ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 7ο
ΑΡΙΘΜΟΣ 1824/2021
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Νάκου, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα Καλλιόπη Παπαζαφείρη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 26-11-2019 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ανδρόνικο Χονδρόπουλο.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: ΝΠΔΔ με την επωνυμία «....», που εδρεύει στο .... Αττικής (....) και εκπροσωπείται νομίμως, Α.Φ.Μ. ...., ως οιονεί καθολικού διαδόχου του ΝΠΔΔ με την επωνυμία «... (...)», που έδρευε στην Αθήνα (Λ. ... αρ. ...) και εκπροσωπείτο νόμιμα, η οποία από την έναρξη ισχύος του ν. .... καταργήθηκε ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο και εντάχθηκε στο ..., το οποίο υπεισέρχεται αυτοδικαίως και χωρίς άλλη διατύπωση στη θέση της, συνεχίζοντας και τις εκκρεμείς δίκες με διάδικο την ... χωρίς διακοπή της δίκης, το οποίο εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Μήνο.
Ο ενάγων, και ήδη εκκαλών, με την από 2-5-2017 αγωγή του, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό ....../2017, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’αυτήν.
Το αρχικώς ενάγον ΝΠΔΔ με την επωνυμία «... (... )», στη θέση του οποίου έχει υπεισέλθει ως καθολικός διάδοχος το ήδη εφεσίβλητο ΝΠΔΔ με την επωνυμία «.... (....)», με την από 18-9-2017 αγωγή του, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό ...../2017,ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.
Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 1560/2018 οριστική του απόφαση, με την οποία απέρριψε την από 2-5-2017 αγωγή και δέχθηκε εν μέρει την από 18-9-2017 αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εκκαλών με την από 1-11-2018 έφεσή του, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό .../.../2018.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσιβλήτου κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις του και παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 1-11-2018 (αριθ. κατ. .../.../6-11-2018) έφεση κατά της υπ' αριθ. 1560/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-μισθωτικών διαφορών, ασκήθηκε σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη, καθόσον η επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης έλαβε χώρα στις 15-10-2018 και η έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 6- 11-2018 (άρθρα 495 παρ. 1,2, 498, 511, 513 παρ. 1 β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 ΚΠολΔ). Εξάλλου, για το παραδεκτό της έφεσης κατατέθηκε, κατ' άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, το υπ’ αριθ. ..../2018 παράβολο. Επομένως, η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 Παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με την ασκηθείσα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 2-5-2017 (αριθ. κατ. .../.../2017) αγωγή ο ενάγων ισχυρίζεται ότι δυνάμει της από 24-9-2009 έγγραφης σύμβασης, που κατήρτισε με το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «...» (...), κατόπιν διενέργειας δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, μίσθωσε το κυλικείο, που βρίσκεται στις εγκαταστάσεις του εναγομένου, στην Αθήνα, αντί μηνιαίου μισθώματος, ποσού 1.370 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου. Ότι η διάρκεια της μίσθωσης ορίσθηκε για τρία έτη, με χρόνο έναρξης την επομένη της υπογραφής της σύμβασης. Ότι το εναγόμενο, κατά παράβαση των συμβατικών του υποχρεώσεων, παρέδωσε το μίσθιο ακίνητο καθυστερημένα και συγκεκριμένα το Μάρτιο 2012 και το κυλικείο ξεκίνησε τη λειτουργία του το Μάϊο 2012 μετά από αναγκαίες εργασίες επισκευής. Ότι με το από 24-9-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε η μείωση του μηνιαίου μισθώματος στο ποσό των 822 ευρώ, με το από 28-6-2013 συμφωνητικό μειώθηκε εκ νέου το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 697 ευρώ, με μεταγενέστερη προφορική συμφωνία ορίσθηκε ότι το μειωμένο μίσθωμα, των 697 ευρώ, ισχύει αναδρομικά από το Μάϊο 2012, ενώ με την από 4-3-2016 τροποποίηση συμφωνήθηκε παράταση της μίσθωσης έως 8-3-2017. Ότι, αν και η επίδικη σύμβαση μίσθωσης είναι επαγγελματική και το εναγόμενο δεν είναι Ανώτατο Εκπαιδευτικό Ίδρυμα, ώστε να εξαιρείται από την προστασία του π.δ. 34/1995, που ορίζει για τις μισθώσεις ελάχιστη διάρκεια δώδεκα ετών, το εναγόμενο με την από 31-3-2017 εξώδικη δήλωσή του ζήτησε την απόδοση του μισθίου, επικαλούμενο ότι έχει λήξει η διάρκεια της επίδικης μισθωτικής σύμβασης, καθώς και την καταβολή του ποσού των 8.225,73 ευρώ, που, κατά τους ισχυρισμούς του, αντιστοιχεί σε οφειλόμενα μισθώματα και ποινικές ρήτρες για μη απόδοση του μισθίου. Ότι, λόγω μη παράδοσης σ' αυτόν του μισθίου κατά το συμφωνηθέντα χρόνο, δεν κατέστη δυνατόν να αποκομίσει τα κέρδη που προσδοκούσε με βεβαιότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αν λειτουργούσε η επιχείρησή του από τον Οκτώβριο 2009 έως και το Φεβρουάριο 2012 και έτσι απώλεσε τα συνολικό ποσό των 14.989,30 ευρώ. Ζητεί δε, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό: Α) να αναγνωρισθεί ότι η από 24-9-2009 σύμβαση μίσθωσης διέπεται από τις διατάξεις του π.δ. 34/1995 για τις εμπορικές μισθώσεις και λήγει στις 24-9-2021 και Β) να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό, των 14.989,30 ευρώ, ως διαφυγόντα κέρδη, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Με την ασκηθείσα, ομοίως, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από 18-9-2017 (αριθ. κατ. .../.../2017) αγωγή, το ενάγον Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «...» (...), στη θέση του οποίου υπεισήλθε ήδη, μετά την άσκηση της έφεσης, ως οιονεί καθολικός διάδοχος, το Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «...., ισχυρίζεται ότι με το από 24-9-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό και κατόπιν διενέργειας δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, εκμίσθωσε στον εναγόμενο το κυλικείο, που βρίσκεται στις εγκαταστάσεις του, στην Αθήνα, αντί μηνιαίου μισθώματος, ποσού 1.370 ευρώ πλέον χαρτοσήμου. Ότι η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για τρία έτη, με χρόνο έναρξης την παραλαβή του μισθίου ακινήτου. Ότι με το από 24-9-2012 συμφωνητικό τροποποίησης μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε η μείωση του μηνιαίου μισθώματος στο ποσό των 822 ευρώ, με το από 28-6-2013 συμφωνητικό μειώθηκε εκ νέου το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 697 ευρώ, ενώ με την από 4-3-2016 τροποποίηση του μισθωτηρίου συμφωνητικού συμφωνήθηκε παράταση της μίσθωσης έως 8-3-2017. Ότι ο εναγόμενος, αν και χρησιμοποιεί ανενόχλητα το ανωτέρω μίσθιο δεν κατέβαλε τα μισθώματα Μαρτίου και Απριλίου 2012, Ιουνίου 2013, Ιανουαρίου 2016 και αναλογία του μισθώματος από 1-3- 2017 έως 8-3-2017 και ότι, αν και έληξε η σύμβαση μίσθωσης, στις 8-3- 2017, αρνείται να αποδώσει το μίσθιο και εξακολουθεί να το χρησιμοποιεί χωρίς να καταβάλει αποζημίωση χρήσης. Ζητεί δε, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος: 1) να του αποδώσει τη χρήση του μισθίου ακινήτου, για το λόγο ότι έληξε η σύμβαση μίσθωσης και 2) να υποχρεωθεί να καταβάλει: α) το ποσό των 4.259 ευρώ, που αντιστοιχεί στα μισθώματα των προαναφερομένων μηνών και το ποσό των 1.495,67 ευρώ για τόκους υπερημερίας, με τις αναφερόμενες διακρίσεις, β) το ποσό των 418,20 ευρώ για αποζημίωση χρήσης από 1-9-2017 έως 18-9-2017, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του εν λόγω κονδυλίου και γ) το ποσό των 16.903,22 ευρώ, ως ποινική ρήτρα λόγω παρακράτησης του μισθίου μετά τη λήξη της σύμβασης από 9-3-2017 έως 18-9-2017, με το νόμιμο τόκο για μεν τα μισθώματα από τη δήλη ημέρα καταβολής και για τα υπόλοιπα κονδύλια από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση, να διαταχθεί δε ο ανατοκισμός των οφειλομένων άνω του έτους τόκων, συνολικού ποσού 1.495,67 ευρώ. Επικουρικά και, σε περίπτωση που κριθεί ότι η σύμβαση μίσθωσης δεν έχει λήξει στις 8-3-2017, το ενάγον ζητεί να υποχρεωθεί ο εναγόμενος: 1) να του αποδώσει τη χρήση του μισθίου ακινήτου, κατ' άρθρο 66 ΕισΝΚΠόλΔ, λόγω επανειλημμένης δυστροπίας αυτού ως προς την καταβολή του μισθώματος και 2) να του καταβάλει το ποσό των 5.653 ευρώ για δεδουλευμένα μισθώματα, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε μισθώματος και να διαταχθεί ο ανατοκισμός των οφειλομένων άνω του έτους τόκων συνολικού ποσού 1.495,67 ευρώ.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την, ήδη εκκαλουμένη, υπ' αριθ. 1560/2018 οριστική απόφαση, αφού συνεκδίκασε τις ανωτέρω αγωγές: α) απέρριψε την από 2-5-2017 αγωγή κατά το υπό στοιχείο A αίτημα, ως μη νόμιμη και κατά το υπό στοιχείο Β αίτημα, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, β) δέχθηκε την από 18-9-2017 αγωγή, ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη.
Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εκκαλών με την υπό κρίση έφεση και ζητεί, για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, την εξαφάνισή της.
Σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 περ. η' του π.δ. 34/1995, δεν υπάγονται στην προστασία της νομοθεσίας περί εμπορικών μισθώσεων οι μισθώσεις εντός χώρων που ανήκουν στα ιδρύματα του πανεπιστημιακού και τεχνολογικού τομέα (όπως η περ. η' αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του άρθρου 4 του ν. 3404/2005). Περαιτέρω, στο άρθρο 3 του ν. 2194/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 του ν. 2517/1997, ορίζονται τα ακόλουθα: «1. Η Υγειονομική Σχολή Αθηνών (Υ.Σ.Α.) μετατρέπεται σε εκπαιδευτικό και ερευνητικό ίδρυμα με τη μορφή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, που έχει πλήρη αυτοτέλεια διοικητική και οικονομική και ονομάζεται ... (....). Η εποπτεία του κράτους επί της Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας ασκείται από τους Υπουργούς Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και Υγείας και Πρόνοιας. Στην αποκλειστική εποπτεία του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων υπάγονται: α) η έγκριση του αναλυτικού προγράμματος σπουδών της Σχολής, β) ο έλεγχος της νομιμότητας των αποφάσεων των εκλεκτορικών σωμάτων για την εκλογή ή την εξέλιξη του διδακτικού προσωπικού της Σχολής, γ) η ίδρυση, κατάργηση, συγχώνευση, κατάτμηση ή μετονομασία των Τμημάτων και Τομέων της Σχολής...2. Σκοποί της .... είναι η εκπαίδευση πτυχιούχων Α.Ε.Ι. και Τ.Ε.Ι., η επιστημονική έρευνα και η παροχή επιστημονικών υπηρεσιών σε θέματα δημόσιας υγείας, κοινωνικής φροντίδας, διοίκησης-διαχείρισης υπηρεσιών υγείας, οικονομικών και αγωγής της υγείας και κοινωνικής πολιτικής γενικότερα. Τα διπλώματα σπουδών της .... αποτελούν μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών αντίστοιχους με το περιεχόμενο των προγραμμάτων σπουδών. 3. Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων και του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, καθορίζονται: 1) τα όργανα διοίκησης της Σχολής, σύμφωνα με όσα ισχύουν για τα Α.Ε.Ι....4) οι κατηγορίες των απονεμομένων διπλωμάτων σπουδών... 7) η ισοτιμία των πτυχίων που έχουν απονεμηθεί μέχρι την έκδοση του προεδρικού αυτού διατάγματος, 8) υπηρεσιακά θέματα του διδακτικού προσωπικού της Σχολής, κατ' αντιστοιχία με τα μέλη Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι.. 4. με το κατά την προηγούμενη παράγραφο ή άλλο προεδρικό διάταγμα: α) συνιστώνται οι θέσεις του διδακτικού και επιστημονικού προσωπικού της Σχολής και ορίζεται η διάρθρωσή τους κατά βαθμίδα, κατ' αντιστοιχία προς τις βαθμίδες του Δ.Ε.Π. των Α.Ε.Ι.. Έως την έκδοση του οργανισμού της, η .... λειτουργεί βάσει των διατάξεων που ισχύουν κατά την έκδοση του παρόντος νόμου. Εξάλλου, με το άρθρο 15 παρ. 5β του ν. 2920/2001 ορίσθηκε ότι: «β. οι τίτλοι σπουδών της .... που έχουν απονεμηθεί ή θα απονεμηθούν, σύμφωνα με τα προγράμματα σπουδών της Υ.Σ.Α. μέχρι την έναρξη ισχύος του προεδρικού διατάγματος της παρ. 4 του άρθρου 3 του Ν. 2194/1994, αποτελούν μεταπτυχιακούς τίτλους ειδίκευσης διάρκειας ενός έτους». Επίσης, σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 12 του Ν. 3685/2008 «οι μεταπτυχιακοί τίτλοι σπουδών της ...., που χορηγούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 2194/1994 και της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 2517/1997, διάρκειας ενός ή δύο ετών ανάλογα με το πρόγραμμα, είναι ισότιμοι προς τους μεταπτυχιακούς τίτλους ειδίκευσης των Α.Ε.Ι.. Το πρόγραμμα σπουδών της Σχολής υπόκειται σε αξιολόγηση κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του ν. 3374/2005, εντός διετίας από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου». Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων συνάγεται ότι ο νομοθέτης επιδίωξε τη μετατροπή της Εθνικής Σχολής Υγείας (Ε.Σ.Υ.) σε ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα, που λειτουργεί με τη μορφή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, υπό καθεστώς πλήρους διοικητικής και οικονομικής αυτοτέλειας και τελεί υπό την εποπτεία του κράτους, κύρια αποστολή του οποίου είναι η παροχή ειδικού εκπαιδευτικού έργου μεταπτυχιακού επιπέδου στις επιστήμες υγείας. Περαιτέρω, με τις διατάξεις της παρ. 5 του άρθρου 15 του ν. 2920/2001 ορίσθηκε ότι οι τίτλοι σπουδών 12μηνης διάρκειας που έχουν απονεμηθεί από την .... μέχρι την έκδοση του ανωτέρω προεδρικού διατάγματος και σύμφωνα με τα προγράμματα σπουδών της Υ.Σ.Α., αποτελούν μεταπτυχιακούς τίτλους ειδίκευσης ενός έτους. Με τις προαναφερόμενες, δηλαδή, διατάξεις προσδόθηκε στα χορηγούμενα από την .... πτυχία η ισχύς των μεταπτυχιακών τίτλων (ΑΠ 805/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σε κάθε δε περίπτωση, με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 12 του ν. 3685/2008 ευθέως ορίσθηκε, προς άρση κάθε αμφισβήτησης, ότι οι μεταπτυχιακοί τίτλοι σπουδών της ...., που χορηγούνται σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 2194/1994 και της παρ. 2 του άρθρου 5 του ν. 2517/1997, διάρκειας ενός ή δύο ετών, είναι ισότιμοι προς τους μεταπτυχιακούς τίτλους ειδίκευσης των Α.Ε.Ι. (ΕΣ 2212/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προεκτέθηκαν, η από 2-5- 2017 αγωγή, κατά το πρώτο αίτημα αυτής είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι, μετά την έκδοση των νόμων 2194/1994, 2920/2001 και 3685/2008, το εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ, το οποίο παρέχει μεταπτυχιακούς τίτλους σπουδών ισότιμους με τα Α.Ε.Ι., κατέστη ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα και, επομένως, δεν υπάγεται στις ρυθμίσεις του π.δ. 34/1995, που ορίζουν ελάχιστο χρόνο διάρκειας της σύμβασης μίσθωσης 12 ετών, σύμφωνα με την εξαίρεση που καθιερώνει το άρθρο 4 παρ. 1 εδ. ε' του ίδιου π.δ., που εφαρμόζεται και στις νέες εμπορικές μισθώσεις, που καταρτίζονται μετά την ισχύ του ν. 4242/2014 (βλ. I. Κατρά, Αστικές και νέες εμπορικές μισθώσεις, σελ. 570). Η ανωτέρω δε εξαίρεση ισχύει ανεξαρτήτως της φύσης και των χαρακτηριστικών της σύμβασης μίσθωσης. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ομοίως, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο πρώτος λόγος έφεσης, με τον οποίο, κατά το αντίστοιχο μέρος του, ο εκκαλών υποστηρίζει το αντίθετο είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα, που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται (χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα-εναγόμενο ... ... υπ' αριθ. .... ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, επειδή δόθηκε μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και δεν αφορά σε αντίκρουση ισχυρισμού του αντιδίκου του που προτάθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης κατ' άρθρο 591 παρ. 1 εδ. στ' ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Με την από 24-9-2009 σύμβαση μίσθωσης, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων-εναγόμενος ...ς ...ς, ως ανάδοχος του υπ' αριθ. πρωτ. .../οικ. .... δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού, μίσθωσε από το ενάγον-εναγόμενο Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία «...» (....) το κυλικείο, που βρίσκεται στις εγκαταστάσεις στην Αθήνα, επί της ... ... αριθ. .... Ειδικότερα το εν λόγω Ν.Π.Δ.Δ. εκμίσθωσε στον ανωτέρω μισθωτή ένα χώρο, επιφάνειας 27 τ.μ., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κυλικείο για τις ανάγκες σίτισης των σπουδαστών της .... Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε τριετής, αρχομένη από την παραλαβή του μισθίου, με δυνατότητα παράτασης άλλων δύο ετών από τη λήξη της τριετίας, με μονομερή δήλωση του εκμισθωτή και το μηνιαίο μίσθωμα ορίσθηκε στο ποσό των 1.370 ευρώ πλέον χαρτοσήμου 3,6% καταβαλλόμενο εντός του πρώτου δεκαημέρου κάθε μισθωτικού μήνα. Το μίσθιο κυλικείο παραδόθηκε στο μισθωτή το Μάρτιο 2012, έκτοτε δε άρχισε η επίδικη σύμβαση, σύμφωνα με το 2° όρο αυτής. Τούτο δεν αναιρείται από το γεγονός ότι στην προκήρυξη, βάσει της οποίας διενεργήθηκε ο πλειοδοτικός διαγωνισμός, αναφέρεται ότι η σύμβαση θα αρχίσει από την επομένη της υπογραφής της, καθόσον τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών καθορίζονται από τη σύμβαση. Επισημαίνεται, επιπλέον, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο μισθωτής προέβη σε οποιαδήποτε έγγραφη διαμαρτυρία για τη μη παράδοση του μισθίου πριν το Μάρτιο 2012, ούτε ότι άσκησε τα δικαιώματά του, λόγω της επικαλούμενης καθυστέρησης παράδοσής του. Κατόπιν των ανωτέρω, το αίτημα της από 2-5-2017 αγωγής περί επιδίκασης διαφυγόντων κερδών, του χρονικού διαστήματος από τον Οκτώβριο 2009 έως το Φεβρουάριο 2012, λόγω της μη παράδοσης του μισθίου την επομένη της κατάρτισης της από 24-9-2009 σύμβασης μίσθωσης, είναι απορριπτέο, ως αβάσιμο κατ' ουσίαν. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ομοίως, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών υποστηρίζει το αντίθετο είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω, με την από 24-9-2012 τροποποίηση της σύμβασης συμφωνήθηκε η μείωση του μηνιαίου μισθώματος στο ποσό των 822 ευρώ, με την από 28-6-2013 τροποποίηση μειώθηκε εκ νέου στο ποσό των 697 ευρώ, από 1-7-2013 και με το από 4-3-2016 συμφωνητικό συμφωνήθηκε η παράταση της διάρκειας της μίσθωσης για το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 έως 8-3-2017, ενώ το μηνιαίο μίσθωμα παρέμεινε στο ποσό των 697 ευρώ. Κατόπιν των ανωτέρω, η επίδικη σύμβαση, η οποία, όπως έγινε δεκτό, δεν υπάγεται στην προστασία του π.δ. 34/1995, έληξε με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου, στις 8-3-2017, έκτοτε δε υφίστατο υποχρέωση του εναγομένου για απόδοση της χρήσης του μισθίου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ομοίως, όσον αφορά τη λήξη της μίσθωσης και υποχρέωσε τον εναγόμενο εκμισθωτή να αποδώσει στο ενάγον τη χρήση του μισθίου ακινήτου, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε. Επομένως, ο πρώτος λόγος έφεσης, με τον οποίο, κατά το αντίστοιχο μέρος του, ο εκκαλών υποστηρίζει το αντίθετο είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο μισθωτής δεν απέδωσε το μίσθιο ακίνητο κατά τη λήξη της σύμβασης, όπως όφειλε, και συνέχισε να το χρησιμοποιεί. Ακολούθως, ο εκμισθωτής, με την από 31-3-2017 εξώδικη δήλωσή του, που επιδόθηκε στις 5-4-2017, ζήτησε την απόδοση του μισθίου και την καταβολή οφειλομένων μισθωμάτων, αποζημίωσης χρήσης και ποινική ρήτρας. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι ο μισθωτής δεν κατέβαλε και οφείλει το μίσθωμα Μαρτίου 2012, ποσού 1.370 ευρώ, καθώς και τόκους υπερημερίας από 11-3-2012 έως 18-9- 2017, ποσού 580,08 ευρώ, το μίσθωμα Απριλίου 2012, ποσού 1.370 ευρώ, καθώς και τόκους υπερημερίας από 11-4-2012 έως 18-9-2017, το μίσθωμα Ιουνίου 2013, ποσού 822 ευρώ, καθώς και τόκους υπερημερίας από 11-6-2013 έως 18-9-2017, ποσού 260,44 ευρώ, το μίσθωμα Ιανουαρίου 2016, ποσού 697 ευρώ, καθώς και τόκους υπερημερίας από 11-1-2016 έως 18-9-2017, ποσού 85,22 ευρώ και συνολικά το ποσό των 4.259 ευρώ για μισθώματα και το ποσό των 1.459,67 ευρώ για τόκους. Επίσης οφείλει αποζημίωση χρήσης για το χρονικό διάστημα από 1-9- 2017 έως 18-9-2017, κατά το οποίο παρακράτησε τη χρήση του μισθίου, ποσού 418,14 ευρώ (697 ευρώ : 30 ημέρες = 23,23 ευρώ X 18 ημέρες). Ο μισθωτής αρνείται ότι οφείλει τα ανωτέρω μισθώματα, ισχυριζόμενος ότι, λόγω της κακής κατάστασης, στην οποία παρέλαβε το μίσθιο ακίνητο, απαιτήθηκε χρονικό διάστημα 45 ημερών, προκειμένου να γίνουν οι εργασίες αποκατάστασης αυτού και ότι δεν κατέβαλε τα μισθώματα των μηνών Μαρτίου και Απριλίου 2012 με τη σύμφωνη γνώμη του εκμισθωτή. Επίσης ότι μετά την από 28-6-2013 τροποποίηση της σύμβασης, με την οποία μειώθηκε το μηνιαίο μίσθωμα στο ποσό των 697 ευρώ, έγινε νέα προφορική συμφωνία, με την οποία ορίσθηκε ότι η μείωση του μηνιαίου μισθώματος στο ανωτέρω ποσό θα ισχύει αναδρομικά από το Μάϊο 2012. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί είναι απορριπτέοι, καθόσον πέραν της προφανούς αοριστίας τους, δεδομένου ότι ο μισθωτής δεν αναφέρει το χρόνο κατάρτισης των προφορικών αυτών συμφωνιών, ούτε το πρόσωπο με το οποίο συμβλήθηκε, εφόσον ο εκμισθωτής είναι Ν.Π.Δ.Δ. και όργανο διοίκησης αυτού είναι ο σύλλογος των καθηγητών, με εκπρόσωπο τον Κοσμήτορα της Σχολής (άρθρο 3 του ν. 2194/1994), ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι, διότι δεν αποδείχθηκαν από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που, με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε ομοίως και δέχθηκε ότι υφίσταται υποχρέωση του μισθωτή για καταβολή των ανωτέρω μισθωμάτων, τόκων και αποζημίωσης χρήσης, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε. Επομένως, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση έφεσης, με τον οποίο ο εκκαλών υποστηρίζει το αντίθετο είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με τον 11° όρο του μισθωτηρίου συμφωνητικού ορίσθηκε ότι αν ο μισθωτής δεν αποχωρήσει από το μίσθιο κατά τη λήξη ή λύση της σύμβασης υποχρεούται στην καταβολή, λόγω ποινικής ρήτρας, ποσού ίσου προς το 1/8 του μηνιαίου μισθώματος, δηλαδή το ποσό των 87,13 (697 X 1/8) ευρώ για κάθε ημέρα από τη λήξη ή τη λύση της μίσθωσης μέχρι την παράδοση του μισθίου, δηλαδή συνολικά για 194 ημέρες (9-3-2017 έως 18-9-2017). Σύμφωνα με τα ανωτέρω, η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 16.903,22 (87,13 X 194) ευρώ, το οποίο επιδίκασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Με τον τέταρτο λόγο έφεσης ο εκκαλών υποβάλλει, κατ' άρθρο 409 ΑΚ αίτημα μείωσης της ποινικής ρήτρας, ισχυριζόμενος ότι, για τους αναφερόμενους λόγους, η συμφωνηθείσα αυτή ποινική ρήτρα είναι δυσανάλογα μεγάλη. Ενόψει του χαρακτήρα της διάταξης του άρθρου 409 ΑΚ ως δημόσιας τάξης, η εν λόγω αξίωση, δυνάμενη να ασκηθεί σε κάθε στάση της δίκης, νομίμως ασκείται για πρώτη φορά στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το δικόγραφο της έφεσης, κατ' άρθρο 527 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 811/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων, το δικαστήριο, με βάση το ύψος του καταβαλλομένου μισθώματος, την οικονομική κατάσταση των διαδίκων, την έκταση της ευθύνης του μισθωτή, τα συμφέροντα του εκμισθωτή που έχουν θιγεί, κρίνει ότι η, κατά τα ανωτέρω, συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα, ανερχόμενη στο ποσό των 87,13 ευρώ ημερησίως είναι δυσανάλογα μεγάλη και πρέπει να μειωθεί στο προσήκον μέτρο, δηλαδή στο ποσό των 40 ευρώ ημερησίως και συνολικά στο ποσό των 7.760 (40 ευρώ X 194 ημέρες) ευρώ, κατά μερική παραδοχή του, ως άνω, τέταρτου λόγου έφεσης. Κατόπιν των ανωτέρω, η υπό κρίση έφεση πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, μόνο κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορά στο αίτημα της από 18-9-2017 αγωγής περί επιδίκασης ποινικής ρήτρας, καθώς και κατά το κεφάλαιο των δικαστικών εξόδων (βλ. I. Κατρά, ΚΠολΔ, άρθρο 535 σελ. 534). Περαιτέρω, αφού κρατηθεί και δικασθεί από το παρόν δικαστήριο, κατά τούτο, η αγωγή, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στο ενάγον, για την αιτία αυτή (ποινική ρήτρα), το ποσό των 7.760 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Μετά δε την αποδοχή της έφεσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παράβολου, που κατατέθηκε, στον εκκαλούντα (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο εκκαλών στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν την έφεση.
Διατάσσει την επιστροφή του παράβολου, ποιο κατατέθηκε, στον εκκαλούντα.
Εξαφανίζει εν μέρει την υπ' αριθ. 1560/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και συγκεκριμένα μόνο κατά το κεφάλαιο αυτής, που αφορά στο αίτημα της από 18-9-2017 αγωγής περί επιδίκασης ποινικής ρήτρας.
Κρατεί και δικάζει την από 18-9-2017 αγωγή, κατά το ανωτέρω αίτημα.
Δέχεται εν μέρει το εν λόγω αίτημα της από 18-9-2017 αγωγής.
Υποχρεώνει τον εναγόμενο-εκκαλούντα να καταβάλει στο ενάγον- εφεσίβλητο το ποσό των επτά χιλιάδων επτακοσίων εξήντα (7.760) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Καταδικάζει τον εκκαλούντα στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2021 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ