάσσεται στη διακριτική της ευχέρεια καθορισμού της στρατηγικής της και του οργανογράμματος της και αφετέρου και οι λοιποί δραστηριοποιούμενοι ασφαλιστικοί σύμβουλοι υπάγονταν στο αυτό με το εποπτευόμενο από τον εναγόμενο δίκτυο, κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας και καθεστώς αμοιβών, ενώ είναι αυτονόητο, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι με την εν λόγω πρακτική της ενάγουσας υπάρχουν και περιπτώσεις προσέλκυσης στην επιχείρησή της και ορισμένων χαρτοφυλακίων ασφαλιστικών συμβούλων, τα οποία εκείνοι ως δική τους ανεξάρτητη παραγωγή, δεν θα ενέτασσαν, ως συνεργαζόμενοι, στο υπάρχον δίκτυο. Σημειωτέον δε ότι κατά τα ως άνω αποδειχθέντα δεν υπήρξε παράνομη, αντισυμβατική και κατ’ ακολουθία καταχρηστική συμπεριφορά της ενάγουσας μέσω είτε της διάδοσης φημών από μέλη της διοίκησής της περί εξαγοράς της, είτε της μη διάψευσης από τα ίδια μέλη του Δ.Σ. της ενάγουσας, δημοσιευμάτων, που ανέφεραν ότι επίκειται εξαγορά της από άλλη ανταγωνιστική εταιρεία, η οποία συμπεριφορά να δημιούργησε εύλογες ανησυχίες των στελεχών της, που προκάλεσαν αιτιωδώς την παραπάνω καταγγελία των μεταξύ τους συναφθεισών συμβάσεων, απορριπτομένου του σχετικού ισχυρισμού του εκκαλούντος - εναγομένου περί καταχρηστικότητας της ένδικης αγωγής εκ του λόγου αυτού, ως ουσιαστικά αβασίμου. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως και απέρριψε τους παραπάνω (υπό στοιχεία α' έως δ') επαναφερόμενους ισχυρισμούς του εναγομένου - εκκαλούντος, έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία, που συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, γι’ αυτό και οι αντίστοιχοι προαναφερθέντες: α) δεύτερος λόγος έφεσης ως προς το σχετικό σκέλος αυτού, καθώς και τρίτος ως προς το σχετικό σκέλος αυτού και τέταρτος πρόσθετοι λόγοι έφεσης, β) πρώτος λόγος έφεσης ως προς το τελευταίο σκέλος αυτού, καθώς και έβδομος πρόσθετος λόγος έφεσης, γ) έκτος πρόσθετος λόγος έφεσης και δ) όγδοος πρόσθετος λόγος έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Ακολούθως, από το σύνολο των προσκομιζόμενων από την εφεσίβλητη - ενάγουσα τιμολογίων, αποδείξεων παροχής υπηρεσιών, παραστατικών, καρτελών μισθοδοσίας και εξοδολογίων, αποδείχθηκε ότι αυτή κατέβαλε στον εκκαλούντα - εναγόμενο, από την υπογραφή της από 1.2.1998 ως άνω σύμβασης, αλλά και ενόψει αυτής ως προς τις κάτωθι υπό στοιχεία (γ' και ε' περιπτώσεις), έως και την παραπάνω καταγγελία της, με την κοινοποίησή της, την 25.6.2003, τα ακόλουθα χρηματικά ποσά, των οποίων κατωτέρω αναφέρεται για όλες τις περιπτώσεις το αντίστοιχο σε ευρώ α) ως αμοιβές: ΐ) για το χρονικό διάστημα από 1.2.1998 οπότε και υπογράφηκε η σχετική ως άνω σύμβαση μεταξύ των διαδίκων μέχρι 31.12.1998 ήτοι για χρονικό διάστημα 11 μηνών, όπως και ζητείται με την ένδικη αγωγή, το ποσό των 22.597,21 ευρό), ίΐ) για το έτος 1999, το ποσό των 24.651,50 ευρώ), iii) για το έτος 2000, το ποσό των 24.651,50 ευρώ), ΐν) για το έτος 2001, το ποσό των 24.651,50 ευρώ, ν) για το έτος 2002, το ποσό των 24.651,50 ευρώ, vi) για το χρονικό διάστημα του έτους 2003 μέχρι την 25.6.2003 το ποσό των 40.833,38 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό 162.036,59 ευρώ, β) ως αναλογικές προμήθειες επί των προμηθειών: i) για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα του έτους 1998, το ποσό των 10.591,66 ευρώ, ii) για το έτος 1999, το ποσό των 17.874,30 ευρώ, iii) για το έτος 2000, το ποσό των 20678,32 ευρώ, iv) για το έτος 2001, το ποσό των 19.892,29 ευρώ, ν) για το έτος 2002, το ποσό των 17586,44 ευρώ, vi) για το χρονικό διάστημα του έτους 2003 μέχρι την 25.6.2003, το ποσό των 8.242,72 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό 94.865,73 ευρώ, γ) για δαπάνες ενοικίων των γραφείων του εναγομένου στην ..., για το χρονικό διάστημα από 8.1.1998 οπότε και έγινε έναρξη της οικείας σύμβασης μίσθωσης ενόψει και για εξυπηρέτηση της επικείμενης σύναψης της ένδικης σύμβασης έργου της 1.2.1998, έως 25.6.2003, τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: ΐ) για το έτος 1998, το ποσό των 7.933,13 ευρώ, ii) για το έτος 1999, το ποσό των 8.511,04 ευρώ, iii) για το έτος 2000, το ποσό των 9.786,16 ευρώ, iv) για το έτος 2001, το ποσό των 10.986,01 ευρώ, ν) για το έτος 2002, το ποσό των 11.228,76 ευρώ και vi) για το έτος 2003, το ποσό των 6.414,14 ευρώ και συνολικά ποσό 54.841,26 ευρώ, δ) για δαπάνες πληρωμής κοινοχρήστων και λογαριασμών κοινής ωφέλειας, στα ως άνω γραφεία: i) για ΔΕΗ συνολικό ποσό 9.278,53 ευρώ, ii) για ΟΤΕ συνολικό ποσό 50,788,31 ευρώ, iii) για ύδρευση 504,94 ευρώ, iv) για κοινόχρηστα 6.793,95 ευρώ και συνολικά ποσό 67.365,73 ευρώ, ε) για δαπάνες καταβολής μισθοδοσίας των υπαλλήλων του εναγομένου, .... τα ποσά των 69.410,52 και 37833,13 ευρώ αντίστοιχα και συνολικά ποσό 107.243,65 ευρώ, στ) για δαπάνες καθαρισμού των ως άνω γραφείων και συνολικά ποσό 5.885,53 ευρώ, ζ) για δαπάνες προσέλκυσης: i) για δαπάνες φιλοξενίας και ταξιδίων, το ποσό των 42.715,32 ευρώ, ii) για δαπάνες δημοσιεύσεων το ποσό των 2.503,55 ευρώ, iii) για δαπάνες συντήρησης αυτοκινήτου το ποσό των 206,42 ευρώ και συνολικά ποσό 45.425,29 ευρώ. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, υπηρεσιακά στελέχη της ενάγουσας απαιτήθηκε να μεταβούν στη περιφέρεια της Βορείου Ελλάδας, ώστε να ελαχιστοποιήσουν τις αρνητικές συνέπειες ως προς την πορεία των εργασιών της εταιρίας, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να υποχρεωθεί να καταβάλει για τα έξοδα μετάβασης και παραμονής αυτών, το συνολικό ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων τριακοσίων σαράντα εννέα ευρώ και είκοσι έξι λεπτών (15.349,26 ευρώ), η εν λόγω δε δαπάνη αποτελεί ζημία της ενάγουσας συνδεόμενη αιτιωδώς με την ως άνω αντισυμβατική συμπεριφορά του εναγομένου και τη συνακόλουθη ακύρωση ασφαλιστικών συμβολαίων. Σημειωτέον ότι εκ των ανωτέρω διαλαμβανόμενων ποσών, το υπό στοιχείο (β), που αφορά, αναλογικές προμήθειες επί των προμηθειών, που έλαβε ο εναγόμενος από την ένδικη σύμβαση, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο (6°) αυτής, αποτελεί αμοιβή του, η οποία και μπορεί να ζητηθεί από την ενάγουσα, βάσει των σχετικών ως άνω προβλεπομένων, στο ίδιο άρθρο, σε περίπτωση διαζευκτικής παραβίασης των περιπτώσεων (1-4) του ίδιου άρθρου της εν λόγω σύμβασης, από τον εναγόμενο, όπως και συμβαίνει εν προκειμένω, καθώς κατά τη ρητή πρόβλεψη αμφοτέρων των αναλυτικών πινάκων παροχών, που προσαρτώνται στην ένδικη σύμβαση λογίζονται «ως αναλογική αμοιβή» του εναγομένου και δεν αφορούν «δικαιούμενες προμήθειες» αυτού, των οποίων κατά τη ρητή εξαίρεση, που προβλέπεται αμέσως κατωτέρω στο άρθρο αυτό, απαγορεύεται η δυνατότητα αναζήτησης από την ενάγουσα, εφόσον ήθελε ενεργοποιηθεί η σχετική ως άνω πρόβλεψη αυτού (περί της ως άνω παραβίασης), ενώ άλλωστε εάν τα συμβαλλόμενα μέρη ήθελαν να εντάξουν την περίπτωση των αναλογικών προμηθειών επί των προμηθειών, που θα λάμβανε ο αντισυμβαλλόμενος της ενάγουσας - εναγόμενος στις «δικαιούμενες προμήθειες», σαφώς και θα το είχαν πράξει, προσθέτοντας αυτές στη σχετική απαγόρευση αναζήτησής τους, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβασίμου του σχετικού τελευταίου σκέλους του τρίτου πρόσθετου λόγου έφεσης. Επομένως, βάσει των ανωτέρω συμβατικών όρων, ο εναγόμενος οφείλει να αποδώσει στην ενάγουσα ως θετική περιουσιακή της ζημία, το συνολικό ποσό των [553.013,24 = 256.902,32 + 54.841,26 + 67.365,73 + 107.243,65 + 5.885,53 + 45.425,49 + 15.349.26], Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως, έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία, που συμπληρώνεται με αυτή της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, γι’ αυτό και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος έφεσης ως προς το σχετικό τελευταίο σκέλος αυτού, με τον οποίο ο εκκαλών παραπονείται περί του ότι η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε πράγματα ως αληθή χωρίς απόδειξη, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Επιπροσθέτως, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα από την εκκαλούσα ασφαλιστήρια συμβόλαια και τις συναφείς καρτέλες ακύρωσης και εξαγοράς αυτών, η ανωτέρω αντισυμβατική συμπεριφορά του εναγομένου είχε ως αποτέλεσμα την ακύρωση συμβολαίων παραγωγής του, συνολικής αξίας (109.206,57) ευρώ και την καταβολή από την ενάγουσα για την εξαγορά συμβολαίων, το ποσό των (362.887,55) ευρώ, με απώτατη ημερομηνία ορισμένων εξ αυτών, εκείνη της 26.11.2004. Χωρίς την ύπαρξη των ως άνω αντισυμβατικών ενεργειών του εναγομένου, τα εν λόγω ποσά ως εισπραχθέντα ασφάλιστρα θα παρέμεναν μεν στη διάθεση της ενάγουσας, πλην όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, δεν αποδείχθηκε, αφενός ότι αυτά θα είχαν επενδυθεί από εκείνη για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα στο μέλλον, αλλ’ ούτε και ότι ο δείκτης υπεραπόδοσης της εν λόγω επένδυσης κατά τα αναφερόμενα έτη (2003- 2005) θα ανερχόταν για το συνολικό ποσό των 472.094,12 ευρώ [109.206,57 + 362.887,55] σε 2,7% για το 2003, 3,1% για το 2004 και 3,5% για το 2005, έτι δε περισσότερο, καθόσον κατά τα προλεχθέντα, αρκετά από τα ως άνω ασφαλιστήρια συμβόλαια, ακυρώθηκαν όχι μόνο καθόλη τη διάρκεια του έτους 2003, αλλά και το μεγαλύτερο μέρος του έτους 2004 (έως και την 26.11.2004), για τα οποία έτη και ζητείται αποζημίωση λόγω αποθετικής ζημίας της ενάγουσας, μέσω των διαφυγόντων κερδών της από επενδύσεις, για το συνολικό ως άνω ποσό. Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από την ένορκη βεβαίωση του δ/ντη του λογιστηρίου της ενάγουσας X. ..., ο οποίος ανέφερε τα ως άνω ποσοστά ως δείκτες υπεραπόδοσης, για όλο το ποσό των 472.094,12 ευρώ, ήδη από το έτος 2003, κατά το οποίο και δεν είχε ολοκληρωθεί, σύμφωνα με τα ανωτέρω, το σύνολο των ακυρώσεων των σχετικών ασφαλιστηρίων συμβολαίων, καθώς αυτή δεν ενισχύεται από οποιοδήποτε προσκομιζόμενο από την ενάγουσα έγγραφο αντίστοιχης επένδυσης έστω και προηγουμένων ετών, από το οποίο (έγγραφο) θα προέκυπτε η φύση της σχετικής επένδυσης, το επενδυθέν κεφάλαιο, καθώς και το κέρδος της ενάγουσας ώστε να προκύπτει αντίστοιχα και ο σχετικός δείκτης υπεραπόδοσης, που θα αποτελούσε βάση και για το σχετικό δείκτη των επόμενων ετών, σύμφωνα και με τα σχετικά διαλαμβανόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (VI), όπως σαφώς και θα είχε πράξει αυτή σε περίπτωση βασιμότητας του εν λόγω αγωγικού κονδυλίου, δεδομένου ότι κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή αποτελεί πάγια τακτική των ασφαλιστικών εταιρειών τέτοιου είδους επένδυση. Συνεπώς, το σχετικό αγωγικό κονδύλιο εκ ποσού 43.904,74 ευρώ κρίνεται απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο, η δε εκκαλουμένη απόφαση, η οποία δέχθηκε αυτό ως και ουσιαστικά βάσιμο, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτού γενομένου αντίστοιχα, ως και ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού σκέλους του δεύτερου πρόσθετου λόγου έφεσης, ενώ μετά την εν λόγω απόρριψη παρέλκει η εξέταση του προβληθέντος αιτήματος του εκκαλούντος - εναγομένου με τον ίδιο λόγο έφεσης περί διενέργειας αναλογιστικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα για το ύψος της συγκεκριμένης οφειλής ως προς το αγωγικό κονδύλιο από ακυρώσεις και εξαγορές ασφαλιστηρίων συμβολαίων.
XVII. Εξάλλου, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, προκύπτει και ότι, επί αγωγής αποζημίωσης από αδικοπραξία (άρθρα 914,297,298 ΑΚ), αν ο εκκαλών με την έφεση προσβάλει την πρωτόδικη απόφαση ως προς την υπαιτιότητα, συμπροσβάλλεται και το κεφάλαιο της αποζημίωσης για υλικές ζημίες, αλλά και για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, γιατί στο εκκληθέν κεφάλαιο της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται και το κεφάλαιο της αποζημίωσης, το οποίο συνέχεται αναγκαστικά με το κεφάλαιο της υπαιτιότητας (ΑΠ 1092/2002 ΕλλΔνη 45,152, ΕφΛαρ 210/2018, ΕφΠειρ 110/2018, ΕφΛαρ 29/2015 ΤΝΠ ΔΣΑ).
Τέλος, αποδείχθηκε ότι από τη συμπεριφορά του εναγομένου, η οποία εκτός από αντισυμβατική, υπήρξε κατά τα ανωτέρω και αδικοπρακτική, καθώς ενήργησε κατά τρόπο αθέμιτο και αντίθετο προς τα χρηστά ήθη, αποσπώντας συνεργάτες και ασφαλισμένους της ενάγουσας και προσχωρώντας σε ανταγωνιστική αυτής ασφαλιστική εταιρία, σε συνδυασμό και με την παραπάνω αξιόποινη συμπεριφορά του, η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη, λόγω της προσβολής της εμπορικής της πίστης και του κλονισμού της εμπορικής της φήμης, καθώς υπήρξε μαζική ακύρωση ασφαλιστικών συμβολαίων, με απώλεια των προσδοκώμενων από αυτά αποδόσεων κατά τα ανωτέρω, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης, η οποία, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, της έντασης του δόλου του, των κινήτρων του, του είδους και της έκτασης της προσβολής της ενάγουσας, των συνεπειών που είχε αυτή, καθώς και της εν γένει κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων μερών, πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των [5.000 €]. Η εν λόγω χρηματική ικανοποίηση κρίνεται εύλογη, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα ανωτέρω στην οικεία μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (V α), ενόψει όλων των προαναφερόμενων στοιχείων, καθώς δεν υποβαθμίζει την απαξία της πράξης του εναγομένου, αλλά ούτε και παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, καταλήγοντας σε υπέρμετρο πλουτισμό της ενάγουσας. Ενόψει των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ομοίως και καθόρισε το ποσό της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης της ενάγουσας - εφεσίβλητης, λόγω της ηθικής της βλάβης από την ως άνω αιτία, στο ποσό των 5.000 ευρώ, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ σημειωτέον ότι το παρόν Δικαστήριο, αναφορικά με τον καθορισμό του ποσού χρηματικής ικανοποίησης από την εν λόγω αιτία, δεν θα δύνατο σε κάθε περίπτωση να καθορίσει μείζον του πρωτοδίκως επιδικασθέντος, καθώς έτσι θα καθίστατο χειρότερη η θέση του εκκαλούντος χωρίς την ύπαρξη αντίθετης έφεσης ή αντέφεσης της ενάγουσας, απορριπτομένου του σχετικού σκέλους του πρώτου λόγου έφεσης, με το οποίο αυτός παραπονείται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, με τον οποίο προσβάλλεται, όπως εκτιμάται και η υπαιτιότητά του και κατ’ αναγκαία ακολουθία, κατά τα ανωτέρω, στη μείζονα σκέψη υπό στοιχείο (XVI) και το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
Κατ’ ακολουθία, το σύνολο των απαιτήσεων της ενάγουσας από τις ανωτέρω αιτίες ανέρχεται στο ποσό των 558.013,24 ευρώ [553.013,24 + 5000] και όχι στο μεγαλύτερο ποσό, των 601.917,58 ευρώ, όπως εσφαλμένα έκρινε η εκκαλουμένη κατά το βάσιμο περί τούτου σχετικό λόγο της έφεσης του εκκαλούντος - εναγομένου. Σύμφωνα με τα παραπάνω, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι έφεσης προς έρευνα πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς αυτήν και κατά το εκκληθέν και μη ανατρεπόμενο μέρος της (ΕφΠειρ 701/2012 ΤΝΠ ΔΣΑ), αλλά και ως προς τα μη εκκληθέντα κεφάλαια της (περί απόρριψης της ως άνω επικουρικής βάσης και του αιτήματος προσωποκράτησης) (ΕφΠειρ 6/2018 ΤΝΠ ΔΣΑ), ώστε να εκδοθεί μια απόφαση, για το ενιαίο του τίτλου εκτελέσεως (βλ. σχετ. ΜονΕφΠειρ 126/2016, ΕφΑθ 1759/2013, ΕφΠειρ 141/2012, ΕφΠειρ 580/2012 ΤΝΠ Νόμος), για την ενότητα της εκτέλεσης, αναγκαίως δε και κατά τη διάταξη των δικαστικών εξόδων, που θα καθοριστούν εξαρχής (ad hoc ΕφΠειρ 701/2012 ο.π., ΑΠ 748/1984 ΕλΔ 26, 642, ΕφΔωδ 305/2005 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 277/2005 ΔΕΕ 2005, 685, ΕφΠειρ 91/2004 ΠειρΝομ 2004, 160). Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και δικαστεί εκ νέου η αγωγή, πρέπει αυτή να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των πεντακοσίων πενήντα οκτώ χιλιάδων δέκα τριών ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών (558.013,24), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 10.4.2006 με αρ. κατ. .../.../2006 ως άνω προηγούμενης αγωγής μέχρι την εξόφληση, όπως έκρινε και η εκκαλουμένη, αφού η απόφαση δεν εκκαλείται για την έναρξη της τοκοφορίας του επιδικαζομένου ποσού (ad hoc ΕφΠειρ 6/2018 ο.π.).
Περαιτέρω, εφόσον κατά ένα μέρος έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ τους, ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας τους, να επιβληθεί δε μέρος των δικαστικών εξόδων της εφεσίβλητης - ενάγουσας σε βάρος του εν μέρει ηττηθέντος εναγομένου - εκκαλούντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό και να συμψηφιστούν μεταξύ τους τα υπόλοιπα, λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών (άρθρα 106,178 παρ. 1, 180 παρ. 1 ,183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ και άρθρα 100 παρ.1, 107παρ.1, παρ.ΙΝ.Δ. 3026/1954 περί «Κώδικος Δικηγόρων»), Τέλος, το παράβολο έφεσης που κατέθεσε η πληρεξούσια δικηγόρος του εκκαλούντος, κατά την κατάθεση αυτής, πρέπει να επιστραφεί σ’ αυτόν λόγω της αποδοχής της έφεσής του (βλ. άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και την εκ νέου αντικ. του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου με το άρθρο 35 παρ. 2 του Ν. 4446/2016 [ΦΕΚ A 240/22.12.2016] λόγω του χρόνου κατάθεσης της εφέσεως).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΘΕΩΡΕΙ ότι το από 1.3.2019 με αρ. κατ. εφετείου .../.../4.3.2019 δικόγραφο προσθέτων λόγων έφεσης δεν ασκήθηκε.
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 3.11.2017 με αρ. κατ. .../.../6.11.2017 (αρ. κατ. εφετείου .../.../2018) έφεση και τους από 4.10.2020 με αρ. κατ. εφετείου .../.../5.10.2020 πρόσθετους λόγους αυτής.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσία αυτή.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ’ αριθ. 1534/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 25.5.2012 με αρ. κατ. .../.../2012 αγωγή.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ότι κρίθηκε απορριπτέο.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των πεντακοσίων πενήντα οκτώ χιλιάδων δέκα τριών ευρώ και είκοσι τεσσάρων λεπτών (558.013,24), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της από 10.4.2006 με αρ. κατ. .../.../2006 αγωγής μέχρι την εξόφληση.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στον εναγόμενο μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων (4.600) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος παράβολου του Δημοσίου στον εκκαλούντα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 19.2.2021, δημοσιεύτηκε δε στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στις 2.3.2021, απάντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ