ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 209/2025
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Άννα Χριστοδούλου, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Καλλιόπη Σμπυρούνια, Πρωτοδίκη και Ιωάννη Σιμιτσή, Πρωτοδίκη-Εισηγητή και από τη Γραμματέα Παρασκευή Σιτοκωνσταντίνου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 30η Ιανουαρίου 2024 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ - ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ...... του …., κατοίκου …. Αττικής (οδός … αριθ. …), με ΑΦΜ …, ο οποίος κατέθεσε την από 21.12.2023 προσθήκη του και παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου του, Κωνσταντίνου Γωνιανάκη του Μιχαήλ (AM ΔΣΑ …..), κατοίκου Αθηνών (οδός …. αριθ. …..).
ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ - ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) . ….. χήρας . .... το γένος ........., κατοίκου …. Αττικής (οδός …. αριθ. ….), με ΑΦΜ …. και 2) ... .....του ….., κατοίκου ... Αττικής (οδός …. αριθ, ….), με ΑΦΜ ….., οι οποίες κατέθεσαν τις από 30.1.2024 συμπληρωματικές προτάσεις τους και την από 2.2.2024 προσθήκη τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου δια του πληρεξούσιου Δικηγόρου τους, Δημητρίου Λουράντου του Θεοδώρου (AM ΔΣ Πειραιώς …..), κατοίκου Πειραιώς (οδός ….. αριθ. …..).
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 22.6.2020 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου την 8.7.2020, με γενικό αριθμό κατάθεσης .........../2020 και ειδικό αριθμό κατάθεσης ……/2020 και της οποίας η συζήτηση ορίσθηκε αρχικώς για τη δικάσιμο της 12.10.2021. Κατά την ως άνω δικάσιμο, η αγωγή συζητήθηκε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων και επ’ αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 387/2022 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να διενεργηθεί τεχνική πραγματογνωμοσύνη, για τα αναφερόμενα σε αυτή θέματα, ορίσθηκε, δε, πραγματογνώμονας ο αρχιτέκτονας πολιτικός μηχανικός, ...... του ….. Η αγωγή επαναφέρεται προς συζήτηση, με την από 18.1.2023 κλήση των εναγόντων, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου την 23.1.2023, με γενικό αριθμό κατάθεσης ……/2023 και ειδικό αριθμό κατάθεσης …./2023, προσδιορίσθηκε να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (δηλαδή την 30.1.2024) και εγγράφηκε στο πινάκιο ΓΑ1 με αριθ. …..
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, οι διάδικοι παραστάθηκαν δια των προαναφερόμενων πληρεξούσιων Δικηγόρων τους.
Με την από 18.1.2023 (με γενικό αριθμό κατάθεσης .........../2023 και ειδικό αριθμό κατάθεσης …./2023) κλήση του ενάγοντας, νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από 22.6.2020 (με γενικό αριθμό κατάθεσης .........../2020 και ειδικό αριθμό κατάθεσης …./2020) αγωγή του, μετά α) την έκδοση της υπ’ αριθ. 387/2022 (μη οριστικής) απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης και διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, προκειμένου να διενεργηθεί τεχνική πραγματογνωμοσύνη, για τα αναφερόμενα σε αυτή θέματα, από τον ορισθέντα με την ίδια απόφαση πραγματογνώμονα, αρχιτέκτονα πολιτικό μηχανικό, ........... του ….. και β) τη διενέργεια της διαταχθείσας με την ως άνω απόφαση πραγματογνωμοσύνης και την κατάθεσή της στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθ. …/2022.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 798, 799, 800 και 801 του ΑΚ και 480, 480 Α, 481 και 484 παρ. 1 του ΚΠολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 1113 του ΑΚ, εφαρμόζονται και επί διανομής κοινού ακινήτου, προκύπτει ότι αν δεν συμφωνούν όλοι οι κοινωνοί για τη λύση της κοινωνίας με διανομή, κάθε κοινωνός μπορεί να ζητήσει τη δικαστική διανομή κατά τις διατάξεις του ΚΠολΔ (άρθρα 478 πε.). Ενάγων στην αγωγή αυτή μπορεί να είναι κάθε κοινωνός συγκύριος και αν δεν είναι νομέας ή συννομέας, ενώ σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 478 ΚΠολΔ η αγωγή διανομής πρέπει να στρέφεται κατά όλων των κοινωνών (περίπτωση υποχρεωτικής κοινής νομιμοποίησης), αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη, περαιτέρω δε, αίτημα της αγωγής διανομής κοινού πράγματος αποτελεί η λύση της κοινωνίας που υπάρχει επί αυτού, ο δε τρόπος λύσης της κοινωνίας, δηλαδή, το αν η λύση αυτή θα γίνει με αυτούσια διανομή ή με πώληση με πλειστηριασμό, δεν περιλαμβάνεται αναγκαίως στο αίτημα της αγωγής διανομής, αλλά ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του Δικαστηρίου στο οποίο επίσης εναπόκειται να κρίνει αν θα διαταχθεί ή όχι πραγματογνωμοσύνη σχετικά με τη δυνατότητα αυτούσιας διανομής του κοινού ακινήτου (ΑΠ 555/2017, ΑΠ 303/2013, ΑΠ 913/2011, ΑΠ 1309/2005, ΤριμΕφΑιγ 15/2019). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 799 και 800 του ΑΚ, καθώς και εκείνων των 480 παρ. 1, 3 και 480Α του ΚΠολΔ προκύπτει ότι επί αγωγής διανομής, το δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή, αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς πς μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 481 αρ. 1 του ΚΠολΔ, κατά την οποία το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει απόδειξη, αν κρίνει ότι η αυτούσια διανομή είναι προδήλως δυνατή, αδύνατη ή ασύμφορη, συνάγεται ότι η κρίση περί του αδυνάτου ή ασύμφορου της αυτούσιας διανομής ή αντιθέτως περί του δυνατού αυτής, είναι κρίση περί πραγματικών γεγονότων και γι’ αυτό είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, το δε δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, προς τούτο, εκτός από τις μερίδες των κοινωνών, το είδος, τις διαστάσεις, το σχήμα, το εμβαδόν κλπ του διανεμητέου ακινήτου. Πρόδηλα αδύνατη ή ασύμφορη είναι η αυτούσια διανομή, όταν κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής το διανεμητέο δεν μπορεί να διανεμηθεί σε μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών χωρίς να μειωθεί η αξία του και όταν τα μέρη στα οποία πρόκειται να διανεμηθεί καθίστανται άχρηστα στο κοινωνικό σύνολο ως οικονομικές μονάδες ή η αξία τους, λόγω ακριβώς της αδυναμίας τους να χρησιμεύσουν ως οικονομικές μονάδες, μειώνεται σε τέτοιο βαθμό ώστε το σύνολο των μερίδων να υστερεί της αξίας του διανεμητέου πράγματος ως ενιαίου (ΑΠ 987/2019, ΑΠ 170/2017, ΑΠ 735/2013, ΑΠ 256/2007, ΑΠ 1895/2009, ΤριμΕφΘεσ 480/2021, ΤριμΕφΑιγ 15/2019). Εξάλλου, από το συνδυασμό των ίδιων διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι για να οδηγηθεί το δικαστήριο της ουσίας στην κρίση ότι η απαιτούμενη αυτούσια διανομή συγκεκριμένου κοινού ακινήτου, την οποία διώκει κατά κύριο λόγο και ευνοεί το δίκαιο, είναι εφικτή ή ανέφικτη, πρέπει να διαλάβει στην απόφασή του ότι ερεύνησε όλες τις προϋποθέσεις και τις πιθανές περιπτώσεις αυτούσιας διανομής και ότι από την έρευνα αυτή κατέληξε στην κρίση ότι αυτή είναι ή δεν είναι εφικτή, σύμφωνα με το νόμο και το συμφέρον των κοινωνών, κατά δε το άρθρο 800 ΑΚ, η διανομή γίνεται αυτουσίως, αν το αντικείμενο ή τα αντικείμενα που πρόκειται να διανεμηθούν είναι δυνατόν χωρίς μείωση της αξίας να διαιρεθούν σε ομοειδή μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών (ΑΠ 987/2019, ΑΠ 519/2019, ΑΠ 36/2018, ΑΠ 179/2017, ΤριμΕφΘεσ 480/2021, ΤριμΕφΑιγ 15/2019). Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 480 παρ. 1 και 3, 482 παρ. 2 και 486 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ το Δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του. Αν τα μέρη που σχηματίσθηκαν είναι ίσα, η αυτούσια διανομή τους μεταξύ των κοινωνών γίνεται με κλήρωση, ώστε με αυτήν να λάβει κάθε κοινωνός ανάλογα με τη μερίδα του μέρη, εκτός αν η με την κλήρωση διανομή μπορεί να οδηγήσει σε τεμαχισμό της ιδιοκτησίας κάποιου από τους κοινωνούς ή είναι προδήλως αντίθετη προς το συμφέρον του, οπότε το δικαστήριο μπορεί, ύστερα από σχετική αίτηση, να επιδικάσει σε κάθε κοινωνό ή στις ομάδες των κοινωνών που ζήτησαν να λάβουν κοινή μερίδα ό,τι τους αναλογεί, δηλαδή ανάλογα με τη μερίδα τους μέρη, δίχως κλήρωση. Αν όμως τα μέρη που σχηματίσθηκαν είναι άνισα, η αυτούσια διανομή γίνεται με την επιδίκασή τους στους συγκυρίους ή στις ομάδες εκείνων που ζήτησαν κοινή μερίδα, κατά το λόγο των μερίδων τους. Με τις ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 480 και 486 του ΚΠολΔ, επιτράπηκε, υπό τις διαλαμβανόμενες σε αυτές προϋποθέσεις, η αυτούσια διανομή με απονέμηση, δηλαδή χωρίς κλήρωση, με απευθείας επιδίκαση στους συγκυρίους άνισων, ομοειδών ή μη, μερών, κατά τον λόγο των μερίδων τους. Προϋπόθεση για να λάβει χώρα επιδίκαση (απονέμηση) από το Δικαστήριο και όχι κλήρωση είναι, επί άνισων μερίδων, να μην υφίσταται αναλογία των μερών προς τις μερίδες των κοινωνών, δηλαδή να μην είναι δυνατή η διαίρεση των μερών σε τόσα ίσα κατ’ αξίαν μέρη όσος είναι ο ελάχιστος κοινός παρονομαστής των μερίδων των κοινωνών, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 486 ΚΠολΔ, η οποία εξειδικεύει τον τρόπο εφαρμογής της αυτούσιας διανομής, όταν αυτή κριθεί δυνατή, γι’ αυτό και συνοδεύει λειτουργικά τα άρθρα 480 και 480Α του πιο πάνω Κώδικα (ΟλΑΠ 101/1975, ΑΠ 36/2018, ΑΠ 170/2017, ΑΠ 284/2014, ΑΠ 115/2011, ΑΠ 1735/2011, ΑΠ 154/2011, ΑΠ 981/2010, ΤριμΕφΘεσ 480/2021, ΤριμΕφΑιγ 15/2019). Περαιτέρω, το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 481 αριθμ. 2 εδάφ. α’ του ΚΠολΔ, μπορεί για την εξίσωση άνισων μερών, να αποφασίσει ότι οι κοινωνοί που λαμβάνουν ορισμένα μέρη θα καταβάλουν σε άλλους κοινωνούς ορισμένο χρηματικό ποσό, που έχει αποζημιωτικό χαρακτήρα. Η διάταξη αυτή αναφέρεται στη δυνατότητα εξίσωσης άνισων μερών, όταν η διανομή πρέπει να γίνει με το σχηματισμό ίσων μερών, ώστε κάθε κοινωνός να λάβει ανάλογα με τη μερίδα του τέτοια (ίσα) μέρη. Ωστόσο, ενόψει του σκοπού της, ο οποίος συνίσταται στη διευκόλυνση της αυτούσιας διανομής, είναι αναλόγως εφαρμοστέα και στην περίπτωση που, κατά το άρθρο 486 παρ. 2 του ΚΠολΔ, γίνεται επιδίκαση από το Δικαστήριο άνισων μερών, αντίστοιχων προς το μέγεθος των μερίδων των κοινωνών, οπότε δεν αποκλείεται να υποχρεωθούν ορισμένοι κοινωνοί να καταβάλουν σε άλλους χρηματικό ποσό, προς εξίσωση της αξίας των άνισων μερών, όχι μεταξύ τους, αλλά προς την αξία των μερίδων των κοινωνών (ΑΠ 211/2019, ΑΠ 36/2018, ΑΠ 1022/2013, ΑΠ 115/2011, ΑΠ 981/2010, ΑΠ 2230/2009, ΑΠ 837/2007, ΑΠ 145/1995, ΤριμΕφΘεσ 480/2021, ΤριμΕφΑιγ 15/2019). Σε κάθε περίπτωση, αυτούσια διανομή δεν μπορεί να γίνει με τη λήψη μόνο χρηματικού ποσού από κάποιο κοινωνό, παρά μόνο στις προβλεπόμενες από τα άρθρα 483 του ΚΠολΔ και 1889 του ΑΚ περιπτώσεις, της διανομής κοινής επιχείρησης και της επιδίκασης στη σύζυγο του κληρονομουμένου ακινήτου που χρησίμευε ως οικογενειακή στέγη, αλλ’ ούτε συγχωρείται, αν δεν συντρέχει τέτοια εξαιρετική περίπτωση, κάποιος κοινωνός να λάβει τη μερίδα του κυρίως σε χρήμα, αφού έτσι καταλύεται η έννοια της αυτούσιας διανομής. Θα πρέπει συνεπώς το χρηματικό ποσό που ορίζεται να λάβει κάποιος κοινωνός να αποτελεί συμπλήρωμα απλώς του αυτούσιου μέρους του κοινού που λαμβάνει, να είναι δηλαδή σημαντικά μικρότερο από την αξία του μέρους που λαμβάνει είτε με κλήρωση, είτε με απονέμηση (ΑΠ 837/2007, ΤριμΕφΘεσ 480/2021, ΤριμΕφΑιγ 15/2019). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 2 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 216 παρ. 1, 219 παρ. 1, 2, 223 και 224 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι η προβλεπόμενη από την άνω διάταξη αυτούσια διανομή με απονεμητική κατανομή, προϋποθέτει, κατά την ίδια διάταξη, σχετικό (αυτοτελές) αίτημα του κοινωνού, το οποίο μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις οποιουδήποτε από τους συγκύριους διαδίκους κατά την πρώτη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο συζήτηση της αγωγής περί διανομής, διαφορετικά είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο (ΑΠ 1588/2008, ΑΠ 1602/2008, ΑΠ 256/2007, ΤριμΕφΑιγ 15/2019), αφού το δικαστήριο δεν έχει την δυνατότητα να επιλέξει αυτεπαγγέλτως τον εν λόγω τρόπο διανομής, αλλά επιλαμβάνεται η , σχετικώς μόνον κατόπιν ρητού αντίστοιχου, και με τις (πρωτόδικες) προτάσεις υποβαλλόμενου, αιτήματος κοινωνού (ΑΠ 928/2012, ΑΠ 1588/2008, ΑΠ 01 602/2008, ΑΠ 256/2007 , ΤριμΕφΑιγ 15/2019), ενώ το εν λόγω αίτημα μπορεί να υποβληθεί παραδεκτά και κατά την επαναλαμβανόμενη, κατ’ άρθρο 254 παρ. 1 του ΚΠολΔ, συζήτηση της υποθέσεως στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, η οποία θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης, με την έννοια ότι πρόκειται για δύο συνεχόμενα δικονομικά στάδια που συνθέτουν μία και μόνη συζήτηση, ένα αδιάσπαστο δικονομικό σύνολο (ΤριμΕφΘεσ 480/2021, ΤριμΕφΑιγ 15/2019, ΕφΑθ 2760/2013, ΕφΔωδ 212/2009). Εξάλλου, από το άρθρο 482 παρ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε περίπτωση αυτούσιας διανομής, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της αξίας των μερών είναι εκείνος της συζήτησης, η οποία διεξάγεται μετά την αποδεικτική διαδικασία όταν το Δικαστήριο εκδίδει την οριστική του απόφαση για τη διαίρεση των αντικειμένων της κοινωνίας στα αντίστοιχα μέρη που θα διανεμηθούν (ΑΠ 1735/2011, ΤριμΕφΘεσ 480/2021). Τέλος, αν η διανομή με τους παραπάνω τρόπους είναι ανέφικτη ή ασύμφορη, το Δικαστήριο διατάζει την πώληση του διανεμητέου κοινού ή κοινών ακινήτων με πλειστηριασμό και δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει απόδειξη, αν κρίνει ότι η αυτούσια διανομή του είναι προδήλως αδύνατη ή ασύμφορη λαμβάνοντας υπόψη του, εκτός από τις μερίδες των κοινωνών, το είδος, τις διαστάσεις καθώς και το εμβαδόν του διανεμητέου (ΑΠ 303/2013, ΕφΠειρ 107/2016, ΕφΛαμ 139/2011). Επομένως, αν η παραπάνω διαίρεση του διανεμητέου είναι ανέφικτη, δηλαδή αν το κοινό αντικείμενο δεν μπορεί να διαιρεθεί με βάση τον προορισμό που έχει από τη φύση του, κατά τις αντιλήψεις που επικρατούν στις συναλλαγές, δεν διατάσσεται η αυτούσια διανομή του. Επίσης η διανομή, εκτός του ότι πρέπει να είναι δυνατή, δεν πρέπει να είναι ασύμφορη, δηλαδή δεν πρέπει να επέρχεται με αυτή μείωση της αξίας των μεριδίων, των οποίων το άθροισμα κατ’ αξία να μην αντιστοιχεί στην αξία του διανεμομένου πράγματος και να μην μπορεί να γίνει εξίσωση των μερίδων με την καταβολή ορισμένου χρηματικού ποσού από τον κοινωνό ή τους κοινωνούς στους άλλους κοινωνούς ή τη σύσταση δουλείας πάνω σε ορισμένα μέρη υπέρ των άλλων κοινωνών (ΤριμΕφΑιγ 15/2019). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 480Α ΚΠολΔ κάθε συγκύριος οικοπέδου στο οποίο υπάρχει οικοδομή ή χωριστές οικοδομές έχει το δικαίωμα να ζητήσει την αυτούσια διανομή του οικοπέδου με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας κατ’ ορόφου ή μέρη ορόφων ή με σύσταση χωριστής ιδιοκτησίας σε διακεκριμένα μέρη του ενιαίου οικοπέδου στα οποία έχουν ανεγερθεί οι χωριστές οικοδομές με την επιφύλαξη των πολεοδομικών διατάξεων. Το δικαστήριο αποφασίζει τη διανομή με τον τρόπο αυτό αν είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων. Όπως προκύπτει από την τελευταία αυτή διάταξη η κατ’ αυτήν αιτουμένη από κάποιον συγκύριο αυτούσια διανομή οικοπέδου στο οποίο υπάρχει οικοδομή, τελεί υπό την προϋπόθεση ότι είναι εφικτή και δεν αντιβαίνει στο συμφέρον των λοιπών συγκυρίων. Επομένως, αν κάποια από τις προϋποθέσεις δεν υπάρχει, τότε ακολουθείται, εφόσον είναι εφικτός και συμφέρων, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 480 ΚΠολΔ και τις λοιπές συναφείς διατάξεις του ΚΠολΔ, τρόπος αυτούσιας διανομής και αν και αυτός είναι ανέφικτος ή ασύμφορος, διατάσσεται κατά το άρθρο 484 παρ.1 ιδίου Κώδικα, η πώληση του διανεμητέου οικοπέδου με την οικοδομή δια πλειστηριασμού (ΑΠ 735/2013, ΑΠ 145/1995). Για να αποφασίσει το δικαστήριο την κατά τον παραπάνω τρόπο διανομή (οριζόντια ή κάθετη ιδιοκτησία) σύμφωνα με το άρθρο 480Α ΚΠολΔ, πρέπει να έχει υποβληθεί στο δικαστήριο σχετικό αίτημα, δηλαδή το αίτημα να διαταχθεί η διανομή κατά τον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 480Α ΚΠολΔ τρόπο και κατά τις εκεί διακρίσεις (ΑΠ 303/2013, ΑΠ 928/2012, ΑΠ 913/2011, ΑΠ 256/2007, ΑΠ 975/2007, ΑΠ 1104/2008, ΜονΕφΛαρ 398/2019),
Με την υπό κρίση αγωγή του, ο ενάγων εκθέτει ότι με τις εναγόμενες τυγχάνουν συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος, του αναφερόμενου οικοπέδου, με ΚΑΕΚ ..........., κείμενου στην περιφέρεια του Δήμου .... Αττικής, επί του οποίου έχουν ανεγερθεί οι αναφερόμενες οικοδομές, ειδικότερα, δε, μία οικοδομή, υφιστάμενη από το έτος 1971, καθώς και μία ημιτελής οικοδομή, απαρτιζόμενη από δύο μεζονέτες σε επαφή μεταξύ τους, χωρίς επ’ αυτού να έχουν συσταθεί οριζόντιες ή κάθετες ιδιοκτησίες, και του οποίου η συνολική αγοραία αξία ανέρχεται περίπου στο ποσό των 300.000 ευρώ. Ότι ο ίδιος και η δεύτερη εναγομένη, αδελφή του, απέκτησαν τη συγκυριότητα κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος του εν λόγω οικοπέδου λόγω γονικής παροχής του ως άνω ποσοστού ψιλής κυριότητας επ’ αυτού από τον πατέρα τους, . ......, ο οποίος παρακράτησε την επικαρπία, δυνάμει του με αριθμό ....../22.03.2002 συμβολαίου γονικής παροχής της συμβολαιογράφου Αθηνών . ......, νομίμως μεταγραφέντος, σε συνδυασμό με τον επιγενόμενο θάνατο του ως άνω επικαρπωτή την 30.3.2002, κατόπιν του οποίου η επικαρπία συνενώθηκε με την ψιλή κυριότητα. Ότι η πρώτη εναγομένη, μητέρα του, κατέστη συγκυρία κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαίρετου της ψιλής κυριότητας του εν λόγω οικοπέδου, λόγω δωρεάς από τον ως άνω πατέρα του και σύζυγό της, ο οποίος παρακράτησε την επικαρπία, δυνάμει του με αριθμό ....../22.3.2002 δωρητηρίου συμβολαίου της ανωτέρω συμβολαιογράφου Αθηνών, νομίμως μεταγραφέντος, σε συνδυασμό με τον επιγενόμενο θάνατο του ως άνω επικαρπωτή την 30.3.2002, κατόπιν του οποίου η επικαρπία συνενώθηκε με την ψιλή κυριότητα. Ότι οι εναγόμενες δεν συναινούν στη διανομή του ως άνω επίκοινου ακινήτου, που επανειλημμένως τους έχει προτείνει ο ίδιος εξωδίκως, η δε αυτούσια διανομή του δεν είναι εφικτή χωρίς τη δυσανάλογη μείωση της αξίας του, ώστε ως μόνη εφικτή λύση διανομής παρίσταται η πώλησή του με εκούσιο δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό. Με βάση τα παραπάνω, αναλυτικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα, ζητεί τη λύση της κοινωνίας στο ως άνω ακίνητο με την πώλησή του με εκούσιο δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό και λήψη από έκαστο κοινωνό ποσού από το εκπλειστηρίασμα ανάλογου της συγκυριότητάς του, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος της διανεμητέας περιουσίας.
Οι εναγόμενες, με τις από 15.12.2020 προτάσεις που κατέθεσαν ενόψει της αρχικής συζήτησης της υπόθεσης, συνομολόγησαν τη συγκυριότητα του ενάγοντος και των ιδίων επί του επίδικου ακινήτου. Περαιτέρω, ζήτησαν α) την απόρριψη της αγωγής, επικαλούμενες καταχρηστική άσκηση του ένδικου δικαιώματος του ενάγοντος, β) επικουρικά, την αυτούσια διανομή του κοινού ακινήτου με τη σύσταση οριζόντιων και κάθετων ιδιοκτησιών επ' αυτού και την εξίσωση των μερίδων με χρηματική καταβολή, συγκεκριμένα, δε, με τη σύσταση τριών κάθετων ιδιοκτησιών, μία σε έκαστο αναφερόμενο τμήμα επί του οποίου βρίσκεται εκάστη εκ των μεζονετών και η παλαιά οικοδομή, αντίστοιχα, και τη σύσταση δύο οριζόντιων ιδιοκτησιών στην οικοδομή που αποτελείται από τις δύο ημιτελείς μεζονέτες και γ) προέβαλαν δικαίωμα επίσχεσης κατά του ενάγοντος, ισχυριζόμενες ότι η κατασκευή των κατά 58% αποπερατωμένων μεζονετών, που είχε ομόφωνα αποφασισθεί από τους συγκυρίους-διαδίκους, έγινε αποκλειστικά με δικές τους δαπάνες, ανερχόμενες σε 145.000 ευρώ για την πρώτη και 140.000 ευρώ για τη δεύτερη, ότι από την ανέγερση των μεζονετών προέκυψε επαύξηση της εμπορικής αξίας του κοινού ακινήτου κατά το συνολικό ποσό 329.000 ευρώ, και ότι βάσει της επαύξησης της αξίας της ιδανικής του μερίδας, ανερχόμενης (της επαύξησης) στο ποσό των 109.666 ευρώ, εκάστη αυτών διατηρεί αξίωση σε βάρος του ενάγοντος, ποσού 54.833 ευρώ, επικουρικώς, δε, διατηρούν αξίωση αποζημίωσης σε βάρος του, ανάλογα με την ιδανική του μερίδα επί του επικοίνου, για τις ως άνω επωφελείς δαπάνες που πραγματοποίησαν επ' αυτού, ποσού (145.000 X 1/3 =) 48.333 ευρώ η πρώτη και ποσού (140.000 X 1/3 =) 46.666 ευρώ η δεύτερη.
Ο ενάγων, με την από 29.12.2020 προσθήκη των από 16.11.2020 προτάσεων, που κατέθεσε ενόψει της αρχικής συζήτησης της αγωγής, δήλωσε ότι δεν έχει αντίρρηση στην αυτούσια διανομή του επικοίνου με τη σύσταση τριών χωριστών ιδιοκτησιών εκάστη των οποίων θα περιλαμβάνει ένα από τα υπάρχοντα κτίσματα, υποβάλλοντας, παράλληλα, αίτημα επιδίκασης στον ίδιο της παλαιός οικογενειακής οικίας, επειδή πλέον οι εναγόμενες δεν κατοικούν σε αυτή, έναντι, δε, των ποσών, δε, που θα κληθεί να καταβάλει σε αυτές προς εξίσωση των ιδανικών τους μεριδίων, ανερχόμενα κατά τον ίδιο σε 61.048 ευρώ και 78.852 ευρώ αντίστοιχα, πρότεινε σε συμψηφισμό, επικαλούμενος την από 15.6.2020 έκθεση του εκτιμητή ....., ληξιπρόθεσμη και απαιτητή αξίωσή του σε βάρος τους συνολικού ποσού 10.502,00 ευρώ, ήτοι 5.251,00 ευρώ σε βάρος εκάστης, το οποίο κατέβαλε πέραν της αναλογίας του στις δαπάνες ανέγερσης των δύο μεζονετών καθώς και ληξιπρόθεσμη και απαιτητή αξίωσή του σε βάρος τους συνολικού ποσού 132.976,20 ευρώ, το οποίο αποτελεί τη συμφωνημένη εργολαβική του αμοιβή για την ανέγερση των δύο μεζονετών, την οποία του ανέθεσαν ως εργολάβο.
Με την υπ’ αριθ. 387/2022 (μη οριστική) απόφαση αυτού του Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η υπό κρίση αγωγή διανομής παραδεκτώς και αρμοδίως, καθ’ ύλην και κατά τόπον, εισήχθη προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την τακτική διαδικασία και ότι είναι παραδεκτή και νόμιμη, βασιζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 795, 798, 799,800, 801, 1113 ΑΚ και 478 επ. ΚΠολΔ. Περαιτέρω, απορρίφθηκαν οι προταθείσες από τις εναγόμενες ενστάσεις, η μεν ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, ως μη νόμιμη, η δε ένσταση επίσχεσης για τις επωφελείς δαπάνες που πραγματοποίησαν στο επίκοινο, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Επίσης, η προταθείσα από τον ενάγοντα αντένσταση συμψηφισμού κατά το ποσό των 10.502 ευρώ, που αφορά στις επικαλούμενες εκ μέρους του επωφελείς δαπάνες για την ανέγερση των μεζονετών κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας, ενώ κατά το ποσό των 132.976,20, που αντιστοιχεί στην επικαλούμενη εργολαβική του αμοιβή κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, βασιζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361,440 επ. ΑΚ και 262 ΚΠολΔ. Τέλος, με την ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησής τους και η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από τον ορισθέντα με την ίδια απόφαση πραγματογνώμονα, αρχιτέκτονα πολιτικό μηχανικό, ........ του ....., προκειμένου ο τελευταίος να γνωμοδοτήσει σχετικά με τα εξής θέματα: α) την αγοραία αξία του επίκοινου ακινήτου, β) αν είναι δυνατή ή όχι η αυτούσια διανομή του επίκοινου ακινήτου με τη διαίρεσή του σε μερικότερες αυτοτελείς οριζόντιες ή/και κάθετες ιδιοκτησίες, χωρίς η διαίρεση αυτή να αντιβαίνει στο συμφέρον των διαδίκων και κατά τρόπο, ώστε η κάθε πλευρά να λάβει τη μερίδα που της αναλογεί, και χωρίς με τη διαίρεση αυτή να επέρχεται σημαντική μείωση της αξίας του όλου ακινήτου, ώστε να έχουν τα διαιρετά μέρη που τυχόν θα προκύψουν αυτοτέλεια και λειτουργικότητα για την κατά προορισμό τους χρήση, προσδιορίζοντας συγχρόνως όλους τους δυνατούς τρόπους αυτούσιας διανομής και γ) σε καταφατική περίπτωση, αν δηλαδή η παραπάνω αυτούσια διανομή του επίκοινου ακινήτου είναι εφικτή, ποια θα είναι ακριβώς η αξία των αυτοτελών ιδιοκτησιών που θα συσταθούν, κατά τρόπο ώστε κάθε κοινωνός να λάβει διαιρεμένη και ανεξάρτητη ιδιοκτησία, ανάλογη προς την ιδανική του μερίδα, καθώς και αν απαιτείται για την εξίσωση των τυχόν άνισων ως προς την αξία μεριδίων η καταβολή ανάλογου χρηματικού ποσού και ποιο είναι το ποσό αυτό, προσδιορίζοντας παράλληλα κάθε διαιρετό μέρος που θα σχηματισθεί. Κατόπιν τούτων, η αγωγή, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσία, δεδομένου ότι διενεργήθηκε και προσκομίζεται μετ’ επικλήσεως η υπ’ αριθ. …./2022 πραγματογνωμοσύνη του ορισθέντος με την ως άνω απόφαση πραγματογνώμονα, Ν. ............
Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 254 παρ. 1 και 3 εδ. β’ και γ’ ΚΠολΔ (όπως το άρθρο αυτό διαμορφώθηκε με το άρθρο 15 Ν. 4842/2021, ΦΕΚ A 190, το οποίο, σύμφωνα με το άρθρο 120 αυτού, ισχύει από την 1η. 1.2022, ενώ σύμφωνα με την παρ. 1β του άρθρου 116 του ίδιου Νόμου, όπως διορθώθηκε με το άρθρο 65 παρ.1 Ν.4871/2021, ΦΕΚ A 246/10.12.2021, οι τροποποιηθείσες παρ. 1 και 3 εφαρμόζονται και στις εκκρεμείς υποθέσεις), στο πλαίσιο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης, η οποία θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης, οι διάδικοι μπορούν να καταθέσουν, μέσα σε προθεσμία τριών εργάσιμων ημερών από τη συζήτηση της υπόθεσης, προσθήκη επί των ζητημάτων για τα οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης, ενώ νέοι ισχυρισμοί και νέα αποδεικτικά μέσα δεν επιτρέπονται. Στην κρινόμενη περίπτωση, στο πλαίσιο της προκείμενης συζήτησης της αγωγής, ο μεν ενάγων κατέθεσε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την από 21.12.2023 προσθήκη του, οι δε εναγόμενες κατέθεσαν στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης τις από 30.1.2024 συμπληρωματικές προτάσεις τους και την 2.2.2024 στη Γραμματεία του Δικαστηρίου την με ίδια ημερομηνία προσθήκη τους. Τα παραπάνω δικόγραφα εκτιμώνται και λαμβάνονται υπόψη ως προσθήκες των αρχικών προτάσεων των διαδίκων, κατά την έννοια του άρθρου 254 παρ. 3 ΚΠολΔ, επί των ζητημάτων για τα οποία διατάχθηκε πραγματογνωμοσύνη με την υπ’ αριθ. 387/2022 απόφαση του Δικαστηρίου. Σύμφωνα, όμως, με τις προαναφερόμενες διατάξεις δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη νέα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται με αυτές και συγκεκριμένα δεν λαμβάνονται υπόψη τα έγγραφα που οι εναγόμενες επικαλούνται και προσκομίζουν, στο πλαίσιο της προκείμενης συζήτησης της αγωγής, με τις ως άνω συμπληρωματικές προτάσεις και προσθήκη τους, εκτός από τις (δύο) από Σεπτεμβρίου 2023 τεχνικές εκθέσεις του διορισθέντος από τις ίδιες τεχνικού συμβούλου πολιτικού μηχανικού, . ...... του …., οι οποίες λαμβάνονται υπόψη και εκτιμώνται ελεύθερα (ΟλΑΠ 848/1981, ΑΠ 1020/1994), δεδομένου ότι ο ως άνω τεχνικός σύμβουλος διορίσθηκε, κατ’ άρθρο 392 παρ. 1 ΚΠολΔ, με προφορική, ενώπιον του Δικαστηρίου, δήλωση της πληρεξούσιας Δικηγόρου των εναγομένων, ...., που καταχωρίσθηκε στην υπ’ αριθ. …./20.9.2022 έκθεση όρκισης πραγματογνώμονα. Ομοίως, λαμβάνεται υπόψη και εκτιμάται ελεύθερα η επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα από 20.3.2023 τεχνική έκθεση εκτίμησης ακινήτου του μηχανολόγου-μηχανικού ......, ο οποίος διορίσθηκε τεχνικός σύμβουλος, κατ’ άρθρο 392 παρ. 1 ΚΠολΔ, με την από 21.9.2022 έγγραφη δήλωση του ενάγοντος ενώπιον της γραμματείας του Δικαστηρίου, συνταχθείσας σχετικώς της υπ’ αριθ. …./21.9.2022 έκθεσης κατάθεσης διορισμού τεχνικού συμβούλου.
Από την υπ’ αριθ. …./2022 πραγματογνωμοσύνη του ..........., η οποία διατάχθηκε με την υπ’ αριθ. 387/2022 απόφαση του Δικαστηρίου αυτού και εκτιμάται ελεύθερα (άρθρο 387 ΚΠολΔ), από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3,339 και 395 ΚΠολΔ), από τις συναγόμενες ομολογίες των διαδίκων (άρθρο 261 ΚΠολΔ) καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων και οι εναγόμενες είναι συγκύριοι, κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος, του ακινήτου που έχει λάβει ΚΑΕΚ ........... του Κτηματολογικού Γραφείου ... και ειδικότερα του οικοπέδου, εκτάσεως 1.246,00 τ.μ., και κατά το Εθνικό Κτηματολόγιο 1.221,00 τ.μ, το οποίο βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου ... Αττικής, στην θέση « ......», εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου .... και επί της οδού …. αριθ….., συνορεύει δε γύρωθεν, κατά τον αρχικό τίτλο κτήσεως, βόρεια με ιδιοκτησία ......, ανατολικά με ιδιοκτησία των αδελφών ......, νότια με την οδό ......και δυτικά με ιδιοκτησία ......και ......, ενώ κατά τον τίτλο κτήσεως του ενάγοντος συνορεύει βορείως και επί πλευράς 57,50 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστων, ανατολικώς και επί πλευράς 18,50 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστων, νοτίως και επί προσώπου 53,80 μέτρων με την οδό ......και δυτικώς και επί πλευράς 26 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστων, τυγχάνει δε άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις. Στο ως άνω οικόπεδο έχει ανεγερθεί, δυνάμει της με αριθμό ....../1978 οικοδομικής αδείας της Διευθύνσεως Πολεοδομίας της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής, οικοδομή, η οποία αποτελείται από: α) υπόγειο, το οποίο περιλαμβάνει χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων, λεβητοστάσιο και δεξαμενή, συνολικού εμβαδού 122,50 τ.μ., και διαμέρισμα, συνολικού εμβαδού 81 τ.μ., β) ισόγειο, το οποίο περιλαμβάνει διαμέρισμα, εμβαδού 52,50 τ.μ., αποτελούμενο από λίβινγκ ρουμ, κοιτώνα, κουζίνα και wc και έτερο διαμέρισμα, εμβαδού 207,50 τ.μ., το οποίο περιλαμβάνει λίβινγκ ρουμ, χωλλ, τέσσερις κοιτώνες, διάδρομο, κουζίνα και δύο wc. Οι δύο ως άνω όροφοι επικοινωνούν μεταξύ τους με εσωτερική κλίμακα. Επίσης, καθ’ υπέρβαση της παραπάνω οικοδομικής άδειας, έχει γίνει επέκταση του υπογείου εντός ακάλυπτου χώρου κατά 19,72 τ.μ. με τη δημιουργία κεραμοσκεπούς θέσης στάθμευσης, η οποία υπέρβαση έχει υπαχθεί στις διατάξεις του Ν. 4178/2013. Περαιτέρω, στο ίδιο οικόπεδο έχει ανεγερθεί, δυνάμει της με αριθμό …./22.2.2006 αδείας οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Δήμου ...., ημιτελής σήμερα οικοδομή, απαρτιζόμενη από δύο μεζονέτες σε επαφή μεταξύ τους, που αποτελούνται από υπόγειο, συνολικού εμβαδού 187,10 τμ, ισόγειο, συνολικού εμβαδού 176,40 τμ, και πρώτο όροφο, συνολικού εμβαδού 165,90 τμ. Τα υπόγεια των δύο μεζονετών έχουν μετατραπεί εν μέρει σε χώρους κύριας χρήσης, το, δε, εμβαδόν του υπογείου επεκτάθηκε κατά 20,26 τμ, καθ’ υπέρβαση της οικοδομικής άδειας, πλην όμως οι ως άνω αλλαγή χρήσης και επέκταση έχουν ενταχθεί στις διατάξεις του Ν. 4178/2013. Στο όλο οικόπεδο δεν έχουν συσταθεί αυτοτελείς, οριζόντιες ή κάθετες, ιδιοκτησίες. Ο ενάγων και η δεύτερη εναγόμενη, αδελφή του, απέκτησαν τη συγκυριότητα του ως άνω ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος ως εξής: Δυνάμει του με αριθμό ....../22.3.2002 συμβολαίου γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Αθηνών ......, το οποίο έχει μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ....στον τόμο …. και με αύξοντα αριθμό …, ο πατέρας του ενάγοντας και της δεύτερης εναγομένης, ....., μεταβίβασε στον ενάγοντα και στη δεύτερη εναγόμενη λόγω γονικής παροχής την ψιλή κυριότητα κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου σε έκαστο και παρακράτησε την επικαρπία, μετά δε τον θάνατο του ως άνω επικαρπωτή την 30.3.2002, η επικαρπία συνενώθηκε με την ψιλή κυριότητα και έτσι ο ενάγων και η δεύτερη εναγομένη κατέστησαν πλήρεις συγκύριοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος του επίδικου ακινήτου. Ακόμη, η πρώτη εναγομένη, μητέρα του ενάγοντος, απέκτησε τη συγκυριότητα του ως άνω ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου εξής: Δυνάμει του με αριθμό ....../22.3.2002 δωρητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών ......, το οποίο έχει μεταγράφει στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .... στον τόμο …. και με αύξοντα αριθμό …, ο σύζυγος της πρώτης εναγομένης και πατέρας των λοιπών διαδίκων, .... ....., μεταβίβασε στην πρώτη εναγομένη λόγω δωρεάς την ψιλή κυριότητα κατά το ως άνω ποσοστό και παρακράτησε την επικαρπία, μετά δε τον παραπάνω θάνατό του, η επικαρπία συνενώθηκε με την ψιλή κυριότητα και έτσι η πρώτη εναγομένη κατέστη πλήρης συγκυρία κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου του επίδικου ακινήτου. Στον δε δικαιοπάροχο των διαδίκων η πλήρης κυριότητα του ως άνω ακινήτου περιήλθε κατόπιν αναγκαστικού πλειστηριασμού, και ειδικότερα δυνάμει της με αριθμό ....../1989 κατακυρωτικής εκθέσεως της συμβολαιογράφου Αθηνών ......, νομίμως μεταγραφείσας στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου ... στον τόμο …. και με αύξοντα αριθμό ….. Ο ενάγων δεν συμφωνεί με τις εναγόμενες στην εκούσια (εξώδικη) διανομή του κοινού ακινήτου και επομένως πρέπει να διαταχθεί η λύση της μεταξύ τους κοινωνίας με απόφαση αυτού του Δικαστηρίου. Αναφορικά με τον τρόπο διανομής του κοινού ακινήτου λεκτέα τα ακόλουθα: Ο ενάγων με την αγωγή του ισχυρίστηκε ότι δεν είναι εφικτή η αυτούσια διανομή του κοινού ακινήτου χωρίς δυσανάλογη μείωση της αξίας του και ζήτησε τη διανομή του με πώλησή του με εκούσιο δημόσιο πλειστηριασμό ώστε έκαστος των διαδίκων να εισπράξει το μέρος του εκπλειστηριάσματος που αναλογεί στη μερίδα του στο επίκοινο. Οι εναγόμενες, όπως παραπάνω εκτέθηκε, με τις από 15.12.2020 προτάσεις που κατέθεσαν ενόψει της αρχικής συζήτησης της υπόθεσης, ζήτησαν (επικουρικά) την αυτούσια διανομή του κοινού ακινήτου με τη σύσταση οριζόντιων και κάθετων ιδιοκτησιών επ’ αυτού και την εξίσωση των μερίδων με χρηματική καταβολή, ώστε κάθε κατοικία, ήτοι η παλαιό κατοικία και έκαστη εκ των ημιτελών μεζονετών, να αποτελέσει αυτοτελή ιδιοκτησία και έκαστος να λάβει μία εξ αυτών, προς εξίσωση δε των μερίδων τους να καταβάλει έκαστος στους λοιπούς το απαιτούμενο ποσό, συγκεκριμένα, δε, να λάβουν, ως αυτοτελείς ιδιοκτησίες, η δεύτερη εναγόμενη το εμφαινόμενο στο από Δεκεμβρίου 2020 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού ......υπό τα στοιχεία Α-Β-Γ-Θ-Α οικοπεδικό τμήμα, εμβαδού 268,17 τμ και αξίας 402.000 ευρώ, στο οποίο βρίσκεται η μία μεζονέτα, ο ενάγων, το εμφαινόμενο στο από Δεκεμβρίου 2020 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού ......υπό τα στοιχεία Θ-Γ-Δ-Η-Θ οικοπεδικό τμήμα, εμβαδού 240,51 τμ και αξίας 394.000 ευρώ, στο οποίο βρίσκεται η άλλη μεζονέτα και η πρώτη εναγόμενη το εμφαινόμενο στο από Δεκεμβρίου 2020 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου - τοπογράφου μηχανικού ......υπό τα στοιχεία Η-Δ-Ε-Ζ-Η οικοπεδικό τμήμα, εμβαδού 716,78 τμ και αξίας 663.000 ευρώ, στο οποίο βρίσκεται η παλαιά κατοικία. Ο ενάγων, με την από 29.12.2020 προσθήκη των από 16,11,2020 προτάσεών του, που κατέθεσε ενόψει της αρχικής συζήτησης της αγωγής, δήλωσε ότι δεν έχει αντίρρηση στην αυτούσια διανομή του επικοίνου με τη σύσταση τριών χωριστών ιδιοκτησιών εκάστη των οποίων θα περιλαμβάνει ένα από τα υπάρχοντα κτίσματα καθώς και ως προς την αξία της παλαιάς κατοικίας (ποσού 663.000 ευρώ), πλην όμως αφενός διαφώνησε με τις εναγόμενες ως προς την αξία εκάστης των ημιτελών μεζονετών, προσδιορίζοντας αυτήν σε 462.052 ευρώ και 444.248 ευρώ, αντίστοιχα, αφετέρου υπέβαλε αίτημα επιδίκασης στον ίδιο της παλαιός οικογενειακής οικίας, με την καταβολή προς εξίσωση των μερίδων τους σε καθεμία των αντιδίκων του, που θα περιέλθει εκάστη μεζονέτα, το ποσό των 61.048 ευρώ και το ποσό των 78.852 ευρώ αντίστοιχα. Ακολούθως, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 387/2022 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία διατάχθηκε η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, για τα θέματα που παραπάνω εκτέθηκαν, από τον αρχιτέκτονα πολιτικό μηχανικό,........... του …... Σύμφωνα με την από 20.12.2022, υπ’ αριθ. …./2022 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τελευταίου είναι δυνατή και συμφέρουσα για τους διαδίκους η διανομή του επίκοινου ακινήτου, με τη διαίρεσή του σε τρεις επιμέρους ιδιοκτησίες και ειδικότερα: α) την Ιδιοκτησία (Α) που ορίζεται στο διαλαμβανόμενο στην ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης διάγραμμα (σελ. 15) με τα στοιχεία A, Β, Γ, Θ, Α, εμβαδού 268,17 τμ και αξίας 544.000 ευρώ, επί της οποίας έχει ανεγερθεί η μία ημιτελής μεζονέτα, συνολικού εμβαδού 259,67 τ.μ., β) την Ιδιοκτησία (Β) που ορίζεται στο ως άνω διάγραμμα με τα στοιχεία Γ, Δ, Η, Θ, Γ, εμβαδού 240,51 τ.μ. και αξίας 574.000 ευρώ, επί της οποίας έχει ανεγερθεί η έτερη ημιτελής μεζονέτα, συνολικού εμβαδού 273,64 τ.μ. και γ) την Ιδιοκτησία (Γ) που ορίζεται στο ως άνω διάγραμμα με τα στοιχεία Δ, Ε, Ζ, Η, Δ, εμβαδού 716,78 τ.μ. και αξίας 722.000 ευρώ, επί της οποίας έχει ανεγερθεί η αποπερατωμένη οικία. Ωστόσο, οι εναγόμενες με τις από 30.1.2024 προτάσεις που κατέθεσαν κατά την προκειμένη συζήτηση της αγωγής, προέβησαν σε ανάκληση του αιτήματος τους για αυτούσια διανομή του επικοίνου με τη σύσταση χωριστών ιδιοκτησιών επ’ αυτού, αιτούμενες την λύση της κοινωνίας με πώλησή του με πλειστηριασμό. Αναφέρουν, δε, ότι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να αποπερατώσουν τις ημιτελείς μεζονέτες, αλλά ούτε και να καταβάλουν, σε περίπτωση που η μεγαλύτερης αξίας ιδιοκτησία περιέλθει σε κάποια από αυτές, το απαιτούμενο για την εξίσωση των μερίδων χρηματικό ποσό. Επικουρικά, δε, ζητούν η παλαιό κατοικία να επιδικασθεί στην πρώτη αυτών, ισχυριζόμενες ότι η κατοικία αυτή, όσο ζούσε ο κοινός δικαιοπάροχος των διαδίκων και σύζυγος της πρώτης εναγομένης, ....., χρησίμευε ως οικογενειακή τους στέγη. Από την άλλη, ο ενάγων στην από 21.12.2023 προσθήκη του μετά την πραγματογνωμοσύνη, αναφέρει συμπληρωματικά ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να αποπερατώσει οποιαδήποτε από τις ημιτελείς μεζονέτες. Με βάση τα παραπάνω, διαπιστώνεται ότι λόγω των κτισμάτων που έχουν ανεγερθεί στο κοινό ακίνητο και της διαφορετικής αξίας τους, η αυτούσια διανομή του κοινού ακινήτου με διαίρεσή του σε ίσα ομοειδή τμήματα, ανάλογα προς τις μερίδες των διαδίκων, χωρίς τη σύσταση χωριστών ιδιοκτησιών είναι ανέφικτη, γεγονός στο οποίο, άλλωστε, συμφωνούν τόσο οι διάδικοι όσο και ο πραγματογνώμονας .
Περαιτέρω, λόγω της ανάκλησης από τις εναγόμενες του αιτήματος που αρχικώς υπέβαλαν για αυτούσια διανομή του κοινού ακινήτου με τη σύσταση χωριστών ιδιοκτησιών, το Δικαστήριο δεν μπορεί να διατάξει τη λύση της κοινωνίας των διαδίκων επί του επιδίκου με τον τρόπο αυτό, ελλείψει σχετικού αιτήματος εκ μέρους τους. Σημειώνεται, δε, ότι ο ενάγων ουδέποτε ανακάλεσε το αίτημα, που με την αγωγή του υπέβαλε, για πώληση του ακινήτου με πλειστηριασμό και διανομή του πλειστηριάσματος μεταξύ των διαδίκων, κατ’ αναλογία των ιδανικών τους μεριδίων. Επομένως, δεδομένου ότι για τους παραπάνω λόγους η αυτούσια διανομή του επικοίνου είναι ανέφικτη, πρέπει να διαταχθεί η με πλειστηριασμό πώλησή του και η διανομή του πλειστηριάσματος μεταξύ των διαδίκων, κατ’ αναλογία των ιδανικών τους μεριδίων, ώστε να λυθεί η συγκυριότητά τους σε αυτό, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 484 ΚΠολΔ. Η εμπορική αξία του ένδικου ακινήτου, όπως προσδιορίζεται από το Δικαστήριο, το οποίο ως προς το ζήτημα αυτό δέχεται την σχετική εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης, ανέρχεται στο ποσό των 1.840.000 ευρώ. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι για τη διενέργεια του πλειστηριασμού, η ως άνω αξία θα εκτιμηθεί από το δικαστικό επιμελητή ή τον πραγματογνώμονα που ο επιμελητής προσλαμβάνει κατά την κρίση του για το σκοπό αυτό σύμφωνα με το άρθρο 954 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΕφΘεσ 1370/1999, ΕφΑθ 2751/1998). Εξάλλου, λόγω της διανομής του ακινήτου με πώληση δια πλειστηριασμού, ο προαναφερόμενος ισχυρισμός του ενάγοντος περί συμψηφισμού των επικαλούμενων απαιτήσεών του έναντι των ποσών που θα καλείτο να καταβάλει στις εναγόμενες προς εξίσωση των μερίδων τους σε περίπτωση επιδίκασης σε αυτόν της αποπερατωμένης κατοικίας, καθίσταται άνευ αντικειμένου και ως εκ τούτου παρέλκει η περαιτέρω εξέτασή του.
Με βάση όλα τα παραπάνω, πρέπει η ένδικη αγωγή, κατά το μέρος της που κρίθηκε νόμιμη, να γίνει δεκτή ως και κατ’ ουσία βάσιμη και να διαταχθεί η πώληση του επίκοινου ακινήτου με πλειστηριασμό, ώστε να λάβει κάθε κοινωνός από το πλειστηρίασμα ποσό ανάλογο προς τη μερίδα του. Τα δικαστικά έξοδα της δίκης διανομής βαρύνουν την περιουσία που διανέμεται και πρέπει να καταλογιστούν σε βάρος των διαδίκων ανάλογα με το ποσοστό συγκυριότητας του καθενός στο κοινό ακίνητο. Στην προκειμένη περίπτωση, με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης, δηλαδή τη συνολική αξία του ακινήτου, που, όπως αναφέρθηκε, ανέρχεται στο ποσό των 1.840.000 ευρώ, η αξία του ιδανικού μεριδίου καθενός των διαδίκων ανέρχεται στο ποσό των 613.333 (=1.840.000 χ 1/3) ευρώ. Τα δικαστικά έξοδα, στα οποία υποβλήθηκε για τη δίκη αυτή ο ενάγων ανέρχονται, με βάση το ανωτέρω αντικείμενο και τις διαδικαστικές του ενέργειες, στο συνολικό ποσό των 21.210 ευρώ και τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν οι εναγόμενες, οι οποίες παραστάθηκαν δια του ίδιου πληρεξούσιου Δικηγόρου και κατέθεσαν κοινές προτάσεις, ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 9.660 ευρώ. Συνεπώς, τα αναγκαία έξοδα όλων των διαδίκων ανήλθαν στο συνολικό ποσό των (21,210 + 9.660 =) 30.870 ευρώ. Με βάση τα ποσοστά συγκυριότητας των διαδίκων στο διανεμητέο ακίνητο, καθένας από αυτούς βαρύνεται με την καταβολή ποσού (30.870 X 1/3 =) 10.290 ευρώ. Κατ’ ακολουθίαν, μετά το συμψηφισμό των αντίθετων απαιτήσεων κατά το μέρος που καλύπτονται, εφόσον ο ενάγων δαπάνησε το ποσό των 21.210 ευρώ για τα δικαστικά του έξοδα, απομένει να οφείλεται σε αυτόν από τις εναγόμενες, για τα δικαστικά έξοδα που έγιναν στην προκειμένη δίκη, το συνολικό ποσό των (21.210 - 10.290 =) 10.920 ευρώ, το οποίο πρέπει να υποχρεωθούν να του καταβάλουν και ειδικότερα έκαστη αυτών πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των (10.920 : 2 =) 5.460 ευρώ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.
ΔΙΑΤΑΖΕΙ τη λύση της μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενης κοινωνίας επί του περιγραφόμενου στο σκεπτικό ακινήτου με την πώληση αυτού με πλειστηριασμό, ώστε καθένας από αυτούς να λάβει από το προϊόν του πλειστηριασμού ποσό, που αντιστοιχεί στο ποσοστό της συγκυριότητάς του, δηλαδή να λάβει καθένας ποσοστό 1/3 του ποσού του πλειστηριάσματος, και ειδικότερα επί του με ΚΑΕΚ ........... του Κτηματολογικού Γραφείου ... ακινήτου, εκτάσεως 1.246,00 τ.μ., και κατά το Εθνικό Κτηματολόγιο 1.221,00 τ.μ, το οποίο βρίσκεται στην περιφέρεια του Δήμου ... Αττικής, στην θέση « ......», εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του Δήμου ... και επί της οδού ......αριθ. …, συνορεύει δε γύρωθεν, κατά τον αρχικό τίτλο κτήσεως, βόρεια με ιδιοκτησία ......, ανατολικά με ιδιοκτησία των αδελφών ......, νότια με την οδό ......και δυτικά με ιδιοκτησία ......και ......, ενώ κατά τον τίτλο κτήσεως του ενάγοντας συνορεύει βορείως και επί πλευράς 57,50 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστων, ανατολικώς και επί πλευράς 18,50 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστων, νοτίως και επί προσώπου 53,80 μέτρων με την οδό ......και δυτικώς και επί πλευράς 26 μέτρων με ιδιοκτησία αγνώστων, τυγχάνει δε άρτιο και οικοδομήσιμο σύμφωνα με τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, επί του οποίου έχουν ανεγερθεί 1) δυνάμει της με αριθμό ....../1978 οικοδομικής αδείας της Διευθύνσεως Πολεοδομίας της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής, οικοδομή, η οποία αποτελείται από: α) υπόγειο, το οποίο περιλαμβάνει χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων, λεβητοστάσιο και δεξαμενή, συνολικού εμβαδού 122,50 τ.μ., και διαμέρισμα, συνολικού εμβαδού 81 τ.μ., β) ισόγειο, το οποίο περιλαμβάνει διαμέρισμα, εμβαδού 52,50 τ.μ., αποτελούμενο από λίβινγκ ρουμ, κοιτώνα, κουζίνα και wc και έτερο διαμέρισμα, εμβαδού 207,50 τ.μ., το οποίο περιλαμβάνει λίβινγκ ρουμ, χωλλ, τέσσερις κοιτώνες, διάδρομο, κουζίνα και δύο wc και 2) δυνάμει της με αριθμό …./22.2.2006 αδείας οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Δήμου ... ημιτελής οικοδομή, απαρτιζόμενη από δύο μεζονέτες σε επαφή μεταξύ τους, που αποτελούνται από υπόγειο, συνολικού εμβαδού 187,10 τμ, ισόγειο, συνολικού εμβαδού 176,40 τμ, και πρώτο όροφο, συνολικού εμβαδού 165,90 τμ.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων σε βάρος της διανεμητέας περιουσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριάντα χιλιάδων οκτακοσίων — εβδομήντα (30.870) ευρώ, συμψηφίζει εν μέρει αυτά ανάλογα με τις μερίδες των διαδίκων κοινωνών, καταλογίζει ποσό δέκα χιλιάδων διακοσίων ενενήντα (10.290) ευρώ στον ενάγοντα και καταδικάζει καθεμία από τις εναγόμενες να καταβάλει σε αυτόν το ποσό των πέντε χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα (5,460) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 4-12-2024
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 30/1/2025, χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι ή οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι τους.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε έκτακτη δημόσιο συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους την 30-01-2025, με σύνδεση για τη δημοσίευση τους Δικαστές, Αλβανού Ασπασία Πρόεδρο Πρωτοδικών (λόγω προαγωγής και μετάθεσης του Προέδρου Πρωτοδικών Χριστοδούλου Άννας, Θεόδωρο Σταματόπουλο Πρωτοδίκη (λόγω μετάθεσης του Πρωτοδίκη Σμπυρούνια Καλλιόπης και Ιωάννη Σιμιτσή Εισηγητή και την ίδια Γραμματέα της έδρας
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης , Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]