ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 3ο - ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 2022/2021

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Σουλτάνα Κρυστάλλη, Εφέτη, που ορίστηκε από το Τριμελές Συμβούλιο του Εφετείου Αθηνών και τη Γραμματέα Ελένη Καρρά.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια, στο ακροατήριό του, την 22.9.2020, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ των :

ΚΑΛΟΥΣΑΣ-ΕΦΕΣΙBΛHΤΗΣ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε.», [ΑΔΜΗΕ], που εδρεύει στην Αθήνα [οδός Δυρραχίου, αρ. 89] και εκπροσωπείται νόμιμα, [με Α.Φ.Μ. ...], η ... εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Κατσαούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚπολΔ, και προκατέθεσε προτάσεις.

ΚΑΘΩΝ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΚΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ-ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ : 1].... και 4] ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο -Κωνσταντίνο Κωνσταντινίδη , με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και προκατέθεσε προτάσεις.

Οι ενάγοντες και ήδη καθών η κλήση-εκκαλούντες, με την από 3.12.2015 αγωγή τους, που κατέθεσαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της εναγόμενης και ήδη καλούσας-εφεσίβλητης [αριθμός έκθεσης κατάθεσης 116582/4239/2015], ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε τη με αριθμό 1498/2019 οριστική του απόφαση, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, αντιμωλία των δ/αδίκων, με την οποία απέρριψε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσβάλλουν οι ενάγοντες και ήδη καθών η κλήση-εκκαλούντες, με την από 30.7.2019 έφεσή τους, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου [αριθμός έκθεσης κατάθεσης ...], για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε δικάσιμος η 1 8.2.2020, οπότε και η συζήτησή της, ματαιώθηκε λόγω απεργίας των δικαστικών υπαλλήλων.

Ακολούθως, η καλούσα-εφεσίβλητη, με την από 19.2.2020 κλήση της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου [αριθμός έκθεσης κατάθεσης ...] επανέφερε προς συζήτηση την από 30.7.2019 έφεση, για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε δικάσιμος η παραπάνω αναφερόμενη.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε αντιμωλία των διαδίκων.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν με δηλώσεις του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ και προκατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Νόμιμα εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, με την από 19.2.2020 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .... κλήση της καλούσας-εφεσίβλητης η από 30.7.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .... έφεση των καθών η κλήση-εκκαλούντων, μετά τη ματαίωση της συζήτησης της, κατά τη ορισθείσα δικάσιμο της 1 8.2.2020.

Η υπό κρίση από 30.07.2019 έφεση των ηττηθέντων εναγόντων και ήδη εκκαλούντων, κατά της νικήσασας εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, και κατά της με αριθμό 1498/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663-676 του ΚΠολΔ, ως αυτά ίσχυαν πριν τη σιωπηρή κατάργησή τους, με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Νόμου 4335/2015, ήδη περιουσιακές εργατικές διαφορές : άρθρα 591, 614 παρ. 3 και 621 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με τις μεταβατικού και διαχρονικού δικαίου, αντίστοιχα, διατάξεις των άρθρων ένατου αρ. 2 του Νόμου 4335/2015 και 37 του ΕισΝΚΠολΔ], έχει ασκηθεί νομίμως με νομότυπη κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη Γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και εμπροθέσμως [άρθρα 495 παρ. 1, 499, 511, 513 παρ. 1 β, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 1 ΚΠολΔ], Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά, την ίδια ως άνω διαδικασία, [άρθρο 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ] μέσα στα όρια, που καθορίζονται, από τους λόγους της [άρθρο 522 του ΚΠολΔ].

Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, με την ένδικη 3.12.2015 αγωγή τους, που κατέθεσαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρίας, εξέθεταν ότι προσλήφθηκαν από την ΔΕΗ Α.Ε. στις 1.9.1983, 17.4.1989, 16.8.1983 και 16.2.1988 αντίστοιχα, καθένας εξ αυτών, με σύμβαση δοκιμασίας, ενταχθέντες στη συνέχεια στο τακτικό προσωπικό αυτής, κατά τα προβλεπόμενα από τον Κανονισμό Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ, που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, ως κυρωθείς με το Ν.Δ. 210/1974, και εγκεκριμένα στην κατηγορία Τ1/Α, ως Διπλωματούχοι μηχανικοί. Ότι, περαιτέρω, η εναγόμενη «Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε. [ΑΔΜΗΕ Α.Ε.]», αποτελεί συνέχεια της «Δ.Ε.Η. ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ», που ιδρύθηκε στην Ελλάδα το έτος 2000, κατόπιν αλλαγής της επωνυμίας της, με το με αριθμό 10787/11.10.2011 ΦΕΚ, και η λειτουργία της οποίας διέπεται από το ελληνικό δίκαιο. Οτι σκοπός της εναγόμενης εταιρίας είναι να ασκεί τις δραστηριότητες και να εκτελεί τα καθήκοντα του Κυρίου και Διαχειριστή του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας [ΕΣΜΗΕ], όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Νόμου 4001/2011. Ότι ειδικότερα σκοπός της εναγόμενης εταιρίας είναι η λειτουργία, εκμετάλλευση, συντήρηση και ανάπτυξη της ΕΣΜΗΕ, ώστε να διασφαλίζεται ο εφοδιασμός της Χώρας με ηλεκτρική ενέργεια, με τρόπο επαρκή, ασφαλή, αποδοτικό και αξιόπιστο. Ότι, από τον Ιούνιο του έτους 2010 αρχικά η ΔΕΗ και η ΔΕΣΜΗΕ και στη συνέχεια η εναγόμενη εταιρία, αναδρομικά από 1.1.2010 μείωσε μονομερώς και παρανόμως τις αποδοχές τους, εφαρμόζοντας τις διατάξεις των Νόμων 3833/2010 και 3845/201 Ότι συγκεκριμένα αναδρομικά από 1.1.2010 μείωσε το ποσοστό του κατεχόμενου μ.κ. κατά 7% και από 1.6.2010 κατά περαιτέρω ποσοστό 3% και επιπροσθέτως αθροιστικά εφάρμοσε «πλαφόν» στο όριο των αποδοχών τους ίσο με αυτό του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου. Ότι, οι περικοπές αυτές επιβλήθηκαν εσφαλμένα, με βάση τις διατάξεις των παραπάνω νόμων, καθώς η εναγόμενη αποτελεί Ανεξάρτητο Φορέα και συνεπώς ούτε ανήκει στο Δημόσιο, ούτε επιχορηγείται από τον κρατικό προϋπολογισμό, ούτε το Δημόσιο ασκεί τη διοίκηση ή τη διαχείρισή της, με συνέπεια το προσωπικό της να εξαιρείται από την εφαρμογή των ως άνω μειώσεων. Ότι, εξάλλου η εναγόμενη λειτουργεί αμιγώς ως Ανεξάρτητος Φορέας, και με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και ότι ο έλεγχος του μετοχικού κεφαλαίου αυτής από τη ΔΕΗ δεν αλλάζει τον χαρακτήρα της, ακριβώς λόγω της ισχύος διατάξεων της ΕΕ υπέρτερης νομοθετικής ισχύος. Ότι, περαιτέρω η ως άνω νομοθετική παρέμβαση παραβιάζει ευθέως τις αρχές της ελεύθερης αγοράς, του ελεύθερου ανταγωνισμού και της ισότιμης αντιμετώπισης δημοσίων και ιδιωτικών επιχειρήσεων. Ότι, εξάλλου, οι διατάξεις των Νόμων 3833/2010 και 3845/2010, με τις οποίες επιβλήθηκαν μειώσεις, στις αποδοχές τους, αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 4, 22, 23, 25 και 106 του Συντάγματος, στις διατάξεις της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με τον Νόμο 53/1979, στο άρθρο 8 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας [151/1978], στο άρθρο 5 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας 154/1981, που κυρώθηκαν με το Ν.Δ.. 2405/1996, στα άρθρα 6 και 12 του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Χάρτη του Συμβουλίου της Ευρώπης [18.10.1961], που κυρώθηκε με τον νόμο 1426/1984 και στο άρθρο 7 του Διεθνούς Συμφώνου των Ηνωμένων Εθνών για τα οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα [19.12.1966], το οποίο κυρώθηκε με τον Νόμο 1532/1985, και υπερισχύουν κάθε άλλης διάταξης, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, και ως τούτου δεν πρέπει να εφαμροστούν και για αυτόν τον λόγο. Ότι, συνεπώς, η εναγόμενη είναι υπερήμερη ως προς την καταβολή των αποδοχών τους, που περικόπηκαν, δυνάμει των συμβάσεων εργασίας τους, άλλως οφείλει λόγω αδικοπραξίας, άλλως βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού τις αποδοχές που περικόπηκαν και συγκεκριμένα στον πρώτο εξ αυτών το ποσό των 42.113,04 ευρώ, στον δεύτερο εξ αυτών το ποσό των 36.860,05 ευρώ, στον τρίτο εξ αυτών το ποσό των 67.652,67 ευρώ και στον τέταρτο εξ αυτών το ποσό των 24.356,87 ευρώ, ως αυτά αναλυτικά υπολογίστηκαν για το χρονικό διάστημα από 1.7.2010 έως 30.4.201 5 για τον πρώτο και τρίτο από αυτούς, από 1.1.2010 έως 30.4.201 5 για τον δεύτερο από αυτούς, και από 1.1.2010 έως 30.4.201 5 για τον τέταρτο εξ αυτών και για κάθε επιμέρους κονδύλιο των μικτών αποδοχών εκάστου στην ένδικη αγωγή. Ότι επικουρικά έχει εφαρμοστεί με τρόπο εσφαλμένο από την εναγόμενη το ανώτατο όριο αποδοχών του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως αυτές καθορίζονται κάθε φορά, χωρίς να προστεθούν σ’ αυτές τα οικογενειακά επιδόματα και το επίδομα επικίνδυνης εργασίας, που ρητώς ορίζονται στην παρ. 3 του Νόμου 3833/2010. Ότι επομένως η εναγόμενη οφείλει επικουρικά στον πρώτο εξ αυτών για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 31.5.2010 το ποσό των 30.891,78 ευρώ, στον δεύτερο εξ αυτών για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 30.4.201 5 το ποσό των 36.860,05 ευρώ, στον τρίτο εξ αυτών για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 30.4.201 5 στο ποσό των 59.301,03 ευρώ και στον τέταρτο εξ αυτών για το χρονικό διάστημα από 1.1.2010 έως 30.4.201 5 το ποσό των 24.356,87 ευρώ. Ότι επικουρικότερα η εναγόμενη με την επίκληση του υποτιθέμενου «πλαφόν» όλως παρανόμως περιέκοψε και συνεχίζει να περικόπτει τις αμοιβές και τις αποζημιώσεις τους για την υπεραπασχόλησή τους, παρά το γεγονός ότι συνεχίζει να αξιώνει την παροχή της σχετικής υπεραπασχόλησης από αυτούς [Κυριακές, υπερωρίες, νυχτερινή εργασία, εκτός έδρας, κλπ]. Ότι συνεπώς η εναγόμενη οφείλει σε καθέναν εξ αυτών, τις ως άνω αναφερόμενες μεταβλητές αποδοχές και συγκεκριμένα το ποσό των 1.148,39 ευρώ στον πρώτο εξ αυτών, το ποσό των 1 1.561,77 ευρώ στον δεύτερο εξ αυτών, το ποσό των 24.364,1 1 ευρώ στον τρίτο εξ αυτών και το ποσό των 1.030,93 ευρώ στον τέταρτο εξ αυτών. Με βάση το ιστορικό αυτό, οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, μετά από παραδεκτό κατ’ άρθρο 223 ΚΠολΔ περιορισμό του συνόλου του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό, ζήτησαν 1] Να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλλει σε καθέναν από αυτούς, ως ενεχόμενη έναντι τους από τη μεταξύ τους συμβατική σχέση, άλλως με βάση τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, άλλως με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω μείωσης των αποδοχών τους, το ποσό των 42.1 13,04 ευρώ στον πρώτο εξ αυτών, το ποσό των 36.806,05 ευρώ στον δεύτερο εξ αυτών, το ποσό των 67.652,67 ευρώ στον τρίτο εξ αυτών και το ποσό των 24.356,87 ευρώ στον τέταρτο εξ αυτών, με τον νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα, που κάθε επιμέρους μηνιαία περικοπή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, 2] Άλλως να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη, υποχρεούται να καταβάλλει σε καθέναν εξ αυτών, ως ενεχόμενη έναντι τους ενδοσυμβατικά, άλλως με βάση τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, άλλως με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω περικοπής των αποδοχών τους, από τον Σεπτέμβριο του έτους 2012 στο ύψος αυτών του Γενικού Γραμματέα, χωρίς υπολογισμό σε αυτές του οικογενειακού επιδόματος και του επιδόματος επικίνδυνης εργασίας το ποσό των 30.891,78 ευρώ στον πρώτο εξ αυτών, το ποσό των 36.860,05 ευρώ στον δεύτερο εξ αυτών, το ποσό των 59.301,03 ευρώ στον τρίτο εξ αυτών, και το ποσό των 24.356,87 ευρώ στον τέταρτο εξ αυτών, με τον νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα που κάθε επιμέρους μηνιαία περικοπή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, άλλως και επικουρικώς 3] Να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη υποχρεούται να καταβάλλει σε καθένα από αυτούς, ως ενεχόμενη έναντι τους ενδοσυμβατικά , άλλως με βάση τις αδικοπραξίες, άλλως με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω περικοπής των αμοιβών και αποζημιώσεων για υπεραπασχόλησή τους το ποσό των 1.148,39 ευρώ στον πρώτο εξ αυτών, το ποσό των 1 1.561,77 ευρώ στον δεύτερο εξ αυτών, το ποσό των 24.364,1 1 ευρώ στον τρίτο εξ αυτών και στο ποσό των 1.030,93 ευρώ στον τέταρτο εξ αυτών, με τον με τον νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα, που κάθε επιμέρους μηνιαία περικοπή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, αφού έκρινε ορισμένη την αγωγή, απέρριψε αυτήν, ως προς το κύριο αίτημα και το πρώτο επικουρικό αίτημα αυτής, σύμφωνα με το οποίο δεν έπρεπε να εφαρμοστούν κατά τον υπολογισμό των αποδοχών [αμοιβή για παροχή εργασίας και αποζημίωση για υπεραπασχόληση] των εναγόντων οι διατάξεις για τις περικοπές στους μισθούς των εργαζομένων του δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, ως μη νόμιμη. Περαιτέρω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε την επικουρική βάση της αγωγής, που στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 914 επ. του ΑΚ, ως μη νόμιμη, ενώ έκρινε τη δεύτερη κατά σειρά σώρευσης επικουρική βάς της αγωγής, που στηρίζεται στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως αόριστη, σε κάθε δε περίπτωση ως μη νόμιμη. Τέλος, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων κατ’ άρθρο 179 ΚΠολΔ. Την απόφαση αυτή προσβάλλουν οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, αντίστοιχα, με την ένδικη από 30.7.2019 έφεσή τους, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, για τους αναφερόμενους σε αυτήν, λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή τους.

Η αρχή της ισότητας, την οποία καθιερώνει το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος, αποτελεί νομικό κανόνα, που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση προσώπων, που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες. Ο κανόνας αυτός δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας και, ειδικότερα, τόσο τον κοινό νομοθέτη, κατά την ενάσκηση της νομοθετικής λειτουργίας, όσο και τη Διοίκηση, όταν θεσπίζει κατά νομοθετική εξουσιοδότηση κανονιστική ρύθμιση. Ο δικαστικός έλεγχος τήρησης της αρχής της ισότητας, που είναι έλεγχος ορίων και όχι των καταρχήν επιλογών του νομοθέτη ή της ουσιαστικής ορθότητας των τιθέμενων νομικών κανόνων, περιορίζεται, ειδικότερα, στην έκδηλη υπέρβαση των ορίων, που διαγράφονται από την εν λόγω συνταγματική αρχή. Κατά τον έλεγχο αυτόν αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη ή στην κατ' εξουσιοδότηση θεσμοθετούσα Διοίκηση η ευχέρεια να ρυθμίσει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με καθεμιά από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρύθμισης. Πρέπει, όμως, η επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται μέσα στα όρια, που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν, τόσο την εκδήλως άνιση μεταχείριση, είτε με τη μορφή της εισαγωγής καθαρά χαριστικού μέτρου ή προνομίου μη συνδεόμενου προς αξιολογικά κριτήρια είτε με τη μορφή της επιβολής αδικαιολόγητης επιβάρυνσης, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες, με βάση όλως τυπικά η συμπωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια [ ΟλΣτΕ 3405/2014, σκέψη 24, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΟλΣτΕ 3404/2014, σκέψη 23, Δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]. Επίσης, το Σύνταγμα στο άρθρο 4 § 5 ορίζει ότι: «Οι Έλληνες πολίτες συνεισφέρουν χωρίς διακρίσεις στα δημόσια βάρη, ανάλογα με τις δυνάμεις τους», στο άρθρο 25 §1 και 4 ότι : «1. Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δίκαιου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. ... Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από τον νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας. .. 4. Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης», στο άρθρο 79 παρ. 1 ότι: «Η Βουλή κατά την τακτική ετήσια σύνοδο της ψηφίζει τον προϋπολογισμό των εσόδων και εξόδων του Κράτους για το επόμενο έτος ...» και στο άρθρο 106 παρ. 1 ότι: «Για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης και την προστασία του γενικού συμφέροντος το Κράτος προγραμματίζει, και συντονίζει την οικονομική δραστηριότητα στη Χώρα, επιδιώκοντας να εξασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη όλων των τομέων της εθνικής οικονομίας ...» Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι σε περιπτώσεις παρατεταμένης οικονομικής κρίσης ο κοινός νομοθέτης δύναται να θεσπίσει μέτρα περιστολής των δημοσίων δαπανών, που συνεπάγονται σοβαρή οικονομική επιβάρυνση μεγάλων κατηγοριών του πληθυσμού και, ιδίως, όσων λαμβάνουν μισθό ή σύνταξη από το δημόσιο ταμείο, λόγω της άμεσης εφαρμογής και αποτελεσματικότητας των επιβαλλόμενων σε βάρος τους μέτρων, για τον περιορισμό του δημοσίου ελλείμματος. Η δυνατότητα, όμως, αυτή, δεν μπορεί να είναι απεριόριστη, αλλά έχει ως όριο, τις αρχές της αναλογικότητας, της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών και του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, οι οποίες επιτάσσουν, όπως το βάρος της δημοσιονομικής προσαρμογής, κατανέμεται μεταξύ όλων των κατηγοριών απασχολουμένων, τόσο στον δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, ως επίσης και των ασκούντων ελεύθερο επάγγελμα, δεδομένου μάλιστα ότι η βιωσιμότητα των δημοσίων οικονομικών είναι προς όφελος όλων. Τούτο διότι, ενόψει και της στηριζόμενης στο άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος, αξίωσης του Κράτους να εκπληρώνουν όλοι οι πολίτες το χρέος της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, δεν είναι επιτρεπτό η επιβάρυνση από τα μέτρα, που λαμβάνονται προς αντιμετώπιση της δυσμενούς και παρατεταμένης οικονομικής συγκυρίας, να κατανέμεται πάντοτε σε συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, ώστε, η σωρευτική επιβάρυνση αυτών να είναι ιδιαίτερα μεγάλη και να είναι πλέον εμφανής η υπέρβαση των ορίων της αναλογικότητας και της ισότητας στην κατανομή των δημοσίων βαρών, αντί της προώθησης διαρθρωτικών μέτρων και της είσπραξης των φορολογικών εσόδων, από τη μη εφαρμογή των οποίων ευνοούνται κυρίως άλλες κατηγορίες πολιτών. Επιπλέον, όριο στην εξουσία του νομοθέτη να περιστέλλει δαπάνες και συναφώς να μειώνει αποδοχές δημοσίων λειτουργών πηγάζει και από τυχόν ειδικές διατάξεις του Συντάγματος, σχετικές με τις θιγόμενες ομάδες του πληθυσμού [ΟλΣτΕ 43Ε/2018, σκέψη 7, Δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ και εκεί παραπομπές σε προηγούμενες αποφάσεις της Ολομέλειας του ίδιου Δικαστηρίου]. Εξάλλου, στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθερίων [Ε.Σ.Δ.Α.], το οποίο κυρώθηκε, μαζί με τη Σύμβαση, με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, ορίζεται ότι «Παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθή της ιδιοκτησίας αυτού ειμή δια λόγους δημοσίας ωφέλειας και υπό τους προβλεπομένους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δίκαιου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουσι το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέση εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίον προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιον συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων». Με τις διατάξεις αυτές κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημοσίας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας, η οποία στα πλαίσια της ως άνω διεθνούς σύμβασης, έχει αυτόνομο περιεχόμενο, ανεξάρτητο από την τυπική κατάταξη των επιμέρους περιουσιακών δικαιωμάτων στο εσωτερικό δίκαιο, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα, «περιουσιακής φύσεως», καθώς και τα κεκτημένα «οικονομικά συμφέροντα». Καλύπτονται, κατ' αυτόν τον τρόπο, και τα ενοχικής φύσεως περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα, απαιτήσεις, που απορρέουν από έννομες σχέσεις του δημοσίου ή του ιδιωτικού δίκαιου, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεγενημένες, κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς, εφόσον δηλαδή υφίσταται σχετικώς μια επαρκής νομική βάση στο εσωτερικό δίκαιο του συμβαλλόμενου κράτους, προϋπόθεση που συντρέχει, ιδίως, όταν η απαίτηση θεμελιώνεται σε νομοθετική ή κανονιστική διάταξη ή σε παγιωμένη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων του συμβαλλόμενου κράτους. Ενόψει των ανωτέρω, περιουσία, κατά την έννοια του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου, αποτελεί και η αξίωση για καταβολή προβλεπόμενων από τη νομοθεσία του συμβαλλόμενου κράτους αποδοχών, εφόσον συντρέχουν οι οικείες για την καταβολή τους προϋποθέσεις. Πάντως, με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου δεν κατοχυρώνεται δικαίωμα σε μισθό ορισμένου ύψους, με συνέπεια να μην αποκλείεται, κατ’ αρχήν, διαφοροποίηση του ύψους του μισθού, ανάλογα με τις επικρατούσες εκάστοτε συνθήκες. Εξάλλου, για να είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου επέμβαση σε περιουσιακής φύσης αγαθό, υπό την ανωτέρω έννοια, πρέπει να προβλέπεται από νομοθετικές ή άλλου είδους κανονιστικές διατάξεις, καθώς και να δικαιολογείται από λόγους γενικού συμφέροντος, στους οποίους περιλαμβάνονται, κατ' αρχήν, και λόγοι συναπτόμενοι προς την αντιμετώπιση ενός ιδιαιτέρως σοβαρού, κατά δημοσιονομικού νομοθέτη, ως συμφέροντος, την εκτίμηση του προβλήματος. Η εκτίμηση δε του νομοθέτη, ως προς την ύπαρξη λόγου δημοσίου συμφέροντος, που επιβάλλει τον περιορισμό περιουσιακού δικαιώματος και ως προς την επιλογή της ακολουθητέας πολιτικής για την εξυπηρέτηση του δημοσίου αυτού συμφέροντος, υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο. Περαιτέρω, η επέμβαση στην περιουσία πρέπει να είναι πρόσφορη και αναγκαία για την επίτευξη του επιδιωκόμενου από τον νομοθέτη σκοπού γενικού συμφέροντος και να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση προς αυτόν [ΟλΣτΕ 3372/201 5, σκέψη 16, Δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ], Στις 15.3.2010 δημοσιεύθηκε ο Νόμος 3833/2010 «Προστασία της εθνικής οικονομίας Επείγοντα μέτρα για την αντιμετώπιση της δημοσιονομικής κρίσης», στην αιτιολογική έκθεση του οποίου αναφέρεται ότι με αυτόν επιδιώκεται η «αντιμετώπιση των πρωτόγνωρων δυσμενών οικονομικών συνθηκών και της μεγαλύτερης δημοσιονομικής κρίσης των τελευταίων δεκαετιών, η οποία έχει κλονίσει την αξιοπιστία της Χώρας, έχει προκαλέσει μεγάλες δυσκολίες στην προσπάθεια κάλυψης των δανειακών αναγκών της και απειλούν σοβαρά την Εθνική Οικονομία». Περαιτέρω, στην εισηγητική αυτού έκθεση αναφέρονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής: «Η δεινή θέση των δημοσίων οικονομικών, Λόγω του δημοσίου ελλείμματος και του δημοσίου χρέους, που έφθασαν στα υψηλότερα επίπεδα στην ιστορία των δημοσίων οικονομικών της χώρας, σε συνδυασμό με τη χρηματοπιστωτική κρίση, που περιόρισε τη ρευστότητα στις διεθνείς αγορές, αλλά και το έλλειμμα αξιοπιστίας, που εκθέτει τη Χώρα μας σε κερδοσκοπικές επιθέσεις, καθιστούν αναγκαία τη λήψη άμεσων δημοσιονομικών μέτρων για την εξοικονόμηση πόρων, με μείωση των δημοσίων δαπανών και αύξηση των φορολογικών εσόδων. Τα προτεινόμενα επείγοντα μέτρα είναι ανάλογα της άμεσης και επιτακτικής ανάγκης να προστατευτεί το εθνικό συμφέρον και πρόσφορα, προκειμένου το κράτος να ανταποκριθεί στην ανάγκη μείωσης του υπερβολικού ελλείμματος, όπως ορίζει η Συνθήκη της ΛΕΕ, σύμφωνα και με τις συστάσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου...». Ειδικότερα, προς επίτευξη των εξαγγελλόμενων στην εισηγητική έκθεση σκοπών, με το άρθρο 1 του Νόμου 3838/2010 ορίσθηκαν τα εξής : «1. ... 5 [όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με τις παρ. 5 του άρθρου 90 του Νόμου 3842/2010], «Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα των εργαζομένων χωρίς εξαίρεση, σε Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δίκαιου [Ν.Π.Ι.Δ.], που ανήκουν στο Κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ. ή σε Ο.Τ.Α, ή επιχορηγούνται τακτικά, από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις, κατά την έννοια των παραγράφων 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του Νόμου 3429/2005 [ΦΕΚ 314 Α’], μειώνονται κατά ποσοστό επτά τοις εκατό [7%]. Τα επιδόματα των Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας μειώνονται κατά τριάντα τοις εκατό [30%], αντίστοιχα. Από τη μείωση του πρώτου εδάφιου της παραγράφου αυτής εξαιρούνται τα «επιδόματα που συνδέονται με την οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό η επικίνδυνο της εργασίας τους και το μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους. Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής, καθώς και της παραγράφου 4 κατισχύουν κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης ή ρήτρας ή ορού συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητικής απόφασης ή ατομικής σύμβασης εργασίας ή συμφωνίας». ...Με το άρθρο 2 του ως άνω Νόμου ορίστηκε ότι : «1. Οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές ή σύνταξη που καταβάλλονται στους λειτουργούς ή υπάλληλους ή μισθωτούς με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δίκαιου του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και του Λιμενικού Σώματος απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις αποδοχές Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως αυτές κάθε φορά καθορίζονται, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή, τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και τα επιδόματα των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 12 του Νόμου 3205/2003 ... 2. [όπως η παράγραφος αυτή τροποποιήθηκε με τις παρ. 5 του άρθρου 90 του Νόμου 3842/2010], Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου έχουν εφαρμογή και για τα αιρετά όργανα Ο.Τ.Α, τους διοικητές, υποδιοικητές, προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των συλλογικών οργάνων διοίκησης των Ν.Π.Δ.Δ., τους προέδρους, αντιπροέδρους και τα μέλη των ανεξαρτήτων διοικητικών αρχών, τους προέδρους, αντιπροέδρους, διευθύνοντες συμβούλους και τα μέλη διοικητικών συμβουλίων καθώς και στο πόσης φύσεως προσωπικό των Ν.Π.Ι.Δ. , που ανήκουν στο κράτος, σε Ν.Π.Δ.Δ, ή σε Ο.Τ.Α., ή επιχορηγούνται τακτικά από τον Κρατικό Προϋπολογισμό σε ποσοστό τουλάχιστον 50% του προϋπολογισμού τους ή είναι δημόσιες επιχειρήσεις κατά την έννοια των παραγραφών 1, 2 και 3 του άρθρου 1 του Νόμου 3429/2005. Εξαιρούνται οι εταιρείες που υπάγονται στο Κεφάλαιο Β’ του Νόμου 3429/2005, εφόσον το Δημόσιο ή τα νομικά πρόσωπα των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου 1 του ίδιου Νόμου, κατέχουν μόνα ή από κοινού ποσοστό του μετοχικού κεφαλαίου μικρότερο του πενήντα τοις εκατό [50%], οι Τράπεζες, καθώς και οι εταιρείες, στις οποίες το Δημόσιο, αν και πλειοψηφών μέτοχος, δεν ασκεί τη διοίκηση και διαχείριση τους». Ακολούθως, στις 6.5.2010 δημοσιεύθηκε ο Νόμος 3845/2010 «Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξής της ελληνικής οικονομίας από τα κράτη - μέλη της Ζώνης του ευρώ και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο», στο άρθρο 3 του οποίου ορίζεται: «1 ... 4. Οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα, αποζημιώσεις και αμοιβές γενικά, καθώς και τα με οποιαδήποτε άλλη ονομασία οριζόμενα και από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, ή διαιτητική απόφαση, ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία προβλεπόμενα, των εργαζόμενων χωρίς εξαίρεση στους φορείς του πρώτου εδάφιου της παραγράφου 5 του άρθρου 1 του Νόμου 3833/2010, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, μειώνονται κατά ποσοστά τρία τοις εκατό [3%]. Από τη μείωση του προηγουμένου εδάφιου εξαιρούνται τα επιδόματα, που συνδέονται με την / οικογενειακή κατάσταση ή την υπηρεσιακή εξέλιξη, καθώς και τα συνδεόμενα με το ανθυγιεινό ή επικίνδυνο της εργασίας τους και τον μεταπτυχιακό τίτλο σπουδών τους. 5 ... 6 Τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων, Πάσχα και άδειας που προβλέπονται από οποιαδήποτε γενική ή ειδική διάταξη ή ρήτρα ή όρο συλλογικής σύμβασης εργασίας, διαιτητική απόφαση ή με ατομική σύμβαση εργασίας ή συμφωνία, για λειτουργούς, υπάλληλους και μισθωτούς, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των παραγραφών 1 έως και 4, καθώς και για τα πρόσωπα που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 5, καθορίζονται ως εξής α] Το επίδομα εορτών Χριστουγέννων σε πεντακόσια [500,00] ευρώ, β] Το επίδομα εορτών Πάσχα σε διακόσια πενήντα [250,00] ευρώ και γ] Το επίδομα αδείας, σε διακόσια πενήντα [250,00] ευρώ. Τα επιδόματα του προηγουμένου εδαφίου καταβάλλονται εφόσον οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές, συμπεριλαμβανομένων και των επιδομάτων του προηγουμένου εδαφίου, δεν υπερβαίνουν κατά μήνα, υπολογιζόμενες σε δωδεκάμηνη βάση, τα τρεις χιλιάδες [3.000,00] ευρώ. Αν με την καταβολή των επιδομάτων του πρώτου εδαφίου της παραγράφου αυτής, οι πάσης φύσεως τακτικές αποδοχές, επιδόματα και αμοιβές υπερβαίνουν το ύψος αυτό, τα επιδόματα, του πρώτου εδάφιου της παραγράφου αυτής, καταβάλλονται μέχρι του ορίου των τριών χιλιάδων [3.000,00] ευρώ, με ανάλογη μείωσή τους». Οι παραπάνω διατάξεις των Νόμων 3833/2010 και 3845/2010, δεν αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 4, 22, 23, 25 και 106 του Συντάγματος, ούτε στις διατάξεις της ΕΣΔΑ, όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εκκαλούντες, καθώς οι περικοπές στις αποδοχές και στα επιδόματα των εργαζόμενων στο δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, αποτελούν τμήμα ενός ευρύτερου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο, συνολικώς εφαρμοσμένο, αποσκοπεί τόσο στην αντιμετώπιση, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, της άμεσης ανάγκης κάλυψης των οικονομικών αναγκών της Χώρας, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής και οικονομικής της κατάστασης, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συναστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος. Οι περικοπές αυτές δεν παρίστανται κατ’ αρχήν απρόσφορες για την επίτευξη των επιδιωκόμενων σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθούν ότι δεν ήταν αναγκαίες, ενόψει της κρίσιμης δημοσιονομικής κατάστασης της Χώρας. Επίσης, με τις επίμαχες διατάξεις δεν προσβάλλεται, ούτε η αρχή της αναλογικότητας, ούτε η αρχή της ισότητας στα δημόσια βάρη, αφού η αντιμετώπιση της δυσμενούς οικονομικής κατάστασης της Χώρας και η δημοσιονομική εξυγίανση αυτής δεν στηρίζεται μόνο στη μείωση των δαπανών μισθοδοσίας των εργαζόμενων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Αντίθετα, με τις διατάξεις των Νόμων 3833/2010 και 3840/2010 λήφθηκε πλήθος μέτρων [οικονομικών, δημοσιονομικών, διαρθρωτικών], η συνολική και συντονισμένη εφαρμογή των οποίων εκτιμάται από τον νομοθέτη ότι θα συμβάλει στην έξοδο της Χώρας από την οικονομική κρίση [ΣτΕ 668/2012, σκέψεις αρ 35, 37, Δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ]. Περαιτέρω, η επικαλούμενη αντίθεση της κρίσιμης διάταξης, με τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ. 2 και 23 του Συντάγματος, είναι νομικά αβάσιμη, διότι, πέραν των όσων έχουν ήδη εκτεθεί, με τις αμφισβητούμενες από τους εκκαλούντες, διατάξεις, δεν έγινε κάποια αδικαιολόγητη προσβολή της ελευθερίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων, αφού το μισθολογικό του καθεστώς διέπεται από τις διατάξεις του Κανονισμού Καταστάσεως Προσωπικού ΔΕΗ, που κυρώθηκε με το ν.δ. 210/1974 και επέχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, δεν θεμελιώθηκε αναγκαστική εργασία, ούτε και προσβλήθηκε η συνδικαλιστική τους ελευθερία. Αναφορικά, με την επικαλούμενη αντίθεση των κρίσιμων διατάξεων, με το άρθρο 7 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Μορφωτικά Δικαιώματα, που κυρώθηκε με τον Νόμο 1 532/1985 και ορίζει ότι αναγνωρίζεται το δικαίωμα κάθε προσώπου να απολαμβάνει δίκαιους και ευνοϊκούς ορούς εργασίας οι οποίοι του εξασφαλίζουν αμοιβή, που παρέχει σε όλους τους εργαζομένους, σαν ελάχιστο όριο, μισθό δίκαιο και αμοιβή ίση με την αξία της εργασίας χωρίς καμία διάκριση, με το άρθρο 8 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας 151/1978, που κυρώθηκε με το ν.δ. 2405/1996 και επιτάσσει τον διακανονισμό των όρων απασχόλησης στη δημόσια διοίκηση με διαπραγματεύσεις ή διαδικασία που περιβάλλεται από εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, με το άρθρο 5 της Διεθνούς Σύμβασης Εργασίας 154/1981, που επίσης κυρώθηκε με τον ... και επιτάσσει να λαμβάνονται μέτρα συμβατά με τις εθνικές συνθήκες για την προώθηση της συλλογικής διαπραγμάτευσης και με τα άρθρα 6 και 12 του Ευρωπαϊκού Κοινοτικού Χάρτη του Συμβουλίου της Ευρώπης, που κυρώθηκε με τον Νόμο 1426/1984 και επιτάσσουν επίσης να λαμβάνονται μέτρα για την εξασφάλιση της αποτελεσματικής άσκησης του δικαιώματος της συλλογικής διαπραγμάτευσης και της κοινωνικής ασφάλισης αντίστοιχα, οι αιτιάσεις τους είναι νομικά αβάσιμες, καθώς με τις κρίσιμες διατάξεις, δεν προσβλήθηκε το δικαίωμα των εναγόντων να λαμβάνουν δίκαιο μισθό και αμοιβή ίση με την αξία της εργασίας τους χωρίς καμία διάκριση, στα πλαίσια όμως των γενικότερων οικονομικών δυνατοτήτων της ελληνικής οικονομίας και των αναγκών της Χώρας, η ψήφιση και εφαρμογή των διατάξεων αυτών έγινε στο Κοινοβούλιο, με διαδικασία που περιβάλλεται από εγγυήσεις ανεξαρτησίας και αμεροληψίας, ούτε και έγινε κάποια αδικαιολόγητη προσβολή της ελευθερίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων. Επομένως, η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που οι εκκαλούντες ζήτησαν να τους επιδικαστούν τα αιτούμενα χρηματικά ποσά λόγω αντισυνταγματικότητας των διατάξεων των Νόμων 3833 /2010 και 3845/2010, με βάση τις οποίες περικόπηκαν οι αποδοχές τους, κρίνεται απορριπτέα ως μη νόμιμη. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχτηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή, κατά το ανωτέρω κεφάλαιό της, ως μη νόμιμη, ορθά εφάρμοσε τον νόμο, έστω και με εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, οι οποίες επιτρεπτά συμπληρώνονται από τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης [άρθρο 534 ΚΠολΔ] και ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Περαιτέρω, με το Π.Δ. 333/20.2.2000, που εκδόθηκε, με βάση τη νομοθετική εξουσιοδότηση, την οποία παρείχε το άρθρο 43 παρ. 1 του Νόμου 2733/1999, η ΔΕΗ κατέστη ανώνυμη εταιρία, το καταστατικό της οποίας θεσπίζεται επίσης με το ίδιο Π.Δ. Σύμφωνα, δε με το άρθρο 43 παρ. 3 του Νόμου 2733/1999, όπως αυτό ίσχυε μέχρι την κατάργησή του, με το άρθρο 1 παρ. 4α της από Σεπτεμβρίου 2012 ΠΝΠ, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Νόμου 4092/2012 [ΦΕΚ Α’ 220/8.1 1. 2012], η συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο εκάστοτε μετοχικό κεφάλαιο της Δ.Ε.Η., δεν μπορεί να είναι κατώτερη από το 51% των μετά ψήφου μετοχών της εταιρείας, μετά την κάθε αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Επίσης, η Δ.Ε.Η. έχει χαρακτήρα δημόσιας επιχείρησης, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του Νόμου 3429/2005 , καθώς το ελληνικό δημόσιο ασκεί άμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό της κεφάλαιο σε ποσοστό 51% και του γεγονότος ότι εκλέγει τα έξι [6] από τα έντεκα [11] μέλη του διοικητικού συμβουλίου, μεταξύ των οποίων και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο [άρθρα 10 παρ. 1 και 21 παρ. 1β του Καταστατικού]. Εξάλλου, η «ΔΕΗ Α.Ε.» υπάγεται στις ρυθμίσεις του Κεφαλαίου Β’ του Νόμου 3429/2005, καθώς, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, οι μετοχές, που αντιστοιχούν στο 49% του μετοχικού της κεφαλαίου, είχαν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. Περαιτέρω, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, το Ελληνικό Δημόσιο, κατά τον κρίσιμο χρόνο, δηλαδή κατά τον χρόνο εφαρμογής των διατάξεων των Νόμων 3833/2010 και 3845/2010, ασκούσε τη διοίκηση και τη διαχείριση της «ΔΕΗ Α.Ε. »»-Ειδικότερα, το Ελληνικό Δημόσιο, κατ’ εφαρμογή και των διατάξεων του Νόμου 2190/1920 «περί ανωνύμων εταιριών», που εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, συμμετέχει κανονικά ως πλειοψηφών μέτοχος στη Γενική Συνέλευση της «ΔΕΗ Α.Ε.» και εκλέγει την πλειοψηφία των μελών του διοικητικού της συμβουλίου, ως και τον Διευθύνοντα Σύμβουλο. Με τον τρόπο αυτόν και λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Νόμου 2190/1920, το διοικητικό συμβούλιο της ανώνυμης εταιρίας είναι αρμόδιο να αποφασίζει κάθε πράξη, που αφορά στη διοίκηση της εταιρίας, τη διαχείριση της περιουσίας της και στην εν γένει επιδίωξη των σκοπών της, το Ελληνικό Δημόσιο επιλέγει την πλειοψηφία των προσώπων που επιθυμεί να διοικήσουν την εταιρία, έτσι ώστε να εξυπηρετήσουν καλύτερα την ενεργειακή πολιτική που επιλέγεται κάθε φορά να εφαρμοστεί στη Χώρα. Ακολούθως, με το άρθρο 97 του Νόμου 4001/2011, που τέθηκε σε ισχύ στις 28.8.2011 [ΦΕΚ A 1 79/22.8.2011], συστήθηκε η εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία «Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας [ΑΔΜΗΕ] ΑΕ», που είναι θυγατρική εταιρία της «ΔΕΗ Α.Ε.», η οποία οργανώθηκε και λειτουργεί ως Ανεξάρτητος Διαχειριστής Μεταφοράς, κατά τις διατάξεις της Οδηγίας 2009/72/ΕΚ και ιδίως του Κεφαλαίου V αυτής, στην οποία ανατέθηκε η διαχείριση του Ελληνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας [ΕΣΜΗΕ]. Με το άρθρο 98 του ίδιου νόμου, ορίστηκε ότι η «ΔΕΗ ΑΕ» υποχρεούται να προβεί στον νομικό και λειτουργικό διαχωρισμό της δραστηριότητας της διαχείρισης του Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας από τις λοιπές δραστηριότητες της κάθετα ολοκληρωμένης επιχείρησης της, με την εισφορά του κλάδου της Γενικής Διεύθυνσης Μεταφοράς στη θυγατρική της εταιρεία «ΑΔΜΗΕ Α.Ε » [παρ.1]. Η ως άνω εισφορά πραγματοποιείται με απόσχιση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ως άνω Νόμου, των άρθρων 68 έως 79 του Νόμου 2190/1920, καθώς και των άρθρων 1 έως 5 του Νόμου 2166/1993 [Α' 137], του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων της «ΔΕΗ ΑΕ», τα οποία υπάγονται λειτουργικά στις δραστηριότητες της Γενικής Διεύθυνσης Μεταφοράς της «ΔΕΗ ΑΕ», και ιδίως των παγίων, που αποτελούν το Σύστημα Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας, όπως αυτά καταγράφονται στη λογιστική κατάσταση απόσχισης [παρ. 2]. Σύμφωνα δε, με την παρ. 3 εδ. στ' του άρθρου 98, η «ΑΔΜΗΕ ΑΕ» υποκαθίσταται, ανεξαρτήτως του χρόνου γενέσεως τους, σε όλα εν γένει τα δικαιώματα, τις υποχρεώσεις και τις έννομες σχέσεις της «ΔΕΗ Α.Ε.», που αφορούν τον εισφερόμενο κλάδο, περιλαμβανόμενων και αυτών, που αφορούν τόσο το μεταφερόμενο, κατά τα άρθρα 102, 103 και 104 προσωπικό, ενώ, σύμφωνα με το εδ. ζ’ της ίδιας παραγράφου, οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται αυτοδικαίως από την «ΑΔΜΗΕ ΑΕ», χωρίς να διακόπτονται βιαίως και να απαιτείται, για τη συνέχιση ή την επανάληψή τους, οποιαδήποτε διατύπωση η δήλωση εκ μέρους του. Στις 30 Νοεμβρίου του 2012 η «ΔΕΗ Α.Ε.» εξαγόρασε το ποσοστό 5,4% της εναγόμενης εταιρίας που μέχρι τότε ανήκε στην εταιρία «Λειτουργός Αγοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας Α.Ε. (ΛΑΓΗΕ Α.Ε )», που επίσης συστήθηκε με τις διατάξεις του Νόμου 4001/2011 και έκτοτε, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, κατέχει το 100% του μετοχικού κεφαλαίου αυτής [εναγόμενης]. Επομένως, η εναγόμενη εταιρία έχει χαρακτήρα δημόσιας επιχείρησης, κατά την έννοια των άρθρων 1 παρ. 1, 2 εδ. α' και 3 του Νόμου 3429/2005, καθώς το Ελληνικό Δημόσιο ασκεί άμεσα αποφασιστική επιρροή, λόγω της συμμετοχής του στο μετοχικό κεφάλαιο σε ποσοστό 51% της δημόσιας επιχείρησης «Δ.Ε.Η. Α.Ε », η οποία με τη σειρά της, ως μητρική εταιρία της εναγόμενης είναι συνδεδεμένη με αυτή, κατά την έννοια του άρθρου 42 ε παρ. 5 του Νόμου 2190/1920, αλλά και κύρια μέτοχος που εκπροσωπεί την απόλυτη πλειοψηφία του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της εναγόμενης. Εξάλλου, η εναγόμενη εταιρία υπάγεται στις ρυθμίσεις του Κεφαλαίου Β του Νόμου 3429/2005, καθώς, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 5 εδ. α’ του ως άνω Νόμου, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, οι μετοχές, που αντιστοιχούν στο 49% του μετοχικού κεφαλαίου της μητρικής εταιρίας «ΔΕΗ Α.Ε.», είχαν εισαχθεί προς διαπραγμάτευση στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών. Περαιτέρω, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, το Ελληνικό Δημόσιο, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ασκούσε τη διοίκηση και τη διαχείριση της εναγόμενης εταιρίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 105 του Νομού 4001/2011, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου εναγόμενης εταιρίας, που, όπως προεκτέθηκε, κατ’ άρθρο 22 του Νόμου 2190/1920, είναι αρμόδιο να αποφασίζει κάθε πράξη, που αφορά στην διοίκηση αυτής, τη διαχείριση της περιουσίας της και στην εν γένει επιδίωξη των σκοπών της διορίζονται από το Εποπτικό Συμβούλιο της εναγόμενης, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 106 παρ. 2 του Νόμου 400/2011, αποτελείται από επτά [7] μέλη, τα οποία διορίζονται από τη Γενική Συνέλευση των μέτοχων της, ως εξής : (α) τέσσερα (4) μέλη προτείνονται από τους μέτοχους της ΑΔΜΗΕ ΑΕ, (β) δύο (2) μέλη προτείνονται από το Ελληνικό Δημόσιο, (γ) ένα (1) μέλος εκ του μονίμου προσωπικού της ΑΔΜΗΕ ΑΕ. Επομένως, με βάση τα παραπάνω, το Ελληνικό Δημόσιο, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ασκούσε τη διοίκηση και τη διαχείριση της εναγόμενης εταιρίας, αφού το διοικητικό της συμβούλιο, που, όπως προεκτάθηκε, κατ' άρθρο 22 του Νόμου 2190/1920, είναι αρμόδιο να αποφασίζει κάθε πράξη, που αφορά στην διοίκηση της εταιρίας, τη διαχείριση της περιουσίας της και στην εν γένει επιδίωξη των σκοπών της, διορίζεται από το Εποπτικό Συμβούλιο, τα έξι [6] εκ των επτά [7] μελών του οποίου διορίζονται κατόπιν πρότασης του Ελληνικού Δημοσίου καθώς, σύμφωνα με το άρθρο 106, τα δύο [2] προτείνονται ευθέως και τα τέσσερα [4] από τους μετόχους της εταιρίας, δηλαδή την εταιρία «Δ.Ε.Η. Α.Ε.», της οποίας όμως το Ελληνικό Δημόσιο ασκεί τη διοίκηση και διαχείριση, όπως ήδη προεκτάθηκε. Με τον τρόπο αυτό, το Ελληνικό Δημόσιο επιλέγει την πλειοψηφία των προσώπων, που επιθυμεί να διοικήσουν την εναγόμενη εταιρία, έτσι ώστε να εξυπηρετήσουν καλύτερα την ενεργειακή πολιτική, που επιλέγεται κάθε φορά να εφαρμοστεί στη Χώρα. Συνεπώς, σύμφωνα με τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα, τόσο στην εταιρία «ΔΕΗ Α.Ε.» στην οποία οι εκκαλούντες, εργάζονταν μέχρι το 2011, όσο και στην νυν εναγόμενη εταιρία, με την επωνυμία «ΑΔΜΗΕ Α.Ε.», που υπεισήλθε από τις 22.8.2011 στη θέση της «ΔΕΗ Α.Ε.», ως εργοδότης των εκκαλούντων, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των Νόμων 3833/2010 και 3845/2010, με τις οποίες επιβλήθηκαν περικοπές στις αποδοχές των εργαζόμενων σε αυτές, καθώς και οι δύο εταιρίες, που συνδέονται μεταξύ τους με σχέση μητρικής και θυγατρικής, υπάγονται μεν στο Κεφαλαίο Β' του Νόμου 3429/2005, πλην, όμως, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα το Ελληνικό Δημόσιο ασκούσε τη διοίκηση και διαχείρισή τους. Επομένως, η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος που οι εκκαλούντες, ζήτησαν να τους επιδικαστούν τα αιτούμενα χρηματικά ποσά [αμοιβή για παροχή εργασίας και αποζημίωση για υπεραπασχόληση], λόγω του ότι κακώς εφαρμόστηκαν οι διατάξεις των Νόμων 3833/2010 και 3845/2010, με βάση τις οποίες περικόπηκαν οι αποδοχές τους, τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη. Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, που δέχθηκε τα ίδια και απέρριψε την αγωγή κατά το ανωτέρω κεφάλαιό της ως μη νόμιμη, ορθώς τον νόμο εφάρμοσε έστω και με εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες οι οποίες επιτρεπτά συμπληρώνονται από τις αιτιολογίες της παρούσας [άρθρο 534 ΚΠολΔ], και ο σχετικός πρώτος λόγος έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 2 του Νόμου 3833/2010, με την οποία ορίστηκε ότι οι πάσης φύσεως αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές ή απολαβές, ή σύνταξη που καταβάλλονται στους λειτουργούς ή υπαλλήλους ή μισθωτούς με σχέση εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, των Ενόπλων Δυνάμεων, της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος απαγορεύεται να υπερβαίνουν τις αποδοχές του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, όπως αυτές κάθε φορά καθορίζονται χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή, τα επιδόματα εορτών και αδείας, καθώς και τα επιδόματα των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 12 του Νόμου 3205/2003, σαφώς προκύπτει ότι το όριο αποδοχών για τις κατηγορίες των υπαλλήλων, στις οποίες εφαρμόζεται η διάταξη, είναι εκείνο που αντιστοιχεί στις αποδοχές του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα παραπάνω αναγραφόμενα επιδόματα. Τούτο δε, προκύπτει και από την αιτιολογική έκθεση του Νόμου 3833/2010, στην οποία όσον αφορά στο άρθρο 2 αναγράφεται επακριβώς «Ειδικότερα, αντί του μέχρι σήμερα ισχύοντος ορίου των αποδοχών του Προέδρου του Αρείου Πάγου που ανέρχεται σε 8.669 ευρώ καθορίζεται νέο που αντιστοιχεί στις αποδοχές του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικογενειακή παροχή, η αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας καθώς και τα επιδόματα των παραγράφων 7, 8 και 9 του άρθρου 12 του Νόμου 3205/2003. Επομένως, η ένδικη αγωγή, κατά την επικουρική της βάση, με την οποία οι εκκαλούντες, ζήτησαν να τους επιδικαστούν τα αιτούμενα χρηματικά ποσά, ισχυριζόμενοι ότι το ανώτατο όριο των αποδοχών του Γενικού Γραμματέα Υπουργείου, το οποίο δεν μπορούν να υπερβαίνουν οι αποδοχές των ιδίων, δεν έπρεπε να καθοριστεί στο ποσό των 5.894,00 ευρώ, αλλά έπρεπε στο ποσό αυτό να προστεθούν το οικογενειακό επίδομα ως και το επίδομα επικίνδυνης εργασίας που λάμβαναν πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε τα ίδια ορθώς εφάρμοσε τον νόμο έστω και εν μέρει ελλιπείς αιτιολογίες, οι οποίες επιτρεπτά συμπληρώνονται από τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης, [άρθρο 534 ΚΠολΔ], και ο σχετικός τρίτος λόγος έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Τέλος, οι εκκαλούντες με τον τέταρτο λόγο έφεσης ισχυρίζονται ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένως, απέρριψε την επικουρική βάση της αγωγής τους, ως αόριστη με την αιτιολογία ότι δεν προσδιορίζονται οι υπερωρίες, Κυριακές, κλπ. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθώς το εν λόγω αίτημα απορρίφθηκε, διότι κρίθηκε ότι οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 5 και 2 παρ.1 του Νόμου 3833/2010, 3 παρ. 4, 6 του Νόμου 3845/2010, με τις οποίες επιβλήθηκαν για χάρη του δημοσίου συμφέροντος περικοπές στις αποδοχές τους, επιβλήθηκαν νόμιμα. Κατόπιν όλων των παραπάνω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολο τους, σύμφωνα με τα άρθρα 179 και 183 του ΚΠολΔ, καθώς η ερμηνεία των κανόνων δίκαιου που εφαρμοσθήκαν και οι οποίοι αναφέρονται στη νομική σκέψη της παρούσας, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 14·4.2021 , χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων τους δικηγόρων.

 

Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ