ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 1°
ΑΡΙΘΜΟΣ 185/2025
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Αικατερίνη Μυλωνά, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών, και από το Γραμματέα Γεώργιο Κρουστάλλη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 19 Νοεμβρίου 2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της εκκαλούσας - (καθολικής διαδόχου της) ενάγουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία …. και το δτ …., που εδρεύει στην Αθήνα, οδός …. αρ …, με αριθμό ΓΕΜΗ …. και ΑΦΜ …. νομίμως εκπροσωπούμενης, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία …. και το δτ ... BANK με αριθμό ΓΕΜΗ ... και ΑΦΜ ..., κατόπιν διάσπασης της τελευταίας (Διασπώμενης) με απόσχιση του κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα εταιρία - πιστωτικό ίδρυμα (Επωφελούμενη), εγκριθείσας της ως άνω διάσπασης με τη με αριθμό ….2021 απόφασης του Υπουργείου Ανάπτυξης, που καταχωρήθηκε στο ΓΕΜΗ και δημοσιεύθηκε στα στοιχεία της διασπώμενης και της επωφελούμενης με τις με αριθμούς .../16.4.2021 και .../16.4.2021 ανακοινώσεις αντίστοιχα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Αθανασία Τσούρα (ΑΜ/….), μέλος της δικηγορικής εταιρίας με την επωνυμία …. (AM ...).
Tou εφεσιβλήτου - εναγόμενου: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, οδός Καραγεώργη Σερβίας αρ 10 και που εκπροσωπήθηκε με δήλωση από την δικαστική πληρεξούσια ΝΣΚ Ελένη Χατζηιωαννίδου (ΑΜ/ΝΣΚ ….).
Η ενάγουσα τραπεζική εταιρία ... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ (ΓΕΜΗ ... και ΑΦΜ ...) άσκησε εναντίον του εφεσιβλήτου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 06.12.2018 (ΓΑΚ .../2018 ΕΑΚ .../2018) αγωγή της και για τους λόγους, που περιέχονται σ’ αυτή, ζήτησε τα εκτιθέμενα στο αιτητικό της. Επ’ αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η 5400/2021 οριστική απόφαση του πιο πάνω δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται με την από 03.01.2023 (ΓΑΚ εκδόντος δικαστηρίου .../2023 και ΕΑΚ εκδόντος δικαστηρίου .../2023) έφεσή της η εκκαλούσα ... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ (ΓΕΜΗ ... και ΑΦΜ ...), καθολική διάδοχος της ενάγουσας και για τους λόγους που περιέχονται σε αυτήν ζητά την εξαφάνισή της, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή. Επί της εν λόγω έφεσης ορίστηκε δικάσιμος η 05.12.2023, οπότε η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατά τη δικάσιμο αυτή η ανωτέρω εγγραφείσα στο πινάκιο υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της και συζητήθηκε. Η πληρεξούσια δικηγόρος της εκκαλούσας αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε, ενώ η δικαστική πληρεξούσια ΝΣΚ του εφεσιβλήτου δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, αλλά κατέθεσε μονομερή δήλωση του άρθρου 242 пαρ. 2 του ΚΠολΔ, που παρέδωσε εμπρόθεσμα στον αρμόδιο Γραμματέα της έδρας και προκατέθεσε τις έγγραφες προτάσεις της ζητώντας να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτές.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου προς συζήτηση η από 03.01.2023 (ΓΑΚ εκδόντος δικαστηρίου .../2023 και ΕΑΚ εκδόντος δικαστηρίου .../2023) έφεση της εκκαλούσας, καθολικής διαδόχου της ηττηθείσας ενάγουσας, για την εξαφάνιση της 5400/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της από 06.12.2018 (ΓΑΚ .../2018 ΕΑΚ .../2018) αγωγής της. Με την εκκαλουμένη, που εκδόθηκε κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή. Ειδικότερα την έφεση ασκεί η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», με ΑΦΜ ..., καθώς, στις 16.4.2021, έλαβε χώρα διάσπαση της ενάγουσας τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», με ΑΦΜ ... (εφεξής η «Διασπώμενη»), με απόσχιση του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας της Διασπώμενης και εισφοράς του στη νεοσυσταθείσα εκκαλούσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», με ΑΦΜ ..., εδρεύουσα στην Αθήνα, οδός …. (εφεξής η «Επωφελούμενη»), σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 16 του N. 2515/1997, την παρ. 3 του άρθρου 54, την пαρ. 3 του άρθρου 57 και των άρθρων 59 έως και 74 και 140 του ν. 4601/2019, όπως ισχύουν, σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ. ….2021 Πράξη Διάσπασης του συμβολαιογράφου Αθηνών ….. Η ως άνω διάσπαση εγκρίθηκε με την υπ’ αριθμ. πρωτ. …..2021 απόφαση της Δ/νσης Εταιρειών του Υπουργείου Ανάπτυξης, που καταχωρήθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. και δημοσιεύθηκε στα στοιχεία της Διασπώμενης και της Επωφελούμενης με τις υπ’ αριθμ. πρωτ. .../16.4.2021 και .../16.4.2021 Ανακοινώσεις αντίστοιχα. Από τη δημοσίευση της εγκριτικής απόφασης της διάσπασης με απόσχιση κλάδου στο Γ.Ε.ΜΗ., στις 16.04.2021, η Επωφελούμενη υπεισήλθε αυτοδικαίως ως καθολική διάδοχος της Διασπώμενης, στα στοιχεία ενεργητικού και παθητικού του κλάδου τραπεζικής δραστηριότητας, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί κατά την ημερομηνία της διάσπασης, και εν γένει σε κάθε δικαίωμα ή υποχρέωση ή έννομη σχέση ή δραστηριότητα που αφορά τον ανωτέρω κλάδο. Στα στοιχεία ενεργητικού, στα οποία υπεισήλθε η Επωφελούμενη, ως καθολική διάδοχος της Διασπώμενης, περιλαμβάνονται (μεταξύ άλλων) και όλες οι έννομες σχέσεις δανείων και πιστώσεων και τα εμπράγματα δικαιώματα της Διασπώμενης, που υφίσταντο έως την έγκριση της διάσπασης, στις 16.04.2021, μεταξύ των οποίων και η επίδικη απαίτηση. Συνεπεία των ανωτέρω η εκκαλούσα τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία «... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», με ΑΦΜ ..., εδρεύουσα στην Αθήνα, οδός …., καθολική διάδοχος της ενάγουσας τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», με ΑΦΜ ..., μεταξύ άλλων, στα δικαιώματα της τελευταίας, που αποτελούν αντικείμενο της δίκης, νομιμοποιείται στην άσκηση της υπό κρίσης εφέσεως, κατ’ άρθρο 516 ΚΠολΔ.
Η έφεση αρμοδίως φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατ’ άρθρο 19 περ. α’ ΚΠολΔ, αφού αυτή κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 09.3.2023, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης (ΓΑΚ εκδόντος δικαστηρίου .../09.3.2023 και ΕΑΚ εκδόντος δικαστηρίου .../09.3.2023) της Γραμματέως του εν λόγω Δικαστηρίου, που έχει επισυναφθεί στο δικόγραφο, και έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, σύμφωνα με τα άρθρα 511, 513 § 1 στοιχ. β', 516 § 1, 517 εδ. α’, 518 § 2 και 520 § 1 ΚΠολΔ και συνεπώς, παραδεκτώς, κατ’ άρθρο 532 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι: α) κατατέθηκε το απαιτούμενο παράβολο για την άσκηση έφεσης, κατά το άρθρο 495§3 [όπως το άρθρο ισχύει, λόγω του χρόνου άσκησης της κρινόμενης έφεσης, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α’ 87/23.7.2015) και όπως το α’ εδάφιο της §3 του άρθρου αυτού ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τα άρθρα 35 παρ.2 και 45 του N. 4446/2016 (ΦΕΚ Α 240/22.12.2016)], (αριθμός παραβόλου …./2023) και β) δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης στην εκκαλούσα, ενώ η δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, που περατώνει τη δίκη, έλαβε χώρα στις 26.5.2021. Επομένως, πρέπει η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (533 § 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια με την πρωτοβάθμια τακτική διαδικασία και ως προς τα εκκληθέντα μέρη και μόνο που μεταβιβάζονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (522 ΚΠολΔ).
Η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», με ΑΦΜ ..., με την αγωγή της κατά του εναγομένου, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζητούσε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 20.082,33 ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της αιτήσεως κατάπτωσης της εγγυητικής ευθύνης του εναγομένου, ήτοι από την 01.11.2013, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, έως την ολοσχερή εξόφληση, λόγω της επικαλούμενης κατάπτωσης της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου που είχε παρασχεθεί προς αυτήν σε ποσοστό 80% για την εκ μέρους της χρηματοδότηση της ΟΕ με την επωνυμία …. ΟΕ με νέο κεφάλαιο κίνησης, ποσού 20.000 ευρώ, και με τη λήψη προσωπικής εγγύησης του φορέα της, δυνάμει των υπ’ αριθ. 36579/Β. 1666/27.8.2007 (ΦΕΚ Β’ 1740/30.8.2007) και 2/54310/0025/13.9.2007 (ΦΕΚ Β’ 1858/13.9.2007) Υπουργικών Αποφάσεων, με τις οποίες προβλέφθηκαν μέτρα για τη ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών για επιχειρήσεις και επαγγελματίες που επλήγησαν από τις πυρκαγιές του έτους 2007. Επί της ανωτέρω απόφασης εκδόθηκε η 5400/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαγνωστική διαδικασία, απέρριψε την αγωγή, καθώς δέχθηκε ως ουσιαστικώς βάσιμη την ένσταση δίζησης, που προέβαλε το εναγόμενο, ήδη εφεσίβλητο, και επέβαλε τα δικαστικά έξοδα του εναγομένου εις βάρος της ηττηθείσας ενάγουσας, κατ’ άρθρο 22 ν. 3693/1957, ορίζοντας τα σε 300,00 ευρώ. Κατά της ως άνω απόφασης η εκκαλούσα ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία «... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», με ΑΦΜ ..., ως καθολική διάδοχος της ενάγουσας, στα δικαιώματα της τελευταίας που αποτελούν αντικείμενο της πρωτοβάθμιας δίκης, κατά τα προαναφερθέντα, παραπονείται με την υπό κρίση έφεση για τους λόγους που διαλαμβάνονται σε αυτή, αναγόμενους σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, δια της εσφαλμένης υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης στους ουσιαστικούς κανόνες που εφαρμόστηκαν, επιδιώκοντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή και να επιβληθεί σε βάρος του εφεσίβλητου η δικαστική δαπάνη αυτής αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
I. Κατά τη διάταξη του άρθρ. 1 N. 2322/1995 «Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων και άλλες διατάξεις», επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει με απόφασή του την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ημεδαπές τράπεζες για την κάλυψη δανείων και πιστώσεων που αυτές χορηγούν μεταξύ άλλων και προς ομάδες φυσικών προσώπων ή βιώσιμων ιδιωτικών επιχειρήσεων και επαγγελματιών, νια την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων κλάδων και δραστηριοτήτων (παρ. 1 περ. α υποπερ. ββ), καθώς προς ιδιώτες, επαγγελματίες, επιχειρήσεις κτλ. που έχουν πληγεί από θεομηνίες ή άλλα έκτακτα γεγονότα ή σοβαρές οικονομικές διαταραχές προς αποκατάσταση των ζημιών τους και τη συνέχιση της δραστηριότητας τους (παρ. 1 περ. α' υποπερ. γγ), ενώ, σύμφωνα με το άρθρ. 12 του ίδιου νόμου (όπως αυτό ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με την παρ. 3 του άρθρ. 20 N. 4151/2013), οι αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών περί παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης. Περαιτέρω, κατ’ εξουσιοδότηση των ως άνω διατάξεων, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 36579/Β.1666/27-δ-2007/Ορθή επανάληψη 29-8-2007 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β’ 1740/30-8-2007), όπως τροποποιήθηκε με τη με αριθμό 38600/Β. 1750/05.09.2007 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ В 1780/05.09.2007) και τη με αριθμό 46082/Β. 2123/24.10.2007 (ΦΕΚ В 2139/02-11-2007), που αφορούσε στη «ρύθμιση οφειλών και τη χορήγηση κεφαλαίων κίνησης σε επιχειρήσεις και επαγγελματίες που ευρίσκονται και λειτουργούν στους Νομούς Μεσσηνίας, Ηλείας, Αρκαδίας, Λακωνίας, Εύβοιας, καθώς και στην περιοχή της Αιγιαλείας του Νομού Αχαΐας που επλήγησαν από τις πυρκαγιές του έτους 2007», με την οποία προβλέφθηκε, μεταξύ άλλων, η δυνατότητα χορήγησης δανείων για κεφάλαια κίνησης σε επιχειρήσεις και επαγγελματίες των ως άνω περιοχών, από τα Πιστωτικά Ιδρύματα, σύμφωνα με τις αντίστοιχες διατάξεις για ανάγκες και κεφάλαιο κίνησης της ΠΔ/ΤΕ1955/2-7-1991, όπως ίσχυε, με επιδότηση από το λογαριασμό του N. 128/ 1975 ως εξής: «α. Για δάνεια μέχρι 5.000 ευρώ επιδότηση τόκων κατά 100%. β. Για δάνεια μέχρι 20.000 ευρώ επιδότηση τόκων κατά 80%. δ. Για δάνεια μέχρι 60.000 ευρώ επιδότηση τόκων κατά 50%. ε. Για δάνεια μέχρι 90.000 ευρώ επιδότηση τόκων κατά 30%. Το ποσοστό επιδότησης τόκων θα είναι ενιαίο για όλο το ποσό του δανείου. Τα ανωτέρω δάνεια θα χορηγούνται κατ’ ανώτατο ύψος μέχρι 35% του κύκλου εργασιών της επιχείρησης κατά το έτος 2006 και θα είναι διάρκειας 60 μηνών. Το επιτόκιο των ανωτέρω δανείων ορίζεται το εκάστοτε επιτόκιο των εντόκων γραμματίων Ελληνικού Δημοσίου (Ε.Γ.Ε.Δ.) δωδεκάμηνης διάρκειας της τελευταίας έκδοσης πριν από την έναρξη της περιόδου εκτοκισμού, προσαυξημένο κατά 70% πλέον εισφοράς του ν. 128/1975. Το ποσοστό επιδότησης στρογγυλοποιείται στο πλησιέστερο τέταρτο της μονάδας. Διευκρινίζεται ότι ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων που δεν πραγματοποίησαν πωλήσεις κατά το προηγούμενο έτος 2006 ή έκαναν έναρξη των εργασιών τους από 1-1-2007 έως 31-8-2007 θα προσδιορίζεται από τις αγορές που πραγματοποίησαν κατά το πρώτο εξάμηνο της λειτουργίας τους το 2007 επί δύο (2) και το ποσό θα προκόψει αφού υπολογισθεί μεικτός συντελεστής κέρδους 45%. Για τους τόκους και το κεφάλαιο των ανωτέρω δανείων θα παρασχεθεί εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 2322/1995». Εξάλλου, με την υπ’ αριθμ. 2/54310/0025/В/2007 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (ΦΕΚ Β’ 1858/13-9-2007) ορίστηκε, μεταξύ άλλων, η παροχή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου σε ποσοστό 80% για χορήγηση δανείων για κεφάλαια κίνησης, πενταετούς διάρκειας, συμπεριλαμβανομένης της περιόδου χάριτος, σε επαγγελματίες και επιχειρήσεις που είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν, ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης, στους Νομούς Μεσσηνίας, Ηλείας, Αρκαδίας, Λακωνίας, Εύβοιας και στην περιοχή Αιγιαλείας του Νομού Αχαΐας, οι οποίες επλήγησαν από πυρκαγιές κατά τη διάρκεια του έτους 2007. Στην ίδια ως άνω Υ.Α. προβλεπόταν επίσης ότι: «Το επιτόκιο των ανωτέρω δανείων επιδοτείται και ορίζεται σύμφωνα με τους όρους της απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών με αριθμό 36579/Β. 1666/27-8-2007. Τα εν λόγω δάνεια θα χορηγούνται σε όλες τις επιχειρήσεις των ως άνω Νομών κατ’ ανώτατο ύψος μέχρι 35% του κύκλου εργασιών της επιχείρησης κατά το έτος 2006 και με ανώτατο ύψος δανείου τα 90.000 ευρώ ανά επιχείρηση. Ο κύκλος εργασιών των επιχειρήσεων που δεν πραγματοποίησαν πωλήσεις κατά το προηγούμενο έτος 2006 ή έκαναν έναρξη των εργασιών τους από 1-1-2007 έως 27-8-2007 θα προσδιορισθεί από τις αγορές που πραγματοποίησαν κατά το πρώτο εξάμηνο της λειτουργίας τους το έτος 2007 επί δύο (2) και το ποσό θα προκόψει αφού υπολογιστεί μεικτός συντελεστής κέρδους 45%. Τα ως άνω δάνεια θα εξοφλούνται σε ισόποσες εξαμηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, με περίοδο χάριτος για το κεφάλαιο από την ημέρα της εκταμίευσης ως την 31-12-2009. Η πρώτη δόση θα καταβληθεί την 30-6-2010. Το μη επιδοτούμενο μέρος των τόκων της περιόδου χάριτος θα καταβάλλεται από τις επιχειρήσεις. Τα εν λόγω δάνεια θα χορηγηθούν μέσω μιας νέας αυτοτελούς δανειακής σύμβασης. Για τα ανωτέρω δάνεια θα παρασχεθεί η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου για το 80% του κεφαλαίου και των αναλογούντων τόκων της περιόδου χάριτος και της κανονικής περιόδου για όλες τις επιχειρήσεις. Σε περίπτωση μη καταβολής τριών συνεχόμενων χρεολυτικών δόσεων με τις αναλογούντες τόκους ή τριών τοκοχρεολυτικών δόσεων που προκύπτουν από την ανωτέρω ρύθμιση θα καθίσταται ολόκληρο το ποσό των ρυθμιζόμενων οφειλών ληξιπρόθεσμο και απαιτητό. Οι Τράπεζες, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, θα πρέπει, αφού περάσει ένα τρίμηνο από τη λήξη της τρίτης δόσης, να υποβάλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην υπ’ αριθμ. 2/478/0025/4-1-2006 (ФЕΚ В 16/13-1- 2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Οι προαναφερόμενες Τράπεζες πρέπει να επιδιώκουν μέσα στον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο των τριών (3) μηνών, για τον οποίο το Δημόσιο καλύπτει με την εγγύησή του τους τόκους υπερημερίας, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες των ληξιπρόθεσμων εγγυημένων από το Δημόσιο δόσεων με την ίδια επιμέλεια που δείχνουν και για τα δάνεια που χορηγούν χωρίς την εγγύηση του Δημοσίου. Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων των Τραπεζών, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι ενός τριμήνου) και τέλος, τα έξοδα επίδοσης της αναγγελίας κλεισίματος λογαριασμού...». Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, η προαναφερόμενη εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου διέπεται καταρχήν από τις ειδικές ρυθμίσεις του N. 2322/1995, σε συνδυασμό με τις υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 αυτού, ενώ οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, που διέπουν την εγγύηση (άρθρα 847 επ. του ΑΚ), εφαρμόζονται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων (ΑΠ 738/2023, ΑΠ 797/2023, ΑΠ 1903/2022). Το Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει δια της συμβάσεως εγγυήσεως την υποχρέωση να εξοφλήσει τις απαιτήσεις που αφορά η εγγύησή του, εφόσον οι οφειλόμενες από τον πρωτοφειλέτη δόσεις του χορηγηθέντος δανείου γίνουν ληξιπρόθεσμες. Σε αυτή την περίπτωση, η δανείστρια τράπεζα προβαίνει σε καταγγελία, καθιστώντας ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και εν συνεχεία ζητά την κατάπτωση της εγγυήσεως του Δημοσίου (δηλαδή την εκ μέρους του Δημοσίου εξόφληση των εγγυημένων οφειλών, σε εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του από την εγγύηση), υποβάλλοντας στην αρμόδια υπηρεσία τα απαραίτητα δικαιολογητικά για έλεγχο. Η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου, ανακύπτει με την καταγγελία της σύμβασης από την Τράπεζα, οπότε και δικαιούται αυτή να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του οφειλομένου ποσού και όχι από την καθυστέρηση του πιστούχου να καταβάλει τις άνω δόσεις, η οποία προηγείται μεν της κήρυξης του δανείου ληξιπροθέσμου, αλλά δεν δημιουργεί από μόνη και την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου (ΑΠ 173/2024 στην επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου, ΑΠ 738/2023, ΑΠ 797/2023, ΑΠ 181/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
IΙ Εφόσον δεν αποκλείεται από τις ειδικότερες διατάξεις του Ν. 2322/1995, το Δημόσιο, ως εγγυητής και στο πλαίσιο των τραπεζικών χρηματοδοτήσεων των επιχειρήσεων, μπορεί να προβάλλει την ένσταση δίζησης, εκτός αν προβλέπεται άλλως στην υπουργική απόφαση χορήγησης της εγγύησης, ή αν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, εχώρησε νόμιμη παραίτησή του από την ένσταση αυτή. Άλλωστε, όσον αφορά τη χορήγηση δανείων που κατά τα προαναφερθέντα διέπεται από τις υπουργικές αποφάσεις, οι οποίες εκδίδονται κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 2322/1995, αυτή εμπίπτει στη λειτουργία του Κράτους. Το τελευταίο, ασκώντας κοινωνική πολιτική καθώς και πολιτική που αποσκοπεί στην εξυγίανση της οικονομίας και στην ανάπτυξη, παρέχει την εγγύησή του στα πιστωτικά ιδρύματα της ημεδαπής και της αλλοδαπής για την παροχή δανείων σε διάφορους φορείς του δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα, υπό τους όρους και τις προϋποθέσεις που θέσπισαν οι αυστηρές διατάξεις του εν λόγω νόμου, δοθέντος ότι καταβάλλεται προσπάθεια εξυπηρέτησης των δανείων από ίδια έσοδα των δανειζομένων (βλ. Εισηγητική Έκθεση N. 2232/ 1995). Από το γεγονός όμως ότι το Δημόσιο ανέλαβε βάσει του ως άνω νόμου σε μεγάλη έκταση εγγυήσεις για τους προαναφερθέντες κρατικούς σκοπούς, δεν συνάγεται ότι στερείται γενικά την ένσταση δίζησης, διότι η προβολή της δεν αντιφάσκει προς την εξυπηρέτηση αυτών των σκοπών. Αντιθέτως, όταν το Δημόσιο το έκρινε σκόπιμο, παραιτήθηκε από την ένσταση δίζησης αναλαμβάνοντας ευθύνη αυτοφειλέτη κατά τη χορήγηση δανείων σε συγκεκριμένες περιπτώσεις (βλ. υπ’ αριθ. 2/73182/0025/10-12-2002 υπουργική απόφαση για την «παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου προς τις τράπεζες για τη χορήγηση δανείων για κεφάλαια κίνησης σε βιοτεχνικές, βιομηχανικές, μεταλλευτικές, κτηνοτροφικές επιχειρήσεις βιομηχανικού τύπου και ξενοδοχειακές επιχειρήσεις οι οποίες είναι εγκατεστημένες και λειτουργούν ανεξάρτητα από την έδρα της επιχείρησης στον Νομό Δράμας και ρύθμιση οφειλών των παραπάνω επιχειρήσεων», υπ’ αριθ. 2012751 / 1871 /0025/20-2-1997 υπουργική απόφαση για την «παροχή της εγγύησης του Δημοσίου στις τράπεζες για τη χορήγηση δανείων προς αποκατάσταση ζημιών επιχειρήσεων που επλήγησαν από τις πλημμύρες Οκτωβρίου και Δεκεμβρίου 1996 στο Νομαρχιακό Διαμέρισμα Πειραιά και στον Νομό Ξάνθης αντίστοιχα» και υπ’ αριθ. 2022414/3713/0025/26-4-1995 υπουργική απόφαση για την «παροχή εγγύησης του Δημοσίου για τη ρύθμιση οφειλών προς τις τράπεζες από δάνεια για κεφάλαια κίνησης και για πάγιες εγκαταστάσεις των βιομηχανικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων του Νομού Τρικάλων που επλήγησαν από τις χιονοπτώσεις του Φεβρουάριου 1994»). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 855 του ΑΚ, που εφαρμόζεται και επί της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, περιεχόμενο της ως άνω ένστασης είναι η διατύπωση άρνησης για εκπλήρωση της υποχρέωσης που απορρέει από την εγγύηση, ωσότου ο δανειστής επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον του ίδιου του πρωτοφειλέτη (Καραγκουνίδης σε Γεωργιάδη, Σύντομη Ερμηνεία Αστικού Κώδικα, Τόμος I, 2010, υπό άρθρ. 855, σελ. 1649, πλ. 5) και ωσότου αυτή αποβεί άκαρπη. Σε περίπτωση εγγύησης που δόθηκε για χρηματική οφειλή, ο δανειστής, κατά τη διάταξη του άρθρου 856 ΑΚ, επιβάλλεται αλλά και αρκεί να επικαλεσθεί και να αποδείξει με αντένσταση, για να αποκρούσει την ένσταση δίζησης, ότι έχει επιχειρήσει προηγουμένως άκαρπη αναγκαστική εκτέλεση στα κινητά πράγματα που ανήκουν στον πρωτοφειλέτη και βρίσκονται στον τόπο της κατοικίας του ή της διαμονής του τελευταίου. Για να ανταποκριθεί στο δικονομικό του βάρος ο δανειστής πρέπει να προσαγάγει στο δικαστήριο είτε έκθεση του δικαστικού επιμελητή που έλαβε εντολή προς εκτέλεση (927 ΚΠολΔ), με την οποία να βεβαιώνεται ότι η εκτέλεση δεν πραγματώθηκε για το λόγο ότι ο οφειλέτης δεν διέθετε την αντίστοιχη κινητή περιουσία (931 ΚΠολΔ), είτε πίνακα (974 ΚΠολΔ) από τον οποίο να προκύπτει παράλειψη του αναγγελθέντος δανειστή από την κατάταξη για το λόγο ότι το πλ,ειστηρίασμα δεν ήταν αρκετό για την ικανοποίησή του (Καραγκουνίδης ό.α. σελ. 1952, πλ. 7). Εξάλλου, εφόσον ο πρωτοφειλέτης δεν έχει κινητά πράγματα, υποκείμενα σε κατάσχεση, στον τόπο κατοικίας ή διαμονής του, η ένσταση δίζησης θα απορριφθεί, έστω και εάν αυτός διαθέτει κινητή περιουσία σε άλλον τόπο ή ακίνητη περιουσία σε οποιονδήποτε τόπο, συμπεριλαμβανομένου του τόπου κατοικίας ή διαμονής του (Καραγκουνίδης σε Γεωργιάδη, ό.π., υπό άρθρ. 856, σελ. 1650, πλ. 2). Η αρχή της οικονομίας της δίκης, επιβάλλει στο Δικαστήριο, ενώπιον του οποίου προτείνεται η εν λόγω ένσταση, εφ’ όσον διακριβώσει, από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, ότι είναι ουσιαστικά βάσιμη, να μην ασχοληθεί, προηγουμένως, με την ουσιαστική βασιμότητα της αξίωσης κατά του εγγυητή, αλλά, αυτή θα την ερευνήσει μετά την άρση του ανωτέρω κωλύματος, ήτοι μετά την πλήρωση της αρνητικής προϋπόθεσης της άκαρπης αναγκαστικής εκτέλεσης και την εκ νέου άσκηση της αγωγής του δανειστή κατά του εγγυητή. Τούτο έχει ως συνέπεια ότι, αν μελλοντικά πληρωθεί η άνω αρνητική προϋπόθεση της άκαρπης αναγκαστικής εκτέλεσης, το δικαστήριο που θα επιληφθεί της νέας αγωγής θα ερευνήσει το υποστατό της εγγύησης, σε συνάρτηση με τις τυχόν ενστάσεις ακυρότητας, ακυρωσίας κ.λπ. που ήθελε τυχόν προτείνει κατά τη νέα δίκη ο εναγόμενος εγγυητής, αφού οι εν λόγω αυτοτελείς ισχυρισμοί δεν ήταν από εκείνους που το δικαστήριο της προηγούμενης δίκης ερεύνησε ή όφειλε να ερευνήσει και συνεπώς δεν καλύπτονται από το απορριπτικό δεδικασμένο οι ισχυρισμοί αυτοί, κατά το άρθρο 330 ΚΓΙολΔ (ΑΠ 61/2003 ΕΕμπΔ 2003/415, ΕφΛαρ 165/2012 Δικογραφία 2012/532, ΕφΠατρ 1009/2004 ΑχαΝομ 2005/120, ΕφΛαρ 747/2003 Δικογραφία 2004/253, ΕφΑΘ 1255/2002 ΕλλΔ/νη 2002/1069, Μαργαρίτη Μ./Μαργαρίτη Α., Επίτομη Ερμηνεία ΑΚ και ΕισΝΑΚ, 2016, υπό άρθρ. 855, σελ. 757, πλ. 3).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επανεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναπροσκομίζονται στο παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από τις ομολογίες των διαδίκων αποδεικνύονται κατά την κρίση του δικαστηρίου τα εξής: Με το υπ' αριθμ. πρωτ. …..2008 έγγραφο της 25ης Διεύθυνσης Κίνησης Κεφαλαίων Εγγυήσεων Δανείων και Αξιών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα τράπεζα, με την επωνυμία «... ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», με ΑΦΜ ..., η …...2008 απόφαση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της Εγγυητικής Ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, με την οποία εγκρίνει την παροχή από το Δημόσιο εγγύησης σε ποσοστό 80% για τη χρηματοδότηση από αυτήν με νέο κεφάλαιο κίνησης, ποσού 20.000 ευρώ, της ΟΕ με την επωνυμία …. ΟΕ, με τη λήψη προσωπικής εγγύησης του φορέα της, σύμφωνα με τις υπ αριθ. 36579/Β. 1666/27.8.2007/ορθή επανάληψη 29.8.2007 (ΦΕΚ Β’ 1740/30.8.2007) και 2/54310/0025/13.9.2007 (ΦΕΚ Β’ 1858/13.9.2007) Υπουργικές Αποφάσεις, με τις οποίες προβλέφθηκαν μέτρα για τη ρύθμιση ληξιπρόθεσμων οφειλών για επιχειρήσεις και επαγγελματίες που επλήγησαν από τις πυρκαγιές του έτους 2007. Σε εφαρμογή των ανωτέρω, η ενάγουσα και η ΟΕ με την επωνυμία …. ΟΕ υπέγραψαν τη με αριθμό ….2008 σύμβαση χρηματοδοτήσεως επιχειρήσεων, ενώ οι … και … εγγυήθηκαν την τήρηση των όρων της σύμβασης αυτής. Ειδικότερα με την εν λόγω σύμβαση συμφωνήθηκε η εξόφληση της οφειλής σε 5 χρόνια, με την καταβολή στην τράπεζα έξι (6) ισόποσων εξαμηνιαίων τοκοχρεολυτικών δόσεων, η πρώτη εκ των οποίων ήταν καταβλητέα την 30.6.2010, μετά τη χορήγηση συγχρόνως περιόδου χάριτος μέχρι την 31.12.2009, και η τελευταία ήταν καταβλητέα την 31.12.2012, με τον τόκο υπολογιζόμενο με το εκάστοτε επιτόκιο των εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου (ΕΓΕΔ) δωδεκάμηνης διάρκειας της εκάστοτε τελευταίας έκδοσης, που προηγείται χρονικά της έναρξης κάθε περιόδου εκτοκισμού της οφειλής, προσαυξημένο κατά 70%, πλέον της εισφοράς του v. 128/1975, επιδοτούμενο καθόλη τη διάρκεια του δανείου κατά ποσοστό 80%. Περαιτέρω προβλέφθηκε ότι σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής κάποιας δόσης θα υπάρχει χρέωση από την πρώτη ημέρα της καθυστέρησης μέχρι την εξόφληση με επιτόκιο υπερημερίας, καθοριζόμενο σε 2,5 εκατοστιαίες μονάδες πάνω από το εκάστοτε ισχύον για τη σύμβαση επιτόκιο. Η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι σε εκτέλεση των συμφωνηθέντων τηρήθηκε ο με αριθμό ... λογαριασμός πίστωσης και ότι η πρωτοφειλέτρια δεν εκπλήρωσε τις από τη σύμβαση και τις υπουργικές αποφάσεις συμβατικές υποχρεώσεις της και δεν κατέβαλε τρεις συνεχόμενες τοκοχρεολυτικές δόσεις, με αποτέλεσμα να κλείσει οριστικά, στις 30.4.2013, ο εν λόγω τηρούμενος λογαριασμός και να ακολουθήσει η προκύπτουσα από τις πρωτόδικες προτάσεις καταγγελία της επίδικης σύμβασης. Περαιτέρω ισχυρίζεται, ότι απέστειλε στην αρμόδια 25=ι Διεύθυνση Κίνησης του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους την από 31.10.2013 επιστολή της ζητώντας την καταβολή του καλυπτόμενου από την εγγύηση ποσού των 20.082,33 ευρώ, αναλυόμενου στο ποσό των 16.000,00 ευρώ, που αποτελεί το ανεξόφλητο κεφάλαιο στη λήξη της 3ης ανεξόφλητης δόσης, στο ποσό των 2.551,73 ευρώ, που αποτελεί τους ανεξόφλητους συμβατικούς τόκους μέχρι τη λήξη της 3ης ανεξόφλητης δόσης, στο ποσό των 1.450,89 ευρώ, που αποτελεί τους ανεξόφλητους τόκους υπερημερίας από τη λήξη της 1ης ολόκληρης ανεξόφλητης δόσης και για ένα τρίμηνο μετά τη λήξη της 3ης ανεξόφλητης δόσης, και στο ποσό των 79,71 ευρώ, που αποτελούν τα έξοδα της αναγγελίας κλεισίματος, πλην όμως το εναγόμενο ουδέποτε κατέβαλε το οφειλόμενο ποσό της εγγύησής του, οπότε η ενάγουσα άσκησε την ένδικη από 06.12.2018 (ΓΑΚ .../2018 ΕΑΚ .../2018) αγωγή εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου για την εξόφληση της επικαλούμενης απαίτησής της, ανερχόμενης στο συνολικό ποσό που προαναφέρθηκε, συνεπεία της κατάπτωσης της εγγύησής του. Όμως το εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο, το οποίο συνομολογεί τη μη πληρωμή τριών τοκοχρεωλυτικών δόσεων από την πρωτοφειλέτρια, αποκρούοντας την αγωγή πρότεινε με τις προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τη γνήσια αναβλητική ένσταση εκ του άρθρου 855 ΑΚ, με την οποία διατύπωσε την άρνησή του για εκπλήρωση της υποχρέωσης που απορρέει από την εγγύηση, εωσότου η ενάγουσα επιχειρήσει αναγκαστική εκτέλεση εναντίον της ίδιας της πρωτοφειλέτριας εταιρίας και αυτή αποβεί άκαρπη και η ενάγουσα δεν επικαλέστηκε με αντένσταση ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ούτε και ενώπιον του δευτεροβάθμιου, στο πλαίσιο των προϋποθέσεων του άρθρου 527 ΚΠολΔ, για να αποκρούσει την ένσταση δίζησης, ότι έχει επιχειρήσει προηγουμένως άκαρπη αναγκαστική εκτέλεση στα κινητά πράγματα που ανήκουν στην πρωτοφειλέτρια και βρίσκονται στην έδρα της (856 ΑΚ), ενώ σε κάθε περίπτωση από την επισκόπηση των δικογράφων της αγωγής και των πρωτόδικων προτάσεων της ενάγουσας ουδόλως προέκυψε η επιχείρηση τέτοιας ατελέσφορης αναγκαστικής εκτέλεσης στα κινητά πράγματα της πρωτοφειλέτριας, αφού δεν τέθηκε υπόψη του δικαστηρίου καμία έκθεση του δικαστικού επιμελητή, με την οποία να βεβαιώνεται ότι η εκτέλεση δεν πραγματώθηκε για το λόγο ότι ο οφειλέτης δεν διέθετε την αντίστοιχη κινητή περιουσία και κανένας πίνακας, από τον οποίο να προκύπτει παράλειψη της ενάγουσας από την κατάταξη για το λόγο ότι το πλειστηρίασμα δεν ήταν αρκετό για την ικανοποίησή της. Τέλος η ενάγουσα δεν επικαλέστηκε (με αντένσταση) και δεν απέδειξε ούτε κάποιον από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 857 ΑΚ λόγους αποκλεισμού της ένστασης δίζησης. Σύμφωνα δε με όσα επισημάνθηκαν στην μείζονα σκέψη υπό στοιχείο II, καθώς και από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 481, 482, 483, 847 έως 855 AK, 1 έως 12 v.2322/1995, και των με αριθμούς 36579/Β. 1666/27.8.2007/ορθή επανάληψη 29.8.2007 (ΦΕΚ Β’ 1740/30.8.2007) και 2/54310/0025/13.9.2007 (ΦΕΚ Β’ 1858/13.9.2007) Αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών συνάγεται ότι δεν προβλέπεται παραίτηση του Ελληνικού Δημοσίου από την ένσταση διζήσεως, ούτε αποκλείεται η άσκησή της, ώστε αυτό, ως εγγυητής και στο πλαίσιο των χρηματοδοτήσεων επιχειρήσεων και επαγγελματιών, μπορεί να προβάλει αυτήν, εάν δε ο νομοθέτης ήθελε τη μη εφαρμογή του άρθρου 855 ΑΚ και την παραίτηση από την δίζηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά την ενεργοποίηση της εγγυητικής του ευθύνης, τούτο έπρεπε να διατυπωθεί πανηγυρικά, δόθέντος ότι η άσκηση του δικαιώματος αυτού από τους εγγυητές αποτελεί πρωταρχικό και αναφαίρετο δικαίωμά τους στο σύνολο των δανειακών συμβάσεων τις οποίες εγγυώνται με την περιουσία τους, με εξαίρεση την περίπτωση παραίτησης από αυτό (ΜΕφΑθ 802/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν η ένσταση δίζησης του εναγομένου και να απορριφθεί η αγωγή, αφού σημειωθεί ότι μετά την κατ’ ουσίαν απόρριψη της αγωγής λόγω αποδοχής της ένστασης δίζησης το δικαίωμα δεν αποδικάζεται, αλλά εμποδίζεται προσωρινά η άσκησή του, μέχρι την επιχείρηση από την ενάγουσα αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της πρωτοφειλέτριας, με τον περιορισμό που εισάγει το άρθρο 856 ΑΚ, μη διερευνωμένης περαιτέρω της βασιμότητας της αξίωσης της ενάγουσας, ούτε των ενστάσεων που τυχόν προέβαλε το εναγόμενο κατά αυτής. Πάντως, πρέπει να αναφερθεί ότι δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής της ένδικης αξίωσης, η οποία, καθόσον αφορά τις απαιτήσεις κατά του Δημοσίου, ελέγχεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και χωρίς την προβολή σχετικής ένστασης (άρθρο 94 εδ. δ’ ν. 2362/1995), δεδομένου ότι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 90 και 91 ν. 2362/1995 «περί Δημοσίου Λογιστικού», ο οποίος επαναλάμβανε κατ’ αρχήν παρόμοιες ρυθμίσεις με εκείνες που περιείχε το ν.δ. 321/1969 «περί Κωδικός Δημοσίου Λογιστικού» και ο οποίος καταργήθηκε από τον ν. 4270/2014, που ισχύει από 1.1.2015, και περιέχει όμοιες κατά περιεχόμενο διατάξεις, η παραγραφή των κάθε είδους απαιτήσεων κατά του Δημοσίου είναι πενταετής και αρχίζει, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από άλλη ειδική διάταξη του νόμου περί Δημοσίου Λογιστικού, από το τέλος του οικονομικού έτους, εντός του οποίου γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη της απαίτησης (ΑΠ 738/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ειδικότερα, η ένδικη αξίωση γεννήθηκε εντός του έτους 2013, αφού η προρρηθείσα σύμβαση καταγγέλθηκε από την ενάγουσα στις 12.7.2013, σύμφωνα με τις αναφερόμενες στις πρωτόδικες προτάσεις με αριθμούς …..2013 εκθέσεις επίδοσής της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Χαλκίδας Μ........., οπότε και αφετηριάσθηκε η πενταετής παραγραφή (βλ. ΑΠ 738/2023 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) από την 1η. 1.2014 και δεν είχε, ακολούθως, συμπληρωθεί κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, η οποία κατατέθηκε στην Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 20.12.2018 και επιδόθηκε στο εναγόμενο στις 27.12.2018 με την αναφερόμενη στις πρωτόδικες προτάσεις της ενάγουσας με αριθμό …..2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ….. Κατ’ ακολουθίαν των προαναφερομένων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο σχημάτισε την ίδια κρίση, έστω και με εν μέρει ελλιπή αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται από την παρούσα (534 ΚΠολΔ) και το οποίο δέχθηκε την ένσταση δίζησης ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και απέρριψε την αγωγή, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε τις διατάξεις που διελήφθησαν στη μείζονα σκέψη και ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά της κρινόμενης υπόθεσης σε αυτή (μείζονα σκέψη) και πρέπει να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος έφεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα ως αβάσιμος.
Συνεπώς, πρέπει η κρινόμενη έφεση κατά της 5400/2021 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου, που κατατέθηκε από την εκκαλούσα, για την άσκησή της (άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ). Τέλος, η εκκαλούσα πρέπει να καταδικαστεί στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου για το παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατόπιν σχετικού αιτήματος του δεύτερου (176, 191 §2, 183 ΚΠολΔ) σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 22 §§ 1 και 3 ν. 3693/1957 και την ΥΑ 134423/8-12-1992 (ΦΕΚ B' 20-1-1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του ν. 1738/1987, σύμφωνα με όσα ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει στην ουσία την από 03.01.2023 (ΓΑΚ εκδόντος δικαστηρίου .../2023 και ΕΑΚ εκδόντος δικαστηρίου .../2023) έφεση κατά της 5400/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου που κατατέθηκε από την εκκαλούσα για την άσκηση της έφεσης.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα, στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία καθορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στην Αθήνα στις 14/1/2025.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ