ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 3°
ΑΡΙΘΜΟΣ 142/2025
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Μαλαματή Πετκανά, Εφέτη, και από το Γραμματέα Νικόλαο Καλαντζή.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Οκτωβρίου 2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ A ΕΦΕΣΗΣ - ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ В ΕΦΕΣΗΣ : …, κατοίκου …. Αττικής, οδός ... αριθ. 16, με ΑΦΜ …., ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση του άρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ που κατέθεσε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Κωνσταντίνος Τοκατλίδης (AM …..).
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ A ΕΦΕΣΗΣ - ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ В ΕΦΕΣΗΣ : Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία “Ελληνική Ραδιοφωνία Τηλεόραση Ανώνυμη Εταιρία” και το διακριτικό τίτλο Έ.Ρ.Τ. Α.Ε.”, όπως μετονομάσθηκε με το άρθρο 1 N. 4324/2015 η συσταθείσα με το N. 4173/2013 ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία “Νέα Ελληνική Ραδιοφωνία, Ίντερνετ, Τηλεόραση Α.Ε.” και με το διακριτικό τίτλο “Ν.Ε.Ρ.Ι.Τ. Α.Ε.”, που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής, Λεωφόρος Μεσογείων αριθ. 432 και εκπροσωπείται νόμιμα, με ΑΦΜ ....., η οποία παραστάθηκε με δήλωση του άρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ που κατέθεσε η πληρεξούσια δικηγόρος του Παναγιώτα Κατσιρούμπα (AM ΔΣΑ .....).
Ο ενάγων και ήδη εκκαλών A έφεσης - εφεσίβλητος В έφεσης άσκησε σε βάρος της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης A έφεσης - εκκαλούσας В έφεσης την από 15-2-2023 και με αριθμό καταθέσεως …./30-3-2023 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 83/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Ειδική Διαδικασία Εργατικών Διαφορών), το οποίο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων. Κατά της υπ’ αριθ. 83/2024 απόφασης, ο ενάγων και ήδη εκκαλών - εφεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 21-6-2024 έφεση με αριθμό καταθέσεως δικογράφου έφεσης στο Πρωτοδικείο Αθηνών .../.../21-6-2024 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου στο Εφετείο Αθηνών .../.../8-7-2024 και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν, δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η σημερινή. Επίσης, η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη - εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 20-6-2024 έφεση με αριθμό καταθέσεως δικογράφου έφεσης στο Πρωτοδικείο Αθηνών .../.../21-6- 2024 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου στο Εφετείο Αθηνών .../.../21-6-2024 και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν, δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η σημερινή.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων και την εκφώνησή τους από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν όπως προαναφέρθηκε και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις προτάσεις που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Αρμοδίως φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, α) η από 21-6-2024 έφεση με αριθμό καταθέσεως δικογράφου έφεσης στο Πρωτοδικείο Αθηνών .../.../21-6-2024 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου στο Εφετείο Αθηνών .../.../8-7-2024 και β) η από 20-6-2024 έφεση με αριθμό καταθέσεως δικογράφου έφεσης στο Πρωτοδικείο Αθηνών .../.../21-6-2024 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου στο Εφετείο Αθηνών .../.../21-6-2024, στρεφόμενες αμφότερες κατά της υπ’ αριθ. 83/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την Ειδική Διαδικασία Εργατικών Διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, έχουν δε ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 498, 499, 500, 511, 513 παρ.1 περ. β’ εδ. α’, 516, 517 εδ. α’, 518 παρ. 1 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθώς η εκκαλουμένη απόφαση που δημοσιεύτηκε την 26-1-2024, επιδόθηκε από την εναγομένη στον ενάγοντα στις 23-5-2024, και οι με στοιχείο Α και Β εφέσεις κατατέθηκαν στο εκδόν την εκκαλουμένη απόφαση Δικαστήριο, Πρωτοδικείο Αθηνών, την 21-6-2024, ήτοι εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, και επομένως οι ως άνω εφέσεις ασκήθηκαν εμπροθέσμως (άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ). Συνεπώς, οι εφέσεις πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές, και αφού διαταχθεί η συνεκδίκασή τους, λόγω της πρόδηλης συνάφειας (άρθρα 31, 246 ΚΠολΔ), της διευκόλυνσης διεξαγωγής της δίκης, μείωσης των εξόδων και αποφυγής έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, καθώς στρέφονται κατά της ίδιας ως άνω εκκαλουμένης απόφασης, ασκήθηκαν από και κατά των αυτών διαδίκων και υπάγονται στην ίδια ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, πρέπει να εξεταστούν, περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με την αγωγή, ο ενάγων (και εκκαλών της A έφεσης - εφεσίβλητος της В έφεσης), αφού αναφέρει αναλυτικά το θεσμικό και νομικό πλαίσιο της εναγομένης, εκθέτει ότι εργάσθηκε στην εναγομένη ως μουσικός στην Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα από 7-12-2010 έως 31-12-2022, οπότε και έλαβε χώρα παράνομα και καταχρηστικά η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από την εναγομένη, ότι ειδικότερα είχε συνάψει με την εναγομένη την από 7-12- 2010 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για το χρονικό διάστημα από 7-12-2010 έως 7-12-2011, την από 14-2-2012 σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου για το χρονικό διάστημα από 14-2-2012 έως 13- 2-2013, οπότε και μεσολάβησε η κατάργηση της EPT ΑΕ και απολύθηκε όπως και το λοιπό προσωπικό στις 12-6-2013 ενώ με την ίδρυση και λειτουργία της ΝΕΡΙΤ ΑΕ προσελήφθη από την τελευταία και πάλι ως μουσικός με την ίδια ειδικότητα, πλην όμως κατάρτισε την από 7-7-2014 σύμβαση έργου, που υπέκρυπτε σχέση εξαρτημένης εργασίας με τους όρους που ειδικότερα αναφέρει, εν συνεχεία δε, και χωρίς να έχει διακοπεί η εργασία του, η εναγομένη προχώρησε στις από 17-1-2019, από 28-11-2019, από 28- 1-2021 και από 3-1-2022 πρόσθετες πράξεις παράτασης σύμβασης έργου μουσικού, συνδεόμενες με την από 7-7-2014 σύμβαση έργου, απασχολούμενος έως και 31-12-2022 ως Μουσικός Κορυφαίος με όργανο την ..., οπότε και έλαβε χώρα η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του. Ακολούθως, εκθέτει ότι καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της εργασίας του υπαγόταν στο διευθυντικό δικαίωμα της εναγομένης, ασκούσε με επιμέλεια, συνέπεια και προθυμία τα καθήκοντα του, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης και τον συνέδεε με την εναγομένη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με αποτέλεσμα η από 1-1-2023 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, γενομένη χωρίς την τήρηση των προϋποθέσεων κύρους της καταγγελίας συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να είναι παράνομη και καταχρηστική, με την εναγομένη να είναι υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας του και την καταβολή των οφειλόμενων μισθών υπερημερίας και να είναι υπόχρεη προς αποδοχή της εργασίας του με την ειδικότητα του μουσικού με την καταβολή των νομίμων αποδοχών του, επικουρικώς δε ως προς την καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης εκθέτει ότι δικαιούται την αποζημίωση κατ’ άρ. 7 ΠΔ 164/2004. Κατόπιν των ανωτέρω, και επικαλούμενος ο ενάγων τις διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας για τον χαρακτηρισμό σύμβασης εργασίας ως αορίστου χρόνου (άρ. 8 παρ. 1 και 3 N. 2112/1920) και την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του ενωσιακού δικαίου για την προστασία των εργαζομένων από την κατάχρηση που προκύπτει από τη σύναψη διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως η Οδηγία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το ΠΔ 164/2004, και υποστηρίζοντας ότι για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας πρέπει να τηρηθεί ο έγγραφος τύπος και να καταβληθεί αποζημίωση αλλά και να μην είναι καταχρηστική, ζητούσε, μετά την παραδεκτή τροπή των αιτημάτων του από καταψηφιστικά σε εν μέρει αναγνωριστικά : 1) να αναγνωριστεί ότι με την εναγομένη συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως μουσικός, με όργανο την ..., εργαζόμενος στα μουσικά σύνολα αυτής, 2) να αναγνωριστεί ότι είναι άκυρη ως παράνομη και καταχρηστική, η από 1-1-2023 απόλυσή του από την εναγομένη, 3) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται την προσφερόμενη εργασία του υπό την ειδικότητά του ως μουσικού με όργανα την ... στα μουσικά σύνολα αυτής βάσει της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καταβάλλοντας του τις νόμιμες αποδοχές του, 4) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας για το μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του χρονικό διάστημα των μηνών Ιανουάριου έως και Απριλίου 2023 το ποσό των 7.665,44 ευρώ (1.916,36 X 4 μήνες), νομιμοτόκως από το τέλος κάθε μήνα που το κάθε κονδύλιο (μισθός υπερημερίας) καθίσταται ληξιπρόθεσμο, άλλως από την επίδοση της αγωγής, 5) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 1-5-2023 και κάθε μήνα μέχρι την άρση της υπερημερίας της περί αποδοχής της εργασίας του το ποσό των 1.916,36 ευρώ μηνιαίως πλέον των νομίμων προσαυξήσεων επ’ αυτού σύμφωνα με τις εκάστοτε ΕΣΣΕ μετά των δώρων εορτών και επιδόματος αδείας, νομιμοτόκως από το τέλος κάθε μήνα που το κάθε κονδύλιο (μισθός υπερημερίας) καθίσταται ληξιπρόθεσμο, άλλως από την επίδοση της αγωγής, 6) άλλως και επικουρικώς ως προς τα ανωτέρω αιτήματα (1,2,3,4,5), να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει ως αποζημίωση απόλυσης, κατ’ άρ. 7 ΠΔ 164/2004, το ποσό των 17.886,03 ευρώ, νομιμοτόκως από 1-1-2023, άλλως από την επίδοση της αγωγής, άλλως και επικουρικότερα, ως προς τα ανωτέρω αιτήματα (1,2,3,4,5), να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει ως αποζημίωση απόλυσης, κατ’ άρ. 7 ΠΔ 164/2004 και άρ. 2 παρ. 2 ΑΝ 173/1967, όπως κωδικοποιήθηκε και ισχύει δυνάμει του άρ. 328 ΠΔ 80/2022, το ποσό των 15.000 ευρώ, νομιμοτόκως από 1-1-2023, άλλως από την επίδοση της αγωγής, 7) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 7.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της προκληθείσας σε αυτόν ηθικής βλάβης, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, επιπλέον δε ζητούσε να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση που θα εκδοθεί και την καταδίκη της εναγομένης στην δικαστική του δαπάνη.
Επί της αγωγής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η υπ’ αριθ. 83/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την Ειδική Διαδικασία Εργατικών - Περιουσιακών Διαφορών, που αφού έκρινε ως μη νόμιμη την αγωγή ως προς τα αγωγικά αιτήματα με αριθμούς 1,2,3,4,5 καθώς και ως μη νόμιμο το αγωγικό αίτημα με αριθμό 7, εν συνεχεία έκρινε ως νόμιμο το αγωγικό αίτημα με αριθμό 6, με τις επισημάνσεις : α) ότι ως χρόνος απασχόλησης του ενάγοντος για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται η 7-7-2014 με διάρκεια έως 31-12-2022, β) ότι το παρεπόμενο αίτημα της τοκοφορίας τυγχάνει νόμιμο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και όχι από 1-1-2023, γ) ότι είναι μη νόμιμο το αίτημα κήρυξης προσωρινής εκτελεστότητας της απόφασης, ακολούθως δε, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσία βάσιμη, αναγνωρίζοντας την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 9.581,80 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.
Κατά της απόφασης αυτής (εκκαλουμένης), αμφότερες οι διάδικες πλευρές με τις εφέσεις τους παραπονούνται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, όσον αφορά τα ως άνω κεφάλαια της εκκαλουμένης απόφασης που τους αφορούν και ζητούν ο μεν εκκαλών της A έφεσης (ενάγων) την εξαφάνιση της εκκαλουμένης κατά το μέρος που αυτή προσβάλλεται ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του στο σύνολό της, η δε εκκαλούσα της В έφεσης την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης ώστε να απορριφθεί η αγωγή συνολικά, ενώ αμφότερες οι διάδικες πλευρές ζητούν την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669, 672 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας, ενώ, αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου, παύει να ισχύει αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης, ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης, ως κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν τα μέρη, κρίνει ερμηνεύοντας το περιεχόμενό της όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και οι περιστάσεις υπό τις οποίες καταρτίσθηκε η σύμβαση (ΟλΑΠ 19, 20/2007, 18/2006, ΑΠ 1171/2021). Εξάλλου, από το άρθρο 8 παρ. 3 του N. 2112/1920, το οποίο ορίζει ότι οι διατάξεις του νόμου αυτού εφαρμόζονται και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένη χρονική διάρκεια, αν ο καθορισμός της διάρκειας αυτής δεν δικαιολογείται από την φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκόπιμα προς καταστρατήγηση των διατάξεων του ίδιου νόμου περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής σύμβασης, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από την φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των συμβάσεων αορίστου χρόνου (άρθρα 1,2,3 του N. 2112/1920 ή 1, 3, 5 του β.δ. της 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίσθηκε ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς καταγγελία της σύμβασης και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΟλΑΠ 19/2007, ΑΠ 940/2014).
Περαιτέρω, και γενικότερα, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας, και δη ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίδουν σ' αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, αλλά αποτελεί κατεξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 3 του Συντάγματος, και ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο μετά από εκτίμηση όλων των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύονται στην συγκεκριμένη περίπτωση, ερμηνεύοντας το περιεχόμενο της σύμβασης, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την σύμβαση, ανεξάρτητα από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, χωρίς παράλληλα ο ορθός αυτός νομικός χαρακτηρισμός από το δικαστήριο να συνιστά ανεπίτρεπτη "μετατροπή" του ισχύοντος νομοθετικού καθεστώτος από σύμβαση έργου σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (και δη αορίστου χρόνου), κρίση που ελέγχεται αναιρετικά στα πλαίσια των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ. 1 ή 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, τούτο δε, η δυνατότητα δηλαδή του ορθού νομικού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο μιας έννομης σχέσης ως σύμβασης εργασίας ή έργου, δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα (πριν, βέβαια, την έναρξη της ισχύος την 18-4- 2001 του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος με την προσθήκη σ' αυτό των παραγράφων 7 και 8 και την ισχύ της Οδηγίας 99/70/ΕΚ, περί αυτού στην συνέχεια, ΟλΑΠ 8/2011, ΟλΑΠ 19, 20/2007, 18/2006, ΑΠ 2201/2014, ΑΠ 720/2013). Η διάταξη όμως αυτή (άρθρο 8 παρ. 3 N. 2112/1920) δεν είναι δυνατόν να εφαρμοσθεί όταν η σύμβαση καταρτίζεται υποχρεωτικά από το νόμο ως ορισμένης διάρκειας διότι στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να γίνει λόγος για αδικαιολόγητο καθορισμό της σύμβασης εργασίας ως ορισμένου χρόνου, ούτε καθίσταται αορίστου χρόνου η σύμβαση του προσληφθέντος για ορισμένο χρόνο, αν αυτός χρησιμοποιήθηκε για την εκτέλεση εργασίας που εξυπηρετεί πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εργοδότη. Ειδικότερα: 1) Σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος κανένας δεν μπορεί να διορισθεί (δημόσιος) υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη, ενώ εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου, καθώς και οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού προσωπικού. 2) Επακολούθησε ο N. 2190/1994, με το άρθρο 21 παρ.1 και 2 του οποίου ορίσθηκε, ότι οι δημόσιες υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του άρθρου 14 παρ. 1 του αυτού νόμου επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών, ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεων θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή σε σύμβαση αορίστου χρόνου. Ορίζεται, μάλιστα, στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την άνω οριζόμενη διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν και τέλος οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγουμένων παραγράφων διώκονται για παράβαση καθήκοντος κατ' άρθρο 259 ПΚ. 3) Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έγινε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής (ФЕΚ А 84/17-4-2001) προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παρ. 7, που προβλέπει ότι η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο Ανεξάρτητης Αρχής. Επίσης στο ίδιο άρθρο (103) προστέθηκε παρ. 8, που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παρ. 3, είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου". Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις που κατέστησαν ήδη, με την ως άνω συνταγματική αναθεώρηση, συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο κλπ με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, για την πλήρωση οργανικών θέσεων, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος (ΑΠ 122/2016 ΝΟΜΟΣ). Μέλημα του αναθεωρητικού νομοθέτη ήταν να αποτρέψει την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου, όχι απλώς εκείνων που κάλυπταν παροδικές και απρόβλεπτες ανάγκες, αλλά και εκείνων που πράγματι κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες και προς τον σκοπό αυτόν προσέθεσε την παραπάνω διάταξη του εδ. γ' της παρ. 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, η οποία πλέον αδιακρίτως απαγορεύει την ακόμη και από το νόμο μονιμοποίηση του κατά τον προαναφερόμενο τρόπο προσλαμβανόμενου προσωπικού ή την μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ή έργου ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις αόριστου χρόνου. Δηλαδή, η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και την περίπτωση κατά την οποία οι εργαζόμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, απασχολούνται στην πραγματικότητα για την κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών του δημόσιου τομέα. Επομένως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου, συναπτόμενες υπό το κράτος της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, και δη μετά την έναρξη ισχύος (17-4-2001) του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος με την προσθήκη των ως άνω παραγράφων 7 και 8 σ' αυτό, με το Δημόσιο κλπ, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες, ούτε, εξάλλου, καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά την δικαστική διαδικασία ως συμβάσεων αορίστου χρόνου στην περίπτωση που καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν αυτό συμβαίνει, ο εργοδότης δεν έχει την ευχέρεια για την σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου (ένας τέτοιος δηλαδή χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής), συνακόλουθα δε σε κάθε περίπτωση στις συμβάσεις αυτές, υπό την ισχύ των ως άνω διατάξεων του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος και 21 N. 2190/1994, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 8 παρ. 3 του N. 2112/1920 (ΑΠ 413/2016, ΑΠ 122/2016, ΑΠ 940/2014).
Περαιτέρω, στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6- 1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμορφώσεως προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παρατάσεως της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7- 2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα. Στη ρήτρα 5 της πιο πάνω οδηγίας ορίζεται ότι τα κράτη-μέλη ύστερα από διαβουλεύσεις με τους κοινωνικούς εταίρους ή/και οι κοινωνικοί εταίροι καθορίζουν, όταν χρειάζεται, τις συνθήκες υπό τις οποίες συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται "διαδοχικές" και χαρακτηρίζονται συμβάσεις ή σχέσεις αορίστου χρόνου. Ήδη ο εθνικός νομοθέτης έχει εξειδικεύσει τις συνθήκες αυτές με τα προεδρικά διατάγματα 81/2003 και 164/2004, η ισχύς των οποίων άρχισε από τη δημοσίευσή τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (2-4-2003 και 19-7- 2004 αντίστοιχα) και το δεύτερο από τα οποία αναφέρεται στους εργαζομένους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα. Το άρθρο 5 του τελευταίου αυτού προεδρικού διατάγματος ορίζει τα εξής: "1. Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών. 2. Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ' εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης, 3... 4. Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου". Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, καταρτίσεως διαδοχικών συμβάσεων προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου προεδρικού διατάγματος η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημιώσεως ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του ΠΔ 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19-7-2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10-7-2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή. Έτσι, με το άρθρο 11 παρ. 1 περ. α, 2 εδ. α και β, 3 και 5 του πιο πάνω προεδρικού διατάγματος ορίζονται τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικά διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ. 1 περ. α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών. Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ. 2 εδ. α και β). "Οι κατά την παρ. 2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ. 3). "Στις διατάξεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προϋπόθεση του εδ. α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (παρ. 5). Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοικήσεως και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17-4-2001 και εφεξής) δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες. Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτιμήσεως των συμβάσεων αυτών, κατ' ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσεως κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, βάσει των πιο πάνω διατάξεων ο εργοδότης δεν έχει ευχέρεια για τη σύναψη συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου. Συνεπώς, στις συμβάσεις αυτές δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της προαναφερόμενης διατάξεως του άρθρου 8 παρ. 3 ν. 2112/1920 (ΟλΑΠ 19 και 20/2007). Κατόπιν των ανωτέρω, ενόψει των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της ЕЕ, η οποία δεν επιβάλλει το χαρακτηρισμό των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 του N. 2112/1920 ούτε κατ' επιταγή της Οδηγίας αυτής έχει εφαρμογή μετά την έναρξη της ισχύος του ΠΔ 164/2004, ούτε και η ως άνω Οδηγία, η ισχύς της οποίας, που δεν ήταν άμεσης εφαρμογής, ολοκληρώθηκε στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών και Κράτους μόνο με την έκδοση του ως άνω διατάγματος για την ενσωμάτωσή της στην ελληνική έννομη τάξη (ΟλΑΠ 19 και 20/2007, 31/2009, ΑΠ 413/2016, ΑΠ 122/2016, ΑΠ 940/2014), τούτο δε και μόνον ρυθμίζει από την έναρξη της ισχύος του τα σχετικά ζητήματα (ΑΠ 618/2017, ΑΠ 940/2014 ΝΟΜΟΣ).
Ακολούθως, με την διάταξη του άρθρου 1 της υπ' αριθμ. 2/11.6.2013 κοινής υπουργικής απόφασης (ΚΥΑ) του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό (ΦΕΚ B' 1414/11.6.2013), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14β του N. 3429/2005 (A' 314), όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με το άρθρο 66 παρ. 1 του N. 4002/2011 (A' 180), ορίζεται ότι "1. Η Ελληνική Ραδιοφωνία-Τηλεόραση, Ανώνυμη Εταιρεία (EPT Α.Ε.), που ιδρύθηκε με τον N. 1730/1987 (A' 145) ως ενιαίος φορέας, καταργείται. Επίσης, καταργούνται οι θυγατρικές εταιρείες που έχουν συσταθεί από την EPT Α.Ε. 2. Η μετάδοση ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, η κυκλοφορία εκδόσεων, η λειτουργία διαδικτυακών ιστότοπων όπως και κάθε άλλη δραστηριότητα της ΕΡΤ Α.Ε. και των θυγατρικών αυτής, διακόπτονται μετά το τέλος του κανονικού προγράμματος ...και έως τη σύσταση νέου φορέα Ακολούθως, στο άρθρο 2 της ίδιας ΚΥΑ, ως τροποποιηθέν ήδη ισχύει ορίζεται ότι "1. Το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ΕΡΤ Α.Ε. και των θυγατρικών της, περιλαμβανομένων των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, αξιώσεων και υποχρεώσεων, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση της παρούσας και χωρίς καμία άλλη διατύπωση στο Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών ... 2. Το Δημόσιο καθίσταται διάδοχος του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο...”, στο άρθρο 3 ότι: “1. Οι συμβάσεις εργασίας του απασχολούμενου με οποιονδήποτε τρόπο προσωπικού, όπως το τακτικό και έκτακτο προσωπικό ή άλλο προσωπικό, καθώς και κάθε είδους συμβάσεις έργου ή εργασίας με εξωτερικούς ή άλλους συνεργάτες προγράμματος της ΕΡΤ Α.Ε. και των θυγατρικών εταιρειών της λύονται από τη δημοσίευση της παρούσας. Για τις περιπτώσεις τις οποίες αφορά, η παρούσα απόφαση συνιστά και καταγγελία της ατομικής σύμβασης εργασίας....”, στο άρθρο 4Α (το οποίο προστέθηκε με το άρθρο δεύτερο της υπ' αριθμ. ΟΙΚ.3/12.6.2013 κοινής υπουργικής αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό (B' 1423/12.6.2013), ως τροποποιηθέν ήδη ισχύει), ορίζεται ότι "1. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, διορίζεται ειδικός διαχειριστής, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με σύμβαση έμμισθης εντολής, ο οποίος μέχρι την ολοκλήρωση του έργου της ειδικής διαχείρισης διαχειρίζεται το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της EPT ΑΕ και των θυγατρικών της που μεταβιβάζονται στο Δημόσιο σύμφωνα με το άρθρο 2 ... 2. Κατά τη διάρκεια της ειδικής διαχείρισης ο ειδικός διαχειριστής ασκεί τα δικαιώματα παρακολουθεί τις εκκρεμότητες, εκπληρώνει τις υποχρεώσεις, προβαίνει σε καταγραφή των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού και γενικά παρακολουθεί και χειρίζεται όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις του Δημοσίου ως διαδόχου της EPT ΑΕ και των θυγατρικών της. ..." και στο άρθρο 4Β της ιδίας ως άνω Κ.Υ.Α. (το οποίο προστέθηκε με το άρθρο τέταρτο της υπ' αριθμ. ΟΙΚ 6/8.7.2013 κοινής υπουργικής αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό (B' 1675), ως τροποποιηθέν ήδη ισχύει), ορίζεται ότι 'Συνιστάται στο Υπουργείο Οικονομικών ειδικός, εκτός προϋπολογισμού, λογαριασμός για την παρακολούθηση και διαχείριση του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ΕΡΤ ΑΕ ... που μεταβιβάσθηκαν στο Ελληνικό Δημόσιο ... μέχρι την ολοκλήρωση του έργου της ειδικής διαχείρισης ...". Τέλος, στο άρθρο 6 της ως άνω κοινής υπουργικής αποφάσεως ορίσθηκε ότι 'Όπου στις κείμενες διατάξεις αναφέρεται η ΕΡΤ ΑΕ ... νοείται εφ' εξής το Ελληνικό Δημόσιο". Εξ άλλου, με τον N. 4173/2013 (A' 169) ιδρύθηκε νέος φορέας με την επωνυμία "ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ, ΙΝΤΕΡΝΕΤ ΚΑΙ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." (Ν.Ε.Ρ.Ι.Τ. Α.Ε.) - και ήδη μετονομασθείσα σε "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ, ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ (Ε.Ρ.Τ. Α.Ε.) βάσει του άρθρου 1 παρ. 1 του N. 4324/2015 (A' 44) - ως δημόσια επιχείρηση, που ανήκει στο δημόσιο τομέα, εποπτεύεται από το Κράτος και έχει διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Ειδικότερα, στο άρθρο 6 του ως άνω νόμου, ως τροποποιηθέν ισχύει, προβλέφθηκε ότι "1. Το μετοχικό κεφάλαιο της Ε.Ρ.Τ Α.Ε. ανήκει αποκλειστικά στο Ελληνικό Δημόσιο, στο όνομα του οποίου έχει εκδοθεί ένας ονομαστικός και αναπαλλοτρίωτος τίτλος ..." και στο άρθρο 16, ως ήδη ισχύει, ότι "1. ... 3. Τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στο Δημόσιο δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης με αριθμό 02/11.6.2013 (B' 1414) όπως ισχύει, μεταβιβάζονται στην Ε.Ρ.Τ Α.Ε. με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου Υπουργού για θέματα Δημόσιας Ραδιοτηλεόρασης ... Με την εφαρμογή της παρούσας ... δεν θίγονται οι διατάξεις για την ειδική διαχείριση της καταργηθείσας ΕΡΤ Α.Ε. και ιδίως οι διατάξεις για την καταγραφή του συνόλου του ενεργητικού και του παθητικού της που περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο. Τέλος, με το άρθρο 14 του N. 4324/2015 προστέθηκε άρθρο 16Α στον N. 4173/2013, σύμφωνα με το οποίο: "1.... 7. Η Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. και οι θυγατρικές της που καταργήθηκαν με την υπ' αριθμ. 2/11.6.2013 κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό (B' 1414), όπως ισχύει, εξακολουθούν να υπάγονται σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης σύμφωνα με την Οικ. 2/11.6.2013 κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό (B' 1414), όπως ισχύει, το έργο δε της διαχείρισης πρέπει να ολοκληρωθεί μέσα σε ένα μήνα από την ισχύ του παρόντος νόμου. Με την πάροδο άπρακτης της προθεσμίας ο ειδικός διαχειριστής παραδίδει όλο το υπάρχον υλικό σε νέο ειδικό διαχειριστή που ορίζεται με κοινή απόφαση του αρμόδιου Υπουργού για θέματα Ραδιοτηλεόρασης και του Υπουργού Οικονομικών. ...". Κατ' εξουσιοδότηση δε της διάταξης αυτής, με την υπ' αριθμ. 4020512/2015 (B' 2167) κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Επικράτειας, ορίσθηκε ήδη νέος ειδικός διαχειριστής για τα περιουσιακά στοιχεία της καταργηθείσας Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. Σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες διατάξεις, μετά την κατάργηση της Ε.Ρ.Τ. Α.Ε. του N. 1730/1987, το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της, περιλαμβανομένων των πάσης φύσεως δικαιωμάτων, αξιώσεων και υποχρεώσεών της, μεταβιβάσθηκαν αυτοδικαίως στο Ελληνικό Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών. Περαιτέρω, προβλέφθηκε η δημιουργία νέου φορέα, που δεν αποτελεί κατά νόμο διάδοχο της καταργηθείσας ΕΡΤ Α.Ε., ούτε συνδέεται με άλλον τρόπο ευθέως με αυτήν, στο πλαίσιο δε αυτό συστήθηκε στο Υπουργείο Οικονομικών, ειδικός, εκτός προϋπολογισμού, λογαριασμός, και διορίσθηκε, ως όργανο εντασσόμενο στο νομικό πρόσωπο του Δημοσίου, ειδικός διαχειριστής, στον οποίο παρασχέθηκε η αρμοδιότητα παρακολούθησης και διαχείρισης τόσο των ως άνω στοιχείων της περιουσίας της καταργηθείσας ΕΡΤ Α.Ε. όσο και όλων των εκκρεμών υποθέσεων του Δημοσίου, υπό την ιδιότητα του τελευταίου ως διαδόχου της ανωτέρω εταιρείας, το δε έργο της ειδικής διαχειρίσεως ουδόλως εθίγη από τη σύσταση του νέου φορέα (ΑΠ 1171/2021, ΣτΕ 32353/2017, ΣτΕ 2054/2017, ΣτΕ 2399/2016 ΝΟΜΟΣ). Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι μετά την κατάρτιση του νομικού προσώπου της ιδρυθείσας με το N. 1730/1987 ΕΡΤ ΑΕ υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος αυτής το Ελληνικό Δημόσιο, νομιμοποιούμενο έκτοτε ενεργητικά και παθητικά στις δίκες που αφορούν το ως άνω καταργηθέν νομικό πρόσωπο, ο δημιουργηθείς δε νέος φορέας (Ν. 4173/2013 και N. 4324/2015) δεν αποτελεί διάδοχο της ιδρυθείσας με το Ν. 1730/1987 ΕΡΤ ΑΕ, ούτε συνδέεται με άλλον τρόπο ευθέως με αυτήν (ΣτΕ 2054/2017, ΣτΕ 2399/2016, ΣτΕ 4905/2014, ΣτΕ 4874/2014 ΝΟΜΟΣ).
Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, …., που δόθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά της δίκης, από την υπ’ αριθ. ….2023 ένορκη βεβαίωση που δόθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών του μάρτυρα του ενάγοντος …., μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήση της εναγομένης (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. …..2023 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ….) και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, των οποίων δεν απαιτείται ειδική μνεία για το καθένα στην απόφαση αλλά είναι ισοδύναμα και συνεκτιμώνται όλα για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς και τα οποία λαμβάνονται υπ’ όψιν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπ’ όψιν αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Με τον N. 1730/1987 ιδρύθηκε ΝΠΙΔ με την επωνυμία “ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ” και διακριτικό τίτλο “ΕΡΤ ΑΕ”, που ήταν δημόσια επιχείρηση και ανήκε στον δημόσιο τομέα. Η ως άνω εταιρία καταργήθηκε με την υπ’ αριθ. ΟΙΚ02/11-6- 2013 ΚΥΑ του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό και του Υπουργού Οικονομικών (ФЕК В 1414/11-6-2013), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, στην παρ. 1 άρ. 1 της οποίας αναφέρεται η κατάργηση αυτής. Στο άρ. 2 παρ. 1 και 2 της εν λόγω ΚΥΑ ορίζεται ότι το σύνολο των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της ΕΡΤ Α.Ε. και των θυγατρικών της, περιλαμβανομένων πάσης φύσεως δικαιωμάτων, αξιώσεων και υποχρεώσεων μεταβιβάζονται αυτοδικαίως από τη δημοσίευση της ΚΥΑ και χωρίς άλλη διατύπωση στο Δημόσιο, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό Οικονομικών και το Δημόσιο καθίσταται διάδοχος του συνόλου των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Επιπλέον στο άρ. 3 παρ. 1 της ως άνω ΚΥΑ ορίζεται ότι οι συμβάσεις εργασίας του απασχολούμενου με οποιονδήποτε τρόπο προσωπικού, όπως το τακτικό και έκτακτο προσωπικό ή άλλο προσωπικό καθώς και κάθε είδους συμβάσεις έργου ή εργασίας με εξωτερικούς ή άλλους συνεργάτες προγράμματος της EPT ΑΕ και των θυγατρικών εταιριών της, λύονται από τη δημοσίευση της ΚΥΑ και ότι για τις περιπτώσεις τις οποίες αφορά, η παρούσα απόφαση συνιστά και καταγγελία της ατομικής σύμβασης εργασίας. Στο άρ. 4Α της ΚΥΑ προβλέπεται ο διορισμός ειδικού διαχειριστή, με σύμβαση έμμισθης εντολής, όπως η εν λόγω διάταξη τροποποιήθηκε και ισχύει. Εν συνεχεία, με τον N. 4173/2013 ιδρύθηκε το ΝΠΙΔ με την επωνυμία “ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ, ΙΝΤΕΡΝΕΤ ΚΑΙ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε.” (ΝΕΡΙΤ ΑΕ) που αποτελεί δημόσια επιχείρηση και ανήκει στο δημόσιο τομέα, εποπτευόμενη από το κράτος με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, διεπόμενη συμπληρωματικά και από τις διατάξεις του N. 3429/2005, αποβλέπουσα στην εκπλήρωση των σκοπών της δημόσιας ραδιοτηλεοπτικής υπηρεσίας. Με τις διατάξεις του N. 4324/2015 τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του N. 4173/2013 και η ΝΕΡΙΤ ΑΕ, με το άρ. 1 παρ. 1 μετονομάστηκε σε “ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ” (ΕΡΤ ΑΕ). Η ΝΕΡΙΤ ΑΕ όπως μετονομάστηκε σε ΕΡΤ ΑΕ αποτελεί την εναγομένη εταιρία. Στο άρ. 16Α του N. 4173/2013, που προστέθηκε με το άρ. 14 N. 4324/2015, ορίζεται στην παρ. 1 ότι οι κάθε είδους συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου ή έμμισθης εντολής του προσωπικού, το οποίο την 11η Ιουνίου 2013 απασχολείτο στην ΕΡΤ ΑΕ και οι οποίες λύθηκαν, με το άρ. 3 της ΚΥΑ 2/11-6-2013 όπως ισχύει, αναβιώνουν από την ημέρα δημοσίευσης του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης και θεωρούνται εφεξής συμβάσεις που έχουν συναφθεί με την εταιρία του άρ. 1 του νόμου αυτού. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι το Ελληνικό Δημόσιο είναι καθολικός διάδοχος της καταργηθείσας ΕΡΤ ΑΕ και νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά ως διάδικος στις δίκες που αφορούν αντίστοιχα δικαιώματα και υποχρεώσεις του καταργηθέντος νομικού προσώπου, ο δε ειδικός διαχειριστής εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα το Ελληνικό Δημόσιο ως καθολικός διάδοχος της καταργηθείσας EPT ΑΕ. Και μετά τη σύσταση της εν προκειμένω εναγόμενης EPT ΑΕ, εξακολουθούν να ισχύουν τα ανωτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 2 και 3 N. 4324/2015, που αντικατέστησαν τις παρ. 2 και 3 του άρ. 1 N. 4173/2013, η ισχύς του οποίου N. 4324/2015 άρχισε στις 29-4-2015, καθώς βάση του άρ. 16Α παρ. 7 εδ. α του N. 4173/2013 που προστέθηκε με το άρ. 14 N. 4324/2015, η ΕΡΤ ΑΕ και οι θυγατρικές της που καταργήθηκαν με την ΚΥΑ 2/11-6-2013, όπως ισχύει, εξακολουθούν να υπάγονται σε καθεστώς ειδικής διαχείρισης σύμφωνα με την ΚΥΑ 2/11-6-2013 (Β 1414), όπως ισχύει. Η εταιρία ΝΕΡΙΤ ΑΕ που εν συνεχεία μετονομάστηκε στην εναγομένη ΕΡΤ ΑΕ δεν αποτελεί διάδοχος της παλαιός (αρχικής) ΕΡΤ ΑΕ, η οποία καταργήθηκε στις 11-6-2013 και δεν συντρέχει περίπτωση μεταβίβασης επιχείρησης. Με την ΚΥΑ 2/11-6-2013 καταργήθηκε μια δημόσια επιχείρηση και στη θέση της υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος το Ελληνικό Δημόσιο. Ο N. 4173/2013 με τον οποίο συστάθηκε η ΝΕΡΙΤ ΑΕ προβλέπει τη λειτουργία νέου φορέα, ανεξάρτητου από τον προηγούμενο (αρχική ΕΡΤ ΑΕ με το N. 1730/1987), με μισθωτούς που προσλαμβάνονται με νέες συμβάσεις εργασίας, χωρίς να διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας. Η νέα εταιρία ΝΕΡΙΤ ΑΕ που ιδρύθηκε με το N. 4173/2013 και μετονομάστηκε σε ΕΡΤ ΑΕ με το N. 4324/2015, δεν αναβίωσε την αρχική ΕΡΤ ΑΕ του N. 1730/1987 αλλά με το άρθρο 16Α του ίδιου N. 4173/2013, όπως προστέθηκε με το άρ. 14 N. 4324/2015, αναβίωσαν μόνο οι συμβάσεις προσωπικού της που υπηρετούσε με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στις 11-6-2013, οπότε και καταργήθηκε η εταιρία και καταγγέλθηκαν οι συμβάσεις με την προαναφερθείσα ΚΥΑ, η αναβίωση δε αυτή έγινε μόνο από όσους ενδιαφέρονταν και μετά από υποβολή σχετικής αίτησης από κάθε ενδιαφερόμενο. Επομένως, η εναγομένη ΕΡΤ ΑΕ δεν έχει σχέση με την αρχική ΕΡΤ ΑΕ του N. 1730/1987, δηλαδή ο δημιουργηθείς νέος φορέας δεν αποτελεί διάδοχο της αρχικής ΕΡΤ ΑΕ και δεν συνδέεται με άλλο τρόπο ευθέως με αυτήν (ΑΠ 1171/2021 ΝΟΜΟΣ και ΜονΕφΑΘ 4530/2021 προσκομιζόμενη με επίκληση). Περαιτέρω, η εναγομένη, πέρα από το τακτικό προσωπικό που απασχολεί, έχει ανάγκη πολλών έκτακτων εναλλασσόμενων συνεργατών διαφόρων ειδικοτήτων, προς τούτο δε ορίστηκε στο Ν. 4173/2013 όπως τροποποιήθηκε και ισχύει ότι η ΕΡΤ ΑΕ επιτρέπεται με απόφαση του ΔΣ, ύστερα από εισήγηση του Διευθύνοντος Συμβούλου και αφού έχει προηγηθεί σχετική δημόσια προκήρυξη στον ιστότοπο της εταιρίας, η ανάθεση έργου ή παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για την παραγωγή ή την επεξεργασία ή την παρουσίαση συγκεκριμένου ραδιοφωνικού, τηλεοπτικού ή διαδικτυακού προϊόντος για την εκπλήρωση σκοπών και της αποστολής της εταιρίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και του καταστατικού της. Οι αναθέσεις και οι παροχές αυτές γίνονται με όρους χρηστής διαχείρισης, απόλυτης διαφάνειας και αξιοκρατίας, στο πλαίσιο ισοσκελισμένων προϋπολογισμών, αφορούν δε σε πρόγραμμα που ενισχύει το παραγόμενο και παρεχόμενο πρόγραμμα από το προσωπικό της EPT ΑΕ και στοχεύουν στην ενδυνάμωση της εγχώριας παραγωγής και των συντελεστών της. Αντίστοιχη διάταξη υπήρχε και στον Γ.Κ.Π. Γενικό Κανονισμό Προσωπικού της καταργηθείσας EPT ΑΕ (του Ν. 1730/1987) στο άρθρο 3 του οποίου, που αναφερόταν στους εξωτερικούς συνεργάτες προγράμματος, όριζε ότι αυτοί δεν αποτελούν προσωπικό της ΕΡΤ ΑΕ και δεν υπάγονται στον Κανονισμό αυτοί στους οποίους ανατίθετο για συγκεκριμένη εκπομπή, με έγγραφη σύμβαση, η εκτέλεση ορισμένου και συγκεκριμένου έργου. Περαιτέρω, με τις προαναφερόμενες διατάξεις των παρ. 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκαν με το Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, με ισχύ από 18-4- 2001, ορίζεται ότι : στην παρ. 7 “Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με τα προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει. Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής” και στην παρ. 8 “Νόμος ορίζει τους όρους και την χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα για την κάλυψη είτε πρόσκαιρων, είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση του προσωπικού....ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσει της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολούμενους με σύμβαση έργου”. Ακολούθως, με το άρθρο 6 N. 2527/1997, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.3812/2009 και ισχύει, ορίζονται μεταξύ άλλων και τα εξής : στην παρ. 1 “Για την σύναψη σύμβασης μίσθωσης έργου από υπηρεσίες και νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, με φυσικά πρόσωπα σύμφωνα με τις διατάξεις του άρ. 681 επ. του ΑΚ ή με άλλες ειδικές διατάξεις, απαιτείται η προηγούμενη έκδοση κοινής απόφασης του Υπουργού Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμοδίου Υπουργού με την οποία καθορίζεται ο αριθμός προσώπων που θα απασχοληθούν, το συγκεκριμένο έργο που θα εκτελέσουν, το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την ολική ή τμηματική παράδοση του έργου, το συνολικό ποσό της αμοιβής του αναδόχου, ο τόπος εκτέλεσης του έργου....Με τη σύμβαση μίσθωσης έργου καθορίζονται οι τυχόν αναγκαίοι όροι και κάθε λεπτομέρεια σχετικώς με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του αναδόχου. Σύμβαση μίσθωσης έργου που καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες είναι αυτοδικαίως και καθ’ ολοκληρία άκυρη”. Ο ενάγων, με δύο συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, το χρονικό διάστημα από 7-12-2010 έως 7-12-2011 και από 14-2-2012 έως 13-2-2012, απασχολήθηκε με την ιδιότητα του μουσικού ως μέλος της Συμφωνικής Ορχήστρας για την εκτέλεση μουσικών συνθέσεων για ... στην αρχική EPT ΑΕ του N. 1730/1987 η οποία καταργήθηκε στις 11-6-2013 και στη θέση της έχει υπεισέλθει το Ελληνικό Δημόσιο ως καθολικός διάδοχος αυτής. Εν συνεχεία, ο ενάγων σύναψε με την ΝΕΡΙΤ ΑΕ (που μετονομάσθηκε με την επωνυμία της εναγομένης) την από 7-7-2014 σύμβαση έργου για την εκτέλεση εκ μέρους του, με την ιδιότητα του μέλους της Συμφωνικής Ορχήστρας, συμμετέχοντας ως Κορυφαίος, 150 εκδηλώσεων της Ορχήστρας αυτής (ενδεικτικά αναφέροντας συναυλίες, ηχογραφήσεις, μουσικοθεατρικές παραστάσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα, βιντεοσκοπήσεις) κατά το άρθρο 3 της σύμβασης έργου, η δε λήξη της σύμβασης συμφωνήθηκε με την οριστική παράδοση εκ μέρους του ενάγοντος καθώς και την προσήκουσα παραλαβή εκ μέρους της εναγομένης, του συνόλου του έργου, η ολοκλήρωση του οποίου προβλέφθηκε σε χρονικό διάστημα 3 περίπου ετών, με την επιπλέον πρόβλεψη ότι τυχόν χρονική έκταση της διάρκειας της ολοκλήρωσης του έργου δεν επηρεάζει την σύμβαση, με καθορισθείσα αμοιβή του έργου στο συνολικό ποσό των 83.500 ευρώ, μετά από παρακράτηση του αναλογούντος φόρου, των ασφαλιστικών εισφορών και πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ (άρθρο 8), καταβαλλόμενο το ποσό τμηματικά, όπως ειδικότερα αναφέρεται
στο άρθρο 9 της σύμβασης έργου προαναφέρθηκε και στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, μετά την κατάργηση του νομικού προσώπου της αρχικής ΕΡΤ ΑΕ (του N. 1730/1987), το Ελληνικό Δημόσιο που υπεισήλθε ως καθολικός της διάδοχος, νομιμοποιείται ενεργητικά και παθητικά για τις δίκες με το καταργηθέν νομικό πρόσωπο και ο δημιουργηθείς νέος φορέας ΝΕΡΙΤ ΑΕ και ήδη ΕΡΤ ΑΕ (εναγομένη) δεν αποτελεί διάδοχο της αρχικής ΕΡΤ ΑΕ, ούτε συνδέεται με άλλον τρόπο ευθέως με αυτήν, και επομένως, η εναγομένη δεν αποτελεί οργανική και λειτουργική συνέχεια της αρχικής ΕΡΤ ΑΕ, ούτε στην εναγομένη μεταβιβάστηκε η επιχείρηση της αρχικής ΕΡΤ, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών της A έφεσης με τον πρώτο λόγο αυτής, ο οποίος κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Συνεπώς, ο ενάγων ξεκίνησε να απασχολείται στην εναγομένη με την από 7-7-2014 σύμβαση έργου. Η ως άνω σύμβαση παρατάθηκε διαδοχικά με την υπογραφή από τους διαδίκους : α) της από 17-1-2019 πρόσθετης πράξης παράτασης σύμβασης έργου μουσικού για την πραγματοποίηση 33 συναυλιών έως 31-12-2019, αντί αμοιβής συνολικού ποσού 21.666,65 ευρώ με το ΦΠΑ και καθαρή αμοιβή ποσού 17.325 ευρώ και εργοδοτικών εισφορών 4.341,65 ευρώ, β) της από 28-11-2019 πρόσθετης πράξης παράτασης έργου μουσικού για την πραγματοποίηση 33 συναυλιών έως 31-12-2020, αντί αμοιβής συνολικού ποσού 23.060,42 ευρώ με το ΦΠΑ και καθαρή αμοιβή ποσού 18.315 ευρώ και εργοδοτικών εισφορών 4.745,42 ευρώ, γ) της από 28-1-2021 πρόσθετης πράξης σύμβασης μίσθωσης έργου μουσικού για την πραγματοποίηση 33 συναυλιών από 1-1-2021 έως 31-12-2021, αντί αμοιβής συνολικού ποσού 18.315 ευρώ πλέον του ΦΠΑ και αναλογουσών εργοδοτικών εισφορών 4.681,31 ευρώ, ήτοι συνολικά ποσό 22.996,31 ευρώ και δ) της από 3-1-2022 πρόσθετης πράξης σύμβασης έργου μουσικού για την πραγματοποίηση 33 συναυλιών από 1-1-2022 έως 31-12-2022, αντί αμοιβής συνολικού ποσού 18.315 ευρώ πλέον του ΦΠΑ και αναλογουσών εργοδοτικών εισφορών 4.681,31 ευρώ, ήτοι συνολικά ποσό 22.996,31 ευρώ. Επομένως, ο ενάγων απασχολήθηκε στην εναγομένη όλο το χρονικό διάστημα από 7-7-2014 έως 31-12-2022 και έκτοτε η εναγομένη έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του. Ωστόσο, οι ανωτέρω συμβάσεις έργου (αρχική και πρόσθετες πράξεις σύμβασης έργου - παρατάσεις) του ενάγοντος με την εναγομένη, καταρτίσθηκαν όλες μετά την έναρξη ισχύος του αναθεωρημένου άρ. 103 του Συντάγματος, στο οποίο προστέθηκαν οι παράγραφοι 7 και 8, σύμφωνα με το οποίο, δεν είναι δυνατή η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 671 ΑΚ ούτε η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 3 του N. 2112/1920 και απαγορεύεται πλέον, ήτοι μετά τον χρόνο θέσης σε ισχύ της διάταξης αυτής, όχι μόνο η μετατροπή των διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου και μίσθωσης έργου σε αορίστου ακόμη και εάν καλύπτουν αυτές πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αλλά ακόμη και ο ορθός χαρακτηρισμός τους. Επιπρόσθετα, οι επίδικες συμβάσεις έργου δεν είναι δυνατόν να μετατραπούν ούτε ακόμη και με τις διατάξεις της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ επί της βάσης της καταστρατήγησης των διατάξεων του Ν. 2112/1920, καθώς τυχόν αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή θα προσέκρουε, πέραν των ανωτέρω συνταγματικών και νομοθετικών απαγορεύσεων, αφενός μεν στη θεμελιώδη αρχή της διάκρισης των κρατικών λειτουργιών, αφού σε μία τέτοια περίπτωση έμμεσα, δηλαδή με την έκδοση σχετικής δικαστικής απόφασης που θα αναγνώριζε τις αντίστοιχες συμβάσεις έργου ως συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, θα μπορούσαν να συσταθούν κατ' ουσίαν οργανικές θέσεις του δημόσιου τομέα και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου μη νομοθετημένες και να μονιμοποιηθεί κατ' αυτόν τον τρόπο προσωπικό των δημόσιων υπηρεσιών και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, του οποίου κατά ρητή νομοθετική και συνταγματική επιταγή απαγορεύεται η μονιμοποίηση, αφετέρου δε, θα προσέκρουε στο πνεύμα των προπαρατεθεισών αναθεωρημένων συνταγματικών διατάξεων, με τις οποίες προφανώς ο συνταγματικός νομοθέτης, κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος του έτους 2001, εκδήλωσε τη βούλησή του για αποτροπή της συνέχισης μίας συνήθους πρακτικής του παρελθόντος, κατά την οποία, ενώ αρχικά προσλαμβανόταν προσωπικό με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου για την κάλυψη πρόσκαιρων και απρόβλεπτων ή επειγουσών αναγκών, στη συνέχεια διαπιστωνόταν ότι αυτές οι ανάγκες ήταν πάγιες και διαρκείς και για το λόγο αυτό μονιμοποιείτο το προσληφθέν προσωπικό, είτε μέσω του διορισμού του στη θέση μόνιμων δημοσίων υπαλλήλων, είτε μέσω της μετατροπής των σχετικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου ή έργου σε συμβάσεις αορίστου χρόνου, αποκλείοντας κατ' αυτό τον τρόπο άλλους ενδιαφερομένους που θα μπορούσαν να διεκδικήσουν τις ίδιες θέσεις εργασίας κατά τις διατάξεις της ισχύουσας κάθε φορά νομοθεσίας κατά παράβαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας. Τέλος, οι επίδικες συμβάσεις έργου δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν ως ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου ούτε κατ' εφαρμογή του άρ. 11 του 164/2004, διότι κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο, ήτοι την 19-7-2004, ημερομηνία έναρξης εφαρμογής του ΠΔ 164/2004, ο ενάγων, κατά τα αναφερόμενα ανωτέρω με τον χρόνο έναρξης της πρώτης σύμβασης έργου στις 7-7-2014, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του ανωτέρω ΠΔ ώστε να ερευνηθεί η αγωγή του στην ουσία έστω μ' αυτή τη νομική βάση. Επομένως, η εναγομένη δεν έχει την ευχέρεια σύναψης συμβάσεων αορίστου χρόνου, επιπλέον δε ο ενάγων δεν εμπίπτει ούτε στις μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 11 ΠΔ 164/2004, αφού οι συναφθείσες με την εναγομένη διαδοχικές συμβάσεις έργου και πρόσθετες πράξεις παράτασης, όχι μόνο δεν ήσαν ενεργές κατά την έναρξη ισχύος αυτού, αλλά καταρτίσθηκαν για πρώτη φορά πολύ μετά την θέση σε ισχύ του ως άνω ΠΔ 164/2004. Όμως, και για το χρόνο μετά την ισχύ του ΠΔ 164/2004, κατά τον οποίο, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ο ενάγων άρχισε να εργάζεται στην εναγομένη με τις προαναφερόμενες συμβάσεις, ακόμα και καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγόμενης, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, δηλαδή κατά παράβαση των αναφερόμενων κανόνων στα άρθρα 5 και 6 του ΠΔ 164/2004 (και ανεξαρτήτως του αν, εν προκειμένω, πληρούνται ή όχι οι προϋποθέσεις αυτών), κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων, προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου ΠΔ, η αυτοδίκαιη ακυρότητα τους και η καταβολή στον εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό "το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του", ενώ θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών. Επομένως, δεν προβλέπεται ως κύρωση (και) η μετατροπή των συμβάσεων αυτών σε μία αορίστου χρόνου. Οι προβλεπόμενες δε ως άνω κυρώσεις, διασφαλίζουν αποτελεσματικά τον σκοπό που εκφράζεται με την ως άνω ρήτρα 5 της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, ήτοι την αποτροπή της κατάχρησης σύναψης διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, ώστε δεν είναι απαραίτητη η προσφυγή στο άρθρο 8 του Ν. 2112/1920, το οποίο, όπως εκτίθεται στην ως άνω μείζονα σκέψη, δεν έχει εφαρμογή, ούτε κατ’ επιταγή της Οδηγίας αυτής, τόσο κατά το μεσοδιάστημα παράλειψης προσαρμογής στην Οδηγία από 10-7-2002 μέχρι 19-7-2004, όσο και μετά την έναρξη ισχύος του προεδρικού αυτού διατάγματος. Συνεπώς, απορριπτέοι ως αβάσιμοι κρίνονται οι πρώτος και δεύτερος λόγος της A έφεσης. Περαιτέρω, ο τέταρτος λόγος της A έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς ο ενάγων πέρα από την μη κατάρτιση νέας σύμβασης από την 1-1-2023, τη διατήρηση της θέσης του ως έκτακτου και της μη ένταξής του στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης, δεν επικαλείται περαιτέρω περιστατικά που να συνιστούν από μόνα τους, αδικοπρακτική προσβολή της προσωπικότητάς του και επομένως δεν μπορεί να θεμελιώσει αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ακολούθως, αποδεικνύεται ότι όλο το χρονικό διάστημα από 7-7-2014 έως 31-12-2022, οπότε και παρήλθε ο ορισμένος χρόνος διάρκειας της τελευταίας παράτασης της σύμβασης του ενάγοντος, αυτός απασχολούνταν διαρκώς και χωρίς διακοπή στην εναγομένη στα Μουσικά Σύνολα αυτής και στην Συμφωνική της Ορχήστρα, έχοντας, από τη θέση του μουσικού, με όργανο την ..., τα ίδια ακριβώς καθήκοντα και προσφέροντας τις ίδιες υπηρεσίες με τα υπόλοιπα μέλη της Ορχήστρας που ανήκαν στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης. Όπως κατέθεσαν και ο μάρτυρας απόδειξης και αυτός της ένορκης βεβαίωσης, ο ενάγων συμμετείχε στις καθημερινές πρόβες της Συμφωνικής Ορχήστρας, στις προγραμματισμένες συναυλίες, στις ηχογραφήσεις και μαγνητοσκοπήσεις και στελέχωνε όλο το χρονικό διάστημα τη δύναμη των Μουσικών Συνόλων. Ειδικότερα, συμμετείχε σε όλες τις καθημερινές πρόβες της Ορχήστρας που πραγματοποιούνταν συνήθως από Δευτέρα έως Παρασκευή από ώρα 10.00 έως 13.30 ή όποιες άλλες ώρες και ημέρες οριζόταν από την εναγομένη, μετείχε ως μέλος στις ορισθείσες από την εναγομένη συναυλίες των Μουσικών Συνόλων που γίνονταν συνήθως σε απογευματινές ή βραδινές ώρες, πολλές φορές και σε εξαιρέσιμες ημέρες ή αργίες, συχνά και εκτός Αθηνών και ενίοτε στο εξωτερικό. Όπως κατέθεσαν οι ως άνω μάρτυρες, που και οι δύο ανήκουν στο τακτικό προσωπικό της εναγομένης, η εργασία που παρείχε ο ενάγων στην εναγομένη δεν είχε καμία διαφορά σε σχέση με αυτή του τακτικού προσωπικού στα Μουσικά Σύνολα της εναγομένης, καθώς όλοι οι μουσικοί, τακτικοί ή μη εργαζόμενοι της εναγομένης, βρίσκονταν πάντοτε υπό την εποπτεία και των έλεγχο των αρμόδιων προϊσταμένων της εναγομένης και δη του Διευθυντή των Μουσικών Συνόλων, επιπλέον δε η εναγομένη καθόριζε τον τόπο παροχής της εργασίας τους στο Ραδιομέγαρο της Αγίας Παρασκευής ή σε άλλους τόπους για την εκτέλεση των κατά περίπτωση συναυλιών και άλλων μουσικών εκδηλώσεων, τον χρόνο παροχής της εργασίας τους ως προς το ωράριο για τις πρόβες, τον χρόνο εκτέλεσης μουσικών παραγωγών και συναυλιών αλλά και τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας τους, παρέχοντας προς αυτούς οδηγίες και εντολές και ελέγχοντας την τήρηση των χορηγούμενων εντολών, με τη μνεία ότι ο τόπος, χρόνος και τρόπος παροχής της εργασίας τους είναι κοινοί όπως και οι εντολές, καθώς η Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα των Μουσικών Συνόλων δεν νοείται χωρίς την παρουσία των μουσικών της. Ακόμα και ο μάρτυρας ανταπόδειξης, με την ιδιότητα του Διευθυντή των Μουσικών Συνόλων της εναγομένης, προϊστάμενος της διεύθυνσης των ορχηστρών και της χορωδίας από το έτος 2018, επιβεβαίωσε στην κατάθεσή του ότι ο ενάγων είχε υποχρέωση να αναφέρεται σε αυτόν και να είναι παρών στις δοκιμές (πρόβες) και στην εκάστοτε παράσταση και συναυλία, ότι η παρουσία του ενάγοντος ήταν καθημερινή στις παραγωγές, ότι οι συναυλίες που συμμετείχε ο ενάγων στα Μουσικά Σύνολα είναι σταθερές και όχι έκτακτες, απαιτείται δε μεγάλος αριθμός δοκιμών. Εν συνεχεία, ο ίδιος μάρτυρας κατέθεσε ότι η εργασία του ενάγοντος είναι ίδια με αυτήν των λοιπών και ότι η συνεργασία με τον ενάγοντα δεν δημιούργησε κανένα πρόβλημα στα Μουσικά Σύνολα καθώς ήταν πάντα συνεπής. Αποδεικνύεται ότι δεν υπήρχε διαφορά στο εργασιακό καθεστώς ως προς το αντικείμενο, τα καθήκοντα και τις υποχρεώσεις μεταξύ των μελών της Συμφωνικής Ορχήστρας και των Μουσικών Συνόλων του τακτικού προσωπικού της εναγομένης με αυτά του ενάγοντος αλλά ο ενάγων κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εναγομένης, τις οποίες δεν επαρκούσε να καλύψει το τακτικό προσωπικό της, λόγω και των πολλών κενών θέσεων που υπάρχουν στην Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα, ήτοι επί συνόλου 105 θέσεων τακτικού προσωπικού, οι 51 εξ αυτών, εξ όσων γνωρίζει ο μάρτυρας στην ένορκη βεβαίωση, καταλαμβάνονται από το τακτικό προσωπικό, με αποτέλεσμα η ανάγκη παροχής εργασίας του ενάγοντος να είναι αναγκαία και επιτακτική. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του ως μουσικός από 7-7-2014 έως 31-12-2022 με την αρχική σύμβαση έργου που διαρκώς έπαιρνε παρατάσεις με πρόσθετες πράξεις, με αντικείμενο την εκτέλεση 33 μουσικών εκδηλώσεων κάθε φορά. Η ταυτότητα του παρεχόμενου έργου και η χωρίς διακοπή και για μακρύ χρονικό διάστημα συμμετοχή του ενάγοντος στις μουσικές υποχρεώσεις της Συμφωνικής Ορχήστρας, αποδεικνύει ότι οι ως άνω συμβάσεις που τιτλοφορούνται ως έργου, λειτούργησαν στην πραγματικότητα ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας. Συγκεκριμένα, το ως άνω χρονικό διάστημα (7-7-2014 έως 31-12-2022) μεταξύ των διαδίκων υφίστατο η προσιδιάζουσα στην εξαρτημένη εργασία σχέση προσωπικής και νομικής εξάρτησης, ώστε η μεταξύ τους έννομη σχέση να συνιστά, κατ’ ορθότερο νομικό χαρακτηρισμό, όχι σύμβαση έργου αλλά απλή σχέση εξαρτημένης εργασίας, και όχι σύμβαση, καθώς δεν τηρήθηκαν οι διατυπώσεις του νόμου για την κατάρτιση τέτοιας σύμβασης (εργασίας). Το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από το γεγονός ότι οι μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις μόνο ως έργου θα μπορούσαν να καταρτιστούν λόγω του διέποντος την εναγομένη νομοθετικού πλαισίου λειτουργίας, χωρίς αντίθετη κρίση να μπορεί να συναχθεί από το γεγονός της αμοιβής του ενάγοντος μέσω της έκδοσης τιμολογίων παροχής υπηρεσιών και όχι σε προκαθορισμένες ημερομηνίες αλλά σταδιακά, με βάση τις μουσικές εκδηλώσεις στις οποίες συμμετείχε, αφού ο τρόπος καθορισμού και καταβολής της αμοιβής του εργαζόμενου δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο για τον χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης του ως εργασίας ή έργου. Επιπλέον, αποδεικνύεται ότι στις συμβάσεις που κατάρτισε ο ενάγων με την εναγομένη προβλέπεται συνολικό ποσό για τη συμμετοχή του ενάγοντος στις μουσικές εκδηλώσεις της ορχήστρας, χωρίς να αποδεικνύεται εάν η συμφωνημένη αυτή αμοιβή καταβαλλόταν ανάλογα με την πρόοδο του εκτελούμενού έργου. Αντίθετα, ενδεικτικά από τα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε ο ενάγων με ημερομηνίες 30-5-2022, 30-6-2022, 27-10-2022, 30-11-2022, 26- 12-2022 ποσού 2.220 ευρώ έκαστο μετά του ΦΠΑ (με ανάλυση του ΕΦΚΑ, φόρου και ΦΠΑ) προκύπτει ότι καταβαλλόταν πάγιο ποσό κάθε μήνα στον ενάγοντα, χαρακτηριστικό που επίσης προσιδιάζει με εξαρτημένη εργασία και όχι με σύμβαση έργου, πέραν της αδιάκοπης και για μακρύ χρονικό διάστημα συμμετοχής του ενάγοντος. Επομένως, παρά τον διαφορετικό χαρακτηρισμό που οι διάδικοι έδωσαν στις μεταξύ τους συμβάσεις που συνήψαν, αποδεικνύεται ότι η έννομη σχέση που τους συνέδεε, ήταν αυτή της απλής σχέσης εξαρτημένης εργασίας και όχι αυτή της σύμβασης έργου, πλην όμως η εν λόγω σχέση εξαρτημένης εργασίας δεν μπορεί να θεωρηθεί ως αορίστου χρόνου και να τραπεί σε τέτοια, λόγω του ότι ο ενάγων δεν προσελήφθη κατά τα οριζόμενα στην νομοθεσία, όπως ισχύει και απαιτείται για την πρόσληψη τακτικού προσωπικού της εναγομένης, βάσει και των διατάξεων 2 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της εναγομένης. Συνεπώς, η σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα με την εναγομένη, δεδομένης της αδυναμίας και απαγόρευσης κατάρτισης έγκυρης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, ήταν απλή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, παρά τα όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η εκκαλούσα В έφεσης με το σκέλος του λόγου της έφεσής της, που κρίνεται απορριπτέο ως αβάσιμο. Η εν λόγω σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου διήρκησε περισσότερο από 24 μήνες, κατά παράβαση δηλαδή των άρθρων 5 και 6 ΠΔ 164/2004, και για τον λόγο αυτό ο ενάγων, που τελούσε όπως προεκτέθηκε, σε προσωπική και νομική εξάρτηση από την εναγομένη, με διαδοχικές συμβάσεις που δεν υπαγορεύτηκαν από αντικειμενικούς λόγους που να δικαιολογούνται λόγω της φύσης τους, όπως αβάσιμα και απορριπτέα υποστηρίζει η εκκαλούσα В έφεσης με το επικουρικό σκέλος του λόγου έφεσης (καθώς όπως προαναφέρθηκε ο ενάγων κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες και ο καθορισμένος χρόνος της εκάστοτε διάρκειας τους έγινε προς καταστρατήγηση των δικαιωμάτων του), δικαιούται αποζημίωσης κατ’ άρθρο 7 παρ. 2 ΠΔ 164/2004 για το χρόνο που εκτελέστηκε η άκυρη σύμβαση εργασίας. Εν προκειμένω, πέραν του ότι αποδείχθηκε ότι η έννομη σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα με την εναγομένη, ήταν αυτή της απλής σχέσης εξαρτημένης εργασίας και όχι αυτή της σύμβασης έργου, η εν λόγω διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 και 2 ΠΔ 164/2004 δεν αφορά μόνον συμβάσεις ορισμένου χρόνου αλλά και συμβάσεις έργου, όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην παρ. 1 αυτού Οποιαδήποτε σύμβαση...” και στην παρ. 2 όπου γίνεται αναφορά για “άκυρη σύμβαση” και “άκυρες συμβάσεις”, τα περί του αντιθέτου δε υποστηριζόμενα από την εκκαλούσα της В έφεσης με σκέλος του λόγου έφεσης κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα. Ο ενάγων λοιπόν δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση το ποσό που δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του, όπως το ποσό αυτό υπολογίστηκε στην εκκαλουμένη απόφαση, για τον υπολογισμό και το ύψος του οποίου δεν υφίσταται αντίρρηση ή λόγος έφεσης από κάποιον από τους εκκαλούντες. Κατόπιν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του κατέληξε στην ίδια κρίση με έστω και με παρόμοια αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, και τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τους εκκαλούντες με τους λόγους της κάθε έφεσης, κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα. Συνεπώς, και οι δύο εφέσεις πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους κατ’ ουσίαν. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας και στις δύο εφέσεις πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων, την από 21-6-2024 έφεση με αριθμό καταθέσεως δικογράφου έφεσης στο Πρωτοδικείο Αθηνών .../.../21-6-2024 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου στο Εφετείο Αθηνών .../.../8-7-2024 και την από 20-6-2024 έφεση με αριθμό καταθέσεως δικογράφου έφεσης στο Πρωτοδικείο Αθηνών .../.../21-6- 2024 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου στο Εφετείο Αθηνών .../.../21-6-2024.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά τις εφέσεις.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτές κατ’ ουσίαν.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας και στις δύο εφέσεις, μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα την 10 Ιανουάριου 2025, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ