ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 3°
ΑΡΙΘΜΟΣ 1640/2021
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Κωνσταντίνο Βελισσάρη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Ελένη Καρρά.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 12η Ιανουαρίου 2021, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:
ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: .... Αττικής, για την οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο η πληρεξούσια δικηγόρος Γεωργία Παριανού.
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «... ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε στο Δικαστήριο η πληρεξούσια δικηγόρος Ελένη Χρυσικού, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 10-9-2010 (αρ.εκθ.κατ. .../2010) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 474/2020 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η ενάγουσα, με την από 13-7-2020 και με αρ.εκθ.κατ. .../2020 έφεση, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε αυτή που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας παραστάθηκε ακροατήριο του Δικαστηρίου και αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε, ενώ η πληρεξούσια δικηγόρος της εφεσίβλητης κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις της και παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ένδικη από 13-7-2020 (αρ.εκθ.κατ. .../2020) έφεση της πρωτοδίκως ηττηθείσας ενάγουσας, κατά της με αριθμό 474/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 - 676 ΚΠολΔ, ως αυτά ίσχυαν πριν από τη σιωπηρή κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του νόμου 4335/2015, ήδη περιουσιακές - εργατικές διαφορές: άρθρα 591, 614 παρ. 3 και 621 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις μεταβατικού και διαχρονικού δικαίου, αντίστοιχα, διατάξεις των άρθρων ένατο αριθ. 2 του ν. 4335/2015 και 37 του ΕισΝΚΠολΔ) και δημοσιεύτηκε στις 3-4-2020, έχει ασκηθεί νομότυπα στις 14-7-2020, με κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρα 495 επ. και 511 επ. ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, κατ’ άρθρο 518 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ, ήτοι εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, που πραγματοποιήθηκε στις 15-6-2020, όπως προκύπτει από τη σχετική σημείωση του δικαστικού επιμελητή ...., επί του αντιγράφου της εκκαλουμένης απόφασης, που επικαλείται και προσκομίζει η εκκαλούσα. Επομένως, παραδεκτά φέρεται στο Δικαστήριο αυτό, που είναι αρμόδιο για την εκδίκασή της (άρθρο 19 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί, κατά το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, με την ίδια, ως άνω, ειδική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρα 524 παρ. 1, 532, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, με την από 10-9-2010 (αρ.εκθ.κατ. .../2010) αγωγή που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε, κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου, ότι δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας προσλήφθηκε το έτος 1984 από την εναγομένη «... της Ελλάδος Α.Ε.», στην οποία και προσέφερε τις υπηρεσίες της προσηκόντως μέχρι την 14-6-2010, οπότε αυτή (εναγομένη) κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, επικαλούμενη ότι υφίσταται σπουδαίος λόγος προς τούτο. Ότι η εναγομένη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενεργώντας παράνομα και κατά παράβαση των όσων ορίζει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, καθώς η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της έγινε χωρίς να υφίσταται σπουδαίος λόγος, αλλά αντίθετα, για λόγους εμπάθειας των οργάνων της διοίκησης της εναγομένης σε βάρος της. Άλλως, σε κάθε περίπτωση, εφόσον η εναγομένη έκρινε ότι η ίδια (ενάγουσα) είχε υποπέσει σε πειθαρχικό παράπτωμα, παρέλειψε να κινήσει την πειθαρχική διαδικασία που προβλέπει ο Κανονισμός Εργασίας και να της επιβάλει άλλο ηπιότερο πειθαρχικό μέτρο, αλλά αντίθετα προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτό την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού. Ότι με την ενέργειά της αυτή η εναγομένη προσέβαλε την προσωπικότητά της και της προξένησε ηθική βλάβη. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, η ενάγουσα ζήτησε, κατόπιν εν μέρει περιορισμού του αιτήματος της σε έντοκο αναγνωριστικό, που έγινε παραδεκτά κατ’ άρθρα 223, 295 παρ. 1β', 297 και 591 παρ.1 ΚΠολΔ, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρίστηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και με τις έγγραφες προτάσεις της: Α) Να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, στην θέση εργασίας και με τα καθήκοντα που ασκούσε κατά τον χρόνο της καταγγελίας, με την απειλή επιβολής σε βάρος της χρηματικής ποινής ποσού 150 ευρώ, για κάθε ημέρα άρνησής της να την απασχολεί, κατά παράβαση της απόφασης που θα εκδοθεί. Β) Ενόψει του ότι οι μηνιαίες αποδοχές της, κατά το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ανέρχονταν στο ποσό των 1.717,60 ευρώ, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 20.000 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 190.577,76 ευρώ, για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 15-6-2010 μέχρι και 12-3-2019 (ήτοι το χρόνο συζήτησης της αγωγής), καθώς επίσης να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας κατά το χρονικό διάστημα από 13-3-2019 μέχρι και την άρση της υπερημερίας της, τις παραπάνω μηνιαίες αποδοχές που λάμβανε κατά τον χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Γ) Να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη. Τέλος, η ενάγουσα ζήτησε να καταδικαστεί η εναγομένη στην καταβολή της δικαστικής της δαπάνης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απέρριψε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ενάγουσα, με τους εκτιθέμενους στην κρινόμενη έφεση λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή στο σύνολό της. Πρέπει κατόπιν αυτών, να ακολουθήσει η ουσιαστική έρευνα των λόγων της έφεσης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 669, 672 και 673 ΑΚ προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν από τον κανονισμό ή οργανισμό λειτουργίας του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση ή απόλυση του μισθωτού λόγω συμπλήρωσης ορισμένου ορίου ηλικίας, χωρίς να αναγνωρίζεται στον εργοδότη το δικαίωμα της ελευθερίας καταγγελίας της σύμβασης οποτεδήποτε, οπότε η σύμβαση μπορεί να λυθεί προ του χρόνου αυτού, μόνο για σπουδαίο λόγο (ΟλΑΠ 8/2007, ΑΠ 1164/2019, ΑΠ 57/2015, όλες δημ. στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Η καταγγελία για σπουδαίο λόγο της ορισμένου χρόνου σύμβασης, πριν τη λήξη του χρόνου για τον οποίο συνομολογήθηκε, δεν την καθιστά ούτε τη μετατρέπει σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. (ΑΠ 458/2013, δημ. στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Σύμφωνα με το άρθρο 26 του Οργανισμού της Υπηρεσίας της "...ς Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.", που καταρτίσθηκε από το διοικητικό συμβούλιο αυτής και κυρώθηκε με το Β.Δ. της 17/26.9.1953, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 του Ν.Δ. 2510/1953, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ A 267/26.9.1953) και έχει ισχύ νόμου, η μετά του προσωπικού της Τράπεζας σύμβαση εργασίας λύεται, εκτός από άλλους αναφερόμενους σε αυτό λόγους, και 1) δια του θανάτου του υπαλλήλου, 2) δια καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τα υπό της εργατικής νομοθεσίας οριζόμενα, σε κάθε δε περίπτωση με την συμπλήρωση των κάτωθι οριζομένων ορίων ηλικίας: α) του 62ου έτους για τους Διευθυντές, Υποδιευθυντές, Συμπράττοντας Υποδιευθυντές και Τμηματάρχες, β) του 61ου έτους για το λοιπό προσωπικό του Λογιστικού, Ταμιακού και βοηθητικού - τεχνικού κλάδου, γ)... δ)... Ακολούθως, με το άρθρο 33 του ισχύοντος από 12-3-2001 νέου Κανονισμού Εργασίας της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία «... της Ελλάδος Α.Ε.», ο οποίος καταρτίσθηκε κατά τις διατάξεις του ν. 1876/1990, με την από 9-3-2001 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που συνήφθη μεταξύ των νόμιμων εκπροσώπων της Τράπεζας και της συνδικαλιστικής οργανώσεως του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της ...ς Τράπεζας Ελλάδος, κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αριθμό 5/12-3- 2001, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τις από 5-6-2002, 16-10- 2003, 28-12-2004 και 21-12-2005 Επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας, που επίσης κατατέθηκαν νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αριθμούς 12/7-6-2002, 34/21-10-2003, 49/28-12-2004 και 47/23- 12-2005 αντίστοιχα και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρα 2 παρ. 6, 7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του ν. 1876/1990), η σύμβαση εργασίας με το προσωπικό της Τράπεζας λύεται με τον θάνατο του υπαλλήλου, την έγγραφη παραίτησή του, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, με καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο, κατόπιν επιβολής της κατά το άρθρο 29 του Κανονισμού, ποινής της οριστικής παύσης, ή λόγω αδικαιολόγητης και αυθαίρετης απουσίας του υπαλλήλου χρονικό διάστημα τουλάχιστον ενός μήνα. Σε κάθε περίπτωση, η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας και 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας. Σε περίπτωση κατά την οποία ο καταλαμβανόμενος από το όριο ηλικίας των 58 ετών δεν συμπληρώνει 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας, τότε η σύμβαση δεν λύνεται και παρατείνεται μέχρι τη συμπλήρωση 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας, με ανώτατο χρονικό όριο στην περίπτωση αυτή τη συμπλήρωση από τον υπάλληλο του 62ου έτους της ηλικίας του. Εάν ο υπάλληλος συμπληρώνει το 62ο έτος της ηλικίας του χωρίς να θεμελιώνει δικαίωμα για άμεση λήψη κυρίας σύνταξης από οποιονδήποτε ασφαλιστικό φορέα, τότε η σύμβαση παρατείνεται εωσότου θεμελιωθεί τέτοιο δικαίωμα. Με πράξη του Διοικητή είναι δυνατό να παραταθεί η παραμονή στην υπηρεσία υπαλλήλων που καταλαμβάνονται από τα παραπάνω όρια ηλικίας μία ή περισσότερες φορές, αλλά για χρόνο όχι μεγαλύτερο των δυο συνολικά ετών. Για παραμονή πέραν της διετίας αποφασίζει το ΔΣ της Τράπεζας με πρόταση του Διοικητή, καθορίζοντας συγχρόνως και το χρόνο παράτασης, ο οποίος δεν μπορεί να υπερβαίνει το έτος. Όσοι διατηρούνται στην υπηρεσία μετά τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας τους παραμένουν εκτός οργανικών θέσεων και η συμπλήρωση αυτή του ορίου ηλικίας βεβαιώνεται από τον υπηρεσιακό φάκελο των υπαλλήλων. Με το άρθρο 28 του Κανονισμού ορίσθηκαν τα πειθαρχικά παραπτώματα του προσωπικού, με το άρθρο 29 οι προβλεπόμενες πειθαρχικές ποινές, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και εκείνη της οριστικής παύσης, ενώ με τα άρθρα 30 και 31 ορίσθηκαν τα σχετικά με την πειθαρχική διαδικασία, τα υπηρεσιακά και τα πειθαρχικά συμβούλια κλπ.. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η σύμβαση, η οποία συνδέει τον υπάλληλό της με την «...», είναι ορισμένου χρόνου, αφού προβλέπεται η λύση της με τη συμπλήρωση του οριζόμενου ορίου ηλικίας, προβλέπεται δε η καταγγελία της σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο, ο οποίος συνδέεται με τη φύση αυτής, ως ορισμένου χρόνου, κατ’ εφαρμογή της αναγκαστικού χαρακτήρα διάταξης του άρθρου 672 ΑΚ, η οποία, αποκλείοντας αντίθετη συμφωνία, έχει εφαρμογή και στους μισθωτούς της παραπάνω Τράπεζας. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθ.672 εδ. α' ΑΚ κάθε ένα από τα μέρη έχει την δυνατότητα να καταγγείλει την εργασιακή σύμβαση οποτεδήποτε, χωρίς να τηρήσει προθεσμία, εφόσον υφίσταται σπουδαίος προς τούτο λόγος, ως εκ τούτου δε, εάν ο εργοδότης καταγγείλει την σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου πριν την λήξη της χωρίς σπουδαίο λόγο, η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ως μη γενομένη (άρθ.174, 180 ΑΚ), εξακολουθεί να υφίσταται η σύμβαση εργασίας και ο εργοδότης αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού οφείλει κατ' άρθ.656 ΑΚ μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 1164/2019, ΑΠ 57/2015, ο.π.). Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθ.672 εδ. α ΑΚ «σπουδαίο λόγο» καταγγελίας αποτελούν εκείνα τα πραγματικά περιστατικά, ακόμη και το μεμονωμένο εκείνο περιστατικό, τα οποία, ανεξάρτητα από τη προέλευσή τους και την ύπαρξη υπαιτιότητας, καθιστούν στην συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή από τον καταγγέλλοντα την συνέχιση της σύμβασης μέχρι την (συμφωνημένη ή υποχρεωτική κατά το νόμο) λήξη της, για τον προσδιορισμό δε του σπουδαίου λόγου, την κρίση δηλ. αν συντρέχουν τέτοια περιστατικά (η οποία ως αφορώσα αόριστη νομική έννοια υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο), συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως το είδος της εργασίας και η φύση της επιχείρησης, ενώ τα περιστατικά αυτά που συνιστούν σπουδαίο λόγο μπορεί να είναι τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει, στην σφαίρα ποιου από τα συμβαλλόμενα μέρη γεννήθηκαν. Τέτοιος λόγος, ειδικότερα, συντρέχει για τον εργοδότη σε περίπτωση παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού, (άρθ.673 ΑΚ), καθώς και όταν λόγω της συμπεριφοράς του εργαζομένου επήλθε κλονισμός της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, αλλά και σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία με βάση τα ως άνω ουσιαστικά κριτήρια η συνέχιση της εργασιακής σχέσης παρίσταται ως μη ανεκτή απ' αυτόν (ΟλΑΠ 8/2007, ΑΠ 1164/2019, ΑΠ 504/2017, ΑΠ 57/2015, 458/2013, ο.π.). Πρέπει να επισημανθεί, ότι δεν αποτελεί προϋπόθεση για την θεμελίωση σπουδαίου λόγου η πρόκληση ζημίας στον εργοδότη ή ο κίνδυνος πρόκλησης ζημίας αυτού στο μέλλον από αντισυμβατική συμπεριφορά του εργαζομένου, εάν διατηρηθεί στην θέση του (ΑΠ 824/2005, δημ. στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Σπουδαίο λόγο μπορεί να θεμελιώσει όχι μόνο η ποινική καταδίκη, αλλά ακόμη και η υποψία τελέσεως ποινικού αδικήματος, ιδίως όταν ο εργαζόμενος κατέχει θέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, όπως και ο κλονισμός της σχέσης εμπιστοσύνης προς τον εργαζόμενο. Ακόμη και η τυχόν απαλλαγή του εργαζόμενου δεν αρκεί μόνη αυτή για να ανατρέψει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου καταγγελίας της συμβάσεως του εργαζόμενου (ΑΠ 960/2017, 458/2013, 1115/2013, όλες δημ. στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Εξάλλου, η πρόβλεψη στον κανονισμό του εργοδότη πειθαρχικών παραπτωμάτων και αντιστοίχων πειθαρχικών ποινών, δεν αφαιρεί από αυτόν το δικαίωμα έκτακτης καταγγελίας, χωρίς προηγούμενη τήρηση της πειθαρχικής διαδικασίας, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους και των επιδιωκόμενων αντίστοιχα διαφορετικών σκοπών, αφού με την πειθαρχική διαδικασία επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης, ενώ με την καταγγελία για σπουδαίο λόγο απομακρύνεται ο εργαζόμενος, του οποίου δεν μπορεί να συνεχισθεί η εργασιακή σχέση ως επαχθής για τον εργοδότη (ΑΠ 1164/2019, 1115/2013, ο.π., ΑΠ 904/2012, 1616/2011, 308/2011, 1711/2007, όλες δημ. στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Σε κάθε περίπτωση όμως, η άσκηση του δικαιώματος της προβλεπόμενης από το άρθρο 672 ΑΚ καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ και συνεπώς όταν η καταγγελία υπερβαίνει τα από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος επιβαλλόμενα όρια, είναι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 ΑΚ, άκυρη ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια, που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου (ΑΠ 960/2017, 1115/2013, ο.π., ΑΠ 1322/2006, δημ. στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»), Το δικαστήριο ερευνά, επίσης, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση με την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκομένου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και της αρχής της μη κατάχρησης των δικαιωμάτων και έχει καθιερωθεί με το άρθ. 25 παρ.1 του Συντάγματος, ειδικότερα δε το δικαστήριο εξετάζει, ύστερα από σχετικό ισχυρισμό, αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα, εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτήν σκοπού (όπως μετάθεση, υποβιβασμός κλπ.), δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο, αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 1164/2019, 458/2013, 1115/2013, 1616/2011, 308/2011, ο.π.).
Από την εκτίμηση της κατάθεσης της μάρτυρος της ενάγουσας, που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (η εναγομένη δεν επιμελήθηκε για την εξέταση μάρτυρα), η οποία συμπεριλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση, πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του, όλων των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, από τα οποία άλλα λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 339 σε συνδυασμό προς 395 ΚΠολΔ), μεταξύ δε των τελευταίων περιλαμβάνονται, η υπ’ αριθμ. .... ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος .... ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών .... και η υπ’ αριθμ. .... ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ... ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθηκαν στα πλαίσια άλλης προηγούμενης δίκης και ειδικότερα στα πλαίσια της από 6-7-2016 (αρ. εκθ. κατ. .../2016) αγωγής που άσκησε η νυν εναγομένη ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος, μεταξύ άλλων και της ενάγουσας (ΑΠ 627/2018, 1471/2014, δημ. στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»), αλλά και τα δημόσια έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας (ΑΠ 1286/2003 ΕλΔνη 46. 406, ΜονΕφΑΘ 1483/2016, ΜονΕφΠειρ 165/2014, ΕφΑΘ 4606/2012, όλες δημ. στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»), ορισμένα δε εκ των εγγράφων μνημονεύονται στη συνέχεια και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά ξεχωριστά, των ομολογιών των διαδίκων που διαλαμβάνονται στις έγγραφες προτάσεις τους (άρθρα 261 παρ.1 και 352 παρ.1 ΚΠολΔ), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρα 336 αρ. 4 ΚΠολΔ) αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εναγομένη τράπεζα στις 29-6-1984, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, αφού υπήρχε πρόβλεψη, στο άρθρο 26 του έχοντα ισχύ νόμου τότε ισχύοντος Οργανισμού της Υπηρεσίας της εναγομένης τράπεζας, για την λύση της με την συμπλήρωση συγκεκριμένου ορίου ηλικίας της ενάγουσας και εντάχθηκε στο μόνιμο προσωπικό της, αρχικά με τον βαθμό του δόκιμου λογιστικού υπαλλήλου. Από την 8-2-1999 τοποθετήθηκε στο κατάστημα ... της εναγομένης και της ανατέθηκαν τα καθήκοντα της Προϊσταμένης Ταμείο λογιστών, ενώ παράλληλα απασχολούνταν με τα επενδυτικά προϊόντα και την καταναλωτική πίστη. Από την 1η Νοεμβρίου 1999, η εναγομένη τράπεζα αποφάσισε την πιλοτική εφαρμογή προγράμματος πωλήσεων τραπεζικών προϊόντων από ασφαλιστές - πωλητές της θυγατρικής της, ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλίσεων «Η ...», οι οποίοι, παράλληλα με τα προϊόντα της «...», θα προωθούσαν και προϊόντα της ιδίας (εναγομένης). Προς το σκοπό αυτό η εναγομένη εξέδωσε την υπ’ αριθμ. .... Υπηρεσιακή Εγκύκλιο, στην οποία ορίζονταν, μεταξύ άλλων, ότι η θυγατρική ασφαλιστική εταιρία αναλαμβάνει την προώθηση προϊόντων κτηματικής πίστης (δάνεια «...» και δάνεια κυμαινόμενου επιτοκίου) και προϊόντων καταναλωτικής πίστης (προσωπικά και καταναλωτικά δάνεια), ενώ για την προώθηση των πιστωτικών καρτών, αλλά και άλλων πιστωτικών προϊόντων της τράπεζας από τους ασφαλιστές της «...», θα ακολουθούσε μελλοντικά, επόμενη εγκύκλιος. Όσον αφορά στις διαδικασίες που έπρεπε να τηρούνται από τα Καταστήματα της εναγομένης, ειδικά για τα προϊόντα καταναλωτικής πίστης, ορίζονταν ότι, οι υπάλληλοι αυτών, παραλαμβάνουν τον φάκελο με τα δικαιολογητικά, χωρίς να είναι απαραίτητη η παρουσία του πελάτη, ολοκληρώνουν τις υπόλοιπες διαδικασίες για τη χορήγηση του δανείου, δηλαδή τον έλεγχο πληρότητας του φακέλου και ορθότητας των στοιχείων, λήψη έγκρισης και εκταμίευση, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στην υπ’ αριθμ. ... Υπηρεσιακή Εγκύκλιο, διαβιβάζουν φωτοαντίγραφο της συμπληρωμένης αίτησης με fax προς την θυγατρική εταιρία της εναγομένης «... Α.Ε. Διοικήσεως και Οργανώσεως» (ΕΑΕΔΟ) για έγκριση και ακολουθούν τα προβλεπόμενα στην ίδια πιο πάνω Υπηρεσιακή Εγκύκλιο, παραδίδουν φωτοαντίγραφο της αίτησης για τον Ασφαλιστή - Πωλητή, τον οποίο και ενημερώνουν για τυχόν προβλήματα που παρουσιάζονται κατά την διεκπεραίωση του αιτήματος (π.χ. ανάγκη πρόσθετων δικαιολογητικών). Σύμφωνα δε με την παραπάνω υπ’ αριθμ. ... Υπηρεσιακή Εγκύκλιο, για την έγκριση και χορήγηση δανείου καταναλωτικής πίστης, ο πελάτης, μαζί με την αίτηση που συμπληρώνει, υποβάλει και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, δηλαδή τελευταίο εκκαθαριστικό σημείωμα της εφορίας, ή, εφόσον πρόκειται για αυτοαπασχολούμενο, τα εκκαθαριστικά σημειώματα των τριών τελευταίων ετών, για τους μισθωτούς πρόσφατη απόδειξη μισθοδοσίας και βεβαίωση ετών απασχόλησης από τον εργοδότη, δελτίο αστυνομικής ταυτότητας, δήλωση στοιχείων ακίνητης περιουσίας και πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας, για δάνεια άνω των 500.000 δραχμών. Οι υπάλληλοι των καταστημάτων της εναγομένης, χρησιμοποιούν τα δικαιολογητικά για την εξακρίβωση των στοιχείων και του εισοδήματος του πελάτη και είναι υπεύθυνοι για την ορθότητα και πληρότητα των αναγραφόμενων σχετικών στοιχείων στην αίτηση, ενώ εκφράζουν γνώμη για κάθε συγκεκριμένο πελάτη (καλός, ουδέτερος, ή μη επιθυμητός). Προκειμένου οι υπάλληλοι των καταστημάτων να εκφράσουν γνώμη για τον πελάτη, προβαίνουν σε σειρά ελέγχων και συγκεκριμένα, διερευνούν την ύπαρξη ληξιπρόθεσμων οφειλών του πελάτη, εκτός καταναλωτικής πίστης, καθώς επίσης την ύπαρξη άλλων τυχόν προβλημάτων στις συναλλαγές του, αντλούν πληροφορίες από την αγορά και σε Περίπτωση που αυτός είναι αυτοαπασχολούμενος, ελέγχουν εάν συνεργάζεται με άλλο Κατάστημα, οπότε και αντλούν τηλεφωνικές πληροφορίες από αυτό. Στη συνέχεια, η αίτηση υπογράφεται από δύο στελέχη του καταστήματος, με δικαίωμα Α' και Β' υπογραφής, φωτοτυπία της οποίας αποστέλλεται με fax προς την ΕΑΕΔΟ, η οποία δεν πραγματοποιεί πρόσθετο έλεγχο στοιχείων και προβαίνει στην έγκριση ή την απόρριψη της αίτησης. Τον Ιούλιο του έτους 2000, ο Επιθεωρητής Β' της εναγομένης, ...., διενήργησε έλεγχο στο Κατάστημα ... και συνέταξε την από 28-7-2000 έκθεση, που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη. Από την επιθεώρηση διαπιστώθηκε ότι μετά την 1-11-1999, οπότε και ξεκίνησε η πιλοτική εφαρμογή του προγράμματος πώλησης τραπεζικών προϊόντων μέσω της «...» και μέχρι την 7-6-2000, εκταμιεύτηκαν από το παραπάνω κατάστημα 166 δάνεια συνολικού ύψους περίπου 187,8 εκατομμυρίων δραχμών, δηλαδή περίπου τα 2/3 των αντίστοιχων μεγεθών της Μονάδας, με την μεσολάβηση ενός μόνο ασφαλιστικού πράκτορα, του Γ. ..., ενώ τις αιτήσεις, μαζί με τα δικαιολογητικά, προσκόμιζε στο Κατάστημα ο συνεργάτης αυτού, Π. .... Για την διεκπεραίωση και τον έλεγχο των παραπάνω αιτήσεων, αποκλειστικά αρμόδια ήταν η ενάγουσα, η οποία όμως δεν τηρούσε τα προβλεπόμενα από τις παραπάνω υπ’ αριθμ. ... και .... Υπηρεσιακές Εγκυκλίους της εναγομένης. Ειδικότερα, προέκυψε ότι η ενάγουσα, πριν αποστείλει τις αιτήσεις προς την ΕΑΕΔΟ, προκειμένου αυτή να τις εγκρίνει ή να τις απορρίψει, δεν προέβαινε στον ενδεδειγμένο έλεγχο για την εξακρίβωση της γνησιότητας των φωτοτυπημένων δικαιολογητικών, σε ελάχιστες περιπτώσεις λήφθηκαν οι προβλεπόμενες δηλώσεις στοιχείων ακίνητης περιουσίας (έντυπο Ε9 της δήλωσης εισοδήματος), ή προκειμένου για μισθωτούς, πρόσφατη απόδειξη μισθοδοσίας και βεβαίωση ετών απασχόλησης, για την δανειοδότηση των αυτοαπασχολούμενων δεν ζητούσε την υποβολή των τριών τελευταίων εκκαθαριστικών σημειωμάτων, αλλά μόνο του τελευταίου, στο σύνολό τους σχεδόν οι αιτήσεις για τη λήψη δανείων απεστάλησαν στην ΕΑΕΔΟ, με μόνη την υπογραφή της ενάγουσας, ενώ εκδόθηκαν και 15 πιστωτικές κάρτες σε πρόσωπα που είχε συστήσει στο κατάστημα ο ασφαλιστής Γ. ..., χωρίς αυτό να προβλέπεται από την σχετική εγκύκλιο, που, όπως προεκτέθηκε, καθόριζε ότι η δραστηριότητα των ασφαλιστών - πωλητών θα περιορίζονταν στην προώθηση μόνο καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων. Ειδικότερα δε, διαπιστώθηκε ότι: α) Σε 12 από τις 22 δηλώσεις εισοδήματος που προσκομίστηκαν την πιο πάνω περίοδο, οι δανειολήπτες εμφανίζονταν ως φορολογούμενοι για πρώτη φορά, πλην όμως, από τις αντίστοιχες αιτήσεις τους, προκύπτει ότι αυτοί εργάζονταν επί αρκετά έτη, λαμβάνοντας μάλιστα αποδοχές που δεν δικαιολογούσαν τη μη υποβολή φορολογικής δήλωσης τα προηγούμενα έτη. β) Σε 16 δηλώσεις, είχαν τεθεί πρωτότυπες σφραγίδες, είτε του Υπουργείου Οικονομικών, είτε των υπαλλήλων διαφόρων Δ.Ο.Υ., χωρίς να αναγράφεται εάν αυτές τέθηκαν προς επικύρωση της γνησιότητας του φωτοαντιγράφου, ενώ οι εφοριακοί υπάλληλοι που φέρεται ότι είχαν υπογράψει, εμφανίζονταν να υπηρετούν την ίδια χρονική περίοδο σε περισσότερες Δ.Ο.Υ. γ) Αρκετοί πελάτες εμφανίζονταν να δηλώνουν στην εφορία τα ίδια ποσά καθαρών αμοιβών, αναλογούντων και παρακρατηθέντων φόρων, ενδεικτικά δε, σε 13 εκκαθαριστικά σημειώματα, το αναγραφόμενο δηλωθέν εισόδημα ήταν 3.527.911 δραχμές. Κατόπιν δε τηλεφωνικής επικοινωνίας του Επιθεωρητή της εναγομένης με υπάλληλο του ΚΕΠΥΟ και από δειγματοληπτική αντιπαραβολή των αναγραφόμενων ποσών, στα προσκομισθέντα στο Κατάστημα εκκαθαριστικά σημειώματα, με τα αντίστοιχα που είχαν δηλωθεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., αποδείχθηκε ότι αυτά δεν ήταν ίδια μεταξύ τους, δ) Σε δύο περιπτώσεις διαπιστώθηκε ότι οι δηλώσεις που προσκομίστηκαν στο Κατάστημα, φέρεται ότι υποβλήθηκαν σε διαφορετική Δ.Ο.Υ. από τον τόπο κατοικίας και εργασίας των πελατών, ε) Στις περισσότερες περιπτώσεις δεν ομοίαζαν οι υπογραφές που είχαν θέσει οι πελάτες στις αιτήσεις τους, σε σχέση με αυτές στα λοιπά έντυπα της Τράπεζας, στ) Όλα σχεδόν τα καταναλωτικά δάνεια που εκταμιεύτηκαν την παραπάνω χρονική περίοδο με την μεσολάβηση του Γ. ..., φαίνεται να χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά ειδών διαρκείας από το κατάστημα ηλεκτρικών συσκευών της ... ..., με διεύθυνση ... αρ. .... ..., πλην όμως ο Επιθεωρητής της εναγομένης διαπίστωσε ότι στην παραπάνω διεύθυνση, δεν υπήρχε κατάστημα της ... ..., αλλά άλλης εταιρίας ηλεκτρικών ειδών. Επίσης, υπήρχε μεγάλη ομοιότητα στα είδη που φέρεται ότι αγόραζαν οι πελάτες, ενώ χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση ανδρόγυνου, που φαίνεται να αγόρασαν πέντε ίδια είδη, σε δύο διαφορετικές ημερομηνίες (15-2-2000 και 23-5-2000). Οι διαπιστώσεις αυτές καταδεικνύουν ότι η ενάγουσα δεν προέβαινε σε έλεγχο των δικαιολογητικών που υποβάλλονταν, καθώς σε διαφορετική περίπτωση, θα μπορούσε ευχερώς να εντοπίσει τις παραπάνω παρατυπίες, ή έστω ένα μέρος αυτών. Αποτέλεσμα δε της παράλειψης της ενάγουσας να προβαίνει στον προσήκοντα έλεγχο των αιτήσεων δανειοδότησης και των δικαιολογητικών που συνυποβάλλονταν, όπως όφειλε να πράττει σύμφωνα με τις υπ’ αριθμ. ... Υπηρεσιακές Εγκυκλίους της εναγομένης, ήταν να χρηματοδοτηθούν πρόσωπα που δεν πληρούσαν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις, με τον κίνδυνο να υποστεί η εναγομένη μεγάλη οικονομική ζημία, η οποία κατά το χρόνο σύνταξης της έκθεσης ελέγχου δεν μπορούσε να προσδιοριστεί, όμως ήδη ορισμένα από τα δάνεια, αλλά και οφειλές από τη χρήση πιστωτικών καρτών είχαν μεταφερθεί σε οριστική καθυστέρηση, ενώ σε άλλες περιπτώσεις υπήρχαν σημαντικού ύψους ληξιπρόθεσμες οφειλές. Όπως επίσης αποδεικνύεται από τις με ημερομηνίες 21-6-2000, 11-7-2000 και 24-7-2000 επιστολές της ενάγουσας προς τον Επιθεωρητή της εναγομένης ... ..., η ίδια δεν αρνήθηκε την αρμοδιότητά της για την διεκπεραίωση και τον έλεγχο των παραπάνω αιτήσεων. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι διαβίβαζε τις αιτήσεις προς την ΕΑΕΔΟ μόνο με την δική της υπογραφή λόγω φόρτου εργασίας, ότι χορήγησε τις πιστωτικές κάρτες διότι δεν είχε προσέξει την εξαίρεση αυτών στην υπ’ αριθμ. ... Υπηρεσιακή Εγκύκλιο, ενώ για το γεγονός ότι δεν τηρούσε τα προβλεπόμενα από τις υπ’ αριθμ. .... Υπηρεσιακές Εγκυκλίους, επικαλέστηκε συνομιλία της στις αρχές Μαρτίου του έτους 2000 με την υπάλληλο με επώνυμο Πολίτου της Υπηρεσίας ..., η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, της δήλωσε ότι την ευθύνη για την ορθότητα συμπλήρωσης της αίτησης και των λοιπών δικαιολογητικών την φέρει ο ασφαλιστικός σύμβουλος που προσελκύει τον πελάτη, χωρίς να δίνει άλλη ειδικότερη εξήγηση, ούτε για τον λόγο επικοινωνίας, ούτε γιατί δεν φρόντισε να επικοινωνήσει ήδη από την αρχή της εφαρμογής του πιλοτικού προγράμματος της εναγομένης, ούτε γιατί αρκέστηκε σε μια απλή τηλεφωνική συνομιλία προκειμένου να μην εφαρμόσει τις εγκυκλίους της εναγομένης.
Όταν η εναγομένη διαπίστωσε τις παραπάνω ενέργειες της ενάγουσας, την απάλλαξε από τα καθήκοντα ευθύνης και αρχικά τέθηκε στην διάθεση της Περιφερειακής Διοίκησης Β', ενώ στις 23-4-2001 μετατέθηκε στο Κατάστημα Ιλίου της εναγομένης όπου εργάστηκε ως απλή υπάλληλος μέχρι 8-6-2008. Από τις 9-6-2008 τέθηκε στην διάθεση της Διεύθυνσης Δικτύου Γ' μέχρι 16- 8-2009 λόγω λήψης μακρόχρονης αναρρωτικής άδειας, ενώ από 17-8-2009 τοποθετήθηκε στο Κατάστημα Λεωφόρου ..., με τη σημείωση ότι θα ασκεί τα καθήκοντα της πάντοτε υπό την άμεση εποπτεία του Προϊσταμένου της, του Διευθυντή της Μονάδας ή του εκάστοτε Αναπληρωτή. Καθ’ όλο δε το παραπάνω χρονικό διάστημα, εξαιτίας της εμπλοκής της ενάγουσας στις χορηγήσεις δανείων από το Κατάστημα ..., η εναγομένη ανέβαλε την κρίση για την προαγωγή της. Περαιτέρω, λόγω του εύρους και της βαρύτητας της υπόθεσης στην οποία είχε εμπλακεί η ενάγουσα, η εναγομένη, ενεργώντας δια των αρμοδίων οργάνων της, έκρινε ότι δεν αρκούσε, ούτε θα προσέφερε κάτι ουσιαστικό στην πλήρη διερεύνηση και διαλεύκανση της υπόθεσης η εσωτερική Πειθαρχική Διαδικασία και για τον λόγο αυτό, ενόψει και του γεγονότος ότι ήδη είχε απομακρύνει την ενάγουσα από το Κατάστημα ... και πλέον δεν της ανέθετε υπεύθυνα καθήκοντα, αποφάσισε να υποβάλλει την από 25-2-2004 μήνυση σε βάρος του ... ..., του ... ... και κατά παντός άλλου υπεύθυνου. Ακολούθως, με το υπ’ αριθμ. ...../26-4-2010 έγγραφο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, διαβιβάστηκε στην εναγομένη η υπ’ αριθμ. ... Διάταξη της Ανακρίτριας του 10ου Ειδικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία επιβλήθηκε στην ενάγουσα ο περιοριστικός όρος της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα, καθώς, με βάση την παραπάνω μήνυση της εναγομένης, της απαγγέλθηκε η κατηγορία της άμεσης συνέργειας στην κακούργηματική πράξη της απάτης κατ’ εξακολούθηση, με ζημία που υπερβαίνει το ποσό 150.000 ευρώ, που φέρεται ότι τέλεσαν σε βάρος της εναγομένης οι ... ... και ...ς .... Κατόπιν αυτής της εξέλιξης και εφόσον κατά την κύρια ανάκριση που διενεργήθηκε κρίθηκε ότι η παραπάνω περιγραφόμενη συμπεριφορά της ενάγουσας είναι και αξιόποινη, η εναγομένη, ενεργώντας δια των αρμοδίων προς τούτο οργάνων της, αποφάσισε να προβεί στις 14-6-2010 στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας για σπουδαίο λόγο, σύμφωνα με όσα προβλέπει η διάταξη του άρθρου 672 του ΑΚ και το άρθρο 29 του Κανονισμού της. Κατόπιν δε της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, η τελευταία, δυνάμει του με αριθμό 3408/2011 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, παραπέμφθηκε ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων, προκειμένου δικαστεί για την παραπάνω αναγραφόμενη αξιόποινη πράξη, μαζί με τους συγκατηγορουμένους της, ... ... και ... .... Το Γ' Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την υπ’ αριθμ. 1554/6-4-2015 απόφαση, καταδίκασε την ενάγουσα για την αξιόποινη πράξη που της αποδόθηκε, σε ποινή κάθειρξης δέκα ετών, ενώ στους ... ... και ... ... επέβαλε ποινή κάθειρξης είκοσι ετών στον καθένα, για τις αξιόποινες πράξεις της πλαστογραφίας με χρήση από κοινού και κατ’ εξακολούθηση σε βάρος της ...ς Τράπεζας, με ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και της απάτης από κοινού και κατ’ εξακολούθηση σε βάρος της ...Τράπεζας, με ζημία που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ. Στη συνέχεια, κατόπιν των εφέσεων που άσκησαν οι καταδικασθέντες, το Α' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την υπ’ αριθμ. 2524/2017 απόφαση κήρυξε αθώα την ενάγουσα. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει επιλεκτικά ορισμένες σελίδες εκ των παραπάνω ποινικών αποφάσεων και όχι το πλήρες κείμενο αυτών, από τις προσκομιζόμενες σελίδες όμως, της υπ’ αριθμ. 2524/2017 απόφασης του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι η ζημία που υπέστη η εναγομένη, προσδιορίστηκε τελικά στο ποσό των 94.500 ευρώ, το οποίο και εξοφλήθηκε πλήρως και ολοσχερώς από τον ... .... Με βάση όλα τα παραπάνω, κατά το χρόνο που η εναγομένη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, υπήρχε σοβαρός λόγος προς τούτο, που συνίσταται στον κλονισμό της εμπιστοσύνης της, προς το πρόσωπο της ενάγουσας, εξαιτίας της παραπάνω περιγραφόμενης συμπεριφοράς της, καθώς παραβίασε και δεν συμμορφώθηκε με σημαντικούς κανόνες της εσωτερικής λειτουργίας της εναγόμενης τράπεζας, γεγονός που συνιστά σοβαρή παράβαση των υποχρεώσεων αυτής από την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, που την συνέδεε με την εναγομένη. Οι παραπάνω αντισυμβατικές και αντικανονικές παραλείψεις και ενέργειες, στις οποίες προέβη η ενάγουσα, αποτελούν αντικειμενικούς λόγους, οι οποίοι αποτρέπουν την εναγομένη να την εμπιστευτεί σε οποιαδήποτε άλλη τραπεζική εργασία, αφού της προξένησαν σημαντική οικονομική ζημία και δεν αρμόζουν σε τραπεζικό υπάλληλο. Ο κλονισμός δε της εναγομένης κατέστη μεγαλύτερος όταν της κοινοποιήθηκε η υπ’ αριθμ. ... Διάταξη της Ανακρίτριας του 10ου Ειδικού Τμήματος Πλημμελειοδικών Αθηνών, με την οποία επιβλήθηκε στην ενάγουσα ο περιοριστικός όρος της απαγόρευσης εξόδου από τη χώρα, οπότε πλέον ενημερώθηκε ότι, με βάση την μήνυση που είχε ασκήσει σε βάρος των Γ. ..., Π. ... και κατά παντός υπευθύνου, απαγγέλθηκε σε βάρος της ενάγουσας η κατηγορία της άμεσης συνέργειας στην κακουργηματική πράξη της απάτης κατ’ εξακολούθηση, με ζημία που υπερβαίνει το ποσό 150.000 ευρώ που φέρεται ότι τέλεσαν σε βάρος της ιδίας (εναγομένης) οι ... ... και ...ς .... Μόνη δε η απαλλαγή της ενάγουσας για την κατηγορία που της αποδόθηκε, με την υπ’ αριθμ. 2524/2017 απόφαση του Α' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, δεν αρκεί για να ανατρέψει την ύπαρξη του παραπάνω περιγραφόμενου σπουδαίου λόγου καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, σύμφωνα και με τα ανωτέρω εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας. Οι ισχυρισμοί της ενάγουσας περί του ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της δεν οφείλεται σε σπουδαίο λόγο, καθώς κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα που υπηρετούσε στο Κατάστημα ..., ακολούθησε πλήρως τις Υπηρεσιακές Εγκυκλίους της εναγομένης, σύμφωνα με τις οποίες δεν όφειλε η ίδια να ελέγχει τα δικαιολογητικά των υποψήφιων πελατών που της προσκόμιζε ο Π. ..., γεγονός που της επιβεβαίωσε άλλωστε σε τηλεφωνική επικοινωνία υπάλληλος της Υπηρεσίας «...» της εναγομένης με το επώνυμο Πολίτου, αλλά αντίθετα οφείλεται στην εμπάθεια των οργάνων της διοίκησης της εναγομένης προς το πρόσωπό της, ουδόλως αποδείχθηκαν και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, τα όσα κατέθεσαν ενόρκως, ο μάρτυρας .. ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αλλά και στην υπ’ αριθμ. ..../2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και η μάρτυρας .... στην υπ’ αριθμ. .... ένορκη βεβαίωση ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών ...υ ..., περί του ότι η ενάγουσα δεν ήταν υποχρεωμένη να προβαίνει σε έλεγχο των δικαιολογητικών που υποβάλλονταν από τους ασφαλιστές της «...» σύμφωνα με τα όσα προβλέπονταν από τις Υπηρεσιακές Εγκυκλίους της εναγομένης, διαψεύδονται από το περιεχόμενο των υπ’ αριθμ. .... Υπηρεσιακών Εγκυκλίων, όπως αυτό προεκτέθηκε. Περαιτέρω, η ενάγουσα δεν δίνει επιπλέον διευκρινίσεις σε σχέση με την ιδιότητα της υπαλλήλου με το επώνυμο Πολίτου της Υπηρεσίας «...» της εναγομένης με την οποία ισχυρίζεται ότι συνομίλησε, για τον λόγο επικοινωνίας με τη συγκεκριμένη υπάλληλο, αλλά και γιατί αρκέστηκε σε μια απλή τηλεφωνική συνομιλία προκειμένου να μην εφαρμόσει τις εγκυκλίους της εναγομένης. Επίσης, ουδόλως προέκυψε εμπάθεια προς το πρόσωπο της ενάγουσας εκ μέρους οποιουδήποτε οργάνου της διοίκησης της εναγομένης, αλλά αντίθετα η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της οφείλεται σε σπουδαίο λόγο, όπως εκτίθεται αναλυτικά παραπάνω. Περαιτέρω, η προαναφερόμενη καταγγελία δεν ελέγχεται ως καταχρηστική, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, αφού, ενόψει της βαρύτητας της παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων αυτής (ενάγουσας), δικαιολογημένα κλονίσθηκε η εμπιστοσύνη της εναγομένης στο πρόσωπό της, διαταράχθηκε η ομαλή συνεργασία τους, που δεν μπορούσε με άλλο τρόπο να αποκατασταθεί και κατέστη μη επιθυμητή από την εναγομένη η συνέχιση της συνεργασίας τους και ως εκ τούτου δεν μπορεί να αξιωθεί, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη από την εναγομένη, η διατήρησή της στην υπηρεσία της, λόγω της κλονισμένης πλέον εμπιστοσύνης στο πρόσωπό της και ως εκ τούτου ήταν αναγκαία η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, ενώ, μετά την παραδοχή της υπάρξεως σπουδαίου λόγου που δικαιολογεί την καταγγελία, εκ προοιμίου καθίσταται μη αρκετή η λήψη, αντί της καταγγελίας, ηπιότερων μέτρων κατά της ενάγουσας και ειδικότερα η επιβολή κάποιας αυστηρής πειθαρχικής ποινής ή ο υποβιβασμός της, καθώς η εργασιακή σχέση των διαδίκων δεν μπορούσε να λειτουργήσει ομαλά, ενώ το ληφθέν από την εναγομένη μέτρο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας δεν τελεί σε δυσαναλογία σε σχέση με την περιγραφείσα συμπεριφορά της ενάγουσας κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, ούτε η επελθούσα, συνεπεία των υπηρεσιακών της παραβάσεων, έλλειψη εμπιστοσύνης μπορούσε να αποκατασταθεί με οποιοδήποτε άλλο μέτρο, ηπιότερο αυτού της απόλυσης, λαμβανομένου προς τούτο υπόψη ότι η ύπαρξη εμπιστοσύνης στο ευαίσθητο τραπεζικό περιβάλλον αποτελεί άνευ ετέρου προϋπόθεση για την παροχή υπηρεσιών σε οποιαδήποτε θέση. Επιπλέον, η συμπεριφορά της εναγομένης δεν μπορεί να ελεγχθεί ως καταχρηστική, λόγω παράλειψης της πειθαρχικής διαδικασίας σε βάρος της ενάγουσας, καθόσον τούτο αφενός μεν εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια της εναγομένης, αλλά κυρίως δεν μπορεί να αποκλεισθεί το δικαίωμα της εναγομένης να καταγγείλει την σύμβαση εργασίας των μισθωτών της για σπουδαίο λόγο, χωρίς να προσφύγει στην πειθαρχική διαδικασία, αφού ο λόγος αυτός της καταγγελίας είναι αυτοτελής και ανεξάρτητος από τον λόγο λύσης της σύμβασης, συνεπεία πειθαρχικού παραπτώματος. Ο ισχυρισμός δε της ενάγουσας, ότι λόγω της μη άσκησης πειθαρχικής δίωξης, η εναγομένη δεν της έδωσε τη δυνατότητα να αναπτύξει τις απόψεις της επί του επίδικου ζητήματος, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς κατά το χρόνο διενέργειας του ελέγχου από τον Επιθεωρητή ... ..., η ενάγουσα διατύπωσε τις απόψεις της, τόσο προφορικά, όσο και με τις από 21-6-2000, 11-7-2000 και 24-7-2000 επιστολές της προς τον Επιθεωρητή. Περαιτέρω δε, το γεγονός ότι η ενάγουσα μέχρι την διαπίστωση των ανωτέρω περιστατικών δεν είχε απασχολήσει άλλη φορά την εναγομένη και ήταν ικανή υπάλληλος με πολυετή εμπειρία, δεν μπορεί να μετριάσει την σοβαρότητα των πράξεών της και να αναιρέσει τον κλονισμό της εμπιστοσύνης της εναγομένης τράπεζας προς το πρόσωπό της και ως εκ τούτου δεν προσδίδει καταχρηστικότητα στην γενομένη καταγγελία. Επίσης, ναι μεν από τότε που έγινε ο έλεγχος στο κατάστημα ... της εναγομένης και αποκαλύφθηκαν οι ως άνω παραβάσεις της ενάγουσας (Ιούλιος του 2000) μέχρι και την καταγγελία της σύμβασης (14-6-2010) παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα, όμως η καθυστέρηση αυτή οφείλεται στην πολυπλοκότητα της υπόθεσης που έπρεπε να διερευνηθεί, στην εμπλοκή τρίτων προσώπων και στον μεγάλο αριθμό δανείων που έπρεπε να ελεγχθούν, λόγοι για τους οποίους άλλωστε και η ποινική διερεύνηση της υπόθεσης διήρκεσε μεγάλο χρονικό διάστημα από την υποβολή της μήνυσης εκ μέρους της εναγομένης. Εξάλλου, όπως προεκτέθηκε, αμέσως μετά την διαπίστωση της παραπάνω περιγραφόμενης συμπεριφοράς της ενάγουσας, η εναγομένη την απάλλαξε άμεσα από τα καθήκοντά της και στη συνέχεια τη μετέθεσε σε άλλο κατάστημα, όπου πλέον ασκούσε καθήκοντα απλής υπαλλήλου και μάλιστα υπό την άμεση εποπτεία των προϊσταμένων της. Άλλωστε και η ίδια η ενάγουσα, με την από 23-2-2006 εξώδικη δήλωση προς την εναγομένη, την οποία η ίδια επικαλείται και προσκομίζει, διαμαρτυρήθηκε για το γεγονός ότι η εναγομένη δεν της ανέθετε καθήκοντα της ειδικότητάς της, ούτε την τοποθετούσε σε θέση ευθύνης. Κατά συνέπεια, η πιο πάνω καθυστέρηση δεν ήταν ικανή, κατ’ αντικειμενική κρίση, να δημιουργήσει δικαιολογημένα στο μέσο συνετό άνθρωπο ή και στην ίδια την ενάγουσα την πεποίθηση ότι η εναγομένη δεν θα ασκούσε τελικά το νόμιμο δικαίωμά της να καταγγείλει τη σύμβαση για σπουδαίο λόγο. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται παραπάνω συνιστούν, κατ' αντικειμενική κρίση, σπουδαίο για την εναγόμενη λόγο καταγγελίας της μεταξύ αυτής και της ενάγουσας σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, η οποία δεν υπερβαίνει προφανώς τα επιβαλλόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια και στην οποία είχε δικαίωμα να προβεί, χωρίς να τηρήσει την προβλεπομένη από τον Κανονισμό πειθαρχική διαδικασία, ενώ το ληφθέν από αυτή μέτρο (καταγγελία) δεν τελεί σε δυσαναλογία σε σχέση με την συμπεριφορά της ενάγουσας, ώστε η εναγομένη να είναι υποχρεωμένη να χρησιμοποιήσει, αντί της καταγγελίας, ηπιότερα μέτρα. Έτσι, η ένδικη καταγγελία, στο έγγραφο της οποίας δεν είναι υποχρεωτική και η αναφορά των περιστατικών που θεμελιώνουν το σπουδαίο λόγο, είναι νόμιμη και έγκυρη, με αυτή λύθηκε η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας και η εναγομένη, που δεν είχε την υποχρέωση να αποδέχεται την εργασία της, δεν έγινε υπερήμερη και ως εκ τούτου δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας. Επίσης, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι η εναγομένη ενήργησε με τέτοιον τρόπο ώστε να προσβάλλει την προσωπικότητα της ενάγουσας και κατά συνέπεια, το αίτημα αυτής για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς της, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 281 και 656 του ΑΚ και εκτίμησε τις αποδείξεις, έστω και με εν μέρει εσφαλμένες και ελλιπείς αιτιολογίες, οι οποίες επιτρεπτά αντικαθίστανται και συμπληρώνονται από τις αιτιολογίες της προκειμένης απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ) και όλοι οι λόγοι έφεσης, με τους οποίους η ενάγουσα παραπονείται για το αντίθετο, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι.
Κατ’ ακολουθία των παραπάνω, πρέπει η κρινόμενη έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν, κατόπιν σχετικού αιτήματος της, σε βάρος της εκκαλούσας, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσία την έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 474/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, το ύψος των οποίων ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε έκτακτη, δημόσια
στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 26-3-2021 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ