ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΛΙΒΑΔΕΙΑΣ

ΤΡΙΜΕΛΕΣ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

ΑΡΙΘΜΟΣ 16/2021

 

(...) 2. Στο άρθρο 200 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., Α’ 97), όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 του ν. 3659/2008 (Α’ 77), ορίζεται ότι: «Σε κάθε περίπτωση που η προθεσμία ή η άσκηση της προσφυγής δεν συνεπάγεται κατά νόμο την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης εκτελεστής ατομικής διοικητικής πράξης και εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει χορηγηθεί αναστολή από την αρμόδια Διοικητική Αρχή, μπορεί, ύστερα από αίτηση εκείνου που άσκησε την προσφυγή, να ανασταλεί, με συνοπτικά αιτιολογημένη απόφαση του δικαστηρίου, εν όλω ή εν μέρει η εκτέλεση της πράξης αυτής», στο άρθρο 202, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 34 του ν. 3900/2010 (Α’ 213) και, εν συνεχεία, τροποποιήθηκε από το άρθρο 27 του ν. 4446/2016 (Α’ 240), προβλέπεται ότι: «1. Η αίτηση αναστολής γίνεται δεκτή μόνο εφόσον ο αιτών επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης θα του προκαλέσει ανεπανόρθωτη βλάβη ή αν το δικαστήριο εκτιμά ότι το ένδικο βοήθημα είναι προδήλως βάσιμο. 2. Ειδικώς επί φορολογικών, τελωνειακών διαφορών με χρηματικό αντικείμενο, το δικαστήριο μπορεί, με την απόφασή του, να ορίσει ότι το ανασταλτικό αποτέλεσμα δεν καταλαμβάνει τη λήψη ενός ή περισσότερων αναγκαστικών μέτρων είσπραξης ή διοικητικών μέτρων, για τον εξαναγκασμό ή τη διασφάλιση της είσπραξης της οφειλής, επί συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων του αιτούντος, τα οποία αναφέρονται στην απόφαση. 3. Σε κάθε περίπτωση, η αίτηση απορρίπτεται: α) εάν η προσφυγή είναι προδήλως απαράδεκτη ή αβάσιμη, ακόμη και αν η βλάβη του αιτούντος από την άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης πράξης είναι ανεπανόρθωτη, β) αν κατά τη στάθμιση της βλάβης του αιτούντος, των συμφερόντων τρίτων και του δημόσιου συμφέροντος, κρίνεται ότι οι αρνητικές συνέπειες από την αποδοχή θα είναι σοβαρότερες από την ωφέλεια του αιτούντος, γ)... » και, τέλος, στο άρθρο 205 ορίζεται ότι: «1. Αν γίνει εν όλω ή εν μέρει δεκτή η αίτηση, διατάσσεται η ολική ή μερική αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης με την αντίστοιχη προσφυγή πράξης. ... 2. Η αναστολή, αν στη σχετική απόφαση δεν ορίζεται διαφορετικά, ισχύει ως τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης για την προσφυγή. 3. ...».

3. Σύμφωνα με τις ανωτέρω διατάξεις, όπως ισχύουν πλέον μετά την τροποποίησή τους με τη διάταξη του άρθρου 27 του ν. 4446/2016, το Δικαστήριο δύναται πλέον να χορηγεί αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης καθεαυτήν και προκειμένου περί φορολογικών, τελωνειακών διαφορών με χρηματικό αντικείμενο, ικανοποιώντας πλήρως το αίτημα παροχής δικαστικής προστασίας, όχι μόνο στην περίπτωση πρόδηλης βασιμότητας του κύριου ενδίκου βοηθήματος, η οποία συντρέχει ιδίως όταν αυτό βασίζεται σε πάγια νομολογία ή σε νομολογία της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας και, πάντως, όχι όταν πιθανολογείται απλώς η ευδοκίμησή του (βλ. Σ.τ.Ε. Ε.Α. 91-2/2017, 35/2017 Ολ., 278/2016, 161/2015, 150/2014, 110/2013, 496/2011 Ολ. κ.ά.), αλλά και στην περίπτωση κατά την οποία η στάθμιση αγαθών επιτάσσει το πλήρες ανασταλτικό αποτέλεσμα της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης. Εξάλλου, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, ως ανεπανόρθωτη βλάβη, η οποία μπορεί ν’ αποτελέσει λόγο αναστολής, δεν νοείται η απλή οικονομική ζημία του αιτούντος, η οποία είναι καταρχήν επανορθώσιμη (Σ.τ.Ε. Ε.Α. 280/2017, 209-210/2016 Ολ., 79-80/2016 Ολ., 15/2015, 387/2013, 512/2011, 1349/2010, 216/2008, 861, 342/2005 κ.α.), ούτε, όμως, και η κατά κυριολεξία μη αναστρέψιμη βλάβη, αλλά, αντιθέτως ως «ανεπανόρθωτη βλάβη» νοείται εκείνη, της οποίας η αποκατάσταση, ενόψει του μεγέθους της σε συνδυασμό με τη γενική οικονομική κατάσταση του αιτούντος και τις ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες τελεί, -συνεπαγόμενη ισχυρό κλονισμό της επιχείρησής του ή στέρηση των μέσων βιοπορισμού του (Σ.τ.Ε. Ε.Α. 323/2016, 15/2015, 236/2014, 387, 470-1/2013, 299/2012, 512/2011, 1349/2010 κ.ά.)καθίσταται για τον τελευταίο δυσχερής σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αδυνατεί πράγματι να την επιτύχει (Σ.τ.Ε. Ε.Α. 496/2011 Ολ.).

4. Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η αιτούσα εταιρεία διατηρεί κατάστημα τροφίμων επιχείρηση λιανικής διάθεσης τροφίμων (μίνι μάρκετ) στη Θήβα Βοιωτίας. Στις 02.12.2020 και ώρα 21.10’ πραγματοποιήθηκε έλεγχος στην ως άνω επιχείρηση της αιτούσας από αρμόδιο όργανο του Α.Τ. Θηβών. Κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι η επιχείρηση αυτή λειτουργούσε και εμπορευόταν προϊόντα πέραν του προβλεπόμενου ωραρίου (20.30’) κατά παράβαση της από 25.02.2020 π.ν.π. (Α’ 42), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4682/2020 (Α’ 76), της από 14.03.2020 π.ν.π. (Α’ 64), ως συμπληρώθηκε με την από 20.03.2020 π.ν.π. (Α’ 68), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 1 του ν. 4683/2020 (Α’ 83), της υπ’ αριθ. Δ1α/Γ.Π.οικ.71342/06.11.2020 ΚΎ.Α. (Β’ 4899), ως τροποποιήθηκε με την υπ’ αριθ. Δ1α/Γ.Π.οικ.73325/17.11.2020 ΚΎ.Α. (Β’ 5060). Κατόπιν αυτού, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη πράξη, με την οποία επιβλήθηκαν στην αιτούσα, αφενός μεν διοικητικό πρόστιμο ποσού 3.000,00 ευρώ, αφετέρου δε αναστολή της λειτουργίας της ως άνω επιχείρησής της για 15 ημερολογιακές ημέρες, κατ’ επίκληση των διατάξεων του άρθρου τεσσαρακοστού τέταρτου της από 01.05.2020 π.ν.π. Ήδη, κατά της πράξεως αυτής η αιτούσα άσκησε την από 04.12.2020 προσφυγή, με την οποία επιδιώκει την ακύρωσή της, καθώς και την ήδη κρινόμενη αίτηση, με την οποία ζητεί να ανασταλεί η εκτέλεση της εν λόγω πράξης, μέχρι να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί του ανωτέρω ασκηθέντος κύριου ένδικου βοηθήματος.

5. Ήδη, με την κρινόμενη αίτηση, η αιτούσα ζητεί την αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης πράξης για τον λόγο ότι είναι προδήλως βάσιμη η ασκηθείσα, κατά τα ως άνω, προσφυγή της. Με αυτήν προβάλλεται ότι με την έκδοση της προσβαλλόμενης πράξης παραβιάστηκαν οι αρχές της αναλογικότητας, της χρηστής διοίκησης και το δικαίωμα της προηγούμενης ακρόασης. Επιπλέον, επικαλείται ότι η άμεση εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης θα επιφέρει στην ίδια αλλά και στους δύο ομορρύθμους εταίρους της ανεπανόρθωτη υλική βλάβη, καθώς η ένδικη επιχείρηση έχει ζημίες, το ύψος των οποίων ανερχόταν μέχρι το περσινό οικονομικό έτος στο ποσό των 76.810,31 ευρώ, ενώ, η συνολική οφειλή της προς τη Δ.Ο.Υ. ανέρχεται στο ποσό των 1.358,54 ευρώ. Προσέτι, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι και οι ομόρρυθμοι εταίροι της έχουν οφειλές -όπως αναλυτικά εκτίθενται στο υπό κρίση δικόγραφο προς τη Δ.Ο.Υ., τον Ε.Φ.Κ.Α. καθώς και τη Δ.Ε.Η. Τέλος, η αιτούσα υποστηρίζει ότι από το καλοκαίρι του 2020 έχει απαγορευθεί η λειτουργία των mini markets τις Κυριακές, με συνέπεια αυτή να έχει αποστερηθεί ενός σημαντικού κύκλου εργασιών.(...)

6. Κατ’ αρχάς, οι ως άνω προβαλλόμενοι με την προσφυγή λόγοι της αιτούσας δεν παρίστανται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, προδήλως βάσιμοι. Και τούτο διότι ανάγονται στην ερμηνεία και εφαρμογή νομοθετικών διατάξεων και στην εκτίμηση των πραγματικών δεδομένων της ένδικης υπόθεσης, με συνέπεια η κρίση περί της βασιμότητάς τους να εκφεύγει της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου τούτου, που ενεργεί σε Συμβούλιο (πρβλ. Σ.τ.Ε. Ε.Α. 252/2017, 156/2017, 272/2013, 62/2013) και, επιπλέον, διότι δεν ερείδονται σε πάγια νομολογία ή σε νομολογία της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, ως έγινε δεκτό και στην υπ’ αριθ. 3 σκέψη της παρούσας απόφασης. Εξάλλου, όσον αφορά στον ισχυρισμό της αιτούσας εταιρείας περί του κινδύνου επέλευσης ανεπανόρθωτης βλάβης στους δύο εταίρους αυτής, αυτός πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως προβαλλόμενος εκ συμφέροντος τρίτου (πρβλ. Σ.τ.Ε. Ε.Α. 146/2017 σκ. 6, 28/2016 Ολ. σκ. 5, 367/2013 σκ. 4, 46/2010 σκ. 6, 1041/2009 σκ. 8, 463/2006 σκ. 5, Δ.Εφ.ΑΘ. 147/2014 σκ. 10 κ.ά.), σε κάθε περίπτωση, άλλωστε, διάδικος στην ανοιγείσα με την προσφυγή και την υπό κρίση αίτηση αναστολής δίκη είναι η αιτούσα ομόρρυθμη εταιρεία και όχι τα μέλη αυτής. Περαιτέρω, αναφορικά με την επικαλούμενη ανεπανόρθωτη οικονομική βλάβη της αιτούσας εταιρείας, λαμβάνοντας υπόψη τη ζημιογόνο λειτουργία της κατά τα φορολογικά έτη 2017-2019 (45.546,77 ευρώ, 34.526,74 ευρώ και 76.810,31 ευρώ, αντίστοιχα), η οποία, μάλιστα, κατά το φορολογικό έτος 2019 υπερέβη τα ακαθάριστα έσοδα αυτής (72.269,64 ευρώ), σε συνδυασμό με τη συνολική οικονομική οφειλή της προς τη Δ.Ο.Υ. (1.358,54 ευρώ), το Δικαστήριο, συνεκτιμώντας, και το, κατά τα κοινώς γνωστά, δυσμενές για τις επιχειρήσεις οικονομικό περιβάλλον, κρίνει ότι η αναστολή λειτουργίας της ένδικης επιχείρησης για 15 ημέρες και η συνακόλουθη αποστέρηση της αιτούσας από τα έσοδα που θα πραγματοποιούσε κατά το διάστημα της σφράγισης, καθώς και η υποχρέωση άμεσης καταβολής του ποσού του επιβληθέντος προστίμου ύψους 3.000,00 ευρώ, παρίσταται ικανή να επιφέρει σ’ αυτήν ανεπανόρθωτη βλάβη, συνιστάμενη στον ισχυρό κλονισμό της επιχείρησής της σε βαθμό μη αναστρέψιμο. Με τα δεδομένα αυτά και λαμβάνοντας, επιπλέον, υπόψη την αποδιδόμενη στην αιτούσα παράβαση, όπως περιγράφεται στην προσβαλλόμενη πράξη και κατόπιν σταθμίσεως της ως άνω βλάβης της αιτούσας με το δημόσιο συμφέρον, που συνίσταται, στην προκειμένη περίπτωση, στην προστασία της δημόσιας υγείας με τη μείωση του κινδύνου διασποράς του κορωνοϊού (covid -19), το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχει, εν προκειμένω, νόμιμος λόγος χορήγησης της αιτούμενης αναστολής εκτελέσεως της προσβαλλόμενης πράξης, μέχρι τη δημοσίευση οριστικής απόφασης επί της εκκρεμούς κατ’ αυτής προσφυγής. Η αναστολή χορηγείται υπό τον όρο ότι το κατάστημα τροφίμων επιχείρηση λιανικής διάθεσης τροφίμων της αιτούσας θα λειτουργεί σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον νομοθετικό πλαίσιο περί της προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού (covid-19).

 

[ ΠΗΓΗ : ΔΕΛΤΙΟΝ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ]