ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 13152/2021
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τις Δικαστές Παρασκευή Φωστηρίδου. Πρόεδρο Πρωτοδικών. Σεμέλη Ορφανιδου, Πρωτόδικη Εισηγήτρια, Πηνελόπη Κεχαγιόγλου, Πρωτόδικη και από τη Γραμματέα Κωνσταντία Μπαζιάκου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 4.6.2021 για να δικάσει τη με αριθμό κατάθεσης ......./2019 αγωγή αναγνώρισης ακυρότητας ιδιόγραφης διαθήκης, που επαναφέρεται προς συζήτηση με την υπ’ αρ. ......./2021 κλήση:
ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: Δ. του Α. (ΑΦΜ .....), κατοίκου ....., για τον οποίο προκατέθεσε εμπρόθεσμα προτάσεις ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Ελευθέριος Μυλωνάς (Α.Μ.Δ.Σ.Θ. ....), ο οποίος τον εκπροσωπεί δυνάμει του από 28.11.2019 ιδιωτικού εγγράφου-πληρεξουσίου με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του από αρμόδιο όργανο του Α.Τ. Λευκού Πύργου και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ. Α. Του ... (ΑΦΜ .....), κατοίκου Θεσσαλονίκης, για τον οποίο προκατέθεσε εμπρόθεσμα προτάσεις ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Κωνσταντίνος Χριστόπουλος (A Μ Δ Σ.Θ. ....), ο οποίος τον εκπροσωπεί δυνάμει του οπό 25.11.2019 ιδιωτικού εγγράφου-πληρεξουσίου με θεωρημένο το γνήσιο της υπογραφής του από το δικηγόρο Θεσσαλονίκης Αναστάσιο Χριστόπουλο και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης παραστάθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγόμενου, οι δε ισχυρισμοί αμφοτέρων των διαδίκων προβλήθηκαν με τις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπ’ αρ. κατάθεσης ......./2021 κλήση, νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση η υπ’ αρ. ......./2019 αγωγή του καθ’ ου η κλήση ενάγοντας κατά το μέρος που στρέφεται κατά του καλούντος εναγόμενου, Α.., μετά την έκδοση της υπ’ αρ. 9784/2020 εν μέρει οριστικής απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, η οποία δέχτηκε την αγωγή ως ουσία βάσιμη ως προς τους ερήμην δικασθέντες Σ... και Δ.. και αναγνώρισε την ακυρότητα της προσβαλλόμενης διαθήκης ως προς αυτούς, και κατά τα λοιπά, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, διορίζοντας πραγματογνώμονα το δικαστικό γραφολόγο Μ. ., προκειμένου να γνωμοδοτήσει με ειδικά αιτιολογημένη έκθεσή του 1) εάν η από 27.8.2011 ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος την 8.2.2019 Κ. .. και της .., νομίμως δημοσιευμένη με το υπ’ αριθμόν ...../2019 πρακτικό δημοσίευσης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, γράφηκε ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογήθηκε και υπογράφηκε από αυτόν, 2) εάν είναι γνήσιο, δηλαδή εάν γράφηκε από το διαθέτη, αφ’ ενός το χειρόγραφο ημερολόγιο των εξήντα (60) σελίδων σχετικά με ταξίδι στην πρώην Σοβιετική Ένωση (από «πάντα ευχόμουν...» μέχρι «...να ξαναρθούμε μακάρι...») καθώς και να προσδιορίσει το χρόνο σύνταξης του ημερολογίου αυτού, αφ' ετέρου οι δεκατέσσερεις (14) χειρόγραφες σελίδες με σημειώσεις, σκέψεις και ποιήματα (από «του Τσερνομπιλ... » μέχρι «...όταν μπορείς κι ελπίζεις...»), καθώς και να προσδιορίσει το χρόνο σύνταξης αυτών, τα οποία λήφθηκαν υπ’ όψιν κατά τη σύνταξη της γραφολογικής έκθεσης της γραφολόγου Π. και επισυνάπτονται στην έκθεσή της με αριθμό συγκριτικού υλικού 12 (Σ12α). Ο ορισθείς πραγματογνώμων συνέταξε την από 15.2.2021 έκθεσή του, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου με αριθμό ../2021.
Από όλα τα έγγραφα που νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι, μερικά από τα οποία μνημονεύονται ειδικότερα παρακάτω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κανένα κατά την ουσιαστική εκτίμηση της υπόθεσης, στα οποία περιλαμβάνεται η υπ’ αρ. ....../2012 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ.., η οποία ελήφθη στα πλαίσια άλλης δίκης και εκτιμάται στην παρούσα δίκη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από την υπ' αριθμόν ....../27.11.2019 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης, που μετ’ επικλήσεως προσκόμιζε) ο εναγόμενος και η οποία ελήφθη τηρηθεισών των νομίμων διατυπώσεων των άρθρων 421 και 422 ΚΠολΔ (βλ. την υπ’ αρ. ...../22.11.2019 έκθεση επίδοσης γνωστοποίησης εξέτασης μαρτύρων του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Π..), από την από 15.2.2021 έκθεση γραφολογικής δικαστικής πραγματογνωμοσύνης του ορισθέντος πραγματογνώμονος Μ., που κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 18.2.2021, από τις κατ’ άρθρο 390 ΚΠολΔ από 30.5.2019, 16.12.2019 και 1.6.2021 έγγραφες γνωμοδοτήσεις του γραφολόγου Π. Τ., τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, η τελευταία εκ των οποίων κατατέθηκε μετά την κατάθεση της ως άνω δικαστικής πραγματογνωμοσύνης και προς αντίκρουση και αξιολόγηση αυτής, συνεπώς δεν αποτελεί νέο αποδεικτικό μέσο κατά την έννοια των άρθρων 237 παρ. 7 και 254 παρ. 1 ΚΠολΔ, από την κατ’ άρθρο 390 ΚΠολΔ από 14.10.2019 έγγραφη γνωμοδότηση της γραφολόγου Π. Φ., την οποία επικαλείται και προσκομίζει ο εναγόμενος, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο Κ.. του ... και της .... απεβίωσε την 8.2.2019 στην πόλη της Θεσσαλονίκης. Με το υπ’ αρ. ...../1.3.2019 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης δημοσιεύθηκε η από 27.8.2011 ιδιόγραφη διαθήκη την οποία φέρεται ότι συνέταξε ο ανωτέρω διαθέτης και με την οποία εγκαθιστά κληρονόμους του 1) το Σ. στο με αριθμό 1 αριστερό διαμέρισμα του πρώτου ορόφου σε οικοδομή επί της οδού .... αρ. ...., 2) τον ενάγοντα και τη Δ. στο με αριθμό 2 δεξιό διαμέρισμα του πρώτου ορόφου σε οικοδομή επί της οδού ..... αρ. .... καί 3) τον εναγόμενο στο διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου επί της οδού ...., στο κατάστημα επί της οδού ..... στην ..., και σε όλη την υπόλοιπη περιουσία του. Η ίδια διαθήκη κηρύχθηκε κυρία με την υπ’ αρ. ..../21.6.2019 πράξη του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την κρινόμενη αγωγή του, στρεφόμενη κατά του εναγόμενου και των Σ. .. και Δ.., ο ενάγων ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας της παραπάνω ιδιόγραφης διαθήκης, ισχυριζόμενος ότι αυτή δεν συντάχθηκε ούτε υπογράφηκε από το διαθέτη θείο του. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αρ. 9784/2020 εν μέρει οριστική απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία δέχτηκε την αγωγή ως ουσία βάσιμη ως προς τους ερήμην δικασθέντες Σ. και Δ.. λόγω του εκ της διάταξης του άρθρου 271 §3 ΚΠολΔ τεκμηρίου ομολογίας των περιεχομένων στην αγωγή πραγματικών ισχυρισμών του ενάγοντας και κατά τα λοιπά, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης προκειμένου να διενεργηθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, διορίζοντας πραγματογνώμονα το δικαστικό γραφολόγο Μ. , προκειμένου να γνωμοδοτήσει με ειδικά αιτιολογημένη έκθεσή του 1) εάν η από 27.8.2011 ιδιόγραφη διαθήκη του αποβιώσαντος την 8.2.2019 Κ.. του ... και της ...., νομίμως δημοσιευμένη με το υπ’ αριθμόν ...../2019 πρακτικό δημοσίευσης διαθήκης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, γράφηκε ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογήθηκε και υπογράφηκε από αυτόν, 2) εάν είναι γνήσιο, δηλαδή εάν γράφηκε από το διαθέτη, αφ’ ενός το χειρόγραφο ημερολόγιο των εξήντα (60) σελίδων σχετικά με ταξίδι στην πρώην Σοβιετική Ένωση (από «πάντα ευχόμουν. .» μέχρι «...να ξαναρθούμε μακάρι...») καθώς και να προσδιορίσει το χρόνο σύνταξης του ημερολογίου αυτού, αφ’ ετέρου οι δεκατέσσερεις (14) χειρόγραφες σελίδες με σημειώσεις, σκέψεις και ποιήματα (από «του Τσερνομπιλ...» μέχρι «...όταν μπορείς κι ελπίζεις...»), καθώς και να προσδιορίσει το χρόνο - σύνταξης αυτών, τα οποία λήφθηκαν υπ' όψιν κατά τη σύνταξη της γραφολογικής έκθεσης της γραφολόγου Π.., που μετ’ επικλήσεως προσκόμισε ο εναγόμενος, και επισυνάπτονται στην έκθεσή της με αριθμό συγκριτικού υλικού 12 (Σ12α). Ιδίως ως προς το ημερολόγιο των 60 σελίδων ταξιδιωτικών αναμνήσεων και τις 14 σελίδες με σημειώσεις, σκέψεις και ποιήματα, τα οποία ελήφθησαν υπ’ όψιν ως συγκριτικό υλικό από τη γραφολόγο Π., ο ενάγων με τη προσθήκη του που κατατέθηκε στις 18.12.2019, ενόψει της αρχικής συζήτησης της υπόθεσης και επομένως πριν την έκδοση της μη οριστικής απόφασης, αμφισβήτησε ευθέως τη γνησιότητα των χειρογράφων αυτών, ως προερχόμενων από το διαθέτη (βλ. σελ. 7 της προσθήκης), ενώ ως μη γνήσια εκτίμησε τα ως άνω χειρόγραφα και ο γραφολόγος Π.. (βλ. σελ. 5 της από 16.12.2019 έκθεσης παρατηρήσεων). Ο ορισθείς δικαστικός πραγματογνώμων με την από 15.2.2021 έκθεσή του η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου, με αριθμό 6/2021, αποφαίνεται ότι, τόσο το ταξιδιωτικό ημερολόγιο, όσο και οι σημειώσεις και κείμενα που φέρονται, κατά τον εναγόμενο, να προέρχονται από το διαθέτη και απετέλεσαν τον κύριο όγκο του συγκριτικού υλικού που έλαβε υπ’ όψιν της η γραφολόγος Π. ., έχουν αναμφίβολα γραφτεί από αυτόν, το μεν πρώτο κατά τη διάρκεια του ταξιδιού που περιγράφεται στις σελίδες του (7-17.7.1985), ένα φύλλο από το δεύτερο περίπου μεταξύ των ετών 1986-1987, ενώ για τις υπόλοιπες σελίδες των σημειώσεων και κειμένων είναι μεν αναμφισβήτητο ότι γράφτηκαν από το διαθέτη πλην όμως δεν μπορεί να προσδιοριστεί το πότε ακριβώς γράφτηκαν. Στην κρίση του αυτή κατέληξε ο πραγματογνώμων, αφού εξέτασε τα κείμενα στο πρωτότυπο, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι α) η εικόνα του τετραδίου στο οποίο καταγράφηκε το ημερολόγιο είναι συμβατή με τη φερόμενη ως χρονολογία καταγραφής των ταξιδιωτικών αφηγήσεων, δηλαδή φαίνεται ότι έχει υποστεί τη φθορά του χρόνου και δεν είναι καινούργιο, β) η έκταση του ημερολογίου που καταλαμβάνει εξήντα πυκνογραμμένες σελίδες, οι οποίες περιγράφουν το δεκαήμερο ταξίδι, συντείνουν στην κρίση ότι το ημερολόγιο είναι αυθεντικό, γ) ο γράφων καταφεύγει σε συναισθηματικές και πολύ προσωπικές αφηγήσεις (π.χ. τρυφερά λόγια για τη σύζυγό του Σ., σαφής συναισθηματική φόρτιση όταν αναφέρεται στην εκτέλεση του πατέρα του το 1942 από τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής), που δεν θα μπορούσαν να καταγραφούν από οποιονδήποτε άλλο εκτός από το διαθέτη Κ.., δ) θεωρείται εξαιρετικά απίθανο κάποιος τρίτος να θέλησε να εξαπατήσει τις δικαστικές αρχές γράφοντας 60 σελίδες ταξιδιωτικών εντυπώσεων με πληθώρα λεπτομερειών και προσωπικών αφηγήσεων και ε) οι χειρόγραφες σημειώσεις, σκέψεις και ποιήματα εμφανίζουν σχετική ομοιογένεια συγκρινόμενα με τη γραφή στο ταξιδιωτικό ημερολόγιο, ώστε να μπορεί να διατυπωθεί η κρίση ότι και αυτά αποτελούν δημιουργήματα του διαθέτη Κ. Σημειωτέον ότι, ναι μεν ο ενάγων αμφισβητεί τη γνησιότητα του ταξιδιωτικού ημερολογίου, πλην όμως η εκ μέρους του παραδοχή ότι ο διαθέτης θείος του έγραφε σε πολυτονικό σύστημα (βλ. σελ. 8 της από 18.12.2019 προσθήκης του), παρέχει επιχείρημα ακριβώς περί της γνησιότητας του ταξιδιωτικού ημερολογίου ως συγκριτικού στοιχείου, αφού αυτό γράφτηκε σε πολυτονικό σύστημα, όπως και το από 1.1.1998 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης, που προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο εναγόμενος, του οποίου η γνησιότητα δεν αμφισβητείται ως προερχόμενο από το διαθέτη. Με δεδομένη δε τη γνησιότητα του ως άνω εκτεταμένου συγκριτικού υλικού, αυτό κρίνεται από το δικαστικό πραγματογνώμονα ποσοτικά επαρκές για τη διερεύνηση του κρίσιμου ζητήματος της γνησιότητας της προσβαλλόμενης διαθήκης. Από την άλλη πλευρά, ως προς την ποιοτική καταλληλότητα του για τη διερεύνηση του ως άνω κρίσιμου ζητήματος, επισημαίνεται η χρονική απόσταση περί τα 25 έτη από το φερόμενο χρόνο σύνταξης της διαθήκης, καθώς και η εξασθένηση του οργανισμού του διαθέτη λόγω των προβλημάτων υγείας που αντιμετώπιζε, με συνέπεια την επιδείνωση της ικανότητας προς γραφή, πλην όμως τα παραπάνω δεν καθιστούν ακατάλληλο το συγκριτικό υλικό για τους σκοπούς της γραφολογικής εξέτασης, καθώς πολλά βασικά γραφολογικά γνωρίσματα παραμένουν αναλλοίωτα κατά τη διάρκεια των ετών. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι οι παρατηρήσεις του γραφολόγου Π. στην από 1.6.2021 έκθεσή του (βλ. σελ. 5 και 9 αυτής), με την οποία διατυπώνει παρατηρήσεις επί της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, ότι ο δικαστικός πραγματογνώμων εσφαλμένα δέχεται ως δειγματικό υλικό για την εξέταση της γνησιότητας της επίμαχης διαθήκης τα προμνημονευόμενα χειρόγραφα του Κ.. διότι η γνησιότητά τους του τέθηκε ως ζήτημα προς επίλυση, δεν ευσταθούν, διότι ο πραγματογνώμων συνεκτίμησε τα έγγραφα αυτά ως δειγματικό υλικό, ακριβώς αφού είχε καταλήξει σε συμπέρασμα ως προς τη γνησιότητά τους και είχε δεχτεί ότι είναι γνήσια, συνεπώς δεν διέπραξε σφάλμα επιστημονικής μεθοδολογίας, όπως υποστηρίζει ο ανωτέρω γραφολόγος. Με βάση δε τα ως άνω (υπό α έως ε) επιχειρήματα που χρησιμοποίησε ο πραγματογνώμων για να καταλήξει στην κρίση αυτή, είναι προφανές ότι έλαβε υπ' όψιν του τη φύση των εγγράφων, όπως υποστηρίζει ο Π.. ότι πρέπει να γίνει (σελ. 4 της από 1.6.2021 έκθεσης του τελευταίου). Επιπλέον, ο πραγματογνώμων έλαβε υπ' όψιν του, όπως και οι προμνημονευόμενοι γραφολόγοι που συνέταξαν τις εκθέσεις τους κατ’ εντολή των διαδίκων, το ιατρικό ιστορικό του διαθέτη, και μάλιστα τις ίδιες τρεις (3) ιατρικές γνωματεύσεις που συνεκτιμήθηκαν από το γραφολόγο Π.., ήτοι την από 27.4.2011 γνωμάτευση της νευρολόγου ψυχιάτρου Μ., την από 29 8.2011 γνωμάτευση της ιατρού ΙΚΑ Μ. και την από 6.11.2012 ιατρική πραγματογνωμοσύνη του νευρολόγου ψυχιάτρου Ι.. Σύμφωνα με αυτές, ο διαθέτης έπασχε από ανοϊκή συνδρομή και δεν ήταν σε θέση να επιμεληθεί τα του εαυτού του και τα της περιουσίας του ούτε να συνάπτει δικαιοπραξίες και να ενεργεί διαχειριστικές πράξεις. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο Π. συνάγει το συμπέρασμα ότι ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης είχε «...τεράστιες δυσκολίες στη γραφική κίνηση, ήδη από το 2004, όπως αποδεικνύεται από δημόσια έγγραφα...», βρισκόταν «...πολύ κοντά στο φαινόμενο της αγραφίας...», και επιπλέον «...η γραφική ικανότητα του Νικήτα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα...ήταν πολύ χαμηλή, λόγω των τεράστιων προβλημάτων υγείας που είχε...». Ωστόσο, από καμία από τις παραπάνω γνωματεύσεις ούτε από οποιοδήποτε άλλο δημόσιο έγγραφο δεν αποδεικνύεται ότι ο διαθέτης, λόγω του ανοϊκού συνδρόμου από το οποίο έπασχε, παρουσίαζε «αγραφία» και δεν μπορούσε να γράψει, ο δε ως άνω γραφολόγος συγχέει την νοητική διεργασία του σχηματισμού λογικών σκέψεων με την κινητική εργασία της γραφής. Σύμφωνα δε με την επιστήμη της γραφολογίας, τυχόν ασθένεια δεν αποτυπώνεται αναγκαστικά στη γραφική ικανότητα του ασθενούς (βλ. προσκομιζόμενο από τον εναγόμενο απόσπασμα από το βιβλίο της Ρέννας Νέζου «Δικαστική γραφολογία», εκδ. Αντ. Σάκκουλα, 1997, σελ. 155-156) και με την παραδοχή αυτή ευθυγραμμίζεται και η δικαστική πραγματογνωμοσύνη του Μ.., σύμφωνα με την οποία η άνοια ή η ανοϊκή συνδρομή μπορεί να ασκεί επιρροή στην ικανότητα γραφής και λαμβάνεται υπ’ όψιν ως παράγοντας επιβαρυντικός και επιβραδυντικός, πλην όμως ο πάσχων από άνοια δεν στερείται άνευ ετέρου εντελώς γραφικής ικανότητας, ούτε είναι η ασθένεια αυτή παράγων απαγορευτικός για τη δημιουργία χειρόγραφου κειμένου. Στην κρινόμενη περίπτωση, η τυχόν νοητική δυσχέρεια δεν πρέπει να συγχέεται με αδυναμία γραφής, τη στιγμή μάλιστα που, σύμφωνα με την από 27.4.2011 γνωμάτευση της νευρολόγου - ψυχιάτρου Μ. ο διαθέτης γνωρίζει το όνομά του, άρα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, και εφόσον δεν εντοπίζεται κινητική δυσχέρεια που του απαγορεύει π.χ. να κρατήσει μολύβι ή στυλό, μπορεί και να το γράψει. Σκόπιμο κρίνεται στο σημείο αυτό να επισημανθεί ότι, μολονότι ο ενάγων με την αγωγή του αιτιάται ότι η επίδικη διαθήκη πάσχει διότι δεν γράφηκε ούτε υπογράφηκε από το διαθέτη, εν τούτοις με τις προτάσεις του επικεντρώνεται σε ανικανότητα του διαθέτη να συντάξει διαθήκη λόγω αδυναμίας χρήσης του λογικού συνεπεία της ανοϊκής συνδρομής από την οποία έπασχε, επιχειρεί δε να συνδέσει την άνοια με την αδυναμία γραφής. Πέραν του ότι ο ισχυρισμός περί αδυναμίας χρήσεως του λογικού συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής και επομένως δεν εξετάζεται αυτοτελώς από το παρόν Δικαστήριο ως λόγος ακυρότητας της διαθήκης αλλά μόνο ως παράγων που τυχόν επηρεάζει τη γραφική ικανότητα, και επιπλέον η εκ μέρους του ενάγοντος επίκληση αδυναμίας χρήσης του λογικού «κατά τη σύνταξη διαθήκης» είναι προφανές ότι αναιρεί αυτομάτως τον αγωγικό ισχυρισμό περί αδυναμίας γραφής, δεν πρέπει, περαιτέρω, να διαλάθει της προσοχής ότι με την υπ’ αρ. 8324/2013 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία έλαβε υττ' όψιν της, πλην άλλων, τις προμνημονευόμενες τρεις (3) ιατρικές γνωματεύσεις, ο διαθέτης τέθηκε σε μερική και όχι πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, καθώς το δικαστήριο, επικοινωνώντας και απευθείας μαζί του, δέχτηκε ότι ναι μεν αυτός παρουσιάζει σαφή έκπτωση ορισμένων νοητικών λειτουργιών, ιδίως της μνήμης, της νοημοσύνης και της κρίσης του, χωρίς όμως να επηρεάζεται σημαντικά η συνείδησή του, αφού αυτός διατηρεί την αντίληψή του, χωρίς να παρουσιάζει ψευδαισθήσεις και παραληρητικές ιδέες, έχει καλό προσανατολισμό σε τόπο και χρόνο, επικοινωνεί σε καλό βαθμό με το περιβάλλον και συμμετέχει συναισθηματικά σε κάθε διαδικασία, η δε βραδυκινησία και δυσκαμψία του, για την οποία χρειαζόταν υποστήριξη, δεν εντοπίστηκε στα χέρια παρά μόνο στη βάδιση. Εξάλλου, σύμφωνα με τη μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενη από τον εναγόμενο από 8.3 2013 έκθεση ψυχιατρικής εξέτασης του ψυχιάτρου Κ.., ο Κ.. έχει συνείδηση των πραττομένων του και είναι ικανός για την επιχείρηση δικαιοπραξιών οικονομικής φύσεως. Με αυτά τα δεδομένα, το παρόν Δικαστήριο δεν κρίνει καθόλου πειστικά τα αναφερόμενα στην γραφολογική έκθεση του Π.. ότι ο διαθέτης κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης είχε «...τεράστιες δυσκολίες στη γραφική κίνηση, ήδη από το 2004, όπως αποδεικνύεται από δημόσια έγγραφα...», βρισκόταν «...πολύ κοντά στο φαινόμενο της αγραφίας...», και επιπλέον « ..η γραφική ικανότητα του Νικήτα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα... ήταν πολύ χαμηλή, λόγω των τεράστιων προβλημάτων υγείας που είχε...», αντιθέτως κρίνει ότι ο διαθέτης μπορούσε να γράψει χωρίς να επηρεάζεται από την άνοια η γραφική του ικανότητα έως αποκλεισμού αυτής, αλλά μόνο υπό το πρίσμα της εξασθένησης του οργανισμού, διατηρούμενων αναλλοίωτων πολλών βασικών γραφολογικών γνωρισμάτων, όπως αναφέρει στην έκθεσή του ο δικαστικός πραγματογνώμων. Ως προς τα κατ’ ιδίαν χαρακτηριστικά της γραφής και της υπογραφής της προσβαλλόμενης διαθήκης, από την αντιπαραβολή της γραφής της διαθήκης με αυτήν του συγκριτικού υλικού, ο πραγματογνώμων εντοπίζει ομοιότητες στη χάραξη των γραμμάτων «Δ», «θ», «η», «Ν», «φ», στη χάραξη του συνδέσμου «και», και στους αριθμούς «2» και 5», καθώς και ομοιότητες στην αναλογία του μεγέθους των χαρακτήρων, η οποία είναι παρόμοια, στην κλίση, η οποία και στη διαθήκη και στο συγκριτικό υλικό στρέφεται ελαφρά προς τα δεξιά, στις συνδεσμώσεις των γραμμάτων, οι οποίες είναι παρόμοιες, και στα σημεία στίξης, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την τελεία, η οποία τόσο στη διαθήκη όσο και στο συγκριτικό υλικό δεν είναι απλώς μία κουκίδα αλλά έχει τη μορφή μικρού ακανόνιστου σχήματος. Εντοπίζει βέβαια και διαφορές, και συγκεκριμένα ότι ο Κ. Ν. είχε την τάση να γράφει ακριβώς επάνω στην προτυπωμένη γραμμή της κόλλας, σε αντίθεση με τη διαθήκη στην οποία ορισμένες λέξεις ξεφεύγουν κυρίως κάτω από τη γραμμή, και επίσης συνήθιζε να εξαντλεί το μήκος της σελίδας χωρίς να αφήνει περιθώριο, όπως συμβαίνει με τη διαθήκη. Επισημαίνει επίσης ότι ο Κ. Ν. πολύ σπάνια χρησιμοποιούσε το κόμμα και ομοίως πολύ σπάνια έτεμνε τις λέξεις στο τέλος κάθε γραμμής με τη χρήση παύλας, ενώ καθόλου δεν εμφανίζονται αυτά (το κόμμα και η κατάτμηση με παύλα) στη διαθήκη, καθώς και ότι, παρόλο που στο συγκριτικό υλικό χρησιμοποιείται με συνέπεια και ακρίβεια το πολυτονικό σύστημα, στη διαθήκη γίνεται σπανιότατη χρήση αυτού, ενώ από αρκετές λέξεις λείπει τελείως ο τονισμός. Ωστόσο, κατά τον πραγματογνώμονα, οι διαφοροποιήσεις μπορούν να εξηγηθούν από τη βεβαρυμμένη υγεία του διαθέτη (ο οποίος έπασχε, πλην της ανοιϊκής συνδρομής, από καρδιακή ανεπάρκεια και σακχαρώδη διαβήτη, τα οποία μάλιστα επέφεραν το θάνατό του), καθώς και από τη μείωση της ικανότητας όρασης λόγω γήρατος. Ιδίως δε ως προς τη διαφοροποίηση σχετικά με τη χρήση του πολυτονικού, το οποίο καταργήθηκε το 1983, ο πραγματογνώμων δεν αποκλείει, ο διαθέτης που έγραψε το ταξιδιωτικό ημερολόγιο το 1985 με πολυτονικό σύστημα, κατόπιν και μέχρι τη σύνταξη της διαθήκης το 2011 να απάλειψε τη χρήση του πολυτονικού, καθώς η δυσχέρεια στη χάραξη της γραφής λόγω ηλικίας ή ασθένειας συχνά οδηγεί στην απλοποίησή της με την απαλοιφή ενεργειών που υπό άλλες συνθήκες θα ήταν αναμενόμενες. Ο πραγματογνώμονας αναφέρει επίσης ότι η γραφή στη διαθήκη εμφανίζεται λιγότερο τακτική από αυτήν του συγκριτικού υλικού, καθώς και ότι είναι χαραγμένη με μικρότερη ταχύτητα και σχετική δυσχέρεια, πλην όμως σημειώνει ότι οι διαφορές εξηγούνται από το προχωρημένο της ηλικίας του διαθέτη κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης (81 ετών) και από την επιβαρυμένη υγεία του (που όπως προειπώθηκε. Δεν εξικνείται μέχρι την πρόκληση αγραφίας). Τα παραπάνω κρίνονται πειστικά από το Δικαστήριο και απαντούν και καταρρίπτουν με πειστικό τρόπο και τις αιτιάσεις του ενάγοντας και του γραφολόγου Π. που διατύπωσαν ο πρώτος με την από 18.12.2019 προσθήκη επί των προτάσεων του, ο δεύτερος με τις από 16.12.2019 και 1.6.2021 εκθέσεις παρατηρήσεων, ότι η διαφοροποίηση περί τον τονισμό του συγκριτικού υλικού και της διαθήκης αποτελεί επιχείρημα περί πλαστότητας της τελευταίας. Καταλήγει δε ο δικαστικός πραγματογνώμων, ως προς τη γραφή στην επίμαχη διαθήκη, ότι υπάρχουν πολύ ισχυρές ενδείξεις ότι αυτή προέρχεται από τον Κ.., με πολύ μικρή επιφύλαξη αποκλειστικά και μόνο λόγω της απόστασης πλέον των 20 ετών από τη σύνταξη του συγκριτικού υλικού μέχρι τη σύνταξη της διαθήκης, που συνάγεται όμως ότι δεν αναιρεί τις ομοιότητες στη γραφή, οι δε μικρές διαφορές εξηγούνται ακριβώς λόγω της παρέλευσης 26 ετών από το 1985, όταν ο διαθέτης ήταν 55 ετών, μέχρι το 2011, όταν ήταν 81 ετών και ασθενής, είναι δε συμβατές με τη γραφική συνήθεια του Κ. Ν. και δεν αποτελούν σε καμία περίπτωση ενδείξεις πλαστότητας του κειμένου της διαθήκης. Συνεπώς, οι αιτιάσεις του Π.. ότι το συγκριτικό υλικό δεν είναι κατάλληλο διότι απέχει 26 χρόνια από το χρόνο σύνταξης της διαθήκης (βλ. σελ. 7-8 της από 1.6.2021 έκθεσης του) προβάλλονται αλυσιτελώς, στο μέτρο που ο δικαστικός πραγματογνώμων αναφέρει ρητά ότι συνεκτίμησε τη χρονική αυτή απόσταση. Μεγάλη, εξάλλου, αδυναμία της από 30.5.2019 εκθέσεως του Π. Τ., με την οποία αυτός το πρώτον κλήθηκε να αποφανθεί εάν το κείμενο της διαθήκης προέρχεται από το διαθέτη, είναι ότι αυτός αξιολογεί το κείμενο της διαθήκης και καταλήγει στην, έστω κατά πιθανολόγηση, κρίση ότι αυτό δεν γράφηκε από το διαθέτη, χωρίς όμως να έχει τεθεί υπ' όψιν του δείγμα γραφής του διαθέτη, όπως ρητά αναφέρει στην ως άνω έκθεσή του. Ο ως άνω γραφολόγος διατυπώνει κρίση για τη γνησιότητα του κειμένου της διαθήκης συγκρίνοντάς το μόνο με την υπογραφή της, και καταλήγει ότι το κείμενο της διαθήκης δεν συνάδει με τη γραφική ικανότητα του Κ.., χωρίς όμως να έχει εξετάσει δείγμα γραφής του. λαμβάνοντας υπ’ όψιν μόνο την επικαλούμενη, αλλά μη αποδεικνυόμενη, αγραφία του διαθέτη συνεπεία ανοϊκής συνδρομής. Παραδέχεται δε ότι πρέπει να βρεθούν γνήσια και μη αμφισβητούμενα δείγματα γραφής του Ν., ώστε να διατυπωθεί με βεβαιότητα συμπέρασμα για τη γραφή της διαθήκης. Αναφορικά με την υπογραφή στην προσβαλλόμενη διαθήκη, ο δικαστικός πραγματογνώμων τη χαρακτηρίζει ως υπογραφή γραμματικού τύπου. Από την επισκόπηση του συγκριτικού υλικού καταλήγει ότι οι γνήσιες υπογραφές του Κ.. εμφανίζουν ποικιλομορφία, κάτι που παρατήρησε και το Δικαστήριο, ιδίως στις υπογραφές που τέθηκαν την ίδια ημέρα στο υπ’ αρ. ...../14.11.2005 πληρεξούσιο ενώπιον της συμβολαιογράφου Σ. και σε αυτές που τέθηκαν επίσης την ίδια μέρα στο υπ’ αρ ...../14.7.2004 προσύμφωνο της ίδιας συμβολαιογράφου. Μάλιστα, στην τελευταία πράξη, καθώς και στην υπ' αρ. ...../14.7.2004 δημόσια διαθήκη ενώπιον της ίδιας συμβολαιογράφου, ο διαθέτης έθεσε και μονογραφές, τις οποίες ο πραγματογνώμων δεν αξιολογεί διότι στη διαθήκη δεν τέθηκε μονογραφή. Επισημαίνει ότι οι γνήσιες υπογραφές είναι κατά πλειοψηφία γραμματικού τύπου αλλά υπάρχουν και κάποιες που είναι μεικτού τύπου, δηλαδή ενώ είναι σχηματοποιημένες ως γραφικά μορφώματα, από τη χάραξή τους σχηματίζονται γράμματα. Παρόμοια παρατήρηση διαλαμβάνει στην έκθεσή του και ο Π., επισημαίνοντας ότι οι γνήσιες υπογραφές του Κ. είναι αποκλειστικά μεικτού τύπου, αποτελούμενες από γράμματα και «γιρλαντογωνιώδη» μορφώματα, ωστόσο, το Δικαστήριο, έχοντας διαβάσει και τις δύο εκθέσεις και έχοντας αντιληφθεί πώς νοούνται, σύμφωνα με αυτές και επομένως σύμφωνα με την επιστήμη της γραφολογίας, τα γράμματα και τα μορφώματα, καταλήγει στην κρίση ότι η παρατήρηση του Π. δεν ευσταθεί και ότι μεταξύ των γνήσιων υπογραφών του Κ... συμπεριλαμβάνονται τόσο γραμματικού όσο και μεικτού τύπου υπογραφές. Από τη σύγκριση της αμφισβητούμενης με τις γνήσιες υπογραφές, ο δικαστικός πραγματογνώμων εξάγει ομοιότητες ως προς τη μορφή (γραμματικού τύπου), ως προς τον αριθμό γραφικών χρόνων στους οποίους τέθηκαν, ως προς τη διπλή χάραξη της εναρκτήριας κάθετης γραμμής του γράμματος «Ν» και την προέκταση προς τα κάτω της απόληξης του γράμματος «η» (Ν.), ως προς την ταχύτητα χάραξης και ως προς την κλίση, στην οποία εντοπίζεται και η μοναδική διαφορά, καθώς η αμφισβητούμενη υπογραφή έχει τεθεί με ανοδική κλίση, ενώ μεταξύ των γνησίων υπογραφών περιλαμβάνονται υπογραφές τόσο με ανοδική όσο και χωρίς καθόλου κλίση. Την ταυτότητα ως προς την κλίση παραδέχεται έστω και εν μέρει και ο Π. Τ., αναφέροντας ότι η κρινόμενη υπογραφή χαράχθηκε αρχικά κάθετα και κατόπιν με ελαφρή κλίση προς τα δεξιά, όπως και οι γνήσιες υπογραφές που χαρακτηρίζονται από σταθερή κλίση προς τα δεξιά. Καταλήγει δε ο δικαστικός πραγματογνώμων, ως προς την υπογραφή στην επίμαχη διαθήκη, ότι υπάρχουν αδιαμφισβήτητες ενδείξεις ότι αυτή εντάσσεται πλήρως στην υπογραφική συνήθεια του Κ., έχει τεθεί από τον ίδιο και κάθε αντίθετο ενδεχόμενο μπορεί να αποκλειστεί. Τα επιχειρήματα του δικαστικού πραγματογνώμονα για τη γνησιότητα της γραφής και της υπογραφής της διαθήκης κρίνονται εν γένει πειστικά και η κρίση του αντικειμενική, καθώς δεν παραλείπει να μνημονεύσει και στοιχεία απόκλισης και διαφοροποίησης των αμφισβητούμενων γραφής και υπογραφής από τις γνήσιες, αξιολογώντας τα και εξηγώντας τα ομοίως πειστικά, συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το γραφολόγο Π.. στην από 1.6.2021 έκθεσή του (βλ. σελ. 12 αυτής), κατά την κρίση του Δικαστηρίου δεν ευσταθούν. Επίσης, είναι εμφανές ότι ο δικαστικός πραγματογνώμων έχει λάβει υπ' όψιν του τις παρατηρήσεις που διατύπωσαν αμφότεροι οι έτεροι δύο γραφολόγοι στις εκθέσεις τους, και ιδίως αυτές που περιέχονται στην από 16 12.2019 έκθεση του Π.. με την οποία αυτός διατυπώνει παρατηρήσεις επί της έκθεσης της Π., απαντάει δε σε αυτές πειστικά, με λογικά και επιστημονικά επιχειρήματα, όπως θα έπρεπε να γίνει σύμφωνα με το γραφολόγο Π... (βλ. σελ. 8 της από 16.12.2019 έκθεσης του τελευταίου) Στο ίδιο συμπέρασμα περί γνησιότητας της διαθήκης καταλήγει και η γραφολόγος Π.. που συνέταξε την έκθεσή της κατ' εντολή του εναγόμενου. Η γραφολόγος αυτή ακολουθεί μεθοδολογία και λαμβάνει υπ’ όψιν της κριτήρια παρεμφερή με τη μεθοδολογία και τα κριτήρια του δικαστικού πραγματογνώμονα, γι’ αυτό και τα συμπεράσματα της κρίνονται ομοίως πειστικά, ακόμα και εξαιρουμένου τμήματος του συγκριτικού υλικού που αυτή έλαβε υπ’ όψιν, και δη του τηλεφωνικού ευρετηρίου που της προσκομίστηκε, δεδομένου ότι, σύμφωνα με το δικαστικό πραγματογνώμονα Μ..., ο οποίος απαντά έτσι και στις αιτιάσεις που διατύπωσε ο γραφολόγος Π.. στην από 16.12.2019 έκθεσή του (βλ. σελ. 5 αυτής), το ευρετήριο αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως συγκριτικό υλικό, καθώς περιέχει εγγραφές που έχουν δημιουργηθεί από τρία τουλάχιστον πρόσωπα. Σε κάθε περίπτωση, η ως άνω γραφολόγος εντοπίζει ομοιότητες στη γραφή, πλέον των ήδη αναφερθέντων γραμμάτων, στη χάραξη των γραμμάτων «λ», «κ», «ε», «ζ», «α», «B», «Υ» και «ξ», ιδίως δε των δύο τελευταίων η ομοιότητα είναι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πολύ χαρακτηριστική. Επίσης, η ίδια γραφολόγος επισημαίνει την ομοιότητα των αριθμών «1», «8». «4», «0» και «7». Περαιτέρω, η γραφολόγος παρατηρεί ομοιότητες στο βαθμό οργάνωσης και γραφικής ευχέρειας, στο γραφικό αυτοματισμό και ρυθμό, στις συνδεσμώσεις, στη γραφική ταχύτητα και στη γραφική σύνδεση, ενώ και το Δικαστήριο παρατήρησε ότι τόσο στη διαθήκη όσο και στο ημερολόγιο εμφανίζονται γραφικές επιδιορθώσεις στη γραφή, καθώς και ορθογραφικά λάθη. Εξάλλου, αναφορικά με την υπογραφή, η γραφολόγος καταγράφει τις ομοιότητες που επισήμανε μεταξύ της αμφισβητούμενης και των γνήσιων υπογραφών, με σπουδαιότερη τη σύνδεση των γραμμάτων «....» και «....». την ανυπαρξία σύνδεσης στα γράμματα «Νίκη» και το χάσμα σύνδεσης μεταξύ των τμημάτων «....» και «...», τη χάραξη του γράμματος «κ» σε δύο χρόνους, αρχικά ως «ν» και κατόπιν με την προσθήκη μικρής γραμμής δεξιά, την επιμήκυνση προς τα κάτω της τελικής γραμμής του γράμματος «η» (την οποία εντόπισε και ο δικαστικός πραγματογνώμων) και την τελική εκτεταμένη καμπύλη του γράμματος «....». Αποφαίνεται δε εν τέλει ότι η διαθήκη έχει γραφεί και υπογράφει από το χέρι του Κ.. διότι εντοπίστηκαν και διαπιστώθηκαν σημαντικές ομοιότητες σε γενικά και ειδικά γραφολογικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα, σε ενδεικτικές γραφικές κινήσεις και συνολικά όμοια ποιότητα της γραφικής και υπογραφικής κίνησης και ομοιότητα στον ατομικό γραφικό και υπογραφικό αυτοματισμό κατά τη σύγκριση της υπό κρίση διαθήκης σε σχέση με τα γνήσια δείγματα γραφής και υπογραφής του Κ... Αντίθετα, τόσο η αρχική γραφολογική έκθεση (από 30 5.2019) όσο και οι δύο (2) εκθέσεις παρατηρήσεων του γραφολόγου Π..., που μετ’ επικλήσεως προσκομίζει ο ενάγων δεν κρίνονται πειστικές, πλην όσων άλλων αναφέρθηκαν, και ενόψει των αντιφάσεων στις οποίες αυτός υποπίπτει. Για παράδειγμα, ο ως άνω γραφολόγος, μολονότι στην από 30.5.2019 έκθεσή του υποστηρίζει ότι η κακή κατάσταση της υγείας του Ν. επηρέασε τη γραφική του ικανότητα έως του βαθμού της αγραφίας, εν τούτοις με την από 1.6 2021 έκθεσή του (βλ. σελ. 17 αυτής), επιχειρώντας να αντικρούσει τη δικαστική πραγματογνωμοσύνη, αρνείται ότι η επιδείνωση της υγείας του διαθέτη και το προχωρημένο της ηλικίας του επηρέασαν τη γραφική του συνήθεια και οδήγησαν σε απλοποίησή της με την απαλοιφή της χρήσης του πολυτονικού συστήματος, όπως υποστηρίζει ο δικαστικός πραγματογνώμων. Συναφώς προς τα ανωτέρω, ο γραφολόγος, μολονότι βασίζεται κυρίως στην επιδείνωση της υγείας του διαθέτη για την εξαγωγή των συμπερασμάτων του, ελλείψει μάλιστα δειγματικού υλικού γραφής του διαθέτη, εν τούτοις σχολιάζοντας με την από 1.6.2021 έκθεσή του (βλ. σελ. 18 αυτής) τη διενεργηθείσα δικαστική πραγματογνωμοσύνη, διαφωνεί με αυτήν στο μέτρο που η τελευταία αποδίδει τις διαφοροποιήσεις μεταξύ της διαθήκης και του συγκριτικού υλικού στην κατάσταση της υγείας του διαθέτη, αποφαινόμενος ότι δεν εξηγούνται όλα με το λόγο αυτό. Κατόπιν όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο διαμόρφωσε από το σύνολο του πρόσφορου προς τούτο αποδεικτικού υλικού πλήρη δικανική πεποίθηση για την εγκυρότητα της προσβαλλόμενης ιδιόγραφης διαθήκης, καθώς πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 1721 ΑΚ ως προς την εγκυρότητά της, αφού αποδεικνύεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου ότι και η γραφή και η υπογραφή επ’ αυτής τέθηκε από τον ίδιο το διαθέτη Κ.. Συνεπώς, πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, ο δε ενάγων πρέπει να καταδικαστεί στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του εναγομένου λόγω της ήττας του (176 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον ενάγοντα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του εναγομένου τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕκαι αποφασίστηκε στις 5 Οκτωβρίου 2021
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στη Θεσσαλονίκη στις 22 Οκτωβρίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
[ ΠΗΓΗ : κος Ι.Ιωαννίδης , Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]