ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 1809/2021
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Ευδοκία Κουμούτσου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Πάρη Ζαρμποζάνη, Πρωτόδικη Εισηγητή, Καλλιρρόη Γωνιωτάκη, Πρωτόδικη και από την Γραμματέα Αικατερίνη ΜΠΑΪΜΠΟΥ.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2021, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των εναγόντων: 1) Ι. Κ.του Μ., κατοίκου ..... Αττικής, επί της οδού .... αρ. ..., με Α.Φ.Μ., ... και 2) Ε. Τ. του Κ., κατοίκου .... Αττικής, επί της οδού .... αρ. ..., με Α.Φ.Μ. ...., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, αλλά εκπροσωπήθηκαν στη δίκη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεόδωρο Ζέρβα, με Α.Μ. Δ.Σ.Θ. ...., δυνάμει των από 15.12.2020 πληρεξουσίων, ο οποίος προκατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατ’ άρθρο 237 παρ. 1 εδ α' ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015.
Των εναγόμενων: 1) Β. Ν. του Ε., κατοίκου .... Αττικής, επί της οδού .... αρ. ..., με Α.Φ.Μ. ... και 2) C. N. του P. (Κ. Ν. του Π.), κατοίκου ..... Αττικής, επί της οδού .... αρ. ..., με Α.Φ.Μ. ...., οι οποίοι δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο, αλλά εκπροσωπήθηκαν στη δίκη από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Ιωάννη Δεληκωστόπουλο, με Α.Μ. Δ.Σ.Α. ...., Δημήτριο Γίτσα, με Α.Μ. Δ.Σ.Α. .... και Γεώργιο Κοπανάκη, με Α.Μ. Δ.Σ.Α. ... δυνάμει των από ..../22.09..... και ..../22.09.2020 πληρεξουσίων του Συμβολαιογράφου Αθηνών Θ. Γ. Α., οι οποίοι προκατέθεσαν έγγραφες προτάσεις, κατ’ άρθρο 237 παρ. 1 εδ α’ ΚΠολΔ, όπως ανηκαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015.
Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 03.09.2020 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με γενικό αριθμό κατάθεσης ..../2020 και με ειδικό αριθμό κατάθεσης ..../2020 και αφού προσδιορίστηκε, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 237 παρ. 4 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015, για να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης, γράφτηκε στο πινάκιο με αύξοντα αριθμό 15.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. 1) Από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 1, 6 παρ. 1, 7 παρ. 1 και 2, 10 παρ. 1, 11 παρ. 1, 12 παρ. 1, 3 και 17 ν. 1733/1987 «Περί μεταφοράς τεχνολογίας, εφευρέσεων, τεχνολογικής καινοτομίας και σύστασης επιτροπής ατομικής ενέργειας», συνάγονται τα εξής: Το δικαίωμα σε εφεύρεση δημιουργείται με την απονομή του προβλεπομένου στο νόμο αυτό διπλώματος ευρεσιτεχνίας, η διάρκεια ισχύος του οποίου είναι 20 έτη από την επομένη της κατάθεσης της οικείας δήλωσης (αίτησης απονομής). Ειδικότερα, κατά τα οριζόμενα από το άρθρο 5 παρ. 1 ν. 1733/1987: «1. Διπλώματα ευρεσιτεχνίας χορηγούνται για επινοήματα νέα που εμπεριέχουν εφευρετική δραστηριότητα και είναι επιδεκτικά βιομηχανικής εφαρμογής. Η εφεύρεση μπορεί να αναφέρεται σε προϊόν, μέθοδο ή βιομηχανική εφαρμογή». Από τις δε παρ. 5, 6 και 7 του ίδιου άρθρου προβλέπονται τα εξής: «5. Μια εφεύρεση θεωρείται επιδεκτική βιομηχανικής εφαρμογής αν το αντικείμενό της μπορεί να παραχθεί ή να χρησιμοποιηθεί σε οποιοδήποτε τομέα παραγωγικής δραστηριότητας. 6. Δεν θεωρούνται εφευρέσεις επιδεκτικές βιομηχανικής εφαρμογής κατά την έννοια της παρ. 5: α. Οι μέθοδοι χειρουργικής και θεραπευτικής αγωγής του ανθρωπίνου σώματος ή του σώματος ζώων. β. Οι διαγνωστικές μέθοδοι που εφαρμόζονται στο ανθρώπινο σώμα ή στο σώμα των ζώων. 7. Οι εξαιρέσεις της παραγράφου 6 δεν ισχύουν για προϊόντα και ιδίως για ουσίες ή συνθέσεις που χρησιμοποιούνται κατά την εφαρμογή των παραπάνω μεθόδων». Επιπλέον από το άρθρο 12 ν. 1733/1987, όπως το τρίτο εδάφιο της παρ. 3 προστέθηκε με το άρθρο 4 παρ. 1 ν. 4605/2019, προβλέπονται, μεταξύ άλλων και τα εξής: «Μεταβίβαση Διαδοχή -Συμβατική άδεια» «1. Το δικαίωμα για την χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας και το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας μπορούν να μεταβιβαστούν με έγγραφη συμφωνία ή να κληρονομηθούν. Η μεταβίβαση συντελείται από την καταχώρηση της συμφωνίας ή του κληρονομητηρίου στο μητρώο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας και δημοσιεύεται στο Ειδικό Δελτίο Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας. 2. Οι από κοινού κάτοχοι διπλώματος ευρεσιτεχνίας μπορούν, ο καθένας ξεχωριστά να μεταβιβάζουν με έγγραφη συμφωνία το μερίδιό του στο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Το ίδιο ισχύει για το από κοινού δικαίωμα χορήγησης διπλώματος ευρεσιτεχνίας. 3. Ο δικαιούχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας μπορεί να παραχωρεί με έγγραφη συμφωνία άδεια εκμετάλλευσης του διπλώματος του σε τρίτους. Για την άδεια εκμετάλλευσης κοινού διπλώματος ευρεσιτεχνίας απαιτείται συμφωνία όλων των δικαιούχων. Η συμφωνία για την παραχώρηση συμβατικής άδειας εκμετάλλευσης δημοσιεύεται στο Ειδικό Δελτίο Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας και αρχίζει να ισχύει από την ημερομηνία καταχώρισής της στο μητρώο διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. 4. Εκτός από αντίθετη συμφωνία, η άδεια εκμετάλλευσης δεν είναι αποκλειστική, δεν μεταβιβάζεται και δεν κληρονομείται (...)». Από την άλλη πλευρά από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 3 και 4 ν. 2121/1993 «Πνευματική ιδιοκτησία, συγγενικά δικαιώματα και πολιτιστικά θέματα» συνάγεται ότι το έργο, ως πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης που εκφράζεται με οποιαδήποτε μορφή προσιτή σας αισθήσεις, προστατεύεται από την πνευματική ιδιοκτησία, εφόσον ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις της γενικής ρήτρας (άρθρο 2 παρ.. 1), δηλαδή εφόσον είναι πρωτότυπο. Η «πρωτοτυπία», η έννοια της οποίας δεν προσδιορίζεται γενικά από το νόμο είναι, κατά τη θεωρία της στατιστικής μοναδικότητας, που επικρατεί στη νομολογία, η κρίση ότι κάτω από παρόμοιες συνθήκες και με τους ίδιους στόχους, κανένας άλλος δημιουργός, κατά λογική πιθανολόγηση, δεν θα ήταν σε θέση να δημιουργήσει έργο όμοιο ή ότι παρουσιάζει μία ατομική ιδιομορφία ή ένα ελάχιστο όριο «δημιουργικού ύφους», έτσι ώστε να ξεχωρίζει και να διαφοροποιείται από τα έργα της καθημερινότητας ή από άλλα παρεμφερή γνωστά έργα εκφράζοντας ταυτόχρονα και κάτι από την μοναδικότητα της προσωπικότητας του δημιουργού (ΑΠ 1493/2009 ΧρΙΔ 2009. 568, ΑΠ 257/1995 ΝοΒ 43. 893, Γ. Κουμάντου, «Πνευματική Ιδιοκτησία», έκδοση 2000, σελ. 105 επ., Δ. Καλλινίκου, «Τα θεμελιώδη θέματα του ν, 2121/1993», σελ. 22 επ., Λ. Κοτσίρη, «Δίκαιο Πνευματικής ιδιοκτησίας», σελ, 59-67). Εντούτοις, οι επιστημονικές γνώσεις, θεωρίες και εργασίες, αλλά και τα αποτελέσματα των επιστημονικών ερευνών δεν υπόκεινται αυτά καθ’ αυτά στο δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας, αλλά μόνο η συγκεκριμένη πρωτότυπη διατύπωση και έκφρασή τους. Η ελευθερία ανάληψης ιδεών ισχύει ακόμα και όταν μια ξένη ιδέα γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης για εμπορικούς σκοπούς. Αποκλείονται, έτσι, από την προστασία του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας ως «ιδέες» η τεχνοτροπία, η μέθοδος εργασίας, οι επιστημονικές ανακαλύψεις, οι μαθηματικοί και χημικοί τύποι, οικονομικές και επιχειρηματικές μέθοδοι (π.χ. μέθοδος παραγωγής προϊόντος). Η προστατευόμενη από το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας «μορφή» είναι η συγκεκριμενοποιημένη, κατά περιεχόμενο και μορφή, ιδέα, δηλαδή η εξέλιξή της σε μια ορισμένη πρωτότυπη έκφραση. Έτσι, για παράδειγμα, η αυτούσια αναπαραγωγή μιας επιστημονικής ιδέας ή θεωρίας που εμπεριέχεται σε ένα εγχειρίδιο εμπίπτει στο δικαίωμα πνευματικής ιδιοκτησίας που έχει ο δημιουργός επί του έργου του (Μ. Θ, Μαρίνος, Πνευματική Ιδιοκτησία, 2000, σελ. 63-68, ο ίδιος, «Η προσβολή του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας και των συγγενικών δικαιωμάτων», ΕλλΔ 1994. 1448).
2) Αντικείμενο δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας μπορεί, αδιαμφισβήτητα, να αποτελέσει και το πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή. Ένα πρόγραμμα είναι μια σειρά εντολών προς τον υπολογιστή, η οποία συντάσσεται στη μορφή του πηγαίου κώδικα Source code. Η προστασία του προβλέπεται σε παγκόσμιο επίπεδο από το άρθρο 10 της Συμφωνίας για τα δικαιώματα Διανοητικής Ιδιοκτησίας στον Τομέα Εμπορίου που περιλαμβάνεται στην Τελική Πράξη του Γύρου της Ουρουγουάης του 1994 (Συμφωνία TRIPS), το άρθρο 4 της Συνθήκης του Παγκοσμίου Οργανισμού για την Προστασία της Διανοητικής Ιδιοκτησίας (WIPO) για την πνευματική ιδιοκτησία του 1996 και σε ευρωπαϊκό επίπεδο από το άρθρο 1 της Οδηγίας 91/250/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων της 14.05.1991 «Για τη νομική προστασία των προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών», η οποία αντικαταστάθηκε εν συνεχεία με την εν πολλοίς όμοιου περιεχομένου Οδηγία 2009/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 23.4.2009. Η Οδηγία 91/250 μεταφέρθηκε στην Ελληνική έννομη τάξη κατά την έκδοση του ν. 2121/1993. Κατά το άρθρο 2 παρ. 3 του προαναφερόμενου νόμου ως «έργα λόγου προστατευόμενα κατά τις διατάξεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας θεωρούνται και τα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών και το προπαρασκευαστικό υλικό σχεδιασμού τους». Οι οδηγίες αυτές δεν περιέχουν ορισμό του προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή, καθώς θεωρήθηκε ότι οποιοσδήποτε ορισμός θα καθίστατο αναγκαστικά παρωχημένος μόλις οι τεχνολογικές εξελίξεις μετέβαλλαν τη φύση των προγραμμάτων, σε γενικές γραμμές όμως το πρόγραμμα είναι μια σειρά εντολών προς τον υπολογιστή, η οποία εκφράζεται αρχικά στη μορφή του πηγαίου (ή αντικειμενικού) κώδικα, που συντάσσεται από τον προγραμματιστή σε ειδική γλώσσα προγραμματισμού, κατανοητή από τον ίδιο, η οποία εν συνεχεία μεταφράζεται με αυτόματο τρόπο σε μορφή κώδικα μηχανής, η οποία είναι κατανοητή από τον υπολογιστή. Αντικείμενο δε της προστασίας που χορηγεί η οδηγία αυτή είναι το πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή σε όλες τις μορφές έκφρασής του, οι οποίες επιτρέπουν την αναπαραγωγή του σε διάφορες γλώσσες προγραμματισμού, συμπεριλαμβανομένου και του πηγαίου ή αντικειμενικού κώδικα, αλλά και της προπαρασκευαστικής εργασίας σχεδιασμού που οδηγεί στην κατάρτιση ενός προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή, εφόσον η φύση της προπαρασκευαστικής εργασίας είναι τέτοια που το πρόγραμμα του ηλεκτρονικού υπολογιστή μπορεί να προκύψει από αυτή σε ένα μεταγενέστερο στάδιο. Ωστόσο, στο άρθρο 1 παρ. 2 των Οδηγιών αυτών (οι συγκεκριμένες διατάξεις είναι πανομοιότυπες), ορίζεται ρητά ότι αν και η προστασία ισχύει για κάθε μορφή έκφρασης ενός προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή, «οι ιδέες και οι αρχές στις οποίες βασίζεται οποιοδήποτε στοιχείο προγράμματος ηλεκτρονικού υπολογιστή, περιλαμβανόμενων και εκείνων στις οποίες βασίζονται τα συστήματα διασύνδεσής του, δεν προστατεύονται με δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας βάσει της παρούσας οδηγίας». Περαιτέρω, η δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 91/250 (η οποία επαναλαμβάνεται στην ενδέκατη αντίστοιχη σκέψη της οδηγίας 2009/24) ορίζει ότι, για να μην υπάρχει καμία αμφιβολία, πρέπει να διευκρινιστεί ότι προστατεύεται μόνον η έκφραση ενός προγράμματος ηλεκτρονικών υπολογιστών και ότι οι ιδέες και οι αρχές στις οποίες ζ βασίζεται οποιοδήποτε στοιχείο του προγράμματος, περιλαμβανόμενων και εκείνων σας οποίες βασίζονται τα συστήματα διασύνδεσης, δεν προστατεύονται με δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας, στο βαθμό που η λογική, οι αλγόριθμοι και οι γλώσσες προγραμματισμού περιλαμβάνουν ιδέες και αρχές, αυτές οι ιδέες και αρχές δεν προστατεύονται (Δ. Καλλινίκου, Πνευματική Ιδιοκτησία και Συγγενικά Δικαιώματα, 2008, σελ. 72 και 448). Το πρόγραμμα ηλεκτρονικού υπολογιστή θεωρείται πρωτότυπο, εφόσον είναι προσωπικό πνευματικό δημιούργημα του δημιουργού του, ήτοι χαρακτηρίζεται από μία προσωπική πνευματική συμβολή του δημιουργού του και από μια ιδιαίτερη ατομικότητα ή εμφανίζει δημιουργικό ύφος που το διαφοροποιεί από άλλα παρεμφερή προγράμματα ή πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να αναμένεται με μεγάλη πιθανότητα πως τρίτος δεν θα ήταν σε θέση να δημιουργήσει παράλληλα το ίδιο (ΕφΘεσ 484/2017 ΝΟΜΟΣ με περαιτέρω παραπομπές σε ΕφΑΘ 2949/2003, ΠοινΧρ 2004. 836 επ. και Λ. Κοτσίρη, Πνευματική Ιδιοκτησία, σελ. 65). Σύμφωνα με το ισχύον σύστημα πνευματικής ιδιοκτησίας στην Ελλάδα (βλ. άρθρο 10 παρ. 1 ν. 2121/1993), δημιουργός μπορεί να είναι μόνο φυσικό πρόσωπο και όχι νομικό, ειδικότερα δε δημιουργός ενός προγράμματος Η/Y μπορεί να είναι μόνο φυσικό πρόσωπο (προγραμματιστής), ή ομάδα φυσικών προσώπων προγραμματιστών), όταν η δημιουργία ενός κάπως πιο περίπλοκου προγράμματος είναι αποτέλεσμα συλλογικής εργασίας, ήτοι πρόκειται για έργο συνεργασίας δύο ή περισσοτέρων δημιουργών, οι οποίοι είναι και οι αρχικοί συνδικαιούχοι του περιουσιακού και ηθικού δικαιώματος επί του συγκεκριμένου προγράμματος (έργου) και δη κατά ίσα μέρη, εκτός αν συμφωνήθηκε άλλως (άρθρο 7 παρ. 1 ν. 2121/1993). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 του ανωτέρω νόμου, ο δημιουργός ενός έργου είναι ο αρχικός δικαιούχος του περιουσιακού και ηθικού δικαιώματος επί του έργου, ενώ κατά το άρθρο 10 παρ. 2 αυτού τεκμαίρεται (μαχητικό τεκμήριο) ως δικαιούχος της πνευματικής ιδιοκτησίας σε προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών το φυσικό ή νομικό πρόσωπο του οποίου το όνομα ή η επωνυμία εμφανίζεται πάνω στον υλικό φορέα του έργου κατά τον τρόπο που συνήθως χρησιμοποιείται για την ένδειξη του δικαιούχου. Η παραπάνω προστασία παρέχεται, κατ’ άρθρο 40 του ως άνω νόμου, σε συνδυασμό με άρθρο 2 της παραπάνω Οδηγίας της ΕΟΚ (91/250/ΕΟΚ) , στο δημιουργό του προγράμματος και, όταν αυτός εργάζεται για λογαριασμό άλλου (εργοδότη), τότε η προστασία μεταβιβάζεται αυτοδικαίως στο πρόσωπο του τελευταίου (ΕφΘεσ 484/2017 ό.π.). Τέλος, από το άρθρο 12 ν. 2121/1993 προβλέπεται ότι: «1. Το περιουσιακό ο δικαίωμα μπορεί να μεταβιβασθεί μεταξύ ζώντων ή αιτία θανάτου. 2. Το ) ηθικό δικαίωμα είναι αμεταβίβαστο μεταξύ ζώντων. Μετά το θάνατο του δημιουργού, το ηθικό δικαίωμα περιέρχεται στους κληρονόμους του, που οφείλουν να το ασκούν σύμφωνα με τη θέληση του δημιουργού, εφόσον τέτοια θέληση έχει ρητά εκφρασθεί».
3) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ «Δήλωση βούλησης που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική) είναι άκυρη. Άλλη δικαιοπραξία, που καλύπτεται κάτω από την εικονική είναι έγκυρη αν τα μέρη την ήθελαν και συντρέχουν οι όροι που απαιτούνται για τη σύστασή της». Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι προαπαιτούμενο της κατάφασης ακυρότητας δήλωσης βούλησης λόγω εικονικότητας είναι η πληττόμενη ως εικονική δήλωση να είναι όντως δήλωση βούλησης ή να αποτελεί δικαιοπραξία, που και αυτή με τη σειρά της προϋποθέτει την ύπαρξη δηλώσεως βούλησης ή πλειόνων τέτοιων δηλώσεων, αναλόγως του αν πρόκειται για μονομερή απευθυντέα δικαιοπραξία ή σύμβαση (ΑΠ 1169/2003 ΝΟΜΟΣ, ως προς το ότι η εικονικότητα αφορά τα essentialia negotii μίας δικαιοπραξίας, Βαρελά σε Απ. Γεωργιάδη ΣΕΑΚ, Τόμος I, άρθρο 138, αρ. 2, 3 και 5 και για ενδεικτική περιπτωσιολογία ΑΠ 633/2006 ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 960/2006 ΔΕΕ 2007. 358). Ως δήλωση βούλησης νοείται η εξωτερίκευση ορισμένης βούλησης με τρόπο ώστε να καταστεί γνωστή και να επέλθουν εντεύθεν οι επιδιωκόμενες έννομες συνέπειες. Αναγκαίο συστατικό στοιχείο και εν τελεί εννοιολογικό γνώρισμα της δήλωσης βούλησης, όμως, είναι η κατεύθυνσή της προς την παραγωγή μιας έννομης συνέπειας, η οποία συνδέεται από το νόμο με την εν λόγω δήλωση (Απ. Γεωργιάδης, Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου, γ' έκδοση, σελ. 329). Χωρίς να είναι αναγκαίο ο δηλών να επιθυμεί την επέλευση όλων των εννόμων αποτελεσμάτων της δικαιοπραξίας, που προβλέπει ο νόμος, πρέπει πάντως η βούληση να αναφέρεται στην επίτευξη ενός οικονομικού αποτελέσματος, το οποίο προστατεύεται ή αναγνωρίζεται από το δίκαιο. Ενδεικτικά, συνεπώς, εικονική δύναται να είναι μία σύμβαση μίσθωσης, δανείου ή πώλησης ή η αιτία έκδοσης ή οπισθογράφησης μίας επιταγής (Βαρελά σε Απ. Γεωργιάδη ΣΕΑΚ, ό.π., άρθρο 138, αρ. 4).
4) Για την ίδρυση της Ιδιωτικής Κεφαλαιουχικής Εταιρίας (στο εξής ΙΚΕ) απαιτείται σύμβαση ή, σε περίπτωση μονοπρόσωπης ΙΚΕ, μονομερής πράξη, η οποία περιβάλλεται υποχρεωτικά τον έγγραφο τύπο. Η ιδρυτική πράξη περιέχει, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 49 ν. 4072/2012, και το καταστατικό της ΙΚΕ, είναι δε συμβολαιογραφική μόνο στις περιπτώσεις που ρητώς ορίζονται σ’ αυτήν (λ.χ. όταν το επιβάλλει ειδική διάταξη νόμου ή εισφέρονται στην εταιρία περιουσιακά στοιχεία, για τη μεταβίβαση των οποίων απαιτείται συμβολαιογραφικό έγγραφο). Σε κάθε περίπτωση, το έγγραφο σύστασης της εταιρίας υποβάλλεται προς καταχώριση στο ΓΕΜΗ, η οποία έχει συστατικό χαρακτήρα. Επομένως, η ΙΚΕ ιδρύεται και αποκτά νομική προσωπικότητα από και με την εγγραφή της στο ΓΕΜΗ (άρθρ. 52 παρ. 1 ν. 4072/2012). Εωσότου, όμως, ολοκληρωθεί η σχετική διαδικασία (άρθρο 51 ν. 4072/2012), τηρηθούν, δηλαδή, οι απαιτούμενες διατυπώσεις δημοσιότητας, η υπό ίδρυση ΙΚΕ είναι ανυπόστατη ως τέτοια, δηλαδή δεν υπάρχει ως ΙΚΕ, ούτε καν ως de facto («εν τοις πράγμασι»). Ωστόσο, σύμφωνα με την άποψη που μάλλον κρατεί στη θεωρία, ιδίως σε σχέση με τις υπόλοιπες κεφαλαιουχικές εταιρικές μορφές (ΑΕ, ΕΠΕ, συνεταιρισμό), θα πρέπει δε να γίνει δεκτή και για την εδώ εξεταζόμενη, από τη στιγμή που οι ιδρυτές (φυσικά ή νομικά πρόσωπα) αποφασίσουν την ίδρυση μιας ΙΚΕ, συνιστάται μεταξύ αυτών μία αστική εταιρία, η οποία καλείται «ιδρυτική» και έχει ως σκοπό την ίδρυση της ως άνω εμπορικής εταιρίας. Αυτή διέπεται από ας διατάξεις των άρθρων 741 επ. ΑΚ και λύεται, σύμφωνα με το άρθρο 772 ΑΚ, όταν πραγματοποιηθεί ο σκοπός της, δηλαδή, μόλις ιδρυθεί η αποφασισθείσα IKE (Α. Δεσποτίδου, Έξοδος Εταίρου από ΙΚΕ, 2019, σελ. 128 επ.).
5) Από το άρθρο 75 ν. 4072/2012 ορίζεται ότι: «1. Η συμμετοχή στην ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία προϋποθέτει την απόκτηση ενός ή περισσότερων εταιρικών μεριδίων. Τα εταιρικά μερίδια δεν μπορούν να παρασταθούν με μετοχές. Η εταιρεία μπορεί να χορηγεί έγγραφο για τα εταιρικά μερίδια που δεν έχει χαρακτήρα αξιογράφου. 2. Ο αρχικός αριθμός των εταιρικών μεριδίων κάθε εταίρου ορίζεται στο καταστατικό κατά το άρθρο 50. Στη συνέχεια ο αριθμός αυτός μπορεί να αυξομειώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου. 3. Τα εταιρικά μερίδια έχουν ονομαστική αξία τουλάχιστον ενός (1) ευρώ. Η ονομαστική αξία είναι ίδια για όλα τα εταιρικά μερίδια, ανεξάρτητα από το είδος της εισφοράς στην οποία αντιστοιχούν. (...)». Από το άρθρο 76 ν. 4072/2012 ορίζεται ότι: «1. Τα εταιρικά μερίδια ποριστούν εισφορές των εταίρων. 2. Οι εισφορές των εταίρων μπορεί να είναι τριών ειδών: κεφαλαιακές, εξωκεφαλαιακές και εγγυητικές. Κάθε εταιρικό μερίδιο εκπροσωπεί ένα μόνο είδος εισφοράς. 3. Ο αριθμός των μεριδίων του κάθε εταίρου είναι ανάλογος προς την αξία της εισφοράς του». Τέλος, από το άρθρο 77 ν. 4072/2012 ορίζονται τα εξής: «1. Οι «κεφαλαιακές εισφορές» αποτελούν εισφορές σε μετρητά ή σε είδος που σχηματίζουν το κεφάλαιο της εταιρείας. 2. Κεφαλαιακές εισφορές σε είδος επιτρέπονται μόνο αν το εισφερόμενο αποτελεί στοιχείο ενεργητικού, που μπορεί να τύχει χρηματικής αποτίμησης κατά την έννοια του άρθρου 8 παρ. 5 του κ.ν. 2190/1920. Η αποτίμηση αυτή γίνεται σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 9α θεωρήθηκε του κ.ν. 2190/1920. Αποτίμηση δεν απαιτείται, αν η αξία της εισφοράς, κατά το καταστατικό ή την απόφαση που αυξάνει το κεφαλαίο, δεν υπερβαίνει τις πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ. 3. Αύξηση ή μείωση του αριθμού των εταιρικών μεριδίων που αντιστοιχούν σε κεφαλαιακές εισφορές μπορεί να γίνει μόνο με αύξηση ή μείωση κεφαλαίου. 4. Το κεφάλαιο πρέπει να καταβληθεί ολοσχερώς κατά την ίδρυση της εταιρείας κ ή κατά την αύξηση του κεφαλαίου. Ο διαχειριστής της εταιρείας οφείλει μέσα σε ένα μήνα από τη σύσταση της εταιρείας ή την αύξηση του κεφαλαίου να βεβαιώσει την ολοσχερή καταβολή αυτού, με πράξη του που καταχωρίζεται στο Γ.Ε.ΜΗ. Σε περίπτωση μη ολοσχερούς καταβολής ο διαχειριστής προβαίνει σε αντίστοιχη μείωση του κεφαλαίου και σε ακύρωση των εταιρικών μεριδίων που αντιστοιχούν στο κεφάλαιο το οποίο δεν καταβλήθηκε». Από το συνδυασμό των ανωτέρω εκτιθέμενων διατάξεων συνάγεται ότι οι κεφαλαιακές εισφορές, αν τέτοιες υπάρχουν, συγκροτούν το κεφάλαιο της εταιρίας και είναι μετρητά ή είδος αποτιμητό σε χρήμα, είδος που μπορεί να εμφανισθεί στον ισολογισμό. Εισφορές σε είδος που γίνονται δεκτές είναι, π.χ., εκείνες που συνίστανται σε μεταβίβαση κυριότητας, παραχώρηση χρήσης κινητών ή ακινήτων, σε μεταβίβαση άυλων αγαθών, σε εκχώρηση απαιτήσεων κ.λ.π. Το κεφάλαιο της εταιρίας συγκαταλέγεται στο περιεχόμενο του καταστατικού (άρθρο 50 παρ. 1). Εξάλλου, ο αριθμός των εταιρικών μεριδίων που αντιστοιχούν σε κεφαλαιακές εισφορές μπορεί να αυξηθεί ή να μειωθεί μόνο με αύξηση ή μείωση του εταιρικού κεφαλαίου. Οι εισφορές σε είδος γίνονται δεκτές ακόμη και αν τούτο δεν το προβλέπει το καταστατικό, αρκεί η εισφορά να αποτελεί στοιχείο του ενεργητικού, που μπορεί να τύχει χρηματικής αποτίμησης κατά την έννοια του άρθρου 8 ν. 2190/1920. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, δεν αποτελούν στοιχεία του ενεργητικού αποτιμητά σε χρήμα απαιτήσεις που προκύπτουν από ανάληψη υποχρέωσης εκτέλεσης εργασιών ή παροχή υπηρεσιών. Ο νομοθέτης, για να περιορίσει τον κίνδυνο που προέρχεται από την υπερτίμηση των εισφορών, υπέβαλε αυτές σε έλεγχο. Έτσι, όρισε ότι η αποτίμηση θα γίνει σύμφωνα με τα άρθρα 9 και 9α ν. 2190/1920 και η πιστοποίηση καταβολής Θα υποβληθεί σε δημοσιότητα στο Γ.Ε.ΜΗ. (άρθρο 9-9α ν. 2190/1920 σε συνδ. με άρθρο 77 § 2 ν. 4072/2012) (Β. Αντωνόπουλος, Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρία, 4η έκδοση, 2016, σελ. 140). Η εκτίμηση των εισφορών είδους μπορεί να γίνει και χωρίς παρέμβαση της Διοίκησης, με επιλογή των ιδρυτών κατά το στάδιο ίδρυσης της εταιρίας ή, στη συνέχεια, των διαχειριστών, με δαπάνες της εταιρίας από δύο ορκωτούς ελεγκτές λογιστές ή, κατ’ επιλογή, από δύο εκτιμητές του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών και καταχώρηση της αξίας στο καταστατικό. Τα πρόσωπα αυτά διενεργούν την εκτίμηση και συντάσσουν τη σχετική έκθεση. Η Διοίκηση ελέγχει μόνο την ύπαρξη της έκθεσης. Παρέκκλιση της εταιρίας και του εταίρου που ανέλαβε την εισφορά είδους από την έκθεση της Επιτροπής και την απόφαση της Διοίκησης ή την έκθεση των ελεγκτών λογιστών ή των εκτιμητών είναι δυνατή μόνο αν η παρέκκλιση γίνεται σε βάρος του εταίρου. Δηλαδή, μόνο, αν η ονομαστική αξία των εταιρικών μεριδίων είναι μικρότερη από την αξία της εισφοράς (Β. Αντωνόπουλος, ό.π., σελ. 141142). Οι κεφαλαιακές εισφορές, είτε είναι χρηματικές είτε εισφορές είδους, πρέπει να καταβληθούν ολοσχερώς κατά την ίδρυση της εταιρίας, δηλαδή την καταχώρησή της στο Γ.Ε.ΜΗ. ή κατά την αύξηση του κεφαλαίου. Έτσι, δεν νοείται τμηματική καταβολή του κεφαλαίου. Μέσα σε ένα μήνα από τη σύσταση της εταιρίας ή την αύξηση του κεφαλαίου, ο διαχειριστής της εταιρίας, έχοντας την αποκλειστική και ανεκχώρητη εξουσία, οφείλει να πιστοποιήσει την ολοσχερή καταβολή του κεφαλαίου, με πράξη που καταχωρείται στο Γ.Ε.ΜΗ. Η υπαίτια παράλειψη πιστοποίησης της καταβολής ή η ανακριβής πιστοποίηση μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη του διαχειριστή έναντι της εταιρίας και των τρίτων για τη ζημία που τυχόν θα υποστούν. Αν το κεφάλαιο καλύπτεται με εισφορές είδους, ο διαχειριστής οφείλει να πιστοποιήσει ότι το αντικείμενο που καταβλήθηκε είναι εκείνο που προβλέπεται στο καταστατικό και που αποτιμήθηκε κατά τα άρθρα 9 9α ν. 2190/1920 και να πιστοποιήσει την κατάσταση στην οποία βρίσκεται. Σε περίπτωση μη ολοσχερούς καταβολής ο διαχειριστής προβαίνει άμεσα σε αντίστοιχη μείωση του κεφαλαίου και σε ακύρωση των εταιρικών μεριδίων που αντιστοιχούν στο κεφάλαιο που δεν καταβλήθηκε, ώστε να μην υπάρχουν ανεξόφλητα μερίδια. Αν παραλείιψει να προβεί σε μείωση υπέχει ποινική ευθύνη (άρθρο 119 περ. στ’ ν. 4072/2012) και την απόφαση για μείωση λαμβάνουν οι εταίροι. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να υποκαταστήσει τα εταιρικά όργανα, λαμβάνοντας στη θέση αυτών τις σχετικές αποφάσεις περί τη μεταβολή του κεφαλαίου, παρεμβαίνοντας, έτσι, κατά τρόπο ανεπίτρεπτο στην εσωτερική, εταιρική τάξη. Το Δικαστήριο, δηλαδή, δεν έχει την εξουσία να αποφασίσει το ίδιο ότι έλαβε ή έπρεπε να λάβει χώρα μείωση του κεφαλαίου της εταιρίας, ούτε έχει την εξουσία να προβεί το ίδιο σε προσδιορισμό της αξίας των σε είδος εισφορών ακυρώνοντας εταιρικά μερίδια (πρβλ ΠολΠρωτΘεσ 3526/2018 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, τα ανεξόφλητα εταιρικά μερίδια δεν παρέχουν στο φορέα τους διοικητικά και περιουσιακά δικαιώματα. Μετά την ακύρωση των μεριδίων, από τη γενική συνέλευση που συγκαλείται από τους εταίρους προκειμένου να αποφανθεί σχετικά, το μέρος της εισφοράς που τυχόν καταβλήθηκε η εταιρία οφείλει να το αποδώσει. Στη μείωση του κεφαλαίου δεν τηρείται η διαδικασία του άρθρου 91 παρ. 2 ν. 4072/2012, που αποβλέπει στην προστασία των εταιρικών δανειστών, εκτός αν το κεφάλαιο έχει μερικώς θεωρήθηκε καταβληθεί και πρόκειται στους εταίρους να αποδοθούν οι μερικές καταβολές. Επιπλέον, ο εταίρος δεν μπορεί να επικαλεσθεί εξόφληση ορισμένων μεριδίων και μη εξόφληση άλλων, προκειμένου να ακυρωθούν τα τελευταία, αφού στην Ι.Κ.Ε. δεν νοείται τμηματική καταβολή του κεφαλαίου. Παραπέρα, αποζημίωση της εταιρίας για τη ζημία που υπέστη από τη μη εκπλήρωση της παροχής δεν αποκλείεται. Αν τώρα η εισφορά σε είδος εταίρου βαρύνεται με νομικό ελάττωμα, αυτός υποχρεούται να το άρει διαφορετικά ο διαχειριστής προχωράει επίσης στη μείωση του κεφαλαίου και ακύρωση των μεριδίων. Αν πάλι βαρύνεται με πραγματικό ελάττωμα, ο διαχειριστής μειώνει επίσης, το κεφάλαιο ακυρώνοντας τα μερίδιά του ή ζητάει από τον εταίρο τη συμπλήρωσή του με χρήμα (Β. Αντωνόπουλος, ό.π., σελ. 143-144). Τέλος, επισημαίνεται ότι και στην περίπτωση του εταιρικού τύπου της αστικής εταιρίας ισχύει όμοια ρύθμιση. Ειδικότερα, από το άρθρο 744 ΑΚ ορίζεται ότι: «Ως προς τον κίνδυνο της εισφοράς και την ευθύνη για ελαττώματά της εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη μίσθωση, αν η εισφορά συνίσταται στη χρήση πράγματος ή σε εργασία, και οι διατάξεις για την πώληση, αν η εισφορά συνίσταται στην κυριότητα του πράγματος». Ιδίως, εφαρμόζεται το άρθρο 516 ΑΚ, που παραπέμπει στις γενικές διατάξεις των άρθρων 335, 336, 374 επ. και 380 επ., ωστόσο με την επιφύλαξη της υποκατάστασης του δικαιώματος υπαναχώρησης από εκείνο της καταγγελίας, κατ’ άρθρο 743 ΑΚ (Γιοβαννόπουλος, σε Απ. Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ, ό.π., άρθρο 744 αρ. 4 πρβλ Θ. Σιδηρόπουλο, Η έκτακτη αύξηση κεφαλαίου στην ανώνυμη εταιρία, 2008, σελ. 162-163).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγοντες ισχυρίζονται με την κρινόμενη αγωγή τους ότι αμφότεροι είναι δημιουργοί του λογισμικού ηλεκτρονικού υπολογιστή με την ονομασία «...», που έχει τη δυνατότητα να επεξεργάζεται αποτελέσματα εργαστηριακών εξετάσεων (DNA), καθώς και 72 συνταγών για την παρασκευή, περιγραφόμενων ως προς το είδος, προϊόντων ευεξίας, αντιγήρανσης, ιατρικής φροντίδας, διαχείρισης βάρους και αθλητικών επιδόσεων. Ότι οι ίδιοι δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να εκμεταλλευθούν εμπορικά το λογισμικό και τις συνταγές και για το λόγο αυτό προσεγγίστηκαν από τους εναγόμενους, εκ των οποίων ο πρώτος εμφανίσθηκε ως έγκριτος οικονομολόγος και πεπειραμένο επιχειρηματικό στέλεχος, με οικονομική επιφάνεια ικανή για τη χρηματοδότηση της εμπορικής τους εκμετάλλευσης. Ότι η αξία του λογισμικού και των συνταγών εκτιμήθηκε από φορέα της επιλογής των εναγόμενων σε 3.600.000 ευρώ, ενώ το εκ μέρους αυτών εισφερόμενο κεφάλαιο προσδιορίστηκε στο ποσό των 800.000 ευρώ, ως ισόποσο με το κόστος παραγωγής της πρώτης παρτίδας προϊόντων εταιρίας που θα συστηνόταν από τους διαδίκους, με φαινόμενη συνολική συμμετοχή των εναγόμενων κατά ποσοστό 50%. Ότι εικονικά, προκειμένου να διαμορφωθεί η συμμετοχή των εναγομένων στην εταιρία που θα συστηνόταν στο αμέσως προαναφερόμενο ποσοστό, τους μεταβιβάστηκε από αυτούς (ενάγοντες) μέρος των δικαιωμάτων τους επί του λογισμικού και των συνταγών, προκειμένου να εισφερθεί στην εταιρία, ενώ η δεύτερη εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να εισφέρει στην εταιρία, επιπρόσθετα, ως κεφάλαιο το ποσό των 800.000 ευρώ και οι ίδιοι ανέλαβαν την υποχρέωση να εισφέρουν στην εταιρία τα στην πραγματικότητα ανήκοντα αποκλειστικά σε αυτούς λογισμικό και συνταγές. Ότι, επιπλέον, οι εναγόμενοι συμφώνησαν ότι υποχρεούνται σε έντοκη σταθερή δανειακή χρηματοδότηση της εταιρίας και επιπρόσθετα ο δεύτερος εναγόμενος στη διεύθυνση του εμπορικού τομέα της επιχείρησης. Ότι σε εκπλήρωση των συμφωνημένων μεταξύ αυτών (εναγόντων) και του πρώτου εναγόμενου υπογράφηκε η ..../01.11.2019 πράξη κατάθεσης πνευματικού έργου σε κατονομαζόμενο συμβολαιογράφο, με τη μνεία ότι το περιουσιακό δικαίωμα επί του κατατιθέμενου σε υλική μορφή λογισμικού ηλεκτρονικού υπολογιστή «....» ανήκει κατά 1/3 σε καθένα από αυτούς (ενάγοντες) και τον πρώτο εναγόμενο, με την υποχρέωση ο τελευταίος φαινόμενος συνδικαιούχος αυτού, να το εισφέρει στο πλαίσιο εισφοράς είδους στην εταιρία που θα συστηνόταν από τους διαδίκους. Ότι για τον ίδιο σκοπό υπογράφηκε η ..../01.11,2019 πράξη κατάθεσης πνευματικού έργου στον ίδιο κατονομαζόμενο συμβολαιογράφο, με τη μνεία ότι το περιουσιακό δικαίωμα επί των κατατιθέμενων σε υλική μορφή 42 συνταγών για την παρασκευή των ανωτέρω προϊόντων ανήκει κατά 1/3 σε καθένα από αυτούς (ενάγοντες) και τον πρώτο εναγόμενο, με την υποχρέωση ο τελευταίος φαινόμενος συνδικαιούχος αυτού, να το εισφέρει στο πλαίσιο εισφοράς είδους στην εταιρία που θα συστηνόταν από τους διαδίκους. Ότι για τον ίδιο σκοπό στην ..../01.11.2019 πράξη κατάθεσης πνευματικού έργου στον ίδιο κατονομαζόμενο συμβολαιογράφο, με μόνη συμβαλλόμενη τη δεύτερη εναγομένη, εμφανίζεται εκείνη με την ανοχή αυτών (εναγόντων) ως δημιουργός 30 συνταγών για την παρασκευή των ανωτέρω προϊόντων, κατατιθέμενων σε υλική μορφή, με την υποχρέωση να τις εισφέρει στο πλαίσιο εισφοράς είδους στην εταιρία που θα συστηνόταν από τους διαδίκους. Ότι, επιπρόσθετα, υπογράφηκαν δύο με ημερομηνία 01.11.2019 ιδιωτικά συμφωνητικά προς αποτύπωση του πλαισίου συνεργασίας των διαδίκων με σκοπό τη σύσταση, παραγωγική και εμπορική ανάπτυξη της εταιρίας με την επωνυμία «G...ΙΚΕ». Όπ με το πρώτο ιδιωτικό συμφωνητικό με συμβαλλόμενους τους ίδιους (ενάγοντες) και τον πρώτο εναγόμενο συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι το λογισμικό «...» αποτελεί αποκλειστικό πνευματικό δημιούργημα των πρώτων και ότι θα χρησιμοποιείται αποκλειστικά από την εταιρία G... IKE στο πλαίσιο της περιγραφόμενης επιχειρηματικής της δραστηριότητας, ενώ οι ίδιοι (ενάγοντες) δικαιούνται να χρησιμοποιούν τον κώδικα του «....» για τις υπόλοιπες λειτουργικές ανάγκες του λογισμικού «... ....» (λογισμικού προέλευσης) στο πλαίσιο έρευνας του Πανεπιστημίου Αθηνών για την ανάπτυξη νέων συνταγών προϊόντων. Ότι με το δεύτερο ιδιωτικό συμφωνητικό, με συμβαλλόμενους όλους τους διαδίκους, συμφωνήθηκε η εκ μέρους τους σύσταση της ως άνω ΙΚΕ, με τη συμμετοχή εκάστου των εταίρων να ορίζεται στο 25% των εταιρικών μεριδίων, με αξία προσδιοριζόμενη στα 4.400.000 ευρώ, ενώ περιλήφθηκαν και οι ειδικότεροι όροι ανάπτυξης ενός δικτύου αντιπροσώπων στο εξωτερικό. Ότι η εταιρία G. ... ΙΚΕ συστήθηκε δυνάμει της ..../22.11.2019 πράξης σύστασης του συμβολαιογράφου Αθηνών Θ., που εμπεριέχει και το καταστατικό της, η οποία καταχωρίσθηκε αυθημερόν με την υπογραφή της στο Γ.Ε.ΜΗ.. Ότι η συμμετοχή εκάστου των διαδίκων εταίρων στην εταιρία εμφανίζεται να ανέρχεται κατά ποσοστό σε 25%, το δε κεφάλαιο αυτής ως ανερχόμενο σε 4.400.000 ευρώ, διαιρεμένο σε 22.000 εταιρικά μερίδια ονομαστικής αξίας 200 ευρώ έκαστο. Ότι οι κεφαλαιακές εισφορές των εταίρων συμφωνήθηκε να ανέρχονται σε 800.000 ευρώ και να αντιστοιχούν σε 4.000 εταιρικά μερίδια, καλυπτόμενες εξ ολοκλήρου από τη δεύτερη εναγόμενη. Ότι οι κεφαλαιακές εισφορές σε είδος εμφανίζονται να έχουν καλυφθεί ως εξής: α) ο πρώτος εξ αυτών (εναγόντων) εισέφερε 14 συνταγές προϊόντων, με εκτιμώμενη αξία 140.000 ευρώ και λογισμικό εκτιμώμενης αξίας 960.000 ευρώ, δηλαδή εισφορές σε είδος συνολικής αξίας 1.100.000 ευρώ, β) η δεύτερη εξ αυτών (εναγόντων) εισέφερε 14 συνταγές προϊόντων, με εκτιμώμενη αξία 140.000 ευρώ και λογισμικό εκτιμώμενης αξίας 960.000 ευρώ, δηλαδή εισφορές σε είδος συνολικής αξίας 1.100.000 ευρώ, γ) ο πρώτος εναγόμενος εισέφερε 14 συνταγές προϊόντων, με εκτιμώμενη αξία 140.000 ευρώ και λογισμικό εκτιμώμενης αξίας 960.000 ευρώ, δηλαδή εισφορές σε είδος συνολικής αξίας 1.100.000 ευρώ και δ) η δεύτερη εναγόμενη εισέφερε 30 συνταγές προϊόντων με εκτιμώμενη αξία 300.000 ευρώ. Ότι, ενώ η συμμετοχή των ίδιων (εναγόντων), καθενός με 5.500 εταιρικά μερίδια, υπήρξε πραγματική, οι εισφορές σε είδος των εναγομένων, του μεν πρώτου εξ αυτών με 5.500 εταιρικά μερίδια, της δε δεύτερης εξ αυτών με 1.500 εταιρικά μερίδια είναι εικονικές, καθώς οι εναγόμενοι ουδόλως εισέφεραν πραγματικά αυτές, αφού προέρχονται από προϊόντα διάνοιας αποκλειστικά των ίδιων (εναγόντων), οι οποίοι δεν τα μεταβίβασαν πραγματικά στους εναγόμενους, αλλά μόνο φαινομενικά. Ότι μετά τη σύσταση της εταιρίας οι εναγόμενοι επιδεικνύουν σε βάρος αυτών τις ειδικότερα περιγραφόμενες στο δικόγραφο αντισυμβατικές συμπεριφορές. Ότι έχουν έννομο συμφέρον να αιτηθούν την αναγνώριση της εικονικότητας τόσο της εταιρικής συμμετοχής του πρώτου εναγόμενου, όσο και της δεύτερης εναγόμενης ως προς τα 1.500 εταιρικά μερίδια, που αντιστοιχούν στην κεφαλαιακή εισφορά της σε είδος. Ότι, επικουρικά, καθόσον οι εναγόμενοι δεν είναι δικαιούχοι των εν λόγω εισφερόμενων μεριδίων αυτά είναι ακυρωτέα, κατά τα προβλεπόμενα από το άρθρο 77 παρ. 4 ν. 4072/2012, διότι αντιστοιχούν σε εταιρικό κεφάλαιο μη καταβληθέν. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούν οι ενάγοντες κυρίως να αναγνωριστεί η εικονικότητα της συμμετοχής στην ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την επωνυμία «G... ΙΚΕ» του μεν πρώτου εναγόμενου με 5.500 εταιρικά μερίδια, ονομαστικής αξίας 200 ευρώ έκαστο, της δε δεύτερης εναγόμενης με 1.500 εταιρικά μερίδια, ονομαστικής αξίας 200 ευρώ έκαστο. Επικουρικώς, ζητούν οι ενάγοντες με βάση το ίδιο ιστορικό να αναγνωριστεί όπ τα ίδια μερίδια είναι ακυρωτέα, κατ’ άρθρο 77 παρ. 4 ω. 4072/2012. Τέλος, ζητούν οι ενάγοντες να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στα δικαστικά τους έξοδα.
Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αγωγή παραδεκτώς εισάγεται προς συζήτηση, δεδομένου ότι οι ενάγοντες επικαλούνται και προσκομίζουν, κατ’ άρθρα 3 και 7 ν. 4640/2019, τα με ημερομηνία 02.09.2020 ενημερωτικά έγγραφα για τη δυνατότητα επίλυσης της ένδικης διαφοράς με διαμεσολάβηση και το από 28.09.2020 πρακτικό περάτωσης της υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης, ενώπιον του αρμόδιου Δικαστηρίου τούτου, τόσο καθ’ ύλην (άρθρο 18 ΚΠολΔ), όσο και κατά τόπο (άρθρα 22 ΚΠολΔ), κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία. Περαιτέρω, η αγωγή είναι ορισμένη, ωστόσο κρίνεται απορριπτέα ως προς αμφότερα το κύριο και επικουρικό αιτήματά της ως μη νόμιμη. Ειδικότερα, το κύριο αίτημα περί αναγνώρισης, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου, της ακυρότητας της εταιρικής συμμετοχής των πρώτου και δεύτερου των εναγόμενων κατά 5.500 εταιρικά μερίδια και κατά 1.500 εταιρικά μερίδια, αντίστοιχα, λόγω εικονικότητας, κρίνεται απορριπτέο ως μη νόμιμο, ακόμη και αν ήθελε υποτεθούν ως αληθείς οι ισχυρισμοί των εναγόντων ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν έχει καταστεί συνδικαιούχος κατά ποσοστό 1/3 του αναγνωριζόμενου στο πλαίσιο του ν. 2121/1993, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην παρούσα μείζονα σκέψη 2), περιουσιακού δικαιώματος επί του λογισμικού ηλεκτρονικού υπολογιστή περιγραφόμενου με τον όρο «C...», πνευματικοί δημιουργοί του οποίου φέρονται αποκλειστικά οι ίδιοι, εξαιτίας μη έγκυρης μεταβίβασης αυτού λόγω εικονικότητας. Τούτο, καθόσον μη νομίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι το γεγονός αυτό συνεπάγεται την ακυρότητα ως εικονικής της συμμετοχής του πρώτου εναγόμενου στη μη διάδικο ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την θεωρήθηκε επωνυμία G... IKE. Κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα στις μείζονες σκέψεις της παρούσας I 3) και 5) η ισχυριζόμενη από τους ενάγοντες μη μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος στον πρώτο εναγόμενο κατά ποσοστό 1/3 συνεπάγεται αληθώς την ελαττωματική μεν, ως βαρυνόμενη με νομικό ελάττωμα (εισφορά δικαιώματος από τον πρώτο εναγόμενο χωρίς να έχει καταστεί δικαιούχος αυτού εξαιτίας του ότι φέρονται ως αποκλειστικοί συνδικαιούχοι αυτού οι ενάγοντες), πραγματική δε εισφορά του στο κεφάλαιο της ΙΚΕ σε είδος, που αντιστοιχεί σε 4.800 εταιρικά μερίδια με ονομαστική αξία 200 ευρώ έκαστο, έστω και αν ήθελε θεωρηθεί ως ανεξόφλητη εξαιτίας υπαίτιας αδυναμίας παροχής. Επισημαίνεται ότι οι ενάγοντες δεν αιτούνται αυτοτελώς την αναγνώριση της ακυρότητας λόγω εικονικότητας της μεταβίβασης του περιουσιακού δικαιώματος στον πρώτο εναγόμενο, αλλά μόνο της ακυρότητας λόγω εικονικότητας της συμμετοχής αυτού στο κεφάλαιο της ΙΚΕ, χωρίς, πάντως, να αμφισβητούν ότι η πραγματική βούληση του πρώτου εναγόμενου κατατείνει στην εκπλήρωση αναληφθείσας, ήδη κατά το προϊδρυτικό στάδιο της μη διαδίκου ΙΚΕ, με την εκτιθέμενη στην παρούσα μείζονα σκέψη I 4) έννοια, δυνάμει του ως άνω δεύτερου ιδιωτικού συμφωνητικού, υποχρέωσής του να επιτρέψει, στο πλαίσιο άσκησης του περιουσιακού του δικαιώματος κατά ποσοστό 1/3 επί του λογισμικού, τη χρήση του στη συσταθείσα, δυνάμει της ως άνω ..../22.11.2019 πράξης σύστασης, ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με εταίρους τους διαδίκους. Επίσης, ακόμη και αν ήθελε υποτεθούν ως αληθείς οι ισχυρισμοί των εναγόντων ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν έχει καταστεί συνδικαιούχος κατά ποσοστό 1/3 επί του, πράγματι αναγνωριζόμενου από το ν. 1733/1987 και όχι από το ν. 2121/1993, όπως νομικά αβάσιμα ισχυρίζονται αυτοί, δυνάμενου να μεταβιβασθεί κατ’ άρθρο 12 ν. 1733/1987, όπως ισχύει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην παρούσα μείζονα σκέψη I 1), δικαιώματος για χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας με αντικείμενο 42 συνταγές παρασκευής προϊόντων ευεξίας, αντιγήρανσης, ιατρικής φροντίδας, διαχείρισης βάρους και αθλητικών επιδόσεων, ούτε η δεύτερη εναγομένη δικαιούχος του στηριζόμενου στις ίδιες προαναφερόμενες νομικές διατάξεις δικαιώματος για χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας με αντικείμενο 30 συνταγές παρασκευής προϊόντων ευεξίας, αντιγήρανσης, ιατρικής φροντίδας, διαχείρισης βάρους και αθλητικών επιδόσεων, εφευρέτες των οποίων φέρονται αποκλειστικά οι ενάγοντες, εξαιτίας μη έγκυρης μεταβίβασης των δικαιωμάτων αυτών λόγω εικονικότητας, μη νομίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες ότι το γεγονός αυτό συνεπάγεται την ακυρότητα ως εικονικής της συμμετοχής των εναγομένων στη μη διάδικο ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την επωνυμία ... IKE. Κατά τα αναλυτικά εκτιθέμενα σας μείζονες σκέψεις της παρούσας I 3) και 5) η ισχυριζόμενη από τους ενάγοντες μη μεταβίβαση του δικαιώματος στον πρώτο εναγόμενο κατά ποσοστό 1/3 και η ισχυριζόμενη ανυπαρξία δικαιώματος της δεύτερης εναγομένης συνεπάγονται αληθώς τις ελαττωματικές μεν, ως βαρυνόμενες με νομικό ελάττωμα (εισφορές δικαιωμάτων από τους εναγόμενους χωρίς να έχουν καταστεί δικαιούχοι αυτών εξαιτίας του ότι φέρονται ως αποκλειστικοί συνδικαιούχοι αυτών οι ενάγοντες), πραγματικές δε εισφορές τους στο κεφάλαιο της ΙΚΕ σε είδος, που αντιστοιχεί ως προς τον πρώτο εναγόμενο σε 700 εταιρικά μερίδια, με ονομαστική αξία 200 ευρώ έκαστο, ενώ ως προς τη δεύτερη εναγομένη σε 1.500 εταιρικά μερίδια, με ονομαστική αξία 200 ευρώ έκαστο, έστω και αν ήθελε θεωρηθούν ως ανεξόφλητες εξαιτίας υπαίτιας αδυναμίας παροχής. Επισημαίνεται ότι οι ενάγοντες δεν αιτούνται αυτοτελώς την αναγνώριση της ακυρότητας λόγω εικονικότητας της μεταβίβασης του δικαιώματος για χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας στους εναγομένους, αλλά μόνο της ακυρότητας λόγω εικονικότητας της συμμετοχής αυτών στο κεφάλαιο της ΙΚΕ, χωρίς, πάντως, να αμφισβητούν ότι η πραγματική βούληση των εναγομένων κατατείνει στην εκπλήρωση αναληφθείσας, ήδη κατά το προΐδρυτικό στάδιο της μη διαδίκου ΙΚΕ, με την εκτιθέμενη στην παρούσα μείζονα σκέψη I 4) έννοια, δυνάμει του ως άνω δεύτερου ιδιωτικού συμφωνητικού, υποχρέωσής τους να επιτρέψουν, στο πλαίσιο άσκησης των προηγουμένως περιγραφόμενων δικαιωμάτων τους, τη χρήση των ως άνω συνταγών παρασκευής προϊόντων ευεξίας, αντιγήρανσης, ιατρικής φροντίδας, διαχείρισης βάρους και αθλητικών επιδόσεων στη συσταθείσα, δυνάμει της ως άνω ..../22.11.2019 πράξης σύστασης, ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με εταίρους τους διαδίκους. Εξάλλου, το επικουρικό αίτημα των εναγόντων περί αναγνώρισης ότι είναι ακυρωτέα τα προαναφερόμενα μερίδια των εναγόμενων κρίνεται απορριπτέο ως μη νόμιμο, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην παρούσα μείζονα σκέψη I 5), πέραν του ότι οι εταίροι δεν μπορούν να επικαλεσθούν εξόφληση ορισμένων μεριδίων και μη εξόφληση άλλων, προκειμένου να ακυρωθούν μόνο τα τελευταία, αφού στην Ι.Κ.Ε. δεν νοείται τμηματική καταβολή του κεφαλαίου, από το άρθρο 77 παρ. 4 ν. 4072/2012 προβλέπεται ότι σε περίπτωση ανεξόφλητων εταιρικών μεριδίων εξαιτίας, για παράδειγμα, μη συμμόρφωσης εταίρου με την υποχρέωσή του να άρει το νομικό ελάττωμα που βαρύνει την κεφαλαιακή εισφορά του σε είδος, καταρχάς ο διαχειριστής προβαίνει άμεσα σε αντίστοιχη μείωση του κεφαλαίου και σε ακύρωση των εταιρικών μεριδίων που αντιστοιχούν στο κεφάλαιο που δεν καταβλήθηκε, ώστε να μην υπάρχουν ανεξόφλητα μερίδια. Αν παραλείψει να προβεί σε μείωση υπέχει ποινική ευθύνη και η απόφαση για μείωση λαμβάνεται κατά νόμο από τους εταίρους. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν είναι δυνατό να υποκαταστήσει τα εταιρικά όργανα, λαμβάνοντας στη θέση αυτών τις σχετικές αποφάσεις περί τη μεταβολή του κεφαλαίου, παρεμβαίνοντας, έτσι κατά τρόπο ανεπίτρεπτο στην εσωτερική, εταιρική τάξη. Το Δικαστήριο, δηλαδή, δεν έχει την εξουσία να αποφασίσει το ίδιο ότι έλαβε ή έπρεπε να λάβει χώρα μείωση του κεφαλαίου της εταιρίας, ούτε έχει την εξουσία να προβεί το ίδιο σε προσδιορισμό της αξίας των σε είδος εισφορών ακυρώνοντας εταιρικά μερίδια. Πρέπει, επομένως, η αγωγή να απορριφθεί στο σύνολό της ως νομικά αβάσιμη, ενώ τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων πρέπει, κατ’ αποδοχή του σχετικού αιτήματος τους, να επιβληθούν σε βάρος των εναγόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ σε συνδ. με άρθρα 63 παρ. 2 και 68 παρ. 1 και με το ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ I του ν. 4194/2013 Κώδικα Δικηγόρων), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στους ενάγοντες τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων ευρώ (300 ευρώ).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουλίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 8 Ιουλίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]