ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 3ο

ΑΡΙΘΜΟΣ 1870/2021

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Παναγιώτα Διακουμάκου, Προεδρεύουσα Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα Ελένη Καρρά.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2021, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία « ...», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, οδός ...., με Α.Φ.Μ .... Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ Αθηνών, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Παπαδημητρόπουλο, που παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: ..., ο οποίος στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αγγελική Κουκούτση, που παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

Ο ενάγων και ήδη εκκαλών, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 30-12-2018 αγωγή, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης .../31-12- 2018 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης .../31-12-2018 και ζήτησε να γίνει δεκτή.

Το Δικαστήριο εκείνο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων με την υπ' αριθ. 2334/2019 οριστική του απόφαση, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα, με την ένδικη από 13-2-2020 έφεσή της που κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης .../13-2-2020 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης .../13-2-2020, η συζήτηση της οποίας με την από 14-2-2020 Πράξη της Γραμματέως του Δικαστηρίου τούτου προσδιορίστηκε για τις 19-5-2020

-και μετά από αναβολή για τη δικάσιμο της 19ης-5-2020.

Δυνάμει της κύρωσης α) της από 13-4-2020 Π.Ν.Π «Μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων συνεπειών της πανδημίας του κορωνοΐού COVID-19 και άλλες κατεπείγουσες διατάξεις» (Α' 84) και β) της από 1-5- 2020 Π.Ν.Π. «Περαιτέρω μέτρα για την αντιμετώπιση των συνεχιζόμενων συνεπειών της πανδημίας του κορωνοΐού COVID-19 και την επάνοδο στην κοινωνική και οικονομική κανονικότητα» (Α‘90) και άλλες διατάξεις, ανεστάλησαν προσωρινά και κατ’ εξουσιοδότηση της από 11 Μαρτίου 2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου «Κατεπείγοντα μέτρα αντιμετώπισης των αρνητικών συνεπειών της εμφάνισης του κορωνοΐού COVID-19 και της ανάγκης περιορισμού της διάδοσής του», ανεστάλησαν προσωρινά οι εργασίες του Δικαστηρίου τούτου για το χρονικό διάστημα από 13-3-2020 έως και 31-5-2020, οπότε και η συζήτηση της υπόθεσης κατά τη δικάσιμο της 19ης-5-2020 ματαιώθηκε.

Ήδη η συζήτηση της υπόθεσης επαναπροσδιορίστηκε οίκοθεν με την υπ' αριθ. ... Πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου της Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών, να συζητηθεί για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο οικείο πινάκιο η νέα δε δικάσιμος από το Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου γνωστοποιήθηκε στο δικηγορικό σύλλογο της έδρας αυτού (Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών) και αναρτήθηκε στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων solon.gov.gr.

Κατά την ανωτέρω δικάσιμο η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις έγγραφες προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Η συζήτηση της υπό κρίση έφεσης κατά της υπ'αριθ. 2334/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε την ένδικη διαφορά αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών και δη εργατικών διαφορών (αρθ. 621 ΚΠολΔ), ματαιώθηκε κατά τη μετ' αναβολή της υπόθεσης ορισθείσα δικάσιμο της 9ης-5-2020 εξαιτίας της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων λόγω της πανδημίας COVID-19, νομίμως επαναπροσδιορίσθηκε, αυτεπαγγέλτως, για την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, δυνάμει της υπ' αριθ. ... Πράξης του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου της Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ.2 του Ν. 4690/2020 (ΦΕΚ Α' 104/30-5- 2020).

II. Η υπό κρίση από 13-2-2020 με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης .../13-2-2020 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης .../13-2-2020 έφεση της πρωτοδίκως εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας, που ηττήθηκε εν μέρει στη δίκη, κατά της υπ' αριθ. 2334/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών και δη εργατικών' διαφορών (άρ. 621 ΚΠολΔ), ασκήθηκε νομότυπα, [άρθρα 591 παρ. 1 εδ. α', σε συνδ, με άρ. 495 παρ. 1, 2 όπως οι ως άνω διατάξεις ισχύουν μετά το Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015), ως εκ του χρόνου άσκησης της έφεσης (13-2-2020) σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του οποίου οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατεθειμένα από την 1-1-2016 ένδικα μέσα και αγωγές, 511, 513 παρ. 1 εδ. α' στοιχ. β', 516 παρ. 1, 517 εδ. α' και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ,] και εμπρόθεσμα κατ' άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ (ως ισχύει), αφού από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης ούτε μέχρι την άσκησή της παρήλθε διετία από τη δημοσίευσή της (27-11-2019), αφού η έφεση ασκήθηκε με κατάθεση του δικογράφου της στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 13-2- 2020. Επομένως, εφόσον φέρεται παραδεκτά η έφεση προς συζήτηση στο παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 3994/2011, σε συνδυασμό με το άρθρο 72 του ίδιου νόμου) πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της δεδομένου ότι, αν και η έφεση ασκήθηκε μετά τη θέση σε ισχύ του Ν. 4055/2012, δεν χρειάζεται για το παραδεκτό της η κατάθεση παράβολου σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ, που είχε προστεθεί με τον ανωτέρω νόμο, ήδη δε με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, λόγω της φύσεως της διαφοράς ως εργατικής III. ί). Με την από 30-12-2018 με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης .../31-12-2018 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης .../31-12-2018 αγωγή, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ιστόρησε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα τραπεζική εταιρεία ως μόνιμος υπάλληλος στον Τεχνικό Κλάδο με το βαθμό του Βοηθού Εργοδηγού από 1-4-2003 και με αναγνώριση χρόνου προϋπηρεσίας, με αποτέλεσμα ως ημερομηνία πρόσληψής του για τη βαθμολογική του εξέλιξη να θεωρείται η 15-1- 2001. Ότι εν συνεχεία προήχθη βαθμολογικά με βάση τα έτη υπηρεσίας του από 1-4-2007 σε Εργοδηγό Β', από 1-4-2012 σε Εργοδηγό Α' και από 1-4-2017 σε Αρχιεργοδηγό, ενώ από την 20-4-2015 τυγχάνει Αναπληρωτής Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Μηχανολογικών Εγκαταστάσεων του Τμήματος Συντήρησης Ηλεκτρομηχανολογικών Εγκαταστάσεων Κεντρικών και Περιφερειακών Μονάδων. Ότι στις 3-11-2006 κατέθεσε στο Τμήμα Εξέλιξης Προσωπικού της εναγομένης το πτυχίο του «Bachelor of Science in Business Andimistration», που είχε λάβει μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του στο ίδρυμα τυπικής Ανώτατης Εκπαίδευσης «....», προκειμένου να τύχει της προβλεπόμενης από τον Κανονισμό της εναγόμενης βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης. Ότι το έτος 2012 η εναγομένη ζήτησε από όλους τους υπαλλήλους της τη συμπλήρωση βιογραφικών σημειωμάτων, όπου ο ίδιος συμπεριέλαβε το ως άνω πτυχίο, το οποίο ελέγχθηκε και καταχωρήθηκε στο μητρώο του στις 18-4-2012, ενώ εν συνεχεία, στις 7-2-2018 κατέθεσε στο Τμήμα Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγομένης την από 18-1-2018 απόφαση του αρμοδίου Συμβουλίου Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων (ΣΑΕΠ) του Υπουργείου Παιδείας περί αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας του ως άνω τίτλου σπουδών του με τους απονεμόμενους τίτλους των Τμημάτων Διοίκησης Επιχειρήσεων των Ελληνικών Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων στο πλαίσιο του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος. Ότι εν συνεχεία έλαβε το υπ' αριθ. πρωτ. .... έγγραφο της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού και Οργάνωσης της εναγόμενης, με το οποίο του ζητήθηκε αυθαίρετα, παράνομα και αναιτιολόγητα να προσκομίσει έγγραφο του ως άνω αλλοδαπού Πανεπιστημίου , από το οποίο να προκύπτουν: α) τα μαθήματα που παρακολούθησε κατά τη διάρκεια της φοίτησής του, β) η διάρκεια της φοίτησης με βάση το σχετικό πρόγραμμα σπουδών και γ) οι πιστωτικές μονάδες που αντιστοιχούν στο συγκεκριμένο πρόγραμμα σπουδών, πράξη που συνιστούσε αυθαίρετη απαξίωση του τίτλου σπουδών του και προσβολή της προσωπικότητάς του, αφού η εναγομένη δεν είχε την αρμοδιότητα να εξετάσει παρεμπιπτόντως τη νομιμότητα της ως άνω απόφασης του ΣΑΕΠ και να ζητήσει τα εν λόγω στοιχεία, που αποτελούν προσωπικά του δεδομένα. Ότι σε απάντηση του ανωτέρω εγγράφου επανήλθε με την από 20-4-2018 αίτησή του, με την οποία ζητούσε να παύσει άμεσα η εναγόμενη την παράνομη, ως αντικείμενη στην καλή πίστη και στην αρχή της ίσης μεταχείρισης, και αντισυμβατική συμπεριφορά της και να τύχει της προβλεπόμενης από τον Κανονισμό της βαθμολογικής και μισθολογικής εξέλιξης, για την οποία δεν έλαβε απάντηση και ως εκ τούτου, κατέθεσε την από 21-5- 2018 αίτησή του, με την οποία επανέλαβε τα ως άνω αιτήματά του περί αναδρομικής βαθμολογικής και μισθολογικής του εξέλιξης βάσει της προβλεπόμενης πλασματικής προώθησης για υπαλλήλους κατόχους πτυχίων ΑΕΙ, σε συνδυασμό με τα έτη υπηρεσίας του, ήτοι την καταβολή του αναλογούντος βασικού μισθού μετά των αντίστοιχων προσαυξήσεων των επιδομάτων, την καταβολή του επιστημονικού επιδόματος και του επιδόματος ξένης γλώσσας, αφού ως κάτοχος πτυχίου ιδρύματος ανώτατης εκπαίδευσης της αλλοδαπής αποδεικνυόταν άνευ ετέρου η άριστη γνώση της ξένης γλώσσας διδασκαλίας των μαθημάτων, ήτοι εν προκειμένω της αγγλικής. Ότι παράλληλα προσέφυγε και στο Συμβούλιο Δεοντολογίας της εναγομένης, παραπονούμενος για την προπεριγραφείσα συμπεριφορά των προστηθέντων της και τη μη απάντηση στα νόμιμα αιτήματά του. Ότι ακολούθως έλαβε την από 21-6-2018 απάντηση από το Συμβούλιο Δεοντολογίας, με την οποία ενημερώθηκε ότι αναφέρθηκε στην αρμόδια Διεύθυνση της εναγομένης ότι είχε υποχρέωση να απαντά με την απαιτούμενη τεκμηρίωση και σε εύλογο χρόνο σε αιτήματα ή αιτιάσεις των υπαλλήλων, καθώς και ότι τα ζητηθέντα στοιχεία αποτελούσαν προσωπικά του δεδομένα και ως εκ τούτου, υφίστατο υποχρέωση περί παροχής εξηγήσεων σχετικά με τη νομική βάση του αιτήματος. Περαιτέρω, ο ενάγων ιστόρησε ότι μετά την ως άνω παρέμβαση του Συμβουλίου Δεοντολογίας, η εναγομένη εξέτασε το αίτημά του χωρίς να ζητήσει τα ως άνω προσωπικά του δεδομένα, και δυνάμει του από 10-8-2018 εγγράφου της του κατέστη γνωστό ότι του αναγνώρισε πλασματικό χρόνο υπηρεσίας τριών ετών και ότι, συνακόλουθα, ως ημερομηνία προαγωγής του στο βαθμό του Αρχιεργοδηγού καθίστατο η 1-4-2014, καθώς και ότι το επίδομα ξένης γλώσσας χορηγείται μόνο όταν οι σπουδές σε αναγνωρισμένο ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην ξένη γλώσσα έχουν πραγματοποιηθεί στην αλλοδαπή. Ότι η εν λόγω πλασματική αναγνώριση τριετούς προϋπηρεσίας δεν είναι η αναλογούσα υπηρεσιακή και βαθμολογική του αποκατάσταση - προαγωγή δυνάμει της αναγνωρισμένης ισοτιμίας του τίτλου σπουδών του ως αντίστοιχου ΑΕΙ, αλλά αντιστοιχεί σε αναγνωρισμένο τίτλο TEI, διότι σύμφωνα με τον Κανονισμό της εναγομένης θα έπρεπε να του αναγνωρισθεί πρόσθετος χρόνος υπηρεσίας τεσσάρων ετών, ενώ και το έκτοτε καταβαλλόμενο επιστημονικό επίδομα δεν είναι το οφειλόμενο, αφού θα έπρεπε να υπολογισθεί σε ποσοστό 32% επί του βασικού του μισθού και όχι σε ποσοστό 23%, που αντιστοιχεί σε κατόχους τίτλων TEI. Ότι διαμαρτυρόμενος για την ως άνω πλημμελή υπηρεσιακή και μισθολογική του αποκατάσταση προέβη στην από 26-1 1-2018 αίτηση αναφορά του προς τις αρμόδιες υπηρεσίες της εναγόμενης, στην οποία όμως η τελευταία δεν απάντησε, ούτε και προέβη στις δέουσες ενέργειες. Τέλος, ο ενάγων εκθέτει ότι με την προπεριγραφείσα αντισυμβατική, παράνομη και καταχρηστική συμπεριφορά της, η εναγόμενη προσβάλλει τα εργασιακά του δικαιώματα, κατά παράβαση της αρχής της ίσης μεταχείρισης, αφού χορηγεί τις ως άνω επίμαχες παροχές προς όλους τους υπαλλήλους της, που τυγχάνουν πτυχιούχοι ΑΕΙ του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος, με αποτέλεσμα να έχει υποστεί ο ίδιος προσβολή της προσωπικότητάς του και, συνακόλουθα, ηθική βλάβη. Με βάση δε το παραπάνω ιστορικό, κατά τη δέουσα εκτίμηση των αγωγικών αιτημάτων, και δη όπως αυτά παραδεκτά περιορίσθηκαν, με την τροπή των επιμέρους αιτημάτων περί καταβολής μισθολογικών διαφορών και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, αλλά και με την παραίτηση από το παρεπόμενο αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και με τις προτάσεις του (άρθρα 223, 294, 295, 297 ΚΠολΔ), ο ενάγων ζήτησε: Α) Να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη όφειλε να τον προαγάγει στο βαθμό του Αρχιεργοδηγού - Προϊσταμένου από την 1-4- 2018. Β) Να υποχρεωθεί η εναγομένη να τον κατατάξει στο αντίστοιχο με τα έτη υπηρεσίας του βαθμολογικό κλιμάκιο και να του καταβάλλει εφεξής τις αναλογούσες στη θέση αυτή αποδοχές (βασικό μισθό, επιστημονικό επίδομα, επίδομα ξένης γλώσσας, επίδομα πολυετίας, βαθμού και Κεντρικής Υπηρεσίας), με την απειλή χρηματικής ποινής και προσωπικής κράτησης του νομίμου εκπροσώπου της για κάθε παράβαση της απόφασης που θα εκδοθεί. Γ) Να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη οφείλει να του καταβάλλει το συνολικό ποσό των 67.748,32 ευρώ, που αντιστοιχεί στις μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από τον Απρίλιο του έτους 2013 έως και το Δεκέμβριο του έτους 2018, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, και δη νομιμότοκα από τότε που έκαστο επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής και έως την ολοσχερή εξόφληση, και Δ) Να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη και δη με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση. Τέλος, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη στην καταβολή των δικαστικών του εξόδων.

ii). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του αφού έκρινε την αγωγή ως νόμιμη στη συνέχεια έκρινε ότι η πλασματική αναγνώριση στο πρόσωπο του ενάγοντος υπηρεσίας τριών ετών δεν ήταν η αναλογούσα στην αναγνωρισμένη ισοτιμία του τίτλου σπουδών του ως αντίστοιχου με τίτλου σπουδών ημεδαπού ΑΕΙ, με βάση τον οποίο έπρεπε να του αναγνωρισθεί πρόσθετος χρόνος υπηρεσίας τεσσάρων (4) και όχι τριών ετών, όπως επίσης ότι έπρεπε να του χορηγηθεί και επιστημονικό επίδομα, υπολογιζόμενο σε ποσοστό 32% επί του βασικού του μισθού και όχι σε ποσοστό 23% όπως του χορηγήθηκε, αφού το τελευταίο χορηγείται σε κατόχους πτυχίων ανώτερων σχολών ισότιμων με TEI, όπως ήδη προεκτέθηκε και ότι η ως άνω πλασματική αναγνώριση των τεσσάρων ετών υπηρεσίας προσμετρείται για την περαιτέρω βαθμολογική και μισθολογική του εξέλιξη στο βαθμό που κατείχε κατά το χρόνο που ο εν λόγω τίτλος σπουδών του ενάγοντος καταχωρήθηκε από την εναγομένη στο μητρώο του (όπως και ο ίδιος ζητεί με την αγωγή του), ήτοι από τον Απρίλιο του έτους 2012, οπότε κατέστη γνωστή η κτήση του στην εναγομένη, σύμφωνα με το άρθρο 12° του Κανονισμού αυτής, εφόσον με τη διάταξη του άρθρου αυτού αρκεί για την αναγνώριση της πλασματικής υπηρεσίας η προσκομιδή του πτυχίου Ανώτατης Πανεπιστημιακής ή ισότιμης Σχολής της χώρας μας ή του εξωτερικού, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 15° του ίδιου Κανονισμού, τα οικονομικά αποτελέσματα της πλασματικής βαθμολογικής προώθησης αρχίζουν ομοίως από την ημερομηνία που προσκομίζονται στην εναγομένη οι τίτλοι σπουδών. Ότι, σύμφωνα με το άρθρο 12° του Κανονισμού της εναγομένης, σύμφωνα με το οποίο, ως προς τον Κλάδο Τεχνικών, απαιτούνται πέντε τουλάχιστον έτη στο βαθμό του Εργοδηγού A' (τον οποίο ο ενάγων κατείχε από 1-4-2012) για την προαγωγή στο βαθμό του Αρχιεργοδηγού και πέντε τουλάχιστον έτη στο βαθμό του Αρχιεργοδηγού για την προαγωγή στο βαθμό του Αρχιεργοδηγού Προϊσταμένου, ο ενάγων από την 1-4-2013 (και όχι από την 1-4-2014, όπως η εναγομένη εσφαλμένα αναγνώρισε) έπρεπε να είχε προαχθεί και να κατέχει το βαθμό του Αρχιεργοδηγού, με αντίστοιχες οικονομικές απολαβές, ενώ από την 1-4-2018 έπρεπε να είχε προαχθεί και να κατέχει το βαθμό του Αρχιεργοδηγού Προϊσταμένου, κατατασσόμενος στο 20° μισθολογικό κλιμάκιο, με τις αντίστοιχες οικονομικές απολαβές, συμπεριλαμβανομένου και του επιστημονικού επιδόματος, υπολογιζόμενου σε ποσοστό 32% επί του βασικού του μισθού, καθώς και του επιδόματος ξένης γλώσσας, υπολογιζόμενου σε ποσοστό 7% επί του βασικού του μισθού, σύμφωνα με το 16° άρθρο του ίδιου Κανονισμού και αφού απέρριψε α) ως αλυσιτελώς προβαλλόμενη, την προβληθείσα εκ μέρους της εναγομένης ένσταση παραγραφής, με την οποία η τελευταία ισχυρίστηκε ότι οι αξιώσεις μισθολογικών διαφορών του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 18-4-2012 έως 31-12-2012 έχουν υποπέσει στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 250 αριθ. 17 ΑΚ, με την αιτιολογία ότι η υπό κρίση αγωγή, δεν έχει ως αντικείμενο αξιώσεις που ανάγονται στο έτος 2012 αλλά στο χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο 2013 και εφεξής και β) ως ουσιαστικά αβάσιμη την επίσης προβληθείσα εκ μέρους της εναγομένης ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος (άρθρο 281 ΑΚ) με την αιτιολογία ότι ο ενάγων ορθά διεκδίκησε το νόμιμο δικαίωμά του περί αναγνώρισης τετραετούς βαθμολογικής και μισθολογικής προώθησης, αφού η ίδια πλημμελώς του αναγνώρισε τριετή πλασματική υπηρεσία στη συνέχεια δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως και ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε ότι η εναγομένη όφειλε να είχε προαγάγει τον ενάγοντα στο βαθμό του Αρχιεργοδηγού - Προϊσταμένου και να τον εντάξει στο 20° βαθμολογικό κλιμάκιο από την 1- 4-2018, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλλει εφεξής στον ενάγοντα τις αναλογούσες στο βαθμό, στα έτη υπηρεσίας και στον τίτλο σπουδών του αποδοχές, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό της απόφασης, αναγνώρισε ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των 65.730,62 ευρώ και δη με το νόμιμο τόκο από την επομένη της δήλης ημέρας, κατά την οποία έκαστο επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό της και έως την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση και συμψήφισε μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα.

iii). Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεση για λόγους οι οποίοι συνολικά εκτιμώμενοι ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων επιδιώκοντας να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που δέχτηκε την αγωγή ώστε να απορριφθεί αυτή στο σύνολό της.

IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ, 33 και 38 του έχοντος ισχύ νόμου Καταστατικού της ... (κυρ. Ν.3424/1927), προκύπτει ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της ρυθμίζονται από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμό Βαθμολογικής και Μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας και έχει, ως εκ τούτου, συμβατική ισχύ (ΟλΑΠ 27/1995, ΑΠ 118/2019, ΑΠ 183/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Ειδικότερα στο κεφάλαιο I (Τίτλοι Σπουδών) του προσδιοριζομένου υπό τον τίτλο «ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΣΜΕΤΡΗΣΕΙΣ» ως επιμέρους κεφαλαίου του άρθρου 12 του Κανονισμού - Οργανισμού αυτού υπό τον τίτλο «ΠΡΟΑΓΩΓΕΣ», ορίζεται ότι: «1. Σε υπαλλήλους που έχουν το βαθμό του Βοηθού, Διαχειριστή, Βοηθού Δακτυλογράφου ή ανώτερο τούτου και που έχουν κατά το διορισμό τους ή προσκομίζουν αργότερα Πτυχίο Ανώτατης Πανεπιστημιακής Σχολής ή ισότιμης Σχολής, της χώρας μας ή του εξωτερικού, αναγνωρίζεται πρόσθετος χρόνος υπηρεσίας τεσσάρων (4) ετών, που προσμετρείται στο βαθμό που κατέχουν κατά το χρόνο προσκομίσεως του Πτυχίου, για την παραπέρα βαθμολογική τους εξέλιξη. Τέτοιο δικαίωμα προσμέτρησης 4 ετών αναγνωρίζεται και στους υπαλλήλους του Τεχνικού Κλάδου, ... που είναι πτυχιούχοι Ανώτατων Σχολών, εάν το Πτυχίο αυτό δε λήφθηκε υπόψη κατά το διορισμό», ενώ στην παρ. 10 του ιδίου ως άνω κεφαλαίου του άρθρου 12 ορίζεται ότι: «Τα οικονομικά αποτελέσματα από την προσμέτρηση του χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων, αρχίζουν από την χρονολογία εκείνη που προσκομίζονται στην αρμόδια Υπηρεσία οι τίτλοι σπουδών», σύμφωνα και με την Απόφαση Γενικού Συμβουλίου (ΑΓΣ) 10/4-5-1980. Επίσης, σύμφωνα με το προσδιοριζόμενο υπό τον τίτλο «ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΣΜΕΤΡΗΣΕΙΣ (ΚΛΙΜΑΚΙΑ)» επί μέρους κεφάλαιο του άρθρου 15 υπό τον τίτλο «ΜΙΣΘΟΛΟΓΙΚΗ ΚΑΤΑΤΑΞΗ ΤΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ - ΜΗΝΙΑΙΟΣ ΜΙΣΘΟΣ», του ίδιου ως άνω Κανονισμού - Οργανισμού, ορίζεται στην παρ. I ότι: «Στους υπαλλήλους που έχουν ή προσκομίζουν τίτλους σπουδών για τους οποίους προβλέπεται πλασματική βαθμολογική προώθηση σύμφωνα με το άρθρο 12 του παρόντος Οργανισμού, προσμετρείται ανάλογος χρόνος για την παραπέρα μισθολογική τους εξέλιξη. Η προσμέτρηση αυτή εγκρίνεται από το Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού και Οργάνωσης, τα δε οικονομικά αποτελέσματα αρχίζουν από την ημερομηνία εκείνη που προσκομίζονται στην Υπηρεσία οι τίτλοι σπουδών» σύμφωνα και με τις Α.Γ.Σ 10/4-5-1980, 25/18-12-1980, 27/22-12-2982 και 18/21-12-1989. Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η ..., δυνάμει του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των υπαλλήλων της, χορηγεί πλασματική προώθηση, σε πτυχιούχους του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος καθώς και σε πτυχιούχους κατόχων αλλοδαπών τίτλων σπουδών πλην όμως ισότιμων με αυτούς των ημεδαπών πανεπιστημίων. Δυνάμει δε των: α) υπ' αριθ. 6/14-5-2013 Κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που υπογράφηκε μεταξύ των Τραπεζών και της ΟΤΟΕ και β) υπ' αριθμ. 16/11- 4-2012 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που υπογράφηκε μεταξύ της ... και του Συλλόγου των Υπαλλήλων της ..., διασφαλίστηκε η ισχύς των προηγούμενων Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και Διαιτητικών Αποφάσεων, δυνάμει των οποίων κατοχυρωνόταν, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα όλων ανεξαιρέτως των τραπεζοϋπαλλήλων επί των πλασματικών προωθήσεων, είτε ο τίτλος σπουδών (Ανώτατης Πανεπιστημιακής Σχολής ημεδαπής ή ισότιμο Ανώτατης Σχολής της ημεδαπής ή αλλοδαπής) υπήρχε κατά τον χρόνο του διορισμού είτε αποκτήθηκε μετά από αυτόν.

V. ί). Με το άρθρο 1 του Ν. 741/1977 (Α' 314) συνεστήθη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Διαπανεπιστημιακόν Κέντρον Αναγνωρίσεως Τίτλων Σπουδών της Αλλοδαπής», στο οποίο κατά το άρθρο 2 του ίδιου νόμου ανήκει η αρμοδιότητα: α) της αναγνωρίσεως Ανωτάτων Σχολών της αλλοδαπής ως ομοταγών προς Ανώτατες Σχολές της ημεδαπής και των τίτλων που χορηγούνται από τις πρώτες των ισοτίμων και αντιστοίχων προς τίτλους σπουδών που απονέμονται από Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα της ημεδαπής, και β) της αναγνωρίσεως τίτλων σπουδών χορηγούμενων από ομοταγείς Ανώτατες Σχολές της αλλοδαπής ως ισοτίμων προς τίτλους σπουδών Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων της ημεδαπής σε περιπτώσεις κατά τις οποίες δεν υπάρχει στην Ελλάδα αντίστοιχη ειδικότητα. Περαιτέρω, στην παράγραφο 7 του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, όπως αυτή ίσχυε μετά την αντικατάστασή της με την παράγραφο 1 του άρθρου 78 του Ν. 1566/1985 (Α' 167) και την παράγραφο 13 του άρθρου 7 του Ν. 2158/1993 (Α' 109), ορίζεται ότι: 7. Όταν πρόκειται για πανεπιστήμια, σχολές ή τμήματα των οποίων έχει κριθεί το ομοταγές ή το ισότιμο του τίτλου σπουδών από το ΔΙΚΑΤΣΑ, με πράξη του Προέδρου του ΔΣ που εκδίδεται με εισήγηση ενός μέλους της οικείας τριμελούς επιτροπής, αναγνωρίζεται το ομοταγές της σχολής ή ο τίτλος σπουδών. Σε αμφισβητούμενες περιπτώσεις για το ομοταγές των ξένων πανεπιστημίων και την αντιστοιχία, καθώς και την ισοτιμία του τίτλου σπουδών σχολών της αλλοδαπής, αποφασίζει το Διοικητικό Συμβούλιο του ΔΙΚΑΤΣΑ μετά γνώμη της οικείας τριμελούς επιτροπής. Τις παραπάνω διατάξεις (περί ΔΙΚΑΤΣΑ) αντικατέστησαν τα άρθρα 1, 2, 3 και 19 του Ν. 3328/2005 «Διεπιστημονικός Οργανισμός Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης και άλλες διατάξεις» (As 80) όπου ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: Άρθρο 1 Ίδρυση Νομική Μορφή - Έδρα Ιδρύεται νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) με την επωνυμία «ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗΣ ΤΙΤΛΩΝ ΑΚΑΔΗΜΑΪΚΩΝ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΗΣΗΣ» (ΔΟΑΤΑΠ), που εδρεύει στην Αθήνα και εποπτεύεται από τον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων. Ο Οργανισμός στις διεθνείς του σχέσεις χρησιμοποιεί την επωνυμία: «Hellenic National Academic Recognition and Information Center (Hellenic NARIC)». Άρθρο 2 Σκοπός 1. Σκοπός του Οργανισμού είναι: α) Η αναγνώριση τίτλων σπουδών που απονέμονται από ομοταγή εκπαιδευτικά ιδρύματα ανώτατης εκπαίδευσης, πανεπιστημιακής και τεχνολογικής κατεύθυνσης της αλλοδαπής και Άρθρο 3 Ορισμοί Κατά την έννοια του νόμου αυτού: στ) «Αναγνώριση τίτλου σπουδών» είναι η βεβαίωση και η διαπίστωση από τον Οργανισμό της «ισοτιμίας» ή «ισοτιμίας και αντιστοιχίας» του τίτλου. Η αναγνώριση αφορά πτυχία, μεταπτυχιακά διπλώματα και διδακτορικά διπλώματα. Άρθρο 4 Προϋποθέσεις αναγνώρισης τίτλων. Οι τίτλοι σπουδών των αναγνωρισμένων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της αλλοδαπής αναγνωρίζονται από τον Οργανισμό ως «ισότιμοι» ή ως «ισότιμοι και αντίστοιχοι». 1. Η «ισοτιμία» αναγνωρίζεται εφόσον: α) Η διάρκεια των σπουδών, η διαδικασία διδασκαλίας και μάθησης και οι όροι αξιολόγησης, προαγωγής και αποφοίτησης των σπουδαστών πληρούν τις απαιτήσεις των πανεπιστημίων και των τεχνολογικών ιδρυμάτων ανώτατης εκπαίδευσης της ημεδαπής. Εξαιρούνται από την προϋπόθεση της διαδικασίας της διδασκαλίας και μάθησης τα ιδρύματα τύπου «ανοικτού πανεπιστημίου » (open ...), «σπουδών εξ αποστάσεως» (distance learning) και «εξωτερικών πτυχίων» (external degrees), υπό τον όρο ότι τα συγκεκριμένα ιδρύματα έχουν ειδικό πρόγραμμα σπουδών για το σκοπό αυτόν, ότι ολόκληρη η διαδικασία παροχής τέτοιου τύπου προγράμματος γίνεται αποκλειστικά από το ίδρυμα που απονέμει τον τίτλο και όχι από άλλο με οποιονδήποτε τρόπο συνεργαζόμενο με αυτό ίδρυμα και ότι η αξιολόγηση, προαγωγή και αποφοίτηση γίνονται με βάση διαφανείς και αδιάβλητες διαδικασίες, ανάλογες με αυτές που ισχύουν στα άλλα προγράμματα σπουδών «εξ αποστάσεως των Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (ΑΕΙ) της ημεδαπής» (και όπως οι λέξεις «με παρακολούθηση» στο τέλος της περίπτωσης α' αντικαταστάθηκαν από τις μέσα σε « » πιο πάνω λέξεις με το άρθρο 82 παρ.7 Ν.4485/2017,ΦΕΚ A 114/4-8-2017, «β) Όλο το πρόγραμμα σπουδών έχει διανυθεί σε ομοταγή Εκπαιδευτικά ιδρύματα και τουλάχιστον το 1/2 του προγράμματος ή τα δύο έτη, σε περίπτωση που η διάρκεια των σπουδών είναι πενταετής, έχει πραγματοποιηθεί στο Ίδρυμα που απονέμει τον τίτλο. Εξαίρεση ως προς το εν λόγω ελάχιστο ποσοστό σπουδών μπορεί να αποτελέσουν τα διαπανεπιστημιακά προγράμματα συνεργασίας αναγνωρισμένων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Η διάρκεια των σπουδών υπολογίζεται σε ακαδημαϊκά έτη, εξάμηνα ή διδακτικές μονάδες ή σε συνδυασμό αυτών» (όπως η περίπτωση β' αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 39 παρ.17 Ν.4186/2013,ΦΕΚ A 193/17- 9-2013). 2. Ειδικότερα για την αναγνώριση τίτλων σπουδών της αλλοδαπής που αποκτώνται μετά από τριετή φοίτηση, όταν για τα αντίστοιχα προγράμματα της ημεδαπής προβλέπεται τετραετής ή πενταετής φοίτηση, «ισοτιμία» ή «ισοτιμία και αντιστοιχία» του πτυχίου αναγνωρίζεται μόνον εφόσον ο κάτοχος του πτυχίου είναι και κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος. Στην περίπτωση αυτή δεν αναγνωρίζεται «ισοτιμία» του μεταπτυχιακού διπλώματος. Η κατοχή μεταπτυχιακού τίτλου δεν κρίνεται απαραίτητη προκειμένου για ισοτιμία με πτυχίο τεχνολογικού εκπαιδευτικού ιδρύματος. Σε ειδικές περιπτώσεις εντατικών προγραμμάτων της αλλοδαπής τριετούς διάρκειας, όταν τα αντίστοιχα πανεπιστημιακά προγράμματα της ημεδαπής είναι τετραετούς διάρκειας, είναι δυνατόν με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του οικείου Τμήματος του Διοικητικού Συμβουλίου (ΔΣ) του Οργανισμού, να χορηγηθεί «ισοτιμία» ή «ισοτιμία και αντιστοιχία» στο πτυχίο χωρίς παράλληλη συνεκτίμηση μεταπτυχιακού διπλώματος. Στη σχετική απόφαση λαμβάνονται υπόψη συγκεκριμένα ποιοτικά και ποσοτικά κριτήρια και ιδίως οι διδακτικές μονάδες (credits) του προγράμματος σπουδών του αλλοδαπού ιδρύματος και η τυχόν αξιολόγηση ή πιστοποίησή του από αναγνωρισμένους φορείς ανώτατης εκπαίδευσης. Η απόφαση αυτή δημοσιοποιείται. 3. «Ισοτιμία και αντιστοιχία» αναγνωρίζεται εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την αναγνώριση της «ισοτιμίας» του τίτλου σπουδών και επιπλέον ο ενδιαφερόμενος έχει διδαχθεί και εξετασθεί επιτυχώς στα βασικά μαθήματα του ομοειδούς προγράμματος σπουδών της ημεδαπής. Ο Οργανισμός μπορεί να απαιτήσει επιπλέον επιτυχή εξέταση σε συμπληρωματικό αριθμό μαθημάτων σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της ημεδαπής. Τα συμπληρωματικά μαθήματα δεν μπορούν να υπερβαίνουν τα έξι. Ο αριθμός αυτός μπορεί να αυξηθεί έως δέκα, όταν πρόκειται για την αναγνώριση τίτλων της αλλοδαπής αντίστοιχων με τίτλους, που αποκτώνται στην ημεδαπή μετά από σπουδές τουλάχιστον πενταετούς διάρκειας. Αν η διαφορά του προγράμματος σπουδών της ημεδαπής από το πρόγραμμα της αλλοδαπής είναι τόσο σημαντική ώστε να μη μπορεί να χορηγηθεί «ισοτιμία και αντιστοιχία» του τίτλου ούτε με τη συμπληρωματική εξέταση σε έξι ή, αναλόγως, δέκα μαθήματα, τότε αναγνωρίζεται «ισοτιμία» εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 4 παρ. 1. Τα συμπληρωματικά μαθήματα ορίζονται από το οικείο Τμήμα του ΔΣ του Οργανισμού μετά από εισήγηση της αρμόδιας Εκτελεστικής Επιτροπής (ΕΕ).4....5 ....6 Η «ισοτιμία και αντιστοιχία» του τίτλου για την οποία απαιτούνται συμπληρωματικά μαθήματα αναγνωρίζεται μετά την υποβολή στοιχείων που αποδεικνύουν επιτυχή εξέταση στα εν λόγω μαθήματα. 7. Οι μεταπτυχιακοί και διδακτορικοί τίτλοι αναγνωρίζονται μόνο ως ισότιμοι. 8. Οι τίτλοι σπουδών ανώτατης εκπαίδευσης διεθνών οργανισμών στους οποίους μετέχει η Ελληνική Δημοκρατία, είναι ισότιμοι προς τους τίτλους σπουδών των ελληνικών δημοσίων ανώτατων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων εφαρμοζόμενων αναλογικά των παραγράφων 2 έως 7 του παρόντος» (όπως η παράγραφος 8 προστέθηκε με το άρθρο 76 Ν.4310/2014, ΦΕΚ A 258/8-12-2014)». Κατά τα εκτεθέντα στην προηγούμενη σκέψη, τα θέματα της αναγνώρισης τίτλων σπουδών που απονέμονται από εκπαιδευτικά ιδρύματα ανώτατης, πανεπιστημιακής και τεχνολογικής κατεύθυνσης της αλλοδαπής, ρυθμίσθηκαν με τις διατάξεις του Ν. 3328/2005. Με τον νόμο αυτόν ιδρύθηκε ο ΔΟΑΤΑΠ, στον οποίο ανατέθηκαν οι σχετικές με την εν λόγω αναγνώριση αρμοδιότητες (ΣτΕ 881/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, αλλοδαπός τίτλος σπουδών, που αναγνωρίσθηκε ως ισότιμος με συγκεκριμένο πτυχίο ελληνικού ΑΕΙ, δύναται να αναγνωρισθεί και ως αντίστοιχος προς το πτυχίο αυτό, αν δηλαδή αντιπροσωπεύει το ίδιο, κατά βάση, περιεχόμενο γνώσεων, το οποίο αντιπροσωπεύει το πτυχίο του ελληνικού ΑΕΙ, προς το οποίο κρίθηκε η ισοτιμία του (ΣτΕ 3099-3104/2017 7μ, 3735, 2542/2011, 3231/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, ο ΔΟΑΤΑΠ, προκειμένου να κρίνει την ισοτιμία τίτλου σπουδών που χορηγήθηκε από ομοταγές ίδρυμα της αλλοδαπής προς τίτλους σπουδών απονεμόμενους από τα ελληνικά ΑΕΙ, εξετάζει, εκτός των συνθηκών υπό τις οποίες αποκτήθηκε ο αλλοδαπός τίτλος σπουδών, την έκταση αλλά και την ποιότητα των γνώσεων τις οποίες αντιπροσωπεύει, και τούτο ανεξαρτήτως του κατά πόσον ο συγκεκριμένος τίτλος σπουδών, ενόψει των ειδικών γνώσεων τις οποίες πιστοποιεί συνιστά το αναγκαίο τυπικό προσόν για την άσκηση ορισμένου επαγγέλματος. Συνακόλουθα τα αποκτηθέντα στην αλλοδαπή πτυχία των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων δεν αναγνωρίζονται αυτομάτως ως ακαδημαϊκά αντίστοιχα και ισότιμα με τα πτυχία των Ελληνικών πανεπιστημίων. Όπως άλλωστε αναφέρεται στην ιστοσελίδα europa.eu «Δεν υπάρχει αυτόματη αναγνώριση των τίτλων σπουδών σε όλη την ΕΕ». Συνεπώς για την ακαδημαϊκή αναγνώριση η οποία συνίσταται στο να γίνει δεκτό από ένα κράτος, εξ ολοκλήρου ή εν μέρει, ένα πτυχίο που εκδόθηκε σε άλλο κράτος, ως ισοδύναμο εκείνου που εκδίδει το πρώτο, απαραίτητη είναι η τήρηση της προβλεπόμενης εθνικής διαδικασίας αναγνώρισης τίτλων σπουδών της αλλοδαπής, εν προκειμένω μέσω του ΔΟΑΤΑΠ ο οποίος έχει αρμοδιότητα μάλιστα να κρίνει μόνο την ακαδημαϊκή και όχι την επαγγελματική ισοτιμία του υποβαλλόμενου ενώπιον του προς αναγνώριση τίτλου σπουδών αλλοδαπής (ΣτΕ 3457/1998 Ολομ., πρβλ. ΣτΕ 881/2018, 1412/201 1, 907/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), διάκριση η οποία δημιουργήθηκε ως νομική πραγματικότητα με το ΠΔ 165/2000 όπου κατ' επιταγήν αυτού επήλθε διάκριση στην πράξη μεταξύ της ακαδημαϊκής αναγνώρισης και της αναγνώρισης επαγγελματικής ισοτιμίας τίτλων σπουδών της αλλοδαπής, η οποία συνίσταται στην αναγνώριση ενός πτυχίου που εκδίδεται σε ένα κράτος με στόχο να επιτρέψει στον κάτοχό του να ασκεί το επάγγελμά του σε άλλο κράτος, εφόσον προβλέπεται κανονιστική ρύθμιση για το επάγγελμα αυτό. Τέλος, το προαναφερόμενο άρθρο 4 παρ.2 του Ν. 3328/2005 δεν αποκλείει την αναγνώριση της ισοτιμίας και αντιστοιχίας τίτλου σπουδών της αλλοδαπής που έχει αποκτηθεί με τριετή φοίτηση, εκ μόνου του λόγου ότι ο κάτοχος του τίτλου έχει αποκτήσει τον τίτλο αυτόν με σπουδές εξ αποστάσεως (ιδ. ήδη ΓνΝΣΚ 129/2020).

Η). Στο πλαίσιο της διασφάλισης της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων μεταξύ των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης με απόλαυση του δικαιώματος εργασίας και ίσης μεταχείρισης, οι αρμόδιες ευρωπαϊκές αρχές έχουν εκδώσει πληθώρα υποχρεωτικής ισχύος Οδηγιών, μεταξύ των οποίων καταλέγονται και εκείνες που ρυθμίζουν την ισοδυναμία των πτυχίων των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων και την κατοχύρωση των επαγγελματικών δικαιωμάτων των πτυχιούχων. Ειδικότερα, στο πλαίσιο των κανόνων της Εσωτερικής Αγοράς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάθε κράτος μέλος έχει την αρμοδιότητα να ορίσει νομοθετικά την πρόσβαση σε ένα συγκεκριμένο επάγγελμα από την κατοχή ειδικών επαγγελματικών προσόντων, τα οποία είναι τα επαγγελματικά προσόντα που αποκτώνται επί της εθνικής επικράτειας. Αυτό συνιστά εμπόδιο για την ελεύθερη κυκλοφορία των επαγγελματιών εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως επίλυση του εν λόγω προβλήματος, αρχικά υιοθετήθηκε η υπ' αριθμ. 89/48/ΕΟΚ Οδηγία του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, όπως τροποποιήθηκε με την οδηγία 2001/19 ΕΚ. Με την οδηγία αυτή θεσπίσθηκε, με σκοπό τη διευκόλυνση της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων και των υπηρεσιών, ένα σύστημα γενικής εφαρμογής για την αναγνώριση τίτλων τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ακολούθησε η οδηγία 92/51/ΕΟΚ του Συμβουλίου, η οποία θέσπισε ένα συμπληρωματικό γενικό σύστημα αναγνώρισης των επαγγελματικών σπουδών, με σκοπό να καλυφθούν τα επίπεδα εκπαίδευσης, τα οποία δεν καλύπτονταν από το σύστημα της οδηγίας 89/48/ΕΟΚ. Οι ανωτέρω οδηγίες αντικαταστάθηκαν (από 20- 10-2007) από την οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων και με σκοπό την καθιέρωση κανόνων που διευκολύνουν την αμοιβαία αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων μεταξύ των κρατών μελών. Σε εθνικό επίπεδο η προσαρμογή της Ελληνικής νομοθεσίας στην τελευταία αυτή οδηγία έγινε με το Προεδρικό Διάταγμα 38/2010 «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005, σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, και άλλες διατάξεις» (Α 78), όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, το οποίο ενσωματώνει τις Οδηγίες:α) 2005/36/ΕΚ «Οδηγία 2005/36/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 7ης Σεπτεμβρίου 2005 σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων», β) 2006/100/ΕΚ «Οδηγία 2006/100/ΕΚ του Συμβουλίου της 20ης Νοεμβρίου 2006 για την προσαρμογή ορισμένων οδηγιών στον τομέα της ελεύθερης κυκλοφορίας των προσώπων, λόγω της προσχώρησης της Βουλγαρίας και της Ρουμανίας» και γ) 2013/25/ΕΕ «Οδηγία 2013/25/ΕΕ του Συμβουλίου της 13ης Μαΐου 2013 για την προσαρμογή ορισμένων οδηγιών στον τομέα του δικαιώματος εγκατάστασης και ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, λόγω της προσχώρησης της Δημοκρατίας της Κροατίας», κατά το μέρος που οι δύο τελευταίες οδηγίες τροποποιούν την Οδηγία 2005/36/ΕΚ. Εξάλλου, με το άρθρο πρώτο παρ. Θ. υποπαρ. Θ.16 του Ν. 4093/2012 τροποποιήθηκε το ως άνω ΠΔ 38/2010 και καθορίστηκε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση της διάταξης αυτής, διαδικασία «για την, κατ' εφαρμογή της νομολογίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) (π.χ. υπόθεση ......), των σχετικών συστάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, καθώς και σε συμμόρφωση με τις συναφείς υποχρεώσεις που απορρέουν από το Μνημόνιο, εξέταση της επαγγελματικής ισοδυναμίας μεταξύ των γνώσεων και των προσόντων που πιστοποιούνται από τίτλους τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εκείνων που πιστοποιούνται από τίτλους του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος, όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ περί αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων, προκειμένου για την ανάληψη και άσκηση οικονομικής δραστηριότητας στην Ελλάδα από τους κατόχους των εν λόγω τίτλων, [η οποία] δύναται να αφορά μισθωτούς και αυτοαπασχολούμενους». Σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση της ως άνω ρύθμισης «επιχειρείται να καλυφθεί το θεσμικό κενό που παρουσιάζεται στις περιπτώσεις όπου, σύμφωνα και με τη νομολογία του ΔΕΕ, θα πρέπει να εξασφαλίζεται η απρόσκοπτη εφαρμογή των άρθρων των Ευρωπαϊκών Συνθηκών που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των εργαζομένων εντός της Ε.Ε. για την ανάληψη και άσκηση στην Ελλάδα οικονομικής δραστηριότητας νομοθετικά ρυθμιζόμενης ή μη, όταν δεν υφίσταται συναφές παράγωγο κοινοτικό δίκαιο ή όταν δεν πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις που τίθενται από το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο». Ειδικότερα, το ΠΔ 38/2010 προβλέπει στο άρθρο 1 παρ. 2, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο παρ. Θ υποπαρ. Θ.16 περ. 1 του Ν. 4093/2012 και, στη συνέχεια, η παρ. 2 αυτού με το άρθρο 30 παρ. 27α του Ν. 4111/2013 (Α' 18), ότι «Με το παρόν: 1. ... 2. Ρυθμίζονται οι προϋποθέσεις και η διαδικασία της αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλων τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης, τουλάχιστον τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης, όταν πρόκειται για πτυχίο πρώτου κύκλου σπουδών, μικρότερο τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης όταν πρόκειται για μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης και τουλάχιστον τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης όταν πρόκειται για διδακτορικό κύκλο σπουδών άλλων κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίοι δεν πληρούν τις προϋποθέσεις της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ σχετικά με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων», ενώ στο άρθρο 2, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο πρώτο παρ. Θ υποπαρ. Θ.16 περ. 2 του Ν. 4093/2012, ότι «1. Οι διατάξεις περί αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων βάσει της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ του παρόντος εφαρμόζονται σε κάθε υπήκοο κράτους - μέλους ο οποίος επιθυμεί να ασκήσει νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα στην Ελλάδα έχοντας αποκτήσει τα επαγγελματικά του προσόντα σε άλλο κράτος - μέλος είτε ως αυτοαπασχολούμενος είτε ως μισθωτός, συμπεριλαμβανομένων των ασκούντων ελευθέρια επαγγέλματα. 2. Όταν για ένα συγκεκριμένο νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα έχουν θεσπισθεί, με χωριστή κοινοτική νομοθετική πράξη, άλλες ειδικές ρυθμίσεις που σχετίζονται άμεσα με την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, δεν εφαρμόζονται οι αντίστοιχες διατάξεις του παρόντος διατάγματος. 3. Οι διατάξεις περί αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 1 του παρόντος διατάγματος εφαρμόζονται σε κάθε υπήκοο κράτους μέλους, ο οποίος, έχοντας αποκτήσει τίτλο τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης άλλου κράτους μέλους, δεν πληροί τις προϋποθέσεις εφαρμογής της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου. 4. Εξαιρούνται της εφαρμογής των διατάξεων περί αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου τα επαγγέλματα του Κεφαλαίου III του Τίτλου III για τα οποία, όταν δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Κεφαλαίου III του Τίτλου III (αναγνώριση βάσει του συντονισμού των ελάχιστων προϋποθέσεων εκπαίδευσης), εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του Κεφαλαίου I του Τίτλου III περί Γενικού συστήματος αναγνώρισης των τίτλων εκπαίδευσης». Περαιτέρω, στο άρθρο 3 παρ. 1 του ανωτέρω ΠΔ ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι «Για τους σκοπούς του παρόντος διατάγματος νοούνται ως α) «νομοθετικά ρυθμιζόμενο επάγγελμα»: η επαγγελματική δραστηριότητα ή το σύνολο επαγγελματικών δραστηριοτήτων των οποίων η ανάληψη, η άσκηση ή ένας από τους όρους άσκησης εξαρτάται άμεσα ή έμμεσα, δυνάμει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, από την κατοχή καθορισμένων επαγγελματικών προσόντων, ειδικότερα, όρο άσκησης συνιστά η χρήση επαγγελματικού τίτλου που περιορίζεται, βάσει νομοθετικών, κανονιστικών ή διοικητικών διατάξεων, μόνο σε όποιον κατέχει συγκεκριμένο επαγγελματικό προσόν... β) ... γ) ... δ) «αρμόδια αρχή»: οποιαδήποτε αρχή ή οργανισμός που έχει εξουσιοδοτηθεί ειδικά από τα κράτη μέλη να χορηγεί ή να παραλαμβάνει τους τίτλους εκπαίδευσης και άλλα έγγραφα ή πληροφορίες, καθώς και να παραλαμβάνει τις αιτήσεις και να λαμβάνει τις αποφάσεις που αναφέρονται στο παρόν διάταγμα ε) ... [ορισμοί ταυτόσημοι, κατά περιεχόμενο, με εκείνους του άρθρου 3 παρ. 1 της ως άνω οδηγίας]», ενώ στην παρ. 5 του ίδιου άρθρου, όπως η παρ. αυτή προστέθηκε με το άρθρο πρώτο παρ. Θ υποπαρ. Θ.16 περ. 4 του Ν. 4093/2012 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 παρ. 28α του Ν. 4111/2013, ότι «Για τους σκοπούς της παραγράφου 3 του άρθρου 2 νοείται ως «τίτλος τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης» ο αναγνωρισμένος τίτλος τουλάχιστον τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης, όταν πρόκειται για πτυχίο πρώτου κύκλου σπουδών, μικρότερο τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης όταν πρόκειται για μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης και τουλάχιστον τριετούς διάρκειας σπουδών και φοίτησης όταν πρόκειται για διδακτορικό κύκλο σπουδών, που απονέμεται από ίδρυμα τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης, σύμφωνα με την εθνική νομοθεσία κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης». Εξάλλου, το άρθρο 4 του ΠΔ 38/2010 ορίζει στη μεν παρ. 1, όπως η παρ. αυτή ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο πριν από την αντικατάστασή της από το άρθρο 1 παρ. 4 του ΠΔ 51/2017 (Α' 82), ότι «Η αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος παρέχει στο δικαιούχο τη δυνατότητα να αποκτήσει στην Ελλάδα πρόσβαση στο ίδιο επάγγελμα, για το οποίο διαθέτει τα προσόντα στο κράτος μέλος καταγωγής, και να το ασκεί στην Ελλάδα υπό τις ίδιες προϋποθέσεις με τους Έλληνες υπηκόους», στη δε παρ. 3, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με το άρθρο πρώτο παρ. Θ υποπαρ. Θ.16 περ. 5 του Ν. 4093/2012 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 30 παρ. 29 α, του Ν. 4111/2013, ότι «Η αναγνώριση επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλου τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης κράτους - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αυτόν που απονέμεται στο πλαίσιο του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 2 του παρόντος, παρέχει στον δικαιούχο τη δυνατότητα να αποκτήσει στην Ελλάδα πρόσβαση και να ασκήσει συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα ως μισθωτός ή αυτοαπασχολούμενος με τις ίδιες προϋποθέσεις και όρους με τους κατόχους των συγκρίσιμων τίτλων του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος, εκτός των περιπτώσεων που απαιτούνται αυξημένα ακαδημαϊκά προσόντα και ιδίως για θέσεις καθηγητών Α.Ε.Ι., ερευνητών και ειδικού επιστημονικού προσωπικού». Περαιτέρω, το ΠΔ 38/2010 καθορίζει στο Κεφάλαιο I του Τίτλου III, το οποίο επιγράφεται "Γενικό σύστημα αναγνώρισης των τίτλων εκπαίδευσης" (άρθρα ΙΟΙ 5), αντίστοιχα προς τις διατάξεις των άρθρων 10-15 της Οδηγίας 2005/36/ΕΚ, τις περιπτώσεις στις οποίες εφαρμόζεται το γενικό σύστημα αναγνώρισης των τίτλων εκπαίδευσης, τους τίτλοι εκπαίδευσης, την εξομοιούμενη με αυτούς εκπαίδευση, καθώς και τις προϋποθέσεις αναγνώρισής τους στο εν λόγω σύστημα, και, περαιτέρω, τις προϋποθέσεις υπό τις οποίες η αρμόδια αρχή επιτρέπεται να επιβάλλει στον αιτούντα την αναγνώριση αντισταθμιστικά μέτρα (πρακτική άσκησης προσαρμογής ή δοκιμασία επάρκειας). Ακόμη, το ΠΔ 38/2010 προβλέπει στο άρθρο 54 παρ. 1, όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο πρώτο παρ. Θ. υποπαρ. Θ.16 περ. 17 του Ν. 4093/2012, ότι «Αρμόδια αρχή για να δέχεται τις αιτήσεις των ενδιαφερομένων και να εκδίδει: α) τις αποφάσεις αναγνώρισης των επαγγελματικών προσόντων σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος διατάγματος, είτε επί τη βάσει του γενικού συστήματος αναγνώρισης των τίτλων εκπαίδευσης (Τίτλος III, Κεφάλαιο I), ... και β) τις αποφάσεις αναγνώρισης της επαγγελματικής ισοδυναμίας των τίτλων τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης της παραγράφου 3 του άρθρου 2 είναι το Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων (ΣΑΕΠ)», στο άρθρο 55 αυτού, όπως το άρθρο αυτό ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο πρώτο παρ. Θ. υποπαρ. Θ.16 περ. 20 του Ν. 4093/2012 και πριν από την τροποποίησή του από το άρθρο 80 παρ. 3 του Ν. 4485/2017 (Α' 114), ότι «1. Συνιστάται στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού συλλογικό όργανο με την ονομασία «Συμβούλιο Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων», το οποίο λαμβάνει αποφάσεις για: α) την αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων, ... β) την αναγνώριση της επαγγελματικής ισοδυναμίας των τίτλων τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του παρόντος διατάγματος. 2. Στις αρμοδιότητες του Συμβουλίου ανήκουν ιδίως: ... γ) Η έκδοση απόφασης: ί) για την αναγνώριση ή μη των επαγγελματικών προσόντων επί τη βάσει των προσκομιζόμενων τίτλων ...Η) για την αναγνώριση ή μη της επαγγελματικής ισοδυναμίας των γνώσεων και των προσόντων που πιστοποιούνται από τίτλο κράτους-μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης προς τα πιστοποιούμενα με τίτλο που απονέμεται στο πλαίσιο του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 2...», και, τέλος, στο άρθρο 57Α, όπως το άρθρο αυτό προστέθηκε με την παρ. Θ υποπαρ. Θ.16 περ. 24 του Ν. 4093/2012, ότι «Ι. Στο πλαίσιο της διαδικασίας της παραγράφου 3 του άρθρου 2 του παρόντος το Συμβούλιο δύναται να απαιτεί την υποβολή του αιτούντος σε γραπτή δοκιμασία εφόσον η εκπαίδευση που έχει λάβει αφορά ουσιωδώς διαφορετικά γνωστικά αντικείμενα από εκείνα που καλύπτονται από τους τίτλους που απονέμονται στο πλαίσιο του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος ή/και εφόσον η διάρκεια της εκπαίδευσης του υπολείπεται χρονικά από εκείνη που απαιτείται στην Ελλάδα. 2. Με απόφαση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού καθορίζονται οι όροι, οι προϋποθέσεις και κάθε άλλη απαραίτητη λεπτομέρεια αναφορικά με τη πραγματοποίηση της γραπτής δοκιμασίας». Κατά δε το άρθρο 53 του ΠΔ 38/2010, έως την 7-5-2019, οπότε τέθηκαν σε ισχύ οι διατάξεις των άρθρων 98 και 99 του Ν. 4610/2019 [με το Ν. 4610/2019 καταργήθηκε το ΣΑΕΠ και συστήθηκε το ΑΤΕΕΝ, Αυτοτελές Τμήμα Εφαρμογής της Ευρωπαϊκής Νομοθεσίας του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων αιτήσεις και εκδίδει τις αποφάσεις το οποίο δέχεται για αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων (εφόσον δεν υφίστανται επαγγελματικές οργανώσεις οργανωμένες ως ΝΠΔΔ) των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και αναγνώριση επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλων σπουδών των κρατών - μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή τρίτων χωρών], μόνο αρμόδιο διοικητικό όργανο για την αναγνώριση τόσο των επαγγελματικών προσόντων όσο και της επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλων σπουδών πανεπιστημιακών ιδρυμάτων του εξωτερικού και ιδίως της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ακόμη και για τα μη νομοθετικά ρυθμιζόμενα επαγγέλματα, προκειμένου να επέλθουν οι εκ του νόμου προβλεπόμενες συνέπειες, ως προς τους όρους παροχής εργασίας, θεσπίστηκε το Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων (ΣΑΕΠ), το οποίο υπαγόταν στο Υπουργείο Παιδείας και Θρησκευμάτων. Ήτοι, αρμόδιος κυρίως φορέας για την αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων για τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ήταν το ΣΑΕΠ (δια του Τμήματος Δ' Αναγνωρίσεως Επαγγελματικών Προσόντων της Διεύθυνσης Ευρωπαϊκής Ένωσης της Γενικής Διεύθυνσης Ευρωπαϊκών και Διεθνών Εκπαιδευτικών Θεμάτων του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, Πολιτισμού και Αθλητισμού (ΣΑΕΠ) [ίδ. όμως και Περιφέρειες για τους Ιατρούς, Οδοντίατρους, Φαρμακοποιούς, Νοσηλευτές, Μαίες, Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας για τους Αρχιτέκτονες και Μόνιμη Επιτροπή του άρθρου 4 ΠΔ 122 (ΦΕΚ 200/Α/30-11-2010) η οποία έχει έδρατην Αθήνα και λειτουργεί στα Γραφεία του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (Δ.Σ.Α.) για τους δικηγόρους).

Τέλος, όπως γίνεται δεκτό (βλ. ΣτΕ 4880/2012, σκ.5,με περαιτέρω παραπομπές στη νομολογία του ΔΕΚ, 207/2012 σκ.8., πρβλ. και ΣτΕ 3286/1989 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) στο σύστημα αμοιβαίας αναγνώρισης διπλωμάτων, που θεσπίστηκε αρχικά με την Οδηγία 89/48/ΕΟΚ του Συμβουλίου και ήδη με την Οδηγία 2005/36/ΕΚ, ένας τίτλος σπουδών δεν αναγνωρίζεται λόγω της ουσιαστικής αξίας της εκπαίδευσης που πιστοποιεί, αλλά διότι επιτρέπει την πρόσβαση σε νομικώς κατοχυρωμένο επάγγελμα στο κράτος - μέλος, στο οποίο αποκτήθηκε ή αναγνωρίστηκε ο εν λόγω τίτλος. Το γεγονός αυτό διαφοροποιεί την εν λόγω αναγνώριση από την ακαδημαϊκή αναγνώριση του τίτλου σπουδών (βλ. και σε ΔΕΚ απόφαση της 23-10-2008, Επιτροπή κατά Βασιλείου της Ισπανίας C-286/06 σκ. 64), κατά την οποία ο σκοπός, οι προϋποθέσεις, η διαδικασία ως και το αρμόδιο για την αναγνώριση όργανο, όπως προδιαγράφονται κατά βάση στις διατάξεις του Ν.3328/2005, διαφοροποιούνται σε σχέση με την αναγνώριση τίτλου σπουδών για επαγγελματική χρήση. Το αυτό συμβαίνει και κατά την αναγνώριση επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλου σπουδών στις περιπτώσεις που προβλέπουν οι διατάξεις του ΠΔ 38/2010, κατά την οποία, επίσης όπως και επί αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων, δεν εξετάζονται οι θεσμοθετημένες προϋποθέσεις για την ακαδημαϊκή αναγνώριση του τίτλου.

VI. Από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα τα οποία οι διάδικοι που δεν επιμελήθηκαν της εξέτασης μαρτύρων στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, νόμιμα με επίκληση προσκομίζουν, για να χρησιμεύσουν είτε, ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων [μεταξύ των οποίων α) τα επαναπροσκομιζόμενα ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου με επίκληση εκ μέρους του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου έγγραφα τα οποία λαμβάνονται υπόψη ως νέα αποδεικτικά μέσα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠολΔ, παρότι δεν λήφθηκαν υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και αποκρούσθηκαν, διότι κρίθηκε ότι προσκομίστηκαν ανεπίτρεπτα με την προσθήκη των προτάσεών (ήτοι τα υπ' αριθ. σχετ. 22 και επόμ. της προσθήκης αυτού έγγραφα) καθώς δεν αφορούσαν στην αντίκρουση αυτοτελών ισχυρισμών της εναγομένης, αφού ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 529 ΚΠολΔ, θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτοδίκως, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτοδίκως αλλά ήταν απαράδεκτα, ενώ είναι αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο (ΑΠ 484/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), β) τα έγγραφα που προσάγονται για πρώτη φορά ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ και γ) το υπ'αριθμ. σχετ. 5α συνταχθέν στην αγγλική γλώσσα έγγραφο, ήτοι το πτυχίο από το πανεπιστήμιο ... ... που προσκομίζει ο εφεσίβλητος, χωρίς να υποβάλλεται μαζί και επίσημη μετάφρασή του επικυρωμένη από το υπουργείο εξωτερικών ή άλλο αρμόδιο κατά νόμο πρόσωπο κατά το άρθρο 454 του ΚΠολΔ, ως μη πληρούν τους όρους του νόμου (ΑΠ 884/2005, ΕλλΔνη 2006.1102), το οποίο το Δικαστήριο λαμβάνει υπ όψιν και εκτιμά ελεύθερα κατ' άρθρο 340 παρ.ίεδ.β' ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 του Ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α' 87/23-7-2015), και μετά την κατάργηση με το νόμο αυτό του άρθρου 270 ΚΠολΔ, και συνεπεία της κατάργησης των άρθρων 650 παρ.1 και 671 παρ. 1 ΚΠολΔ με τον ίδιο νόμο τα ανωτέρω ισχύουν, τόσο στην τακτική διαδικασία, όσο και στις ειδικές διαδικασίες] σε μερικά, από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα απολύτως κατά την εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής τα οποία το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη (άρθρο 336 παρ.4 σε συνδ. με το άρθρο 591 παρ.1 ΚΠολΔ), καθώς και από τις ομολογίες των διαδίκων που διαλαμβάνονται στις έγγραφες προτάσεις τους (άρθρα 261 παρ. 1 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη τραπεζική εταιρεία ως μόνιμος υπάλληλος στον Τεχνικό Κλάδο την 1 5-7-2003 και υπηρετεί συνεχώς από τότε μέχρι σήμερα στη Διεύθυνση Τεχνικής και Διοικητικής Υποστήριξης αυτής. Ειδικότερα, λόγω αναγνώρισης του χρόνου προϋπηρεσίας του, ως ημερομηνία πρόσληψης για τη βαθμολογική του εξέλιξη στην εναγομένη ορίσθηκε η 15- 1-2001 με το βαθμό του δόκιμου εργοδηγού και στη συνέχεια εξελίχθηκε βαθμολογικά, προαχθείς από 1-4-2003 ως βοηθός εργοδηγός, από 1-4-2007 ως εργοδηγός Β', από 1-4-2012 ως εργοδηγός Α' και από 1-4-2017 ως Αρχιεργοδηγός. Επίσης, από τις 20-4-2015 είναι αναπληρωτής προϊστάμενος της Υπηρεσίας Μηχανολογικών Εγκαταστάσεων του Τμήματος Συντήρησης Ηλεκτρομηχανολογικών Εγκαταστάσεων Κεντρικών και Περιφερειακών Μονάδων. Οι προαναφερθείσες δε προαγωγές του (πλην της τοποθέτησής του ως αναπληρωτή προϊσταμένου) γίνονταν κατόπιν συμπλήρωσης του προβλεπόμενου σύμφωνα με τον Κανονισμό της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των υπαλλήλων της εναγομένης (άρθρο 12°), ήτοι δύο ετών στο βαθμό του Δόκιμου Εργοδηγού, τεσσάρων ετών στο βαθμό του Βοηθού Εργοδηγού, πέντε ετών στο βαθμό του Εργοδηγού Β' και πέντε ετών στο βαθμό του Εργοδηγού Α'. Σύμφωνα δε με τον ίδιο ως άνω Κανονισμό, απαιτείται παραμονή πέντε τουλάχιστον ετών στο βαθμό του Αρχιεργοδηγού για την προαγωγή στον επόμενο βαθμό του Αρχιεργοδηγού - Προϊσταμένου. Κατά την πρόσληψή του ο ενάγων ήταν κάτοχος απολυτηρίου Λυκείου και αδείας ασκήσεως επαγγέλματος Μηχανοτεχνίτη, βάσει δε των τυπικών του αυτών προσόντων καθορίστηκαν οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του και η προαναφερθείσα υπηρεσιακή του κατάσταση. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το Μάρτιο του έτους 2005, ο ενάγων ολοκλήρωσε με επιτυχία τις εξ αποστάσεως σπουδές του στο Ίδρυμα Τυπικής Ανώτατης Εκπαίδευσης από το Πανεπιστήμιο .... της Πολιτείας .... των Η.Π.Α. και έλαβε το πτυχίο «Bachelor of Science in Business Administration» το οποίο στις 3-1 1-2006 κατέθεσε στη Διεύθυνση Διοικητικού - Τμήμα Εξέλιξης Προσωπικού της εναγομένης, προκειμένου να τύχει της προβλεπομένης βαθμολογικής και μισθολογικής του εξέλιξης βάσει του εσωτερικού Κανονισμού της. Εν συνεχεία δε, το έτος 2012, η εναγομένη ζήτησε από όλους τους υπαλλήλους της την κατάθεση βιογραφικών σημειωμάτων, στο οποίο ο ενάγων συμπεριέλαβε τον ως άνω τίτλο σπουδών του, ο οποίος τελικά καταχωρήθηκε στο μητρώο αυτού στις 18-4-2012. Εξάλλου, στις 26-1-2018 κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα η από 18-1-2018 απόφαση αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας του Συμβουλίου Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων (ΣΑΕΠ) του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, δυνάμει της οποίας αναγνωρίσθηκε η επαγγελματική ισοδυναμία του ως άνω τίτλου σπουδών του, με τους απονεμόμενους τίτλους των Τμημάτων Διοίκησης Επιχειρήσεων των Ελληνικών Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων στο πλαίσιο του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος, με τους όρους και τις προϋποθέσεις της ισχύουσας στην Ελλάδα νομοθεσίας. Στις 7-2-2018 ο ενάγων κατέθεσε την εν λόγω απόφαση του ΣΑΕΠ στη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού και Οργάνωσης - Τμήμα Ανθρώπινου Δυναμικού της εναγομένης και ζήτησε να προβεί αυτή στις δέουσες ενέργειες, προκειμένου να του αναγνωρισθεί η προβλεπόμενη από τον Κανονισμό αυτής αναδρομική μισθολογική και βαθμολογική του προώθηση. Ωστόσο, παρά την εκ μέρους του ενάγοντος προσκόμιση της ως άνω απόφασης του ΣΑΕΠ στην εναγομένη, η τελευταία, δυνάμει του υπ' αριθ. πρωτ. ... εγγράφου της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού και Οργάνωσης - Τμήμα Ανθρώπινου Δυναμικού ζήτησε προς εξέταση της ως άνω από 7-2-2018 αίτησης του ενάγοντος, να προσκομίσει έγγραφο του ... ..., από το οποίο να προκύπτουν: α) τα μαθήματα τα οποία παρακολούθησε κατά τη διάρκεια της φοίτησής του, β) η διάρκεια της φοίτησης με βάση το σχετικό πρόγραμμα σπουδών και γ) οι πιστωτικές μονάδες που αντιστοιχούν στο συγκεκριμένο πρόγραμμα σπουδών, και δη χωρίς να χορηγηθεί στον ενάγοντα οποιαδήποτε εξήγηση ή αιτιολογία για το λόγο που η εναγομένη έκρινε απαραίτητα τα εν λόγω στοιχεία. Σημειωτέου δε ότι σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1. 2. 3, 4 και 55 του ΠΔ 38/2010, εφόσον δυνάμει της ως άνω απόφασης του ΣΑΕΠ αναγνωρίσθηκε η επαγγελματική ισοδυναμία του επίδικου τίτλου σπουδών του ενάγοντος με τους απονεμόμενους τίτλους των Τμημάτων Διοίκησης Επιχειρήσεων των Ελληνικών Ανώτατων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων, με αυτήν ο ενάγων εξομοιώθηκε επαγγελματικά και του παρασχέθηκε η δυνατότητα να απασχοληθεί και στην Ελλάδα ως μισθωτός, με τις ίδιες προϋποθέσεις και όρους με τους κατόχους συγκρίσιμων τίτλων του ημεδαπού εκπαιδευτικού συστήματος. Σε απάντηση του ανωτέρω εγγράφου και σε συνέχεια της από 7-2-2018 αίτησής του, ο ενάγων επανήλθε με την από 20-4-2018 αίτησή του με την οποία ζητούσε να σταματήσει άμεσα η ως άνω συμπεριφορά, ως αντισυμβατική ήτοι ως αντίθετη στο άρθρο 12 του Οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας και παράνομη ως αντίθετη προς την καλή πίστη, αφού παρείχε τις υπηρεσίες του ως πτυχιούχος, χωρίς να έχει την ανάλογη αμοιβή και εξέλιξη, την αρχή της ίσης μεταχείρισης που αποτελεί αναγκαστικού δικαίου διάταξη, και τις διατάξεις του ΠΔ 38/2010 που είναι αυξημένης τυπικής ισχύος και εντός των επόμενων 10 ημερών να τύχει της προβλεπόμενης μισθολογικής και βαθμολογικής εξέλιξης, επιφυλασσόμενος σε διαφορετική περίπτωση να προσφύγει στα αρμόδια Δικαστήρια και να αναζητήσει ευθύνες πάσης φύσεως για την αποκατάσταση κάθε ζημίας του. Έκτοτε ο ενάγων ουδεμία απάντηση έλαβε, γεγονός που τον οδήγησε στην από 21-5-2018 αίτηση με την οποία σε συνέχεια των από 7-2-2018 και 20-4-2018 αιτήσεών του ζήτησε και πάλι να έχει άμεσα την ανάλογη των προσόντων του αναδρομική βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη βάσει της προβλεπόμενης πλασματικής προώθησης για υπαλλήλους κατόχους πτυχίων ΑΕΙ σε συνδυασμό με τα έτη υπηρεσίας του, ήτοι καταβολή του αναλογούντος βασικού μισθού μετά των αναλογούντων προσαυξήσεων των επιδομάτων και των εν γένει αποδοχών του και καταβολή αντίστοιχου του τίτλου του ως ισότιμου με ΑΕΙ επιστημονικού επιδόματος. Περαιτέρω, αιτήθηκε να του χορηγηθεί αναδρομικά και το επίδομα ξένης γλώσσας, διότι ως κάτοχος πτυχίου ιδρύματος ανώτατης εκπαίδευσης της αλλοδαπής αποδεικνύεται άνευ ετέρου η άριστη γνώση της ξένης γλώσσας στην οποία διδάσκονται τα μαθήματα, εν προκειμένω της αγγλικής γλώσσας. Παράλληλα, προσέφυγε και στο Σύμβουλο Δεοντολογίας της εναγομένης παραπονούμενος για την προπεριγραφείσα συμπεριφορά της καθώς και για τη μη απάντηση στα εύλογα και νόμιμα αιτήματά του και κυρίως για τη μη εξήγηση των λόγων και της νομικής τεκμηρίωσης δυνάμει της οποίας του ζητήθηκαν στοιχεία σχετιζόμενα με τις σπουδές του. Σε απάντηση της αναφοράς αυτής έλαβε από το Σύμβουλο Δεοντολογίας την από 21-6-2018 επιστολή με την οποία ενημερώθηκε ότι μεταξύ άλλων αναφέρθηκε στην αρμόδια διεύθυνση ότι από τον Κώδικα Δεοντολογίας προκύπτει ότι κάθε αρμόδιο ιεραρχικό όργανο έχει υποχρέωση να απαντά με την απαιτούμενη τεκμηρίωση και σε εύλογο χρονικό διάστημα σε αιτήματα ή αιτιάσεις υπαλλήλων ιδίως σε εκείνα που υποβάλλονται γραπτά και σχετίζονται με υπηρεσιακά ζητήματα. Η υποχρέωση αυτή δεν εξαντλείται σε εφάπαξ επικοινωνία εφόσον υποβληθούν νέα στοιχεία ή αιτήματα. Σημειώθηκε δε ότι τα προαναφερόμενα στοιχεία που του ζητήθηκαν αποτελούν προσωπικά του δεδομένα, συνεπώς υπάρχει υποχρέωση για παροχή σχετικών εξηγήσεων αναφορικά με τη νομική βάση του αιτήματος του, σύμφωνα με τις διατάξεις του νομοθετικού πλαισίου για τα προσωπικά δεδομένα, όπως ίσχυαν τόσο κατά το χρόνο που έλαβε χώρα η αρχική επικοινωνία όσο και κατά το χρόνο αναφοράς του (GDPR). Εν τέλει η εναγομένη απέστειλε στον ενάγοντα την από 10-8-2018 απάντηση με την οποία του έγινε γνωστό ότι προσμετρήθηκε σε αυτόν βαθμολογικά και μισθολογικά πλασματικός χρόνος τριών ετών στο βαθμό του Αρχιεργοδηγού, και συνεπώς η ημερομηνία προαγωγής του στον ως άνω βαθμό καθίσταται η 1-4-2014 και ότι το επίδομα ξένης γλώσσας χορηγείται εφόσον οι σπουδές σε αναγνωρισμένο ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην ξένη γλώσσα έχουν πραγματοποιηθεί στην αλλοδαπή, ενώ ο ενάγων απευθυνόμενος στην εναγομένη και στην αρμόδια διεύθυνση ανθρωπίνου δυναμικού, δια της από 26-1 1-2018 αποσταλείσας εκ νέου αίτησης - αναφοράς κοινοποιούμενης στο γραφείο του Διοικητή, στη διεύθυνση Νομικών Υπηρεσιών, στο Σύμβουλο Δεοντολογίας και στα συνδικαλιστικά όργανα (Σύλλογο Υπαλλήλων της ... και Σύλλογο Επιστημονικού Προσωπικού ...) διαμαρτυρήθηκε για την ανωτέρω απόφαση της εναγομένης η τελευταία δε μέχρι και την άσκηση της αγωγής, δεν αναγνώρισε τον αιτούμενο από τον ενάγοντα χρόνο τετραετούς πλασματικής υπηρεσίας από 18-4-2012, ήτοι από την καταχώρηση του ανωτέρω πτυχίου του στο μητρώο της. Η εναγομένη, αρνούμενη αιτιολογημένα την αγωγή, ισχυρίστηκε πρωτοδίκως, ισχυρισμό τον οποίο επαναφέρει και ως εκκαλούσα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με τον πρώτο λόγο της έφεσης, παραπονούμενη για εσφαλμένη εφαρμογή των άρθρων 1, 2, 3, 4 και 55 του ΠΔ 38/2010 και των άρθρων 12 παρ. 1 και 16 στοιχ. IV του Οργανισμού της Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της βαθμολογικής και μισθολογικής τάξεως των υπαλλήλων της από την εκκαλουμένη απόφαση, ότι στην προκειμένη περίπτωση επρόκειτο για αναγνώριση επαγγελματικής και μόνο ισοδυναμίας και όχι για αναγνώριση (ακαδημαϊκής) ισοτιμίας του τίτλου σπουδών του ενάγοντος, ενώ σύμφωνα με την ακριβή διατύπωση του άρθρου 12 του ως άνω Οργανισμού (Κεφάλαιο: «ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΣΜΕΤΡΗΣΕΙΣ», σελ. 23) απαραίτητο για την αναγνώριση και προσμέτρηση πρόσθετου χρόνου υπηρεσίας «τεσσάρων (4) ετών» είναι το «Πτυχίο Ανώτατης Πανεπιστημιακής Σχολής ή ισότιμης Σχολής, της χώρας μας ή του εξωτερικού», με συνέπεια κατά τις εσωτερικές διατάξεις της, κρίσιμο στοιχείο για την αναγνώριση του τετραετούς πρόσθετου χρόνου υπηρεσίας είναι όχι τα επαγγελματικά δικαιώματα που συνεπάγεται η κατοχή του συγκεκριμένου πτυχίου, αλλά η (ακαδημαϊκή) ισοτιμία αυτού με πτυχίο Ανώτατης Πανεπιστημιακής Σχολής της χώρας. Επί του ισχυρισμού αυτού και με δεδομένο ότι πράγματι όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων, αιτούμενος την πλασματική αναγνώριση των τεσσάρων ετών υπηρεσίας του, δεν προσκόμισε απόφαση του αρμοδίου οργάνου αναγνώρισης ακαδημαϊκής ισοτιμίας του πτυχίου του ΔΟΑΤΑΠ, αλλά μόνο επαγγελματικής από το ΣΑΕΠ, λεκτέα τα επόμενα: Από τις προαναφερθείσες στα κεφάλαια «IV» και «V i και ίί» της μείζονας της παρούσας σκέψης διατάξεις, ερμηνευόμενες αυτοτελώς και σε συνδυασμό μεταξύ τους, συνάγεται ότι η αναγνώριση των τίτλων Σπουδών της Αλλοδαπής, ως «ισότιμων» ή «ισότιμων και αντίστοιχων» με τους απονεμόμενους από τα ΑΕΙ της ημεδαπής, αποτελούσε αρμοδιότητα του ΔΙΚΑΤΣΑ, υπό την ισχύ του Ν. 741/1977 και ήδη, υπό την ισχύ του Ν. 3328/2005, αποτελεί αρμοδιότητα του ΔΟΑΤΑΠ, ενώ η διαδικασία αναγνωρίσεως τίτλου σπουδών εκπαιδευτικού ιδρύματος της αλλοδαπής ως ισοτίμου με πτυχίο ελληνικού ανωτάτου εκπαιδευτικού ιδρύματος (ΑΕΙ) συνίσταται από τα εξής στάδια. Στο πρώτο στάδιο κρίνεται αν το αλλοδαπό εκπαιδευτικό ίδρυμα, στο οποίο φοίτησε ο ενδιαφερόμενο και το οποίο χορήγησε τον υπό αναγνώριση τίτλο σπουδών, είναι ομοταγές, αν δηλαδή, από την άποψη του είδους και του περιεχομένου των παρεχόμενων σε αυτό γνώσεων καθώς και από την άποψη των προσόντων των διδασκόντων και των προϋποθέσεων της εισαγωγής των σπουδαστών σε αυτό, ανήκει στην ανώτατη βαθμίδα εκπαιδεύσεως και μάλιστα στον ίδιο ή ομοειδή κύκλο επιστημών. Εφ' όσον το ομοταγές του αλλοδαπού εκπαιδευτικού ιδρύματος αναγνωρισθεί, έπεται το (δεύτερο) στάδιο, κατά το οποίο κρίνεται το ισότιμο του αλλοδαπού τίτλου σπουδών, αν δηλαδή αυτό, αφ' ενός αποκτήθηκε με διαδικασία και ουσιαστικές προϋποθέσεις (π.χ. διάρκεια σπουδών, τρόπος διδασκαλίας, σημασία και τρόπος εξετάσεως ή άλλης δοκιμασίας για προαγωγή ή αποφοίτηση των σπουδαστών) ανάλογες με αυτές που ισχύουν στην Ελλάδα και που αποδεικνύουν ότι ο τίτλος σπουδών είναι πράγματι της αυτής επιστημονικής αξίας και του αυτού επιπέδου με τους τίτλους σπουδών των ελληνικών ΑΕΙ, και αφ' ετέρου όλες οι σπουδές που ήγαγαν στη λήψη του αλλοδαπού τίτλου σπουδών έχουν πραγματοποιηθεί σε ομοταγές, προς τα ελληνικά, αλλοδαπό εκπαιδευτικό ίδρυμα και, πάντως, το ήμισυ αυτών στο εκπαιδευτικό ίδρυμα που χορήγησε τον υπό αναγνώριση τίτλο σπουδών. Εξ άλλου, αλλοδαπός τίτλος σπουδών, που αναγνωρίσθηκε ως ισότιμος με συγκεκριμένο πτυχίο ελληνικού ΑΕΙ, δύναται να αναγνωρισθεί και ως αντίστοιχος προς το πτυχίο αυτό, αν δηλαδή αντιπροσωπεύει το ίδιο, κατά βάση, περιεχόμενο γνώσεων, το οποίο αντιπροσωπεύει το πτυχίο του ελληνικού ΑΕΙ, προς το οποίο κρίνεται η ισοτιμία του (ΣτΕ 570/2010, 3388/2009, 476/2003, 1462/2003, 270/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην αρμοδιότητα, εξάλλου, του ΔΙΚΑΤΣΑ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 του Ν. 2190/1994 (όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 2527/1997 και το άρθρο 28 παρ. 18 του Ν. 2738/1999) και του ΔΟΑΤΑΠ, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 8 περ. δ' του Ν. 3328/2005, ανήκει και η απόφανση για την αντιστοιχία της βαθμολογικής ή αξιολογικής κλίμακας των αναγνωριζόμενων ως «ισότιμων» και «ισότιμων και αντίστοιχων» αλλοδαπών τίτλων σπουδών με τη βαθμό λογική ή αξιολογική κλίμακα των ημεδαπών τίτλων. Στην προκειμένη περίπτωση, από τη γραμματική διατύπωση των ανωτέρω διατάξεων του άρθρου 12 του Οργανισμού της Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της εναγομένης Τράπεζας Ελλάδος, ερμηνευόμενες σε συνδυασμό και με τις ισχύουσες κατά τον κρίσιμο χρόνο διατάξεις του Ν. 3328/2005 περί ΔΟΑΤΑΠ σαφώς συνάγεται ότι προκειμένου να αναγνωρισθεί σε υπάλληλο της εναγομένης πρόσθετος χρόνος υπηρεσίας τεσσάρων ετών που προσμετρείται στο βαθμό που κατέχει βάσει πτυχίου ή διπλώματος ΑΕΙ της αλλοδαπής απαιτείται αυτό να είναι ισότιμο προς τα αντίστοιχα απονεμόμενα πτυχία των Ελληνικών ημεδαπών ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (ΑΕΙ). Ως ισοτιμία δε του αλλοδαπού τίτλου σπουδών στην προκειμένη διάταξη του άρθρου 12 νοείται, εκείνη που εκδίδεται στο πλαίσιο της ακαδημαϊκής αναγνώρισης του τίτλου η οποία αναγνωρίζεται με απόφαση του ΔΟΑΤΑΠ, [ο οποίος μάλιστα δύναται να απαιτήσει επιπλέον επιτυχή εξέταση σε συμπληρωματικό αριθμό μαθημάτων σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της ημεδαπής] και τούτο διότι μέχρι τουλάχιστον και την έκδοση του ΠΔ · 38/2010 η πράξη της ακαδημαϊκής αναγνώρισης ήταν αυτή που ισχυροποιούσε νομικά τον αλλοδαπό τίτλο σπουδών, εξομοιώνοντάς τον με τον ημεδαπό, ώστε να έχει τις ίδιες με αυτόν έννομες συνέπειες. Τούτο, διότι κατά τη διαδικασία έρευνας της ύπαρξης ή μη της ακαδημαϊκής ισοτιμίας του ως άνω τίτλου σπουδών εξετάζονταν οι προϋποθέσεις εκείνες που κατά νόμον έπρεπε να συντρέχουν ως στοιχεία της επιστημονικής αξίας και του επιπέδου των τίτλων σπουδών και η διαπίστωση των οποίων (στοιχείων) εκ μέρους του αρμοδίου οργάνου οδηγούσε στην έκδοση της οικείας βεβαίωσης ισοτιμίας (βλ. Δ. Στράνη - I. Πρασσά,Η Αναγνώριση Αλλοδαπών Ακαδημαϊκών Δικαιωμάτων Δεδομένου όμως ότι με τη σελ. 44, 45 και 85, 86).

Η διάταξη του άρθρου 12 σε συνδυασμό και με τη διάταξη του άρθρου 15 του Οργανισμού της εναγομένης, όπως αυτές αναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη του κεφαλαίου «IV» της παρούσας και σύμφωνα με τις οποίες η απόκτηση κατά τα άρθρα αυτά βαθμολογικού πλεονεκτήματος και συνακόλουθα μισθολογικού συνιστά προϋπόθεση άσκησης της οικονομικής δραστηριότητας του μισθωτού (υπαλλήλου) της εναγόμενης που κατέχει την αντίστοιχη θέση, υπό την έννοια ότι το βαθμολογικό αυτό πλεονέκτημα συνάπτεται με την ικανοποίηση του δικαιώματος του ως υπαλλήλου, αφενός για τη βαθμολογική και μισθολογική του εξέλιξη και αφετέρου με την απόκτηση δυνατότητας να ασκήσει καθήκοντα στην υπηρεσία του που προϋποθέτουν την κατοχή συγκεκριμένου ανώτερου βαθμού, όπως στην προκειμένη περίπτωση, η εκ μέρους της (εναγομένης) «σωρρευτική», όπως λανθασμένως υπολαμβάνει, στην περίπτωση χορήγησης επαγγελματικής ισοδυναμίας στον τίτλο του ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της αλλοδαπής, κατοχή πράξεως και ακαδημαϊκής ισοτιμίας του ίδιου τίτλου ως προϋπόθεση για την ευδοκίμηση του αιτήματος αναγνώρισης τετραετούς πλασματικής βαθμολογικής προώθησης, έρχεται πλέον σε αντίθεση με τις διατάξεις του ΠΔ 38/2010 και ειδικότερα με τα δικαιώματα που, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, διασφαλίζονται με αυτές για τους κατόχους τίτλων σπουδών τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης αλλοδαπών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων αναγνωρισμένων αρμοδίως στην Ελλάδα ως επαγγελματικά ισοδύναμων (ιδ. σχ. και σε ΓνΝσΚ 276/201 5 δημ. στην επίσημη ιστοσελίδα του ΝσΚ, με την οποία κρίθηκε ομόφωνα ότι ο μεταπτυχιακός ή διδακτορικός τίτλος σπουδών, για τον οποίο προσκομίζεται βεβαίωση επαγγελματικής ισοδυναμίας από το ΣΑΕΠ, όχι όμως και βεβαίωση ισοτιμίας από το ΔΟΑΤΑΠ, μπορεί να ληφθεί υπόψη και να αξιολογηθεί για τη βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη του υπαλλήλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ.4 του Ν. 4024/2011). Συνεπώς εφόσον ο ενάγων προσκόμισε, όπως αποδείχθηκε την από 18-1-2018 απόφαση αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας του ΣΑΕΠ του τίτλου σπουδών του, που αυτός απέκτησε από το ανωτέρω Πανεπιστήμιο των ΗΠΑ, δεν μπορούσε να αποτελέσει νόμιμο αιτιολογικό έρεισμα απόρριψης του σχετικού αιτήματος του ενάγοντος, η απαίτηση εκ μέρους της (εναγομένης) αναγνώρισης ακαδημαϊκής ισοτιμίας του ιδίου τίτλου του και συνακόλουθα ο ισχυρισμός της περί του ότι δεν μπορεί να αναγνωριστεί στον ενάγοντα χρόνος πρόσθετης υπηρεσίας τεσσάρων ετών, καθώς η διάρκεια της φοίτησής του ήταν τριών ετών, αφού στο άρθρο 12 του Οργανισμού της (εναγομένης), ορίζεται ότι για την αναγνώριση πρόσθετου χρόνου υπηρεσίας τεσσάρων (4) ετών πρέπει ο υπάλληλος να προσκομίσει πτυχίο Ανώτατης Πανεπιστημιακής Σχολής ή ισότιμης σχολής της χώρας μας ή του εξωτερικού και στην προκειμένη περίπτωση ο προσκομιζόμενος από τον ενάγοντα τίτλος σπουδών έχει αναγνωριστεί ως επαγγελματικά ισοδύναμος όπως αποδείχθηκε με την από 18-1-2018 απόφαση αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας του αρμοδίου προς τούτο οργάνου ΣΑΕΠ σύμφωνα με τις διατάξεις του ΠΔ 38/2010, αφού με αυτό τον τρόπο η εναγόμενη δημιουργεί εις βάρος του κατόχου του τίτλου ενάγοντος, κατάσταση άνισης μεταχείρισης σε σχέση προς τους κατόχους συγκρίσιμων τίτλων σπουδών τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης ελληνικού εκπαιδευτικού ιδρύματος, δοθέντος ότι απαιτεί από αυτόν (ενάγοντα) τη συνδρομή μίας επιπλέον προϋπόθεσης (αναγνώρισης ακαδημαϊκής ισοτιμίας του τίτλου) κατά την άσκηση της δραστηριότητας του ως υπαλλήλου της. Οι διατάξεις δε του ΠΔ 38/2010, ως διατάξεις αυξημένης τυπικής ισχύος λόγω προσαρμογής με αυτές της ελληνικής νομοθεσίας προς την Οδηγία 2005/36/ΕΚ, υπερισχύουν των διατάξεων κοινών νόμων και κανονιστικών πράξεων (Βλ. Ε. Σπηλιωτόπουλου: Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου 2007, τόμ.Ι σελ.89, ΝΣΚ. 336/2006) και επομένως εν προκειμένω και των διατάξεων του Κανονισμού της εναγομένης, στο βαθμό που οι τελευταίες αυτές διατάξεις αναιρούν το προστατευτικό καθεστώς των δικαιωμάτων των κατόχων ακαδημαϊκών τίτλων σπουδών αλλοδαπής αναγνωρισμένων όμως κατά τα ανωτέρω, ως επαγγελματικά ισοδύναμων (βλ. σχ. και σε ΓνΝΣΚ 276/2015 ό.π). Άλλωστε, η ίδια η εναγόμενη δυνάμει του υπ' αριθ. ..../10-8-2018 εγγράφου της, με το οποίο αναγνώρισε στον ενάγοντα βαθμολογικά και μισθολογικά πλασματικό χρόνο υπηρεσίας τριών ετών, έμμεσα δέχτηκε και την ισοτιμία του πτυχίου του, θεωρώντας όμως εσφαλμένα αυτόν ως ισότιμο όχι Ανώτατης αλλά Ανώτερης σχολής του εξωτερικού, ενέργεια στην οποία δεν θα έπρεπε να προβεί εφόσον, όπως ισχυρίζεται, ο ενάγων δεν είχε προσκομίσει μέχρι τότε έγγραφο από το οποίο να προκύπτει η ακαδημαϊκή ισοτιμία του τίτλου του. Εξάλλου, στο άρθρο 26 παρ. 9-11 του Π.Δ 50/2001 «καθορισμός των προσόντων διορισμού σε θέσεις φορέων του δημόσιου τομέα», ορίζονται τα εξής: «9. Όπου με το παρόν ως προσόν διορισμού ορίζεται το πτυχίο ή δίπλωμα ΑΕΙ ή TEI της ημεδαπής, περιλαμβάνονται και τα ομώνυμα ή αντίστοιχης ειδικότητας πτυχία ή Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου Προγραμμάτων Σπουδών Επιλογής ΑΕΙ διπλώματα του ΑΕΙ, και των ή TEI ημεδαπής, αντίστοιχα. Για τη διαπίστωση της απαιτούμενης αντιστοιχίας αυτής εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου 2. 10. Με την προκήρυξη πλήρωσης των θέσεων είναι δυνατό να περιορίζονται, για θέσεις συγκεκριμένων κλάδων ή ειδικοτήτων, οι τίτλοι σπουδών <που απαιτούνται σύμφωνα με το παρόν ή τους κανονισμούς ή τους οργανισμούς, σε ορισμένους μόνο, τίτλους από τους προβλεπόμενους ή να ορίζονται τίτλοι σπουδών ως κύριοι ή επικουρικοί (παρ. 5 του άρθρου 6 του Ν 2880/2001, ΦΕΚ 9/Α). 11. Για την κάλυψη θέσεων κλάδων ή ειδικοτήτων των αντίστοιχων κατηγοριών εκπαίδευσης, γίνονται επίσης δεκτοί : α) κάτοχοι πτυχίων ή διπλωμάτων ανώτατης εκπαίδευσης που έχουν αποκτηθεί σε χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στους οποίους έχει χορηγηθεί πράξη αναγνώρισης επαγγελματικής ισοτιμίας από το Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικής Ισοτιμίας Τίτλων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (ΣΑΕΙΤΤΕ) του άρθρου 10 του ΠΔ 165/2000 (Α 149), β) κάτοχοι απόφασης αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων ανώτατης ή μεταδευτεροβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης από το Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων (ΣΑΕΠ) του άρθρου 55 του ΠΔ 38/2010 (Α 78) γ) κάτοχοι απόφασης αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλων τυπικής ανώτατης εκπαίδευσης από το ΣΑΕΠ, βάσει της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του πδ 38/2010, όπως ισχύει κάθε φορά και δ) κάτοχοι τίτλων μεταδευτεροβάθμιας εκπαίδευσης που έχουν αποκτηθεί σε χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στους οποίους έχει αναγνωρισθεί το δικαίωμα άσκησης νομοθετικά κατοχυρωμένου επαγγέλματος, σύμφωνα με σχετική απόφαση αναγνώρισης επαγγελματικής εκπαίδευσης που χορηγείται από το Συμβούλιο Επαγγελματικής Αναγνώρισης Τίτλων Εκπαίδευσης και Κατάρτισης (ΣΕΑΤΕΚ) του άρθρου 13 του ΠΔ 231/1998 (Α178), ε) κάτοχοι διπλωμάτων, πιστοποιητικών και άλλων τίτλων που έχουν αποκτηθεί σε χώρες μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στους οποίους έχει χορηγηθεί, βάσει του συστήματος αυτόματης αναγνώρισης διπλωμάτων, άδεια άσκησης επαγγέλματος από τις κατά περίπτωση αρμόδιες εθνικές αρχές, σύμφωνα με τα προεδρικά διατάγματα 40/1986 (Α’14), 84/1986 (Α '31), 97/1986 (Α'35), 98/1986 (Α '35), 53/2004 (Α '43), 40/2006 (Α ’43) και την υ.α. Α4/5226/1987 (Β1 613)», ( η παρ. 11 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 4148/2013 ΦΕΚ A’ 99/26.4.2013). Επιπλέον, το άρθρο 1 παρ. 1 του ιδίου ΠΔ 50/2001 ορίζει: «1. Τα κατά κλάδους ή ειδικότητες προσόντα διορισμού μονίμου ή με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού σε θέσεις δημοσίων υπηρεσιών, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, συμπεριλαμβανομένων και των ΟΤΑ α και β βαθμίδας με την επιφύλαξη της παρ. 2 του άρθρου 30 του παρόντος και πρόσληψης τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου των άρθρων 14 του Ν. 2190/1994 (ΦΕΚ 28 Α) και 1 παρ. 3 τον Ν 2527/1997 (ΦΕΚ 206 Α), όπως ισχύουν κάθε φορά, καθορίζονται στα επόμενα άρθρα του διατάγματος αυτού ...». Περαιτέρω, στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του άρθρου 14 του Ν. 2190/1994, όπως αυτό σήμερα ισχύει, ρητά εντάσσεται και η εναγομένη ..., η οποία διενεργεί τις προσλήψεις του προσωπικού μέσω της διαδικασίας του ΑΣΕΠ και επομένως οι ανωτέρω διατάξεις είναι δεσμευτικές και για αυτήν όσον αφορά τα προσόντα των υπαλλήλων που τυχόν προσλαμβάνει. Ειδικότερα, σε αυτό ορίζεται ότι για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου αυτού και μόνο στον δημόσιο τομέα υπάγονται επίσης: ... ζ. Οι Τράπεζες στις οποίες ο διορισμός Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου ή Διοικητή υπάγεται στις διατάξεις του άρθρου 49Α του Κανονισμού της Βουλής, καθώς και οι θυγατρικές τους ανώνυμες εταιρείες... Στο δε άρθρο 49Α του Κανονισμού της Βουλής ορίζεται η διαδικασία διορισμού μέσα από την Επιτροπή Δημοσίων Επιχειρήσεων, Τραπεζών, Οργανισμών Κοινής Ωφελείας και Φορέων Κοινωνικής Ασφάλισης της Βουλής και αναφέρεται ρητά την παράγραφο 6 αυτού ότι στις Δημόσιες Επιχειρήσεις, Τράπεζες, Οργανισμούς Κοινής Ωφελείας και Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης επί των οποίων εφαρμόζεται το εν λόγω άρθρο συγκαταλέγεται και η εναγομένη ... ΑΕ. Στην παράγραφο δε 7 αυτού ορίζεται ότι «Το παρόν άρθρο, εξαιρουμένης της Τραπέζης της Ελλάδος, δεν εφαρμόζεται στις αναφερόμενες στην παράγραφο 6 ανώνυμες εταιρείες, εφόσον η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο μετοχικό τους κεφάλαιο, συμπεριλαμβανομένου αυτού που κατέχουν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, μειωθεί σε ποσοστό κάτω του 50, ή εφόσον η διοίκησή τους δεν ορίζεται από το Ελληνικό Δημόσιο». Σύμφωνα, λοιπόν, με τις ανωτέρω διατάξεις η διαδικασία διορισμού μέσω του ΑΣΕΠ και με βάση τα προσόντα που ορίζονται στο ΠΔ 50/2001, όπως ισχύει σήμερα, εφαρμόζεται αδιαμφισβήτητα και επί των προσλήψεων που πραγματοποιεί η .... Συνεπώς, οι τίτλοι σπουδών που έχουν χορηγηθεί από πανεπιστημιακά ιδρύματα του εξωτερικού, και οι οποίοι έχουν τύχει αναγνώρισης της επαγγελματικής τους ισοδυναμίας από το Συμβούλιο Αναγνώρισης Επαγγελματικών Προσόντων (ΣΑΕΠ) αποτελούν τυπικό προσόν πλήρως αναγνωριζόμενο για το διορισμό στην .... Τούτο δε προκύπτει κατά τον πλέον σαφή τρόπο στην υπ' αριθμ. 2/2016 προκήρυξη της εναγομένης για την πρόσληψη προσωπικού μέσω του ΑΣΕΠ, σε σχέση με την προσκόμιση τίτλων σπουδών από τους υποψήφιους και για την περίπτωση που αυτοί έχουν αποκτηθεί σε χώρα της αλλοδαπής, σημειώνει ρητά ότι εξαιρούνται από την υποχρέωση προσκόμισης πράξης αναγνώρισης για την ισοτιμία και την αντιστοιχία του τίτλου σπουδών, όσοι υποψήφιοι υποβάλλουν αποφάσεις αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων ή επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλων αντίστοιχων κατηγοριών εκπαίδευσης που χορηγήθηκαν από το ΣΑΕΠ. Ο ισχυρισμός δε της εναγομένης περί του ότι η προκειμένη περίπτωση, που αφορά στην επάρκεια των επαγγελματικών προσόντων του υποψήφιου για την πρόσληψή του, είναι διαφορετική από την αναγνώριση τίτλου σπουδών για την προώθηση ενός ήδη προσληφθέντος υπαλλήλου, δεν είναι βάσιμος, καθώς, πέραν της πρόσληψης του υπαλλήλου, θα πρέπει αυτός να λαμβάνει και τις αποδοχές που αντιστοιχούν στον τίτλο σπουδών που έχει προσκομίσει, ενώ αρνείται τη δυνατότητα αυτή στον υπάλληλο που ήδη υπηρετεί και εκ των υστέρων αποκτά τίτλο σπουδών, του οποίου επίσης αναγνωρίζεται η επαγγελματική ισοδυναμία από το ΣΑΕΠ, συμπεριφορά που αντίκειται και στην αρχή της ίσης μεταχείρισης των εργαζομένων σύμφωνα με τα άρθρα 4 παρ. 1 και 2 και 2 παρ.1 του Συντάγματος και τούτο διότι η εναγομένη δεν μπορεί να αντιμετωπίζει μισθολογικά με διαφορετικό τρόπο δύο υπαλλήλους που έχουν τα ίδια τυπικά προσόντα, ήτοι κατέχουν τίτλο σπουδών πανεπιστημίου του εξωτερικού, με αναγνώριση από το ΣΑΕΠ της επαγγελματικής ισοδυναμίας του με τίτλο ελληνικού πανεπιστημιακού ιδρύματος. Περαιτέρω, θα πρέπει να λεχθεί ότι σε εφαρμογή του ως άνω ΠΔ 38/2010 έχουν ήδη εκδοθεί και οι με αριθμούς πρωτοκ. ΔΟΑ/Φ.13/403/οικί 594/25-1-2010 και ΔΟΑ/Φ.13/627/οικ.28972/24-10-2013 εγκύκλιοι του ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΜΕΤΑΡΡΥΘΜΙΣΗΣ ΚΑΙ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΓΕΝ. Δ/ΝΣΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ ΔΝΣΗ ΟΡΓΑΝΩΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΜΗΜΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΙΣΜΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΝΟΥ ΔΥΝΑΜΙΚΟΥ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΘΕΣΕΩΝ με θέμα την αναδρομική τακτοποίηση υπαλλήλων για τους οποίους δεν εφαρμόστηκε ορθά η οδηγία 2005/36/ΕΚ. Ειδικότερα, στις εγκυκλίους αυτές επισημάνθηκε ότι στις περιπτώσεις υπαλλήλων που διορίσθηκαν σε θέσεις φορέων του δημόσιου τομέα, οι οποίοι είχαν ή μετά το χρόνο διορισμού τους απέκτησαν τίτλο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης χώρας - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βάσει του οποίου τους χορηγήθηκε, μεταγενέστερα, πράξη αναγνώρισης επαγγελματικής ισοτιμίας από το ΣΑΕΙΤΤΕ (δηλ. από το αρμόδιο, σύμφωνα με το ΠΔ 165/2000, όργανο) - νυν ΣΑΕΠ, μπορούν να καταταγούν σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις αντίστοιχης ή παρεμφερούς ειδικότητας και αν δεν υπάρχουν, σε προσωρινές θέσεις αντίστοιχης ειδικότητας, που συνιστώνται με βάση τις κείμενες διατάξεις, με την επισήμανση ότι η αναδρομική τακτοποίηση υπαλλήλων από τις υπηρεσίες τους δεν μπορεί να ανατρέχει σε ημερομηνία προγενέστερη της υποχρέωσης της χώρας μας να μεταφέρει στο εσωτερικό δίκαιο την Οδηγία 89/48/ΕΟΚ, δηλ. τις 4/1/1991, της οποίας (οδηγίας) αναπτύσσουν ευθεία εφαρμογή και έχουν άμεση ισχύ με τρόπο, ώστε, τα δικαιώματα που οι ενδιαφερόμενοι αντλούν από αυτές να μπορούν να γίνουν αντικείμενο επίκλησης ενώπιον των εθνικών αρχών, ακόμη και πριν την ενσωμάτωσή τους. Κατόπιν σχετικών παρατηρήσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, και για την αποφυγή διακρίσεων σε βάρος ορισμένων υπαλλήλων, κρίθηκε σκόπιμο το ζήτημα να διευθετηθεί μέσω της λήψης διοικητικών μέτρων από τους ίδιους τους φορείς στους οποίους υπηρετούν οι ενδιαφερόμενοι υπάλληλοι με άμεση συνολική αναδρομική τακτοποίηση (μετάταξη - κατάταξη, βαθμολογική, μισθολογική κτλ) κατ' επίκληση εφαρμογής της οδηγίας, αναφέροντας ρητά την απόκτηση τίτλου τριτοβάθμιας εκπαίδευσης χώρας - μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, βάσει του οποίου χορηγήθηκε μεταγενέστερα πράξη αναγνώρισης επαγγελματικής ισοτιμίας από το πρώην ΣΑΕΙΤΤΕ - νυν ΣΑΕΠ - δηλαδή από το μόνο αρμόδιο προς τούτο όργανο. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ήδη με τον πρόσφατο νόμο 4653/2020, (ΦΕΚ Α’ 12/24-1-2020) και συγκεκριμένα με το άρθρο 50, με το οποίο αντικαταστάθηκε η παράγραφος 5 του άρθρου 54 του Ν. 4589/2019 και ορίζεται ότι (παρ.5) «Για τη διακρίβωση των προσόντων του προσωπικού της πρωτοβάθμιας και της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης: α) Τα πτυχία που χορηγούνται από εκπαιδευτικά ιδρύματα της αλλοδαπής γίνονται δεκτά, εφόσον έχουν αναγνώριση ακαδημαϊκής ισοτιμίας και αντιστοιχίας από τον Διεπιστημονικό Οργανισμό Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (ΔΟΑΤΑΠ), σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3328/2005 (Α'80) ή απόφαση αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων βάσει του ΠΔ 38/2010 ή απόφαση αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας τίτλου σπουδών τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με συναφή τίτλο σπουδών για κλάδο εκπαιδευτικού και β) οι μεταπτυχιακοί τίτλοι σπουδών και τα διδακτορικά διπλώματα που χορηγούνται από εκπαιδευτικά ιδρύματα της αλλοδαπής γίνονται δεκτά εφόσον έχουν αναγνώριση ακαδημαϊκής ισοτιμίας από τον ΔΟΑΤΑΠ ή αναγνώριση επαγγελματικής ισοδυναμίας συναφούς αντικειμένου με εκπαιδευτικό κλάδο», οι έχοντες αναγνώριση επαγγελματικής ισοδυναμίας μπορούν να προσληφθούν ακόμη και σε ακαδημαϊκές θέσεις, όπου απαιτούνται αυξημένα ακαδημαϊκά προσόντα και ιδίως για θέσεις καθηγητών, ερευνητών και ειδικού επιστημονικού προσωπικού. Εξάλλου, η εναγομένη επιχειρεί να αιτιολογήσει την άρνησή της να δεχτεί την ισοτιμία του πτυχίου του ενάγοντος ως ανώτατης εκπαίδευσης και συνακόλουθα την παράλειψή της να του αναγνωρίσει τα τέσσερα έτη (αντί των τριών ετών που του αναγνώρισε) της βαθμολογικής του προσμέτρησης στο γεγονός ότι ο ενάγων επικαλούμενος τις διατάξεις περί προσωπικών δεδομένων αρνήθηκε προσχηματικά να προσκομίσει όταν του ζητήθηκε, στοιχεία που αφορούσαν ουσιαστικά τη νομιμότητα απόκτησης του πτυχίου του, όπως τα μαθήματα που παρακολούθησε, τη διάρκεια φοίτησής του και τις πιστωτικές μονάδες που αντιστοιχούσαν στη φοίτηση αυτή, προκειμένου όπως ισχυρίζεται να αποκλειστεί το ενδεχόμενο πραγματοποίησης τριετών σπουδών εξ αποστάσεως, στοιχείο το οποίο ήταν απαραίτητο να εξετάσει η ίδια, όπως και ότι είχε έννομο συμφέρον και ουσιαστικό δικαίωμα να ζητήσει σχετικό έγγραφο του πανεπιστημίου ... Univercity προκειμένου επακριβώς να εξακριβώσει αν έπρεπε ή όχι να ικανοποιήσει το αίτημα του αντιδίκου. Όμως ο ισχυρισμός αυτός ο οποίος προβλήθηκε πρωτοδίκως και επαναφέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στα πλαίσια του πρώτου λόγου έφεσης και ανεξάρτητα από την εκ μέρους της εναγομένης παραβίαση ή μη των προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος, με τις ανωτέρω πρόσθετες αιτιάσεις της, δεν βρίσκει νόμιμο έρεισμα και τυγχάνει απορριπτέος καθόσον η εναγομένη από το χρόνο που ο ενάγων προσκόμισε την από 19-1-2018 βεβαίωση επαγγελματικής ισοδυναμίας του ΣΑΕΠ ήταν υποχρεωμένη, όπως αποδείχθηκε και χωρίς άλλη διαδικασία να αναγνωρίσει σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 12 του Κανονισμού - Οργανισμού της τον πρόσθετο χρόνο υπηρεσίας τεσσάρων ετών για την περαιτέρω βαθμολογική εξέλιξη του ενάγοντος, δοθέντος, μάλιστα ότι, σύμφωνα με θεμελιώδη αρχή του διοικητικού δικαίου, η νομιμότητα της ανωτέρω, ατομικού χαρακτήρα από 18-1-2018 αποφάσεως του Συμβουλίου Αναγνωρίσεως Επαγγελματικής Ισοτιμίας, δεν ήταν επ' ουδενί δυνατόν να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως από αυτήν κατά την εξέταση του υποβληθέντος ενώπιον της αιτήματος του ενάγοντος (ΣτΕ 1325/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ενόσω άλλωστε η διοικητική πράξη αναπτύσσει άμεση ισχύ και οι διοικητικές πράξεις, έστω και μη σύννομες, θεωρούνται έγκυρες και παράγουν όλες τις έννομες συνέπειές τους, εφόσον δεν ανακλήθηκαν διοικητικώς ή δεν ακυρώθηκαν δικαστικώς (ΟλΣτΕ 1555/1980, ΣτΕ 1288/2017, 3192/2015). Συνεπώς απορριφθέντος του ισχυρισμού της εναγομένης ότι ο ενάγων ως κάτοχος πτυχίου αλλοδαπού πανεπιστημίου για τον οποίο όμως προσκομίστηκε βεβαίωση επαγγελματικής ισοδυναμίας από το ΣΑΕΠ, όχι, όμως και βεβαίωση ισοτιμίας από το ΔΟΑΤΑΠ δεν μπορεί να τύχει της προβλεπόμενης από τον Κανονισμό - Οργανισμό τετραετούς προώθησης εάν δεν προσκομίσει αναγνώριση της ακαδημαϊκής ισοτιμίας του τίτλου σπουδών του από το αρμόδιο κρατικό όργανο, η εναγομένη όφειλε, με βάση τους ανωτέρω αναγραφόμενους όρους του Κανονισμού της και σε συμμόρφωση προς τις διατάξεις του ΠΔ 38/2010 να αναγνωρίσει στον ενάγοντα πρόσθετο χρόνο υπηρεσίας τεσσάρων ετών και όχι τριών που εν τέλει αναγνώρισε, χρόνος ο οποίος προσμετρείται στο βαθμό που ο ενάγων κατέχει καθώς και να του χορηγήσει επιστημονικό επίδομα ως πτυχιούχο Ανωτάτης Σχολής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι η εναγόμενη υποχρεούται να αναγνωρίσει στον ενάγοντα πρόσθετο χρόνο υπηρεσίας τεσσάρων (4) ετών έστω και με διαφορετική αιτιολογία η οποία αντικαθίσταται εν όλω με την παρούσα κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, ορθά εφάρμοσε το νόμο και συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος και ο σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης της εναγομένης με τον οποίο διατείνεται τα αντίθετα. Περαιτέρω η εναγομένη με το δεύτερο λόγο έφεσης μέμφεται την εκκαλουμένη απόφαση, ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 1, 2, 3, 4 και 55 του ΠΔ 38/2010 και των άρθρων 12 παρ. 1 και 16 στοιχ. IV του Οργανισμού - Κανονισμού της, δέχθηκε ότι ο πρόσθετος χρόνος υπηρεσίας τεσσάρων ετών προσμετρείται από την προσκόμιση του τίτλου σπουδών, εν προκειμένω από τον Απρίλιο του έτους 2012 και ότι εάν η εκκαλουμένη προέβαινε σε ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων αυτών, θα είχε δεχθεί ότι ο πρόσθετος χρόνος υπηρεσίας προσμετρείται από την προσκόμιση της απόφασης αναγνώρισης επαγγελματικής ισοδυναμίας από το ΣΑΕΠ, εν προκειμένω από 7-2-2018. Επί του λόγου αυτού λεκτέα τα επόμενα: Κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 12 (ΠΡΟΑΓΩΓΕΣ) παρ.5 του Οργανισμού της Εσωτερικής Υπηρεσίας και Κανονισμού της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της εναγομένης, όπως η διάταξη αυτή συμπληρώνεται με τις κατωτέρω Αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου της, ορίζεται ότι, ο απαιτούμενος σε κάθε βαθμό χρόνος ευδόκιμης υπηρεσίας, μετά τη συμπλήρωση του οποίου μπορεί υπάλληλος του κλάδου τεχνικών της εναγόμενης να προαχθεί στον αμέσως ανώτερο βαθμό ορίζεται ως εξής: α) Τρία τουλάχιστον χρόνια στο βαθμό του Τεχνίτη για την προαγωγή του στο βαθμό του Δοκίμου Εργοδηγού ή Δοκίμου Αρχιτεχνίτη, β) Δύο τουλάχιστον χρόνια στο βαθμό του Δοκίμου Εργοδηγού ή Δοκίμου Αρχιτεχνίτη, για τη μετάθεσή του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 13 του παρόντος Οργανισμού, στο βαθμό του Βοηθού Εργοδηγού ή Βοηθού Αρχιτεχνίτη, γ) Τέσσερα τουλάχιστον χρόνια στο βαθμό του Βοηθού Εργοδηγού, Βοηθού Αρχιτεχνίτη ή Μηχανικού Γ’ για την προαγωγή του στο βαθμό του Εργοδηγού Β', Αρχιτεχνίτη Β' ή Μηχανικού Β' (Α.Γ.Σ. 2/27.1.82). δ) Πέντε τουλάχιστον χρόνια στο βαθμό του Εργοδηγού Β', Αρχιτεχνίτη Β1 ή Μηχανικού Β' για την προαγωγή του στο βαθμό του Εργοδηγού Α', Αρχιτεχνίτη Α' ή Μηχανικού Α'. ε) Πέντε τουλάχιστον χρόνια στο βαθμό του Εργοδηγού Α', Αρχιτεχνίτη Α', ή Μηχανικού Α' για την προαγωγή του στο βαθμό του Αρχιεργοδηγού, Αρχιτεχνίτη - Προϊσταμένου ή Μηχανικού Προϊσταμένου, στ) Πέντε τουλάχιστον χρόνια στο βαθμό του Αρχιεργοδηγού ή Αρχιτεχνίτη Προϊσταμένου για την προαγωγή του στο βαθμό του Αρχιεργοδηγού - Προϊσταμένου ή Αρχιτεχνίτη- Προϊσταμένου Α', εφόσον είναι κάτοχος Πτυχίου Σχολών Τ.Ε.Ι., Μέσων Τεχνικών Σχολών ή απολυτηρίου εξαταξίου Γυμνασίου ή Λυκείου. στ2) Πέντε τουλάχιστον χρόνια στο βαθμό του Μηχανικού - Προϊσταμένου για την προαγωγή του στο βαθμό του Μηχανικού - Προϊσταμένου Α', εφόσον είναι κάτοχος Πτυχίου Ε.Μ.Π. στ3) Έξι τουλάχιστον χρόνια στο βαθμό του Αρχιεργοδηγού ή Αρχιτεχνίτη Προϊσταμένου για την προαγωγή του στο βαθμό του Αρχιεργοδηγού – Προϊσταμένου ή Αρχιτεχνίτη Προϊσταμένου Α', εφόσον είναι κάτοχος Πτυχίου Κατώτερων Τεχνικών Σχολών, απολυτηρίου Δημοτικού Σχολείου κλπ. ζ) Τρία τουλάχιστον χρόνια στο βαθμό του Αρχιεργοδηγού - Προϊσταμένου, Αρχιτεχνίτη -Προϊσταμένου Α' ή Μηχανικού - Προϊσταμένου Α' για την προαγωγή του στο βαθμό του Τμηματάρχη Τεχνικού ή Επιμηχανικού. η) Τρία τουλάχιστον χρόνια στο βαθμό του Τμηματάρχη Τεχνικού ή Επιμηχανικού για την προαγωγή του στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη -Προϊσταμένου (Α.Γ.Σ. 13/20.6.83). θ) Ένα τουλάχιστον χρόνο στο βαθμό του Εντεταλμένου Τμηματάρχη - Προϊσταμένου για την προαγωγή του στο βαθμό του Υποδιευθυντή (Α.Γ.Σ. 7/11-3- 82). Από την ανωτέρω διάταξη σε συνδυασμό με την παρ. 3.1.5 του Κανονισμού Εργασιών Τμήματος Εξέλιξης προσωπικού της εναγομένης, συνάγεται ότι για την προαγωγή έκαστου υπαλλήλου του τεχνικού κλάδου στον επόμενο βαθμό σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη απαιτείται η συμπλήρωση ορισμένων ετών ευδόκιμης υπηρεσίας στο βαθμό που κατέχει προκειμένου αυτός (υπάλληλος) να συμπληρώσει την αναγκαία τυπική προϋπόθεση της άσκησης των καθηκόντων του προηγούμενου βαθμού. Πλην όμως, σύμφωνα με το ίδιο άρθρο 12 του ως άνω Κανονισμού - Οργανισμού προβλέφθηκαν ορισμένοι παράγοντες οι οποίοι βελτιώνουν την χρονολογία προαγωγής ενός υπαλλήλου του τεχνικού κλάδου με βαθμολογική προσμέτρηση, μεταξύ των οποίων (παραγόντων) και η προαναφερθείσα μεταγενέστερη του διορισμού του προσκόμιση πτυχίου Ανωτάτης Πανεπιστημιακής Σχολής ή ισότιμης Σχολής της χώρας μας ή του εξωτερικού, οπότε και στην περίπτωση αυτή αναγνωρίζεται πρόσθετος χρόνος υπηρεσίας τεσσάρων (4) ετών που προσμετρείται στο βαθμό που κατέχουν κατά το χρόνο προσκομίσεως του πτυχίου για την παραπέρα βαθμολογική και μισθολογική τους εξέλιξη, υπολαμβάνοντας με αυτό τον τρόπο ότι ο υπάλληλος, κατά πλάσμα του νόμου, έχει συμπληρώσει την αναγκαία τυπική προϋπόθεση της άσκησης των καθηκόντων του προηγούμενου βαθμού, οπότε και δύναται να προαχθεί στον επόμενο εκείνου που κατείχε. Συνεπώς, για την πλασματική βαθμολογική προαγωγή υπαλλήλου του τεχνικού κλάδου της εναγομένης βάσει πτυχίου της αλλοδαπής απαιτείται η αναγνώρισή του ως ισότιμου προς τίτλο αντίστοιχου πανεπιστημίου της ημεδαπής. Η ισοτιμία αυτή, όπως ήδη προαναφέρθηκε αναγνωρίζεται με απόφαση του ΔΟΑΤΑΠ, ο οποίος δύναται να απαιτήσει επιπλέον επιτυχή εξέταση σε συμπληρωματικό αριθμό μαθημάτων σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα της ημεδαπής. Για την απόδειξη δηλαδή του κριτηρίου της κατά τα ανωτέρω πλασματικής προσμέτρησης του χρόνου υπηρεσίας του ο υπάλληλος πρέπει να προσκομίσει πράξη του πρώην Διαπανεπιστημιακού Κέντρου Αναγνωρίσεως Τίτλων Σπουδών Αλλοδαπής (ΔΙΚΑΤΣΑ) ή του Διεπιστημονικού Οργανισμού Αναγνώρισης Τίτλων Ακαδημαϊκών και Πληροφόρησης (ΔΟΑΤΑΠ) περί απλής αναγνωρίσεως (χωρίς άλλη διαδικασία) της ισοτιμίας και αντιστοιχίας του τίτλου σπουδών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της αλλοδαπής από την οποία αποδεικνύεται ότι αυτός διαθέτει το σχετικό προσόν, οπότε και τα απαιτούμενα προσόντα θεωρείται ότι υπήρχαν από την έκδοση του τίτλου, ενώ στην αντίθετη περίπτωση, αν δηλαδή για την αναγνώριση αυτή τηρήθηκε κάποια διαδικασία από την έκδοση απόφασης αναγνώρισής του (ιδ. σχ. και σε ΣτΕ 4878/2012 Ολομ., 2370/2014, 564, 1783, 2781/2013). Για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην περίπτωση προσκόμισης απόφασης επαγγελματικής ισοδυναμίας του τίτλου σπουδών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της αλλοδαπής από το ΣΑΕΠ, ήτοι απόφασης αναγνώρισης επαγγελματικών προσόντων, η οποία όπως αποδείχθηκε εν προκειμένω αρκεί για την πλασματική εκ μέρους της εναγόμενης αναγνώριση υπηρεσίας τεσσάρων (4) ετών, ως χρόνος κτήσης του τυπικού προσόντος του άρθρου 12 του ως άνω Οργανισμού - Κανονισμού της εναγόμενης, ήτοι του Πτυχίου ανώτατης Πανεπιστημιακής Σχολής του εξωτερικού ισότιμης με Πανεπιστημιακή Σχολή της χώρας μας, εφόσον η αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων του υπαλλήλου της από το ΣΑΕΠ διενεργήθηκε χωρίς την τήρηση της προβλεπόμενης από το άρθρο 57Α του ΠΔ 38/2010 διαδικασίας, ήτοι είτε δοκιμασίας επάρκειας ή πρακτικής άσκησης προσαρμογής, ή γραπτής δοκιμασίας επαγγελματικής ισοδυναμίας, χρόνος κτήσης του ως άνω τυπικού προσόντος θεωρείται ο χρόνος κτήσης του πτυχίου της αλλοδαπής. Συνακόλουθα, σε αυτή την περίπτωση, ο χρόνος υπηρεσίας του πλασματικά προαχθέντος υπαλλήλου της εναγόμενης θωρείται ότι έχει διανυθεί με τον αλλοδαπό τίτλο στο βαθμό της θέσης στην οποία προάγεται, εφόσον ο τίτλος αυτός έχει κατατεθεί στην αρμόδια υπηρεσία της εναγομένης, ο χρόνος δε κατάθεσης του τίτλου αποτελεί την αφετηρία υπολογισμού του χρόνου υπηρεσίας που θεωρείται ότι έχει διανυθεί με αυτόν και όχι ο χρόνος έκδοσης της απόφασης της επαγγελματικής ισοδυναμίας του τίτλου (ιδ. σχ. και σε ΓνΝΣΚ 34/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατέθεσε στην αρμόδια υπηρεσία της εναγόμενης και αντίστοιχα καταχωρήθηκε από την τελευταία στο μητρώο του το ανωτέρω πτυχίο που απέκτησε μετά το διορισμό του τον Απρίλιο του έτους 2012. Δεδομένου δε ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε, ούτε άλλωστε η εναγομένη ισχυρίζεται το αντίθετο, ότι προκειμένου να χορηγηθεί στον ενάγοντα η από 18-1-2018, μεταγενέστερη της καταχώρησης του τίτλου σπουδών στο μητρώο της εναγόμενης, αναγνώριση επαγγελματικής ισοδυναμίας αυτού από το ΣΑΕΠ, το τελευταίο απαίτησε από τον ενάγοντα κατά το άρθρο 57Α του ΠΔ 38/2010 την υποβολή του είτε σε δοκιμασία επάρκειας ή πρακτικής άσκησης προσαρμογής, ή γραπτής δοκιμασίας επαγγελματικής ισοδυναμίας, όσον αφορά στην αναγνώριση των επαγγελματικών προσόντων του, ως αφετηρία υπολογισμού των πλασματικών χρόνων βαθμολογικής προαγωγής του και συνακόλουθα έναρξης των οικονομικών αποτελεσμάτων της, πρέπει να θεωρηθεί η ημερομηνία καταχώρησης του τίτλου σπουδών στο μητρώο της εναγόμενης, ήτοι, όπως αποδείχθηκε ο Απρίλιος του έτους 2012 (όπως ο ίδιος ο ενάγων ισχυρίζεται και το γεγονός της καταχώρισης κατά την ημερομηνία αυτή δεν αμφισβητεί ειδικότερα η εναγόμενη) και όχι η 7-2-2018, ήτοι η ημερομηνία που ο ενάγων κατέθεσε στη Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού και Οργάνωσης - Τμήμα Ανθρωπίνου Δυναμικού της εναγόμενης την απόφαση του ΣΑΕΠ, όπως αβάσιμα ή τελευταία ισχυρίζεται. Εξάλλου θα πρέπει να σημειωθεί ότι όπως προεκτέθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 12 του Κανονισμού της εναγομένης, στην παράγραφο 10 του κεφαλαίου «ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΣΜΕΤΡΗΣΕΙΣ», ορίζεται ότι τα οικονομικά αποτελέσματα από την προσμέτρηση του χρόνου, σύμφωνα με τις διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων (στην προκειμένη περίπτωση της παρ. 1) αρχίζουν από την χρονολογία εκείνη που προσκομίζονται στην αρμόδια υπηρεσία οι τίτλοι σπουδών και συνεπώς από τη γραμματική ερμηνεία της διάταξης αυτής της παρ. 10 δεν γίνεται διάκριση ανάμεσα σε τίτλους σπουδών που έχουν αποκτηθεί από Ανώτατη Πανεπιστημιακή Σχολή της χώρας ή ισότιμη Σχολή του εξωτερικού (ιδ. σχ. ad hoc και σε ΜονΕφΑΘ. 825/2020 προσκ. και δημ. σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε όμοια έστω και με ελλιπέστερη και εν μέρει διαφορετική αιτιολογία η οποία εν όλω αντικαθίσταται με την παρούσα κατ' άρθρο 534 ΚΠολΔ, ορθά το νόμο εφάρμοσε και ο δεύτερος λόγος έφεσης με τον οποίο η εναγομένη διατείνεται τα αντίθετα πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Εξάλλου, όπως προαναφέρθηκε, από τις διατάξεις των άρθρων 27 παρ. στ1, 33 και 38 του Καταστατικού της εναγόμενης ... προκύπτει, ότι οι προαγωγές και η υπηρεσιακή εξέλιξη των υπαλλήλων της εναγομένης ρυθμίζονται από τον εσωτερικό Οργανισμό της, ο οποίος καταρτίζεται από το Γενικό Συμβούλιο της Τράπεζας. Οι προαγωγές αυτές τελούν υπό αίρεση, η πλήρωση της οποίας συντελείται με την απόφαση του αρμοδίου οργάνου, η οποία μέχρι το βαθμό του τμηματάρχη γίνονται κατ' αρχαιότητα και απρόσκοπτα με (τυπική) απόφαση που απλά διαπιστώνει την ύπαρξη των προϋποθέσεων στο πρόσωπο του υπαλλήλου, κατόπιν γνωμοδότησης του Συμβουλίου Διοικητικής Υπηρεσίας (Σ.Δ.Υ). Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες ρυθμίζουν τις ουσιαστικές προϋποθέσεις προς προαγωγή στον ανώτερο βαθμό και διαγράφουν τα όρια ελέγχου από απόψεως ουσίας της σχετικής ενέργειας του αρμόδιου οργάνου της Τράπεζας προκύπτει ότι, εφόσον συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις, η προαγωγή του μισθωτού αποτελεί εκπλήρωση υποχρέωσης του εργοδότη, η οποία πηγάζει από την ατομική σύμβαση εργασίας και το συμπληρώνοντα αυτήν Οργανισμό εσωτερικής υπηρεσίας και Κανονισμό (ΑΠ 111/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση όπως αποδεικνύεται από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον ενάγοντα εφεσίβλητο, από 20-9-2018 βεβαίωση βαθμολογικής εξέλιξης, ο ενάγων στις 15-1-2001 έλαβε το βαθμό του Δόκιμου Εργοδηγού, την 1-4-2003 προήχθη βαθμολογικά σε Βοηθό Εργοδηγό, την 1-4-2007 ήτοι μετά από τέσσερα (4) έτη παραμονής στον προηγούμενο βαθμό, προήχθη σε Εργοδηγό Α' ενώ από 1-4-2014 προήχθη στο βαθμό του Αρχιεργοδηγού, με προσμέτρηση τριών (3) ετών πλασματικής υπηρεσίας. Ενόψει όμως των ανωτέρω αποδειχθέντων και σύμφωνα με όσα ορίζονται στα προαναφερόμενα άρθρα 10,12,15 και 16 του Κανονισμού της εναγομένης, εφόσον ο ενάγων κατέθεσε τον τίτλο σπουδών του και αυτός καταχωρήθηκε στο μητρώο του τον Απρίλιο του έτους 2012, με την αναγνώριση πρόσθετου χρόνου υπηρεσίας τεσσάρων (4) ετών, που προσμετρείται στο βαθμό που αυτός κατείχε κατά το χρόνο προσκόμισης του πτυχίου του, δηλαδή στο βαθμό του Εργοδηγού Α', η εναγομένη οφείλει να του χορηγήσει τον επόμενο βαθμό του Αρχιεργοδηγού από την 1-4-2013, λόγω του πλασματικού χρόνου προώθησης που δικαιούται και όχι την 1-4-2014 που τον χορήγησε ενώ από 1-4-2018 έπρεπε να του χορηγήσει τον επόμενο βαθμό του Αρχιεργοδηγού - Προϊσταμένου λόγω παραμονής πέντε (5) ετών στον προηγούμενο βαθμό και σύμφωνα με το άρθρο 12 του ως άνω Κανονισμού της, κατά το οποίο, ως προς τον Κλάδο Τεχνικών, απαιτούνται πέντε τουλάχιστον έτη στο βαθμό του Εργοδηγού Α' (τον οποίο ο ενάγων κατείχε από 1-4- 2012) για την προαγωγή στο βαθμό του Αρχιεργοδηγού και πέντε τουλάχιστον έτη στο βαθμό του Αρχιεργοδηγού για την προαγωγή στο βαθμό του Αρχιεργοδηγού Προϊσταμένου. Συνεπώς, ο ενάγων από την 1-4-2013 (και όχι από την 1-4-2014, όπως η εναγομένη εσφαλμένα αποδείχθηκε ότι αναγνώρισε) έπρεπε να είχε προαχθεί και να κατέχει το βαθμό του Αρχιεργοδηγού με αντίστοιχες οικονομικές απολαβές, ενώ από την 1-4-2018 έπρεπε να είχε προαχθεί και να κατέχει το βαθμό του Αρχιεργοδηγού - Προϊσταμένου, κατατασσόμενος στο 20° μισθολογικό κλιμάκιο, με τις αντίστοιχες επίσης οικονομικές απολαβές. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 15 του ως άνω Κανονισμού - Οργανισμού της εναγομένης ορίζεται ότι: παρ.1 Ο μηνιαίος μισθός των υπαλλήλων ορίζεται με βάση το Ενιαίο Μισθολόγιο που θεσπίσθηκε από 1-1-1982 και καθορίζει την αμοιβή του προσωπικού των Τραπεζών. Με την καθιέρωση του Ενιαίου Μισθολογίου αποδεσμεύεται το βαθμολόγιο από το μισθολόγιο μέχρι του προτελευταίου βαθμού συμπεριλαμβανομένου της ιεραρχίας του κύριου προσωπικού και μέχρι του τελευταίου βαθμού του βοηθητικού προσωπικού. Η σύνδεση βαθμού - μισθού υπάρχει στους βαθμούς του Υποδιευθυντή και Διευθυντή (Α.Γ.Σ. 27/22.12.82) 2 παρ.3 Τα κλιμάκια για κάθε κατηγορία προσωπικού που αποτελούν τους βασικούς μισθούς πάνω στους οποίους υπολογίζονται τα πάσης μορφής ποσοστιαία επιδόματα, διαμορφώνονται με την εκάστοτε Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, ενώ κατά το άρθρο 16 του ιδίου ως άνω Οργανισμού - Κανονισμού της εναγόμενης στους υπαλλήλους της χορηγούνται ως οικονομικές απολαβές και διάφορα επιδόματα, τα οποία διακρίνονται σε ποσοστιαία και ποσοστοποιημένα στο 16° κλιμάκιο. Τα ποσοστιαία είναι αυτά που χορηγήθηκαν εξυπαρχής σαν ποσοστό επί του βασικού μισθού. Μερικά από αυτά για λόγους κοινωνικής πολιτικής έχουν ένα ελάχιστο επίπεδο κλιμακίου του βασικού μισθού όπως το οικογενειακό επίδομα ενώ ποσοστιαία επιδόματα είναι μεταξύ άλλων και το επίδομα της Κεντρικής Τράπεζας ή Κεντρικής Υπηρεσίας. Ειδικότερα, κατά το άρθρο 16 μεταξύ των χορηγουμένων επιδομάτων προβλέφθηκαν και τα ακόλουθα: Α) Επίδομα πολυετούς υπηρεσίας (παρ.1) στους υπαλλήλους της Τράπεζας κάθε βαθμού και Κατηγορίας χορηγείται επίδομα πολυετούς υπηρεσίας που υπολογίζεται σε ποσοστό 1,85% κατά χρόνο υπηρεσίας πάνω στο μισθολογικό τους κλιμάκιο και χορηγείται σε κάθε υπάλληλο από τη συμπλήρωση του πρώτου έτους μέχρι και 41 χρόνια υπηρεσίας (Α.Γ.Σ. 27/22-12-1982, 12/8-81984, 3/28-31990, 12/31-5-1991, 4/23-5-1997, 10/23-10-2009). Το επίδομα πολυετούς υπηρεσίας υπολογίζεται με βάση την ημερομηνία πρόσληψης του υπαλλήλου και χορηγείται αυτόματα από την 1η του μηνός, μέσα στον οποίο συμπληρώνεται ο προβλεπόμενος κατά τα ανωτέρω χρόνος πραγματικής υπηρεσίας (Π.Δ. 56/25-1-1984, Α.Γ.Σ. 6/3-3- 1976), ενώ κατά το άρθρο 3.1.8 του Κανονισμού Εργασιών της εναγόμενης αφετηρία υπολογισμού των κλιμακίων πολυετίας είναι το μηδέν (0) κλιμάκιο και καταληκτικό το 41° (τεσσαρακοστό πρώτο) βάσει της Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας και το ποσοστό επιδόματος πολυετίας για κάθε χρόνο προϋπηρεσίας υπολογίζεται στο 1, 86% επί του βασικού μισθού (ΣΣΕ 2009 ΑΓΣ 23-10-2009). Β) (16 IV) Επιστημονικό Επίδομα, το οποίο χορηγείται στους υπαλλήλους πτυχιούχους Ανώτερων και Ανώτατων Σχολών, στους πτυχιούχους της Σχολής Τραπεζικών Σπουδών, καθώς και στους κατόχους μεταπτυχιακών διπλωμάτων (Master, Doctorat κλπ) με έγκριση του Διευθυντή Ανθρώπινου Δυναμικού και Οργάνωσης υπολογιζόμενο από 1-7-2010 σύμφωνα με την από 22-6-2009 Απόφαση Γενικού Συμβουλίου της εναγομένης, με ποσοστό επί του βασικού μισθού το οποίο διαμορφώθηκε μεταξύ άλλων, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω, σε ποσοστό 23% για κατόχους πτυχίου Ανωτέρας Σχολής και 32% για κατόχους πτυχίου Ανωτάτης Σχολής. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται ότι η παροχή επιδόματος σπουδών δεν εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του εργοδότη, εφόσον προβλέπεται από τις οικείες κλαδικές και επιχειρησιακές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας. Μάλιστα, δυνάμει του άρθρου 1 παρ. 6 σε συνδυασμό με το Παράρτημα V παρ. 4.1 του Ν. 4046/2012 διατηρήθηκαν σε ισχύ στον ιδιωτικό τομέα απασχόλησης κατ' ελάχιστον τέσσερα επιδόματα, ήτοι τέκνων, σπουδών, εκπαίδευσης και βαρέων επαγγελμάτων, εφόσον αυτά προβλέπονταν από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις, ακόμη κι εάν έληξε η ισχύς των οικείων ΣΣΕ. Δυνάμει δε των: α) υπ' αριθ. 6/14 5-2013 Κλαδικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που υπογράφηκε μεταξύ των Τραπεζών και της Ο.Τ.Ο.Ε και β) υπ' αριθμ. 16/11-4-2012 Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που υπογράφηκε μεταξύ της ... και του Συλλόγου των Υπαλλήλων της ..., διασφαλίστηκε η ισχύς των προηγούμενων Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και Διαιτητικών Αποφάσεων, δυνάμει των οποίων κατοχυρωνόταν, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα όλων ανεξαιρέτως των τραπεζοϋπαλλήλων τόσο στην καταβολή του οικείου επιδόματος σπουδών (επιστημονικού επιδόματος) όσο και των πλασματικών προωθήσεων, είτε ο τίτλος σπουδών (Ανώτατης Πανεπιστημιακής Σχολής ημεδαπής ή ισοτίμου Ανώτατης Σχολής της ημεδαπής ή αλλοδαπής) υπήρχε κατά τον χρόνο του διορισμού είτε αποκτήθηκε μετά από αυτόν. Οι ισχύουσες, λοιπόν, συλλογικές συμβάσεις εργασίας του κλάδου των τραπεζοϋπαλλήλων, προβλέπουν ρητώς την χορήγηση επιδόματος σπουδών. Συγκεκριμένα, με την υπ' αριθ. 36/1971 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθ. 1731/105.12-1-1972 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας «στους υπηρετούντες στην Τράπεζα υπαλλήλους και κεκτημένους κατά το διορισμό των ή κτωμένους μετ' αυτόν Πτυχίον Ανωτάτης Πανεπιστημιακής Σχολής ημεδαπής ή ισοτίμου Ανωτάτης Σχολής της ημεδαπής ή αλλοδαπής, αναγνωρίσθηκε πρόσθετος χρόνος υπηρεσίας τεσσάρων ετών, προσμετρούμενος στον κατεχόμενο βαθμό, για την περαιτέρω βαθμολογική και μισθολογική εξέλιξη των και χορηγήθηκε στους υπαλλήλους αυτούς από 1-1-1972 επίδομα επιστημονικής αποδόσεως εκ ποσοστού 5 επί του βασικού μισθού των» (παρ. 1 και 8). Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. 28/1975 απόφαση του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθμ. 31244/5666.4-7-1975 απόφαση του Υπουργού Απασχολήσεως ορίσθηκε ότι το εις τους πτυχιούχους Ανωτάτων Σχολών Υπαλλήλους Τραπεζών, χορηγούμενο επίδομα επιστημονικής αποδόσεως εκ ποσοστού 5% επί του βασικού μισθού αυξάνεται εν συνόλω σε ποσοστό 10% από της ισχύος της παραπάνω υπουργικής αποφάσεως και σε ποσοστό 15% από 1-1-1976 και εφεξής. Το καταβαλλόμενο στους πτυχιούχους Ανωτάτων Σχολών επιστημονικό επίδομα αυξήθηκε διαδοχικά : α) με την υπ αριθ. 22/80 απόφαση του ΠΔΔΔ Αθηνών, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ’ αριθ. 12040/8-3-1980 απόφαση του Υπουργού Εργασίας κατά 2 εκατοστιαίες μονάδες (αρ. 4), β) με την από 12-1-1983 ΕΣΣΕ Τραπεζών-ΟΤΟΕ (ΦΕΚ 69/Β12-2 -1981) από 1-1-1981 κατά 3 εκατοστιαίες μονάδες (αρ. 5), γ) με την από 13-4-1989 ΕΣΣΕ των Τραπεζών (ΦΕΚ 295/Β/25-4-1989) από 1-7-1989 κατά 25, που δεν υπερβαίνει όμως σε καμία περίπτωση τις πέντε (5) ποσοστιαίες μονάδες, πάνω από το ήδη καταβαλλόμενο. Συνεπώς, σύμφωνα με τις ανωτέρω Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας του Κλάδου των τραπεζοϋπαλλήλων, το επιστημονικό επίδομα για πτυχιούχους ανώτατης σχολής έχει διαμορφωθεί σε ποσοστό 25%, ενώ ειδικώς στην ..., ως προαναφέρθηκε, το επίδομα αυτό ανέρχεται με βάση τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας - Κανονισμό της Βαθμολογικής και Μισθολογικής Τάξεως των Υπαλλήλων της, σε ποσοστό 32%. Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 16 κεφάλαιο IV στοιχείο στ, του ως άνω Κανονισμού - Οργανισμού της εναγομένης, ορίζεται ότι στους κατόχους τίτλους σπουδών ξένων γλωσσών χορηγείται επίδομα ξένης γλώσσας 7% με τις προϋποθέσεις και τους όρους των ..../11- 12-1986 και ..../4-3-1988 αποφάσεων του Γενικού Συμβουλίου της Τράπεζας (Α.Γ.Σ.), στις οποίες σύμφωνα με το άρθρο 3.1.9 (εδ.α ) του Κανονισμού Εργασιών Τμήματος Εξέλιξης Προσωπικού της εναγομένης, ομοίως ορίζεται ότι χορηγείται επίδομα 7% επί του βασικού μισθού σε υπαλλήλους που προσκομίζουν αναγνωρισμένους τίτλους σπουδών που πιστοποιούν άριστη γνώση γλωσσών κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της Ρωσίας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής, (εδ. β') Το επίδομα ξένων γλωσσών χορηγείται επίσης σε υπαλλήλους που προσκομίζουν πτυχίο ή μεταπτυχιακό τίτλο ανώτατης σχολής της αλλοδαπής για την απόκτηση του οποίου χρησιμοποιήθηκε μία από τις γλώσσες αυτές ή τίτλο σπουδών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης σε μία από τις γλώσσες αυτές είτε επάρκεια διδασκαλίας αυτών από το Υπουργείο Παιδείας, (εδ.γ) Το επίδομα χορηγείται μόνο για μια γλώσσα, (εδ. δ) Οι επί συμβάσει υπάλληλοι, κατά τη διάρκεια της σύμβασής τους δεν δικαιούνται επιδόματος ξένης γλώσσας, (εδ. ε) Η διαδικασία ενημέρωσης του Σ.Δ.Α.Δ. είναι αυτή που αναφέρεται στην πρόσληψη (βλ.παρ.3.1.1 ). Επίσης, στο άρθρο 18 του ως άνω Οργανισμού - Κανονισμού προβλέφθηκαν ως οικογενειακά επιδόματα (παρ.1) το ειδικό επίδομα γάμου, το οποίο υπολογίζεται σε ποσοστό 10% επί του 24ου κλιμακίου του ενιαίου μισθολογίου, (παρ.2) το ειδικό επίδομα τέκνου, το οποίο υπολογίζεται επί του 24ου κλιμακίου του ενιαίου μισθολογίου, σε ποσοστό 5% για το πρώτο παιδί, 7,5% για το δεύτερο παιδί, 10% για το τρίτο και 15% για κάθε παιδί πάνω από τα τρία. Εξάλλου, μετά το έτος 1989 μετά από συμφωνία ΣΥΤΕ και Διοίκησης της εναγομένης τράπεζας θεσπίστηκε το ειδικό επίδομα Κεντρικής Τράπεζας. Το επίδομα αυτό το δικαιούνται όλοι οι υπάλληλοι της εναγόμενης Τράπεζας και υπολογίζεται με τον πολλαπλασιασμό ενός συντελεστή [ιδ. σχετικά πίνακα υπολογισμού ποσοστικοποιημένου μέρους του επιδόματος Κεντρικής Τράπεζας (Π.Δ. 23-2-1994) όπως ισχύει από 1-1- 1994)], ανάλογα με το βαθμό και τη θέση ευθύνης του υπαλλήλου πάνω στη χρηματική βάση (ΧΒ) = (Βασικός Μισθός + επίδομα πολυετίας + επίδομα ξένης γλώσσας -ιεπιστημονικό επίδομα). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η Διοίκηση της ..., προχώρησε στις 11 Απριλίου στην υπογραφή νέας Επιχειρησιακής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας με το Σύλλογο Εργαζομένων της, τριετούς διάρκειας από 1η Μαΐου 2012 μέχρι 30 Απριλίου 2015 με αντικείμενο τον επαναπροσδιορισμό του μισθολογικού κόστους της Τράπεζας. Ειδικότερα, με αυτή την ΕΣΣΕ (πράξη κατάθεσης 240/2012 και την από 9 Μαίου 2012 Πρόσθετη Πράξη αυτής, πράξη κατάθεσης ..../2012), προβλέφθηκαν (μεταξύ άλλων) μειώσεις αποδοχών του προσωπικού της υπό τη μορφή παραιτήσεως αυτού από την είσπραξη ποσού μικτών αποδοχών, ως εξής:

α) Για αποδοχές από 2001 ευρώ έως και 3000 ευρώ, 2.5%.

β) Για αποδοχές από 3001 ευρώ έως και 4000 ευρώ, 3.5%.

γ) Για αποδοχές από 4001 ευρώ έως και 5000 ευρώ, 5%

δ) Για αποδοχές πάνω από 5001 ευρώ, 7%, ενώ στις 6 Μαΐου 2015 υπογράφηκε νεότερη Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας με το Σύλλογο Εργαζομένων επίσης τριετούς διάρκειας με έναρξη από 1-5-2015 και λήξη στις 30-4-2018, σύμφωνα με την οποία το προσωπικό της εναγομένης συνέχισε να παραιτείται της εισπράξεως μέρους των μικτών αποδοχών του από τη στήλη των πάσης φύσεως τακτικών αποδοχών κατά τις ακόλουθες διακρίσεις:

1. Από 1-5-2015 μέχρι και 31-12-2015:

Για αποδοχές έως 2.000 ευρώ 0.

Για αποδοχές από 2.001 ευρώ έως και 3.000 ευρώ 2,5. %

Για αποδοχές από 3.001 ευρώ έως και 4.000 ευρώ 3.5%

Για αποδοχές από 4.001 ευρώ έως και 5.000 ευρώ 5.0%.

Για αποδοχές πάνω από 5.001 ευρώ. 7%. 2 Από 1-1-2016 μέχρι και 31-12-2016 Για αποδοχές έως 3.000 ευρώ 0. Για αποδοχές από 3.001 ευρώ έως και 4.000 ευρώ 1.5%. Για αποδοχές από 4.001 ευρώ έως και 5.000 ευρώ 3,0%. Για αποδοχές πάνω από 5.001 ευρώ 5.0%. Για αποδοχές πάνω από 5.001 ευρώ. 7%. 3. Από 1-1-2017 μέχρι και 31-12-2017. Για αποδοχές έως και 5.000 ευρώ 0. Για αποδοχές πάνω από 5.001 ευρώ 2, 0%. Και 4. Από 1-1-2018 μέχρι και 30-4- 2018 Για αποδοχές έως και 5.000 ευρώ 0. Για αποδοχές πάνω από 5.001 ευρώ 1, 0%. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως ήδη αποδείχθηκε ο ενάγων έπρεπε να λαμβάνει τις αντίστοιχες οικονομικές απολαβές από 1-4-2013 του Αρχιεργοδηγού και από 1-4-2018 του Αρχιεργοδηγού - Προϊσταμένου αποτελούμενες κατά τα ανωτέρω από το βασικό του μισθό πλέον των προβλεπομένων για τον εκάστοτε βαθμό του επιδομάτων. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο ενάγων για το χρονικό διάστημα από 1-4-2013 έως και το Μάρτιο του έτους 2018 θα έπρεπε να λαμβάνει ως μικτές μηνιαίες αποδοχές τα εξής ποσά: α) ως βασικό μισθό το ποσό των 1.048 ευρώ, β) ως επίδομα γάμου το ποσό των 110, 70 ευρώ, γ) ως επίδομα τέκνων το ποσό των 138, 38 ευρώ, πλέον των αναπροσαρμοζομένων ως άνω επιδομάτων ως εξής: α) ως επίδομα πολυετίας το ποσό των 368, 73 ευρώ, ήτοι 1,85% για κάθε έτος που το έτος 2013 ήταν 19 συνολικά, αφού προστίθενται τα 4 έτη πλασματικά (1,85% X 19 X 1.048 ευρώ = 368, 73 ευρώ], β) ως επίδομα βαθμού το ποσό των 511,09 ευρώ, γ) ως επίδομα ανθυγιεινής εργασίας το ποσό των 125, 76ευρώ,υπολογιζομένου σε ποσοστό 12% επί του βασικού μισθού [ (ΣΣΕ 17-5-1984) 1.048 X 12% = 125, 76 ευρώ και δ) ως επίδομα κεντρικής τράπεζας το ποσό των 700, 44 ευρώ και όπως όλα τα ανωτέρω ποσά κατέβαλε η εναγομένη στον ενάγοντα από τον Οκτώβριο του έτους 2018 όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο εκκαθαριστικό μισθοδοσίας του μήνα αυτού. Πλέον όμως των ανωτέρω οικονομικών απολαβών ο ενάγων και όπως θα εκτεθεί κατωτέρω έπρεπε να λαμβάνει α) ως επίδομα ξένων γλωσσών το ποσό των 73, 36 ευρώ (1.048 ευρώ, βασικός μισθός X 7% = 73, 36 ευρώ) και β) ως επιστημονικό επίδομα το ποσό των 335, 36 ευρώ (1.048 ευρώ, βασικός μισθός X 32%=335, 36 ευρώ).

Συνολικότερα για το ανωτέρω διάστημα ο ενάγων έπρεπε να λαμβάνει ως μικτές μηνιαίες αποδοχές το ποσό των 3.411, 46 ευρώ (1.048 + 1 10, 70 + 138, 38 + 368,37 + 51 1,09 + 125,76 + 700,44 + 335,36 + 73,36 = 3.41 1, 46 ευρώ). Ο ενάγων όμως δυνάμει των ανωτέρω Επιχειρησιακών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας οι οποίες δεσμεύουν όλους τους εργαζομένους της εναγομένης και συνεπώς και τον ίδιο υπερισχύουν των κλαδικών ΣΣΕ και για τις οποίες ο ενάγων δεν ισχυρίστηκε ότι περιέχουν όρους εργασίας δυσμενέστερους για τους εργαζόμενους από τους όρους της ΕΓΣΣΕ, σύμφωνα και με την παρ. 5 του άρθρου 37 του Ν. 4024/2011 (Α/226) «Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012 — 2015», με την οποία προστέθηκε εδάφιο στην παρ. 2 του άρθρου 10 του Ν. 1876/1990 και αναφέρεται ότι όσο διαρκεί η εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής, η επιχειρησιακή ΣΣΕ υπερισχύει σε περίπτωση συρροής με την κλαδική ΣΣΕ και δεν πρέπει να περιέχει όρους εργασίας δυσμενέστερους για τους εργαζόμενους από τους όρους της ΕΓΣΣΕ, για δικαιούμενες μικτές αποδοχές ποσού 3.001 ευρώ και άνω από τον Απρίλιο του έτους 2013 μέχρι και Δεκέμβριο του έτους 2015, θα έπρεπε να παραιτηθεί των μικτών αυτών αποδοχών μηνιαίως κατά ποσοστό 3,5 %, ποσού 119, 40 ευρώ (3.411, 46 ευρώ X 3,5% = 119, 40 ευρώ) δικαιούμενος συνεπώς για το λόγο αυτό μηνιαίως το ποσό των 3.292, 06 ευρώ (3.411, 46 ευρώ - 119, 40 ευρώ = 3.292,06 ευρώ), ενώ για δικαιούμενες μικτές αποδοχές ποσού 3.001 ευρώ και άνω από τον Ιανουάριο του έτους 2016 μέχρι και Δεκέμβριο του έτους 2016, θα έπρεπε να παραιτηθεί των μικτών αυτών αποδοχών μηνιαίως κατά ποσοστό 1,5% ήτοι ποσού 51, 17 ευρώ (3.411, 46 ευρώ X 1,5% = 51, 17 ευρώ) δικαιούμενος συνεπώς για το λόγο αυτό μηνιαίως το ποσό των 3.360, 29 ευρώ (3.411, 46 ευρώ -51, 17 ευρώ = 3.360, 29 ευρώ) δεκτού γενομένου εν μέρει ως και ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης που η τελευταία είχε προτείνει ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επαναφέρει και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου στα πλαίσια του πέμπτου λόγου έφεσης, ισχυρισμός ο οποίος εσφαλμένα κρίθηκε ως αόριστος με την εκκαλουμένη απόφαση και με την αιτιολογία ότι ουδόλως (η εναγομένη) εκθέτει σε ποιό ποσό ανέρχεται η εν λόγω παραχώρηση, δεδομένου ότι ο ισχυρισμός αυτός περιείχε όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για να είναι ορισμένος, αφού από τον ακριβή προσδιορισμό των μηνιαίων μικτών αποδοχών του ενάγοντος, προέκυπτε σαφώς στη συνέχεια, με απλούς μαθηματικούς υπολογισμούς, το ύψος του ποσού των αποδοχών για την είσπραξη των οποίων έπρεπε να παραιτηθεί σύμφωνα με τις αναφερόμενες από την εναγομένη σχετικές διατάξεις των ανωτέρω ΕΣΣΕ και δεν ήταν αναγκαίο να αναφέρονται και τα ποσά αυτά επακριβώς. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων για το χρονικό διάστημα από 1-4-2018 μέχρι και 31- 12-2018 θα έπρεπε να λαμβάνει βάσει του 20ου κλιμακίου α) ως βασικό μισθό το ποσό των 1.059 ευρώ, β) ως επίδομα γάμου το ποσό των 110, 70 ευρώ, γ) ως επίδομα τέκνων το ποσό των 138, 38 ευρώ, δ) ως επίδομα πολυετίας το ποσό των 391, 83 ευρώ, ήτοι 1,85% επί του βασικού μισθού κατά χρόνο υπηρεσίας πάνω στο μισθολογικό κλιμάκιο του και δη στο 20° (1,85% X 20 X 1.059 ευρώ = 391, 83 ευρώ), ε) ως επίδομα βαθμού το ποσό των 759, 03 ευρώ, στ) ως επίδομα ανθυγιεινής εργασίας το ποσό των 127, 08 ευρώ, υπολογιζομένου σε ποσοστό 12% επί του βασικού μισθού [(ΣΣΕ 17-5-1984) 1.059 ευρώ X 12% = 127, 08 ευρώ] και το ύψος του επιδόματος αυτού επίσης δεν αμφισβητείται ειδικότερα από την εναγομένη, ζ) ως επίδομα ξένων γλωσσών το ποσό των 74,13 ευρώ (1.059 ευρώ X 7% = 74,13 ευρώ), η) ως επίδομα Κεντρικής Τράπεζας το ποσό των 707, 94 ευρώ και θ) ως επιστημονικό επίδομα το ποσό των 346, 24 ευρώ (1.059 ευρώ X 32% = 338, 88 ευρώ). Συνολικότερα για το ανωτέρω χρονικό διάστημα ο ενάγων έπρεπε να λαμβάνει ως μικτές μηνιαίες αποδοχές το ποσό των 3.706, 97 ευρώ (1.059 + 1 10, 70 + 138, 38 + 391,83 + 759,03 + 127,08 + 707,94 + 338,88 + 74,13 = 3.706, 97 ευρώ). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω οι δικαιούμενες μικτές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 1-4-2013 μέχρι και 31-12-2018 διαμορφώνονται ως εξής: Α) Από 1-4-2013 μέχρι και 31-12-2015 στο ποσό των 3.292, 06 ευρώ. Β) Από 1-1-2016 μέχρι 31-12-2016 στο ποσό των 3.360, 29 ευρώ.ι'Γ Γ) Από 1-1-2017 μέχρι και 31-3-2018 στο ποσό των 3.411, 46 ευρώ και Δ) από 1-4-2018 μέχρι και 31-12-2018 στο ποσό των 3.706, 97 ευρώ. Ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του συνομολογεί Α) ότι κατά το χρονικό διάστημα από Απρίλιο του έτους 2013 έως και το Δεκέμβριο του έτους 2015 έλαβε μηνιαίως από την εναγομένη ως μικτές αποδοχές το ποσό των 2.421, 04 ευρώ, Β) ότι κατά τα έτη 2016 και 2017 οι μηνιαίες μικτές αποδοχές που λάμβανε από την εναγομένη αυξήθηκαν κατά το ποσό των 217, 89 ευρώ και συνεπώς αποδεικνύεται ότι έλαβε μηνιαίως από την εναγομένη ως μικτές αποδοχές το συνολικό ποσό των 2.638, 93 ευρώ (2.421, 04 ευρώ + 217, 89 ευρώ = 2.638, 93 ευρώ), γ) ότι από τον Ιανουάριο του έτους 2018 μέχρι και το Σεπτέμβριο του έτους 2018 οι μηνιαίες μικτές αποδοχές που λάμβανε από την εναγομένη ανήλθαν στο ποσό των 2.861, 79 ευρώ και δ) ότι από τον Οκτώβριο του έτους 2018 μέχρι και το Δεκέμβριο του έτους 2018 έλαβε μηνιαίως από την εναγόμενη ως μικτές αποδοχές το ποσό των 3.243, 78 ευρώ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ο ενάγων δικαιούται ως διαφορές αποδοχών: Α) Για το χρονικό διάστημα από 1- 4-2013 μέχρι και 31-12-2015 το ποσό των 27.872, 64 [871,02 ευρώ (3.292, 06 ευρώ - 2.421, 04 ευρώ = 871, 02) X 32 μήνες όπως ζητεί (άρ. 106 ΚΠολΔ) = 27.872, 64 ευρώ. Β) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2016 μέχρι και 31-12-2016 το ποσό των 8.656, 32 ευρώ [ 721, 36 ευρώ (3.360, 29 ευρώ - 2.638, 93 ευρώ = 721, 36 ευρώ) X 12 μήνες = 8.656, 32 ευρώ]. Γ) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2017 μέχρι και 31-12-2017 το ποσό των 9.270, 36 ευρώ [ 772, 53 ευρώ (3.411, 46 ευρώ - 2.638, 93 ευρώ - 772, 53 ευρώ) X 12 μήνες = 9.270, 36 ευρώ]. Δ) Για το χρονικό διάστημα από 1-1- 2018 μέχρι και 31-3-2018 το ποσό των 1.649, 01 ευρώ [ 549, 67 ευρώ (3.411, 46 ευρώ - 2.861, 79 ευρώ = 549, 67 ευρώ) X 3 μήνες = 1.649, 01 ευρώ], Ε) Για το χρονικό διάστημα από 1-4-2018 μέχρι και 30-9-2018 το ποσό των 5.071, 08 ευρώ [ 845, 18 ευρώ (3.706, 97 ευρώ - 2.861, 79 ευρώ = 845, 18 ευρώ) X 6 μήνες = 5.071, 08 ευρώ] και ΣΤ) Για το χρονικό διάστημα από 1-10-2018 μέχρι και 31-12-2018 το ποσό των 1.389, 57 ευρώ [ 463, 19 ευρώ (3.706, 97 ευρώ - 3.243, 78 = 463,19 ευρώ) X 3 μήνες = 1.389, 57 ευρώ]. Επίσης ο ενάγων δικαιούται τη διαφορά των επιδομάτων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματος αδείας των ετών 2013 έως και 2018 υπολογιζομένων ως αμοιβόμενος με μισθό: Α) ως προς το δώρο Πάσχα και επιδόματος αδείας στο ήμισυ (1/2) της διαφοράς των μηνιαίων μικτών αποδοχών που έλαβε και εκείνων που δικαιούται να λάβει, δεδομένου ότι η σχέση εργασίας για τα ανωτέρω έτη διήρκεσε χωρίς διακοπή ολόκληρο το χρονικό διάστημα από την 1 Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου εκάστου έτους. Β) Ως προς το δώρο Χριστουγέννων, στη διαφορά ενός (1) μικτού μηνιαίου μισθού που έλαβε και εκείνου που δικαιούται να λάβει, δεδομένου ότι η σχέση εργασίας για τα ανωτέρω έτη διήρκεσε χωρίς διακοπή ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 1ης Μαΐου μέχρι 31ης Δεκεμβρίου κάθε έτους προσαυξανομένων των δώρων εορτών επί τον συντελεστή 0,04166 ήτοι με την αναλογία του επιδόματος αδείας. Συνεπώς ο ενάγων σύμφωνα με τις ανωτέρω αποδειχθείσες διαφορές των μηνιαίως καταβαλλόμενων αποδοχών του δικαιούται Α) για έκαστο των ετών 2013, 2014 και 2015 α) Ως δώρο εορτών Χριστουγέννων το ποσό των 907, 31 ευρώ [871, 02 ευρώ + 36, 29 ευρώ (871, 02 ευρώ X 0, 041666 = 36, 29 ευρώ) = 907, 31 ευρώ], β) Ως δώρο εορτών Πάσχα το ποσό των 453, 65 ευρώ [435, 51 ευρώ (871,02 ευρώ X 1/2 = 435, 51 ευρώ) + 18, 14 ευρώ (435, 51 ευρώ X 0,04166 = 18, 14 ευρώ) = 453, 65 ευρώ] και Γ) Ως επίδομα αδείας το ποσό των 435, 51 ευρώ (871, 02 ευρώ X 1/2 - 435, 51 ευρώ). Συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες δικαιούται για έκαστο των ετών 2013, 2014 και 2015 το ποσό των 1.796, 47 ευρώ (907, 31 + 453, 65 + 435, 51 = 1.796, 47 ευρώ) και συνολικότερα για τα ως άνω τρία έτη το ποσό των 5.389, 41 ευρώ (1.796, 47 ευρώ X 3 = 5.389, 41 ευρώ). Β) Για το χρονικό διάστημα από 1-1- 2016 μέχρι και 31-12-2016 α) Ως δώρο εορτών Χριστουγέννων το ποσό των 751, 41 ευρώ [721, 36 ευρώ + 30, 05 ευρώ (721, 36 ευρώ X 0, 041666 = 30,05 ευρώ) = 751, 41 ευρώ], β) Ως δώρο εορτών Πάσχα το ποσό των 375, 7 ευρώ [ 360, 68 ευρώ ( 721,36 X 1/2 = 360,68 ευρώ) + 15, 02 ευρώ (360, 68 ευρώ X 0,04166 = 15, 02 ευρώ) = 375, 7 ευρώ] και γ) Ως επίδομα αδείας το ποσό των 360, 68 ευρώ (721, 36 ευρώ X 1/2 = 360, 68 ευρώ). Συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες δικαιούται για το έτος 2016 το ποσό των 1.487, 79 ευρώ (751, 41 + 375, 7 + 360, 68 = 1.487, 79 ευρώ). Γ) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2017 μέχρι και 31-12-2017 α) Ως δώρο εορτών Χριστουγέννων το ποσό των 804, 71 ευρώ [772, 53 ευρώ + 32,18 ευρώ (772,53 ευρώ X 0, 041666 = 32,18 ευρώ) = 804, 71 ευρώ], β) Ως δώρο εορτών Πάσχα το ποσό των 402, 35 ευρώ [ 382, 26 ευρώ ( 772, 53 X 1/2 = 386, 26 ευρώ) + 16,09 ευρώ (386, 26 ευρώ X 0,04166 = 16, 09 ευρώ) = 402, 35 ευρώ] και γ) Ως επίδομα αδείας το ποσό των 382, 26 ευρώ (772, 53 ευρώ X 1/2 = 386, 26 ευρώ). Συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες δικαιούται για το έτος 2016 το ποσό των 1.593, 32 ευρώ (804, 71 + 402,35 + 386,26 = 1.593,32 ευρώ). Δ) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2018 μέχρι και 31-12-2018 [υπολογίζοντας για την εξεύρεση των δώρων εορτών και επιδόματος αδείας του έτους αυτού το μέσο όρο της διαφοράς των μηνιαίων μικτών αποδοχών του ως το άθροισμα της διαφοράς αποδοχών κατά τα ανωτέρω επί μέρους χρονικά διαστήματα του έτους 2018, όπως αυτά αποδείχθηκαν δια 12 μήνες, στο ποσό των 675, 80 ευρώ [8.109, 66 ευρώ (1.649, 01 ευρώ + 5.071, 08 ευρώ + 1.389, 57 ευρώ = 8.109, 66 ευρώ) : 12 μήνες = 675, 80 ευρώ] ο ενάγων δικαιούται α) Ως δώρο εορτών Χριστουγέννων το ποσό των 703, 97 ευρώ [675, 80 ευρώ + 28, 15 ευρώ (675, 80 ευρώ X 0, 041666 = 28, 15 ευρώ) = 703, 95 ευρώ], β) Ως δώρο εορτών Πάσχα το ποσό των 351,97 ευρώ [ 337,9 ευρώ (675,80 X 1/2 =337,9ευρώ) +14, 07ευρώ (337,9 ευρώ X 0,04166= 14,07 ευρώ) = 351,97 ευρώ] και γ) Ως επίδομα αδείας το ποσό των 337,9 ευρώ (675,80 ευρώ X 1/2 = 337,9 ευρώ). Συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες ο ενάγων δικαιούται για το έτος 2018 το ποσό των 1.393, 82 ευρώ (703, 95 + 351, 97 + 337, 9 = 1.393, 82 ευρώ). Εξάλλου και αναφορικά με το δικαιούμενο από τον ενάγοντα και συνυπολογισθέν στις κατά τα ανωτέρω αποδειχθείσες μηνιαίες μικτές μηνιαίες αποδοχές του, επίδομα ξένης γλώσσας ποσοστού 7% επί του βασικού του μισθού, πρέπει να σημειωθεί, ότι από τη γραμματική διατύπωση των προαναφερομένων διατάξεων του άρθρου 16 IV στοιχείο στ, του Κανονισμού - Οργανισμού της εναγόμενης σε συνδυασμό και με τις υπ' αριθ. ..../11-12- 1986 και ..../4-3-1988 αποφάσεις του Γενικού Συμβουλίου (Α.Γ.Σ.) της προκύπτει ότι στην περίπτωση υπαλλήλου της (εναγόμενης) που προσκομίζει πτυχίο ανώτατης σχολής της αλλοδαπής, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αποκλειστικό κριτήριο για τη χορήγηση του επιδόματος για μία από τις γλώσσες που αναφέρονται στο άρθρο αυτό, μεταξύ των οποίων και γνώση της αγγλικής γλώσσας των ΗΠΑ αποτελεί η προσκόμιση του τίτλου για την απόκτηση του οποίου χρησιμοποιήθηκε η γλώσσα αυτή και μάλιστα χωρίς στην προκειμένη περίπτωση, σε αντίθεση με τη διάταξη του άρθρου 12 του ιδίου Οργανισμού - Κανονισμού, την εξάρτηση του τίτλου αυτού από την ύπαρξη οιασδήποτε αναγνώρισης ισοτιμίας του, ακαδημαϊκής ή επαγγελματικής (στην ως άνω διάταξη δεν περιλήφθηκε ο όρος «ισότιμο»), η οποία συνεπώς δεν ορίζεται από τις διατάξεις αυτές ως προϋπόθεση για την χορήγηση του επιδόματος ξένης γλώσσας. Στην προκειμένη περίπτωση και δεδομένου ότι όπως αποδείχθηκε ο ενάγων προσκόμισε στην εναγομένη πτυχίο ανώτατης σχολής της αλλοδαπής για την απόκτηση του οποίου χρησιμοποιήθηκε μία από τις προβλεπόμενες στον Κανονισμό - Οργανισμό της εναγομένης ξένη γλώσσα ήτοι η αγγλική γλώσσα των ΗΠΑ το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθά ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τον Κανονισμό, έστω και με άλλη αιτιολογία η οποία αντικαθίσταται εν όλω με την παρούσα έκρινε ότι η εναγομένη όφειλε να χορηγεί στον ενάγοντα το επίδομα ξένης γλώσσας ποσοστού 7%, σύμφωνα με το άρθρο 161V περ. στ, το οποίο ορίζει ότι στους κατόχους τίτλων σπουδών ξένων γλωσσών χορηγείται επίδομα ξένης γλώσσας 7% με τις προϋποθέσεις και τους όρους των Α.Γ.Σ .../11-12-86 και ..../4-3-88 και συνακόλουθα απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται ο έκτος λόγος έφεσης με τον οποίο η εναγομένη μέμφεται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου την κρίση της εκκαλουμένης περί του συνυπολογισμού του επιδόματος αυτού στις επιδικασθείσες αποδοχές του ενάγοντος. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι στους ανωτέρω λογιστικούς υπολογισμούς της παρούσας απόφασης δεν συνυπολογίσθηκε στις καταβαλλόμενες από την εναγομένη μικτές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος το επίδομα ευθύνης ποσού 388, 34 ευρώ, το οποίο η εναγομένη του κατέβαλε από τον Ιούνιο του έτους 2015 και μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2018 παρέμεινε αμετάβλητο, δεδομένου ότι ο ενάγων δεν ζητεί την επιδίκασή του. Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω αποδεικνύεται ότι ο ενάγων δικαιούται συνολικότερα ως διαφορά αποδοχών μετά της διαφοράς επιδομάτων εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων και επιδόματος αδείας για το χρονικό διάστημα από 1-1- 2013 μέχρι και 31-12-2018 το συνολικό ποσό των 63.773, 32 ευρώ (27.872, 64 + 8.656, 32 + 9.270, 36 + 1.649, 01 + 5.071,08 + 1.389, 57 + 5.389,41 + 1.487, 79 + 1.593, 32 + 1.393, 82 = 63.773, 32 ευρώ).

VIII. Κατά την έννοια της διάταξης του αρ. 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας. Ειδικότερα κατά το άρθρο 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν την γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (ΟλΑΠ 17/1995, ΟλΑΠ 62/1990, ΑΠ 1321/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου (ΟλΑΠ 62/1990, ο.π., ΑΠ 1321/2014, ο.π.).

Στην προκειμένη περίπτωση η εκκαλούσα πρότεινε παραδεκτά με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που καταχωρίστηκε συνοπτικά στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του και αναλύθηκε εκτενώς στις έγγραφες πρωτόδικες προτάσεις της, νομίμως δε επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο με τον τέταρτο λόγο έφεσης, τον ισχυρισμό ότι το ασκηθέν δικαίωμα του ενάγοντος κατ' άρθρο 281 ΑΚ υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, ισχυριζόμενη ειδικότερα κατά λέξη τα ακόλουθα: «Ότι, επικουρικά, η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί λόγω καταχρηστικής συμπεριφοράς του αντιδίκου. Ότι, όπως προαναφέρθηκε, έχει ήδη αναγνωριστεί από την Τράπεζα υπέρ του αντιδίκου πλασματική προϋπηρεσία 3 ετών, έχουν δε καταβληθεί όλες οι μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν από την αναγνώριση αυτή, και μάλιστα αναδρομικά από αυτήν οπότε ο αντίδικος προσκόμισε στην Τράπεζα την απόφαση του ΣΑΕΠ που αναγνώρισε επαγγελματική ισοδυναμία. Ενόψει τούτου, και δεδομένου ότι ο αντίδικος έλαβε πτυχίο με τριετείς σπουδές, ασκεί προδήλως καταχρηστικά το δικαίωμά του να του αναγνωριστεί πέραν τούτου τετραετής πλασματικός χρόνος υπηρεσίας. Άλλωστε και το πνεύμα του κανονισμού της Τράπεζας που προβλέπει τετραετή πλασματικό χρόνο υπηρεσίας θεμελιώνεται στη διαπίστωση ότι δεν νοείται πανεπιστημιακό πτυχίο χωρίς τουλάχιστον τετραετή φοίτηση. Ότι, αντίστοιχα, ο Κανονισμός επιβραβεύει υπηρεσιακά όσους υπαλλήλους της Τράπεζας δαπάνησαν τουλάχιστον τόσα χρόνια σπουδών για την απόκτηση του πτυχίου τους προκειμένου ακριβώς να μην βρεθούν να υπολείπονται σε αρχαιότητα των συναδέλφων τους που δεν έχουν αντίστοιχο πτυχίο. Σε καμία περίπτωση δεν περιλαμβάνεται στο πνεύμα του κανονισμού και της πρακτικής της Τράπεζας (πρβλ. άρθρο 281 ΑΚ: κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος), ούτε καλύπτεται από τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών η άμβλυνση αυτού του ορίου προς όφελος όσων επέλεξαν την ευκολότερη οδό της τριετούς φοίτησης έναντι των συναδέλφων τους που δεν επιδίωξαν τέτοιου είδους εκπτώσεις στις σπουδές τους. Ότι, η κρίση περί καταχρηστικότητας ενισχύεται και από τη διαπίστωση ότι, αν γινόταν δεκτό το αίτημα του αντιδίκου, θα ευνοούνταν αδικαιολόγητα έναντι των συναδέλφων του στην Τράπεζα (και μάλιστα τους κατόχους πτυχίων ελληνικών πανεπιστημίων ή αλλοδαπών πανεπιστημίων με αναγνώριση ισοτιμίας από τον ΔΟΑΤΑΠ), στους οποίους αναγνωρίζεται τετραετής πλασματικός χρόνος υπηρεσίας μόνο εφόσον έχουν αντίστοιχα τουλάχιστον τετραετείς τίτλους σπουδών. Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος είναι νόμιμος στηριζόμενος στη διάταξη το άρθρου 281 ΑΚ κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος διότι, υπό την έννοια της διάταξης αυτής, όπως προαναφέρθηκε στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη του κεφαλαίου αυτού της απόφασης, για να στοιχειοθετηθεί καταχρηστική άσκηση δικαιώματος εκ μέρους του δικαιούχου, πρέπει αυτός με συγκεκριμένη συμπεριφορά και ενέργειες, να έχει δημιουργήσει στον υπόχρεο και μάλιστα ευλόγως, την πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, πράγμα που ουδόλως συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, διότι ούτε προκύπτει, ούτε επικαλείται η εναγομένη τέτοιες ενέργειες εκ μέρους του ενάγοντος. Ούτε βέβαια το γεγονός που επικαλείται η εναγομένη, ότι έχει ήδη αναγνωρισθεί από αυτήν πλασματική υπηρεσία τριών ετών και έχουν καταβληθεί στον ενάγοντα αναδρομικά από 7-2-2018 οι αντίστοιχες μισθολογικές διαφορές, μπορεί να καταστήσει την άσκηση του επίδικου δικαιώματος καταχρηστική καθόσον αφενός η καταβολή των αποδοχών στον ενάγοντα ήταν νόμιμη υποχρέωσή της, ενώ όπως αποδείχθηκε, ο ενάγων ορθά και βάσιμα διεκδίκησε το νόμιμο δικαίωμά του πέραν της τριετούς, της τετραετούς αναγνώρισης πλασματικού χρόνου υπηρεσίας, αφού η αναγνώριση αυτή συνέχεται αναγκαστικά με τη βαθμολογική και μισθολογική προώθησή του. Δεδομένου άλλωστε ότι όπως αποδείχθηκε ήταν η ίδια η εναγομένη η οποία πλημμελώς και παρά το νόμο του αναγνώρισε τριετή πλασματική υπηρεσία δεν είναι επιτρεπτό σ' αυτήν να επικαλείται τώρα καταχρηστική εκ μέρους του ενάγοντος συμπεριφορά, για απόκρουση των ενδίκων αγωγικών απαιτήσεων. Εξάλλου, η επιδίωξη της ικανοποίησης των νόμιμων αξιώσεων του ενάγοντος, με τα μέσα που του παρέχει ο νόμος, με επίκληση περιστατικών, η βασιμότητα των οποίων θα κριθεί από την εκτίμηση των αποδείξεων που θα προσκομιστούν από τους διαδίκους, δεν υπερβαίνει τα όρια που θέτει η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ούτε προκαλεί την εντύπωση έντονης σε βάρος της εναγομένης και των άλλων υπαλλήλων της αδικίας. Ο ισχυρισμός της άλλωστε ότι με την ένδικη αγωγή με τη δι’ αυτής επιχειρούμενη αναγνώριση των σπουδών του ενάγοντος του πανεπιστημίου της αλλοδαπής, επέρχεται άμβλυνση του ορίου προς όφελος όσων επέλεξαν την ευκολότερη οδό της τριετούς φοίτησης έναντι των συναδέλφων του που δεν επιδίωξαν τέτοιου είδους εκπτώσεις στις σπουδές τους, δεν μπορεί να καταστήσει καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος του ενάγοντος, αφού όπως αποδείχθηκε σε αντίθεση με τον ανωτέρω ισχυρισμό της η ίδια η εναγομένη παραβιάζει την επιβαλλόμενη από το Σύνταγμα αρχή της ίσης μεταχείρισης του ενάγοντος έναντι των λοιπών συναδέλφων του κατόχων πτυχίου ελληνικού πανεπιστημίου αφού η άρνησή της να αναγνωρίσει το πτυχίο του ενάγοντος για το οποίο αυτός έλαβε επαγγελματική ισοδυναμία και συνακόλουθα να αναγνωρίσει τη βαθμολογική και μισθολογική του προαγωγή έρχεται σε αντίθεση με τις διατάξεις του ΠΔ 85/2010. Συνεπώς το δια της ένδικης αγωγής ασκηθέν δικαίωμα του ενάγοντος δεν αποδείχθηκε ότι υπερβαίνει τα όρια που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Συνακόλουθα, απορριπτέος κρίνεται ο τέταρτος λόγος έφεσης με τον οποίο η εναγομένη μέμφεται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, την εκκαλουμένη απόφαση, διότι απορρίφθηκε ο ανωτέρω ισχυρισμός ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού η εκκαλουμένη απόφαση κατέληξε έστω και με ελλιπέστερη αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται με την παρούσα, σε ορθό αποτέλεσμα.

IX. Κατά την έννοια της διάταξης της παρ. 1 του άρθρου 520 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι το έγγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και τους λόγους της, λόγο έφεσης συνιστά κάθε αιτίαση κατά της εκκαλουμένης, η οποία, αν κριθεί βάσιμη, επιφέρει κατ' άρθρο 535 του ιδίου Κώδικα την εξαφάνισή της και την αναδίκαση της υπόθεσης από το εφετείο. Το πότε ο λόγος έχει αυτό το αποτέλεσμα κρίνεται κατά περίπτωση με γνώμονα τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου και τη λογική ακολουθία της διαδικασίας (Σ. Σαμουήλ, Η έφεση, 2009, παρ. 542, σελ. 231, Α. Μπακόπουλος, Ζητήματα από την κατ' έφεση δίκη, σε Δνη 1992/1 137 επομ. [1138]). Λόγο έφεσης αποτελεί ειδικότερα κάθε παράπονο του εκκαλούντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που αναφέρεται είτε σε παραδρομές δικές του (ΑΠ 574/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) είτε σε σφάλματα του Δικαστηρίου, δηλαδή σε πλημμέλειες ή ελλείψεις της δικαστικής κρίσης (ΑΠ 208/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), που επηρέασαν το διατακτικό της εκκαλουμένης, η οποία, αν τελεσιδικήσει, θα παράξει δυσμενές για τον εκκαλούντα δεδικασμένο (ΕφΠειρ. 278/2002, Αρμ. 2003/1478). Εξάλλου, οι λόγοι της έφεσης πρέπει να εκθέτουν σαφώς τις πλημμέλειες που αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η νομική και ουσιαστική βασιμότητά τους (ΑΠ 1 168/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 305/2001, Δνη 2001/1318 = ΔΕΝ 2001/1232 = ΕΕΔ 2002/1108, ΑΠ 1 129/1995, Δνη 1997/591, I. Πετρόπουλος, Αόριστοι, αλυσιτελείς και ανεπίτρεπτοι λόγοι εφέσεως, ΝοΒ 2018/1619 επομ. [1621]). Περαιτέρω, από το άρθρο 520 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται, επιπλέον, ότι οι λόγοι έφεσης δεν αρκεί να είναι μόνο σαφείς και ορισμένοι, αλλά πρέπει να είναι και λυσιτελείς, δηλαδή σε περίπτωση βασιμότητάς τους να επέρχεται ως αποτέλεσμα η εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως (ΕφΑθ. 1396/2012, Δνη 2012/1076, ΕφΑιγ. 148/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ. 435/2010, Αρμ. 2011/472, ΕφΙωαν. 172/2006, Αρμ. 2007, 419, ΕφΙωαν. 37/2005, Αρμ. 2005/1774, ΕφΔωδ. 313/2005, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και να βελτιώνεται η νομική θέση του εκκαλούντος (Α. - Ο. Μήτσου, σε Ν. Λεοντή, Ένδικα Μέσα και Βοηθήματα στην Πολιτική Δίκη, 2018, [2], αρ. 208, σελ. 108 επομ.). Αόγος, όμως, έφεσης, ο οποίος και αληθής υποτιθέμενος δεν ασκεί έννομη επιρροή και, επομένως, δεν δύναται να οδηγήσει κατά νόμο στην εξαφάνιση της εκκαλουμένης, είναι αλυσιτελής και κατά τούτο απορριπτέος ως απαράδεκτος (ΑΠ 122/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 558/1990, ΕΕΝ 1991/121 = ΕΣυγκΔ 1991/36, ΜονΕφΠειρ. 311/2016, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τούτο συμβαίνει και όταν ο λόγος έφεσης δεν αποδίδει στην πραγματικότητα σφάλμα στην προσβαλλόμενη απόφαση, αφού δεν αντιστοιχεί σε νομική ή πραγματική παραδοχή της ή, όπερ το αυτό, όταν ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, δεδομένου ότι η προσβαλλόμενη (ανύπαρκτη) παραδοχή δεν άσκησε επιρροή στη διαμόρφωση του δυσμενούς για τον εκκαλούντα διατακτικού της εκκαλουμένης. Έτσι, είναι απαράδεκτος ο λόγος της έφεσης που υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ισχυρισμό, ο οποίος, όμως, δεν έγινε δεκτός (ΑΠ 1254/2010, Δνη 201 1/999) ή όταν προκύπτει ότι η εκκαλουμένη δέχθηκε άλλο από αυτό που υποστηρίζει ο λόγος (ΑΠ 1208/2008, ΧρΙΔ 2009/216).

Στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη με τον τρίτο λόγο της έφεσης ισχυρίζεται ότι εκκαλουμένη απόφαση κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, απέρριψε ως αλυσιτελώς προβαλλόμενη τη νομίμως προβληθείσα κατ' άρθρο 250 αρ. 17 ΑΚ ένσταση της περί παραγραφής των αξιώσεων μισθολογικών διαφορών του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 18-4-2012 έως 31-12-2012, με την αιτιολογία ότι η κριθείσα σε πρώτο βαθμό αγωγή δεν έχει ως αντικείμενο αξιώσεις που ανάγονται στο έτος 2012, αλλά στο χρονικό διάστημα από τον Απρίλιο 2013 και εφεξής. Πλην όμως ο λόγος αυτός, σύμφωνα και με όσα αναφέρθηκαν στην αμέσως ανωτέρω μείζονα σκέψη του κεφαλαίου αυτού της απόφασης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος διότι προβάλλεται αλυσιτελώς, δεδομένου ότι στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης αφού με την εκκαλουμένη απόφαση επιδικάστηκαν αποδοχές από την 1-4-2013 μέχρι και 31-12-2018 και δεν επιδικάστηκαν υπέρ του ενάγοντος αποδοχές για το χρονικό διάστημα από 18-4-2012 έως 31- 12-2012, για το οποίο και μόνο προβλήθηκε ο σχετικός ισχυρισμός παραγραφής. Ούτε άλλωστε η εναγομένη επικαλείται τυχόν αιτιολογίες της απόφασης από τις οποίες θα μπορούσε να δημιουργηθεί δεδικασμένο σε βάρος της σε άλλη δίκη. Εξάλλου, οι εσφαλμένες αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης, οι οποίες δεν καταλήγουν σε βλάβη του εκκαλούντος με αντίστοιχες προς αυτές διατάξεις που διαλαμβάνονται στο διατακτικό της, όπως και ζητήματα που κρίθηκαν πλεοναστικά, χωρίς να υπάρχει ανάγκη, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο έφεσης, καθόσον το κρίσιμο τμήμα της απόφασης δεν είναι οι αιτιολογίες αλλά οι διατάξεις αυτής. Διαφορετικά, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αντικαθιστά τις εσφαλμένες αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση. Εξάλλου, ο ισχυρισμός περί παραγραφής προβαλλόμενος από την εναγομένη ως καταλυτικός του δικαιώματος του ενάγοντος και νομίμως επαναφερθείς ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με τον τρίτο λόγο έφεσης, για την περίπτωση εξαφάνισης της εκκαλουμένης απόφασης και αναδίκασης της αγωγής, απορριπτέος κρίνεται ομοίως ως αλυσιτελής δεδομένου ότι με την ένδικη αγωγή ασκούνται αξιώσεις για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 μέχρι και 31-12-2018, και όχι για το έτος 2012, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η εναγομένη. Και ναι μεν ο ενάγων πράγματι, στη σελίδα 26 της αγωγής του εκθέτει ότι η εναγομένη έπρεπε να του χορηγεί το επιστημονικό επίδομα και το επίδομα των ξένων γλωσσών από τον Απρίλιο του έτους 2012, πλην όμως το αναφερόμενο αυτό γεγονός στο ιστορικό της αγωγής δεν συνδέθηκε και με αντίστοιχο αίτημα στο διατακτικό της ή σε άλλο τμήμα της αγωγής, ούτε η τυχόν αναγνώρισή του επηρεάζει άλλες αγωγικές αξιώσεις δεδομένου ότι το επίδομα ξένων γλωσσών και το επιστημονικό επίδομα, προσδιορίζονται επί του βασικού μισθού του ενάγοντος όπως αυτός καθορίζεται με βάση τη βαθμολογική του κατάταξη και για το χρόνο κατά τον οποίο ζητούνται οι αντίστοιχες εκ μέρους του ενάγοντος αποδοχές. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για τις ανωτέρω αιτίες η εναγομένη, αναγνωρίζοντας στον ενάγοντα πλασματική υπηρεσία τριών ετών από 1-4-2014 κατέβαλε σε αυτόν αναδρομικά όπως και ο ίδιος ο ενάγων συνομολογεί με την αγωγή του το Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του έτους 2018 ως μικτές αποδοχές το συνολικό ποσό των 3.040, 14 ευρώ. Πλέον όμως αυτού η εναγόμενη, όπως αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο εκ μέρους του ενάγοντος εκκαθαριστικό μισθοδοσίας του μηνός Φεβρουάριου του ίδιου έτους, κατέβαλε στον ενάγοντα επίσης αναδρομικά ως μικτές αποδοχές για επίδομα βαθμού το ποσό των 2.379, 25 ευρώ και για επίδομα κεντρικής υπηρεσίας το ποσό των 376, 43 ευρώ και συνολικά το ποσό των 2.755, 68 ευρώ (2.379, 25 ευρώ + 376, 43 ευρώ = 2.755, 68 ευρώ) ήτοι συνολικά κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 5.810, 91 ευρώ (3.040, 14 ευρώ + 2.755, 68 ευρώ = 5.795, 82 ευρώ) και εξακολουθεί να του οφείλει ως διαφορά μικτών μηνιαίων αποδοχών το ποσό των 57. 977, 50 ευρώ (63.773, 32 ευρώ - 5.795, 82 ευρώ = 57.977, 50 ευρώ). Από τις οφειλόμενες αυτές αποδοχές, δοθέντος ότι πρόκειται για μικτές αποδοχές δεν θα αφαιρεθούν τα ποσά που αντιστοιχούν στις ασφαλιστικές εισφορές του ενάγοντος ή σε τρίτους όπως ο φόρος μισθωτών υπηρεσιών, ώστε να επιδικαστεί στον τελευταίο το εναπομέναν υπόλοιπο, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη. Και τούτο διότι τα ποσά, τα οποία ο εργοδότης πρέπει κατά νόμο να παρακρατεί από το μισθό του εργαζομένου και να αποδίδει εμπροθέσμως σε ορισμένους τρίτους, όπως οι εισφορές υπέρ ασφαλιστικών οργανισμών και ο φόρος μισθωτών υπηρεσιών, δεν αποτελούν αντικείμενο της δίκης για τις αποδοχές και δεν αφαιρούνται από το Δικαστήριο, που επιδικάζει οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές (ή μισθούς υπερημερίας), αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της απόφασης και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους. Αντικείμενο, δηλαδή, της αξίωσης, άρα και της δίκης για αποδοχές μισθωτού, είναι οι ακαθάριστες (μικτές) αποδοχές του, ήτοι εκείνες στις οποίες περιλαμβάνονται και οι κατά νόμο κρατήσεις, τις οποίες, όπως σημειώθηκε, πρέπει ο εργοδότης να παρακρατεί από τις αποδοχές του μισθωτού (ΑΠ 346/2019 ΑΠ 2126/2007, ΑΠ 135/2003, ΑΠ 1271/2005, ΑΠ 1 197/1998, ΑΠ 1107/1998, ΑΠ 1103/1998 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η δε εκούσια καταβολή από τον εργοδότη στον ασφαλιστικό οργανισμό των εισφορών για οφειλόμενες σε εργαζόμενο αποδοχές, στηρίζει ένσταση, κατά το άρθρο 416 ΑΚ αποσβεστική κατά το οικείο ποσό της αξίωσης του εργαζομένου για δεδουλευμένες αποδοχές. Αν δεν υποβληθεί τέτοια ένσταση οι εν λόγω ασφαλιστικές εισφορές παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της απόφασης (ΑΠ 383/2012, ΑΠ 323/2008, ΑΠ 1678/2007, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ. 324/2018 αδημ. ΕφΠειρ 176/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δεν προκύπτει ότι η εναγόμενη πρότεινε παραδεκτά στον πρώτο βαθμό την ένσταση καταβολής στον αρμόδιο ασφαλιστικό οργανισμό των ασφαλιστικών εισφορών ή άλλων κρατήσεων, με τις οποίες βαρύνονταν ο ενάγων ως εργαζόμενος. Και ναι μεν με το σχετικό λόγο έφεσης διατυπώνεται παράπονο από την εναγομένη - εργοδότρια για το ότι δεν αφαιρέθηκε, με την εκκαλουμένη από τις επιδικασθείσες αποδοχές το ποσό των ασφαλιστικών εισφορών του αντιδίκου της εργαζομένου, πλην όμως, δεν περιέχεται στο λόγο αυτό και ισχυρισμός (ένσταση) περί καταβολής των εν λόγω εισφορών, για τον οποίο, εξάλλου, δεν θα συνέτρεχαν και οι προϋποθέσεις της μεταγενέστερης προβολής του, κατά τα άρθρα 527 και 269 του ΚΠολΔ.

X. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα ως διαφορές αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1-4-2013 έως και 31-12-2018 το συνολικό ποσό των 65.730, 62 ευρώ αντί του ποσού των 57.977,5 ευρώ που αποδείχθηκε κατά τα ανωτέρω ότι ο ενάγων δικαιούται. Με την κρίση του όμως αυτή εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις και δεκτού γενομένου εν μέρει ως και ουσιαστικά βάσιμου του πέμπτου λόγου έφεσης με τον οποίο η εναγομένη μέμφεται την εκκαλουμένη για εσφαλμένο υπολογισμό των αξιώσεων που επιδίκασε στον ενάγοντα προβάλοντας παράπονο για την εσφαλμένη εν γένει εκτίμηση των αποδείξεων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η κρινόμενη έφεση να γίνει δεκτή και ως βάσιμη κατ' ουσίαν. Ακολούθως πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά το ως άνω κεφάλαιό της και, εν τέλει για την ενότητα της εκτέλεσης στο σύνολό της, ήτοι και κατά τις μη ανατρεπόμενες διατάξεις της, αναγκαία δε και κατά την περί δικαστικών εξόδων διάταξή της και αφού, κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος που μεταβιβάστηκε με την έφεση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και δικαστεί επί της ουσίας από το παρόν Δικαστήριο (άρ. 535 παρ.1 ΚΠολΔ), να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη όφειλε να είχε προαγάγει τον ενάγοντα στο βαθμό του Αρχιεργοδηγού - Προϊσταμένου και να τον εντάξει στο 20° βαθμολογικό κλιμάκιο από την 1-4-2018 και ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα συνολικά το ποσό των 57.977, 5 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την 1η ημέρα του επόμενου μήνα από αυτόν που αφορούν και που έπρεπε να καταβληθεί καθεμία περιοδική παροχή (μηνιαίος μισθός, επιδόματα), χωρίς να απαιτείται όχληση, γιατί για την εκπλήρωση της παροχής υπάρχει δήλη ημέρα (άρθρο 655 Α.Κ. - βλ. σχετ. ΟλΑΠ 39 - 40/2002 ΕλλΔνη 2003.1 18), ειδικότερα δε ως προς τα δώρα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τα επιδόματα αδείας τάσσεται από το νόμο (άρθρ.10 της ΥΑ 19040 /1981, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του Ν.1082/ 1980,4 παρ.1 του Α.Ν.539/ 1945, του Ν.4504/1961 και 1 παρ.3 του Ν Δ 4547/ 1966) επακριβώς καθορισμένη ημέρα καταβολής (η 31η Δεκεμβρίου, η 30η Απριλίου και η τελευταία το αργότερο του οικείου έτους αντιστοίχως), ώστε με μόνη την πάροδο της δήλης αυτής ημέρας να επέρχονται οι ανωτέρω συνέπειες (ΟλΑΠ 39/2002 ΕΕργΔ 2002.1482, ΟλΑΠ 40/2002 ΕΕργΔ 2002.1478, ΑΠ 236/2004 ΧρΙΔ 2004.645, ΑΠ 1682/2000 ΕΕργΔ 2001.456), Τέλος, πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, οι οποίοι εκατέρωθεν υπέβαλλαν αίτημα, τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρ. 106, 179, 183 και 191 ΚΠολΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ'ουσίαν την έφεση.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη απόφαση κατά το μέρος που μεταβιβάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου.

ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ επί της από 30-12-2018 με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης .../31-12-2018 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης .../31-12-2018 αγωγής.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η εναγομένη όφειλε να είχε προαγάγει τον ενάγοντα στο βαθμό του Αρχιεργοδηγού - Προϊσταμένου και να τον εντάξει στο 20° βαθμολογικό κλιμάκιο από την 1-4-2018.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των πενήντα επτά χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα επτά ευρώ και πενήντα λεπτών (57.977,50) με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη και δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση στην Αθήνα στις 6 Απριλίου 2021, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ     Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ