ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 5ο
ΑΡΙΘΜΟΣ 1873/2021
Αποτελούμενο από τον Δικαστή Κωνσταντίνο Βελισσάρη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών και από τον Γραμματέα Νικόλαο Χρονά.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2021, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:
ΕΚΚΑΛΟΥΣΩΝ: 1) .... και 2) ...., τις οποίες εκπροσώπησε στο Δικαστήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ανδρέας Ματθαίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσώπησε στο Δικαστήριο η Δικαστική Πληρεξούσια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, Δήμητρα Καββαδά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Οι ενάγουσες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 28-6-2019 (αρ.εκθ.κατ. ..../2019) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 27/2020 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι ενάγουσες - εκκαλούσες, με την από 25-9-2020 κάι με αρ.εκθ.κατ. .../2020 έφεση, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε αυτή που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, με δηλώσεις κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η ένδικη από 25-9-2020 (αρ.εκθ.κατ. .../2020) έφεση των πρωτοδίκως ηττηθεισών εναγουσών, κατά της με αριθμό 27/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 591, 614 παρ. 5 και 622Α του ΚΠολΔ) και δημοσιεύτηκε στις 12-3-2020, έχει ασκηθεί νομότυπα, στις 27-9-2020, με κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (άρθρα 495 επ. και 511 επ. ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, κατ’ άρθρο 518 παρ. 2 του ΚπολΔ, αφού από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης ούτε παρήλθε διετία από την δημοσίευσή της. Επομένως, παραδεκτά φέρεται στο Δικαστήριο αυτό, που είναι αρμόδιο για την εκδίκασή της (άρθρο 19 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί, κατά το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, με την ίδια, ως άνω, ειδική διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση (άρθρα 524 παρ. 1, 532, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με την από την από 28-7-2014 (αρ.εκθ.κατ. .../2014) αγωγή, οι ενάγουσες και ήδη εκκαλούσες εκθέτουν, κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου, ότι δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων έργου ορισμένου χρόνου προσλήφθηκαν και απασχολήθηκαν από το Εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, έναντι της εκάστοτε συμφωνημένης αμοιβής, η μεν πρώτη από τις 12-4-2016, η δε δεύτερη από τις 4-8-2016, προκειμένου να στελεχώσουν τις ειδικές επιτροπές προσφυγών των άρθρων 26 και 32 του π.δ. 114/2010, οι οποίες αποφαίνονταν επί των προσφυγών που ασκούσαν αλλοδαποί που είχαν αιτηθεί τη χορήγηση ασύλου. Ότι στην πραγματικότητα, οι ίδιες εξυπηρετούσαν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγόμενου και οι παραπάνω διαδοχικές συμβάσεις έργου αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση έμμισθης εντολής νομικού συμβούλου αορίστου χρόνου, με πάγια αντιμισθία, καθώς απασχολήθηκαν διαρκώς στο Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, παρέχοντας νομικές υπηρεσίες και συγκεκριμένα, προέβαιναν σε μελέτη των υποθέσεων των αιτούντων τη χορήγηση ασύλου, στη νομική αξιολόγησή τους, την αναζήτηση στοιχείων για κάθε υπόθεση, τη μελέτη της διεθνούς, ευρωπαϊκής και εθνικής νομολογίας, συμμετείχαν στις συνεδριάσεις και στις διασκέψεις των Επιτροπών, καθώς και στη διαδικασία συνέντευξης των αιτούντων, αξιολογούσαν τα έγγραφα και στοιχεία που προσκομίζονταν ενώπιον των Επιτροπών, εισηγούνταν επί των υποθέσεων και συνέτασσαν αποφάσεις και γνωμοδοτήσεις, μέχρι τις 30-9-2017, οπότε το εναγόμενο τους ανακοίνωσε προφορικά, ότι δεν θα αποδέχεται έκτοτε τις υπηρεσίες τους. Ότι το εναγόμενο οφείλει στην πρώτη εξ αυτών τις αποδοχές του μηνός Ιουλίου του έτους 2016 και των μηνών Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου του έτους 2017, ενώ στην δεύτερη τις μηνιαίες αποδοχές των μηνών Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου και Σεπτεμβρίου του έτους 2017, ενώ κατά τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο του έτους 2016, η μισθοδοσία της πρώτης εξ αυτών, επιβαρύνθηκε παρανόμως με κρατήσεις υπέρ ασφαλιστικών ταμείων του προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας. Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγουσες ζήτησαν, κατόπιν περιορισμού του αιτήματός τους σε έντοκο αναγνωριστικό, που έγινε παραδεκτά κατ’ άρθρα 223, 295 παρ. 1β', 297 και 591 παρ.1 ΚΠολΔ, με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους που καταχωρίστηκε στα πρακτικά συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αλλά και με τις έγγραφες προτάσεις τους: Α) Να αναγνωριστεί ότι συνδέονται με το εναγόμενο, με σύμβαση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου, με πάγια αντιμισθία. Β) Να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται το εναγόμενο να καταβάλει λόγω της άκυρης καταγγελίας της σχέσης έμμισθης εντολής τους και με βάση τις τελευταίες μηνιαίες αποδοχές που λάμβαναν, ποσού 2.250 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-10-2017 μέχρι την 1-4-2020, το συνολικό ποσό των 67.500 ευρώ στην κάθε μία, ως αστική ποινή του άρθρου 46 παρ. 4 του ν. 4194/2013, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, άλλως, για την περίπτωση που κριθεί ότι η καταγγελία της σχέσης εργασίας τους ήταν έγκυρη, ή ότι συνδέονταν με τo εναγόμενο με απλή σχέση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, να αναγνωριστεί ότι και πάλι υποχρεούται το εναγόμενο να καταβάλει το παραπάνω ποσό των 67.500 ευρώ σε κάθε μία, ως αστική ποινή του άρθρου 46 παρ. 4 του ν. 4194/2013. Επικουρικά, για την περίπτωση που κριθεί ότι δεν δικαιούνται μισθούς υπερημερίας ή την αστική ποινή του άρθρου 46 παρ. 4 του ν. 4194/2013, να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται το εναγόμενο να καταβάλει ως αποζημίωση καταγγελίας του άρθρου 46 παρ. 3α του ν. 4194/2013, το ποσό των 4.500 ευρώ σε κάθε μία, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Γ) Να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται το εναγόμενο να καταβάλει, με βάση τις συμβάσεις έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία με τις οποίες συνδέονταν, για δεδουλευμένες αποδοχές, στην πρώτη εξ αυτών το συνολικό ποσό των 11.115 ευρώ και στην δεύτερη το ποσό των 9.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επικουρικά, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να τους καταβάλει τα παραπάνω ποσά, ακόμα και αν κριθεί ότι συνδέονταν με αυτό, με απλή σχέση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία. Δ) Να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται το εναγόμενο να καταβάλει, με βάση τις συμβάσεις έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία με τις οποίες συνδέονταν, για ασφαλιστικές εισφορές, ως μισθολογική παροχή, στη μεν πρώτη εξ αυτών το συνολικό ποσό των 3.757,71 ευρώ, ενώ στη δεύτερη το συνολικό ποσό των 2.177,77 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επικουρικά, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να τους καταβάλει τα παραπάνω ποσά, με βάση τη διάταξη του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του AK. Ε) Να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται το εναγόμενο να καταβάλει, με βάση τις συμβάσεις έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία με τις οποίες συνδέονταν, για επιδόματα εορτών και αδείας, στη μεν πρώτη εξ αυτών το συνολικό ποσό των 2.561,80 ευρώ, ενώ στη δεύτερη το συνολικό ποσό των 2.268,75 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επικουρικά, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να τους καταβάλει τα παραπάνω ποσά, ακόμα και αν κριθεί ότι συνδέονταν με αυτό, με απλή σχέση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία. Στ) Να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται το εναγόμενο να καταβάλει, με βάση τις συμβάσεις έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία με τις οποίες συνδέονταν, για αποζημίωση λόγω μη ληφθείσας άδειας, στη μεν πρώτη εξ αυτών το συνολικό ποσό των 5.400 ευρώ, ενώ στη δεύτερη το συνολικό ποσό των 4.320 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επικουρικά, να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να τους καταβάλει τα παραπάνω ποσά, ακόμα και αν κριθεί ότι συνδέονταν με αυτό, με απλή σχέση έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία. Ζ) Να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται το εναγόμενο να καταβάλει, στη μεν πρώτη το συνολικό ποσό των 5.313,61 ευρώ και στην δεύτερη το συνολικό ποσό των 4.720,61 ευρώ, για τον Φ.Π.Α. που αναλογούσε στα τιμολόγια παροχής υπηρεσιών που εξέδωσαν προς το εναγόμενο, χωρίς να υποχρεούνται προς τούτο, καθώς συνδέονταν με το εναγόμενο με συμβάσεις έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Η) Να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται να καταβάλει στην πρώτη εξ αυτών, το συνολικό ποσό των 268,28 ευρώ, που παρακρατήθηκε από τον μισθό της υπέρ των ασφαλιστικών ταμείων του προσωπικού της Ελληνικής Αστυνομίας, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, ενώ επικουρικά ζήτησε να αναγνωριστεί ότι υποχρεούται η εναγομένη να της καταβάλει το παραπάνω αιτούμενο ποσό, με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών. Επικουρικά και για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι οι συμβάσεις έμμισθης εντολής που τις συνέδεαν με το εναγόμενο είναι άκυρες, οι ενάγουσες ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να τους καταβάλει όλα τα παραπάνω αιτούμενα ποσά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς αυτό κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας τους, διότι απέφυγε χωρίς νόμιμη αιτία να καταβάλει όλα τα παραπάνω ποσά, που οπωσδήποτε θα κατέβαλε σε άλλον δικηγόρο τον οποίο θα απασχολούσε με νόμιμη σύμβαση έμμισθης εντολής. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως μη νόμιμη, τόσο κατά την κύρια βάση της, εκ των συμβάσεων έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, όσο και κατά τις επικουρικές της βάσεις εκ των διατάξεων περί αδικοπραξιών και του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι ενάγουσες με την υπό κρίση έφεση και τους διαλαμβανόμενους στο δικόγραφό του λόγους, με σκοπό να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη και να γίνει δεκτή η αγωγή τους ως προς τη νομική και ουσιαστική της βασιμότητα, εκ των οποίων, ενόψει της απόρριψης της αγωγής ως μη νόμιμης, ο δεύτερος λόγος, κατά το μέρος με τον οποίο πλήττεται η εκκαλουμένη για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος (Σαμουήλ, Η έφεση, εκδ. 1993, παρ. 542, αρ. 6).
Με τα Π.Δ. 114/2010 και 113/2013, καθιερώθηκε ενιαία διαδικασία αναγνώρισης σε αλλοδαπούς και ανιθαγενείς του καθεστώτος του πρόσφυγα ή δικαιούχου επικουρικής προστασίας σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 2005/85/ΕΚ του Συμβουλίου «σχετικά με τις ελάχιστες προδιαγραφές για τις διαδικασίες με τις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν και ανακαλούν το καθεστώς του πρόσφυγα». Ειδικότερα, στο άρθρο 25 παρ. 1 του Π.Δ. 114/2010, ως ίσχυε αρχικά, πριν αντικατασταθεί από το άρθρο 35 παρ. 17 α' του Π.Δ. 113/2013, ρυθμίστηκε το δικαίωμα των αιτούντων άσυλο, να ασκήσουν διοικητική προσφυγή κατά των πράξεων με τις οποίες είχαν ήδη απορριφθεί οι αιτήσεις τους περί παροχής διεθνούς προστασίας, ενώ στο άρθρο 32 του ίδιου Π.Δ. προβλέφθηκε ότι: «1. Με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη συγκροτούνται ειδικές επιτροπές, σύμφωνα με όσα ορίζονται για τις Επιτροπές Προσφυγών του άρθρου 26, με αρμοδιότητα να αποφαίνονται: α. Επί προσφυγών, οι οποίες είχαν υποβληθεί εμπρόθεσμα σύμφωνα με τις διατάξεις των π.δ. 61/1999 ή π.δ. 90/2008 και η εξέτασή τους εκκρεμεί. β. Επί προσφυγών, οι οποίες είχαν υποβληθεί εκπρόθεσμα υπό το καθεστώς ισχύος των π.δ. 61/1999 ή 90/2008 και για τις οποίες δεν έχουν αποφανθεί οι αρμόδιες αρχές (Η περίπτωση αυτή καταργήθηκε με το άρθρο 6 παρ.2 ΠΔ 167/2014). γ. Επί αιτήσεων διεθνούς προστασίας που αναπέμπονται με απόφαση του Συμβούλιο της Επικράτειας στις αρχές απόφασης. Αντίστοιχα, στο άρθρο 34 του Π.Δ. 113/2013, ορίστηκε ότι αιτήσεις που είχαν υποβληθεί πριν από την 7η Ιουνίου 2013 εξετάζονται από τις αρχές και σύμφωνα με τις διατάξεις που αναφέρονται στο Π.Δ. 114/2010. Με το άρθρο 26 του Π.Δ. 114/2010, όπως αυτό ίσχυε μέχρι την 12-5-2020, οπότε και καταργήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 44 του ν. 4686/2020, ορίζονταν τα ακόλουθα: «1. Με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη συνιστάται μία ή περισσότερες Επιτροπές Προσφυγών που λειτουργούν στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και έχουν αποφασιστική αρμοδιότητα. Με την ίδια απόφαση καθορίζεται η θητεία των Επιτροπών. Οι Επιτροπές αποτελούνται από: α. έναν υπάλληλο Υπουργείου ή νομικού προσώπου που εποπτεύεται από Υπουργείο, περιλαμβανομένων των Ο.Τ.Α., κατηγορίας ΠΕ πτυχιούχο ανθρωπιστικών, νομικών και κοινωνικών επιστημών, ως Πρόεδρο ο οποίος ορίζεται με τον αναπληρωτή του από τον οικείο Υπουργό, β. έναν εκπρόσωπο της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες ή έναν Έλληνα υπήκοο που υποδεικνύεται από την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε. για τους πρόσφυγες και γ. έναν νομικό, με εξειδίκευση στο προσφυγικό δίκαιο ή το δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, ως μέλη. 2. Οι υπάλληλοι των Υπουργείων – μέλη των Επιτροπών ορίζονται με τους αναπληρωτές τους από τον οικείο Υπουργό. Το ως άνω γ' μέλος των Επιτροπών επιλέγεται από σχετικό κατάλογο που καταρτίζεται με ευθύνη της Εθνικής Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, σύμφωνα με τον κανονισμό λειτουργίας της. Δικηγόροι που ορίζονται ως μέλη των ως άνω Επιτροπών δεν αναλαμβάνουν υποθέσεις πολιτών τρίτων χωρών που αφορούν υποθέσεις μετανάστευσης ή διεθνούς προστασίας, ούτε τους εκπροσωπούν ενώπιον των αρχών. Σε περίπτωση μη προσέλευσης για οποιονδήποτε λόγο, πλην ανωτέρας βίας, των β' και γ' μελών των Επιτροπών και των αναπληρωτών τους επί τρεις συνεχείς συνεδριάσεις παρότι κλήθηκαν νομίμως, ορίζονται στη θέση τους υπάλληλοι κατηγορίας ΠΕ των Υπουργείων Εσωτερικών, Αποκέντρωσης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης ή Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. 3. Οι πρόεδροι και τα μέλη των Επιτροπών είναι πλήρους απασχόλησης. Στην κάθε Επιτροπή εξασφαλίζεται πενταμελής γραμματειακή υποστήριξη από κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό του Υπουργείου Προστασίας του Πολίτη, που είναι αποκλειστικής απασχόλησης. Στα μέλη των επιτροπών ορίζεται αποζημίωση κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 (γ) του ν. 3205/2003 (Α'- 297), όπως ισχύει. Η αποζημίωση των εκπροσώπων της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες καταβάλλεται στο φορέα αυτό. 4. Οι Επιτροπές Προσφυγών αποφαίνονται επί των προσφυγών των περιπτώσεων του άρθρου 25 παρ. 1 εδ. (α) εντός έξι (6) μηνών, για δε τις λοιπές προσφυγές εντός τριών (3) μηνών από την ημερομηνία κατάθεσης προσφυγής σε κάθε περίπτωση. Οι Επιτροπές λειτουργούν με βάση κανονισμό λειτουργίας που εκδίδεται με απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη.
5 Η Επιτροπή Προσφυγών αποφασίζει τη μη κλήση του προσφεύγοντος όταν κρίνει ότι μπορεί να λάβει απόφαση επί της προσφυγής από τα στοιχεία του φακέλου. Αν τα στοιχεία του φακέλου δεν επαρκούν για τη λήψη απόφασης επί της προσφυγής, η Επιτροπή Προσφυγών καλεί τον προσφεύγοντα να υποβάλει συμπληρωματικά στοιχεία εντός (10) ημερών από την επίδοση της κλήσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 7 ή να εμφανιστεί ενώπιον της...
6 ... 7. Η απόφαση της Επιτροπής Προσφυγών επιδίδεται στον αιτούντα κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 7 και κοινοποιείται στον Υπουργό Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη. Απόφαση που απορρίπτει προσφυγή τάσσει στον αιτούντα προθεσμία αναχώρησης του από τη χώρα η οποία δεν δύναται να υπερβαίνει τις ενενήντα (90) ημέρες. 8. Ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη έχει το δικαίωμα άσκησης αίτησης ακύρωσης κατά των αποφάσεων της Επιτροπής Προσφυγών». Εξάλλου, με τον ν. 3907/2011, ιδρύθηκαν, η Υπηρεσία Ασύλου και η Υπηρεσία Πρώτης Υποδοχής, στα πλαίσια συμμόρφωσης της Ελλάδας με την Οδηγία 2008/115/ΕΚ «σχετικά με τους Κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη - μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών». Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 2 περ. β' του παραπάνω νόμου, η Υπηρεσία Ασύλου είναι αρμόδια για την παραλαβή και εξέταση αιτημάτων διεθνούς προστασίας και την απόφανση επ’ αυτών σε πρώτο βαθμό, ενώ με το άρθρο 3, ιδρύθηκε η Αρχή Προσφυγών, με έργο την εξέταση προσφυγών κατά των παραπάνω αποφάσεων της Υπηρεσίας Ασύλου. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι το αντικείμενο των Ειδικών Επιτροπών 26 του Π.Δ. 114/2010 ήταν συγκεκριμένο και αφορούσε στην εκκαθάριση των υποθέσεων του παλαιού συστήματος ασύλου που εκκρεμούσαν, ενόψει της σύστασης της αυτοτελούς Υπηρεσίας Ασύλου, με τον ν. 3907/2011. Περαιτέρω, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 26 παρ. 4 του Π.Δ. 114/2010, εκδόθηκε η 4000/1/70-α'(ΦΕΚ Β ‘1725/2-8-2011) απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη «Κανονισμός λειτουργίας των επιτροπών προσφυγών του π.δ. 114/2010 (Α' 195)», που στη συνέχεια τροποποιήθηκε, αρχικά με την 4000/1/70-β'(ΦΕΚ Β'1167/13-5-2013) απόφαση του Υπουργού Προστασίας του Πολίτη και ακολούθως με τις 4000/1/70-θ (ΦΕΚ Β' 2105/27-8-2013) και 4000/1/70- οδ/10-9-2014 (ΦΕΚ Β'2452/15-9-2014) κοινές αποφάσεις του Αναπληρωτή Υπουργού Οικονομικών και του Υπουργού Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη, όπου ορίζονται, τα ακόλουθα: «Άρθρο 1: 1. Οι επιτροπές προσφυγών του π.δ. 114/2010 (Α' - 195) λειτουργούν στο Υπουργείο Προστασίας του Πολίτη και αποφαίνονται για τις προσφυγές επί θεμάτων διεθνούς προστασίας που υποβάλλονται ενώπιον τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα άρθρα 25 και 32 του π.δ. 114/2010. 2. Οι πρόεδροι και τα μέλη των επιτροπών προσφυγών είναι πλήρους απασχόλησης... 3. Για τη διοικητική υποστήριξη των επιτροπών προσφυγών ορίζεται από τους Υπουργούς Οικονομικών και Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη συντονιστής αξιωματικός εν ενεργεία ή μη ... Άρθρο 2: 1. Οι Συνεδριάσεις των επιτροπών προσφυγών γίνονται κεκλεισμένων των θυρών. Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων δεν επιτρέπεται η παρουσία άλλων προσώπων, πλην των μελών των επιτροπών προσφυγών και των γραμματέων ή άλλων τυχόν οριζόμενων στο νόμο προσώπων... Οι πρόεδροι των επιτροπών μπορούν να καλούν προς παροχή πληροφοριών ή για υποβολή συμπληρωματικών στοιχείων υπηρεσιακά ή άλλα πρόσωπα. Οι προσφεύγοντες έχουν δικαίωμα να παρίστανται αυτοπροσώπως ή και με δικηγόρο ή άλλο σύμβουλο τους, ενώπιον των επιτροπών για την υποστήριξη της προσφυγής τους. 2. Οι επιτροπές προσφυγών λειτουργούν καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους πλην των επίσημων αργιών του Ελληνικού κράτους. Επίσης οι Επιτροπές δεν λειτουργούν σε περίπτωση που δεν καθίσταται δυνατή η αναπλήρωση των κωλυομένων δημοσίων υπαλλήλων που συμμετέχουν σε αυτές, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 5 παρ. 3 του παρόντος Κανονισμού. 3. Οι συνεδριάσεις διεξάγονται σε χώρους που διατίθενται από το Υπουργείο Δημόσιας Τάξης και Προστασίας του Πολίτη για το σκοπό αυτό... 4. Οι επιτροπές συνεδριάζουν σε απαρτία με την παρουσία και των τριών τακτικών ή αναπληρωματικών μελών. 5. Οι πρόεδροι, τα μέλη και οι γραμματείς των επιτροπών προσφυγών ακολουθούν το ωράριο των δημοσίων υπαλλήλων. Η ακρόαση των προσφευγόντων λαμβάνει χώρα από 08:30 έως 16:30 καθημερινά. Τα μέλη των επιτροπών δύνανται να συνεδριάζουν και πέραν του ως άνω ωραρίου έως την 22:00 ώρα. Άρθρο 3: 1. Ο πρόεδρος κάθε επιτροπής μπορεί με σχετικό έγγραφο του να ζητά από την Κεντρική Αρχή στοιχεία για τη γενική κατάσταση που επικρατεί στις χώρες καταγωγής ή προηγούμενης συνήθους διαμονής ή διέλευσης των προσφευγόντων όταν αυτό είναι απαραίτητο για τις ανάγκες εξέτασης των προσφυγών. 2. Οι πρόεδροι των επιτροπών προσδιορίζουν την ημερομηνία εξέτασης των προσφυγών, συντάσσουν την Ημερήσια διάταξη σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 4, κηρύσσουν την έναρξη και τη λήξη των συνεδριάσεων, διευθύνουν και συντονίζουν στις εργασίες των επιτροπών ώστε να αποφαίνονται επί των προσφυγών εντός των προθεσμιών της παρ. 4 του άρθρου 26 του π.δ. 114/2010 και μεριμνούν γενικά για την εύρυθμη λειτουργία των επιτροπών. Σε περίπτωση που το κρίνουν αναγκαίο, ορίζουν μέλη, τακτικά ή αναπληρωματικά, ως εισηγητές επί των υποθέσεων που περιλαμβάνονται στην Ημερήσια διάταξη για την ταχύτερη και αποτελεσματικότερη εξέταση τους. Ο πρόεδρος κάθε επιτροπής καλεί τους προσφεύγοντες για να παραστούν και εκθέσουν τις απόψεις τους ενώπιον των επιτροπών και επικυρώνει τα πρακτικά των συνεδριάσεων. Σε περίπτωση κωλύματος του, ο πρόεδρος ενημερώνει έγκαιρα τη γραμματεία των επιτροπών. 3. Τα μέλη των επιτροπών εισηγούνται στο πλαίσιο των καθηκόντων τους για την απόφαση επί της προσφυγής λαμβάνοντας υπόψη τους τα στοιχεία του φακέλου καθώς και κάθε άλλο σχετικό στοιχείο ή πληροφορία που κατέχουν ή συγκεντρώνουν για την εξεταζόμενη προσφυγή. Σε περίπτωση κωλύματος τους ενημερώνουν έγκαιρα τους αναπληρωτές τους, τον πρόεδρο και την γραμματεία των επιτροπών, για τη μη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις ώστε να εξασφαλισθεί η αδιάλειπτη λειτουργία αυτών. 4 ... 5. Οι αποφάσεις των επιτροπών αποστέλλονται με διαβιβαστικό έγγραφο που συντάσσεται από το γραμματέα τους και υπογράφεται από τον οικείο πρόεδρο, στις αρμόδιες Υπηρεσίες παραλαβής και εξέτασης της αίτησης ασύλου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του π.δ. 114/2010, προκειμένου να επιδοθούν στους προσφεύγοντες και κοινοποιηθούν στον Υπουργό Προστασίας του Πολίτη κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 26 παρ. 6 τού π.δ. 114/2010... Άρθρο 4: Ο πρόεδρος κάθε επιτροπής συντάσσει την Ημερήσια διάταξη στην οποία περιλαμβάνονται ο τόπος και ο χρόνος της συνεδρίασης της επιτροπής και οι προς εξέταση υποθέσεις, λαμβανομένων υπόψη των προθεσμιών της παρ. 4 του άρθρου 26 του π.δ. 114/2010 και των κανόνων προτεραιότητας όπως αυτοί προβλέπονται στο νόμο και στις διατάξεις του ιδίου ως άνω προεδρικού διατάγματος. Η Κεντρική Αρχή μπορεί κατ' εξαίρεση να ζητά την κατά προτεραιότητα εξέταση προσφυγών όταν συντρέχουν λόγοι ασφάλειας ή άλλοι λόγοι δημοσίου συμφέροντος. Σε κάθε περίπτωση η Ημερήσια Διάταξη περιλαμβάνει τουλάχιστον τέσσερις (4) υποθέσεις. Άρθρο 5: 1. Οι πρόεδροι καλούν τα τακτικά και αναπληρωματικά μέλη να συμμετάσχουν στις Συνεδριάσεις των επιτροπών προσφυγών με πρόσκληση που περιλαμβάνει την Ημερήσια διάταξη ... 2. Πρόσκληση των μελών των επιτροπών προσφυγών δεν απαιτείται όταν οι συνεδριάσεις γίνονται σε ημερομηνίες τακτές, οι οποίες ορίζονται με αποφάσεις των προέδρων και γνωστοποιούνται στα μέλη των επιτροπών προσφυγών ... 3. Σε περίπτωση που διαπιστώνεται έλλειψη απαρτίας λόγοι απουσίας μέλους της επιτροπής, ο πρόεδρος καλεί αμέσως τον αναπληρωτή του... Σε περίπτωση απουσίας του προέδρου της επιτροπής, τα δύο άλλα μέλη αυτής καλούν τον αναπληρωτή του ... Εάν είναι αδύνατη η αναπλήρωση του απόντος, μετά την πάροδο εύλογου χρόνου αναμονής, ματαιώνεται η συνεδρίαση και συντάσσεται σχετικό πρακτικό που υπογράφεται από τα παρόντα μέλη και το γραμματέα, όπου διαπιστώνεται η έλλειψη απαρτίας και ενημερώνονται προς τούτο οι προσφεύγοντες που έχουν προσκληθεί. 4. Οι επιτροπές δύνανται να συνεδριάζουν και χωρίς την ανωτέρω πρόσκληση του προέδρου τους, εφόσον είναι παρόντα όλα τα μέλη τους και δεν αντιλέγει κανένα μέλος για την πραγματοποίηση της συνεδρίασης. Άρθρο 6: 1. Οι πρόεδροι των επιτροπών κηρύσσουν την έναρξη και τη λήξη των συνεδριάσεων, διευθύνουν τις εργασίες και φροντίζουν για την εφαρμογή του νόμου και την εύρυθμη λειτουργία των επιτροπών. 2. Οι προσφεύγοντες παρίστανται ενώπιον των επιτροπών, σύμφωνα με την Ημερήσια διάταξη, αυτοπροσώπως... Η προφορική διαδικασία δεν αποκλείει την κατάθεση υπομνήματος και εγγράφων που υποστηρίζουν τους προφορικούς ισχυρισμούς των προσφευγόντων πριν από τη συζήτηση ή μέχρι το πέρας αυτής... Κατά τη συζήτηση, παρίσταται διερμηνέας που εξασφαλίζει την απρόσκοπτη επικοινωνία των προσφευγόντων με την επιτροπή. 3 ... 4... 5. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον των επιτροπών τηρούνται πρακτικά τα οποία συντάσσονται σύμφωνα με τις διατάξεις της περίπτ. ε' της παρ. 4 του άρθρου 3. Η εξέταση διευθύνεται από τον πρόεδρο. Ερωτήσεις υποβάλλονται από τον πρόεδρο και τα μέλη της επιτροπής, προς κάλυψη όλων των θεμάτων της εξεταζόμενης υπόθεσης. Ο δικηγόρος ή ο σύμβουλος του προσφεύγοντος μπορεί στο τέλος της διαδικασίας εξέτασης να υποβάλλει, μέσω του προέδρου, ερωτήσεις στον προσφεύγοντα για την παροχή τυχόν διευκρινήσεων ή συμπληρωματικών στοιχείων της προς εξέταση υπόθεσης. ... 6. Οι επιτροπές δύνανται να αναβάλουν τη συζήτηση ή τη διάσκεψη επί της υπόθεσης εφόσον μέλος αυτών αδυνατεί να διαμορφώσει άποψη κατά το χρόνο αυτό για την υπαγωγή των ισχυρισμών του προσφεύγοντος στο καθεστώς διεθνούς προστασίας ή στο ανθρωπιστικό καθεστώς. ... Αρθρο 7: 1. Οι επιτροπές, κατά κανόνα, αμέσως μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας διασκέπτονται σε απαρτία και αποφασίζουν επί των προσφυγών. 2. Για την ύπαρξη απαρτίας απαιτείται η παρουσία όλων των μελών της επιτροπής. 3. Οι αποφάσεις λαμβάνονται με απόλυτη πλειοψηφία του συνόλου των μελών της επιτροπής. Σε περίπτωση που δεν καθίσταται δυνατός ο σχηματισμός πλειοψηφίας, η επιτροπή αποφασίζει εφαρμόζοντας αναλογικά τις διατάξεις του άρθρου 15 του ν. 2690/1999. Για το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας γίνεται ρητή αναφορά επί του σώματος της απόφασης. 4 .. 5..6 .. 7.. 8. Η απόφαση συντάσσεται από τον Πρόεδρο ή από άλλο μέλος της Επιτροπής που έχει ορισθεί από αυτόν και παραδίδεται στη γραμματεία της Επιτροπής και σε ηλεκτρονική μορφή εντός 30 ημερών από την ημερομηνία διεξαγωγής της συνέντευξης του αλλοδαπού. Στις περιπτώσεις του άρθρου 6 παρ. 6 η απόφαση παραδίδεται εντός 60 ημερών από την ημερομηνία διεξαγωγής της πρώτης συνέντευξης. Το μέλος της επιτροπής που έχει ορισθεί για τη σύνταξη της απόφασης υποχρεούται να ενημερώνει σε μηνιαία βάση τον Πρόεδρο και τον Συντονιστή των επιτροπών προσφυγών για την πρόοδο των εργασιών του. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιεί αποκλειστικά τυποποιημένο πίνακα που παρέχεται από το Συντονιστή των επιτροπών προσφυγών και που θα επιτρέπει την παρακολούθηση του έργου του και τη συλλογή επί μέρους στοιχείων. Εξάλλου, με το άρθρο 44 παρ. 1 του ν. 3907/2011 ορίζεται ότι οι ιδιώτες που συμμετέχουν με πλήρη απασχόληση στις Επιτροπές Προσφυγών του άρθρου 26 του Π.Δ. 114/2010 αμοίβονται σύμφωνα με τα οριζόμενα σε σχετική σύμβαση παροχής υπηρεσιών ή μίσθωσης έργου, που συνάπτεται είτε με τους ίδιους, είτε με τον φορέα στον οποίο ανήκουν, ενώ με τη διάταξη του άρθρου 122 παρ. 5γ του ν. 4249/2014, με την οποία αντικαταστάθηκε η παρ. 4 του άρθρου 3 του ν. 3907/2011 ορίστηκε ότι: «Τα μέλη των Επιτροπών κατά την άσκηση των καθηκόντων τους απολαύουν προσωπικής ανεξαρτησίας και αμείβονται, σύμφωνα με τα οριζόμενα σε σχετικές συμβάσεις που συνάπτονται είτε με τους ίδιους είτε με τον φορέα στον οποίο ανήκουν. Οι συμβάσεις αυτές αποτελούν συμβάσεις έργου, η διάρκεια των οποίων δεν μπορεί να υπερβεί τη διάρκεια της θητείας των μελών τους. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μελών των Επιτροπών, καθώς και κάθε ζήτημα που αφορά την εκτέλεση του έργου διέπονται από τις ως άνω συμβάσεις, από τον Κανονισμό Λειτουργίας της Αρχής Προσφυγών της παρ. 4 του άρθρου 5 του παρόντος και, συμπληρωματικά, από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί συμβάσεων έργου. Ο ορισμός και η άσκηση των καθηκόντων του Προέδρου και του μέλους των ως άνω Επιτροπών δεν είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του δικηγόρου, ούτε αναστέλλει την άσκηση του λειτουργήματος του. Δικηγόροι που τυχόν ορίζονται ως μέλη των ως άνω Επιτροπών δεν αναλαμβάνουν υποθέσεις πολιτών τρίτων χωρών που αφορούν υποθέσεις μετανάστευσης ή διεθνούς προστασίας, ούτε τους εκπροσωπούν ενώπιον των αρχών. Η ανάληψη τέτοιας δραστηριότητας, καθώς και η συμμετοχή στη σύνθεση των Επιτροπών οποιουδήποτε μέλους, παρά την ύπαρξη λόγου αποχής, όπως αυτοί προβλέπονται στο άρθρο 7 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας (ν. 2690/1990, Α' 45), συνεπάγεται και την αυτοδίκαιη έκπτωση τους από τη θέση του μέλους της Επιτροπής, ενώ αποτελεί λόγο καταγγελίας της σχετικής σύμβασης. Τα μέλη των επιτροπών, καθώς και οι αναπληρωτές τους, αντικαθίστανται μετά από καταγγελία της σύμβασης τους για τους λόγους που προβλέπονται σε αυτή, στον Κανονισμό Λειτουργίας της Αρχής Προσφυγών και στις κείμενες διατάξεις.». Με βάση το παραπάνω νομοθετικό πλαίσιο, τα μέλη των Επιτροπών Προσφυγών του άρθρου 26 του Π.Δ. 114/2010, αφού υπέγραφαν τις σχετικές συμβάσεις έργου, όφειλαν να συμμετέχουν στις εργασίες και τις συνεδριάσεις αυτών, σε καθημερινή βάση και για τον αναγκαίο χρόνο για την διεκπεραίωση των υποθέσεων, εκτελώντας με επιμέλεια τα καθήκοντά τους, όπως αυτά περιγράφονται ανωτέρω.
Περαιτέρω, με την διάταξη του άρθρου 1 του Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013) ορίζεται ότι ο δικηγόρος είναι δημόσιος λειτουργός, λειτούργημα του αποτελεί θεμέλιο του κράτους δικαίου. Περιεχόμενο του λειτουργήματος είναι η εκπροσώπηση και υπεράσπιση του εντολέα του σε κάθε δικαστήριο, αρχή ή υπηρεσία ή εξωδικαστικό θεσμό, η παροχή νομικών συμβουλών και γνωμοδοτήσεων, όπως επίσης και η συμμετοχή του σε θεσμοθετημένα όργανα ελληνικά ή διεθνή. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 36 του Κώδικα Δικηγόρων, αποκλειστικό έργο του δικηγόρου είναι η αντιπροσώπευση και η υπεράσπιση του εντολέα του σε κάθε δικαστήριο ή αρχή της Ελληνικής Δημοκρατίας ή οποιασδήποτε άλλης χώρας, στα δικαστήρια, τις υπηρεσίες και τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στα διεθνή δικαστήρια, στα πειθαρχικά και υπηρεσιακά συμβούλια, η κατάθεση σημάτων και διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, η παροχή νομικών συμβουλών προς οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, καθώς και η σύνταξη γνωμοδοτήσεων προς οποιοδήποτε νομικό ή φυσικό πρόσωπο και αρχή. Στο έργο του δικηγόρου περιλαμβάνεται η διαμεσολάβηση για την αναζήτηση συμβιβαστικής λύσης, στο πλαίσιο νόμου ή κοινά αποδεκτής διαδικασίας, για την επίτευξη δε της λύσης αυτής, ο δικηγόρος επικοινωνεί και με τον οφειλέτη του εντολέα ή τον δικηγόρο αυτού στο μέτρο των εκάστοτε αναγκών και πάντα σύμφωνα με τον Κώδικα Δεοντολογίας Δικηγορικού Επαγγέλματος. Η παράσταση ενώπιον των δικαστηρίων με ή δια δικηγόρου είναι υποχρεωτική για όλες τις υποθέσεις και σε όλες τις διαδικασίες, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από τον νόμο. Ομοίως, στο έργο του δικηγόρου περιλαμβάνονται: α) Η έρευνα των βιβλίων των υποθηκοφυλακείων και κτηματολογικών γραφείων, καθώς και η σύνταξη των σχετικών εγγράφων ελέγχου τίτλων, β) Η έκδοση βεβαιώσεων που αφορούν στη μεταγραφή, την ιδιοκτησία, τα βάρη και τις διεκδικήσεις επί ακινήτων, που υπάγονται στην τοπική αρμοδιότητα εμμίσθου υποθηκοφυλακείου, γ) Η έκδοση επικυρωμένων αντιγράφων κάθε είδους εγγράφων, δ) Η μετάφραση εγγράφων που έχουν συνταχθεί σε ξένη γλώσσα, καθώς και η μετάφραση ελληνικών εγγράφων σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα, ε) Η βεβαίωση της γνησιότητας της υπογραφής του εντολέα του, όπως προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 42 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, καθώς και σε κάθε άλλη ειδική διάταξη, στ) Ο έλεγχος εγγραπτέων πράξεων και η νομική υποστήριξη συναλλασσομένων, κατά τις συναλλαγές με τα έμμισθα υποθηκοφυλακεία που λειτουργούν μεταβατικά ως Κτηματολογικά Γραφεία, κατά το άρθρο 23 του ν. 2664/1998., Σύμφωνα με το άρθρο 8 περ. α' του ίδιου Κώδικα, επιτρέπεται στον δικηγόρο, ύστερα από έγγραφη γνωστοποίηση στο δικηγορικό σύλλογο στον οποίο ανήκει, να παρέχει σε εντολέα με ετήσια ή μηνιαία αμοιβή νομικές υπηρεσίες ως δικαστικός ή νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος με έμμισθη εντολή, είτε αυτός ανήκει στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα, καθώς και να αναλαμβάνει παράλληλα υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον εντολέα με αμοιβή για κάθε υπόθεση ξεχωριστά, είτε με ετήσια ή περιοδική αμοιβή. Έμμισθος δικηγόρος, χαρακτηρίζεται εκείνος που προσφέρει αποκλειστικά νομικές υπηρεσίες, ως νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος, σε συγκεκριμένο εντολέα, σταθερά και μόνιμα, αμειβόμενος αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή. Ο ίδιος δικηγόρος μπορεί επίσης να αναλαμβάνει υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον, αμειβόμενος είτε ανά υπόθεση είτε με άλλον τρόπο (άρθρο 42 Κώδικα Δικηγόρων), η δε σύμβαση μεταξύ έμμισθου δικηγόρου και εντολέα είναι πάντοτε αορίστου χρόνου (άρθρο 46 παρ. 2 Κώδικα Δικηγόρων), ενώ για τις παρεχόμενες με έμμισθη εντολή υπηρεσίες του, αμείβεται με πάγιες μηνιαίες αποδοχές που καθορίζονται με ελεύθερη συμφωνία με τον εντολέα του και οι οποίες δεν μπορούν να είναι κατώτερες των εκάστοτε ισχυουσών κατώτατων νόμιμων αποδοχών υπαλλήλου του ιδιωτικού τομέα ανάλογων επιστημονικών προσόντων (άρθρο 44 παρ. 1 Κώδικα Δικηγόρων). Από τις παραπάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 713 ΑΚ συνάγεται ότι η κατ' εξαίρεση επιτρεπόμενη στο δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή (σχέση έμμισθης εντολής), που είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, ρυθμίζεται από τον Κώδικα αυτόν και συμπληρωματικά από τις περί εντολής και περί παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών διατάξεις του ΑΚ. Αντίκειται δε στην δια του Κώδικα Δικηγόρων επιδιωκόμενη και με πολλές διατάξεις περιφρουρούμενη αξιοπρέπεια και ιδιάζουσα' ανεξαρτησία του δικηγορικού λειτουργήματος, η επιβολή στον δικηγόρο και η αποδοχή από αυτόν υποχρεωτικού ωραρίου απασχόλησης και μάλιστα εκείνου που ισχύει για το υπαλληλικό προσωπικό του εντολέα, έστω και αν παρέχει τις υπηρεσίες του με πάγια ετήσια ή μηνιαία αντιμισθία (ΕφΑΘ2402/1987, ΕφΔωδ 152/2019, δημ. στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»), Συνάγεται επίσης ότι η πάγια περιοδική αμοιβή που λαμβάνει ο έμμισθος δικηγόρος, οφείλεται σε αυτόν, όχι για την εκτέλεση οποιαδήποτε, έστω και καθαρώς νομικής φύσεως εργασίας, αλλά μόνο για τις νομικές εκείνες υπηρεσίες που παρέχει υπό την ιδιότητα δικαστικού ή νομικού συμβούλου ή δικηγόρου για την διαφύλαξη ή την προστασία των συμφερόντων του εντολέα του στο πλαίσιο των συναλλαγών του με τους τρίτους, τέτοιες δε υπηρεσίες είναι μόνο όσες παρέχει ασκώντας, ως δημόσιος λειτουργός, τα καθήκοντα που περιγράφονται στο άρθρο 36 του Κώδικα Δικηγόρων (ΟλΑΠ 29/1995, ΑΠ 1321/2017, ΑΠ 79/2016, όλες δημ. στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»), Επομένως στις περιπτώσεις που δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, αλλά οι έναντι αμοιβής παρεχόμενες υπηρεσίες δεν είναι συναφείς προς την κατά τα ανωτέρω άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος, αλλά μπορούν να εκτελεσθούν και από τρίτο νομικό, που δεν είναι απαραίτητο να έχει και την ιδιότητα του δικηγόρου, έστω και εάν αυτές προϋποθέτουν έγκυρη και επαρκή γνώση της επιστήμης και πρακτικής του δικαίου, η έναντι περιοδικής αμοιβής σύμβαση που καταρτίζει ο δικηγόρος με τον αντισυμβαλλόμενο του δεν προσλαμβάνει τον χαρακτήρα σύμβασης έμμισθης εντολής παροχής νομικών υπηρεσιών με πάγια αντιμισθία (ΑΠ 1321/2017, ΑΠ 79/2016, ο.π.).
Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση η ένδικη αγωγή, με το παραπάνω περιεχόμενο, που επιχειρείται κατά την κύρια βάση της να θεμελιωθεί σε έγκυρη σύμβαση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, την οποία οι ενάγουσες επικαλούνται, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων που υπέγραψαν με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, δια του αρμόδιου Υπουργού, είναι απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη. Ειδικότερα, με βάση τα εκτιθέμενα στην κρινόμενη αγωγή, οι ενάγουσες προσλήφθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου και άσκησαν τα καθήκοντά τους, η πρώτη από 12-4-2016 μέχρι 30-6-2017 και η δεύτερη από 4-8-2016 μέχρι 30- 6-2017, συμμετέχοντας ως μέλη τις Ειδικές Επιτροπές που συγκροτήθηκαν με βάση τις διατάξεις του Π.Δ. 114/2010, με σκοπό να περαιωθούν οι εκκρεμείς υποθέσεις χορήγησης ασύλου, του παλαιού νομοθετικού καθεστώτος. Οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι προέβαιναν σε μελέτη των υποθέσεων των αιτούντων τη χορήγηση ασύλου, στη νομική αξιολόγησή τους, την αναζήτηση στοιχείων για κάθε υπόθεση, τη μελέτη της διεθνούς, ευρωπαϊκής και εθνικής νομολογίας, συμμετείχαν στις συνεδριάσεις και στις διασκέψεις των Επιτροπών, καθώς και στη διαδικασία συνέντευξης των αιτούντων, αξιολογούσαν τα έγγραφα και στοιχεία που προσκομίζονταν ενώπιον των Επιτροπών, εισηγούνταν επί των υποθέσεων και συνέτασσαν αποφάσεις και γνωμοδοτήσεις, πλην όμως η παραπάνω παροχή των υπηρεσιών τους πραγματοποιήθηκε, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, στα πλαίσια των συμβάσεων έργου που υπέγραψαν και της λειτουργίας των Επιτροπών στις οποίες συμμετείχαν ως μέλη, προκειμένου να κριθούν αιτήσεις χορήγησης ασύλου από αλλοδαπούς πολίτες, που δεν ήταν αντίδικοι του Ελληνικού Δημοσίου και όχι στα πλαίσια κάλυψης της ανάγκης διαφύλαξης ή προστασίας έναντι τρίτων, των συμφερόντων του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου, με την παροχή προς αυτό νομικών υπηρεσιών. Περαιτέρω, η παροχή εκ μέρους των εναγουσών των παραπάνω υπηρεσιών, προϋποθέτουν μεν επαρκή γνώση της νομικής επιστήμης, δεν πραγματοποιήθηκε όμως υπό την δικηγορική τους ιδιότητα, καθώς και για την πρόσληψή τους απαιτούνταν η ιδιότητα του «νομικού με εξειδίκευση στο προσφυγικό δίκαιο ή το δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου» και όχι η ιδιότητα του δικηγόρου, γεγονός που υποδηλώνει ότι τις σχετικές υπηρεσίες μπορούσε να προσφέρει και όποιο πρόσωπο είχε γνώση της νομικής επιστήμης, με εξειδίκευση στο προσφυγικό δίκαιο ή το δίκαιο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, χωρίς να έχει την ιδιότητα του δικηγόρου. Εξάλλου, μόνη η επικαλούμενη σύνταξη γνωμοδοτήσεων εκ μέρους των εναγουσών, δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της εργασιακής σχέσης των εναγουσών, από σχέση μίσθωσης έργου, σε σύμβαση έμμισθης εντολής, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται, καθώς και η ενέργεια αυτή, εντάσσονταν στα πλαίσια λειτουργίας των Επιτροπών και της ανάγκης για την έκδοση απόφασης από ένμ. -συλλογικό όργανο, τα μέλη του οποίου απολάμβαναν προσωπικής ανεξαρτησίας και είχαν αυτοτελές δικαίωμα ψήφου. Επίσης, η επικαλούμενη από τις ενάγουσες υποχρεωτική τήρηση ωραρίου, δεν συνάδει με σχέση έμμισθης εντολής με πάγια αντιμισθία, η οποία, όπως προεκτέθηκε, είναι απαλλαγμένη από κάθε στοιχείο εξάρτησης από τον εργοδότη ως προς την τήρηση υποχρεωτικού ωραρίου απασχόλησης. Επομένως, οι παρεχόμενες από τις ενάγουσες υπηρεσίες δεν συνιστούν έργο αντιπροσώπευσης ή υπεράσπισης του εναγόμενου ενώπιον δικαστηρίου, ή άλλης δημόσιας αρχής ή υπηρεσίας, ούτε επιμέλεια διοικητικών εν γένει υποθέσεων αυτού ενώπιον τρίτων, ούτε παροχή νομικών συμβουλών ή γνωμοδοτήσεων για τη διαφύλαξη ή προστασία των συμφερόντων του στο πλαίσιο των συναλλαγών του με τρίτους, ούτε παροχή κατευθύνσεων προς άλλους δικηγόρους, η δε σχέση που τις συνέδεε με το εναγόμενο ήταν εκείνη των συμβάσεων έργου, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων που εκτίθενται ανωτέρω και όχι αυτή της έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, όπως αβάσιμα αυτές ισχυρίζονται, ενώ περαιτέρω οι ενάγουσες δεν δικαιούνται, ούτε μισθούς υπερημερίας, ούτε την αστική ποινή του άρθρου 46 παρ. 4 του ν. 4194/2013, ούτε, επικουρικώς, αποζημίωση λόγω καταγγελίας, ούτε αμοιβή για παροχή εργασίας έως τις 30- 9-2017, επιδόματα εορτών και επιδόματα αδείας, ούτε την καταβολή των ασφαλιστικών τους εισφορών και επιστροφή των επιλυθέντων επί της αμοιβής φόρων και κρατήσεων. Αντιστοίχως, η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη και ως προς τις επικουρικές της βάσεις, καθώς, υπό τα εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, δεν θεμελιώνεται στην προκειμένη περίπτωση ούτε απλή σχέση έμμισθης εντολής, ούτε αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης, αλλά ούτε και συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Ειδικότερα, οι ενάγουσες άσκησαν την αγωγή εκ. του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απόρριψης της κυρίας βάσεως αυτής από τη σύμβαση της έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία, λόγω ακυρότητας της συμβάσεως αυτής. Όμως, εφόσον η κυρία βάση της αγωγής είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, η έννομη σχέση που συνέδεε τους διαδίκους δεν ήταν αυτή της συμβάσεως έμμισθης εντολής, στην οποία θεμελιωνόταν ως προς την κυρία της βάση η αγωγή, δεν πληρώθηκε ο όρος της επικουρικότητας, ήτοι της ακυρότητας της επικαλούμενης συμβάσεως, με συνέπεια να είναι απορριπτέα και η επικουρική εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της αγωγής. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, ως προς όλες τις βάσεις της, έστω και με εν μέρει ελλιπείς και διαφορετικές αιτιολογίες, οι οποίες επιτρεπτά συμπληρώνονται και αντικαθίσταται από τις αιτιολογίες της προκειμένης απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολΔ), ορθά κατ’ αποτέλεσμα εφάρμοσε το νόμο και όλοι οι λόγοι έφεσης, με τους οποίους οι εκκαλούσες υποστηρίζουν τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Κατά συνέπεια, η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, ενώ η δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τα άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ, καθώς η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν και οι οποίοι αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμωλία των-διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσία την έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 27/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 6 Απριλίου 2021 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
Ο ΔΙΚΑΣΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ