ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

13° ΤΜΗΜΑ - ΕΝΟΧΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1830/2023

 

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Λελούδα Αντερριώτου, Πρόεδρο Εφετών, Ελένη Οικονόμου και Βασιλική Μπράτη Εισηγήτρια, Εφέτες και από το Γραμματέα Νικόλαο Χρονά.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12.1.2023, για να δικάσει τις υποθέσεις στις οποίες διάδικοι είναι :

ΕΚΚΑΛΟΥΣΑ: Ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «...... ΚΑΙ ΣΙA ΕΕ» και το διακριτικό τίτλο "........" η οποία εδρεύει στην Αθήνα οδός ... αριθ. ..με ΑΦΜ ... και αριθμό ΓΕΜΗ .... νομίμως εκπροσωπούμενης, την οποία εκπροσώπησε στο Δικαστήριο η πληρεξούσια δικηγόρος Αριστέα Χριστινάκη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔικ,

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗ: Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία με την επωνυμία "..... Ι.Κ.Ε." η οποία εδρεύει στην Αθήνα οδός ..... αριθ. ..., με ΑΦΜ ..... και αριθμό ΓΕΜΗ ....., νομίμως εκπροσωπουμένης, την οποία εκπροσώπησε στο Δικαστήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος Κωνσταντίνος Γωνιανάκης

IΙ. Υπ’ αριθμόν Πινακίου -36

(ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΦΕΣΗΣ)

ΠΡΟΣΘΕΤΩΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑ: Ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «...... ΚΑΙ ΣΙA ΕΕ» και το διακριτικό τίτλο "......." η οποία εδρεύει στην Αθήνα οδός ..... αριθ. ... με ΑΦΜ ..... και αριθμό ΓΕΜΗ .....νομίμως εκπροσωπούμενης, την οποία εκπροσώπησε στο Δικαστήριο η πληρεξούσια δικηγόρος Αριστέα Χριστινάκη, βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔικ,

ΚΑΘ' ΗΣ ΟΙ ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΦΕΣΗΣ : Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία με την επωνυμία "..... Ι.Κ.Ε." η οποία εδρεύει στην Αθήνα οδός ..... αριθ. ...., με ΑΦΜ ..... και αριθμό ΓEΜΗ ....., νομίμως εκπροσωπουμένης, την οποία εκπροσώπησε στο Δικαστήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος Κωνσταντίνος Γωνιανάκης

Η ενάγουσα ετερόρρυθμη εταιρεία, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 28.3.2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ..../28.3.2018 αγωγή, με την οποία ζητούσε τα αναφερόμενα σε αυτή.

Το παραπάνω Δικαστήριο εκδίκασε την αγωγή και εξέδωσε, αντιμωλία των διαδίκων, την Υπ’ αριθ. 719/2021 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η ενάγουσα με την από 22.7.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ....../26.7.2021 (υπ' αριθμ. έκθεση κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ....../26.7.2021) έφεσή της, δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε η 17.11.2022, δικάσιμος κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε εκ του πινακίου για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας (12.1.2023) και (β) με τους από 14.11.2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου ....../15.11.2022 πρόσθετους λόγους έφεσης, δικάσιμος για τη συζήτηση των οποίων προσδιορίστηκε η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας (12.1.2023).

Οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν προσηκόντως από τη σειρά τους εκ του οικείου πινακίου.

Η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας προσθέτως εκκαλούσας, δεν εμφανίστηκε αλλά παραστάθηκε με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ, και προκατέθεσε εμπρόθεσμα έγγραφες προτάσεις. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης καθής οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις του.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, α) από 22.7.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ....../26.7.2021 (υπ' αριθμ. έκθεση κατάθεσης δικογράφου και προσδιορισμού δικασίμου ενώπιον του Εφετείου Αθηνών ....../26.7.2021) έφεση της πρωτοδίκως ηττηθείσας εναγούσης, κατά της πρωτοδίκως νικήσασας εναγομένης και της Υπ’ αριθ. 719/2021 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 28.3.2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ....../28.3.2018 αγωγής και β) οι από 14.11.2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου ....../15.11.2022 πρόσθετοι λόγοι έφεσης.

Η ανωτέρω υπό κρίση έφεση, έχει ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 26.7.2021 (άρθρα 495 επ. και 511 επ. ΚΠολΔικ) και εμπρόθεσμα, κατ' άρθρο 518 παρ. 1 του ΚΠολΔικ, εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, που έλαβε χώρα στις 28.6.2021 (σχ. η κατ' άρθρο 139 παρ. 3 ΚΠολΔικ σημείωση ε, επιδιδόμενου επίσημου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης) και εισάγεται αρμοδίως στο παρόν Δικαστήριο (άρθρο 19 ΚΠολΔικ) κατά την τακτική διαδικασία (άρθρο 524 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔικ). Προσδιορίστηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 17.11.2022, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας. Επομένως, πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 του ΚΠολΔικ), κατά την ίδια διαδικασία που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έχει καταβληθεί το, κατ' άρθρο 495 παρ. 3Α του ΚΠολΔικ απαιτούμενο παράβολο του Δημοσίου ποσού εκατό (150) ευρώ (υπ' αριθ. κωδικού ....../2021 e παράβολο)

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 520 παρ. 2 ΚΠολΔικ, πρόσθετοι λόγοι έφεσης ως προς τα κεφάλαια της απόφασης, που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με τα κεφάλαια αυτά, ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και, αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από το δικόγραφο αυτό, κοινοποιείται στον εφεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της έφεσης. Από την παραπάνω διάταξη προκύπτει, ότι, για να είναι παραδεκτοί οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, πρέπει, εκτός άλλων, να αναφέρονται στα προσβαλλόμενα με την έφεση κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης ή στα αναγκαία με αυτά συνεχόμενα, άλλως απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και αυτεπαγγέλτως. Ως αναγκαία συνεχόμενα κεφάλαια είναι οι διατάξεις της εκκαλούμενης απόφασης, που έχουν τέτοια συνάφεια με τις επικληθείσες διατάξεις είτε διότι αποτελούν προκριματικό για την παραδοχή τους ζήτημα είτε γιατί πηγάζουν από την ίδια ιστορική αιτία και διαμορφώνουν ή προσιδιάζουν το αντικείμενο εκείνων, ώστε τυχόν διαφορετική κρίση του Εφετείου σχετικά με την πρωτόδικη απόφαση να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων με την έφεση κεφαλαίων (ΑΠ 76/2015 δημοσιευμένη στην Τ.Ν.Π «ΝΟΜΟΣ»). Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα, με το από 14.11.2022 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στις 15.11.2022 στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ....../2022 και επιδόθηκε στην εφεσίβλητη στις 15.11.2022, (σχ. η προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από την εκκαλούσα υπ' αριθ ....../15.11.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, ..........), ήτοι τριάντα (30) ημέρες πριν από την προκειμένη κατ' έφεση συζήτηση (12.1.2023), άσκησε, νομότυπα και εμπρόθεσμα, πρόσθετους λόγους έφεσης, οι οποίοι αφορούν σε κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης, που έχουν προσβληθεί με λόγους έφεσης. Συγκεκριμένα με τον πρώτο και δεύτερο πρόσθετο λόγο έφεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου αυτών, προσβάλλεται η πρωτόδικη απόφαση, με την οποία, απορρίφθησαν συλλήβδην τα αιτήματα της ενάγουσας, κύρια και επικουρικά, ως μη νόμιμα, καθώς, κατά την κρίση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, άπαντα προϋποθέτουν την εφαρμογή (ευθεία ή αναλογική) του ΠΔ 218/1991, η οποία εν προκειμένω δεν συντρέχει, ενώ θα έπρεπε τούτη να γίνει δεκτή, ως προς το επικουρικό αίτημα της αποζημίωσης του ποσού των 95.490 ευρώ, καθώς απορρέει από τη μεταξύ των διαδίκων συναφθείσα από 2.1.2016 σύμβαση και δη από τον όρο 4.4. αυτής κατ' άρθρο 361ΑΚ και ουδόλως από την εφαρμογή (ευθεία ή αναλογική) του ΠΔ 218/1991. Οι πρόσθετοι λόγοι της έφεσης συνέχονται αναγκαίος με αμφότερους τους λόγους της έφεσης, οι οποίοι αφορούν στην απόρριψη της αγωγής ως μη νόμιμης και εξ αυτού του λόγου απόρριψη όλων των κονδυλίων αυτής, μεταξύ των οποίων και του άνω επικουρικού κονδυλίου όπως προαναφέρθηκε, το οποίο κατά τα ανωτέρω φέρεται ως εκκληθέν. Σημειώνεται δε ότι ως αναγκαίο συνεχόμενο κεφάλαιο είναι και το κεφάλαιο περί δικαστικής δαπάνης της εκκαλουμένης απόφασης, καθώς ως αναγκαία συνεχόμενα κεφάλαια νοούνται και εκείνα που αφορούν δικονομικά αιτήματα, τα οποία συνέχονται άμεσα με την έκδοση δικαστικής απόφασης (Β. Βαθρακοκοίλης «Η έφεση» Ερμηνεία Νομολογία Βιβλιογραφία Ειδικές Διατάξεις έκδοση 2015 σελ. 315)

Επομένως, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν, οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι πρέπει, συνεκδικαζόμενοι, λόγω συνάφειας με την έφεση, να γίνουν τυπικά δεκτοί και να εξεταστεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο αυτών, κατά την ίδια διαδικασία που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρα 246 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ ΕφΑΘ 4299/2006 ΕλλΔνη 471508).

Η ενάγουσα άσκησε την από 26.3.2018 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ....../2018 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία), με την οποία ισχυρίσθηκε ότι τυγχάνει ετερόρρυθμη εταιρεία, σκοπός της οποίας είναι η παροχή πόσης φύσεως επενδυτικών συμβουλευτικών υπηρεσιών που καλύπτουν όλο το φάσμα επικοινωνίας μάρκετινγκ, επιμέλειας και εφαρμογής υπηρεσιών και προγραμμάτων επικοινωνίας, διαφήμισης και δημοσίων σχέσεων, καθώς και η παραγωγή διαφημιστικών σποτ για λογαριασμό παντός είδους νομικών ή φυσικών προσώπων. Ότι η εναγόμενη τυγχάνει ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία με αντικείμενο την εισαγωγή και πώληση καλλυντικών και παραφαρμακευτικών προϊόντων. Ότι οι διάδικοι συνήψαν διαδοχικώς τα από 31.10.2013, 2.1.2014, 1.1.2015 και 2.1.2016 ιδιωτικά συμφωνητικά πρακτορείας με ταυτόσημο γενικά περιεχόμενο και παρόμοιους όρους, έκαστο των οποίων είχε διάρκεια ενός έτους με χρόνο λήξης αντίστοιχα την 31.10.204, 31.12.2014, 31.12.2015 και 31.12.2016, οπότε και έληξε αιφνιδίως η συνεργασία τους. Ότι συγκεκριμένα με τα συμφωνητικά αυτά συμφωνήθηκε ότι η εναγομένη θα αναθετει στην ενάγουσα α) την για την ελληνική επικράτεια μέριμνα των υποθέσεών της, η οποία κατευθύνεται είτε στην αναπαραγωγή τηλεοπτικών διαφημίσεων (τηλεοπτικά σποτ) είτε προαιρετικά στην προώθηση του διαφημιστικού υλικού των προϊόντων της στο διαδίκτυο, β) την αποκλειστική προώθηση των προϊόντων της και γ) να αποφασίζει για την αγορά διαφημιστικού χρόνου στα μέσα μαζικής ενημέρωσης αποκλειστικά και προαιρετικά διαφημιστικού χώρου σε εφημερίδες, διαδίκτυο, περιοδικά και ιστοσελίδες. Ότι οι προρρηθείσες συμβάσεις καθώς είναι ταυτόσημες κατά περιεχόμενο αποτελούν εν τοις πράγμασι συμβάσεις αορίστου χρόνου ενώ ρητώς συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα δικαιούται να εισπράττει προμήθεια για το σύνολο των προϊόντων της εναγομένης, όπως κατά τους όρους του άρθρου 4 αυτών αναλυτικά και συγκεκριμένα περιγράφεται. Ότι ειδικά ως προς το άρθρο 4.4. της τελευταίας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης ορίσθηκε ότι σε περίπτωση λύσης της μεταξύ τους σύμβασης, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει την αμοιβή του ελάχιστου αριθμού τεμαχίων συγκεκριμένων προϊόντων για τους επόμενους τέσσερις μήνες από τη λύση αυτής. Ότι η σύμβαση λειτούργησε κανονικά, καθώς η ενάγουσα εκπλήρωσε πλήρως και προσηκόντως το σύνολο των υποχρεώσεων που ανέλαβε και προέβη εξ ιδίων πόρων στην παρουσίαση, πρόταση, προπαρασκευή, σύναψη διαφημιστικών συμβάσεων, τις οποίες άλλωστε αποδέχθηκε και η εναγόμενη καταβάλλοντας αντίστοιχα τα συμφωνηθέντα μεταξύ τους ποσά. Ότι ενώ είχε συμφωνηθεί, μεταξύ των διαδίκων, η ενάγουσα να αναλάβει για το έτος 2017 την προώθηση νέων προϊόντων της εναγόμενης εταιρείας, ακριβώς λόγω της επιτυχημένης πορείας της συνεργασίας τους και προς τούτο, προβαίνοντας μάλιστα σε σύναψη περαιτέρω συμβάσεων και ανάληψη περαιτέρω δαπανών, πράξεις που καλώς γνώριζε η εναγομένη ώστε να έχουν στη διάθεσή τους τον απαραίτητο τηλεοπτικό χρόνο και διαφημιστικό χώρο για την προώθηση των προϊόντων της τελευταίας, η εναγομένη αρνήθηκε να συνεχίσει τη μεταξύ τους συνεργασία. Ότι το γεγονός που προκάλεσε την αντίδραση της ενάγουσας, η οποία εκδηλώθηκε με την αποστολή προς την εναγομένη της από 1.3.2017 εξώδικης διαμαρτυρίας της, η οποία επιδόθηκε στην τελευταία την 6.3.2017 και με την οποία διαμαρτυρήθηκε για την αντισυμβατική της συμπεριφορά καλώντας την όπως της καταβάλει τα όσα ρητώς συμφωνήθηκαν στο άρθρο 4.4. της τελευταίας σύμβασης και δη ως προβλεπόμενη αποζημίωση το ποσοστό 25% (προμήθεια) για 4.000 τεμάχια ανά μήνα για διάστημα 4 μηνών και συνολικά για 16.000 τεμάχια στο τετράμηνο, λαμβάνοντας ως μέση τιμή πώλησης το ποσό των 22 ευρώ για κάθε τεμάχιο και συνολικά το ποσό των (16.000 X 22 X 25%) = 88.000 ευρώ. Ότι ακολούθησε ανταλλαγή εξωδίκων δηλώσεων εκ των οποίων με την αποσταλείσα στις 22.3.2017 η εναγομένη αρνήθηκε την ενεργοποίηση του άρθρου 4.4 της σύμβασης, αιτιώμενη ότι η σύμβαση λύθηκε λόγω παρέλευσης της συμβατικής διάρκειάς της και δη στις 31.12.2016 και ως εκ τούτου ουδέν οφείλει, αντιστοίχως η ενάγουσα με την από 30.6.2017 εξώδικη δήλωσή της, αυθημερόν παραληφθείσα, γνωστοποίησε στην εναγόμενη, ότι εν προκειμένω εφαρμόζονται οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, σε αξιώσεις εκ του οποίου πρόκειται να προβεί σε βάρος της, και με την τελευταία να αρνείται τη βασιμότητα τούτων όπως και στη συμμόρφωση της στις απαιτήσεις της ενάγουσας με την από 4.7.2017 εξώδικη απάντησή της. Ότι οι μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις, παρά το ότι ονομάστηκαν ιδιωτικά συμφωνητικά διαφημιστικής πρακτορείας εντούτοις πρόκειται για συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας, άλλως προσομοιάζουν εμφανώς με αυτές, καθώς α) χαρακτηρίζονται από διάρκεια και σταθερότητα, εφόσον διήρκεσε σχεδόν τέσσερα έτη και οι ετήσιες συμβάσεις ανανεώνονταν ανά έτος με ταυτόσημο περιεχόμενο β) συμφωνήθηκε ότι η ίδια ως διαφημιστικός πράκτορας θα αποφασίζει για τη σύναψη διαφημιστικών συμβάσεων και θα αναλαμβάνει να παρουσιάζει, προτείνει, προπαρασκευάζει στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης τις διαφημιστικές συμβάσεις και ότι η τελευταία θα φέρει τον τυχόν κίνδυνο συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης έναντι οποιουδήποτε τρίτου και της Πολιτείας από την τυχόν πώληση ελαττωματικών προϊόντων ή από πώληση μη εγκεκριμένων προϊόντων και γ) συμφωνήθηκε μεταξύ τους η καταβολή προμήθειας κατά τους όρους που αναφέρονται στην σύμβαση. Ότι πληρούνται οι κατά νόμο προϋποθέσεις που θεμελιώνουν την αξίωσή της για αποζημίωση πελατείας κατά το άρθρο 9 του ΠΔ 219/1991, άλλως και επικουρικώς για την περίπτωση που γίνει δεκτό ότι οι ανωτέρω συμβάσεις δεν συγκεντρώνουν τα στοιχεία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, τότε το ΠΔ 219/1991 πρέπει να εφαρμοστεί αναλόγως και στην ένδικη περίπτωση, εφόσον γίνεται δεκτή η ανάλογη υπό προϋποθέσεις εφαρμογή των διατάξεων αυτών στις συμβάσεις αποκλειστικής διανομής και παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας και πρακτορείας. Ότι εν προκειμένω, η διαμεσολαβητική λειτουργία της ως διαφημιστικού πράκτορα προσομοιάζει εμφανώς με αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου, σε τέτοιο βαθμό ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, καθώς ανέλαβε με την σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές του εμπορικού αντιπροσώπου και συγκεκριμένα βάσει των όρων των μεταξύ τους συμβάσεων συμφωνήθηκε: α) η υποχρέωση της ενάγουσας να τηρεί αυστηρώς εμπιστευτικά όσα έγγραφα και εν γένει πληροφορίες αφορούν την τεχνική οργανωτική και εμπορική πλευρά των εργασιών της εναγομένης, εφόσον αυτά δεν προορίζονται για δημοσίευση ή γνωστοποίηση σε τρίτους, η δε υποχρέωση αυτή ορίστηκε ότι θα υφίσταται και για τον μετά τη λύση της σύμβασης χρόνο β) η υποχρέωση της ενάγουσας να ενημερώνει έγκαιρα την εναγόμενη σχετικά με οποιαδήποτε ενέργεια προτίθεται να πραγματοποιήσει μέσα στο πλαίσιο της μεταξύ τους σύμβασης, ώστε να εξασφαλίσει τη συναίνεσή της, ενώ στις δύο τελευταίες συμβάσεις είχε την υποχρέωση να της παράσχει πλήρη κατά μήνα αναλυτική και επαρκή πληροφόρηση για την έκταση και τον τύπο της προώθησης που πραγματοποιεί για εκείνη. Ότι συναφώς εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 9 του ΠΔ 219/1991 καθώς κατά την διάρκεια της μεταξύ τους συνεργασίας, λόγω των προωθητικών ενεργειών της ενάγουσας, η εναγόμενη εισήλθε δυναμικά στο εμπόριο παραφαρμακευτικών και καλλυντικών προϊόντων και εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικό μερίδιο στην αγορά και να απολαμβάνει ωφέλεια. Ότι για διάστημα 38 μηνών (Νοέμβριος 2013 έως Δεκέμβριος 2016) ο μέσος μηνιαίος όρος προμήθειας που ελάμβανε η ενάγουσα ανέρχονται στο ποσό των 68.478,66 ευρώ και μέσος όρος ωφέλειας ανά έτος στο συνολικό ποσό των (68.478,66 X 12) = 821.743,80 ευρώ. Ότι η εναγόμενη δεν τήρησε την από το νόμου (άρθρο 8 του ΠΔ 219/1991) τασσόμενη προθεσμία των τριών (3) μηνών, καθώς η σύμβαση που τους συνέδεε ήταν αορίστου χρόνου δεδομένου ότι οι μεταξύ τους ετήσιες συμβάσεις είχαν παρόμοιο περιεχόμενο, η δε σχέση τους διήρκεσε για χρονικό διάστημα άνω των τριών (3) ετών, αποτελούσαν δε αλυσιδωτές συμβάσεις παρά προχώρησε σε καταγγελία αυτής καταχρηστικά και άνευ σπουδαίου λόγου, προκαλώντας της με πρόθεση αντίστοιχη ζημία (λαμβάνοντας υπόψη για τον καθορισμό της αποζημίωσης τα έσοδα από τις πωλήσεις του έτους 2016 που ανέρχονται κατά μέσο μηνιαίο όρο στο ποσό των 29.178,76 ευρώ) ύψους (29.178,76 X 3) = 87.536,28 ευρώ. Ότι άλλως και επικουρικώς να εφαρμοσθεί ο όρος 4.4. της σύμβασης, σύμφωνα με τον οποίο η ενάγουσα δικαιούται ως αμοιβή την προμήθειά της επί του ελάχιστου αριθμού τεμαχίων των προϊόντων .... και .... για τους επόμενους τέσσερις μήνες από τη λήξη της σύμβασης, ενώ ορίστηκε ως ελάχιστος αριθμό τεμαχίων το πλήθος των 4.000 τεμαχίων για το προϊόν .... και το πλήθος των 500 τεμαχίων για το προϊόν ... και ως ποσοστό προμήθειας το ποσοστό του 25% και συνεπώς οφείλεται (λαμβάνοντας υπόψη για τον υπολογισμό της τιμής ανά τεμάχιο το μέσο όρο τιμής πώλησης ως αυτός διαμορφώθηκε από τις πωλήσεις του έτους 2019) το ποσό των {(21,83 ευρώ μέσος μηνιαίος όρος πώλησης του προϊόντος ... X 4.000) = 87.320 ευρώ X 0,25) = 21.830 ευρώ ανά μήνα και συνολικά (21.830 ευρώ X 4 μήνες) 87.320 ευρώ) και (16,34 ευρώ μηνιαίος μέσος όρος πώλησης του προϊόντος .... X 500) = 8.170 ευρώ X 0,25) = 2.042,5 ευρώ ανά μήνα και συνολικά (2.042,5 X 4 μήνες) = 8.170)} = (87.320 + 8.170) = 95.490 ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα αιτείται κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της σε έντοκο αναγνωριστικό: α) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγόμενης να της καταβάλλει το ποσό των 909.280,08 ευρώ το οποίο αναλύεται σε 1) ποσό 821.743,80 ευρώ ως αποζημίωση πελατείας και 2) ποσό 87.536,28 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη λόγω καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης άνευ σπουδαίου λόγου και χωρίς να τηρήσει την εκ του νόμου τρίμηνη προθεσμία προειδοποίησης β) άλλως και επικουρικώς να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό των 183.026,28 ευρώ το οποίο αναλύεται σε 1) ποσό 95.490 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε αποζημίωση πελατείας, όπως αυτό προκύπτει από την τελευταία από 2.1.2016 μεταξύ τους σύμβαση ιδιωτικό συμφωνητικό διαφημιστικής πρακτορείας και 2) ποσό 87.536,28 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη λόγω καταγγελίας της μεταξύ τους σύμβασης άνευ σπουδαίου λόγου και χωρίς να τηρήσει την εκ του νόμου τρίμηνη προθεσμία και 3) ως και να καταδικασθεί η εναγομένη ανώνυμος εταιρία σε καταβολή της εν γένει δικαστικής της δαπάνης. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η εκκαλουμένη Υπ’ αριθ. 719/2021 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τακτική Διαδικασία), με την οποία αυτή απορρίφθηκε καθ' ολοκληρίαν ως μη νόμιμη, καταδικάσθηκε δε η ενάγουσα στο σύνολο των δικαστικών εξόδων της εναγομένης, τα οποία όρισε στο ποσό των δέκα τριών χιλιάδων οκτακοσίων σαράντα ευρώ (13.840) ευρώ.

Ήδη με την υπό κρίση από 22.7.2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ....../26.7.2021 και από 14.11.2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ....../15.11.2022 προσθέτους λόγους έφεσης η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα παραπονείται κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ζητεί δε να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, προκειμένου να γίνει δεκτή καθ' ολοκληρίαν η από 26.3.2018 με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ....../2018 αγωγή, ως και να καταδικασθεί η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητος ανώνυμος εταιρία σε καταβολή της εν γένει δικαστικής τους δαπάνης αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

I. Η σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας ρυθμίζεται από το π.δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και με την οποία ο αντιπροσωπευόμενος αναθέτει σε μόνιμη βάση στον εμπορικό αντιπρόσωπο, έναντι αμοιβής (προμήθειας), τη μέριμνα των υποθέσεών του για ορισμένη εδαφική περιοχή, η οποία (μέριμνα) συνίσταται στη διαπραγμάτευση και στη σύναψη συμβάσεων πωλήσεως ή αγοράς εμπορευμάτων για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενού. (ΑΠ 695/2020 ΤΝΠ Νομος). Η σύμβαση πρακτορείας αποτελεί μορφή παροχής διαμεσολαβητικών υπηρεσιών με αντικείμενο την έναντι ανταλλάγματος παροχή προς το κοινό ιδιωτικών υπηρεσιών κάθε φύσης (Ολ. ΑΠ 15/2013, ΧρΙΔ 2013/81, ΑΠ 1728/2014, ΕΕμπΔ 2015/596). Αντικείμενο της σύμβασης δύναται να είναι η διενέργεια υλικών πράξεων από τον πράκτορα ή και η σύναψη συμβάσεων από αυτόν, κατά κανόνα, στο όνομα του προσώπου, που του έχει αναθέσει την υπόθεση (αντίθετα με τον παραγγελιοδόχο που ενεργεί στο δικό του όνομα, για λογαριασμό όμως του αντιπροσωπευόμενου, σύμφωνα με το άρθρο 90 ΕμπΝ), το δε ζήτημα εάν ο πράκτορας συμβάλλεται στο όνομα του αναθέτοντος ή το δικό του, ήτοι ως άμεσος ή έμμεσος αντιπρόσωπος, κρίνεται κατά περίπτωση (Ολ. ΑΠ 15/2013, ό.π., ΑΠ 1728/2014 ό.π., ΑΠ 697/2012 ΤΝΠ Νόμος). Η ρύθμιση του εν λόγω συμβατικού τύπου στο νόμο είναι εξαιρετικά ελλιπής και ως γενική διάταξη υπάρχει μόνο αυτή του άρθρου 2 του από 2(14).5.1835 διατάγματος «περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων», η οποία ανάγεται σε χρόνο πολύ προγενέστερο της εισαγωγής του Αστικού Κώδικα και σύμφωνα με την οποία θεωρείται ως πράξη εμπορική και η επιχείρηση πρακτορείας. Ειδικές διατάξεις υπάρχουν μόνο για ορισμένες μορφές πρακτορικής δράσης, όπως αυτή του ναυτικού πράκτορα που ρυθμίζεται από το π.δ. 229/1995 και το τροποποιητικό αυτού π.δ. 427/1995, του ασφαλιστικού πράκτορα που προβλέπεται στο άρθρο 2 ν. 1569/1985 και του πράκτορα επιχειρηματικών απαιτήσεων που προβλέπεται στο ν. 1905/1990. Σε κάθε περίπτωση η σύμβαση πρακτορείας, ενόψει του ως άνω αντικειμένου της, εμπεριέχει τα στοιχεία της εντολής και προσλαμβάνει το χαρακτήρα είτε της εμπορικής αντιπροσωπείας με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών είτε της παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, δεδομένου ότι κύριο μεν γνώρισμα του εμπορικού αντιπροσώπου (κατά το άρθρο 1 παρ. 2 του π.δ. 219/1991 εμπορικός αντιπρόσωπος είναι εκείνος στον οποίο, υπό την ιδιότητά του ως ανεξάρτητου μεσολαβητή, ανατίθεται, σε μόνιμη βάση, είτε να διαπραγματεύεται για λογαριασμό άλλου προσώπου, το οποίο καλείται αντιπροσωπευόμενος, την πώληση ή την αγορά εμπορευμάτων, είτε να διαπραγματεύεται και να συνάπτει τις πράξεις αυτές στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου) είναι ότι ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ενώ αντίθετα κατά το άρθρο 90 ΕμπΝ ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί με το δικό του όνομα για λογαριασμό όμως του αντιπροσωπευόμενου. Η νομοθετική ρύθμιση της σύμβασης πρακτορείας, μολονότι αναγκαία, είναι, κατά τα προεκτεθέντα, ελλιπής, με συνέπεια να διαπιστώνεται η ύπαρξη ακούσιου (γνήσιου) νομοθετικού κενού και να εφαρμόζονται αναλογικά σε αυτήν οι διατάξεις, αφενός μεν του Αστικού Κώδικα για την εντολή και δη τα άρθρα 713-719 ΑΚ (στις οποίες μάλιστα ρητά ως προς τη σύμβαση παραγγελίας παραπέμπει το άρθρο 91 ΕμπΝ σε συνδυασμό με το άρθρ. 3 ΕισΝΑΚ-ΑΠ 158/2018 ΤΝΠ Νόμος), αφετέρου δε και οι διατάξεις του π.δ. 219/1991, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση η διαμεσολαβητική δραστηριότητα του πράκτορα προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών ή και ταυτίζεται μ' αυτή κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, σύμφωνα με τη ρητή πρόβλεψη του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 3577/2007, που προβλέπει ότι στις συμβάσεις αντιπροσωπείας για την παροχή υπηρεσιών εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 (Ολ. ΑΠ 15/2013, ό.π., ΑΠ 1728/2014 ό.π.). Επομένως, οι διατάξεις του διατάγματος αυτού εφαρμόζονται έκτοτε αναμφίβολα και στις συμβάσεις πρακτορείας με χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας. Τέτοια ομοιότητα υπάρχει, ιδίως, όταν οι πράκτορες αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές που απορρέουν για τον εμπορικό αντιπρόσωπο από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του π.δ. 219/1991 και ειδικότερα: α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιό τους. Η συνομολόγηση των υποχρεώσεων αυτών, οι οποίες δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους (Ολ. ΑΠ15/2013 ό.π, Ολ. ΑΠ16/2013, ΑΠ191/2016, ΑΠ 455/2014 ΤΝΠ Νόμος). Για την ταυτότητα πάντως του νομικού λόγου, σε συνδυασμό με τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης (άρθρο 4 παρ 1 Σ και 288 ΑΚ), γίνεται δεκτό ότι με βάση την αυτή διάταξη του άρθρου 14 παρ 4 του ν. 3577/ 2007 οι διατάξεις του π.δ. 219/1991 εφαρμόζομαι αναλόγως και στις συμβάσεις παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, συνεπώς και στις συμβάσεις πρακτορείας, όταν έχουν αυτό το χαρακτήρα (ΑΠ 2219/2014 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ Νόμος).

III. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, οι λόγοι εφέσεως δεν αρκεί να είναι, μόνον, σαφείς και ορισμένοι, αλλά πρέπει να είναι και λυσιτελείς δηλαδή σε περίπτωση βασιμότητάς τους να επέρχεται ως αποτέλεσμα η εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως (ΑΠ 820/2019 ΕφΚρητ. 20/2021 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 1396/2012 ΕλλΔνη 2012/1076 ΕφΑιγ 148/2012 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ΕφΘες 435/2010 Αρμ. 2011.472) και να βελτιώνεται η νομική θέση του εκκαλούντος (βλ. Σαμουήλ Σαμουήλ Η έφεση 2003 παρ. 542 σελ. 221). Λόγος, όμως εφέσεως ο οποίος και αληθής υποτιθέμενος δεν ασκεί έννομη επιρροή και επομένως δεν δύναται να οδηγήσει κατά νόμο στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης είναι αλυσιτελής και κατά τούτα απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 558/1990 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, αλυσιτελής είναι ο λόγος της έφεσης που πλήττει την απόφαση για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αν η αγωγή απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη αόριστη ή απαράδεκτη (ΑΠ 698/2009 ΕφΠειρ 82/2021, ΕφΘες 2654/2019 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ Νομος).

IV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ « Με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους ». Η διάταξη αυτή ρυθμίζει το λεγόμενο μεταβιβαστικό αποτέλεσμα της εφέσεως, κατά το οποίο: α) το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να εξαφανίσει γενικώς την απόφαση, παρά μόνο ως προς εκείνες τις διατάξεις, την εξαφάνιση των οποίων ζήτησε ο εκκαλώV, και για τους λόγους, για τους οποίους ζητήθηκε η εξαφάνιση αυτών και β) εάν η έφεση γίνει δεκτή και εξαφανισθεί η απόφαση, η επανεξέταση της ουσίας θα χωρήσει επίσης επί τη βάσει των αιτημάτων του εκκαλούντος. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο έχει, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, τη δυνατότητα να ερευνήσει, προτού εξαφανίσει την εκκαλουμένη απόφαση, εφ' όσον ο εκκαλών παραπονείται για άλλο λόγο, ζητήματα της αγωγής, όπως τις διαδικαστικές προϋποθέσεις, το ορισμένο, το παραδεκτό και το νόμω βάσιμο αυτής, όπως και την καθ' ύλην αρμοδιότητα του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προς εκδίκασή της, και να απορρίψει αυτή χωρίς ειδικό παράπονο ως απαράδεκτη, αόριστη, μη νόμιμη κλπ., μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, διότι στην περίπτωση αυτή δεν επιτρέπεται αντικατάσταση αιτιολογίας, καθ' όσον οδηγεί σε διαφορετικό αποτέλεσμα ως προς το διατακτικό, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι στην περίπτωση αυτή δεν επέρχεται επιδείνωση της θέσεως του εκκαλούντος, εάν δεν έχει ασκηθεί αυτοτελής έφεση ή αντέφεση από τον εφεσίβλητο. Ενόψει των ανωτέρω, εάν η αγωγή (ανακοπή κλπ.) απορρίφθηκε ως απαράδεκτη ή αόριστη ή μη νόμιμη και ασκεί έφεση ο ενάγων, το Δικαστήριο δεν δύναται χωρίς αυτοτελή έφεση ή αντέφεση του εναγομένου να απορρίψει αυτή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, διότι καθιστά χείρονα τη θέση του, το αυτό δε ισχύει εάν η αγωγή είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη ή αόριστη, αλλά το Δικαστήριο κρίνει αυτή ως νόμω ή ουσία αβάσιμη.

Η εκκαλούσα παραπονείται με τον πρώτο λόγο εφέσεως ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε περί την εκτίμηση των αποδείξεων και την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του Π.Δ. 219/1991 «Περί Εμπορικών Αντιπροσώπων σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων», καθ' όσον δέχθηκε ότι η διαμεσολαβητική δραστηριότητα αυτής ουδόλως εμπίπτει στην έννοια της συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπίας κατά την παροχή υπηρεσιών, επί τω λόγω ότι η ενάγουσα είναι εμπορικός αντιπρόσωπος, τούτο δε καταδεικνύεται ιδίως από το ότι στην συγκεκριμένη περίπτωση πληρούνται οι τρεις ικανές προϋποθέσεις: α) η ίδια έχει την ιδιότητα του ανεξάρτητου μεσολαβητή β) συνδέεται συμβατικώς σε μόνιμη βάση με την εναγομένη αντιπροσωπευόμενη και γ) η δραστηριότητά της συνίσταται είτε στην προσέλκυση νέων πελατών και στην προώθηση πωλήσεων ή / και στη διαπραγμάτευση της πωλήσεως ή της αγοράς εμπορευμάτων ή/ και υπηρεσιών για λογαριασμό της εναγομένης / αντιπροσωπευόμενης είτε στην προώθηση πωλήσεων και διαπραγμάτευση και σύναψη των πράξεων αυτών επ' ονόματι και για λογαριασμό της τελευταίας. Ότι στο πλαίσια ελλείψεως διατάξεως στο π.δ. 219/1991 επιβάλλουσας να έχει η δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου περιοδεύοντα χαρακτήρα ή να ασκείται εκτός των εγκαταστάσεων του αντιπροσωπευομένου πρέπει να επεκτείνεται η προστασία και επί προσώπων που ασκούν την δραστηριότητά τους και στα πρόσωπα τα οποία με χρήση σύγχρονων τεχνολογικών μέσων, όπως η ίδια, ασκούν καθήκοντα παρόμοια με εκείνα που ασκούν οι εμπορικοί αντιπρόσωποι οι οποίοι μετακινούνται, ιδίως δε καθήκοντα προσελκύσεως και αναζητήσεως πελατών. Με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της η ενάγουσα - εκκαλούσα παραπονείται για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και πλημμελή εφαρμογή του νόμου, διότι στην εκκαλουμένη απόφαση αφενός μεν δεν προσδιορίζεται με νομικούς όρους ποια είναι η έννομη σχέση που συνδέει την ίδια με την εναγομένη, αφετέρου δε έκρινε μη νόμιμη την αγωγή, ως μη υπαγόμενες ευθέως οι επίδικες συμβάσεις στις διατάξεις του πδ 219/1991 «περί εμπορικών αντιπροσώπων» χωρίς να λάβει υπόψη της τις ειδικότερες συνθήκες της ένδικης περίπτωσης και συγκεκριμένα ότι α) στις ένδικες συμβάσεις αποτυπωνόταν οι βοηθητικές εργασίες διαμεσολάβησης που η ενάγουσα αναλάβανε να εκτελέσει στο όνομα και για λογαριασμό της εναγόμενης ώστε να δημιουργήσει το «κατάλληλο έδαφος» για να συναφθοΰν οι πωλήσεις των προϊόντων της μέσω των τηλεοπτικών καταστημάτων και δη ί. νοικιάζει χώρο εντός των πανελλαδικών σταθμών ίί. κάνει πρόταση προς αγορά στο κοινό στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης και στη συνέχεια το κοινό αποδέχεται ή μη την πρόταση καλώντας στο call center της εναγομένης στο οποίο παραπέμπουν τα διαφημιστικά σποτ, συνιστάμενης επί της ουσίας με τις εν λόγω συμβάσεις η οργάνωση ενός συγκεκριμένου δικτύου διανομής των προϊόντων της, το τηλεοπτικό κανάλι διανομής. Ότι πρόκειται περί συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας, άλλως πρόκειται ασφαλώς περί συμβάσεων εμπορικής διαμεσολάβησης (πρακτορείας) που συγκεντρώνουν τα χαρακτηριστικά της εμπορικής αντιπροσωπείας. Από την επισκόπηση των τεσσάρων συμβάσεων (από 31.10.2013 Σύμβαση με έναρξη την 31.10.2013 και λήξη την 31.10.2014, η από 2.1.2014 Σύμβαση με έναρξη την 2.1.2014 και λήξη την 31.12.2014, η από 1.1.2015 Σύμβαση με έναρξη την 1.1.2015 και λήξη την 31.12.2015 και η από 2.1.2016 σύμβαση με έναρξη την 2.1.2016 και λήξη την 31.12.2016) προκύπτει ότι τούτες συνιστούν αυτοτελείς συμβάσεις παροχής υπηρεσιών, μη έχουσες τα χαρακτηριστικά της ευθέως υπαγωγής τους στις διατάξεις περί εμπορικής αντιπροσωπείας, (ΠΔ 219/1991), όπως αιτιάται η ενάγουσα. Συγκεκριμένα, ως προς το περιεχόμενό τους, έτσι όπως τούτο επικαλείται η ενάγουσα στην αγωγή της, συμφωνήθηκε ρητώς, ότι η ενάγουσα θα αποφασίζει την σύναψη διαφημιστικών συμβάσεων και θα αναλαμβάνει να παρουσιάζει, προτείνει προπαρασκευάζει στο όνομα και για λογαριασμό της εναγομένης τις διαφημιστικές συμβάσεις καθώς και ότι θα παρέχει στους ενδεχόμενους διαφημιζόμενους κάθε αναγκαία συνδρομή κατά τη διάρκεια της διαφημιστικής σύμβασης. Επίσης συμφωνήθηκε ότι η ενάγουσα θα υποχρεούται να ενημερώνει έγκαιρα την εναγόμενη σχετικά με οποιαδήποτε ενέργεια, που προτίθεται να πραγματοποιήσει μέσα στο πλαίσιο της μεταξύ τους σύμβασης, ώστε να εξασφαλίσει την συναίνεσή της. Ότι ειδικότερα ως προς την υποχρέωση αυτή συμφωνήθηκε στις δύο τελευταίες συμβάσεις ότι η ενάγουσα είχε την υποχρέωση να παρέχει στην εναγομένη πλήρη κατά μήνα αναλυτική και επαρκή πληροφόρηση για την έκταση και τον τύπο της προώθησης, που πραγματοποιεί για εκείνη, ανά προϊόν, τόσο κατά την έναρξη εκάστου μηνάς (προγραμματισμός media plan) όσο και στο τέλος εκάστου μηνός (απολογισμός media plan). Με αυτό το περιεχόμενο όμως, στις εν λόγω τέσσερις (4) συμβάσεις δεν μπορούν να τύχουν ευθείας εφαρμογής οι διατάξεις του π.δ/τος 219/1991 «περί εμπορικών αντιπροσώπων», το οποίο εκδόθηκε σε συμμόρφωση με την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και στη συνέχεια τροποποιήθηκε με τα π.δ/τα 249/1993, 88/1994 και 312/1995, αφού η ως άνω κοινοτική Οδηγία, όπως έκρινε και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην υπόθεση C85/2003, αποσκοπεί στην εναρμόνιση των διατάξεων των κρατών μελών μόνο ως προς τους εμπορικούς αντιπροσώπους, όπως αυτοί προσδιορίζονται στο άρθρ. 1(2) της Οδηγίας και είναι τα πρόσωπα που ενεργούν όχι απλώς για λογαριασμό, αλλά απευθείας, στο όνομα εκείνου που αντιπροσωπεύουν, πράξεις πώλησης ή αγοράς εμπορευμάτων και δεν αφορούν άλλα πρόσωπα, που διαμεσολαβούν στη λειτουργία του εμπορίου. Εν προκειμένω, ουδόλως οι ελεγχόμενες συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας, καθώς αντικείμενό τους δεν είναι η ενέργεια πράξεων πώλησης ή αγοράς εμπορευμάτων, αλλά αποτελούν συμβάσεις πρακτόρευσης, με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών, η δε βούληση των συμβαλλομένων διατυπώνεται σαφώς στις ελεγχόμενες συμβάσεις χωρίς να παρίσταται εν προκειμένω σε αυτές κενά ή αμφίβολα σημεία, προκειμένου το παρόν Δικαστήριο να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες για την ανεύρεση της αληθινής βούλησης αυτών. Κατά τούτο τυχόν διεύρυνση των ανωτέρω διαμεσολαβητικών υπηρεσιών, που συμφωνήθηκε να παρέχει η ενάγουσα προς την εναγομένη, έτσι ώστε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι έστω και απομακρυνσμένως, ή κατ' ερμηνεία των αποτυπωθεισών δηλώσεων βουλήσεως των συμβαλλομένων, τούτες συνιστοΰν πράξεις πώλησης ή αγοράς εμπορευμάτων, ουδόλως μπορεί να γίνει καθώς τούτο θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη και κατά παράβαση της οδηγίας 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όπως στη συνέχεια τροποποιήθηκε, ευθεία υπαγωγή των ένδικων συμβάσεων στις διατάξεις του π.δ. 219/1991. Μάλιστα πρόσθετο επιχείρημα προς τούτο μπορεί να συναφθεί από την από 10.5.2010 Ανακοίνωσή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπό τον τίτλο «Κατευθυντήριες γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς» στην παρ. 12 της οποίας αναφέρεται: «Συμφωνίες εμπορικής αντιπροσωπείας. 2.1. Ορισμός των συμφωνιών εμπορικής αντιπροσωπείας. (12) Εμπορικός αντιπρόσωπος είναι ένα νομικό ή φυσικό πρόσωπο που εξουσιοδοτείται να διαπραγματεύεται ή/και να συνάπτει συμβάσεις για λογαριασμό άλλου προσώπου (αντιπροσωπευόμενος) είτε στο όνομα του ίδιου του αντιπροσώπου είτε στο όνομα του αντιπροσωπευόμενου: για την αγορά αγαθών ή υπηρεσιών από τον αντιπροσωπευόμενο, ή για την πώληση αγαθών ή υπηρεσιών που προμηθεύει ο αντιπροσωπευόμενος. Ομοίως με τα ανωτέρω έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, έστω και με ελλιπέστερη αιτιολογία η οποία παραδεκτώς αντικαθίσταται με την παρούσα (534 ΚΠολΔ) κατ' ορθή εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 219/1991 και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την ενάγουσα εκκαλούσα, με τον πρώτο λόγο της έφεσής της κρίνονται αβάσιμα όπως και ο συναφής λόγος της έφεσης. Ωστόσο η παραπάνω Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως ακολούθως τροποποιήθηκε κατά τα ανωτέρω, δεν εμποδίζει τον εθνικό νομοθέτη να θεσπίσει παρόμοιες διατάξεις και για παρεμφερείς τύπους επαγγελματιών, που μεσολαβούν με το δικό τους όνομα ή και για δικό τους λογαριασμό στη λειτουργία του εμπορίου. Μάλιστα η θέσπιση τέτοιων διατάξεων, με τις οποίες γίνεται υπέρβαση του ρυθμιστικού εύρους της Οδηγίας (uberschiessende Umsetzung), ουδόλως θίγει την εφαρμογή του κοινοτικού και ήδη ενωσιακού δικαίου, στο μέτρο, που δεν υπάρχει αντίστοιχο δίκαιο ως προς τους επαγγελματίες αυτούς, δεν καλύπτει πάντως η ίδια τη δραστηριότητα των επαγγελματιών αυτών και ούτε μπορεί να εφαρμοστεί αναλογικά σε συμβατικές σχέσεις διαφορετικές από αυτή του εμπορικού αντιπροσώπου, αφού στο επίπεδο του ενωσιακού δικαίου δεν γίνεται γενικώς δεκτή η δυνατότητα νομολογιακής εναρμόνισης του δικαίου των κρατών μελών. Συνεπώς, όπως έχει ήδη κριθεί με την ολ. ΑΠ 15/ 2013, διαπιστώνεται, συγκριτικά με τη ρύθμιση του π.δ/τος 219/1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο, η ύπαρξη ασύγγνωστου ακούσιου κενού στη νομοθετική ρύθμιση των λοιπών παρεμφερών μ’ αυτόν τύπων επαγγελματικής διαμεσολάβησης στη λειτουργία του εμπορίου, και συνεπώς, σε περιπτώσεις, που δεν είναι δυνατή η ευθεία εφαρμογή των διατάξεων του π.δ/τος 219/1991, ενδείκνυται, με βάση πάντοτε τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης, η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεών του σε όσες διαμεσολαβητικές εμπορικές συμβάσεις εμφανίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και υπάρχει παρόμοια κατάσταση συμφερόντων που δημιουργεί αντίστοιχη ανάγκη προστασίας, αφού το αντίθετο ούτε από την αντίστοιχη κοινοτική ρύθμιση συνάγεται, ούτε εξ αντιδιαστολής μπορεί να συναχθεί από τη σιωπή του διατάγματος αυτού και την περιορισμένη (και όχι περιοριστική) ρυθμιστική εμβέλεια των διατάξεών του, αν ληφθεί ειδικότερα υπόψη ότι ο νομοθέτης, έχοντας ως άμεση προτεραιότητα να εισάγει με το π.δ. 219/1991 τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ στο εσωτερικό δίκαιο, δεν είχε ταυτόχρονα ως σκοπό να περιορίσει οπωσδήποτε την εφαρμογή του αποκλειστικά στους εμπορικούς αντιπροσώπους και σιωπηρά να αποκλείσει από την εφαρμογή του παρόμοιες εμπορικές διαμεσολαβητικές δραστηριότητες. Οπωσδήποτε η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του π.δ/τος 219/ 1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο και σε άλλες μορφές εμπορικών διαμεσολαβητικών δραστηριοτήτων κρίνεται κατά περίπτωση (ad hoc), με την έννοια όχι βέβαια επιλεκτικά, έτσι ώστε η αναλογία να αποτελεί για την περίπτωση αυτή εισαγωγή στην πραγματικότητα ατομικού δικαίου, αλλά θα πρέπει η ατομική περίπτωση να συγκεντρώνει τα στοιχεία που δικαιολογούν εξ αντικειμένου την επέκταση και σ' αυτή των ρυθμίσεων του ως άνω π.δ/τος. Σύστοιχα με τα ανωτέρω, πρέπει να ελεγχθεί αν, εν προκειμένω, δύναται η διαμεσολαβητική λειτουργία της εναγομένης, να προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας, με αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών, προς την οποία και να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της. Για το χαρακτηρισμό της «συμβάσεως πρακτορεύσεως» μεταξύ των διαδίκων ως συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπίας και εντεύθεν την κατάφαση ή μη της εφαρμογής επ' αυτής των διατάξεων των άρθρων του Π.Δ. 219/1991 «Περί Εμπορικών Αντιπροσώπων σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων», με βασικό κριτήριο την ένταξη του ενός συμβαλλομένου στην επιχειρηματική δομή και οργάνωση του άλλου, χρήσιμο οδηγό αποτελεί και η προρρηθείσα από 10.5.2010 Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής υπό τον τίτλο «Κατευθυντήριες γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς» αναφορικώς ειδικώς με τις συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπίας, υπό το πρίσμα των διατάξεων της οποίας πρέπει να ελεγχθούν και αξιολογηθούν οι όροι της ισχύουσας κατά το χρόνο της λύσεως της σύμβασης μεταξύ των διαδίκων. Ομοίως αποτελεί και η υπ' αριθ. 1601/2019 απόφαση του Συμβουλίου της Επικράτειας (δημοσιευθείσα εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), η οποία έκρινε επί λέξει: «Στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ο αντιπρόσωπος έχει ως βασική υποχρέωση να μεριμνά για την προώθηση των συμφερόντων του αντιπροσωπευόμενου, καθώς συνάπτει συμβάσεις προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, εμφανίζει σημαντικό βαθμό ενσωμάτωσης στο δίκτυο του αντιπροσωπευομένου και δεν φέρει κινδύνους, οι οποίοι σχετίζονται άμεσα με την συμβατική παροχή προϊόντων και υπηρεσιών.» Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του περιλαμβάνει επί λέξει την ακόλουθη αιτιολογία: «το ως άνω ΠΔ (εννοεί το π.δ. 219/1991) εφαρμόζεται αναλόγως στις συμβάσεις αντιπροσωπείας, που αφορούν την παροχή υπηρεσιών και της αποκλειστικής διανομής, εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή, συνεπώς και στις συμβάσεις πρακτορείας, όμως με χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας, κατά το άρθρο 14 παρ. 4 του ν. 3557/2007 (ως επικαλείται η ενάγουσα) πλην όμως εν προκειμέυω δεν υφίσταται σύμβαση με αυτά τα χαρακτηριστικά. Επιπλέον, ναι μεν το ως άνω ΠΔ εφαρμόζεται αναλόγως και σε κάθε άλλη διαμεσολαβητική εμπορική σύμβαση, όπως και στη σύμβαση πρακτορείας, υπό την προϋπόθεση όμως να εμφανίζει τα βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, συνθήκη που και πάλι δεν πληρούται. Ως εκ τούτου το ΠΔ 219/1991 στην προκειμένη σύμβαση (διαφημιστικής πρακτορείας) δεν μπορεί να τύχει ούτε ευθείας, ούτε αναλογικής εφαρμογής». Επί του αναφερόμενου δεύτερου λόγου της έφεσης και στα πλαίσια διερεύνησης, αν εν προκειμένω συνίσιαται σχέση πρακτόρευσης με χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας, όπως ήδη προαναφέρθηκε, βασικό στοιχείο του χαρακτηρισμού μιας συμβατικής σχέσεως ως συμβάσεως εμπορικής αντιπροσωπίας (ή ουσιωδώς προσομοιάζουσας σε αυτήν) αποτελεί, η ένταξη του φερομένου ως εμπορικού αντιπροσώπου στην οργανωτική δομή της επιχειρήσεως του φερομένου ως αντιπροσωπευομένου, επ' ονόματι και για λογαριασμό του οποίου κατά κανόνα λειτουργεί και, συνακολούθως, η μη ανάληψη χρηματοοικονομικών εμπορικών κινδύνων ή η ανάληψη τέτοιων κινδύνων, οι οποίοι όμως χαρακτηρίζονται αντικειμενικώς (ήτοι κατά συνεκτίμηση των πραγματικών συναλλακτικών συνθηκών και με στάθμιση της βαρύτητας και των επιπτώσεων των πράγματι αναλαμβανομένων εκατέρωθεν υποχρεώσεων) ως επουσιώδεις. Επί της κρινόμενης υπόθεσης, η ενάγουσα διατηρεί ιδία επιχειρηματική οργάνωση (ήτοι λειτουργεί ως αυτοτελής και διακριτή επιχείρηση και δη εμπορική εταιρία, διώκουσα την επίτευξη κέρδους) ουδόλως δε μπορεί να συναχθεί, εκ της τοιαύτης λειτουργίας της, ότι εντάσσεται στην επιχειρησιακή δομή και οργάνωση της εναγομένης, κατά τρόπον ώστε να αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτής, υπό την έννοια ότι σε αντίθετη περίπτωση (ήτοι σε περίπτωση αποσπάσεως από τη δομή αυτή) αναιρείται η οικονομική λειτουργία της επιχειρηματικής «συμπράξεως» μεταξύ των δύο μερών, δηλαδή εν τοις πράγμασι παύουν να εξυπηρετούνται οι επιχειρηματικοί οικονομικοί σκοποί αμφοτέρων, δεδομένου ότι, η επιχειρησιακή δομή και οργάνωση της εναγομένης ουδόλως καθίσταται μη λειτουργική και αναποτελεσματική χωρίς την παροχή και αξιοποίηση των παρεχομένων από την ενάγουσα υπηρεσιών, ενώ και η ενάγουσα δύναται να ασκήσει την αυτή ή όμοια επιχειρηματική δραστηριότητα κατά ανεξάρτητο τρόπο εκτός της εν λόγω επιχειρησιακής οργανώσεως της εναγομένης, σε κάθε δε περίπτωση δύναται να ασκήσει τη δραστηριότητα αυτή ως ανεξάρτητη επιχείρηση, υπό τους ίδιους ή άλλους θεμελιώδεις όρους, φέροντας ομοίως ουσιώδεις χρηματοοικονομικούς εμπορικούς κινδύνους, τους οποίους έφερε στο πλαίσιο της σχέσεως της με την εναγομένη, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της ενάγουσας ήδη εκκαλούσας. Η κρίση αυτή του παρόντος Δικαστηρίου θεμελιώνεται ιδίως από την επισκόπηση των συμβάσεων, που συνήφθησαν μεταξύ των διαδίκων, στις οποίες αναφέρεται, ότι η ενάγουσα είναι ανεξάρτητη επιχείρηση, που ειδικεύεται στους κλάδους της διαφήμισης και δραστηριοποιείται στο χώρο των μέσων μαζικής ενημέρωσης του εντύπου και ηλεκτρονικού τύπου καθώς και του διαδικτύου (internet) ενώ η εναγομένη είναι επιχείρηση, που έχει ολωσδιόλου διάφορο αντικείμενο και δη ειδικεύεται στην εισαγωγή και πώληση καλλυντικών και παραφαρμακευτικών προϊόντων. Επίσης στη διάταξη του άρθρου 1.3 και 2.2. των συμβάσεων αυτών, αναφέρεται ότι η ενάγουσα αποφασίζει κυριαρχικώς τόσο για την αγορά διαφημιστικού χρόνου στα μέσα ενημέρωσης αποκλειστικά και προαιρετικά διαφημιστικού χώρου σε εφημερίδες, διαδίκτυο, περιοδικά ιστοσελίδες για τη σύναψη διαφημιστικών συμβάσεων και αναλαμβάνει να παρουσιάζει, προτείνει, προπαρασκευάζει στο όνομα και για λογαριασμό της εναγόμενες τις διαφημιστικές συμβάσεις καθώς και να παρέχει στους ενδεχόμενους διαφημιζόμενους κάθε αναγκαία συνδρομή κατά τη διάρκεια της διαφημιστικής σύμβασης, ενώ τέλος υποχρεούται να ενημερώνει έγκαιρα την εναγόμενη όσον αφορά οποιαδήποτε ενέργεια που προτίθεται να πραγματοποιήσει μέσα στα πλαίσια της σύμβασης ώστε να εξασφαλίσει την συναίνεσή της. Περαιτέρω, καθ' όσον αφορά στους επιρριπτομένους στα συμβαλλόμενα μέρη επιχειρηματικούς κινδύνους, από την επισκόπηση των συμβάσεων, ουδόλως συνάγεται ότι η εφεσίβλητος ανώνυμος εταιρία βαρύνεται με ουσιώδεις χρηματοοικονομικούς εμπορικούς κινδύνους και δαπάνες, σε σχέση με την καθ' εαυτή λειτουργία των ένδικων συμβάσεων. Αντιθέτως η ενάγουσα βαρύνεται με ουσιώδεις χρηματοοικονομικούς - εμπορικούς κινδύνους και δαπάνες, όπως είναι ο κίνδυνος απώλειας των εξόδων, που η ίδια ανέλαβε για τη διαπραγμάτευση, υπογραφή, τήρηση και εκτέλεση της συμβάσεως (άρθρο 9 των συμβάσεων) σε περίπτωση μη επίτευξης πωλήσεων. Η δε συμφωνία περί ανάληψης τυχόν κινδύνου συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης έναντι οποιοσδήποτε τρίτου και της πολιτείας από τυχόν πώληση ελαττωματικών προϊόντων ή από πώληση μη εγκεκριμένων προϊόντων (άρθρο 3.1 των συμβάσεων) είναι αυτόθροη συνέπεια της εμπορικής δραστηριότητας της εναγομένης και ουδόλως βαρύνει, ούτε θα εβάρυνε καθ' οιονδήποτε τρόπο την ενάγουσα, εκτός αν η τελευταία είχε αναλάβει οποιαδήποτε εγγυητική ευθύνη προς τούτο, γεγονός που ουδόλως μπορεί να συναχθεί από την μεταξύ των διαδίκων συμφωνία, είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Περαιτέρω, κατά τη ρητή διάταξη του άρθρου 4 των συμβάσεων η ενάγουσα δικαιούται να εισπράττει προμήθεια για το σύνολο των προϊόντων, των οποίων την προώθηση έχει αναλάβει η ίδια και τελικώς επωλήθησαν, υπολογιζομένη σε ποσοστό επί των εσόδων από τις διαφημιστικές συμβάσεις κατά τις στις ένδικες συμβάσεις διακρίσεις, δηλαδή το οφειλόμενο σε αυτούς οικονομικό αντάλλαγμα (χαρακτηριζόμενο ως «προμήθεια») συναρτάται προς το ύψος των κερδών της εφεσιβλήτου ανωνύμου εταιρίας, και ως εκ τούτου η συγκεκριμένη ρύθμιση του τρόπου υπολογισμού και εισπράξεως της προμήθειας της ενάγουσας επάγεται ουσιώδη χρηματοοικονομικό ή εμπορικό κίνδυνο αυτής. Εξάλλου, σημειώνεται ότι η ενάγουσα δικαιούται να προβαίνει σε ελέγχους στο λογιστήριο της εναγομένης για επαλήθευση των πωλήσεων όπως διατηρούνται στα αρχεία της εναγομένης για τα προϊόντα που προωθεί και λαμβάνει προμήθειες βάσει των πωλήσεων όπως αναφέρεται στη σύμβαση. Συγκεκριμένα τέτοιος έλεγχος συμφωνείται να λαμβάνει χώρα στο τέλος εκάστου μηνός καθ' όλη τη διάρκεια της σύμβασης, ενώ οποιαδήποτε άρνηση από την εναγομένη για έλεγχο από αρμόδιο διορισθέντα υπάλληλο της ενάγουσας θα γεννά δικαίωμα μονομερούς καταγγελίας εκ μέρους της ενάγουσας και δικαίωμα αποζημίωσης και διαφυγόντων κερδών κατά της εναγομένης. Τέλος συμφωνήθηκε ότι ο έλεγχος θα πραγματοποιείται με την επίδειξη αναφοράς πωλήσεων όπως προκύπτει από την φορολογικά ισχύουσα κατάσταση πωλήσεων της ενάγουσας καθώς και τη διασταύρωση αποθήκης με αγορές και πωλήσεις και θα γίνεται προσπάθεια να δίδεται στην ενάγουσα και πληροφόρηση για τη γεωγραφική κατανομή των πωλήσεων. (άρθρο 8 των συμβάσεων). Ομοίως και η ενάγουσα προσθέτει, ότι η ίδια παρείχε με δικά της μέσα (ανθρώπινο δυναμικό, τεχνικά μέσα, οικονομικούς πόρους κτλ) το σύνολο των υπηρεσιών, που αφορούσαν από το σχεδίασμά μέχρι και την «τοποθέτηση» της πρότασης προς αγορά στον τηλεοπτικό δέκτη ώστε να «κλείσει» η σχετική συναλλαγή μεταξύ του πελάτη και της εφεσίβλητης. Ακόμη, από το κείμενο των συμβάσεων, προβλέπεται μεν ότι (άρθρο 2.3 της σύμβασης) η ενάγουσα έχει την υποχρέωση να τηρεί αυστηρώς εμπιστευτικά όσα έγγραφα ή εν γένει πληροφορίες αφορούν την τεχνική, οργανωτική και εμπορική πλευρά των εργασιών και ιδιαίτερα τις ασφαλίσεις, οδηγίες, ρήτρες, τιμολόγια κλπ της εναγομένης (σύμβαση εμπιστευτικότητας ή αλλιώς «συμφωνητικό εχεμύθειας» νομίμως προβλεπόμενη στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων 361 ΑΚ και στα πλαίσια του καθήκοντος πίστεως), ουδόλως όμως προκύπτει ότι δεσμεύεται ρητώς η εναγομένη να παραλείπει ανταγωνιστικές σε βάρος της εντολέως της πράξεις, όπως θα ήταν ενδεχομένως η σύναψη όμοιας, με τις κρινόμενες, σύμβασης και με, ανταγωνιστική προς την εναγομένη, εταιρεία, είτε κατά τη διάρκεια ή και μετά τη λήξη των συμβάσεων. Ούτε δε προβλέπεται από τις συμβάσεις αυτές τυχόν υποχρέωση εκ μέρους της ενάγουσας να γνωστοποιεί το πελατολόγιό τους στην εναγομένη, τούτο δε δεν συνιστά η ενημέρωση της εναγόμενης για οποιαδήποτε ενέργεια προτίθεται να πραγματοποιήσει η ενάγουσα προκειμένου να εξασφαλίσει τη συναίνεσή της (άρθρο 2.2 των συμβάσεων). Κατά τα ανωτέρω αφενός μεν ουδόλως προκύπτει ότι η ενάγουσα εταιρεία αποτελεί αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγομένης εταιρείας, φέρουσα μάλιστα ουσιώδεις επιχειρηματικούς κινδύνους, ούτε όμως η έννομη σχέση, που συνδέει τα συμβαλλόμενα μέρη φέρει χαρακτηριστικά που προσομοιάζουν με σχέση εμπορικής αντιπροσωπείας (όπως τούτα προσδιορίστηκαν ενδεικτικά στην ολ. ΑΠ 15/2013) είτε σωρευττκά ή κατά τρόπο ώστε η έλλειψη κάποιων από αυτά όπως η έλλειψη ρήτρας μη ανταγωνισμού να καλύπτεται από την αυξημένη έκταση των λοιπών, ούτε υπάρχει κατάσταση συμφερόντων, που να δημιουργεί αντίστοιχη ανάγκη προστασίας με την υπαγωγή των συμβάσεων στο καθεστώς των διατάξεων του π.δ. 219/1991. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι οι μεταξύ των διαδίκων συμβάσεις πρακτορείας ουδόλως διέπονται από τις διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 «Περί Εμπορικών Αντιπροσώπων σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων» καθ' όσον η διαμεσολαβητική δραστηριότητα της εκκαλούσας ουδόλως εμφανίζει ουσιώδη αξιολογική ομοιότητα προς τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας κατά την παροχή υπηρεσιών, έστω και με συνοπτικότερη αιτιολογία, η οποία παραδεκτώς (534 ΚΠολΔ) συμπληρώνεται με την παρούσα, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ο υποστήριξων δε τα αντίθετα δεύτερος λόγος εφέσεως τυγχάνει αβάσιμος και απορριπτέος. Επισημαίνεται ότι οι άνω λόγοι της έφεσης, ενόψει της απόρριψης της αγωγής ως μη νόμιμης, άνευ έρευνας της κατ' ουσίαν βασιμότητάς της, με εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων, κρίνονται απαράδεκτος, ως αλυσιτελείς, κατά το σκέλος τους, με το οποίο αποδίδεται στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η πλημμέλεια της κακής εκτίμησης των αποδείξεων.

Περαιτέρω η αγωγή με το προδιαληφθέν περιεχόμενό της καθίσταται νόμιμη ως προς το μεταβιβασθέν ειδικά με αμφότερους τους πρόσθετους λόγους έφεσης επιμέρους επικουρικό αίτημά της να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό 95.490 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε συμφωνηθείσα από το άρθρο 4.4 του τελευταίου καταρτισθέντος από 2.1.2016 μεταξύ των διαδίκων ιδιωτικού συμφωνητικού διαφημιστικής πρακτορείας, υποχρέωση αποζημίωσης, σε περίπτωση λύσεως της μεταξύ τους συμβάσεως, εριδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 719 επ. ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 2 του 2/14.5.1835 Βασιλικού Διατάγματος "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείωυ" και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από την επανεκτίμηση των προσκομισθέντων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου αποδεικτικών μέσων και τα παραδεκτώς προσκομιζόμενα το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά τη διάταξη του άρθρου 529 παρ. 1 ΚΠολΔ όμοια και ειδικότερα από όλα ανεξαιρέτως τα νομίμως προσκομιζόμενα μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους έγγραφα, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις υπ' αριθ. ........../4.7.2018 και ..../4.7.2018 ένορκες βεβαιώσεις των Γ. Γ. και Ι. Π. αντιστοίχως ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών ...., οι οποίες έχουν ληφθεί ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας να παραστεί κατά τη λήψη της (σχετ. η υπ' αριθ. ...../29.6.2018 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών .....) και η υπ' αριθ. 11.898/6.6.2018 ένορκη βεβαίωση του Ν. Ν. ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών ......, η οποία έχει ληφθεί ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης να παραστεί κατά τη λήψη της (σχετ. η υπ' αριθ. ....../1.6.2018 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών ......), λαμβανομένων υπόψη των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αποδεικνύονται τα ακόλουθα:

Η ενάγουσα εταιρεία με την επωνυμία «...... ΚΑΙ ΣΙA ΕΕ» τυγχάνει ετερόρρυθμη εταιρεία που συστήθηκε το Νοέμβριο του έτους 2008, το δε καταστατικό της δημοσιεύθηκε νομίμως στα βιβλία εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών με αύξοντα αριθμό δημοσίευσης .../2008, καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο με αριθμό ΓΕΜΗ ...., τροποποιήθηκε δε έκτοτε δυνάμει του από 18.7.2014 συμφωνητικού, και του από 7.12.2016 συμφωνητικού, και καταχωρίσθηκε στο τμήμα μητρώου του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών. Έχει δε ως αντικείμενό της την παροχή πάσης φύσεως εκπαιδευτικών και συμβουλευτικών υπηρεσιών, που καλύπτουν όλο το φάσμα επικοινωνίας μάρκετινγκ επιμέλειας και εφαρμογής υπηρεσιών και προγραμμάτων επικοινωνίας διαφήμισης και δημοσίων σχέσεων, καθώς και η παραγωγή διαφημιστικών σποτ για λογαριασμό παντός είδους νομικών ή φυσικών προσώπων. Η εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία «..... ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥΧΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» τυγχάνει Ιδιωτική Κεφαλαιουχική Εταιρεία, καταχωρήθηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο την 11.12.2012 και έλαβε αριθμό ΓΕΜΗ ..... και καταχωρίσθηκε στο τμήμα μητρώου του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Αθηνών. Σκοπός της εταιρείας είναι 1. Κατασκευή (και φασόν) εισαγωγή, εξαγωγή διάθεση και εμπορία φαρμακευτικών και παραϊατρικών προϊόντων / σκευασμάτων, συμπληρωμάτων διατροφής, otc, υγιεινών τροφών, βιολογικών προϊόντων, καλλυντικών και ιατροτεχνολογικών προϊόντων 2. Η παροχή ιατρικής βοήθειας και αποκατάστασης κατ' οίκον με τη συνεργασία και σύμπραξη ειδικευμένου ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού και με έμφαση σε περιπτώσεις αποκατάστασης, επούλωσης και αποθεραπείας τραυμάτων, εγκαυμάτων, ελκών, χειρουργικών ουλών και 3. Η αντιπροσώπευση εταιρειών του εσωτερικού ή του εξωτερικού και η συνεργασία με οίκους του εσωτερικού ή του εξωτερικού που ασκούν παρεμφερείς δραστηριότητες. Μεταξύ των διαδίκων υπεγράφησαν τα από 31.10.2013, 2.1.2014, 1.1.2015 και 2.1.2016 ιδιωτικά συμφωνητικά διαφημιστικής πρακτορείας, με αντικείμενο (άρθρο 1.1) την ανάθεση στο διαφημιστικό πράκτορα ενάγουσα για την ελληνική επικράτεια μέριμνα των υποθέσεων της εταιρείας εναγομένης, η οποία κατευθύνεται είτε στην προβολή τηλεοπτικών διαφημίσεων, (τηλεοπτικά σποτ) στους τηλεοπτικούς σταθμούς ολόκληρης της επικράτειας είτε προαιρετικά στην προώθηση διαφημιστικού υλικού των προϊόντων της εταιρείας εναγομένης στο διαδίκτυο έναντι προμήθειας (άρθρο 4) για το σύνολο των προϊόντων των οποίων την προώθηση η ενάγουσα είχε αναλάβει και τελικώς επωλήθησαν. Τα συμφωνητικά αυτά ορίστηκε ότι είχαν μονοετή διάρκεια ήτοι έληγαν με την παρέλευση του χρόνου διάρκειάς τους και συγκεκριμένα το από 31.10.2013 συμφωνητικό άρχιζε την 1.11.2013 και έληγε την 31.10.2013, το από 2.1.2014 συμφωνητικό άρχιζε την 2.1.2014 και έληγε την 31.1.22014, το από 1.1.2015 συμφωνητικό άρχιζε την 1.1.2015 και έληγε την 31.12.2015 και το από 2.1.2016 συμφωνητικό άρχιζε την 2.1.2016 και έληγε την 31.12.2016. Όπως προκύπτει από το από 23.12.2016 έγγραφο της εναγομένης με θέμα: Συμβόλαιο διαφημιστικής πρακτορείας από 2.1.2016 το οποίο φέρεται ότι απευθύνεται στην ενάγουσα, η εναγόμενη ενημέρωσε την ενάγουσα, ότι δεν επιθυμεί να εξακολουθήσει τη συνεργασία τους, η οποία λήγει στις 31.12.2016 και την κάλεσε όπως καθορισθεί αμοιβαία κατάλληλη ημερομηνία συνάντησης στα γραφεία της πρώτης ώστε να προβούν σε τελική εκκαθάριση του λογαριασμού τους. Με την και την από 1.3.2017 εξώδικη διαμαρτυρία όχληση δήλωση πρόσκληση που απηύθυνε η ενάγουσα προς την εναγόμενη και κοινοποιήθηκε στην τελευταία την 6.3.2017 (σχετ. η υπ' αριθ. ..../6.3.2017 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Αθηνών .....), η ενάγουσα ζήτησε την ενεργοποίηση της ρήτρας 4.4. του από 2.1.2016 ιδιωτικού συμφωνητικού και την καταβολή σε αυτήν της προβλεπόμενης κατ' αυτήν αποζημίωσης, που δικαιούται, λόγω της λύσεως της μεταξύ τους σύμβασης, ύψους 88.000 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ποσοστό 25% επί των κάτω του ορίου προϊόντα ήτοι για 4.000 τεμάχια για τους επόμενους τέσσερις (4) από τη λύση της σύμβασης, ενέργεια στην οποία αρνήθηκε να προβεί η εναγόμενη αποστέλλοντας την από 22.3.2017 εξώδικη απάντησή της, η οποία κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα την 22.3.2017 (βλ. σχετική σημείωση του δικαστικού επιμελητή ..... επί της, προσκομιζόμενου μετ' επικλήσεως από την ενάγουσα εξώδικης απάντησης της εναγομένης). Ήδη παραπονείται η ενάγουσα εκκαλούσα με τον πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους της έφεσης ότι η εκκαλουμένη απόφαση, δεχόμενη ότι το επικουρικό περί αποζημίωσης πελατείας, ύψους 95.490 ευρώ προϋποθέτει την εφαρμογή (ευθεία ή αναλογική) του ΠΔ 219/1991, και ακολούθως το απέρριψε ως μη νόμιμο, εσφαλμένως έκρινε, κατά παραμόρφωση μάλιστα και του περιεχομένου του όρου 4.4. της από 2.1.2016 μεταξύ τους συμβάσεως, αποδίδοντας σε αυτό περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, διότι, όπως στους πρόσθετους λόγους της έφεσης αναφέρει επί λέξει: «η προβλεφθείσα με τον όρο 4.4. και οφειλόμενη αποζημίωση ουδόλως συνδέεται με την προβλεπόμενη στο ΠΔ 219/1991 αποζημίωση πελατείας και για το λόγο αυτό ουδόλως απαιτείται η συνδρομή των όρων και των προϋποθέσεων που προβλέπονται για την εφαρμογή του όπως εσφαλμένως έκρινε η εκκαλουμένη. Αντιθέτως πρόκειται για είδος αποζημιώσεως, η οποία έχει συμφωνηθεί συμβατικά μεταξύ ημών των συμβαλλομένων, επί τη βάσει της αρχής ελευθερίας των συμβάσεων και κατ' επέκταση δεσμεύει ενοχικά αμφότερους εξ ημών» Όπως προκύπτει από την επί λέξει παράθεση του άρθρου 4.4. του μεταξύ των διαδίκων συναφθέντος από 2.1.2016 ιδιωτικού συμφωνητικού διαφημιστικής πρακτορείας συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: «Ο ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΟΣ ΠΡΑΚΤΟΡΑΣ συμφωνείται με την παρούσα ότι για τις πωλήσεις που αφορούν τα προϊόντα ... αφού αφαιρεθούν 500 τεμάχια για προμήθειες ήδη προπαραγγελθέντων προϊόντων) και ...και ... θα λαμβάνει ποσοστό 25%. Επίσης συμφωνείται ότι οι συμβαλλόμενοι έχουν το δικαίωμα υπαναχώρησης από την παρούσα σύμβαση σε περίπτωση που ο συνολικός αριθμός τεμαχίων είναι κάτω από 4000 τεμάχια .... ή / και 500 τεμάχια ....μηνιαίως, όριο που θα αναπροσδιοριστεί εν ευθέτω χρόνο με παράρτημα. Όσον αφορά το ... ο ελάχιστος στόχος θα προσδιοριστεί εν ευθέτω χρόνω με παράρτημα. Ωστόσο ρητά συμφωνείται ότι ο ΔΙΑΦΗΜΣΙΤΙΚΟΣ ΠΡΑΚΤΟΡΑΣ θα εξακολουθεί να λαμβάνει για το κάτω του ορίου προϊόντα τα συμφωνηθέντα ποσοστά (25 % ) για τους επόμενους 4 μήνες από τη λύση της συμβάσεως. Συμφωνείται ότι στην περίπτωση λύσης της συνεργασίας ο ΔΙΑΦΗΜΣΙΤΙΚΟΣ ΠΡΑΚΤΟΡΑΣ δικαιούται την αμοιβή του ελάχιστου αριθμού τεμαχίων όπως αναφέρεται παραπάνω εκτός και αν η παρούσα σύμβαση λυθεί μονομερώς με απόφαση του διαφημιστικού πράκτορα.» Κατά την σαφή χωρίς την ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ διατύπωση των δηλώσεων των συμβαλλομένων ορίστηκε αφενός μεν ότι οι συμβαλλόμενοι έχουν δικαίωμα υπαναχώρησης από την σύμβαση σε περίπτωση που οι επιτευχθείσες πωλήσεις των προϊόντων θα είναι κάτω των 4000 τεμαχίων .... ή / και 500 τεμαχίων .... μηνιαίως, ενώ τούτο θα ορισθεί μεταγενεστέρως και για το προϊόν ..... αφετέρου δε ότι σε αυτήν την περίπτωση και δη μετά την άσκηση του δικαιώματος υπαναχώρησης, ο διαφημιστικός πράκτορας (ενάγουσα) θα εξακολουθεί να λαμβάνει για το κάτω του ορίου προϊόντα τα συμφωνηθέντα ποσοστά (25%) για τους επόμενους τέσσερις (4) μήνες από τη λύση της συμβάσεως. Ακόμη συμφωνήθηκε ότι σε περίπτωση λύσης της συνεργασίας ο διαφημιστικός πράκτορας θα δικαιούται την αμοιβή του ελάχιστου αριθμού τεμαχίων, όπως αναφέρεται ανωτέρω και δη για τις 4.000 τεμάχια του προϊόντος ....και των 500 τεμαχίων .... και για όσα τεμάχια του προϊόντος ....προσδιορισθούν στη συνέχεια με παράρτημα. Οι δε περιπτώσεις λύσεως της συνεργασίας, ορίστηκαν σαφώς με το άρθρο 10 του ίδιου συμφωνητικού: «10.1. Είτε αυτοδικαίως σε περίπτωση λύσης του νομικού προσώπου του ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΟΎ ΠΡΆΚΤΟΡΑ, ή σε κάθε περίπτωση με την πτώχευση του, ή τη θέση του σε αναγκαστική διαχείριση 10.2 Είτε αυτοδικαίως σε περίπτωση λύσης του νομικού προσώπου της ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ, ή σε κάθε περίπτωση με την πτώχευση της, ή τη θέση της σε αναγκαστική διαχείριση 10.3 Είτε με έγγραφη καταγγελία από οποιονδήποτε των συμβαλλομένων μερών για σπουδαίο λόγο (ενδεικτικά και όχι περιοριστικά παραβίαση διατάξεων του παρόντος σχετικά με την πληρωμή των προμηθειών κλπ). Στην περίπτωση αυτή τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται άμεσα από τη δια δικαστικού επιμελητή επίδοση της καταγγελίας στον αντισυμβαλλόμενο, ο δε καταγγέλων δικαιούται να απαιτήσει αποζημίωση για οποιαδήποτε ζημία τυχόν υποστεί, εξαιρέσει των περιπτώσεων ανωτέρας βίας 10.4 Μετά την για οποιοδήποτε από τους ανωτέρω λόγους, λύση του παρόντος συμφωνητικού, ο ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΟΣ ΠΡΑΚΤΟΡΑΣ υποχρεούται εντός 60 ημερών να επιστρέφει στην ΕΤΑΙΡΕΙΑ όλο το έντυπο υλικό της, καθώς και να απέχει άμεσα από οποιαδήποτε ενέργεια, πράξη ή παράλειψη η οποία θα μπορούσε να δημιουργήσει την εντύπωση ότι διατηρεί οποιαδήποτε σχέση με την ΕΤΑΙΡΕΙΑ.» Εν προκειμένω με τα ανωτέρω άρθρα ρυθμίστηκαν οι περιπτώσεις πρόωρης και δη πριν την καταληκτική ημερομηνίας ισχύος της σύμβασης, λύσεως της σύμβασης εκ μέρους των συμβαλλομένων μερών. Περαιτέρω ουδόλως απεδείχθη ότι έλαβε χώρα δικαίωμα υπαναχώρησης από οποιοδήποτε των συμβαλλομένων μερών, λόγω μη επίτευξης του στόχου των πωλήσεων, ούτε προβάλει αντίστοιχο ισχυρισμό η ενάγουσα. Ομοίως, δεν προκύπτει ότι έλαβε χώρα οποιαδήποτε περίπτωση πρόωρης λύσεως της συμβάσεως εκ των ανωτέρων αναφερθέντων στο άρθρο 10 του ίδιου συμφωνητικού περιπτώσεων. Όπως δε προκύπτει από το κείμενο του άρθρου 7 του ίδιου συμφωνητικού, η διάρκεια της σύμβασης ορίστηκε μονοετής με έναρξη την 2.1.2016 και λήξη την 31.12.2016 ενώ ακολούθως προβλέφθηκε ότι η διάρκεια της σύμβασης μπορεί να παρατείνεται κάθε φορά τόσο από την ενάγουσα όσο και από την εναγόμενη εφόσον ένας εξ αυτών 20 ημέρες προ της λύσεως της συμβάσεως αποστέλλει εγγράφως προς το άλλο αντισυμβαλλόμενο μέρος ειδοποίηση για την παράταση της σύμβασης και ο άλλος την αποδεχθεί εντός 10 ημερών. Ωστόσο ουδόλως προκύπτει ότι έλαβε χώρα τέτοια ειδοποίηση εκ μέρους οιουδήποτε των συμβαλλομένων μερών και κατά συνέπεια η ισχύς των μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έληξε με την παρέλευση του καταληκτικού χρόνου ισχύος της (31.12.2016), χωρίς να ορίζεται οποιοδήποτε δικαίωμα αποζημίωσης για την ενάγουσα, το οποίο τοιουτοτρόπως και δεν καταφάσκεται στην κρινόμενη υπόθεση. Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση που η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε το επικουρικό περί αποζημίωσης πελατείας, ύψους 95.490 ευρώ, ως μη νόμιμο καθώς προϋποθέτει την εφαρμογή (ευθεία ή αναλογική) του ΠΔ 219/1991, ενώ έπρεπε να το κρίνει νόμιμο κατά τα προαναφερθέντα και να το απορρίψει ακολούθως ως ουσιαστικά αβάσιμο, έσφαλε μεν, όπως βάσιμα παραπονείται η εκκαλούσα ενάγουσα με τους πρώτο και δεύτερο λόγο της έφεσής της, οι οποίοι, όμως, πρέπει να απορριφθούν γιατί, δεν μπορεί να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση κατά την άνω κρίση της, καθώς αυτή η απόφαση θα είναι δυσμενέστερη για την εκκαλούσα, ούτε αρκεί απλή αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλούμενης απόφασης, γιατί η απόρριψη του εν λόγω κονδυλίου της αγωγής, για το λόγο αυτό, οδηγεί σε διαφορετικά αποτελέσματα κατά το διατακτικό. Σημειώνεται ότι το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί, ούτε κατ' αυτεπάγγελτη εξέταση, να ερευνήσει τα αιτήματα της αγωγής, τα οποία δεν μεταβιβάστηκαν σε αυτό, καθώς άπαντα τα αιτήματα της αγωγής κύρια και επικουρικά κρίθηκαν και απορρίφθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως απορρέοντα από την ίδια έννομη σχέση (ευθεία ή αναλογική) της εμπορικής αντιπροσωπείας και κατ' επέκταση της εφαρμογής των διατάξεων του ΠΔ. 219/1991 η οποία εν προκειμένω δεν συντρέχει. [ΑΠ 1316/2008, ΕλλΔ/νη 49/1434, ΑΠ 1173/2006, ΝοΒ 54/1516, ΑΠ 1408/1999, ΕλλΔ/νη 41/738, ΕφΔωδ (Μον) 253/2017, ΕφΠειρ (Μον) 154/2015 δημοσιευμένες σιην Τ.Ν.Π. "ΝΟΜΟΣ", ΕφΑθ 2896/2011, ΕλλΔ/νη 53/517, Σαμουήλ Σαμουήλ ό.π., §§ 946-947, πρβλ ΑΠ 1556/2012, ΕλλΔ/νη 54/720, ΕφΑθ 6601/2011, ΕλλΔ/νη 54/184].

Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα με τον τρίτο και τελευταίο πρόσθετο λόγο της έφεσής της παραπονείται ως προς το κεφάλαιο της δικαστικής δαπάνης, ισχυριζόμενη ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, εσφαλμένα επιδίκασε ο αυτή για δικαστική δαπάνη το ποσό των 13.840 ευρώ ενώ αν είχε ερμηνεύσει και εφαρμόσει ορθώς τις διατάξεις του νόμου και το σύνολο των αποδεικτικών μέσων και δεδομένου ότι θα έπρεπε να κάνει δεκτή την αγωγή θα έπρεπε να καταδικάσει την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων άλλως θα έπρεπε να συμψηφίσει αυτήν. Ωστόσο, πέραν και ανεξαρτήτως του ότι η επιβολή των δικαστικών εξόδων δεν χρήζει ειδικής αιτιολογίας, καθ' όσον απορρέει από την αρχή της ήττας του καταδικαζομένου σε καταβολή τους (άρθρο 176 ΑΚ ΑΠ 99/2019 ΕΠολΔ 2019 417, ΑΠ 248/2019 δημοσιευθείσα εις Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών «ΝΟΜΟΣ»), με το περιεχόμενο αυτό ο προκείμενος λόγος εφέσεως τυγχάνει απορριπτέος προεχόντως ως ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως και εντεύθεν ως αόριστος, διότι για το ορισμένο αυτού πρέπει να αναφέρεται το αποδιδόμενο στην εκκαλουμένη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των περί δικαστικής δαπάνης διατάξεων, δηλαδή το εάν ο καθορισμός του επιδικαζομένου ποσού οφείλεται σε μη νόμιμο υπολογισμό ή σε άλλη αιτία, ώστε να είναι δυνατόν να ελεγχθεί η παραβίαση ή μη των σχετικών διατάξεων και να αποκλεισθεί η περίπτωση του λογιστικού σφάλματος (ΕφΑΘ 3808/2014 αδημ., Β. Βαθρακοκοίλης, όπ. π., υπό το άρθρο 520, αριθ. 1166), στην προκειμένη δε περίπτωση η εκκαλούσα δεν αποδίδει στην εκκαλουμένη απόφαση συγκεκριμένο σφάλμα περί τον υπολογισμό της επιβληθείσας σε αυτήν δικαστικής δαπάνης, αλλά αναφέρονται αορίστως σε εσφαλμένη καταδίκη της σε καταβολή της. Μετά τούτα, η κρινομένη έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να απορριφθούν εν συνόλω ως αβάσιμοι και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος Υπ’ αριθ. ....../2021 ηλεκτρονικού παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως η αρχική παρ. 4 προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 Ν. 4055/2012 και αναριθμήθηκε σε παρ. 3 με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015). Τέλος, η δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας θα συμψηφισθεί στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων, λόγω του ότι η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου υπήρξε ιδιαιτέρως δυσχερής ( άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τύποις την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής κατ' ουσίαν.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος υπ' αριθ......./2021 ηλεκτρονικού παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό της μεταξύ των διαδίκων τη δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις ........ και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 6η/4/2023, χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι ή οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης , Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]