ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 188/2025

 

Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Γεωργία Γκίκα , Εφέτη, που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών και τη Γραμματέα Θεώνη Αναγνωστοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην Αθήνα, στις 23-4-2024 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Πανελλήνιας Πρωτοβάθμιας Συνδικαλιστικής Οργάνωσης με την επωνυμία «ΕΝΩΣΗ ΕΛΕΓΚΤΩΝ ΕΝΑΕΡΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ» που εδρεύει στο Ελληνικό Αττικής, κτίριο Πύργου Ελέγχου πρώην Ανατολικού Αεροδρομίου , όπως εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βερβεσό του Κωνσταντίνου, κατοίκου Αθηνών (....) της δικηγορικής εταιρίας "...... Δικηγορική Εταιρία", που εδρεύει στον ίδιο τόπο, δυνάμει δήλωσης σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ..

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ : 1) Ελληνικού Δημοσίου όπως νόμιμα εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, (Καραγεώργη Σερβίας 10) , από τον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, που κατοικοεδρεύει στου Παπάγου Αττικής (...), και τον Υπουργό Εσωτερικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, (...) .2) Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας», που εποπτεύεται από τον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, με έδρα την Περιφέρεια Αττικής, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που αμφότερα εκπροσωπήθηκαν από τη δικαστική πληρεξούσια του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Σοφία Αλεξανδρίδου, κατοίκου Αθηνών.

Τα ενάγοντα με την από 26-2-2024 αγωγή τους , που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών , με αριθμούς κατάθεσης ....../2024, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτή.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε την υπ'αριθμ. 196/2024 οριστική απόφαση με την οποία δέχτηκε εν μέρει την αγωγή. Την απόφαση αυτή προσβάλλει η εναγόμενη με την από 1-3-2024 , και με αριθμούς κατάθεσης ........../2024 ,έφεσή της , η οποία προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 22-10-2024, και, κατόπιν της από 7-3-2024, με αριθμούς κατάθεσης ....../2024, κλήσης της εκκαλούσας, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως και την εκφώνησή της με τη σειρά της από το οικείο έκθεμα οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν από τους ως άνω πληρεξούσιους δικηγόρους, ως ανωτέρω, που κατέθεσαν εμπρόθεσμα προτάσεις.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ένδικη από 1-3-2024 , και με αριθμούς κατάθεσης........../2024 , έφεση της πρωτοδίκως εν μέρει ηττηθείσας εναγόμενης και κατά της υπ'αριθμ. 196/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων,κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών , ασκήθηκε νομοτύπως ( άρθρα 495 παρ.1 και 2 , 498, 499, 500, 511, 513 παρ.1 εδ. β', 516 παρ.1, 517 εδ. α', 532 ΚΠολΔ.), και εμπροθέσμως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.4 εδ.τελ. του ν. 1264/1982, με την κατάθεσή της στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου την 1-3-2024, δεδομένου ότι η εκκαλούμενη απόφαση επιδόθηκε στην εκκαλούσα στις 28-2-2024. Για δε το παραδεκτό της κρινόμενης έφεσης δεν απαιτούνταν να κατατεθεί από την εκκαλούσα στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου το παράβολο που προβλέπεται από τη διάταξη της παρ. 3 περ.β του άρθρου 495 ΚΠολΔ , σύμφωνα με την παράγραφο 3 τελευταία περίπτωση του ίδιου άρθρου, δεδομένου ότι πρόκειται για διαφορά που υπάγεται στη διάταξη του άρθρου 614 αρ.3 ΚΠολΔ . Αρμοδίως δε φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του Εφετείου αυτού, και είναι παραδεκτή και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, με την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία ,ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρ. 533 παρ.1 ΚΠολΔ).

Με την από 26-2-2024, με αριθμούς κατάθεσης ....../2024, αγωγή τους, τα ενάγοντα (ήδη εφεσίβλητα ), ισχυρίστηκαν ότι η εναγομένη, πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, της οποίας μέλη είναι οι ελεγκτές της εναέριας κυκλοφορίας Ελλάδας, που είναι μόνιμοι δημόσιοι υπάλληλοι και που υπάγονται στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, απηύθυνε στα μέλη της, δια του Διοικητικού της Συμβουλίου, κάλεσμα για συμμετοχή στην 24ωρη πανελλαδική απεργία που προκήρυξε η ΑΔΕΔΥ για τις 28-02-2022, από ώρα 00.01 της ημέρας αυτής έως 23.59 αυτής, με αιτήματα τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι η παραπάνω εξαγγελθείσα συμμετοχή στην απεργία της ΑΔΕΔΥ είναι παράνομη διότι: α) κηρύχθηκε από αναρμόδια συνδικαλιστική οργάνωση, ήτοι από πρωτοβάθμια αντί δευτεροβάθμιας ή τριτοβάθμιας, και από αναρμόδιο όργανο, ήτοι από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, αντί της Γενικής της Συνέλευσης, β) δεν τηρήθηκε ο νόμιμος τύπος κοινοποιήσεων, ήτοι δεν κοινοποιήθηκε με δικαστικό επιμελητή στα αναφερόμενα στον νόμο όργανα του Κράτους, η γνωστοποίηση των αιτημάτων της απεργίας εντός του νομίμου χρονικού πλαισίου, αλλά έλαβε χώρα γνωστοποίηση της απεργίας στον Διοικητή της ΥΠΑ, μετά την κήρυξη της απεργίας και όχι 4 ημέρες πριν της κήρυξη αυτής, γ) δεν διατέθηκε το αναγκαίο προσωπικό ασφαλείας και το προσωπικό ελάχιστης εγγυημένης υπηρεσίας. Ότι επίσης είναι καταχρηστική διότι υπάρχει προφανής δυσαναλογία των αιτημάτων για τα οποία εξαγγέλθηκε η απεργία σε σχέση με τις συνέπειες που θα επέλθουν από την τυχόν πραγματοποίηση της στην αεροπορική εταιρεία , στο επιβατικό κοινό και στους δραστηριοποιούμενους στις αερομεταφορείς με άμεσο αντίκτυπο των επιπτώσεων στο κοινωνικό σύνολο και γενικότερα στην Εθνική Οικονομία , ενώ η ικανοποίηση των αιτημάτων τους εξαρτάται από τη βούληση του ελληνικού κοινοβουλίου, και τα μέλη της εναγόμενης δεν έχουν άμεση ωφέλεια από την ικανοποίηση των αιτημάτων για τα οποία εξαγγέλθηκε η απεργία. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησαν : α) Να αναγνωριστεί ότι η συμμετοχή των μελών της εναγομένης στην απεργία που προκήρυξε η ΑΔΕΔΥ είναι παράνομη και καταχρηστική, β) να απαγορευθεί στην εναγόμενη η συμμετοχή της στην εν λόγω απεργία , γ) να διαταχθεί η απαγόρευση πραγματοποίησης στο μέλλον κάθε άλλης απεργιακής κινητοποίησης της εναγομένης με τα ίδια αιτήματα, δ) να απειληθεί κατά της εναγομένης χρηματική ποινή 10.000 ευρώ για κάθε παράβαση της απόφασης, που θα εκδοθεί , ε) να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και στ) να της επιτραπεί η επίδοση της απόφασης που θα εκδοθεί με δικαστικό επιμελητή καθ' υπέρβαση των νομίμων , ήτοι τη νύχτα , το Σάββατο , την Κυριακή , λόγω του κατεπείγοντος χαρακτήρα της υπόθεσης , καθώς υπάρχει κίνδυνος αδυναμίας επίδοσης της απόφασης πριν την έναρξη συμμετοχής στην απεργία καθώς και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστικής της δαπάνη. Επί της αγωγής το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών -εργατικών διαφορών, εξέδωσε την εκκαλούμενη υπ'αριθμ. 196/2024 απόφαση με την οποία , αφού δέχτηκε ότι η αγωγή είναι νόμιμη, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 23 παρ. 1,2 του Συντάγματος, 19, 20 παρ. 1, 2, 21 και 30 παρ. 8 του V. 1264/1982, 281 ΑΚ, 68, 70, 125 παρ. 1 εδ. α και 907, 908, 946, 947, 176 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος περί απαγόρευσης πραγματοποίησης στο μέλλον κάθε άλλης απεργιακής κινητοποίησης της εναγομένης με τα ίδια αιτήματα, το οποίο απέρριψε, κατ'εκτίμηση, ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας , διότι ουδόλως προσδιορίζονταν οι κινητοποιήσεις αυτές, ούτε ως προς τις ημερομηνίες διεξαγωγής τους ούτε ως προς τις λοιπές συνθήκες τους, ούτε άλλωστε, ήταν δυνατόν να προβλεφθούν οι περιστάσεις και οι συνθήκες υπό τις οποίες θα εξαγγελθεί απεργία από την εναγομένη. Ακολούθως , εξετάζοντας τον ως άνω τρίτο λόγο της ένδικης αγωγής ,με τον οποίο αποδίδεται ότι η συμμετοχή της εναγόμενης στην ως .άνω εξαγγελθείσα απεργία από την Α.Δ.Ε.Δ.Υ. είναι παράνομη διότι δεν διατέθηκε το αναγκαίο προσωπικό ασφαλείας και το προσωπικό ελάχιστης εγγυημένης υπηρεσίας στον εργοδότη ,και δη στο δεύτερο ενάγον, δέχτηκε τον λόγο αυτό , με την αιτιολογία ότι δεν είχε καθορισθεί συμβατικά το προσωπικό ασφαλείας και οι όροι παροχής της εργασίας του, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 21 του Ν. 1264/1982, λόγω λήξεως της ισχύος της υπ'αριθμ. ../2022 διαιτητικής απόφασης του ΟΜΕΔ, ενώ η υπ' αριθμ. .../2023 διαιτητική απόφαση του ΟΜΕΔ, είχε προσληφθεί με έφεση από το δεύτερο ενάγον, δοθέντος ότι, η προθεσμία και η άσκηση της έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης αναστέλλουν την ισχύ της, και δεν υφίσταται συμφωνία σε ισχύ για το έτος 2024, που να προβλέπει το προσωπικό και τους όρους παροχής της εργασίας τούτου, το οποίο υποχρεωτικά πρέπει να έχει συμφωνηθεί με την παραπάνω διαδικασία, αλλά και να διατίθεται πραγματικά κατά τη διάρκεια των απεργιών των υπαλλήλων της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, για την κάλυψη των στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, το οποίο, κατά την παρ.2 του αρθρ. 21 του Ν. 1264/1982 ορίζεται τουλάχιστον στο 1/3 της συνήθους παρεχόμενης υπηρεσίας, και ότι έτσι ο μονομερής καθορισμός του προσωπικού αυτού, από την εναγομένη συνδικαλιστική οργάνωση, υπό τους όρους που η ίδια υπολαμβάνει, ήτοι σύμφωνα με τους όρους της υπ'αριθμ. .../2022 διαιτητικής απόφασης του ΟΜΕΔ, δεν συνιστά από μέρους της, πραγματική διάθεση του προσωπικού ασφαλείας στη διάθεση του εργοδότη, υποκείμενου στο διευθυντικό δικαίωμα τούτου, όπως απαιτείται, κατά νόμον, για το νομότυπο της απεργίας, στην περίπτωση που δεν έχει καθορισθεί συμβατικά τούτο, καταλήγοντας ότι για το λόγο τούτο προεχόντως, παρελκομένης της εξέτασης των λοιπών λόγων της αγωγής, η προκηρυχθείσα απεργία από την εναγομένη - συμμετοχή στην απεργία που προκήρυξε η ΑΔΕΔΥ για τις 28 Φεβρουαρίου 2024, είναι παρά νομή. Δέχτηκε δε την αγωγή ως βάσιμη κατ'ουσίαν και αναγνώριζε ότι η εξαγγελθείσα από την εναγομένη συμμετοχή στην απεργία που προκήρυξε η ΑΔΕΔΥ για τις 28 Φεβρουαρίου 2024, ημέρα Τετάρτη, από ώρα 00.01 έως ώρα 23.59 της εν λόγω ημέρας, είναι παράνομη, απαγόρευσε τη συμμετοχή της εναγομένης στην 24ωρη πανελλαδική απεργία που προκήρυξε η ΑΔΕΔΥ για τις 28 Φεβρουαρίου 2024, ημέρα Τετάρτη, από ώρα 00.01 έως ώρα 23.59 της εν λόγω ημέρας, κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη με την απειλή κατά της εναγομένης χρηματική ποινής 1.000 ευρώ για κάθε παράβαση της απόφασης και χορήγησε στα ενάγοντα άδεια να κοινοποιήσουν επικυρωμένο απόσπασμα ή θεωρημένο αντίγραφο της απόφασης και μετά την 7η μεσημβρινή, καθώς και σε ημέρα Σάββατο ή Κυριακή. Επίσης επέβαλε σε βάρος της εναγόμενης τη δικαστική δαπάνη των εναγόντων εκ ποσού 290 ευρώ . Η εναγόμενη, ως διάδικος που εν μέρει ηττήθηκε άσκησε την ένδικη έφεση , με την οποία για τους λόγους που επικαλείται και ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητεί να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της .

Κατά τη διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του Συντάγματος «η απεργία αποτελεί δικαίωμα και ασκείται από τις, νόμιμα, συστημένες συνδικαλιστικές οργανώσεις, για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών και εργασιακών, γενικά, συμφερόντων των εργαζομένων. Το δικαίωμα προσφυγής σε απεργία των δημόσιων υπαλλήλων και των υπαλλήλων της τοπικής αυτοδιοίκησης και των ΝΠΔΔ, καθώς και του προσωπικού των κάθε μορφής επιχειρήσεων δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας, των οποίων η λειτουργία τους έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, υπόκειται στους συγκεκριμένους περιορισμούς του νόμου που το ρυθμίζει. Οι περιορισμοί αυτοί δεν μπορούν να φθάνουν έως την κατάργηση του δικαιώματος της απεργίας ή την παρεμπόδιση της νόμιμης άσκησής του». Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 19 του ν. 1264/1982, όπως η πρώτη παράγραφος τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τη διάταξη του άρθρου 91 του ν. 4808/2021 και η δεύτερη παράγραφος τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 92 του ν. 4808/2021, και εφαρμόζεται στην επίδικη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 100 παρ. 3 «1. Η απεργία αποτελεί δικαίωμα των εργαζομένων που ασκείται από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις: α) ως μέσο για τη διαφύλαξη και προαγωγή των οικονομικών, εργασιακών, συνδικαλιστικών και ασφαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων και ως εκδήλωση αλληλεγγύης για τους αυτούς σκοπούς ... 2. Η απεργία των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο, στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, στις επιχειρήσεις δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας η λειτουργία των οποίων έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, επιτρέπεται μετά από την τήρηση της διαδικασίας της παρ. 2 του άρθρου 20 και του άρθρου 21. Επιχειρήσεις δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας, η λειτουργία των οποίων έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου χαρακτηρίζονται οι επιχειρήσεις ή εκμεταλλεύσεις, οι οποίες ανήκουν σε έναν από τους ακόλουθους κλάδους: ... ε) Μεταφοράς προσώπων και αγαθών από την ξηρά, τη θάλασσα και τον αέρα. ...». Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 1264/1982 «1. Η απεργία στις πρωτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις κηρύσσεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης. Για ολιγόωρες στάσεις, εφόσον δεν πραγματοποιούνται την ίδια μέρα ή μέσα στην ίδια εβδομάδα, αρκεί απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, εκτός αν το καταστατικό ορίζει διαφορετικά. ...2. Προκειμένου για εργαζομένους του άρθρου 19 παρ. 2, κήρυξη απεργίας δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί πριν περάσουν τέσσερις πλήρεις ημέρες από τη γνωστοποίηση των αιτημάτων και των λόγων που τα θεμελιώνουν με έγγραφο που κοινοποιείται με δικαστικό επιμελητή στον εργοδότη ή στους εργοδότες, στο Υπουργείο το οποίο ασκεί τη σχετική εποπτεία και στο Υπουργείο Εργασίας. ... 3. Οι εργαζόμενοι του άρθρου 19 παρ. 2, πριν να λάβουν απόφαση για απεργία, μπορούν να ζητήσουν από τον εργοδότη με έγγραφο που κοινοποιείται με δικαστικό επιμελητή να γίνει δημόσιος διάλογος με βάση τα αιτήματά τους και τους λόγους που τα θεμελιώνουν. Αν οι εργαζόμενοι δεν ζητήσουν το διάλογο, μπορεί να τον ζητήσει από αυτούς ο εργοδότης, όταν κατά οποιονδήποτε τρόπο γνωστοποιηθούν σε αυτόν τα αιτήματα των εργαζομένων, με έγγραφό του, που κοινοποιείται με δικαστικό επιμελητή. Αν τα μέρη συμφωνήσουν, ο δημόσιος διάλογος διεξάγεται με εκπροσώπους τους, μέσα σε 48 ώρες από την κοινοποίηση του προαναφερόμενου εγγράφου, σε τόπο και χρόνο που ορίζονται από αυτούς και διευθύνεται από μεσολαβητή, που επιλέγουν οι εκπρόσωποι, αφού συναντηθούν προηγουμένως στον οριζόμενο τόπο, από ειδικό κατάλογο, μεσολαβητών, προβλεπόμενο από το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 1876/1990. Σε περίπτωση ασυμφωνίας ο μεσολαβητής ορίζεται με κλήρωση. Ο μεσολαβητής προσπαθεί να επιτύχει την προσέγγιση των απόψεων των μερών για την επίλυση της διαφοράς. Αν μέσα σε 48 ώρες από την έναρξη του διαλόγου τα μέρη δεν καταλήξουν σε συμφωνία, ο μεσολαβητής μπορεί να υποβάλει σε αυτά, μέσα σε 24 ώρες από τη λήξη του 48ώρου, δική του πρόταση, που τα μέρη μπορούν να αποδεχθούν ή να απορρίψουν μέσα σε 48 ώρες από την κοινοποίησή της. Η αποδοχή ή η απόρριψη κοινοποιείται στο μεσολαβητή και στο άλλο μέρος με δικαστικό επιμελητή. Η πρόταση του μεσολαβητή μπορεί, με φροντίδα του, να δημοσιεύεται στον ημερήσιο Τύπο. ...». Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 του ίδιου νομοθετήματος, με τίτλο Προσωπικό Ασφαλείας και Ελάχιστης Εγγυημένης Υπηρεσίας, όπως αντί καταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 95 παρ. 1 του ν. 4808/2021, και ισχύει, ενπροκειμένω (άρθρο 100 του ως άνω νόμου) «1. Κατά τη διάρκεια της απεργίας η συνδικαλιστική οργάνωση, η οποία την κηρύσσει, έχει υποχρέωση να διαθέτει το αναγκαίο προσωπικό για την ασφάλεια των εγκαταστάσεων της επιχείρησης και την πρόληψη καταστροφών και ατυχημάτων (Προσωπικό Ασφαλείας). 2. Στις υπηρεσίες οργανισμούς, επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις της παρ. 2 του άρθρου 19, πέραν του προσωπικού ασφαλείας διατίθεται και προσωπικό για την αντιμετώπιση στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου κατά τη διάρκεια της απεργίας (Προσωπικό Ελάχιστης Εγγυημένης Υπηρεσίας). Οι στοιχειώδεις αυτές ανάγκες ορίζονται ως τουλάχιστον το ένα τρίτο (1/3) της συνήθως παρεχόμενης υπηρεσίας. Με κοινή απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού στον οποίο υπάγεται ο φορέας ή ο κλάδος δραστηριότητας, που εκδίδεται κατόπιν συμφωνίας των μερών ή έγγραφης εισήγησης οιουδήποτε κοινωνικού εταίρου ή φορέα έχει έννομο συμφέρον, ο οποίος τεκμηριώνει μικρότερη ανάγκη λειτουργίας, δύναται να περιορισθεί το ποσοστό των στοιχειωδών αναγκών της παρ. 2. 3. Η συνδικαλιστική οργάνωση που κήρυξε την απεργία γνωστοποιεί εγγράφως στον εργοδότη, με έγγραφο που επιδίδεται με δικαστικό επιμελητή πριν από την έναρξη της απεργίας, τα ονόματα των εργαζομένων που θα παρέχουν τις υπηρεσίες τους ως Προσωπικό Ασφαλείας και, αν απαιτείται, ως Προσωπικό Ελάχιστης Εγγυημένης Υπηρεσίας. Με ευθύνη της συνδικαλιστικής οργάνωσης, το διατιθέμενο προσωπικό των παρ. 1 και 2 παρέχει τις υπηρεσίες του υπό τις οδηγίες του εργοδότη, προς εκπλήρωση των σκοπών για τους οποίους διατίθεται. 4. Το προσωπικό των παρ. 1 και 2 καθορίζεται με ειδική συμφωνία μεταξύ της πιο αντιπροσωπευτικής συνδικαλιστικής οργάνωσης της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και του εργοδότη. ... 5. Η συμφωνία της παρ. 4 αναφέρει τουλάχιστον: α) τα συμβαλλόμενα μέρη, β) την εκμετάλλευση ή επιχείρηση ή τις εκμεταλλεύσεις ή επιχειρήσεις στις οποίες θα εφαρμόζεται, γ) τις υπηρεσίες και τμήματα της εκμετάλλευσης ή επιχείρησης ή των εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων που θα λειτουργούν κατά τη διάρκεια της απεργίας, αναλόγως με τη διάρκειά της και τις επιπτώσεις στο δημόσιο συμφέρον και την οικονομία συγκεκριμένης ή ευρύτερης περιοχής ή όλης της χώρας, δ) τον αριθμό των εργαζομένων ανά ειδικότητα που απαιτείται για τη στελέχωση των υπηρεσιών και τμημάτων της εκμετάλλευσης ή επιχείρησης ή των εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων με προσωπικό των παρ. 1 και 2, όπου απαιτείται, ε) διαδικαστικά θέματα ορισμού των εργαζομένων των παρ. 1 και 2 και στ) τη διάρκεια αυτής, η οποία μπορεί να είναι ορισμένη, αλλά τουλάχιστον ενός (1) έτους, ή αόριστη. 6. Στις επιχειρήσεις και εκμεταλλεύσεις της παρ. 2 του άρθρου 19, πέραν του προσωπικού της παρ. 2, με την ίδια συμφωνία, είναι δυνατό, να καθορίζονται οι συγκεκριμένες ανάγκες του κοινωνικού συνόλου, τις οποίες πρέπει να καλύπτει ο εργοδότης σε περίπτωση απεργίας και οι συνέπειες για την παραβίαση της συμφωνίας. Κριτήρια για τα θέματα αυτά αποτελούν το είδος και η κοινωνική κρισιμότητα των υπηρεσιών και αγαθών, που παρέχει η επιχείρηση και η ανάγκη διασφάλισης της άσκησης του δικαιώματος της απεργίας, πάντοτε εντός του πλαισίου που καθορίζει η παρ. 2 και ιδίως το τελευταίο εδάφιο αυτής. 7. Η συμφωνία καταρτίζεται με απευθείας διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών. Έως την 5η Νοεμβρίου κάθε ημερολογιακού έτους, ένα από τα ενδιαφερόμενο μέρη καλεί το άλλο μέρος σε διαπραγμάτευση με εξώδικη κλήση, στην οποία περιέχεται υποχρεωτικά η πρόταση για καθορισμό του προσωπικού των παρ. 1 και 2. ... 8. Η συμφωνία καταρτίζεται το αργότερο έως την 25η Νοεμβρίου κάθε ημερολογιακού έτους και κατατίθεται στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, εντός πέντε (5) ημερών από την υπογραφή της. Η συμφωνία είναι έγκυρη, ακόμη κι αν ο διάλογος ξεκινήσει σε ημερομηνία διαφορετική της προβλεπόμενης στην παρ. 7, εφόσον καταρτιστεί με απευθείας διαπραγματεύσεις μέχρι την 25η Νοεμβρίου και κατατεθεί στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, εντός πέντε (5) ημερών από την υπογραφή της. Η συμφωνία αυτή ισχύει ολόκληρο το ημερολογιακό έτος που ακολουθεί και, σε περίπτωση μη καταγγελίας ή τροποποίησής της, ισχύει και για τα επόμενα ημερολογιακά έτη. 9. Αν η συμφωνία δεν καταρτισθεί έως την 25η Νοεμβρίου ή δεν κατατεθεί στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων εντός της προθεσμίας που ορίζεται στην παρ. 8, τα μέρη υποχρεούνται να προσφύγουν στη διαδικασία της μεσολάβησης. Η μεσολάβηση πρέπει να ολοκληρωθεί εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την ανάληψη των καθηκόντων του μεσολαβητή. Εάν η μεσολάβηση δεν καταλήξει σε συμφωνία, κάθε ενδιαφερόμενη πλευρά έχει δικαίωμα να παραπέμψει το θέμα σε διαιτησία του άρθρου 16 του ν. 1876/1990 (Αν 27). Διαιτητής επιλέγεται με κοινή συμφωνία των μερών από τον ειδικό κατάλογο διαιτητών και σε περίπτωση μη συμφωνίας με κλήρωση σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 16 του ν. 1876/1990.10. Δεν επιτρέπεται η κήρυξη απεργίας χωρίς να έχει προηγουμένως καθοριστεί το Προσωπικό Ασφαλείας και, όπου απαιτείται, το Προσωπικό Ελάχιστης Εγγυημένης Υπηρεσίας, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο παρόν, ή χωρίς να τεθεί πραγματικά στη διάθεση του εργοδότη το προσωπικό αυτό, υποκείμενο στο διευθυντικό του δικαίωμα, με ευθύνη της συνδικαλιστικής οργάνωσης που κηρύσσει την απεργία. 11. Τα ζητήματα των παρ. 1, 2, 3 και 4 μπορούν να ρυθμίζονται και με συλλογικές συμβάσεις εργασίας για όλες τις επιχειρήσεις, ανεξαρτήτως του δημόσιου ή μη χαρακτήρα τους και του χαρακτηρισμού τους ή μη ως κοινής ωφέλειας», και, τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. 2224/1994, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 94 του ν. 4808/2021, «1. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις που κηρύσσουν απεργία στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ, τα ν.π.δ.δ., καθώς και σε φορείς, υπηρεσίες, οργανισμούς και επιχειρήσεις που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 19, υποχρεούνται να καταθέσουν ενώπιον του Ο.ΜΕ.Δ. (Οργανισμός Μεσολάβησης και Διαιτησίας) αίτηση διεξαγωγής δημόσιου διαλόγου για τα αιτήματα της απεργίας. Η αίτηση αυτή, μαζί με κατάλληλη πρόσκληση σε συνάντηση ανάδειξης μεσολαβητή στον τόπο, ημέρα και ώρα που ορίζει ο Ο.ΜΕ.Δ., επιδίδεται στον εργοδότη με δικαστικό επιμελητή, με ευθύνη των συνδικαλιστικών οργανώσεων που κηρύσσουν την απεργία, το αργότερο συγχρόνως με τις επιδόσεις που προβλέπονται στην παρ. 1 του άρθρου 19 και την παρ. 2 του άρθρου 20. ... 2. Εάν δεν εμφανισθούν αμφότερα τα μέρη στον τόπο και χρόνο που ορίζει η πρόσκληση, ο Ο.ΜΕ.Δ. κηρύσσει άκαρπο τον δημόσιο διάλογο. Αν τα μέρη εμφανιστούν, επιλέγουν με συμφωνία τους μεσολαβητή από τον κατάλογο μεσολαβητών - διαιτητών του Ο.ΜΕ.Δ.. Εάν δεν επιτευχθεί συμφωνία για το πρόσωπο του μεσολαβητή, η πλευρά που ζήτησε τη διεξαγωγή δημόσιου διαλόγου δικαιούται να ζητήσει από τον Ο.ΜΕ.Δ. την άμεση ανάδειξη μεσολαβητή με τη διαδικασία της κλήρωσης σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 15 του V. 1876/1990 (Α' 27). 3. Ο μεσολαβητής αναλαμβάνει τα καθήκοντά του εντός είκοσι τεσσάρων (24) ωρών από την ανάδειξή του και ο δημόσιος διάλογος αρχίζει από την ημέρα ανάληψης των καθηκόντων του μεσολαβητή. Ο μεσολαβητής διευθύνει τον δημόσιο διάλογο, προσπαθεί να επιτύχει προσέγγιση απόψεων κατά τον συντομότερο δυνατό χρόνο και έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, που προβλέπονται στις παρ. 4 και 5 του άρθρου 15 του ν. 1876/1990. ... 4. Όσο διαρκεί ο δημόσιος διάλογος, αναστέλλεται η άσκηση του δικαιώματος της απεργίας στις επιχειρήσεις της παρ. 2 του άρθρου 19 του ν. 1264/1982 (Α’ 79) και απαγορεύεται η άσκηση αγωγής ενώπιον των αρμόδιων δικαστηρίων για θέματα σχετικά με την εν λόγω απεργία. ...». . Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών, συνάγεται ότι το δικαίωμα της απεργίας των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο δημόσιο, στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης, στα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, καθώς και στις επιχειρήσεις δημόσιου χαρακτήρα ή κοινής ωφέλειας, η λειτουργία των οποίων έχει ζωτική σημασία για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, ως τέτοιων νοούμενων, πλην άλλων, και των επιχειρήσεων μεταφοράς προσώπων και αγαθών από την ξηρά τη θάλασσα και τον αέρα (άρθρο 19 παρ. 2 περίπτωση ε’ του ν. 1264/1982), ασκείται, νόμιμα, εφόσον πληρούνται οι εξής προϋποθέσεις: (α) Έχουν παρέλθει τέσσερις πλήρεις ημέρες από τη γνωστοποίηση των αιτημάτων της απεργίας και των λόγων που τα θεμελιώνουν, με έγγραφο που κοινοποιείται με δικαστικό επιμελητή, στον εργοδότη, στο Υπουργείο που ασκεί τη σχετική εποπτεία της επιχείρησης και στο Υπουργείο Εργασίας, (β) Δεν επιτρέπεται η άσκηση του δικαιώματος στην απεργία χωρίς να έχει προηγουμένως καθοριστεί το «προσωπικό ασφαλείας» και, όπου απαιτείται, το «προσωπικό ελάχιστης εγγυημένης υπηρεσίας» ή, στην περίπτωση κατά την οποία δεν έχει καθοριστεί αυτό συμβατικά, χωρίς να τεθεί πραγματικά στη διάθεση του εργοδότη το προσωπικό αυτό, υποκείμενο στο διευθυντικό του δικαίωμα, με ευθύνη της συνδικαλιστικής οργάνωσης που κηρύσσει την απεργία. Το προσωπικό αυτό, που παρέχει τις υπηρεσίες του υπό τις οδηγίες του εργοδότη πρέπει να γνωστοποιηθεί στον εργοδότη από τη συνδικαλιστική οργάνωση, πριν την έναρξη της απεργίας, έστω και αν δεν έχει τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 21 του ν. 1264/1982.(πρβλ. ΕΑ 2072/2023, ΕΑ1569/2022, ΝΟΜΟΣ).γ)Έχει, προηγουμένως, προσκληθεί ο εργοδότης με έγγραφο, κοινοποιούμενο με δικαστικό επιμελητή, σε δημόσιο διάλογο για τα αιτήματα της απεργίας που διεξάγεται υπό τη διεύθυνση μεσολαβητή, εντός 48 ωρών από την κοινοποίηση της πρόσκλησης, στην οποία πρέπει, απαραιτήτως, να ορίζεται ο τόπος και ο χρόνος της συνάντησης. Περαιτέρω η απεργία που κηρύσσεται από τριτοβάθμια οργάνωση καλύπτει όλους τους μισθωτούς που εκπροσωπεί, επομένως και τους εργαζομένους των κοινωφελών και των υπό κοινωνικοποίηση επιχειρήσεων. Άρα σε περίπτωση απεργίας που κηρύχθηκε από τριτοβάθμια οργάνωση, οι υποκείμενες οργανώσεις μετέχουν σ' αυτήν χωρίς να απαιτείται και ιδιαίτερη απόφαση των οργάνων τους, περί κηρύξεως απεργίας. Περαιτέρω, καταχρηστική και συνεπώς παράνομη, χαρακτηρίζεται η απεργία, η οποία παρά την τήρηση όλων των διατυπώσεων και προϋποθέσεων του νόμου, πραγματοποιείται με τέτοιο τρόπο ή έχει αιτήματα, που ενώ εμπίπτουν στους νόμιμους σκοπούς της απεργίας, η άσκηση του δικαιώματος υπερβαίνει την καλόπιστη συμπεριφορά ή τον σκοπό του συγκεκριμένου δικαιώματος. Έτσι, η νομιμότητα ελέγχεται και με τα κριτήρια της συνταγματικής ρήτρας περί απαγόρευσης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρο 25 παρ. 3 Σ). Κατά την κρατούσα δε στη θεωρεία και νομολογία άποψη, εφαρμογή έχει και η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, λαμβάνοντας υπόψη ότι το δικαίωμα της απεργίας έχει και διάσταση ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 857/2015, ΔΕΝ 2017/808, ΑΠ 543/2013, ΔΕΕ 2013/1084, Ζερδελή Δ., Συλλογικό Εργατικό Δίκαιο, (2016), σελ. 312). Κρίσιμα στοιχεία για τη διαπίστωση της υπέρβασης των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία καθιστά την απεργία καταχρηστική, είναι μεταξύ άλλων η στάθμιση των αντίθετων συμφερόντων εργαζομένων και εργοδότη, λαμβάνοντας υπόψη την δυσανάλογη ζημία στην επιχείρησή του, ή το κοινωνικό σύνολο, ή την εθνική οικονομία, σε συνδυασμό με την μορφή και τη διάρκεια της απεργίας, ή τον επιλεγέντα χρόνο και την τακτική, το μέγεθος της προσβολής δικαιωμάτων τρίτων και την προφανή ή μη δυσαναλογία με την, από την απεργία, επαπειλούμενη ή επερχόμενη ζημία της επιχείρησης και το επιδιωκόμενο όφελος των απεργών. Το αν τα αιτήματα των απεργών είναι απλώς υπερβολικά δεν ασκεί επιρροή. Επίσης, λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαπίστωση της δυσαναλογίας ενέχει τον κίνδυνο του δικαστικού ελέγχου των διεκδικήσεων των εργαζομένων και δεδομένου ότι ο νομοθέτης έχει ήδη θέσει προϋποθέσεις, που αποσκοπούν και στην αποτροπή της δυσανάλογα μεγάλης ζημίας, η απεργία θεωρείται καταχρηστική λόγω παράβασης της αρχής της αναλογικότητας, μόνο όταν η δυσαναλογία ζημίας και ωφέλειας είναι αφόρητη (πρβλ. ΕΑ 2072/2023, ΕφΑΘ 5687/2004,ΕφΘεσ. 857/2022, ΝΟΜΟΣ).

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων , που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής, και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του , και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα για την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ),αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με την επωνυμία «ΕΝΩΣΗ ΕΛΕΓΚΤΩΝ ΕΝΑΕΡΙΑΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ ΕΛΛΑΔΑΣ» είναι πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση, μέλη της οποίας είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι που υπηρετούν στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας. Το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης, σε συνεδρίαση του, που πραγματοποιήθηκε την 19.02.2024, αποφάσισε να απευθύνει κάλεσμα στα μέλη της για συμμετοχή την Τετάρτη 28.02.2024, από ώρα 00.01 της ημέρας αυτής έως 23.59 αυτής, στην 24ωρη απεργία που είχε προκηρύξει η τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Ανώτατη Διοίκηση Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων (Α.Δ.Ε.ΔΎ.)", με το εκεί αναφερόμενο διεκδικητικό πλαίσιο. Η εναγόμενη (διά του εν λόγω Διοικητικού Συμβουλίου της ) γνωστοποίησε την απόφαση της για συμμετοχή στην απεργία αυτή στον Διοικητή του δεύτερου ενάγοντος ("Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας") στον Υπουργό Μεταφορών, στον Υπουργό Εσωτερικών και στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών στις 21-2-2024, με την με αριθμ. Πρωτ. .../21.02.2024 εξώδικη προαναγγελία απεργιακών κινητοποιήσεων, που τους κοινοποίησε με δικαστικό επιμελητή, όπως προκύπτει από τις υπ'αριθμ. …../21-02-2024, …/21-02-2024 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, .......... και τις υπ'αριθμ……/21-02-2024 και …../21-02-2024 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, ……, αντίστοιχα. Συγκεκριμένα τα αιτήματα για τα οποία είχε προκηρυχτεί η ως άνω απεργία ήταν τα εξής : Οριζόντια αύξηση 10% στους μισθούς των εργαζόμενων στο Δημόσιο, προκειμένου να αντιμετωπισθεί στοιχειωδώς ή ακρίβεια και ο πληθωρισμός .Επαναφορά εδώ και τώρα των δώρων. Συλλογικές συμβάσεις για τους μισθούς. Κατάργηση του μισθολογικού παγώματος της διετίας 2016- 2017. Κατάργηση της εισφοράς 2% υπέρ της ανεργίας. Αύξηση του αφορολόγητου στα 12.000 ευρώ. Αύξηση του επιδόματος ανθυγιεινής εργασίας. Να στελεχωθούν άμεσα με μόνιμους υπαλλήλους όλοι οι κρίσιμοι φορείς (υγεία , παιδεία , κοινωνικές υπηρεσίες , ασφάλιση κ.α. και να αναβαθμιστούν όλες οι αναγκαίες υποδομές. Επίσης στην εν λόγω γνωστοποίηση γίνεται λόγος ότι συγκοινοποιούν την από 20-2-2024 αίτηση προς τον Ο.Μ.Ε.Δ., που υποβλήθηκε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για τη διεξαγωγή ενώπιον του Ο.Μ.Ε.Δ., δημοσίου διαλόγου για της αιτήματα της απεργίας αυτής και την αποστολή της υπ'αριθμ. πρωτ. Μ-Δ- 131/21-2-2024 πρόσκλησης του Ο.Μ.Ε.Δ., σε συνάντηση για την ανάδειξη μεσολαβητή κατά τα οριζόμενα στην παρ.1 του άρθρου 3 του Ν.2224/1994 όπως ισχύει. Επίσης με την ίδια γνωστοποίηση γνωστοποιείται, μεταξύ άλλων, και στον εργοδότη-δεύτερο ενάγοντα ότι κατά τη διάρκεια της ανωτέρω απεργιακής κινητοποίησης θα διατεθεί πραγματικά από τους Ελεγκτές Εναέριας Κυκλοφορίας προσωπικό ασφαλείας και ελάχιστης εγγυημένης υπηρεσίας για την αντιμετώπιση των στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου , οι οποίες ορίζονται ως τουλάχιστον το ένα τρίτο (1/3) της συνήθως παρεχόμενη υπηρεσίας , κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 21 του Ν.1264/1982, όπως ισχύει σήμερα, όπως έχει καθοριστεί από την υπ'αριθμ. .../2022 διαιτητική απόφαση του ΟΜΕΔ. Ακολούθως εκτίθεται ότι : Οι εξαιρούμενες πτήσεις για την εξυπηρέτηση των στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου ορίζονται σε ΝΟΤΑΜ και αφορούν σε : Πτήσεις που υπερίπτανται του FIR Αθηνών , πτήσεις που μεταφέρουν Αρχηγούς Κρατών , Πρωθυπουργούς, πτήσεις της Ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας που μετέχουν σε επιχειρησιακές αποστολές και προγραμματισμένες ασκήσεις. Πτήσεις αεροσκαφών που αντιμετωπίζουν ασυνήθεις καταστάσεις ή διατελούν σε κατάσταση ανάγκης , νοσοκομειακές πτήσεις , πτήσεις ανθρωπιστικής βοήθειας και πτήσεις αεροσκαφών έρευνας και διάσωσης . Ακολούθως , επίσης, γνωστοποιούν το προσωπικό ασφαλείας και ελάχιστης εγγυημένης υπηρεσίας που θα διατεθεί και δη : Για τον Πύργο Ελέγχου Αεροδρομίου Ελ. Βενιζέλος Τμήμα Γ αναφέρονται ονομαστικά οι εργαζόμενοι σε κάθε βάρδια , για τον Έλεγχο προσέγγισης Αθηνών Τμήμα Β αναφέρονται ονομαστικά οι εργαζόμενοι σε κάθε βάρδια, για τα Αεροδρόμια Ηρακλείου Θεσσαλονίκης, Κέρκυρας, Ρόδου, Κω, Σαντορίνης, Μυκόνου .Αλεξανδρούπολης, Ιωαννίνων, Καβάλας , Μυτιλήνης , Σάμου, Χίου , Κεφαλονιάς, Ζακύνθου, Σκιάθου ,Λήμνου , αναφέρονται ονομαστικά οι εργαζόμενοι σε κάθε βάρδια, για το ΝΟΤΑΜ OFFICE και REPORTING OFFICE αναφέρονται ονομαστικά οι εργαζόμενοι σε κάθε βάρδια, για τη Διεύθυνση ΚΕΠΑΘ/ΜΑΚ και Δ17 αναφέρονται ονομαστικά οι εργαζόμενοι , για το Κέντρο Ελέγχου Περιοχής Αθηνών και Μακεδονίας ΚΕΠΑΘ αναφέρονται ονομαστικά οι εργαζόμενοι σε κάθε βάρδια. Όπως προαναφέρθηκε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε την αγωγή ως ουσία βάσιμη ,κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή , δεχόμενο ως βάσιμο τον τρίτο λόγο της ένδικης αγωγής με τον οποίο αποδίδεται ότι η συμμετοχή της εναγόμενης στην ως .άνω εξαγγελθείσα απεργία από την Α.Δ.Ε.Δ.Υ. είναι παράνομη διότι δεν διατέθηκε το αναγκαίο προσωπικό ασφαλείας και το προσωπικό ελάχιστης εγγυημένης υπηρεσίας στον εργοδότη ,και δη στο δεύτερο ενάγον, με την αιτιολογία ότι δεν είχε καθορισθεί συμβατικά το προσωπικό ασφαλείας και οι όροι παροχής της εργασίας του, σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 21 του Ν. 1264/1982, λόγω λήξεως της ισχύος της υπ'αριθμ. .../2022 διαιτητικής απόφασης του ΟΜΕΔ, ενώ η υπ' αριθμ. .../2023 διαιτητική απόφαση του ΟΜΕΔ, είχε προσληφθεί με έφεση από το δεύτερο ενάγον, δοθέντος ότι, η προθεσμία και η άσκηση της έφεσης κατά της διαιτητικής απόφασης αναστέλλουν την ισχύ της, και δεν υφίσταται συμφωνία σε ισχύ για το έτος 2024, που να προβλέπει το προσωπικό και τους όρους παροχής της εργασίας τούτου, το οποίο υποχρεωτικά πρέπει να έχει συμφωνηθεί με την παραπάνω διαδικασία, αλλά και να διατίθεται πραγματικά κατά τη διάρκεια των απεργιών των υπαλλήλων της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, για την κάλυψη των στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου, το οποίο, κατά την παρ.2 του αρθρ. 21 του Ν. 1264/1982 ορίζεται τουλάχιστον στο 1/3 της συνήθους παρεχόμενης υπηρεσίας, και ότι έτσι ο μονομερής καθορισμός του προσωπικού αυτού, από την εναγομένη συνδικαλιστική οργάνωση, υπό τους όρους που η ίδια υπολαμβάνει, ήτοι σύμφωνα με τους όρους της υπ’αριθμ. .../2022 διαιτητικής απόφασης του ΟΜΕΔ, δεν συνιστά από μέρους της, πραγματική διάθεση του προσωπικού ασφαλείας στη διάθεση του εργοδότη, υποκείμενου στο διευθυντικό δικαίωμα τούτου, όπως απαιτείται, κατά νόμον, για το νομότυπο της απεργίας, στην περίπτωση που δεν έχει καθορισθεί συμβατικά τούτο. Ωστόσο με την κρίση αυτή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες στην ως άνω μείζονα σκέψη διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 1264/1982 , αλλά και ιδίως της παραγράφου 10 του άρθρου 21 του ίδιου νόμου και εκτίμησε τις αποδείξεις , όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εκκαλούσα με τον πρώτο λόγο της ένδικης έφεσής της . Και τούτο διότι , όπως επίσης προαναφέρθηκε στη ως άνω νομική σκέψη, δεν επιτρέπεται η άσκηση στο δικαίωμα της απεργίας χωρίς να έχει προηγουμένως καθοριστεί το «προσωπικό ασφαλείας» και, όπου απαιτείται, το «προσωπικό ελάχιστης εγγυημένης υπηρεσίας» ή, στην περίπτωση κατά την οποία δεν έχει καθοριστεί αυτό συμβατικά, χωρίς να τεθεί πραγματικά στη διάθεση του εργοδότη το προσωπικό αυτό, υποκείμενο στο διευθυντικό του δικαίωμα, με ευθύνη της συνδικαλιστικής οργάνωσης που κηρύσσει την απεργία. Το προσωπικό αυτό, που παρέχει τις υπηρεσίες του υπό τις οδηγίες του εργοδότη πρέπει να γνωστοποιηθεί στον εργοδότη από τη συνδικαλιστική οργάνωση, πριν την έναρξη της απεργίας, έστω και αν δεν έχει τηρηθεί η διαδικασία του άρθρου 21 του ν. 1264/1982. Στην προκειμένη περίπτωση εφόσον είχε λήξει η ισχύς της υπ'αριθμ.../2022 διαιτητικής απόφασης του ΟΜΕΔ, και η ισχύς της υπ' αριθμ. .../2023 διαιτητικής απόφαση του ΟΜΕΔ, είχε ανασταλεί, διότι είχε προσληφθεί με έφεση από το δεύτερο ενάγον (άρθρο 16 του ν. 1876/1990, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 14 του ν.3899/2010 και τροποποιηθεί) το ανωτέρω προσωπικό ασφαλείας και το προσωπικό ελάχιστης εγγυημένης υπηρεσίας, που γνωστοποιήθηκε στον εργοδότη , δεύτερο ενάγον, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είχε καθοριστεί συμβατικά , παρότι η εναγόμενη και ήδη εκκαλούσα εκτός από τη μνεία των οριζόμενων στις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 21 του ν. 1264/1982, κάνει μνεία και στην ως άνω .../2022 διαιτητική απόφαση του ΟΜΕΔ, η ισχύς της οποίας, όμως, είχε λήξει. Συνεπώς στην ένδικη περίπτωση εφαρμόζεται η προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 10 περίπτωση β του άρθρου 21 ν. 1264/1982, σύμφωνα με την οποία παρέχεται η δυνατότητα στην συνδικαλιστική οργάνωση που ασκεί το δικαίωμα στην απεργία, και εν προκειμένω στην εκκαλούσα (εναγόμενη), να θέσει με ευθύνη της στη διάθεση του εργοδότη , δεύτερου ενάγοντος , πραγματικά, το προσωπικό ασφαλείας και το προσωπικό ελάχιστης εγγυημένης υπηρεσίας, δηλαδή το προσωπικό για την αντιμετώπιση στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου κατά τη διάρκεια της απεργίας ,και το οποίο υπόκειται στο διευθυντικό δικαίωμα του δεύτερου ενάγοντος ως εργοδότη. Συνεπώς εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο άνευ ετέρου ότι, επειδή δεν είχε το προσωπικό αυτό καθοριστεί συμβατικά , δεν συνιστά από μέρους της πραγματική διάθεση του προσωπικού αυτού στη διάθεση του εργοδότη, υποκείμενου στο διευθυντικό δικαίωμα τούτου, όπως απαιτείται, κατά νόμο, για το νομότυπο της απεργίας. Περαιτέρω ουδόλως αποδείχθηκε ότι το εν λόγω προσωπικό που γνωστοποιήθηκε στον εργοδότη ονομαστικά ανά βάρδια και Μονάδα δεν κάλυπτε το 1/3 των στοιχειωδών αναγκών του κοινωνικού συνόλου της συνήθως παρεχόμενης υπηρεσίας ,σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 21 παρ.2 του ν.1264/1982. Για τούτο μάλιστα ουδέν κατέθεσε η μάρτυρας των εναγόντων στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο... Αντίθετα κατέθεσε ότι, αν τα μέλη της εναγόμενης συμμετείχαν στην ως άνω απεργία, έχουν ένα συγκεκριμένο νούμερο στη βάρδια και δεν παρεμβαίνει η συνδικαλιστική οργάνωση σ'αυτό , και μάλιστα ότι για την αυριανή απεργία ξέρουν το προσωπικό ασφαλείας, αφού η ίδια βγάζει το προσωπικό ασφαλείας (Σελίδες 36 και 37 των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης αντίστοιχα ). Συνεπώς είχε τεθεί πραγματικά στη διάθεση του εργοδότη το προσωπικό αυτό, υποκείμενο στο διευθυντικό του δικαίωμα, όπως απαιτείται από την προαναφερόμενη διάταξη , κατόπιν της ως άνω ονομαστικής γνωστοποίησης και κατά Μονάδα, κατά τα ανωτέρω. Τούτο δεν αναιρείται από το ότι οι εργαζόμενοι που θα αποτελούσαν το εν λόγω προσωπικό ασφαλείας και ελάχιστης εγγυημένης υπηρεσίας δεν αναφέρονταν κατά ειδικότητα και κλάδο, όπως ισχυρίζονται οι ενάγοντες με τον τρίτο λόγο της ένδικης αγωγής, δεδομένου ότι το δεύτερο ενάγον, ως εργοδότης , προφανώς και γνώριζε τις ειδικότητες αυτών, και συνεπώς και τις υπηρεσίες που παρείχαν, υποκείμενο το προσωπικό αυτό στο διευθυντικό του δικαίωμα . Συνεπώς πρέπει ο πρώτος λόγος της ένδικης έφεσης της εκκαλούσας να γίνει δεκτός και ως βάσιμος και συνακόλουθα να γίνει δεκτή η έφεση ως ουσία βάσιμη , να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, που δέχτηκε την αγωγή ως ουσία βάσιμη κατά παραδοχή του ως άνω τρίτου λόγου της ένδικης αγωγής , και ,αφού κρατηθεί η αγωγή προς εκδίκαση , να απορριφθεί ο τρίτος λόγος της αγωγής ως ουσία αβάσιμος , και να προβεί περαιτέρω το Δικαστήριο τούτο στην έρευνα των λοιπών λόγων παρανόμου και καταχρηστικότητας της συμμετοχής στην απεργία , κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ, που το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν εξέτασε , κρίνοντας ότι παρέλκει η έρευνα αυτών, λόγω της εσφαλμένης αποδοχής του τρίτου λόγου αυτού της αγωγής.Οι ενάγοντες με τον πρώτο λόγο της ένδικης αγωγής ισχυρίζονταν ότι η συμμετοχή της εναγόμενης στην απεργία, που είχε προκηρύξει η τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "Ανώτατη Διοίκηση Ενώσεων Δημοσίων Υπαλλήλων (Α.Δ.Ε.Δ.Υ.)", ήταν παράνομη ,διότι αποφασίστηκε από συνδικαλιστική οργάνωση , η οποία δεν είναι δευτέρου ή τρίτου βαθμού και από αναρμόδιο όργανο , ήτοι από το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγόμενης και όχι από τη Γενική Συνέλευση. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, και τούτο διότι η απόφαση της εναγόμενης, διά του Διοικητικού Συμβουλίου της, για συμμετοχή στην 24ωρη απεργία ανώτερης συνδικαλιστικής οργάνωσης, όπως εν προκειμένω, δεν ισοδυναμεί με την κήρυξη απεργίας διαφορετικής από την ήδη προκηρυχθείσα από την συνδικαλιστικά υπερκείμενη (τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση ) η οποία (κήρυξη απεργίας) βέβαια δεν αποδεικνύεται ότι έχει κηρυχθεί παράνομη και καταχρηστική, ούτε δε, αποδεικνύεται η προσβολή του κύρους αυτής. Και δη η εναγόμενη αποφάσισε να συμμετάσχει σε απεργία, που προκήρυξε τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση , με τα ίδια αιτήματα, και δεν την προκήρυξε, και η οποία προκήρυξη από τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση καλύπτει όλους τους μισθωτούς που εκπροσωπεί ,χωρίς να απαιτείται σχετική απόφαση των υποκείμενων οργανώσεων και μάλιστα γνωστοποίηση και σε όλους τους αρμόδιους φορείς , σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη νομική σκέψη, και όπως προκύπτει και από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 20 παρ.1 και 30 παρ.β του ν 1264/1982. Σημειωτέο ότι, βάσει των ανωτέρω, η απόρριψη αυτού του λόγου ως μη νόμιμου, κατά τα ανωτέρω, δεν καθιστά την αγωγή απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της εναγόμενης, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε η εναγόμενη στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, (και επαναμβάνει και στο Δικαστήριο τούτο) . Με το δεύτερο λόγο της ένδικης αγωγής ισχυρίζονταν ότι η συμμετοχή της εναγόμενης στην ανωτέρω απεργία ήταν παράνομη διότι η εναγόμενη δεν προέβη νομίμως στη γνωστοποίηση των αιτημάτων της απεργίας , κατά τη διάταξη του άρθρου 30 8α του ν. 1264/1982. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος πρωτίστως ως μη νόμιμος. Και τούτο διότι όπως δεν απαιτείται απόφαση των υποκείμενων οργανώσεων για τη συμμετοχή τους στην απεργία , με τα ίδια αιτήματα, που κήρυξε τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση , όπως εν προκειμένω, και η τήρηση των υπολοίπων προϋποθέσεων για τη νόμιμη κήρυξη της απεργίας , όπως γνωστοποίηση των αιτημάτων , προειδοποίηση, δημόσιος διάλογος όπου απαιτείται, αφορά επίσης την τριτοβάθμια οργάνωση και όχι τις υποκείμενες οργανώσεις , όπως επίσης προκύπτει από το από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 20 παρ.1 και 30 παρ.β του ν 1264/1982. Τυχόν δε αντίθετη άποψη θα περιόριζε σημαντικά το δικαίωμα της υποκείμενης οργάνωσης να συμμετέχει στην απεργία που ήδη έχει προκηρύξει τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση. Πέραν του ότι , κατά τα ανωτέρω, η εναγόμενη γνωστοποίησε στους ανωτέρω φορείς μεταξύ άλλων και τα αιτήματα για τα οποία είχε προκηρυχθεί η ανωτέρω απεργία στην οποία θα συμμετείχε , και βέβαια στην προκειμένη περίπτωση δεν δύναται να γίνει λόγος για μεσολάβηση χρονικού διαστήματος τεσσάρων ημερών ανάμεσα στην γνωστοποίηση των αιτημάτων και στην προκήρυξη της απεργίας , αφού η απόφαση για την κήρυξη της απεργίας λήφθηκε από την τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση .Τέλος με τον τέταρτο λόγο οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι η συμμετοχή στην εξαγγελθείσα απεργία είναι καταχρηστική διότι υπάρχει προφανής δυσαναλογία των αιτημάτων για τα οποία εξαγγέλθηκε η απεργία σε σχέση με τις συνέπειες που θα επέλθουν από την τυχόν πραγματοποίηση της στην αεροπορική εταιρεία , στο επιβατικό κοινό και στους δραστηριοποιούμενους στις αερομεταφορείς με άμεσο αντίκτυπο των επιπτώσεων στο κοινωνικό σύνολο και γενικότερα στην Εθνική Οικονομία , ενώ ακόμη η ικανοποίηση των αιτημάτων τους εξαρτάται από τη βούληση του ελληνικού κοινοβουλίου, και τα μέλη της εναγόμενης δεν έχουν άμεση ωφέλεια από την ικανοποίηση των αιτημάτων για τα οποία εξαγγέλθηκε η απεργία. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Και τούτο διότι δεν αποδείχθηκε προφανής υπέρβαση των ορίων της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, ώστε η άσκηση του δικαιώματος συμμετοχής στην απεργία να παρίσταται ως καταχρηστική, όπως το δικαίωμα στην απεργία προβλέπεται από το άρθρο 23 παρ.1 Συντάγματος και 19 παρ. 1 Ν 1264/1982 υπό τους τιθέμενους , κατά τα ανωτέρω, στη μείζονα σκέψη, περιορισμούς , δεδομένου ότι , πρωτίστως, δεν αρκεί για το χαρακτηρισμό της ως καταχρηστικής η επικαλούμενη από τους ενάγοντες πρόκληση ζημίας στο κοινωνικό σύνολο, και εν γένει στην Εθνική Οικονομία. Αντίθετα απαιτείται κατά την άσκηση του δικαιώματος της απεργίας η δυσαναλογία ζημίας και ωφέλειας να είναι αφόρητη , που δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση , ενόψει και του ότι τούτη θα πραγματοποιούταν σε περίοδο που δεν υφίστατο αυξημένη τουριστική κίνηση, λαμβανομένης υπόψη και της διάρκειας συμμετοχής στην εν λόγω απεργία (24 ώρες).Ουδόλως προκύπτει δυσανολογία σε σχέση με τα ανωτέρω υποβληθέντα αιτήματα , τα οποία δεν αποδεικνύεται ότι είναι προσχηματικά, αλλά ανάγονται αμιγώς στη διαφύλαξη των οικονομικών και εργασιακών συμφερόντων των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων είναι και οι εργαζόμενοι στο δεύτερο ενάγον. Εξάλλου η εργασιακή απεργία, η οποία αν και αναφέρεται στα εργασιακά, ασφαλιστικά συνδικαλιστικά κ.λ.π. αιτήματα των εργαζομένων, η ικανοποίησή τους δεν εξαρτάται από τον εργοδότη αυτών, αλλά από το κράτος ως νομοθέτη, υπό την έννοια ότι μόνο το κράτος, νομοθετώντας μπορεί να ικανοποιήσει τα αιτήματα είτε θεσπίζοντας, είτε τροποποιώντας κανόνες δικαίου, είναι νόμιμη, γι' αυτό ουδόλως αρκεί να χαρακτηρίσει αυτή ως καταχρηστική, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι ενάγοντες (πρβλ. και ΕΘ857/2022). Άλλωστε σημειωτέο ότι τα ανωτέρω αιτήματα δεν καθιστούν την απεργία "πολιτική”, καθόσον τα αιτήματα αυτά από μόνα τους, σε καμία περίπτωση δεν οδηγούν στην συνολική αλλαγή της πολιτικής της κυβέρνησης, ή πολύ περισσότερο την ανατροπή της, δεν στρέφονται κατά των φορέων των συνταγμένων πολιτειακών λειτουργιών, αλλά μόνο, κατά του κράτους ως εργοδότη. Συνεπώς, βάσει των ανωτέρω παραδοχών ,η ένδικη αγωγή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Η δε δικαστική δαπάνη των διαδίκων πρέπει ,για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, να συμψηφισθεί στο σύνολό της , διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 ,183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ την από ...3-2024, και με αριθμούς κατάθεσης ........../2024 , έφεση της εκκαλούσας κατά της υπ'αριθμ. 196/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ'ουσίαν την από1-3-2024, και με αριθμούς κατάθεσης ........../2024 , έφεση της εκκαλούσας , για τα αναφερόμενα στο αιτιολογικό της παρούσας απόφασης.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη απόφαση .

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και ΔΙΚΑΖΕΙ την ένδικη αγωγή .

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή .

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας .

Κρίθηκε , αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στην Αθήνα , στις 14-1-2025 , απάντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους Δικηγόρων.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ   Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

[ ΠΗΓΗ : ΔΕΛΤΙΟΝ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ]