ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 14788/2024
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Αλεξάνδρα Ορφανίδου, Πρωτόδικη και από τη Γραμματέα Αιμιλία Γούση
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, την 11-10-2024 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: Ε. ..... του …., κατοίκου Θεσσαλονίκης (οδός ....... με ΑΦΜ ….., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Θεσσαλονίκης Αθανασίου Δασόπουλου (AM ….) που προκατέθεσε προτάσεις (237 ν 4335/2015) δυνάμει της από 12-2-2024 εξουσιοδότησης περί παροχής πληρεξουσιότητας κατά τα άρθρα 96 παρ. 1 και 237 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ.
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ε. ..... του …., κατοίκου …. (…..) με ΑΦΜ …. η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου Θεσσαλονίκης Θεόδωρου Ζέρβα (AM ….) που προκατέθεσε προτάσεις (237 ν 4335/2015) δυνάμει της από 30-1-2024 εξουσιοδότησης περί παροχής πληρεξουσιότητας κατά τα άρθρα 96 παρ. 1 και 237 παρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ.
Η ενάγουσα με την από 11-10-2023 αγωγή της που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με γενικό αριθμό κατάθεσης ..../2023 και ειδικό αριθμό κατάθεσης ....../2023, η οποία προσδιορίστηκε για συζήτηση τη δικάσιμο που αναφέρεται στη αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο σύμφωνα με το άρθρο 237 παρ.3 και 4 όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το ν. 4335/2015, ζητεί όσα αναφέρονται σε αυτήν.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 873 ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους κατά τρόπο αφηρημένο, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, στην οποία δεν αναφέρεται η αιτία του χρέους, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ότι έγινε με το σκοπό να γεννηθεί ενοχή, μη εξαρτώμενη από την αιτία του χρέους. Αν στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται και πάλι να πρόκειται για ενοχή αναιπώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν να αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β’ του ως άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο (σε περίπτωση αμφιβολίας). Κατά κανόνα, όμως, σε τέτοιες περιπτώσεις πρόκειται για αιτιώδη αναγνώριση χρέους, η οποία δεν προβλέπεται μεν ως επώνυμη συμβατική σχέση, εντάσσεται, όμως, στη γενική αρχή της συμβατικής ελευθερίας (άρθρο 361 ΑΚ). Αυτή η αιτιώδης αναγνώριση δεν υποβάλλεται σε συστατικό τύπο, ούτε, όμως, παράγεται από αυτήν αυτοτελής αιτία ενοχής, αφού εξαρτάται από την αναφερόμενη αιτία. Η σημασία μιας τέτοιας επιβεβαιωτικής απλώς δήλωσης είναι κατ' αρχήν αποδεικτική (εξώδικη ομολογία), μπορεί όμως να επάγεται και διακοπή της παραγραφής, ως αναγνώριση (άρθρο 280 ΑΚ) ή να έχει και άλλα νομικά αποτελέσματα (λ.χ. ΑΚ 272 παρ. 2 εδ. β', 437, 156). Αν, όμως, παρά τη μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας ενοχικής σχέσης, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρεώσεως προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, απαλλαγμένη από τα ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, απαιτείται έγγραφος τύπος (ΑΠ 878/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 634/2014, ΑΠ 880/2010). Το κύρος της έγγραφης αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους δεν θίγεται από την ανυπαρξία ή την ελαττωματικότητα της βασικής σχέσης και αρκεί η παροχή να είναι οριστή, ενώ είναι δυνατόν να προστεθεί σ' αυτήν ο περιορισμός της εξαρτήσεως αποτελεσμάτων της από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (ΑΠ 3/2011 Δημ. Νόμος). Στην περίπτωση της υπόσχεσης ή της αναγνώρισης της από ορισμένη αιτία οφειλής, έτσι ώστε να δημιουργείται νέα ενοχή, για την πληρότητα της αγωγής, όσον αφορά την αιτία από την οποία προέρχεται το αναγνωρισθέν χρέος, αρκεί η παράθεση στο δικόγραφο αυτής όσων πραγματικών στοιχείων είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της αναγνωριζόμενης ενοχής, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία γι’ αυτήν (ΑΠ 878/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 294/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1086/2017, ΑΠ 1279/2012, ΕφΑθ 829/2019 Δημ. Νόμος, ΕφΔωδ 72/2018 Δημ. Νόμος). Η δήλωση του οφειλέτη για την αναγνώριση του χρέους ή η υπόσχεση αυτού, είναι απευθυντέα προς το δανειστή και αποτελεί πρόταση για τη σύναψη σύμβασης, κατά την έννοια του άρθρου 185 ΑΚ, την οποία πρέπει να αποδεχθεί ο δανειστής, κατά τους όρους των άρθρων 189 επ. ΑΚ, προκειμένου να υπάρξει συντέλεση της σύμβασης. Έτσι, ο εναγών, που στηρίζει τις αξιώσεις του σε σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους, αλλά ανεξάρτητη από την αιτία αυτού, εφόσον στη δήλωση υπόσχεσης ή την αναγνώριση μνημονεύεται η αιτία, πρέπει να επικαλεστεί, εκτός από τη δήλωση του οφειλέτη για την υπόσχεση ή την αναγνώριση από αυτόν του χρέους, που συνιστά την πρόταση για τη σύναψη σύμβασης και την αποδοχή της πρότασης αυτής, αφού η μη γενόμενη ακόμη αποδεκτή πρόταση δεν ιδρύει νέα ενοχή, καθώς και ότι παρά τη μνεία της αιτίας, οι συμβαλλόμενοι θέλησαν ενοχή αφηρημένη, ανεξάρτητη από την αιτία. Ούτε μπορεί η αρχικά θεμελιούμενη σε αιτιώδη ενοχή από τη βασική σχέση, να μεταβληθεί ύστερα με τους αντίστοιχους ισχυρισμούς σε αιτιώδη με αφηρημένη ενοχή, αφού τούτο αποτελεί ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής (ΑΠ 878/2018 ό.π., ΑΠ 294/2018 ό.π.). Κατά το άρθρο δε 201 του Α.Κ., αν με τη δικαιοπραξία τα αποτελέσματά της εξαρτήθηκαν από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση αναβλητική), τα αποτελέσματα αυτά επέρχονται μόλις συμβεί το γεγονός (πλήρωση της αίρεσης), κατά δε το άρθρο 207 παρ.1 του ιδίου Α.Κ. η αίρεση θεωρείται ότι πληρώθηκε αν την πλήρωση της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που θα ζημιωνόταν από την πλήρωσή της. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι: α) με την πλήρωση της αναβλητικής αίρεσης, που τέθηκε σε δικαιοπραξία, καθίσταται οριστικά ενεργός η δικαιοπραξία αυτή και επέρχονται τα αποτελέσματα της, επομένως δε και ότι β) όποιος ασκεί δικαίωμα από δικαιοπραξία, το οποίο εξαρτήθηκε με αυτήν (δικαιοπραξία) από αναβλητική αίρεση, που πληρώθηκε ή που την πλήρωση της εμπόδισε αντίθετα προς την καλή πίστη εκείνος που Θα ζημιωνόταν από την πλήρωση της αίρεσης (πλασματική πλήρωση), αυτός (που ασκεί το δικαίωμα) οφείλει να επικαλεσθεί στην αγωγή του και να αποδείξει τα ανωτέρω περιστατικά της πραγματικής ή πλασματικής πλήρωσης της αίρεσης, από την οποία και γεννάται (εξαρτάται) το δικαίωμά του, ως αποτέλεσμα της υπό αναβλητική αίρεση δικαιοπραξίας, κατά τα προεκτεθέντα. Περαιτέρω κατά το άρθρο 202 Α.Κ. “αν με την δικαιοπραξία εξαρτήθηκε η ανατροπή των αποτελεσμάτων της από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (αίρεση διαλυτική), μόλις συμβεί το γεγονός αυτό παύει η ενέργεια της δικαιοπραξίας και επανέρχεται αυτοδικαίως η προηγούμενη κατάσταση” (ΑΠ 248/2019 Δημ. Νόμος, ΕΑ 2534/2015 Δημ. Νόμος). Εξάλλου, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., με τους οποίους ορίζεται αφενός ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βούλησης αναζητείται η αληθινή βούληση, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και αφετέρου ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στην δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βούλησης. Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μίας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή δε στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται ανελέγκτους από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα (ΑΠ 1483/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 518/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 416/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 354/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 115/2013 Δημ. Νόμος, ΑΠ 355/2011, ΑΠ 604/2011). Παραβιάζονται δε οι κανόνες αυτοί όταν το Δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να προσφύγει σ’ αυτούς, για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, με την έννοια ότι το ερμηνευτικό πόρισμα στο οποίο, μετά από ερμηνεία της δικαιοπραξίας κατέληξε (το δικαστήριο), δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (Ολ.ΑΠ 26/2004). Οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ., αποσκοπούν στην ερμηνεία της δήλωσης βούλησης και κάθε μια από αυτές συμπληρώνει την άλλη. Η πρώτη εξαιρεί το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, η δε δεύτερη εξαιρεί το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη. Καλή πίστη είναι η συμπεριφορά, που επιβάλλεται στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου και νοείται αντικειμενικά, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένες, στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας. Για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης, το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, τα συμφέροντα των μερών και κυρίως εκείνου από αυτά, το οποίο αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος όρος, το δικαιοπρακτικό σκοπό, τις συνήθειες και τις λοιπές τοπικές, χρονικές και άλλες συνήθειες, υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βούλησης των συμβαλλομένων, καθώς και τη φύση της σύμβασης. Έτσι, κάθε δήλωση βούλησης θα πρέπει να ληφθεί με την έννοια που απαιτεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η συναλλακτική ευθύτητα και κατά τους κανόνες της οποίας θα μπορούσε να γίνει αντιληπτή η δήλωση βούλησης και από τον τρίτο (ΑΠ 518/2018 ό.π., ΑΠ 788/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 416/2018 ό.π.)· Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής, πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής. Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο. Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1366/2018 Δημ. Νόμος, ΑΠ 1864/2011, σχετ. ΑΠ 862/2015, ΑΠ 291/2015). Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη. Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (σχετ. ΟλΑΠ 16/1998, ΑΠ 991/2014, ΑΠ 1366/2018 ό.π.). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο, σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ, στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 1366/2018 ό.π., ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012, ΑΠ 220/2012, ΑΠ 1125/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΜΕφΠειρ 419/2019, www.efeteio-peir.gr).Κατά το άρθρο, εξάλλου, 178 ΑΚ, δικαιοπραξία που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη είναι άκυρη. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσης ηθικής κοινωνικού ανθρώπου, που σκέπτεται με σωφροσύνη και χρηστότητα. Η αντίθεση στα χρηστά ήθη, που δημιουργεί ακυρότητα της δικαιοπραξίας, κρίνεται από το περιεχόμενό της, ενόψει όχι μεμονωμένα της αιτίας που κίνησε τους συμβαλλόμενους να τη συνάψουν ή του σκοπού στον οποίο αποβλέπουν, αλλά του συνόλου των περιστάσεων, που τη συνοδεύουν (ΑΠ 281/2014, δημοσίευση στη ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά το επόμενο άρθρο 179 ΑΚ, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του προηγουμένου άρθρου (178 ΑΚ.), άκυρη ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι ιδίως η δικαιοπραξία, με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει έτσι να συνομολογήσει ή να, πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα που κατά πς περιστάσεις βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία με την παροχή (973/2015, ΑΠ 820/2014, ΑΠ 2139/2013, ΑΠ 1726/2011, δημοσίευση στη ΝΟΜΟΣ). Δεν αποκλείεται να υπάρχει σε κάποια δικαιοπραξία, και χωρίς τη συνδρομή των ορών διάταξης του άρθρου 179 ΑΚ, εκμετάλλευση του άλλου μέρους, υπό περιστάσεις και συνθήκες που προσδίδουν στη δικαιοπραξία ανήθικο χαρακτήρα, συνεπαγόμενο ακυρότητα αυτής κατά τη γενική διάταξη του 178 ΑΚ. Η δημιουργία, όμως, αυτοτελούς από τη διάταξη αυτή λόγου ακυρότητας, προϋποθέτει τη συνδρομή γεγονότων διαφορετικών εκείνων του άρθρου 179 ΑΚ, αφού η τελευταία αυτή διάταξη, όπως ήδη αναφέρθηκε, αποτελεί ειδική περίπτωση εφαρμογής εκείνης του άρθρου 178 ΑΚ ενώ μόνη η τυχόν συνδρομή δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής δεν αρκεί, χωρίς ώναι, να προσδωσίπ στη σύμβαση το χαρακτήοα της αντίθεσής της προς τα χρηστά ήθη, κατά την έννοια του άρθρου 178 ΑΚ (ΑΠ 912/2019, ΑΠ 86/2018 ΑΠ 127/2014, ΑΠ 281/2014, ΑΠ 2005/2009, ΜΕφΑΘ 4806/2020,δημοσίευση στη ΝΟΜΟΣ) Τέλος, κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ' αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του (ΑΠ 149/2024, ΑΠ 282/2010, ΝΟΜΟΣ).
Με την υπό κρίση αγωγή της η ενάγουσα ιστορεί ότι η εναγόμενη, πενθερά της, υπέγραψε στην ...... την 5-7-2019 υπεύθυνη δήλωση με βεβαιωμένο το γνήσιο της υπογραφής της από το ενταύθα ΚΕΠ , στην οποία αναγράφεται αυτολεξεί: «Οφείλω 100.000 (εκατό χιλιάδες) ευρώ στην …… του …. (ΑΕ …., ΑΦΜ ….) από το 2013 και θα τα αποδώσω επιπλέον νομίμων τόκων όποτε έχω ρευστό από οποιαδήποτε πηγή. Επίσης δεν θα μπορώ να μεταβιβάσω ή να ενεχυριάσω οποιοδήποτε ακίνητο αν δεν εξοφλήσω πλήρως την κ. ......». Ότι παρότι η εναγομένη διαθέτει επαρκή κινητή και ακίνητη περιουσία δεν έχει εξοφλήσει την ανωτέρω οφειλή της, καίτοι έχει παρέλθει χρονικό διάστημα τεσσάρων περίπου ετών. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί, όπως με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στις προτάσεις έτρεψε νόμιμα το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής της σε έντοκο αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί, με απόφαση που θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 100000 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 6-7-2019, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Τέλος ζητεί να καταδικασθεί η εναγομένη στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή αρμοδίως καθ’ ύλη και κατά τόπο εισάγεται να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού (άρθρα 7, 9, 14 παρ. 2, 22 ΚΠολΔ) κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία, είναι δε επαρκώς ορισμένη και νόμιμη στηριζόμενη στις προαναφερόμενες διατάξεις καθώς και σε εκείνες των άρθρων 346 ΑΚ, και 70 και 176 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος περί κηρύξεως της απόφασης που θα εκδοθει προσωρινά εκτελεστής το οποίο είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθόσον οι εκδιδόμενες επί αναγνωριστικών αγωγών αποφάσεις εξαντλούνται στο δεδικασμένο και δεν εκτελούνται (ΕφΠειρ 1251/1991 ΕΕμπΔ 1991.625). Σημειωτέον ότι το αίτημα περί καταψήφισης τόκων υπερημερίας μετά την μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό είναι νόμιμο, δεδομένου ότι στην περίπτωση αυτή δεν αίρονται οι συνέπειες της όχλησης που συνιστά η επίδοση της καταψηφιστικής αγωγής, το αίτημα της οποίας περιορίστηκε νόμιμα σε αναγνωριστικό (ΟλΑΠ 13/1994 ΝοΒ 1996.33). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω η αγωγή και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι μετά τον περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της σε αναγνωριστικό δεν απαιτείται η καταβολή δικαστικού ενσήμου, ενώ για το παραδεκτό της συζητήσεώς της επισυνάπτονται οι κατ’ άρθρο 3 παρ 2 ν 4640/2019 υπό ημερομηνία 5-10-2023 έγγραφη ενημέρωση της ενάγουσας για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση και το κατ’ άρθρο 6 και 7 παρ 4 ν 4640/2019 υπό ημερομηνία 30-1-2024 πρακτικό ανεπιτυχούς περάτωσης υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης,
Η εναγόμενη με τις νόμιμα κατατεθείσες προτάσεις της αρνείται την υπο κρίση αγωγή, ισχυριζόμενη, κατ' εκτίμηση του δικογράφου, ότι αφενός δεν υφίσταται οποιαδήποτε οφειλή της προς την ενάγουσα, αφετέρου δε ότι η υπογραφή της στην ένδικη υπεύθυνη δήλωση είναι προϊόν εξαπάτησής της από τον υιό της (σύζυγο της ενάγουσας) …….. Επικουρικά ισχυρίζεται δε ότι η αναβλητική αίρεση που τέθηκε στην ένδικη δήλωση περί ύπαρξης ρευστότητας από πλευράς της δεν έχει εισέτι πληρωθεί. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής κατά το πρώτο σκέλος τους και νόμιμα προβληθείσες ενστάσεις κατά τα λοιπά, ερειζόμενες στις αναφερόμενες στην ανωτέρω νομική σκέψη διατάξεις και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ’ ουσία
Στην προκειμένη περίπτωση, απο όλα τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, από τις με αριθμό …/9-2-2024 και …/9-2-2024 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του δικηγόρου Θεσσαλονίκης Σ. , των μαρτύρων …. και ….. τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται η ενάγουσα και οι οποίες ελήφθησαν ύστερα από νομότυπη κλήτευση της εναγόμενης κατά το άρθρο 422 § 1 ΚΠολΔ, {βλ. προσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ’ αριθμ ....../5-2-2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης ......), την με αριθμό ....../9-2-2024 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης ……. της μάρτυρα ...... την οποία προσκομίζει και επικαλείται η εναγομένη και η οποία ελήφθη ύστερα από νομότυπη κλήτευση της ενάγουσας, κατά το άρθρο 422 § 1 ΚΠολΔ, {βλ. προσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ’ αριθμ …../2-2-2024 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης …….), από τις ομολογίες που συνάγονται από τις προτάσεις των διαδίκων (άρθρο 261 του ΚΠολΔ), σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ, βλ. ΑΠ 811/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι συνδέονται με εξ αγχιστείας συγγένεια πρώτου βαθμού, καθόσον η ενάγουσα είναι σύζυγος του υιού της εναγόμενης, ....... Για λόγους που δεν αφορούν το παρόν Δικαστήριο η εναγομένη την 5-7-2019 υπέγραψε δύο υπεύθυνες δηλώσεις, βεβαιωμένες για το γνήσιο της υπογραφής τους στο ΚΕΠ ...... . Με την πρώτη ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει το 10% των μετοχών της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…. ΑΕ», που ανήκαν στην κυριότητα της (της εναγομένης). Η ένδικη στην παρούσα αγωγή, δεύτερη υπεύθυνη δήλωση ανέφερε αυτολεξεί «Οφείλω 100.000 (εκατό χιλιάδες) ευρώ στην ...... του ….. (ΑΕ ......, ΑΦΜ …..) από το 2013 και θα τα αποδώσω επιπλέον νομίμων τόκων όποτε έχω ρευστό από οποιαδήποτε πηγή. Επίσης δεν θα μπορώ να μεταβιβάσω ή να ενεχυριάσω οποιοδήποτε ακίνητο αν δεν εξοφλήσω πλήρως την κ. ......». Πρόκειται, όπως προαναφέρθηκε, για δύο ξεχωριστές υπεύθυνες δηλώσεις, αποτυπωμένες σε χωριστά έντυπα-υλικούς φορείς (τα οποία μετ’ επίκληση προσκομίζει η ενάγουσα). Επομένως ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο υιός της, σύζυγος της ενάγουσας, προσέθεσε μεταγενέστερα στην αρχική υπεύθυνη δήλωση την ένδικη παράγραφο εξαπατώντας την πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, καθόσον αν ήθελε να πράξει κάτι τέτοιο θα το έκανε χρησιμοποιώντας το ίδιο έντυπο. Σε κάθε δε περίπτωση η εναγομένη αλυσιτελώς προβάλλει τον ισχυρισμό ότι δεν διάβασε το κείμενο της υπεύθυνης δήλωσης προτού το υπογράψει και βεβαιώσει το γνήσιο της υπογραφής αυτής. Δεν πρόκειται εξάλλου για μια αγράμματη και άπειρη περί τις συναλλαγές ηλικιωμένη, αλλά για μια γυναίκα με πανεπιστημιακή μόρφωση, απόφοιτο Νομικής (βλ ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων απόδειξης) και δραστήρια επιχειρηματικά, μεγαλομέτοχο ανώνυμης εταιρείας. Με την ένδικη υπεύθυνη δήλωση προκύπτει εναργώς σαφής δικαιοπρακτική βούληση της εναγόμενης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 100.000 ευρώ, χωρίς ορισμένη αναφορά της αιτίας για την οποία έλαβε χώρα η υπόσχεση και αναγνώριση αυτή. Συνακόλουθα, πρόκειται για σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους, η οποία είναι σαφής και για το λόγο αυτό δεν παρίσταται ανάγκη να προσφύγει το Δικαστήριο στον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 873 εδ. β’ ΑΚ, ούτε στις ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, ήτοι στους κανόνες της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών. Η σύμβαση δε αυτή ιδρύει αφ’ εαυτής ενοχική υποχρέωση και περιέχει τους όρους εναγώγιμης αξιώσεως, επί πλέον δε περιέχει, κατά τη βούληση των διαδίκων, αυτοτελή βάση από αναιτιώδη σύμβαση αναγνώρισης χρέους, ήτοι ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, γεγονός, το οποίο Θέλησαν οι συμβληθείσες ,οι οποίες απέβλεψαν στη σύσταση νέας αυτοτελούς ενοχής και συνεπώς παρέλκει ο ισχυρισμός της εναγομένης περί ανυπαρξίας προηγούμενης οφειλής της προς την ενάγουσα. Ούτε, επίσης, τίθεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, στο ως άνω έγγραφο, που συνιστά, κατά τ’ ανωτέρω, αναιτιώδη αναγνώριση χρέους, οποιαδήποτε γνήσια αίρεση ως προς την αναγνώριση αυτού του χρέους, ήτοι όρος, βάσει του οποίου εξαρτήθηκαν τα αποτελέσματα της δικαιοπραξίας από γεγονός μελλοντικό και αβέβαιο (άρθ. 201 ΑΚ), αλλά το χρέος αναγνωρίσθηκε από την εναγόμενη, κατά τα προεκτεθέντα, με τη ρητή γνωστοποίηση προς την ενάγουσα ότι θα αποπληρωνόταν αυτό καθ’ οιανδήποτε στιγμή αυτή (η εναγομένη) θα είχε την οικονομική δυνατότητα προς τούτο. Συνεπώς, ο προβαλλόμενος από την εναγόμενη ισχυρισμός περί ύπαρξης αναβλητικής αιρέσεως στην προαναφερόμενη δήλωσής της, η οποία δεν πληρώθηκε, είναι απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος, καθόσον η οικονομική ρευστότητα από οποιαδήποτε αιτία δε συνιστά μελλοντικό και αβέβαιο γεγονός, αλλά συμφωνία, ενόψει και της συγγενικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων, για πλέον ευέλικτη εξόφληση της οφειλής χωρίς πιεστικές προθεσμίες, σε κάθε περίπτωση όμως εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Με βάση τα ανωτέρω η υπό κρίση αγωγή θα πρέπει να γίνει δεκτή και ως κατ’ ουσία βάσιμη και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 100000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος η εναγομένη που ηττήθηκε θα πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας, κατόπιν σχετικού της αιτήματος, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό (176 ΚΠολΔικ)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων
ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 100000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγόμενη στα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των 400 ευρώ
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στις 13/11/2024.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στη Θεσσαλονίκη, στις 13/11/2024
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης , Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]