ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ Δ’
ΑΡΙΘΜΟΣ 1333/2022
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Βήλη Χρηστίδου, Εφέτη, που ορίσθηκε με απόφαση του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου Θεσσαλονίκης και από τη Γραμματέα Χαραλαμπία Στάθη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στη Θεσσαλονίκη την 31 Ιανουαρίου 2022 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ - ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ : 1) Μ. Μ. χήρας Γ., το γένος Ι. και Α. Χ., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης επί της οδού .... αρ. .., με ΑΦΜ ..., 2) Ι. Μ. του Ε., συζύγου Ν. Α., κατοίκου ... Αττικής επί της οδού ... αρ. ..., με ΑΦΜ ..., 3) Ε. Κ. του Α., κατοίκου .... Θεσσαλονίκης επί της οδού ... αρ. .., με ΑΦΜ ... και 4) Γ. Κ. του Α., κατοίκου ... Θεσσαλονίκης, με ΑΦΜ ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Βασιλείου Κονιστή (AM ... του Δ.Σ.Θεσσαλονίκης).
Οι αιτούντες με την από 15.06.2018 αίτηση αντιρρήσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (εκούσια δικαιοδοσία) ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ' αυτήν. Το ανωτέρω Δικαστήριο με την υπ’ αριθμ. 10504/2019 απόφασή του απέρριψε την αίτηση. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι αιτούντες και ήδη εκκαλούντες με τη με αριθμό κατάθεσης Πρωτοδικείου ..../2019 και Εφετείου ..../2019 έφεση, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 30ης.03.2020 και κατόπιν αναβολής για την 14η.09.2020 κατά την οποία ματαιώθηκε. Ακολούθως, με την από 09.11.2021 (αρ. εκθ. καταθ. ..../2021) κλήση οι αιτούντες επανάφεραν τη συζήτηση της εφέσεώς τους, η οποία προσδιορίστηκε για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από την οικεία σειρά του πινακίου και κατά τη συζήτησή της, ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αιτούντων παραστάθηκε όπως αναφέρεται ανωτέρω και κατέθεσε προτάσεις με τις οποίες ζητεί να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Νόμιμα εισάγεται ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με την από 09.11.2021 κλήση (αρ. εκθ. κατ. ..../2021) η από 02.12.2019 έφεση (αρ. εκθ. Πρωτοδικείου ..../2019 και Εφετείου ..../2019) των αιτούντων και ήδη εκκαλούντων κατά της 10504/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, η συζήτηση της οποίας είχε ματαιωθεί. Η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρο 495 παρ.1 και 2, 518 παρ.2 και 741 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, εφόσον για το παραδεκτό της καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ), να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της με την ίδια ως άνω διαδικασία (άρθρο 533 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 6 παρ.1, 2 και 4 του ν.2664/1998, όπως ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης, δηλαδή μετά την τροποποίηση με το ν.4623/09.08.2019, ορίζεται «1. Πρώτες εγγραφές είναι εκείνες που καταχωρίζονται ως αρχικές εγγραφές στο Κτηματολογικό βιβλίο, κατά μεταφορά από τους κτηματολογικούς πίνακες, σύμφωνα με την παράγραφο 2 περίπτωση β’ του άρθρου 3... 2. Σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής, μπορεί να ζητηθεί, με αγωγή ενώπιον του αρμόδιου καθ' ύλην και κατά τόπον Πρωτοδικείου, η αναγνώριση του δικαιώματος που προσβάλλεται με την ανακριβή εγγραφή και η διόρθωση, ολικά ή μερικά, της πρώτης εγγραφής. Η αγωγή, αναγνωριστική ή διεκδικητική, ασκείται από όποιον έχει έννομο συμφέρον μέσα σε αποκλειστική προθεσμία που λήγει την 31η Δεκεμβρίου του έτους, εντός του οποίου συμπληρώνονται οκτώ (8) έτη από την έναρξη της προθεσμίας, σύμφωνα με την περ. γ’ της παρούσας, β. Για τις περιοχές που κηρύχθηκαν υπό κτηματογράφηση πριν την έναρξη ισχύος του ν. 3481/2006 (Α’ 162), η αποκλειστική προθεσμία της περίπτωσης σ' της παραγράφου 2 του άρθρου 6 του ν. 2664/1998, εάν δεν είχε λήξει η ίδια ή οι παρατάσεις της μέχρι τις 30 11.2018, λήγει στις 31.12.2020,...4.α). Κατ' εξαίρεση των οριζομένων στις παραγράφους 2 και 3, αν το δικαίωμα που καταχωρίστηκε στην αρχική εγγραφή είχε μεταβιβαστεί, αλλοιωθεί, επιβαρυνθεί ή καταργηθεί δυνάμει δικαιοπραξίας, διοικητικής πράξης, δικαστικής απόφασης ή άλλης διαδικαστικής πράξης, που καταχωρίσθηκε στα βιβλία του υποθηκοφυλακείου πριν από την ημερομηνία καταχώρισης των πρώτων εγγραφών, η διόρθωση της αρχικής εγγραφής δεν απαιτείται να γίνει με αμετάκλητη δικαστική απόφαση. Στην περίπτωση αυτή, η επαγόμενη τη μεταβίβαση, αλλοίωση, επιβάρυνση ή κατάργηση του εγγραπτέου δικαιώματος πράξη καταχωρίζεται κατά μεταφορά από τα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου με αίτηση του δικαιούχου ή κάθε τρίτου, που έχει έννομο συμφέρον, σύμφωνα με τα άρθρα 14 έως και 16, υπό την προϋπόθεση ότι δεν έχει στο μεταξύ μεσολαβήσει άλλη, ασυμβίβαστη κατά περιεχόμενο, εγγραφή στο κτηματολογικό φύλλο....β) Η αίτηση της περίπτωσης α’ που δεν επιβαρύνεται με τέλη και δικαιώματα, αναλογικά ή πάγια, υποβάλλεται εντός της προθεσμίας που ισχύει για την αγωγή της παραγράφου 2, μετά την άπρακτη πάροδο της οποίας ισχύουν τα οριζόμενα στα άρθρα 7 και 7α. Με την αίτηση συνυποβάλλονται επικυρωμένα αντίγραφα των δημοσίων εγγράφων και πιστοποιητικά εγγραφής τους στα βιβλία του οικείου υποθηκοφυλακείου, από τα οποία προκύπτει η νόμιμη μεταβίβαση, αλλοίωση, επιβάρυνση ή κατάργηση του καταχωρισθέντος στις αρχικές κτηματολογικές εγγραφές εγγραπτέου δικαιώματος. Η αποδοχή ή η απόρριψη της αίτησης γίνεται χωρίς υπαίτια καθυστέρηση και πάντως σε χρόνο όχι μεγαλύτερο των πέντε (5) εργάσιμων ημερών από την ημερομηνία υποβολής της. Η καταχώριση στα κτηματολογικά φύλλα της πράξης για την οποία έχει υποβληθεί αίτηση γίνεται κατόπιν απόφασης του Προϊσταμένου του Κτηματολογικού Γραφείου, εφόσον συντρέχουν όλες οι απαιτούμενες προς τούτο προϋποθέσεις ... γ) Κατά της απόφασης του Προϊσταμένου, θετικής ή αρνητικής, ο αϊτών, ο αρχικός εγγεγραμμένος και κάθε τρίτος που έχει έννομο συμφέρον μπορούν να υποβάλουν αντιρρήσεις ενώπιον του Κτηματολογικού Δικαστή κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 5 του άρθρου 16 του νόμου αυτού. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι σε περίπτωση που στις πρώτες εγγραφές έχει καταχωρηθεί ένα δικαίωμα (π.χ. κυριότητα), το οποίο ήδη πριν από τις πρώτες εγγραφές στο κτηματολόγιο είχε υποστεί κάποια μεταβολή (π.χ. μεταβιβάσθηκε), μη εμφαινόμενη στις πρώτες εγγραφές, ο δικαιούχος αυτού (μη καταχωρηθέντος δικαιώματος) μπορεί με αίτησή του ενώπιον του αρμοδίου Κτηματολογικού Γραφείου να ζητήσει να καταχωρηθεί το εγγραπτέο δικαίωμά του στο κτηματολογικό φύλλο του ακινήτου, σύμφωνα με τα άρθρα 14 έως και 16 του ν 2664/1998, ως μεταγενέστερη εγγραφή υπό την έννοια του άρθρου 8 του ιδίου νόμου, εφόσον 1) δεν έχει μεσολαβήσει άλλη εγγραφή, επαγόμενη τη μεταβίβαση, αλλοίωση ή κατάργηση του εγγραπτέου δικαιώματος και 2) προκύπτει κατά τρόπο ευχερή το εγγραπτέο δικαίωμα από τίτλο που στηρίζεται σε δικαιοπραξία ή διοικητική πράξη ή δικαστική απόφαση ή διαδικαστική πράξη. Η ανωτέρω δυνατότητα «εξωδικαστικής διόρθωσης της διαφοράς» προβλέφθηκε το πρώτον από τον ν.3127/2003 με την προσθήκη στο άρθρο 6 του ν.2664/1998 της παραγράφου 4 (η οποία στη συνέχεια τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 3481/2006 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ.5 του ν.4164/2013), χωρίς να αποκλείεται η διόρθωση των ανακριβών πρώτων εγγραφών με την άσκηση τακτικής αναγνωριστικής αγωγής κατ' άρθρο 6 παρ.2 του ν.2664/1998 (βλ. Δ.Παπαστερίου, Κτηματολογικό Δίκαιο, εκδ. 2019, σε. 1027 επ...).
Οι αιτούντες με την από 15.06.2018 αίτηση αντιρρήσεων (αρ. εκθ. καταθ. ..../2018), απευθυνόμενοι ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, συγκροτηθέντος από Κτηματολογικό Δικαστή, ιστορούσαν ότι ο δικαιοπάροχός τους, Γ. Μ. του Α., που απεβίωσε την 30.11.2008, κατέστη κύριος κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενός διαιρετού τμήματος, εμβαδού 6.000 τ.μ., που βρίσκεται στην κοινότητα κτηματολογικές εγγραφές με ΚΑΕΚ .... και μολονότι ο δικαιοπάροχός τους υπέβαλε δήλωση ιδιοκτησίας για το ποσοστό αυτό, δεν προσκόμισε τον τίτλο κτήσης του, με αποτέλεσμα να εμφανίζεται ανήκον στον Χ. Ε., δικαιοπάροχο των πωλητών του και αρχικό κληρούχο του μείζονος γεωτεμαχίου. Ότι για τον λόγο αυτό με την υπ’ αριθμ. .../24.05.2018 αίτησή τους προς το Κτηματολογικό Γραφείο Καλαμαριάς ζήτησαν να γίνει η σχετική διόρθωση προσκομίζοντας τον τίτλο του δικαιοπαρόχου τους και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, πλην όμως η Προϊσταμένη του Κτηματολογικού Γραφείου με την από 01.06.2018 απόφασή της απέρριψε την αίτηση. Με βάση το ιστορικό αυτό οι αιτούντες προέβαλαν αντιρρήσεις ως προς την ανωτέρω απορριπτική απόφαση, ζητώντας να ακυρωθεί και να διαταχθεί η Προϊσταμένη του Κτηματολογικού Γραφείου να προβεί στην καταχώρηση του ανωτέρω συμβολαίου στο κτηματολογικό φύλλο του ως άνω ακινήτου με ημερομηνία καταχώρησης την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 10504/2019 απόφασή του απέρριψε την αίτηση ως ουσία αβάσιμη, αποφαινόμενο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εξωδικαστικής διόρθωσης που προβλέπει η παρ. 4 του άρθρου 6 του ν. 2664/1998 και οι αιτούντες θα έπρεπε να ασκήσουν την αναγνωριστική αγωγή της παρ. 2 του ιδίου ως άνω άρθρου. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται οι αιτούντες και ήδη εκκαλούντες και ζητούν για τους διαλαμβανόμενους στην έφεσή τους λόγους, οι οποίοι ανάγονται στην εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης και την αποδοχή της αίτησής τους.
Από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι αιτούντες αποδεικνύονται τα ακόλουθα : Δυνάμει του υπ' αριθμ. ..../25.06.1962 τίτλου (παραχωρητηρίου) της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, ο οποίος μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών της περιφέρειας του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, παραχωρήθηκε στον Χ. Ε. του Γ., λόγω αγροτικής αποκαταστάσεως, η κυριότητα του με αριθμό ... αγρού, εκτάσεως 15.700 τ.μ., που βρίσκεται στην εποικισθείσα περιοχή του άλλοτε αγροκτήματος Θέρμης και ήδη σήμερα εντός των ορίων της δημοτικής ενότητας Θέρμης. Την 14.12.1934 ο Χ. Ε. απεβίωσε και κατέλειπε μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του και τα πέντε ενήλικα τέκνα του, ήτοι τους 1) Α. Ρ. του Ν., χήρα Χ. Ε., 2) Κ. Ε. του Χ., 3) Γ. Ε. του Χ. και 4) Σ. Ε. του Χ., 5) Χ. Ε. του Χ. και 6) Ε. Ε. του Χ.. Οι ως άνω κληρονόμοι αποδέχθηκαν σιωπηρά την κληρονομιά κατά τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, ήτοι των ν.12 Πανδ, (28.7), ν.14 παρ.8 Πανδ. (11.7) και ν.69 Πανδ. (29.2), σε συνδυασμό με άρθρ.1-7 του V. 2310/1920 και 96 ΕισΝΑΚ με την ενεργό ανάμειξή τους στη διοίκηση και διαχείριση της κληρονομιάς (ΑΠ 615/2016, ΑΠ 383/2014 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Στη συνέχεια, την 24.03.1954 απεβίωσε αδιάθετη η Ε. Ε. του Χ., καταλείποντας τους ίδιους, ως άνω μοναδικούς πλησιέστερους συγγενείς της, δηλαδή τη μητέρα της και τα τέσσερα αδέλφια της, οι οποίοι και αποδέχθηκαν την επαχθείσα κληρονομιά με την υπ' αριθμ. ..../22.08.1966 πράξη δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Κ., που μεταγράφηκε νόμιμα. Ακολούθως, οι ως άνω συγκληρονόμοι του Χ. Ε., ήτοι η σύζυγος και τα τέσσερα τέκνα του, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../22.08.1966 συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Κ., νομίμως μεταγραφέντος και αφού είχε επιτραπεί η κατάτμηση αυτού, μεταβίβασαν από τον παραπάνω αγρό ένα διαιρετό τμήμα αυτού, εκτάσεως 4.000 τ.μ., στην ομόρρυθμη βιομηχανική εταιρία με την επωνυμία «.... και Σία». Εν συνεχεία, οι ίδιοι ως άνω κληρονόμοι του Χ. Ε. (σύζυγος και τέσσερα τέκνα), έχοντας στην κυριότητά τους την υπόλοιπη έκταση του κληροτεμαχίου (μετά την αφαίρεση του τμήματος των 4.000 τ.μ ), προέβησαν σε νέα κατάτμησή του και ειδικότερα δυνάμει του ..../13.02.1973 συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Κ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης (τόμο ... και αρ. ...) πώλησαν διαιρετό τμήμα αυτού, εκτάσεως 6.000 τ.μ., στους αγοραστές Γ. Μ. του Α. και Ι. Σ. του Γ. κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον καθένα. Μεταγενέστερα, δυνάμει του ..../31,12.1976 συμβολαίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγραφήκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης (τόμο 952 και αρ. 223), ο Γ. Μ. αγόρασε από τον Ι. Σ. το ποσοστό των 50% εξ αδιαιρέτου και έτσι απέκτησε την πλήρη κυριότητα του διαιρετού τμήματος των 6.000 τ μ . Το ανωτέρω διαιρετό τμήμα καταχωρήθηκε και έλαβε αριθμό ΚΑΕΚ ...... στα βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς, το οποίο άρχισε να λειτουργεί για την περιοχή Θέρμης στις 06.12.2004 σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. .../3/29.11.2004 απόφαση του Δ.Σ. του Ο.Κ.Χ.Ε. Κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της Θέρμης, ο Γ. Μ. υπέβαλε στον Οργανισμό Κτηματολογίου και Χαρτογραφήσεως Ελλάδος την ..../16.4.1999 δήλωσή του, στην οποία περιέλαβε, μεταξύ των δικαιωμάτων που δήλωσε, και την πλήρη κυριότητα (100%) του επίμαχου, του προαναφερόμενου διαιρετού τμήματος του ... Γ αγρού, το εμβαδόν του οποίου προσδιόρισε σε 6.000 τ.μ., σε συμφωνία με τους τίτλους του κτήσεως, πλην όμως, ως τίτλο κτήσεως, δήλωσε και προσκόμισε μόνον το ...../31.12.1976 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, με το οποίο είχε αποκτήσει από τον Ι. Σ. το ανήκον σε αυτόν (Ι. Σ.) 50% του ακινήτου. Έτσι, στο οικείο κτηματολογικό φύλλο του επίδικου ακινήτου στις πρώτες εγγραφές είναι καταχωρημένοι ως συγκύριοι οι α) Γ. Μ. του Α., κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου και β) ο αρχικός κληρούχος, Χ. Ε. του Γ. κατά το υπόλοιπο ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου. Ο Γ. Μ. απεβίωσε την 30.11.2006 και κατέλειπε ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του α) την πρώτη των αιτούντων, σύζυγό του κατά ποσοστό 50%, β) την αδελφή του, Μ. Μ. του Α., σύζυγο Α. Κ. κατά ποσοστό 25% και γ) την αδελφή του Κ. Μ., σύζυγο Ε. Μ., η οποία αποποιήθηκε το ποσοστό της, 25%. στην κληρονομιά του Γ. Μ. με την .../15.3.2007 δήλωση αποποίησης στον Γραμματέα του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με αποτέλεσμα, κατά την ΑΚ 1856, κληρονόμος του ανωτέρω ποσοστού, 25%, να καταστεί η θυγατέρα της, Ι. Μ. του Ε., σύζυγος Ν. Α. (δεύτερη των αιτούντων), οι οποίες αποδέχθηκαν την επαχθείσα σε αυτές κληρονομιά του, αναφορικά με το ανακριβώς καταχωρισθέν ποσοστό εκ 50% επί του ως άνω ακινήτου σιωπηρά, μη δυνάμενες να συντάξουν συμβολαιογραφικό έγγραφο και να το καταχωρίσουν ένεκα της ως άνω ανακρίβειας των κτηματολογικών εγγραφών. Η Μ. Μ. του Α., σύζυγος Α. Κ. απεβίωσε την 19.04.2013 και κληρονομήθηκε με βάση την από 01.10.2010 ιδιόγραφη διαθήκη της, η οποία δημοσιεύθηκε και κηρύχθηκε κυρία με την 1307/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, από τα τέκνα της Ε. και Γ. Κ. του Α. (τρίτη και τέταρτο των αιτούντων), που αποδέχθηκαν την κληρονομιά, οι οποίοι επίσης αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ’ αυτούς κληρονομιά της, αναφορικά με το μερίδιό της εκ 25% επί του ανακριβώς καταχωρισθέντος ποσοστού εκ 50% επί του ως άνω ακινήτου σιωπηρά, μη δυνάμενοι να συντάξουν συμβολαιογραφικό έγγραφο και να το καταχωρίσουν ένεκα της ως άνω ανακρίβειας των κτηματολογικών εγγραφών. Οι άνω κληρονόμοι του Γ. Μ. υπέβαλαν στο Κτηματολογικό Γραφείο Καλαμαριάς την υπ' αριθμόν .../24.5.2018 αίτηση για καταχώριση του προαναφερόμενου .../13.2.1973 συμβολαίου του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ι. Κ., στο κτηματολογικό φύλλο με ΚΑΕΚ .... με τη διαδικασία του άρθρου 6 παρ. 4 του Ν.2664/1998. Η Προϊσταμένη του Κτηματολογικού Γραφείου Καλαμαριάς, με την από 01.06.2018 πράξη της απέρριψε την εν λόγω αίτηση για το λόγο ότι στο κτηματολογικό φύλλο δεν αναγράφονται ως δικαιούχοι κυριότητας οι δικαιοπάροχοι του Χ. Ε., πωλητές στο άνω συμβόλαιο, αλλά ο Χ. Ε.. Η ως άνω απόφαση της Προϊσταμένης του Κτηματολογικού Γραφείου, είναι ορθή, διότι το καταχωρηθέν στις αρχικές εγγραφές δικαίωμα κυριότητας του Χ. Ε., δεν το απέκτησε ο δικαιοπάροχος των αιτούντων (Γ. Μ.) από τον ίδιο, αλλά από τους 1) Α. Ρ., χήρα Χ. Ε., 2) Κ. Ε. του Χ., 3) Γ. Ε. του Χ. 4) Σ. Ε. του Χ. και 5) Χ. Ε. του Χ. και μάλιστα κατά ποσοστό 28/100 εξ αδιαιρέτου από την πρώτη και κατά ποσοστό 18/100 εξ αδιαιρέτου από έκαστο των υπολοίπων, η δε ανακρίβεια της πρώτης εγγραφής δεν προκύπτει ευχερώς από δημόσια έγγραφα, αλλά πρέπει να ανατρέξει κανείς στους τίτλους κτήσης των δικαιοπαρόχων των αιτούντων. Για να καταχωρηθεί το ....../13.03.1973 συμβόλαιο με την ως άνω διαδικασία του άρθρου 6 παρ.4 του ν.2664/1998, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη, θα έπρεπε στο κτηματολογικό φύλλο του επίδικου ακινήτου, εκτάσεως 6.054 τ.μ., που αποτελεί διαιρετό τμήμα του υπ’ αριθμ. 784 αγροτεμαχίου μείζονος εκτάσεως 15.700 τ.μ., να εμφανίζονται ως συγκύριοι αυτού μόνον οι πωλητές του ως άνω συμβολαίου, ήτοι οι 1) Α. χήρα Χ. Ε., 2) Κ. Ε. του Χ., 3) Γ. Ε. του Χ., 4) Σ. Ε. του Χ. και 5) Χ. Ε. του Χ. και όχι ο αρχικός κληρούχος Χ. Ε., ο οποίος, όπως ήδη αναφέρθηκε, με το υπ’ αριθμ. ....../1962 παραχωρητήριο (εκδοθέν μετά τον θάνατό του) φέρεται να απέκτησε όχι διαιρετό τμήμα (εκτάσεως 6.054 τ.μ.), αλλά ολόκληρο το κληροτεμάχιο (εκτάσεως 15.700 τ.μ.). Κατά συνέπεια, δεν πληρούνται οι αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη προϋποθέσεις του άρθρου 6 παρ.4 του ν.2664/1998 για «εξωδικαστική διόρθωση της διαφοράς», παρέχεται όμως η δυνατότητα στους αιτούντες για την άσκηση τακτικής αναγνωριστικής αγωγής κατ’ άρθρο 6 παρ.2 του ν.2664/1998. Ο ισχυρισμός των εκκαλούντων ότι οι πωλητές του επίδικου ποσοστού ουδέποτε αμφισβήτησαν την κυριότητά τους και συνεπώς η τυχόν άσκηση αναγνωριστικής αγωγής θα απορριπτόταν ελλείψει εννόμου συμφέροντος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον το έννομο συμφέρον στην αγωγή του άρθρου 6 παρ.2 του ν.2664/1998 έγκειται όχι στην αμφισβήτηση της κυριότητας, αλλά στην ανάγκη διόρθωσης της ανακριβούς πρώτης εγγραφής. Ενόψει των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση αντιρρήσεων πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ομοίως, ορθώς εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, και ως εκ τούτου όσα περί αντιθέτου υποστηρίζουν οι εκκαλούντες πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.
Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου της έφεσης στο δημόσιο ταμείο λόγω της ήττας τους (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση κατά της υπ' αριθμ. 10504/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (εκούσια δικαιοδοσία).
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση ως ουσία αβάσιμη
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παράβολου της έφεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύτηκε στη Θεσσαλονίκη στο ακροατήριο στις 27 Ιουνίου 2022, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των εκκαλούντων ή του πληρεξούσιου δικηγόρου τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης , Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]