ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 5ο

ΑΡΙΘΜΟΣ 1816/2021

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Άννα Λεοντίου, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Μαρία Αναγνωστοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 25 Φεβρουάριου 2020 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: Ο.Τ.Α. με την επωνυμία «ΔΗΜΟΣ ...», που εδρεύει στο ... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Παναγιώτη Αλημίση.

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: ...., ο οποίος εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., από την πληρεξούσια δικηγόρο του, Παρασκευή Σιουρούνη- Βόγλη.

Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, με την από 26 Μαρτίου 2019 αγωγή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό .../2019, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’ αριθμόν 1667/2019 οριστική του απόφαση με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εκκαλών με την από 15 Νοεμβρίου 2019 έφεσή του προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό .../2019.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Η πληρεξούσια δικηγόρος του εφεσιβλήτου κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις της και παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 15-11-2019 ( με αριθ. εκθ. καταθ. .../.../21-11- 2019 ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και ορισμού δικασίμου στο παρόν Δικαστήριο .../.../26-1 1-2019 )έφεση του πρωτοδίκως ηττηθέντος εναγόμενου Δήμου και ήδη εκκαλούντος κατά του πρωτοδίκως νικήσαντος ενάγοντος και ήδη εφεσίβλητου και της υπ’αριθ. 1667/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των διαφορών από αμοιβές (άρθρα 614 παρ. 5,621 επ. του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 και εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση ως εκ του χρόνου άσκησης της ένδικης αγωγής), έχει ασκηθεί εμπροθέσμως και σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 19, 495 παρ. 1, 496, 498, 511, 513 παρ. 1 β, 516 παρ. 1,517,518 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον ασκήθηκε εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών, η οποία άρχεται από την επομένη της επιδόσεως στον εκκαλούντα Δήμο στις 25-10-2019 (βλ. τη σχετική ενυπόγραφη επισημείωση στο έμπροσθεν φύλλο της εκκαλουμένης της δικαστικής επιμελήτριας ....), ενώ η ως άνω έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 21-11-2019 (βλ. την υπ’ αριθ. .../.../21-11-2019 έκθεση κατάθεσης δικογράφου έφεσης). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και στη συνέχεια να εξετασθεί το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλουμένη (άρθρα 524 παρ. 1, 533 παρ. 1, 591 παρ. 7,614 παρ.5,621 επ. του ΚΠολΔ) και κατά το μέρος που μεταβιβάζεται η υπόθεση με την έφεση στο δευτεροβάθμιο αυτό δικαστήριο (άρθρο 522 του ΚΠολΔ), χωρίς να απαιτείται για το παραδεκτό της, η κατάθεση του παράβολου που ορίζεται από το άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015, δοθέντος ότι της οικείας υποχρεώσεως εξαιρούνται, μεταξύ άλλων και οι διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 3 και 5 του ΚΠολΔ, κατ’ άρθρο 495 παρ. 3 εδάφιο τελευταίο του ιδίου Κώδικα.

Ο Κώδικας περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) όριζε μεταξύ άλλων ότι: «Άρθρον 1: Ο Δικηγόρος είναι άμισθος Δημόσιος υπάλληλος..., Άρθρον 38: Ο Δικηγόρος είναι άμισθος Δημόσιος Λειτουργός. Άρθρον 62: 1. Αποβάλλει αυτοδικαίως την ιδιότητα του Δικηγόρου ο διατελών εις πάσαν έμμισθον υπηρεσίαν Δημοσίαν (Πολιτικήν ή Στρατιωτικήν), Δημοτικήν ή Κοινοτικήν ή Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου. 2. ., Άρθρον 63: 1. . 2. . 3. Είναι ασυμβίβαστος προς το Δικηγορικόν Λειτούργημα πάσα έμμισθος υπηρεσία παρά φυσικώ ή νομικώ προσώπω. . 4. Κατ' εξαίρεσιν επιτρέπεται εις τον Δικηγόρον α) η επί παγία ετησία ή μηνιαία αμοιβή παροχή καθαρώς νομικών εργασιών είτε ως Δικαστικού ή Νομικού Συμβούλου είτε ως Δικηγόρου., Άρθρο 63 A [προστεθέν με το άρθρο 1 του ν. 1093/1980 (Α' 270)]: 1. Απαγορεύεται στο δικηγόρο να παρέχει νομικές ή δικηγορικές υπηρεσίες με πάγια περιοδική αμοιβή σε περισσότερους από έναν εντολείς, είτε αυτοί ανήκουν στο δημόσιο τομέα, όπως καθορίζεται στο άρθρο 1 παρ. 6 του Ν. 1256/1982 (ΦΕΚ 65/Α'), είτε ανήκουν στον ιδιωτικό τομέα. Επίσης απαγορεύεται στο δικηγόρο στον οποίο ανατίθενται αποκλειστικά ή συστηματικά υποθέσεις από εντολέα του δημοσίου τομέα ή που λαμβάνει πάγια περιοδική αμοιβή απ' αυτόν να αναλαμβάνει υποθέσεις και από άλλο εντολέα του τομέα αυτού., Άρθρο 92: 1. . 2. Εν περιπτώσει συμφωνίας όπως ο Δικηγόρος διά τας παρεχομένας υπηρεσίας αμείβεται μόνον διά παγίας περιοδικής αμοιβής (άρθρ. 63 παρ. 4 εδαφ. α), το ελάχιστον όριον αυτής καθορίζεται εκάστοτε δι' αποφάσεως του υπουργού της Δικαιοσύνης δημοσιευομένης εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μετά σύμφωνον γνώμην του Διοικητικού Συμβουλίου του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου αναλόγως α) της κατηγορίας εις ην ανήκει ο δεχόμενος τας υπηρεσίας του Δικηγόρου, β) του δικαστηρίου παρ' ω ασκεί ο Δικηγόρος το λειτούργημα αυτού και γ) του χρόνου της δικηγορικής εν συνόλω υπηρεσίας και του χρόνου της παροχής των νομικών υπηρεσιών εις το φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον.».

Ακολούθως, με το άρθρο 2 του ν. 1093/1980 (Α' 270), προστέθηκε στον Κώδικα περί Δικηγόρων νέο άρθρο 92Α, με το οποίο το κατώτατο όριο αμοιβής των έμμισθων δικηγόρων συνδέθηκε, το πρώτον, με τον βασικό μισθό των δημοσίων υπαλλήλων. Ειδικότερα, το άρθρο αυτό, όπως ίσχυε πριν τον ν.4093/2012, όρισε τα εξής: « 1. Σε περίπτωση που έχει συμφωνηθεί να αμείβεται ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες από αυτόν υπηρεσίες μόνο με πάγια περιοδική αμοιβή, τα κατώτατα όρια αυτής καθορίζονται κατά μήνα ως ακολούθως: α) Διά δικηγόρον παρά Πρωτοδίκαις, ο εκάστοτε βασικός μισθός δημοσίου διοικητικού υπαλλήλου επί 7ω βαθμώ. β) Διά δικηγόρον παρ' Εφέταις ο εκάστοτε βασικός μισθός δημοσίου διοικητικού υπαλλήλου επί 5ω βαθμώ. γ) Διά δικηγόρον παρ' Αρείω Πάγω ο εκάστοτε βασικός μισθός δημοσίου διοικητικού υπαλλήλου επί 3ω βαθμώ», προβλέφθηκε δε, περαιτέρω, ότι τα όρια αυτά προσαυξάνονται «διά των εις τους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους καταβαλλομένων επιδομάτων κατά τας οικείας περί τούτων διατάξεις» (παρ. 2). Με το ν.3833/2010 «Προστασία της εθνικής οικονομίας -Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης» (Α' 40/15.3.2010) ελήφθησαν διάφορα μέτρα για την αντιμετώπιση των γνωστών δυσμενών οικονομικών συνθηκών και της δημοσιονομικής κρίσης. Μεταξύ των μέτρων αυτών περιλαμβάνονται η μείωση των αποδοχών των υπηρετούντων, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, στο στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρο I), αναδρομικά από 1.1.2010 (άρθρα 20 παρ. 1 και 1 παρ. 9), και η θέσπιση νέου ορίου στις συνολικές αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές όλων των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα (άρθρο 2). Ειδικότερα, με το άρθρο 1 του ανωτέρω νόμου ορίστηκε ότι τα πάσης (φύσεως επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά των λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), των μόνιμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων κ.λπ. μειώνονται κατά ποσοστό 12%, και ότι η ρύθμιση αυτή εφαρμόζεται και για το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. κ.λ,π. και κατισχύει κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας κ.λ.π. (παρ. 2). Στη συνέχεια, δημοσιεύθηκε ο ν.3845/2010 «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο» (Α' 65/6.5.2010), στον οποίο (νόμο) προσαρτήθηκαν ως παραρτήματα, μεταξύ άλλων, το Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ III) και το Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής (ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ IV). Τα δύο αυτά Μνημόνια αποτελούν δύο από τα μέρη [«Memorandum of Economic and Financial Policies», «Memorandum of Understanding on Specific Economic Policy Conditionality» και «Technical Memorandum of Understanding» (Τεχνικό Μνημόνιο Συνεννόησης)] του γνωστού ως πρώτου (I) Μνημονίου, (άρθρο πρώτο παρ. 1-3 του ν.3845/2010). Στο Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής, εξαγγέλλονται οι στόχοι του οικονομικού προγράμματος της Ελληνικής Κυβέρνησης την επόμενη τριετία, ειδικότερα δε, ανάγεται σε ένα από τα σημαντικότερα μέτρα για την περιστολή του κρατικού ελλείμματος η άμεση μείωση του λογαριασμού μισθοδοσίας του δημόσιου τομέα (παρ. 11 στο κεφάλαιο III «Οικονομικές Πολιτικές»), δεδομένου ότι οι αντίστοιχες δαπάνες αντιπροσωπεύουν το μεγαλύτερο μέρος των πρωτογενών δαπανών του προϋπολογισμού (παρ. 12 στο ίδιο κεφάλαιο). Ιδιαίτερα σημαντική για τη μείωση του δημόσιου μισθολογικού κόστους κρίθηκε η εισαγωγή ενός απλουστευμένου συστήματος αποδοχών, που θα καλύπτει τους βασικούς μισθούς και τα επιδόματα και θα ισχύει για όλους τους εργαζομένους στο δημόσιο τομέα (βλ. στοιχ. 22 του τμήματος «Γ. Διαρθρωτικές Πολιτικές» του κεφαλαίου III). Εξάλλου, στο Μνημόνιο Συνεννόησης στις Συγκεκριμένες Προϋποθέσεις Οικονομικής Πολιτικής εξειδικεύονται και περιγράφονται λεπτομερώς τα μέτρα που θα λαμβάνονταν για την πραγματοποίηση του περιλαμβανόμενου στο προαναφερθέν πρώτο Μνημόνιο προγράμματος και καθορίζεται το χρονοδιάγραμμα θέσπισης και υλοποίησής τους μέχρι και το τέλος του έτους 2011, μεταξύ δε των μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης, για την υιοθέτηση των οποίων δεσμεύτηκε η Ελληνική Κυβέρνηση, περιλαμβάνονται η μείωση του μισθολογικού κόστους του Δημοσίου, με την περικοπή των επιδομάτων εορτών και αδείας και των λοιπών επιδομάτων των δημοσίων υπαλλήλων προς το σκοπό της κατ' έτος εξοικονόμησης 1,5 δισεκατομμυρίων ευρώ, καθώς και η έναρξη των διαδικασιών κατάρτισης ενός απλοποιημένου συστήματος αμοιβών, που θα καλύπτει τους βασικούς μισθούς και τα επιδόματα του προσωπικού του δημόσιου τομέα και στο πλαίσιο του οποίου το συνολικό ύψος της αμοιβής θα συνδέεται με την παραγωγικότητα και τα καθήκοντα της κατεχόμενης από τον υπάλληλο θέσης. Με το ν. 3845/2010, στον οποίο προσαρτώνται ως παραρτήματα τα ανωτέρω δύο Μνημόνια, θεσπίστηκαν μέτρα προς εφαρμογή του εξαγγελθέντος με αυτά προγράμματος, μεταξύ δε των μέτρων αυτών περιλαμβάνεται η περαιτέρω μείωση κατά 8% των πάσης φύσεως επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, των υπηρετούντων με οποιαδήποτε σχέση εργασίας στο στενό ή ευρύτερο δημόσιο τομέα (άρθρο τρίτο) ( βλ. ΟλΣτΕ 3404/2014 ΝΟΜΟΣ). Από τα προαναφερόμενα και δη από τους ως άνω ρητά καθοριζόμενους σκοπούς θέσπισης των νόμων 3833/2010 και 3845/2010 είναι προφανές ότι οι διατάξεις των ως άνω νόμων, οι οποίες εισήγαγαν μειώσεις αποδοχών, αναφέρονται στους απασχοληθέντες με σύμβαση εργασίας υπαλλήλους του ευρύτερου δημόσιου τομέα - δοθέντος ότι στοχεύουν στη μείωση του μισθολογικού κόστους λειτουργίας του Ελληνικού Δημοσίου - και δεν διαλαμβάνουν τους παρέχοντες τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο δυνάμει οποιοσδήποτε άλλης έννομης σχέσης, όπως είναι εν προκειμένω και οι απασχολούμενοι στους ΟΤΑ δυνάμει σύμβασης εντολής έμμισθοι δικηγόροι. Αυτό, άλλωστε, προκύπτει και από τη διατύπωση των σχετικών διατάξεων των ως άνω νόμων, στις οποίες ρητά καθορίζεται το υποκειμενικό πεδίο ισχύς τους και το οποίο διαλαμβάνει τους υπαλλήλους, το προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, τα αιρετά όργανα, τα μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης κ.λπ, χωρίς να κάνει μνεία των έμμισθων δικηγόρων. Ενδεικτικό, εξάλλου, είναι και το γεγονός ότι με τους μεταγενέστερους των ως άνω νόμους 3899/2010 (ΦΕΚ Α' 212/17.12.2010) και 3943/2011 (ΦΕΚ A 66/31.3.2011) προστέθηκαν στο άρθρο 3 του Ν. 3845/2010 παράγραφοι 17 και 18 στις οποίες ορίζεται ότι «οι πάσης φύσεως αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα, που καταβάλλονται στους απασχολούμενους με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, καθώς και στους απασχολούμενους με σύμβαση έμμισθης εντολής, των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005,.. .,18. Οι πάσης φύσεως αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις, αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική η ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα, που καταβάλλονται στους απασχολούμενους με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, καθώς και στους απασχολούμενους με σύμβαση έμμισθης εντολής, των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του Κεφαλαίου Α' του ν. 3429/2005 .”. Στις ως άνω προσθήκες γίνεται ρητή αναφορά στους απασχολούμενους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα δυνάμει σύμβασης έμμισθης εντολής, ώστε να γίνεται σαφής διάκριση μεταξύ αυτών και των λοιπών μισθωτών που διαλαμβάνονται στις ήδη κατά το χρόνο εκείνο υφιστάμενες ρυθμίσεις.

Σε συνέχεια της προαναφερόμενης νομοθετικής εξέλιξης της τελευταίας οκταετίας ακολούθησε ο ν.4024/2011 «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο-βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015» (Α' 226/27.10.2011), με τον οποίο επιχειρήθηκε, μεταξύ άλλων, η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης. Ο ως άνω ν. 4024/2011, στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού περί του συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του δημόσιου τομέα ορίζει, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 4, στις διατάξεις του εν λόγω Κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ), μεταξύ άλλων, του Δημοσίου (περίπτ. α), των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) πρώτου και δεύτερου βαθμού (περίπτ. β) και των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) (περίπτ. γ), καθώς και οι διοικητικοί υπάλληλοι των Ανεξάρτητων Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων (περίπτ. ε), κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του συγκεκριμένου Κεφαλαίου. Στην παράγραφο 3 του άρθρου 22, όπως αναφέρεται σχετικώς στην αιτιολογική έκθεση του εν λόγω ν.4024/2011, προβλέπεται η επέκταση, εν όλω ή εν μέρει, με κοινή υπουργική απόφαση, των διατάξεων του νόμου αυτού και σε δικηγόρους με σχέση έμμισθης εντολής. Κατ' επίκληση της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 22 του ν.4024/2011 εκδόθηκαν διάφορες Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις με τις οποίες επεκτάθηκαν οι ρυθμίσεις του εν λόγω νόμου και στους έμμισθους δικηγόρους διαφόρων φορέων. Μεταξύ αυτών και η υπ' αριθμ. οικ. 2/17127/0022/ 28.2.2012 ΚΥΑ του Υφυπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών, που ρύθμισε τις αποδοχές του ειδικού επιστημονικού προσωπικού και των δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής των Ανεξάρτητων Διοικητικών ή Ρυθμιστικών Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχων, η οποία - όπως καιη ένδικη υπ' αρ. 2/17132/0022 (ΦΕΚ Β'498/28.02.2012) επίσης εκδόθηκε μετά την 1η Δεκεμβρίου 2011 και ήδη έχει κριθεί σύμφωνη με τις επιταγές του Συντάγματος από την Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικράτειας (ΟλΣτΕ 3404/2014 ΝΟΜΟΣ). III) Περαιτέρω, με τις διατάξεις του στοιχείου της κατ’ εξουσιοδότησης του άρθρου 13 παρ. 2 του ν. 1346/1983 (ΦΕΚ A 46), όπως ισχύει, υπ' αριθ. 2/87205/0022/22.12.2008 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών - Απασχόλησης και Κοινοτικής Προστασίας (ΦΕΚ Β 2441) ορίζεται ότι "‘καθορίζουμε σε 365 ευρώ μηνιαίως το ποσό που καταβάλλεται ως έξοδα κίνησης του προσωπικού των ΟΤΑ α' βαθμού”. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν.4024/2011, “στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου: α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) πρώτου και δεύτερου βαθμού...». Εξάλλου με τη διάταξη του α' εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 30 ν.4024/2011 (ΦΕΚ Α 226) ορίζεται ότι «πέραν των επιδομάτων και παροχών του παρόντος κεφαλαίου, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου, μέχρι την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία, συμπεριλαμβανομένων και των εξόδων κίνησης, εφόσον τα έξοδα αυτά προβλέπονται με τις ισχύουσες μέχρι την έναρξη της ισχύος του παρόντος διατάξεις να καταβάλλονται ανεξαρτήτως της μετακίνησης του υπαλλήλου, καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγησή τους από τις διατάξεις του κεφαλαίου αυτού». Με τις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 32 ν.4024/2011 (ΦΕΚ Α 226) ορίζεται: «από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου. Όπου σε διάταξη νόμων διαταγμάτων ή άλλων κανονιστικών πράξεων, γίνεται παραπομπή σε διατάξεις που καταργούνται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο νοείται ως παραπομπή στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου που ρυθμίζουν το αντίστοιχο θέμα. Επιδόματα ή παροχές που προβλέπονται από τις καταργούμενες διατάξεις και τα οποία, κατά παραπομπή άλλων διατάξεων, χορηγούνται σε λειτουργούς ή υπαλλήλους, που δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, εξακολουθούν να καταβάλλονται με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζουν οι παραπεμπόμενες διατάξεις με εξαίρεση την οικογενειακή παροχή, η οποία υπολογίζεται και καταβάλλεται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 17». Με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 32 του ν.4024/2011 (ΦΕΚ Α 226) ορίζεται ότι η ισχύς των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αρχίζει την 1.11.2011. Από το συνδυασμό των διατάξεων του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 30 ν.4024/2011 και των παρ. 1 και 4 του άρθρου 32 του ίδιου ως άνω νόμου συνάγεται ότι από την 1η. 11.2011 οι διατάξεις που πέραν των επιδομάτων και παροχών του δεύτερου κεφαλαίου (άρθρα 4 έως 32) του ν.4024/2011 προβλέπουν επιδόματα, αμοιβές, αποζημιώσεις και έξοδα κίνησης, εφόσον τα έξοδα αυτά προβλέπεται με τις ισχύουσες μέχρι την 1.11.2011 διατάξεις να καταβάλλονται ανεξαρτήτως της μετακίνησης του υπαλλήλου, δεν καταργούνται ούτε γενικώς ούτε αδιακρίτως. Κατ' αρχήν οι διατάξεις που πέραν των επιδομάτων και παροχών του δευτέρου κεφαλαίου (άρθρα 4 έως 32) του ν.4024/2011 προβλέπουν επιδόματα, αμοιβές, αποζημιώσεις και έξοδα κίνησης, εφόσον τα έξοδα αυτά προβλέπεται με τις ισχύουσες μέχρι την 1.11.2011 διατάξεις να καταβάλλονται ανεξαρτήτως της μετακίνησης του υπαλλήλου, καταργούνται, όταν τα προβλεπόμενα από αυτές επιδόματα κτλ καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του δεύτερου κεφαλαίου του ν.4024/2011. Εμπίπτουν δε στις ως άνω διατάξεις, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του ως άνω νόμου, «οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης α' και β' βαθμού, γ) των ΝΠΔΔ συμπεριλαμβανομένου του ΟΓΑ». Επίσης υπάγονται: Α) οι εκπαιδευτικοί της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, β) οι υπάλληλοι της Γραμματείας των Δικαστηρίων και Εισαγγελιών, των Έμμισθων Υποθηκοφυλακείων Κτηματολογικών Γραφείων της Χώρας, γ) οι ιατροί υπηρεσίας υπαίθρου και οι μόνιμοι αγροτικοί ιατροί, δ) οι Υπάλληλοι της Βουλής, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στον Κανονισμό της, και της Προεδρίας της Δημοκρατίας με την επιφύλαξη των οριζομένων στο ΠΔ 351/1991, ε) οι διοικητικοί υπάλληλοι των Ανεξαρτήτων Αρχών, της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς και της Επιτροπής Λογιστικής Τυποποίησης και Ελέγχου, στ) οι υπάλληλοι των Περιφερειακών Ενώσεων Δήμων Ελλάδας και της Ένωσης Περιφερειών Ελλάδος, ζ) οι υπάλληλοι και, με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, οι θρησκευτικοί λειτουργοί της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αντιθέτως, σύμφωνα το άρθρο 4 παρ. 2 του ν.4024/2011 υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, το προσωπικό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών, καθώς και οι κατηγορίες υπαλλήλων ή λειτουργών που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του μέρους β ν. 3205/2003 εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17. Κατά συνέπεια, εκτός της περίπτωσης του άρθρου 17 του ν.4024/2011 που αφορά την οικογενειακή παροχή, υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις του άρθρου 4 παρ 2 ν.4024/2011 εξαιρούνται ρητά από το πεδίο εφαρμογής του δεύτερου κεφαλαίου του ν.4024/2011. Ως χαρακτηριστική δε περίπτωση επιδόματος που με το ν.4024/2011 έχει καταργηθεί για τους μόνιμους και δόκιμους πολιτικούς υπαλλήλους και τους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, αλλά το οποίο συνεχίζει να καταβάλλεται σε λειτουργούς ή υπαλλήλους που εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής του β κεφαλαίου του ν.4024/2011 , το Υπουργείο Οικονομικών αναφέρει το «επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών» (βλ. Εγκύκλιο με αριθμ. πρωτ. 2/78400/14.11.2011). Και βέβαια η περίπτωση του επιδόματος μεταπτυχιακών σπουδών δεν είναι εν προκειμένω η μόνη. Περαιτέρω, οι διατάξεις που πέραν των επιδομάτων και παροχών του β κεφαλαίου του ν. 4024/2011 προβλέπουν επιδόματα, αμοιβές, αποζημιώσεις και έξοδα κίνησης, εφόσον τα έξοδα αυτά προβλέπονται με τις ισχύουσες μέχρι την 1.11.2011 διατάξεις να καταβάλλονται ανεξαρτήτως της μετακίνησης του υπαλλήλου, καταργούνται κατά το μέρος που ρυθμίζουν θέματα, τα οποία διέπονται από τις διατάξεις του β κεφαλαίου του ν. 4024/2011. Σημειωτέον ότι ο τελευταίος αφενός ρυθμίζει περιπτώσεις, κατά τις οποίες τα έξοδα κίνησης προβλέπεται με τις ισχύουσες, μέχρι την έναρξη ισχύος του ν. 4024/2011 διατάξεις, να καταβάλλονται ανεξαρτήτως της μετακίνησης του υπαλλήλου, οπότε τα ως άνω καταβαλλόμενα έξοδα κίνησης καταργούνται, αφετέρου ρυθμίζει περιπτώσεις κατά τις οποίες τα έξοδα κίνησης καταβάλλονται σε συνάρτηση με μετακίνηση του υπαλλήλου, οπότε οι διατάξεις που προβλέπουν την καταβολή των εξόδων κίνησης σε συνάρτηση με μετακίνηση του υπαλλήλου διατηρούνται και μετά την έναρξη ισχύος του ν.4024/2011. Δεν ρυθμίζονται ωστόσο από τον τελευταίο, περιπτώσεις κατά τις οποίες τα έξοδα κίνησης προβλέπεται με τις ισχύουσες μέχρι την 1.11.2011 διατάξεις να καταβάλλονται ταυτόχρονα και αδιάκριτα, τόσο σε συνάρτηση με τη μετακίνηση του υπαλλήλου, όσο και ανεξαρτήτως αυτής. Μία από τις ανωτέρω περιπτώσεις έχουν συνθέσει οι διατάξεις του άρθρου 14 παρ 2 ν. 1346/1983, από τη συμπλήρωσή τους με το άρθρο 29 ν. 1836/1989 κι εντεύθεν μέχρι σήμερα, οι συγκεκριμένες διατάξεις έχουν τη δική τους ratio, η οποία τυγχάνει εντελώς διαφορετική από εκείνη που προβλέπουν καταβολή «εξόδων κίνησης».

Εξάλλου, οι διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 2 ν. 1346/1983, όπως ισχύει, εκτός της καταβολής εξόδων κίνησης για δαπάνες πραγματικής εξωτερικής υπηρεσίας, καθιερώνουν εμμέσως μία μορφή δαπανών πλασματικής εξωτερικής υπηρεσίας. Τέτοιες μπορούν να θεωρηθούν οι (πραγματικές) δαπάνες, στις οποίες υποβάλλονται κατηγορίες προσωπικού που απασχολούνται με τη μελέτη και την επιστημονική υποστήριξη των προγραμμάτων του Οργανισμού. Επειδή, ωστόσο, ο ν. 4024/2011 δεν ρυθμίζει τις ανωτέρω “μεικτές” περιπτώσεις, διατάξεις όπως αυτές του άρθρου 13 παρ. 2 ν. 1346/1983 που προβλέπουν καταβολή εξόδων κίνησης ταυτόχρονα και αδιάκριτα, τόσο σε συνάρτηση με τη μετακίνηση του υπαλλήλου, όσο και ανεξαρτήτως της μετακίνησης αυτού, δεν είναι δυνατόν να θεωρηθεί ότι έχουν καταργηθεί από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του β κεφαλαίου ν. 4024/20111. Αντίθετα, ακολουθώντας κάποιος τυπική γραμματική ερμηνεία θα μπορούσε να θεωρήσει ότι, αφού κατά το άρθρο 32 παρ. 1 εδ 1 ν. 4024/2011 “από την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου καταργείται κάθε γενική ή ειδική διάταξη κατά το μέρος που ρυθμίζει θέματα που διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου”, διατάξεις που προβλέπουν καταβολή εξόδων κίνησης ταυτόχρονα και αδιάκριτα, τόσο σε συνάρτηση με τη μετακίνηση ή μη του υπαλλήλου, εξακολουθούν να ισχύουν, όπως και πριν την έναρξη ισχύος του ν. 4024/2011, επειδή στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται ζήτημα, το οποίο δεν ρυθμίζεται από τις διατάξεις του β κεφαλαίου του ανωτέρω νόμου.

Από τα παραπάνω δε, προκύπτει ότι όσον αφορά ειδικότερα στην καταβολή των εξόδων κίνησης στους υπηρετούντες με έμμισθη εντολή δικηγόρους των ΟΤΑ, αυτή τυγχάνει νόμιμη και σύννομη και μετά το χρονικό διάστημα από την έναρξη ισχύος του ως άνω αναφερόμενου νομοθετήματος. Ειδικότερα, οι δικηγόροι των ΟΤΑ δεν υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής του τελευταίου σύμφωνα με το άρθρο 4 σε συνδυασμό με το άρθρο 22 του ίδιου νόμου, όπου ορίζεται ότι απαιτείται η έκδοση σχετικής ΚΥΑ για τον καθορισμό των αποδοχών των δικηγόρων που απασχολούνται σε σχέση έμμισθης εντολής στα ΝΠΔΔ, άρα ως μη εμπίπτοντες ευθέως στις διατάξεις της παρ. 1 του άρθρου 4 του ν.4024/2011, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου εξαιρούνται ρητά από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του β' κεφαλαίου του ως άνω νόμου, επομένως και από το περιλαμβανόμενο στο ως άνω κεφάλαιο άρθρο 32 ν.4124/2011 περί κατάργησης επιδομάτων, εξόδων κίνησης ανεξαρτήτως μετακίνησης κτλ. Εξάλλου τα έξοδα κίνησης καταβάλλονται στους δικηγόρους των ΟΤΑ σύμφωνα με την με αριθμό 9508/0022/2008 (ΦΕΚ Β 2684/2008) με την οποία τροποποιήθηκε η 2/50025/0022/ 3.10.2006 ΚΥΑ των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, επομένως τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 32 ν. 4024/2011, οπότε η παροχή των εξόδων κίνησης στους παραπάνω διατηρείται ως «παροχή» υπό την έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 32 ν. 4024/2011, όπως άλλωστε ακριβώς συμβαίνει και με το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, όπως ανωτέρω αναφέρθηκε.

Ακολούθως, συμπλήρωμα της παραπάνω σκέψης αναφορικά με την εξαίρεση των έμμισθων δικηγόρων από το πεδίο εφαρμογής του αμέσως ως άνω προαναφερθέντος νόμου αποτελεί και το ακόλουθο: Με το ν. 4194/2013 (Α'208/27.9.2013), δημοσιεύθηκε ο νέος Κώδικας Δικηγόρων, με το άρθρο 166 παρ. 2 του οποίου καταργήθηκε ο προϊσχύων Κώδικας (ν.δ. 3026/1954). Στο άρθρο 44 του νέου Κώδικα με τίτλο «Αποδοχές έμμισθου δικηγόρου» ορίζονται τα εξής: «1. Ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες με έμμισθη εντολή υπηρεσίες του αμείβεται με πάγιες μηνιαίες αποδοχές που καθορίζονται με ελεύθερη συμφωνία με τον εντολέα του και οι οποίες δεν μπορούν να είναι κατώτερες των εκάστοτε ισχυουσών κατώτατων νόμιμων αποδοχών υπαλλήλου του ιδιωτικού τομέα ανάλογων επιστημονικών προσόντων. 2. Οι αποδοχές των δικηγόρων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο, στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) πρώτου και δεύτερου βαθμού και στα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, στα οποία συμπεριλαμβάνεται και ο Οργανισμός Γεωργικών Ασφαλίσεων, καθορίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις». Τέλος, στην παράγρ. I του άρθρου 166 αυτού ορίζεται ότι: «I. Οι διατάξεις του Κώδικα είναι ειδικές έναντι κάθε άλλης διάταξης... »

Εριζόμενο είναι το ζήτημα εάν η λέξη «ειδικές» που χρησιμοποιεί ο νομοθέτης στο άρθρο 166 του νέου Κώδικα περί δικηγόρων έχει την έννοια ότι οι διατάξεις του Κώδικα είναι ειδικές ως προς τα θέματα τα οποία ρυθμίζουν και αφορούν την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος ή ως προς θέματα που ρυθμίζονται με άλλες διατάξεις, όπως εν προκειμένω της ΚΥΑ 2/17132/0022/28.02.2012 που είχε εκδοθεί κατ' εξουσιοδοτική διάταξη της παρ. 1 άρθρου 22 του ν. 4024/2011.

Κατά την κρίση του Δικαστηρίου με τις διατάξεις του άρθρου 44 του νέου Κώδικα Δικηγόρων ρυθμίσθηκε εξ υπαρχής και πλήρως το ζήτημα του καθορισμού των αμοιβών των έμμισθων δικηγόρων, αποσυνδεόμενο από τις αποδοχές των δημοσίων υπαλλήλων, με την δε παράγρ. 2 παρασχέθηκε εξουσιοδότηση για τον καθορισμό με κοινή υπουργική απόφαση (μη εισέτι εκδοθείσα) μόνο των αποδοχών των έμμισθων δικηγόρων του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. κατ' αποκλεισμό δηλαδή ακόμη και των έμμισθων δικηγόρων του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου, ότι δηλαδή οι έμμισθοι δικηγόροι της παρ. 2 του άρθρου 44 του νέου Κώδικα Δικηγόρων, αντιμετωπίζονται πλέον μισθολογικά κατά τρόπο διάφορο σε σχέση με τους τακτικούς δημοσίους υπαλλήλους της υπηρεσίας, στην οποία παρέχουν τις υπηρεσίες τους ενισχύεται από τα εξής: Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Ν. 4194/13 (Κώδικας Δικηγόρων), «Η φύση της δικηγορίας 1. Ο δικηγόρος είναι δημόσιος λειτουργός. Το λειτούργημα του αποτελεί θεμέλιο του κράτους δικαίου». Ακόμη σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 γ' του Ν.4194/13 (Κώδικας Δικηγόρων), αποβάλλει αυτοδίκαια την ιδιότητα του δικηγόρου και διαγράφεται από το μητρώο του συλλόγου του οποίου είναι μέλος εκείνος που διορίζεται ή κατέχει οποιαδήποτε έμμισθη θέση με σύμβαση εργασιακής ή υπαλληλικής σχέσης σε οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή υπηρεσία δημόσια (πολιτική ή στρατιωτική), δικαστική, δημοτική ή νομικού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή σε Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης επιφυλασσόμενης της διάταξης του άρθρου 31 του Κώδικα. Επίσης κατά το άρθρο 42 του ίδιου Κώδικα, έμμισθος δικηγόρος είναι αυτός που προσφέρει αποκλειστικά νομικές υπηρεσίες, ως νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος, σε συγκεκριμένο εντολέα. σταθερά και μόνιμα αμειβόμενος αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή. Ο ίδιος δικηγόρος μπορεί επίσης να αναλαμβάνει υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον, αμειβόμενος είτε ανά υπόθεση είτε με άλλον τρόπο. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 165 Ν. 3584/2007 (Κώδικας Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων): «Στους Δήμους, τα ιδρύματα τους και τα νομικά τους πρόσωπα δημοσίου δικαίου, μπορεί να συνιστώνται, με τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας τους, θέσεις δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής. Εφόσον υπάρχει νομική υπηρεσία σύμφωνα με τον οικείο Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας είναι δυνατή η σύσταση θέσεων δικηγόρων-νομικών συμβούλων με την ίδια σχέση.”. Η πρόσληψη ενεργείται με απόφαση του αρμόδιου προς διορισμό οργάνου του Ο.Τ.Α., με σχέση έμμισθης εντολής και με τη διαδικασία που καθορίζεται με το ν. 1649/1986 (ΦΕΚ 149 Α'), όπως ισχύει. Επίσης ρητά αναφέρεται στον Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, άρθρο 41 Ν.3584/07 ότι «Η ιδιότητα του υπαλλήλου, Ο.Τ.Α. είναι ασυμβίβαστη προς την ιδιότητα του δικηγόρου, εκτός αν ειδικές διατάξεις ορίζουν, διαφορετικά.»

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, σε συνδυασμό με αυτές των αρθρ. 648 επ., 713 επ. του ΑΚ, σαφώς συνάγεται, ότι η κατ' εξαίρεση επιτρεπόμενη στο δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια αμοιβή, ρυθμίζεται από τον ως άνω κώδικα Δικηγόρων και συμπληρωματικώς από τους περί ανεξαρτήτων υπηρεσιών ορισμούς του ΑΚ και τους περί εντολής κανόνες αυτού, εφόσον δεν αντίκειται στο δημόσιο χαρακτήρα αυτής της σχέσεως. Δεν μπορεί δε, η παραπάνω παροχή υπηρεσιών από δικηγόρους, να αποτελέσει αντικείμενο σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, καθόσον η σχέση αυτή θεωρείται και είναι σχέση απόλυτης εμπιστοσύνης, και συνάπτεται με σύμβαση ιδιόμορφης έμμισθης εντολής, η οποία λογίζεται πάντοτε ως σύμβαση αορίστου χρόνου (ΟλΑΠ 25/2002 ΕλλΔνη 43, 1019-149/2006, ΕφΑθ 1715/2004 ΕλλΔνη 2006.1105, ΕφΘεσ 1535/2006 Αρμ. 2006, 1352). Οι Δικηγόροι ασκούν ελευθέριο επάγγελμα ακόμη και όταν παρέχουν τις νομικές υπηρεσίες τους με σχέση έμμισθης εντολής και πάγια αντιμισθία (ΣτΕ 909/2011). Η σχέση της έμμισθης εντολής που συνδέει τους δικηγόρους με τον εντολέα τους, ακόμη και στην περίπτωση που αυτός είναι το Δημόσιο ή Ν.Π.Δ.Δ. ή Ο.Τ.Α., διέπεται βασικά από τον Κώδικα περί Δικηγόρων (έτσι ΓνΝΣΚ 98/14).

Ο Νομοθέτης δηλαδή, προσδίδει στον δικηγόρο την ιδιότητα του δημοσίου λειτουργού και όχι του υπαλλήλου, δηλαδή του απασχολούμενου με σχέση εξαρτημένης εργασίας και αυτό για να διατηρεί την ανεξαρτησία της γνώμης του, μη υπαγόμενος σε κάποια υπαλληλική ιεραρχία. Αντίκειται δε στην δια του Κώδικα Δικηγόρων επιδιωκόμενη και με πολλές διατάξεις περιφρουρούμενη αξιοπρέπεια και ιδιάζουσα ανεξαρτησία του δικηγορικού λειτουργήματος η επιβολή στον δικηγόρο και η αποδοχή από αυτόν υποχρεωτικού ωραρίου απασχόλησης και μάλιστα εκείνου που ισχύει για το υπαλληλικό προσωπικό του εντολέα, έστω και αν παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια ετήσια ή μηνιαία αντιμισθία (ΕφΑθ 2402/1987 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 871/1970 Αρμεν. ΚΛ' 794 επ.). Ακόμα, άδεια χορηγείται σε δικηγόρο που απασχολείται σε ΝΠΔΔ με σχέση έμμισθης εντολής και πάγια αντιμισθία κατόπιν σχετικού αιτήματος του ιδίου, όχι με βάση τις οικείες διατάξεις του Υπαλληλικού αλλά με βάση τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και με τη στάθμιση του αληθούς συμφέροντος της υπηρεσίας και του προρρηθέντος αιτήματος του δικηγόρου. Εξάλλου, βασικό χαρακτηριστικό που διακρίνει τους υπαλλήλους ενός ΝΠΔΔ από τα πρόσωπα που προσφέρουν τις υπηρεσίες του σε αυτό με σύμβαση έμμισθης εντολής είναι και η, βάσει της ιεραρχικής εξάρτησής του από τα όργανα του ΝΠΔΔ, πειθαρχική ευθύνη τους, δηλαδή η δυνατότητα επιβολής σε αυτούς πειθαρχικών κυρώσεων σε περίπτωση παράβασης των κανόνων που καθορίζουν τις υποχρεώσεις τους. Αντίθετα οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες σε ΝΠΔΔ ελέγχονται πειθαρχικά κατά τα προβλεπόμενα στον Κώδικα Δικηγόρων και όχι κατά τα προβλεπόμενα στον Υπαλληλικό Κώδικα, ως ισχύει κάθε φορά. Με βάση τα ανωτέρω σαφώς προκύπτει ότι οι δικηγόροι που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στο Δημόσιο ή σε ΝΠΔΔ δεν θεωρούνται σε καμία περίπτωση υπάλληλοι αυτού, δεν υπάγονται στην υπαλληλική ιεραρχία και στις διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα, υπάγονται πειθαρχικά στο συμβούλιο του οικείου δικηγορικού συλλόγου και ασκούν ελευθέρως τα επιστημονικά τους καθήκοντα, όπως επιβάλλει ο νόμος και η συνείδησή τους. Μάλιστα, σε περίπτωση που αυτός συνδεθεί με σχέση εξαρτημένης εργασίας σε οποιονδήποτε εργοδότη, αποβάλλει την δικηγορική ιδιότητα, δηλαδή δεν μπορεί να ασκεί του λειτούργημα του δικηγόρου. Επιπρόσθετα, για τους έμμισθους δικηγόρους του Δημοσίου, η περ. ε' της παρ. 2 του άρθρου 43 του Κώδικα Δικηγόρων ορίζει: «Δικηγόροι που κατέχουν άλλη έμμισθη θέση κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων του Κώδικα, μπορούν να εμφανιστούν ως υποψήφιοι, αν συνυποβάλλουν, μαζί με την αίτηση και τα σχετικά δικαιολογητικά της προηγούμενης παραγράφου, υπεύθυνη δήλωση, ότι εφόσον προσληφθούν στη νέα θέση που προκηρύσσεται, θα παραιτηθούν από την άλλη έμμισθη θέση. Στην περίπτωση αυτή δεν μπορούν να αναλάβουν υπηρεσία, αν δεν προσκομίσουν βεβαίωση του εντολέα, στον οποίο παρέχουν τις υπηρεσίες τους, ότι παραιτήθηκαν από την έμμισθη θέση τους ή έπαψαν να αναλαμβάνουν υποθέσεις ή να λαμβάνουν περιοδική αμοιβή». Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι οι δικηγόροι και οι νομικοί σύμβουλοι με σχέση έμμισθης εντολής στα Νομικά Πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και στις Ανώνυμες Εταιρείες του Δημοσίου ούτως ή άλλως με τη γραμματική διατύπωση του νόμου εκπίπτουν από την επέκταση αυτή, καθώς η εργασιακή σχέση αυτή δε θεωρείται σχέση έμμισθης εντολής στο Δημόσιο. Συνεπώς οι προαναφερθέντες δεν εμπίπτουν στον περιορισμό του άρθρου 43 παράγραφος 2 στοιχείο ε του Κώδικα Δικηγόρων καθώς η επίδικη έμμισθη σχέση θεωρείται σε κάθε περίπτωση έμμισθη εντολή στον ιδιωτικό τομέα και επιτρέπονται πέραν της μίας έμμισθες θέσεις. Ειδική μορφή άσκησης της δικηγορίας αποτελεί η έμμισθη εντολή, για τις υπηρεσίες δε που παρέχει κατά την εκτέλεση της εντολής αυτής ο δικηγόρος λαμβάνει αμοιβή και όχι μισθό, όπως λαμβάνουν οι υπάλληλοι.

Συνεπώς η νομική υπόσταση του εμμίσθου δικηγόρου του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ, δεν μπορεί να νοηθεί ως διφυής, δηλαδή να αναγνωρίζεται κατά περίπτωση είτε ως δημόσιος υπάλληλος είτε ως δημόσιος λειτουργός (βλ. έτσι στον παλαιό Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 5026/1954) ο οποίος όριζε στο άρθρο I ότι «Ο Δικηγόρος είναι άμισθος Δημόσιος υπάλληλος...», στο δε άρθρο 38 ότι «Ο Δικηγόρος είναι άμισθος Δημόσιος Λειτουργός.»

Από τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 44 παρ. 2 του νέου Κώδικα Δικηγόρων, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 166 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα περί ειδικότητας των διατάξεών του έναντι πάσης άλλης διατάξεως, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο νομοθέτης απέβλεψε στην παύση της εξομοίωσης της μισθολογικής αντιμετώπισης των εμμίσθων δικηγόρων του Δημοσίου, των Ο.Τ.Α. και των Ν.Π.Δ.Δ. με αυτή των υπαλλήλων, ορίζοντας ότι ο τρόπος της αμοιβής τους θα καθορισθεί ab initio με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης και Οικονομικών, μη εισέτι εκδοθείσα.

Στην προκειμένη περίπτωση με την υπό κρίση αγωγή του, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ιστορούσε ότι ασκεί το λειτούργημα του δικηγόρου από το έτος 1975 ως μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Ότι από τις 19-1-1984 είναι δικηγόρος στον Άρειο Πάγο και από την 30η Ιουνίου 1983 διορίστηκε στον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα Δήμο, σε κενή οργανική θέση, ως δικηγόρος, συνδεόμενος με αυτόν με έμμισθη εντολή παροχής νομικών υπηρεσιών, αμειβόμενος με πάγια αντιμισθία. Ότι από την ημερομηνία προσλήψεώς του στον εναγόμενο Δήμο παρείχε τις υπηρεσίες του συνεχώς και αδιαλείπτως . Ότι μέχρι την έκδοση του ν. 4024/2011 λάμβανε κάθε μήνα κατ’ αποκοπή έξοδα κίνησης ύψους 365 ευρώ, ενώ από 1-11-2011 ο εναγόμενος Δήμος επικαλούμενος τη διάταξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 30 του Ν. 4024/2011 περιέκοψε παρανόμως το ανωτέρω ποσό που του καταβάλλονταν μηνιαίως ως έξοδα κίνησης. Ζητούσε δε, α) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να του καταβάλει για την ανωτέρω αιτία, σύμφωνα με τις διατάξεις περί εντολής, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξίας και με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού , το συνολικό ποσό των 23.360 ευρώ για τα έξοδα κίνησης που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από 1-1-2014 μέχρι και 30-4- 2019 (365 ευρώ X 64 μήνες), με το νόμιμο τόκο από το χρόνο κατά τον οποίο κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, β)να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγόμενου Δήμου να του καταβάλει τα έξοδα κίνησης από το χρόνο άσκησης της αγωγής και για το μέλλον, ήτοι για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα από 1-5-2019 και εντεύθεν, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκρινε νόμιμη την αγωγή ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 246 του ν. 1181/1981, 166 ν. 3584/2007, 5 παρ. 3 ν. 2685/1999, ΚΥΑ 2040222/4110/0022/19.6.1998, ΚΥΑ 2/95080/0022/29.12.2008,4, 22, 32 Ν. 4024/2011,361,713 επ. 340,345,346 ΑΚ, 69,70,907,908,176 του ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος περί αναγνωρίσεως της υποχρέωσης του εναγόμενου Δήμου για την καταβολή εξόδων κίνησης για χρονικό διάστημα μεταγενέστερο της συζήτησης της αγωγής, με την αιτιολογία ότι μελλοντικές έννομες σχέσεις δεν είναι δυνατόν να αποτελούν αντικείμενο αναγνωριστικής αγωγής, ειδικότερα δε, στη σύμβαση εργασίας δεν χωρεί έννομη προστασία προτού καταστεί απαιτητό το δικαίωμα. Επίσης μη νόμιμη έκρινε τη βάση της αγωγής που στηρίζεται στις διατάξεις της αδικοπραξίας, με την αιτιολογία ότι η αθέτηση της σύμβασης καθεαυτή δεν συνιστά άνευ ετέρου αδικοπραξία, αλλά οι έννομες συνέπειές της ρυθμίζονται από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής ή την αθέτηση της ενοχής, εν προκειμένω δε, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, η συμπεριφορά του εναγομένου Δήμου, δεν συνιστά αδικοπραξία, ήτοι αντίθεση προς το γενικό καθήκον του να μην προκαλεί κανείς υπαίτια ζημία σε άλλον ή αντίθεση στα χρηστά ήθη. Περαιτέρω, μη νόμιμη έκρινε και την επικουρική βάση της αγωγής ερειδόμενη στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με την αιτιολογία ότι δεν γίνεται επίκληση της ακυρότητας της σύμβασης έμμισθης εντολής του ενάγοντα, η οποία είναι απαραίτητη προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού, η οποία μπορεί να ασκηθεί μόνο υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία. Περαιτέρω, έκρινε νόμιμο το παρεπόμενο αίτημα περί καταβολής τόκων μόνο για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση, με την αιτιολογία ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 «περί λογιστικού των ΝΠΔΔ», ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του νομικού προσώπου ανέρχεται σε 6% ετησίως και άρχεται από την επίδοση της αγωγής. Κατόπιν τούτων, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση έκανε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικός βάσιμη την ένδικη αγωγή και α) υποχρέωσε τον εναγόμενο Δήμο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 23.360 ευρώ (365 ευρώ X 64 μήνες), που αφορά το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως 30-4- 2019, με το νόμιμο τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση , β) αναγνώρισε την υποχρέωση του εναγομένου Δήμου να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 189,80 ευρώ που αφορά το χρονικό διάστημα από 1-5-2019 έως τη συζήτηση της αγωγής στις 13-5-2019 ( 365 ευρώ : 25 X 13 μέρες), κήρυξε την απόφαση ως προς την καταψηφιστική της διάταξη εν μέρει προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 10.000 ευρώ και καταδίκασε τον εναγόμενο Δήμο σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντα, τα οποία όρισε στο ποσό των 300 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής, παραπονείται ο εναγόμενος Δήμος και ήδη εκκαλών με την κρινόμενη έφεσή του, για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ειδικότερα ότι α) εσφαλμένα η εκκαλουμένη δεν δέχθηκε ότι στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 4 του Κεφ. Β’ του Ν. 4024/2011 εμπίπτει και ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ως έμμισθος δικηγόρος στον εναγόμενο Δήμο και ήδη εκκαλούντα, β) εσφαλμένα η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι με την υπ’ αριθ. 2/17132/0022/2012 ΚΥΑ που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 4024/2011 δεν καταργήθηκε η πρόβλεψη «περί αντιμισθίας» του άρθρου 21 παρ. 3 του Ν. 3274/2004 και ως εκ τούτου ο εφεσίβλητος δικαιούται την καταβολή εξόδων κίνησης ποσού 365 ευρώ μηνιαίως, διότι οι διατάξεις του ν. 4024/2011 είναι νεώτερες και ειδικές και επομένως έχουν εφαρμογή εν προκειμένω, γ) εσφαλμένα η εκκαλουμένη δεν έλαβε υπόψη της ότι με τις διατάξεις του άρθρου 34 του Ν. 4354/2015 που ίσχυσε από 1-1-2016 και στο πεδίο εφαρμογής του οποίου εμπίπτουν πλέον ρητά οι δικηγόροι που παρέχουν υπηρεσίες με σχέση πάγιας και περιοδικής έμμισθης εντολής και στους ΟΤΑ, καταργήθηκε η με αριθ. 2/17132/0022/28-2-2012 ΚΥΑ και έτσι οι δικηγόροι κατατάσσονται πλέον μισθολογικά στο Μ.Κ. 15 της κατηγορίας Π.Ε. (άρθρο 9, παρ. 10 του Ν. 4354/2015), οι αποδοχές των οποίων μπορεί να αποτελούνται εκτός από τον βασικό μισθό και από τα επιδόματα και παροχές των άρθρων 15, 16, 17, 18 και 19 του ίδιου νόμου, δηλαδή και από επιδόματα και αποζημιώσεις στα οποία όμως δεν περιλαμβάνεται η ένδικη καταβολή των εξόδων κίνησης, δ) εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των ν. 4024/2011 και 4354/2015, με τις οποίες θεσπίσθηκαν περικοπές αποδοχών και επιδομάτων των εργαζομένων για λόγους δημόσιου συμφέροντος που ανάγονται στην ανάγκη σταθεροποίησης και διάσωσης της εθνικής οικονομίας, οι οποίες περικοπές εξ αυτού του λόγου είναι συνταγματικά επιτρεπτές και ως ειδικές για το κρίσιμο ένδικο μισθολογικό θέμα, επεκτείνονται και στους έμμισθους δικηγόρους και κατισχύουν κάθε άλλης σχετικής διάταξης. Ζητεί δε, ο εκκαλών Δήμος να γίνει δεκτή η έφεσή του και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, προκειμένου να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή του ενάγοντας και ήδη εφεσιβλήτου.

Από την εκτίμηση όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ανεξάρτητα αν αυτά (έγγραφα) πληρούν τους όρους του νόμου, χωρίς όμως η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των ανωτέρω εγγράφων να προσδίδει σε αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα και όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ-ΑΠ 1444/2015-ΑΠ 1025/2014-ΑΠ 48/2009, Δημοσίευση στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ-ΕΠειρ. 35/2016-ΕΑαρ 314/2013-ΕΠειρ.820/2010-ΕΑΘ 4334/2009 ΤΝΠ ΔΣΑ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων, τυγχάνει δικηγόρος στον Άρειο Πάγο, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και από την 30η-6-1983 διορίστηκε στον εναγόμενο και ήδη εκκαλούντα Δήμο, σε κενή οργανική θέση, ως δικηγόρος, συνδεόμενος με αυτόν με έμμισθη εντολή παροχής νομικών υπηρεσιών, αμειβόμενος με πάγια αντιμισθία. Ειδικότερα, ο ενάγων προσλήφθηκε, κατόπιν της υπ’αριθ. .... Πράξης του τότε Δημάρχου του εναγομένου Δήμου, ...., σε κενή οργανική θέση δικηγόρου με έμμισθη εντολή, απασχολούμενος έκτοτε ως νομικός σύμβουλος του εναγομένου Δήμου και αμειβόμενος, όπως προαναφέρθηκε με πάγια αντιμισθία. Στον ενάγοντα καταβαλλόταν μέχρι και την έκδοση του ν. 4024/2011 κάθε μήνα κατ’ αποκοπή ως έξοδα κίνησης το ποσό των 365 ευρώ μηνιαίως. Ωστόσο από 1.11.2011 ο εναγόμενος Δήμος, επικαλούμενος τη διάταξη του εδ. α' της παραγράφου 1 του άρθρου 30 ν 4024/2011, δεν κατέβαλε μέχρι και την άσκηση της αγωγής το εν λόγω ποσό. Σύμφωνα ωστόσο με τα αναλυτικά αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ο εναγών ως δικηγόρος του εναγόμενου Δήμου δεν υπάγεται στο πεδίο εφαρμογής του ν.4024/2011, σύμφωνα με το άρθρο 4 του νόμου αυτού σε συνδυασμό με το άρθρο 22 του ίδιου νόμου που ορίζει ότι απαιτείται η έκδοση σχετικής ΚΥΑ για τον καθορισμό των αποδοχών των δικηγόρων που απασχολούνται με σχέση έμμισθης εντολής στα ΝΠΔΔ, άρα ως μη εμπίπτοντες ευθέως στις διατάξεις της παρ I του άρθρου 4 ν. 4024/2011, σύμφωνα με την παρ 2 του ίδιου ως άνω άρθρου, εξαιρούνται ρητά από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του β κεφαλαίου του ν.4024/2011 επομένως και από το περιλαμβανόμενο στο ως άνω κεφάλαιο άρθρο 30 του ίδιου νόμου περί καταργήσεως επιδομάτων, εξόδων κίνησης ανεξαρτήτως μετακίνησης κτλ. Η εξαίρεσή τους, άλλωστε, από το ως άνω νομοθετικό καθεστώς προκύπτει σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα της παρούσας και από τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 44 και της παρ. 1 του άρθρου 166 του νέου Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013). Εξάλλου τα έξοδα κίνησης καταβάλλονται στους ανωτέρω σύμφωνα με την υπ' αριθ. 9508/0022/2008 (ΦΕΚ Β 2684/2008) με την οποία τροποποιήθηκε η 2/50025/0022/3.10.2006 ΚΥΑ των Υφυπουργών Οικονομίας και Οικονομικών Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης. Επομένως τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 32 παρ 1 εδ 3 ν.4024/2011, όπως συμβαίνει και με το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, σύμφωνα και με όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Σημειωτέον ότι το καταβαλλόμενο ποσό των εξόδων κίνησης αρχικά ήταν 365 ευρώ αλλά βάσει της παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3833/2010 μειώθηκε από 2.02.2010 σε 321,20 ευρώ και βάσει της παρ 1 του άρθρου 3 του ν. 3845/2010 σε 295,5 ευρώ) με βάση τις αναφερόμενες στην ανωτέρω νομική σκέψη διατάξεις. Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται να λάβει την μηνιαία παροχή των εξόδων κίνησης και μετά την ισχύ του Ν. 4021/2011 . Η εκκαλουμένη επομένως που δέχθηκε τα ίδια δεν έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, απορριπτομένων των σχετικών λόγων της ένδικης εφέσεως. Συνεπώς, για κάθε μήνα για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως 30-4-2019 , καθώς και για το χρονικό διάστημα από 1-5-2019 μέχρι και τη συζήτηση της αγωγής στις 13-5-2019 οφείλεται στον ενάγοντα η παροχή των εξόδων κίνησης ύψους 295,5 ευρώ, όπως διαμορφώθηκε το ποσό αυτό μετά τις μειώσεις που επιβλήθηκαν με τους νόμους 3833/2010 και 3845/2010 κατά τα προεκτιθέμενα. Το συνολικό ποσό επομένως που πρέπει να επιδικασθεί στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως 30-4-2019, για την ανωτέρω αιτία ανέρχεται σε 18.912 ευρώ (295, 5 ευρώ X 64 μήνες), ενώ πρέπει να αναγνωρισθεί επίσης ότι του οφείλεται για το χρονικό διάστημα από 1-5-2019 μέχρι 13-5-2019 το ποσό των 153,66 ευρώ (295,5 : 25 X 13). Έσφαλε επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που δέχθηκε ότι ο εναγόμενος Δήμος υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 23.360 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως 30-4-2019 και να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου Δήμου να του καταβάλει το ποσό των 189,80 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-5-2019 μέχρι 13-5-2019, υπολογιζομένων των ποσών αυτών επί του ποσού των 365 ευρώ ως ισχύουσας μηνιαίας παροχής εξόδων κίνησης αντί του ποσού των 295,5 ευρώ.

Κατόπιν αυτών, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη υπ’αριθ. 1667/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ακολούθως, πρέπει, αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ) να ερευνηθεί η από 26-3-2019 αγωγή, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, και α) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να καταβάλει στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως 30-4-2019 το ποσό των 18.912 ευρώ με τα νόμιμο τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση και β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του εναγομένου Δήμου να καταβάλει στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1-5-2019 μέχρι 13-5-2019, το ποσό των 153,66 ευρώ. Πρέπει να σημειωθεί δε, ότι ο ν. 2362/1995 «περί Δημοσίου Λογιστικού Ελέγχου των Δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις», όσο ήταν σε ισχύ, καθώς και ο ισχύων πλέον Ν.4270/2014 «Αρχές Δημοσιονομικής Διαχείρισης και Εποπτείας (ενσωμάτωση της Οδηγίας 2011/85/ΕΕ)-Δημόσιο Λογιστικό και άλλες διατάξεις» ορίζουν στη διάταξη του άρθρου 90 και 140 αντιστοίχως ότι «1. Οποιαδήποτε απαίτηση κατά του Δημοσίου παραγράφεται μετά πενταετία, εφόσον από άλλη γενική ή ειδική διάταξη δεν ορίζεται βραχύτερος χρόνος παραγραφής αυτής. 3. Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, Πολιτικών ή Στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της», ενώ στη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α και 141 αντιστοίχως ότι επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιοσδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου, αρχίζει από το τέλος του Οικονομικού Έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής.». Επισημαίνεται τέλος ότι οι διατάξεις των παραπάνω άρθρων εφαρμόζονται και στους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 276 παρ. 2 εδ. α' του Ν. 3463/2006 περί Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος, για την παραγραφή των αξιώσεων κατά των Οργανισμών αυτών.

Επομένως, οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος, ως απορρέουσες από σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια μηνιαία αντιμισθία και όχι από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπόκεινται, σύμφωνα με τις διατάξεις που προεκτέθηκαν, σε πενταετή παραγραφή, η προθεσμία της οποίας εκκινεί από το τέλος του Οικονομικού Έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε η αξίωση και κατέστη δικαστικά επιδιώξιμη από τον ενάγοντα, ήτοι από την 1.1.2014. Η δε ένδικη αγωγή επιδόθηκε στις 10-4-2019 (βλ. τη σχετ. επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας .... στην πρώτη σελίδα του αντιγράφου της ένδικης αγωγής), δηλαδή πριν από τη συμπλήρωση της πενταετούς παραγραφής, η οποία διακόπηκε με την έγερση της ένδικης από 26-3-2019 αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Ενόψει των ανωτέρω, οι ένδικες αξιώσεις του ενάγοντος δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή, ζήτημα που ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας λόγω της δυσχέρειας στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν (άρθρο 179 ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων την από 15-11-2019 έφεση του εναγομένου Δήμου.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την ως άνω έφεση. ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη υπ’ αριθμ. 1667/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (διαφορές από αμοιβές).

ΔΙΑΚΡΑΤΕ1 την υπόθεση και δικάζει επί της από 26-3-2019 αγωγής.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την ως άνω αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο Δήμο να καταβάλει στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως 30-4-2019 το ποσό των δεκαοκτώ χιλιάδων εννιακοσίων δώδεκα ( 18.912) ευρώ με το νόμιμο τόκο 6% από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι ο εναγόμενος Δήμος οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1-5-2019 μέχρι 13-5-2019, το ποσό των εκατόν πενήντα τριών ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (153,66 ευρώ) .

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας.

Κρίθηκε αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2021 στο ακροατήριό του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ