ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Στ΄
ΑΠΟΦΑΣΗ 2150/2017
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 28 Απριλίου 2014, με την εξής σύνθεση: M. Καραμανώφ, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση του Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Δ. Αλεξανδρής, Μ. Παπαδοπούλου, Σύμβουλοι, Β. Πλαπούτα, Κ. Μαρίνου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Δ. Κατσάνη.
Για να δικάσει την από 29 Ιανουαρίου 2008 αίτηση:
του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τον Θεόδωρο Στριλάκο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά του .., ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Αναστάσιο Φράγκο (Α.Μ. ...), που τον διόρισε στο ακροατήριο.
Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ' αριθ. 2617/2007 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Δ. Αλεξανδρή.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον πληρεξούσιο του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το νόμο
1. Επειδή, με την κρινομένη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται, κατά το νόμο, καταβολή παραβόλου και η οποία ασκείται εμπροθέσμως και εν γένει παραδεκτώς, ζητείται η αναίρεση της 2617/2007 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία συνεξεδικάσθησαν αντίθετες εφέσεις του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και του αναιρεσιβλήτου κατά της 12473/2005 αποφάσεως του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, και η μεν έφεση του Ελληνικού Δημοσίου απερρίφθη, η δε έφεση του αναιρεσιβλήτου έγινε εν μέρει δεκτή. Ακολούθως, με την προσβαλλομένη απόφαση μετερρυθμίσθη η πρωτόδικος απόφαση και ανεγνωρίσθη η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει, νομιμοτόκως, στον αναιρεσίβλητο το ποσόν των 21.158,63 ευρώ, ως αποζημίωση κατά το άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. για την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη λόγω της μη επανεκλογής του ως βουλευτού κατά τις Γενικές Βουλευτικές Εκλογές της 10ης Οκτωβρίου 1993, η οποία ωφείλετο στην κατανομή των βουλευτικών εδρών της εκλογικής του περιφερείας, από το ως άνω δε οφειλόμενο στον αναιρεσίβλητο ποσό υπεχρεώθη το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει, νομιμοτόκως, σε αυτόν το ποσόν των 15.000 ευρώ. Προς αντίκρουση των προβαλλομένων λόγων αναιρέσεως ο αναιρεσίβλητος έχει καταθέσει τα από 27.3.2009, 16.3.2011, 18.10.2011 και 23.10.2012 υπομνήματα.
2. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικος ορίζεται ότι «για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος...». Εξ άλλου, στο άρθρο 54 παρ. 2 του Συντάγματος ορίζεται ότι «Ο αριθμός των βουλευτών κάθε εκλογικής περιφέρειας ορίζεται με προεδρικό διάταγμα, με βάση το νόμιμο πληθυσμό της περιφέρειας, όπως αυτός προκύπτει από την τελευταία απογραφή». Η συνταγματική αυτή διάταξη, με την οποία εξειδικεύεται, μεταξύ άλλων, η αρχή της λαϊκής κυριαρχίας, παράλληλα με την προστασία του γενικού συμφέροντος, δηλαδή την διασφάλιση της ευρύθμου λειτουργίας του αντιπροσωπευτικού συστήματος, έχει θεσπισθεί και για την προστασία του δικαιώματος των καθ' έκαστον πολιτών να συμμετέχουν στην άσκηση της δημοσίας εξουσίας, έκφραση του οποίου αποτελεί και το δικαίωμα του εκλέγεσθαι. Ως εκ τούτου, η παραβίαση της ανωτέρω διατάξεως από κρατικά όργανα, με πράξεις ή παραλείψεις τους, κατά την ενάσκηση της ανατεθείσης σ' αυτά δημοσίας εξουσίας, δύναται να στοιχειοθετήσει υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, αφού, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η υποχρέωση του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω παρανόμων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων του αίρεται μόνο στην περίπτωση που η γενεσιουργός της ζημίας πράξη ή παράλειψη έλαβε χώρα κατά παράβαση διατάξεως, η οποία έχει θεσπισθεί αποκλειστικώς χάριν του γενικού συμφέροντος, όχι δε και στην περίπτωση που η παραβιασθείσα διάταξη αποβλέπει, παραλλήλως προς την προστασία του γενικού συμφέροντος και στην προστασία δικαιώματος ή συμφέροντος των κατ' ιδίαν προσώπων (ΣΕ 2692/2001 ad hoc). Εξ άλλου, στο άρθρο 298 του Αστικού Κώδικος προβλέπεται ότι: «Η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί». Περαιτέρω, στο άρθρο 17 του ν. 2218/1994 (Α΄ 90) ορίζονται τα εξής: «1. Το αξίωμα του νομάρχη ... είναι τιμητικό και άμισθο. Στο νομάρχη καταβάλλονται μηνιαίως, για όσο χρόνο έχει την ιδιότητα αυτή, έξοδα παράστασης το ύψος των οποίων καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομικών... [η παρ. 1 ετροποποιήθη, αρχικώς, με το άρθρο 13 παρ. 4 του ν. 2307/1995 (Α΄ 113) και ακολούθως αντικατεστάθη ως άνω με το άρθρο 20 παρ. 2 του ν. 2344/1995 (Α΄ 212 ορθή επανεκτύπωση) από τότε που ίσχυσε]. 2. Στο νομάρχη ... καταβάλλονται, για τις εκτός έδρας μετακινήσεις [του] για εκτέλεση υπηρεσίας, ημερήσια αποζημίωση και έξοδα μετακίνησης...». Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 105 του Εισ. Ν.Α.Κ. και 298 του Α.Κ. (π.δ. 456/1984, Α΄ 164), η αποζημίωση, την οποία οφείλει το Δημόσιο περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής καταστάσεως του ζημιωθέντος, μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος, και εκείνης, στην οποία θα βρισκόταν ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός. Οσάκις από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφελείας. Τέτοιος σύνδεσμος συντρέχει, όπως έχει κριθεί (βλ. ad hoc ΣΕ 1481/2008 σκ. 11), και μεταξύ της μη εκλογής ενός προσώπου ως βουλευτού και της ωφελείας που το πρόσωπο αυτό απεκόμισε από το αξίωμα του νομάρχου, αξίωμα, το οποίο δεν θα μπορούσε να καταλάβει εάν είχε εκλεγεί ως βουλευτής λόγω του ασυμβιβάστου των καθηκόντων βουλευτού και νομάρχου (Α.Ε.Δ. 42/1995). Στην περίπτωση, επομένως, αυτή επιβάλλεται, για τον προσδιορισμό της ζημίας, ο συνυπολογισμός του οφέλους που κατά τα ανωτέρω προέκυψε από το ζημιογόνο γεγονός (ΣΕ 866/2011 7μ., πρβλ. ΣΕ 449/2002, Α.Π. 537/2006), δηλ. ο συμφηφισμός των αποδοχών που έλαβε ένα πρόσωπο ως νομάρχης, κατά το άρθρο 17 παρ. 1 του ν. 2218/1994 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδιδόμενες κοινές υπουργικές αποφάσεις, με την αποζημίωση που θα ελάμβανε ως εν ενεργεία βουλευτής (πρβλ. ΣΕ 1481/2008 σκ. 11). Εξ άλλου, ο συνυπολογισμός ζημίας και κέρδους χωρεί, κατ' αρχήν, κατόπιν υποβολής σχετικής ενστάσεως εκ μέρους του εναγομένου (ΣΕ 866/2011, πρβλ. ΣΕ 1585/2009, 2792/2008, 2531/2007 7μ.), πλην, λόγω του ότι ο συνυπολογισμός αυτός είναι μέθοδος προσδιορισμού της ακριβούς εκτάσεως της ζημίας, δύναται να χωρήσει και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφ' όσον το ζήτημα του ύψους της ζημίας έχει καταστεί αντικείμενο της δίκης (ΣΕ 866/2011 7μ., πρβλ. Α.Π. 849/2002, Α.Π. 22/1995 Ολομ.).
3. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, «με το π.δ/μα 488/1989 (Α΄ 209) ορίσθηκε η διενέργεια γενικής απογραφής του πληθυσμού και της οικοτεχνίας εντός του έτους 1991 και με την 18894/Γ.3582/28.9.1989 κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Αμύνης, Εξωτερικών, Εσωτερικών, Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων (Β΄ 721) ορίσθηκε η διενέργεια απογραφής πληθυσμού, κατοικιών και οικοτεχνίας την 17η Μαρτίου 1991. Πριν όμως κυρωθούν και δημοσιευθούν τα αποτελέσματα της εν λόγω απογραφής, εξεδόθη το π.δ/μα 352/10-11.9.1993 (Α΄ 151), με το οποίο διελύθη η Βουλή της Ζ΄ Βουλευτικής Περιόδου και προεκηρύχθησαν βουλευτικές εκλογές για την 10η Οκτωβρίου 1993. Ηκολούθησε η δημοσίευση του π.δ/τος 381/17.9.1993 (Α΄ 162), με το οποίο έγινε η κατανομή των βουλευτικών εδρών, βάσει της προηγουμένης απογραφής του έτους 1981, για τον λόγο που ρητώς αναφέρεται στο προοίμιό του, ότι τα αποτελέσματα της απογραφής 1991 δεν είχαν ακόμη κυρωθεί και δημοσιευθεί, λόγω μη ολοκληρώσεως του ελέγχου που είχε ζητήσει ο αρμόδιος Υπουργός. Μετά τη διεξαγωγή των βουλευτικών εκλογών, κατά την ορισθείσα κατά τα ανωτέρω ημερομηνία, ο (ήδη αναιρεσείων), ο οποίος είχε ανακηρυχθεί πρώτος αναπληρωματικός βουλευτής του συνδυασμού του κόμματος της Νέας Δημοκρατίας στο Νομό ... ήσκησε, μαζί με άλλους, ένσταση κατά του κύρους των εκλογών, επί της οποίας εξεδόθη η 21/1994 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου. Με την απόφαση αυτή εκρίθη ότι το προαναφερόμενο π.δ/μα 381/1993 περί κατανομής των βουλευτικών εδρών, το οποίο εβασίσθη στην προηγούμενη απογραφή του έτους 1981 και όχι στη νεωτέρα του έτους 1991, αντίκειται στο άρθρο 54 παρ. 2 του Συντάγματος και είναι ανίσχυρο, κατά το μέρος που καθωρίσθησαν για ωρισμένες περιφέρειες, όπως εκείνες του Νομού .., στην οποία έθεσε υποψηφιότητα ο (ήδη αναιρεσείων), λιγότερες έδρες, από εκείνες που αναλογούσαν με βάση τον προκύπτοντα από την απογραφή του έτους 1991 πληθυσμό τους.
4. Επειδή, κατόπιν τούτου, ο ήδη αναιρεσίβλητος ήσκησε την από 2.10.1995 αγωγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία εζήτησε, κατ' επίκληση του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να του καταβάλει, μεταξύ άλλων, το ποσό των 23.316.000 δραχμών, ως αποζημίωση, για την αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας, την οποίαν υπέστη λόγω της μη επανεκλογής του ως βουλευτού, της οφειλομένης, κατ' αυτόν, στο γεγονός ότι, επειδή για τον καθορισμό των βουλευτικών εδρών κάθε εκλογικής περιφερείας το π.δ./μα 381/1993 εστηρίχθη στα αποτελέσματα της απογραφής του έτους 1981 και όχι, όπως έπρεπε, συμφώνως με το άρθρο 54 παρ. 2 του Συντάγματος, σ' εκείνα της νεωτέρας απογραφής του έτους 1991, καθωρίσθησαν για την περιφέρεια του Νομού ... δύο έδρες λιγότερες από εκείνες που αναλογούσαν σ' αυτήν, με βάση τον προκύπτοντα από την τελευταία απογραφή πληθυσμό της, με συνέπεια το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας να λάβει, βάσει των ψήφων, τις οποίες συγκέντρωσε στις εκλογές, δύο έδρες αντί για τέσσερις. Το ως άνω συνολικό ποσό αντιστοιχούσε σε απωλεσθείσες αποδοχές και αποτιμηθείσες σε χρήμα υπηρεσίες (όπως ειδικώτερον ανελύοντο στο αγωγικό δικόγραφο) ποσού 1.984.666 δρχ. μηνιαίως, για το χρονικό διάστημα από 10.10.1993 έως τις 2.10.1995 (ημερομηνία συντάξεως της αγωγής). Η αγωγή αυτή απερρίφθη με την 14092/1996 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, έφεση δε του αναιρεσείοντος κατ' αυτής απερρίφθη με την 4213/1999 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Το τελευταίο αυτό δικαστήριο, αφού εδέχθη ότι το άρθρο 54 παρ. 2 του Συντάγματος αποσκοπεί στη διασφάλιση της ευρύθμου λειτουργίας του αντιπροσωπευτικού συστήματος και υπηρετεί, ως εκ τούτου, αποκλειστικά το κοινό συμφέρον, έκρινεν ότι η παραβίαση της συνταγματικής αυτής διατάξεως με το προαναφερθέν π.δ/μα 381/1993 περί κατανομής των βουλευτικών εδρών δεν γεννά ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποκατάσταση της ζημίας, η οποία προεκλήθη στον αναιρεσείοντα. Το Διοικητικόν Εφετείον έκρινε περαιτέρω ότι, και αν ήθελε γίνει δεκτόν ότι η παραβίαση της ανωτέρω συνταγματικής διατάξεως δημιουργεί, κατ' αρχήν, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν θεμελιώνεται αξίωση του αναιρεσείοντος προς αποζημίωση, αφού η αντίθεση του π.δ/τος 381/1993 προς το Σύνταγμα δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς το βλαπτικό για αυτόν αποτέλεσμα, δηλαδή την μη εκλογή του ως βουλευτού, με την αιτιολογία ότι, δοθέντος ότι, αν η κατανομή των βουλευτικών εδρών στις εκλογές της 10.10.1993 είχε γίνει με βάση τον πληθυσμό της χώρας και του Νομού ...., ο οποίος προέκυψε από την τελευταία απογραφή του έτους 1991, ο αριθμός των εδρών της εκλογικής περιφέρειας του Νομού .. θα ήταν μεγαλύτερος, οπότε το κόμμα της .., έχοντας συμφώνως προς το άρθρο 34 παρ. 6 του π.δ/τος 353/1993, την δυνατότητα να περιλάβει στο ψηφοδέλτιό του αριθμό υποψηφίων μέχρι του αριθμού των εδρών προσηυξημένου κατά δύο, θα περιελάμβανε σ' αυτό πιθανόν και νέα πρόσωπα, επιπλέον όσων είχε περιλάβει στο ψηφοδέλτιό του κατά τις εκλογές της 10.10.1993, τοιουτοτρόπως όμως, και αν τα κόμματα είχαν συγκεντρώσει τον ίδιο αριθμό ψήφων και το κόμμα της Νέας Δημοκρατίας είχε εκλέξει, όπως υπεστήριξε ο αναιρεσείων, τρεις βουλευτές από την πρώτη κατανομή, δεν θεωρείται βέβαιο, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων και τους κανόνες της κοινής πείρας, ότι ο αναιρεσείων θα είχε καταλάβει την ιδία, από άποψη αριθμού ψήφων, τρίτη, θέση μεταξύ των συνυποψηφίων του κόμματός του και ότι θα είχε εκλεγεί βουλευτής από την πρώτη κατανομή, ενόψει της διασποράς ψήφων και προς τους άλλους δύο συνυποψηφίους του. Η ως άνω εφετειακή απόφαση ανηρέθη με την 2692/2001 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, για δύο λόγους και συγκεκριμένως, πρώτον, διότι η διάταξη του άρθρου 54 παρ. 2 του Συντάγματος έχει θεσπισθεί όχι μόνον χάριν του γενικού συμφέροντος αλλά και για την προστασία του δικαιώματος των καθ' έκαστον πολιτών να συμμετέχουν στην άσκηση της δημοσίας εξουσίας και, δεύτερον, διότι η ενδεχομένη και υποθετική εξέλιξη των γεγονότων δεν αναιρεί την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ παρανόμου πράξεως ή παραλείψεως και επελθούσης ζημίας, η δε υπόθεση, ως χρήζουσα διευκρινίσεως, κατά το πραγματικό, ανεπέμφθη στο εκδόν αυτή δικαστήριο για νέα νόμιμο κρίση.
5. Επειδή, με την 5258/2002 απόφασή του, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, επιληφθέν μετ' αναίρεση και εναρμονιζόμενο προς όσα εκρίθησαν με την προαναφερθείσα αναιρετική απόφαση, έκρινεν ότι η παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 54 παρ. 2 του Συντάγματος με το π.δ/μα 381/1993 περί κατανομής των βουλευτικών εδρών εθεμελίωνε στην προκειμένη περίπτωση ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση του ήδη αναιρεσιβλήτου, καθ' όσον η εκλογή αυτού, εάν δεν είχε εμφιλοχωρήσει η ανωτέρω παραβίαση, ήταν βεβαία ενόψει των προεκτεθέντων συγκεκριμένων πραγματικών δεδομένων (κατάληψη υπ' αυτού της τρίτης θέσεως μεταξύ των υποψηφίων του κόμματός του στις εκλογές της 10.10.1993 και ανακήρυξή του ως πρώτου αναπληρωματικού βουλευτού) και ανεξαρτήτως οποιαδήποτε ενδεχομένης και υποθετικής εξελίξεως των γεγονότων, κατόπιν δε τούτου εξηφάνισε την πρωτόδικο απόφαση και προέβη στην κατ' ουσίαν εξέταση της αγωγής. Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα, είναι δε γνωστό στο Δικαστήριο από την 1481/2008 απόφασή του, με την οποία η ως άνω 5258/2002 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών ανηρέθη μόνον κατά το σχετικό με τη μη επιδίκαση τόκων υπερημερίας κεφάλαιό της, με την εν λόγω εφετειακή απόφαση έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και συγκεκριμένως όσον αφορά τα σχετικά με την αποθετική ζημία του κονδύλια, τα οποία ενδιαφέρουν και, εν προκειμένω, ανεγνωρίσθη η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει σε αυτόν το ποσόν των 13.860.000 δρχ. (από το οποίο 15.000 δρχ., το ποσόν δηλ. ως προς το οποίο το καταψηφιστικό του αίτημα δεν είχε τραπεί σε αναγνωριστικό, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής). Ειδικώτερον, το δικάσαν την ως άνω αγωγή διοικητικό εφετείο εδέχθη ότι, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 298 του Αστικού Κώδικος η αποζημίωση, την οποία οφείλει το Δημόσιο, λόγω παρανόμων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων του, περιλαμβάνει την διαφορά μεταξύ της παρούσης περιουσιακής καταστάσεως του ζημιωθέντος και εκείνης, η οποία θα υπήρχε εάν δεν συνέβαινε το ζημιογόνο γεγονός, οσάκις δε από το γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφελείας. Το ως άνω εφετείον εδέχθη, εν συνεχεία, ότι το ποσόν αποζημιώσεως, το οποίο ζητεί με την ως άνω αγωγή του ο ήδη αναιρεσίβλητος αντιπροσωπεύει (πέραν της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης) αποθετική ζημία (διαφυγόν κέρδος), χρονικού διαστήματος 10.10.1993 έως 5.10.1995, ύψους 46.632.000 δρχ., η οποία συνίσταται, ειδικώτερον, στη στέρηση της λήψεως α) της μηνιαίας βουλευτικής αποζημιώσεως, ανερχομένης ετησίως σε 9.800.000 δρχ. (700.000 δρχ. Χ 14 μήνες), β) του επιδόματος οργανώσεως γραφείου, ανερχομένου ετησίως σε 2.460.000 δρχ. (βουλευτική αποζημίωση 9.800.000 δρχ. Χ 25%), γ) του ποσού των 720.000 δρχ. ετησίως (60.000 δρχ. Χ 12 μήνες για ταχυδρομικά τέλη), δ) του ποσού του 1.200.000 δρχ. ετησίως (100.000 δρχ. Χ 12 μήνες) για έξοδα κινήσεως, ε) της αποζημιώσεως για συμμετοχή σε Κοινοβουλευτικές Επιτροπές (διαρκείς και θέρους) που για τους μη Υπουργούς βουλευτές αντιστοιχεί σε 1.200.000 δρχ. ετησίως (100.000 δρχ. Χ 12 μήνες), στ) των υπηρεσιών συνεργάτου και αστυνομικού, των οποίων οι αποδοχές ανέρχονται σε 12.000.000 δρχ. ετησίως (1.000.000 Χ 12 μήνες) και ζ) των ατελειών του Ζ΄/1975 ψηφίσματος ποσού 600.000 δρχ. ετησίως (50.000 Χ 12 μήνες). Προς απόδειξη των ανωτέρω, ο ήδη αναιρεσίβλητο, κατά τα γενόμενα δεκτά από την ως άνω εφετειακή απόφαση, είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει τις υπ' αριθ. Πρωτ..../10.8.94, .../1.3.96 και .../23.4.96 βεβαιώσεις του Διευθυντού των Οικονομικών Υπηρεσιών της Βουλής, συμφώνως προς τις οποίες οι καταβαλλόμενες στους βουλευτές απολαβές περιλαμβάνουν μηνιαία αποζημίωση (από 1.10.93 ύψους 644.022 δρχ, από 1.1.94 ύψους 676.223 δρχ., από 1.7.94 ύψους 710.034 δρχ., από 1.1.95 ύψους 717.893 δρχ και από 1.7.95 ύψους 735.590 δρχ.), δώρα εορτών και επίδομα αδείας, επίδομα οργανώσεως γραφείου (ίσο με το 25% της μηνιαίας αποζημιώσεως), έξοδα κινήσεως (ύψος αναλόγου της αποστάσεως της εκλογικής τους περιφέρειας) και ταχυδρομικά τέλη (ύψους ίσου με την αξία ταχυδρομήσεως 1.000 επιστολών, ήτοι 60.000 δρχ. μηνιαίως), επίσης δε ότι για κάθε συμμετοχή τους στις διαρκείς Κοινοβουλευτικές Επιτροπές, καταβάλλεται αποζημίωση ίση με το 1/20 της μηνιαίας αποζημιώσεως, ενώ για την υποβοήθηση του έργου τους διατίθεται αριθμός συνεργατών και τους αναγνωρίζονται ωρισμένες ατέλειες προβλεπόμενες από το Ζ΄/1975 ψήφισμα. Κατόπιν των ανωτέρω, ως προς την έκταση της αποθετικής ζημίας του ήδη αναιρεσιβλήτου για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα, το δικάσαν εφετείον εδέχθη, όπως το περιεχόμενο της αποφάσεώς του παρατίθεται εκτενέστερον (σε σχέση με την αναιρεσιβαλλομένη) στην 1481/2008 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, ότι: «α) οι υπό στοιχ. β΄ έως ε΄ και ζ΄ παροχές (επίδομα οργανώσεως γραφείου, έξοδα κινήσεως κ.λπ.) αντικρύζουν πραγματικές δαπάνες, στις οποίες υποβάλλονται οι βουλευτές κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους και, επομένως, η μη απόληψη τούτων από τον (ήδη αναιρεσίβλητο), ο οποίος δεν υπεβλήθη στις αντίστοιχες δαπάνες, λόγω μη ασκήσεως εν τοις πράγμασι βουλευτικού έργου δεν θεμελιώνει αξίωση αυτού προς αποζημίωση. Και τούτο, ανεξαρτήτως της αοριστίας ή του αναποδείκτου, κατά περίπτωση, των υπό στοιχ. δ΄, ε΄ και ζ΄ κονδυλίων (μη προσδιορισμός, στις προαναφερόμενες βεβαιώσεις, του ύψους των εξόδων κινήσεως, του αριθμού των κατ' έτος συμμετοχών στις επιτροπές και του είδους των ατελειών), β) η στέρηση των υπηρεσιών συνεργάτου και αστυνομικού (υπό στοιχ. στ΄ κονδύλιο) δεν συνιστά περιουσιακή ζημία του ιδίου του (ήδη αναιρεσιβλήτου), και ως εκ τούτου το σχετικό με την αποκατάσταση αυτής αίτημά του δεν έχει νόμιμον έρεισμα, και γ) η μη απόληψη της καταβαλλομένης στους εν ενεργεία βουλευτές μηνιαίας αποζημιώσεως (υπό στοιχ. α΄ κονδύλιο) επροξένησε στον (ήδη αναιρεσίβλητο) ισόποση με το ύψος της εν λόγω αποζημιώσεως ζημία, η οποία ανέρχεται, για το ένδικο χρονικό διάστημα (10.10.1993 έως 5.10.1995) στο συνολικό ποσό των 19.600.000 δρχ. (700.000 δρχ. Χ 14 μήνες Χ 2 έτη). Εν όψει όμως του ότι ο (ήδη αναιρεσίβλητος), κατά τις νομαρχιακές εκλογές της 16.10.1994 εξελέγη Noμ... και ότι το γεγονός της μη εκλογής του ως βουλευτού επέτρεψε σ' αυτόν την άσκηση των σχετικών με το ως άνω αξίωμα καθηκόντων (δεδομένου του ασυμβιβάστου των καθηκόντων βουλευτού και νομάρχου – Α.Ε.Δ. 42/1995), οι αποδοχές του (ωφέλεια), χρονικού διαστήματος 1.1.1995 έως 5.10.1995, συνολικού ύψους 5.740.000 δρχ., στις οποίες δεν συμπεριλαμβάνονται, ως αντιπροσωπεύοντα πραγματικές δαπάνες, τα εκ δραχμών 80.000 μηνιαίως έξοδα παραστάσεως και κινήσεως (βλ. το υπ' αριθμ. Πρωτ. ...18.4.1996 έγγραφο της Δ/νσεως Οικονομικού του Υπουργείου Εσωτερικών), πρέπει να συμψηφισθούν με το προαναφερόμενο ποσό αποζημιώσεως και να προσδιορισθεί, κατόπιν αυτού, η αποζημίωση, την οποία δικαιούται ο ήδη αναιρεσίβλητος σε 13.860.000 δρχ. (19.600.000 – 5.740.000)».
6. Επειδή, εν τω μεταξύ, με την από 24.12.2001 αγωγή του ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ήδη αναιρεσίβλητος επεδίωξε την αποκατάσταση της, κατά τα προεκτεθέντα, αποθετικής ζημίας που υπέστη εξαιτίας της οφειλομένης στην ανωτέρω αιτία μη επανεκλογής του ως βουλευτού και για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, από 2.10.1995 έως 24.8.1996, ζητώντας να υποχρεωθεί το Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλλει το ποσόν των 21.831.326 δρχ. (αίτημα, το οποίο περιώρισε σε αναγνωριστικό, με το από 30.3.2004 υπόμνημά του, καθ' όσον υπερέβαινε το ποσόν των 15.000 ευρώ). Ειδικώτερον, όπως αναφέρεται στην ως άνω αγωγή, το αιτούμενο προς αποζημίωση συνολικό αυτό ποσόν (1.984.666 δρχ. μηνιαίως Χ 11 μήνες = 21.831.326 δρχ.) συνίστατο (κατά τους υπολογισμούς του ιδίου, του ήδη αναιρεσιβλήτου στο ενσωματωμένο στην ως άνω αγωγή δικόγραφο της προηγηθείσης αγωγής του, κατά του ίδιου εναγομένου και για την ιδία αιτία για προγενέστερο χρονικό διάστημα, η οποία έγινε, εν μέρει, δεκτή με την προαναφερθείσα 5258/2002 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών στη στέρηση της λήψεως κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα: α) της βουλευτικής αποζημιώσεως, ανερχομένης σε 700.000 δρχ. μηνιαίως, β) του επιδόματος οργανώσεως γραφείου, το οποίον ισούται προς το 25% της βουλευτικής αποζημιώσεως και ανέρχεται σε 204.000 δρχ. μηνιαίως, γ) του ποσού των 60.000 δρχ. μηνιαίως για ταχυδρομικά τέλη, δ) του ποσού των 100.000 δρχ. μηνιαίως για έξοδα κινήσεως, ε) της αποζημιώσεως για συμμετοχή σε Κοινοβουλευτικές Επιτροπές (διαρκείς και θέρους) που για τους μη Υπουργούς αντιστοιχεί, κατ' αυτόν, σε 100.000 δρχ. μηνιαίως, στ) των υπηρεσιών συνεργάτου και αστυνομικού, των οποίων οι αποδοχές ανέρχονται σε 1.000.000 δρχ. μηνιαίως και ζ) των ατελειών του Ζ/1975 ψηφίσματος, ποσού 50.000 δρχ. μηνιαίως. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του, ο ήδη αναιρεσίβλητος, ο οποίος επεκαλέσθη με το από 12.5.2004 υπόμνημά του, και την προαναφερθείσα 5258/2002 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή, εν μέρει, η αγωγή του (αναφερόμενος και στην κατ' αυτής ασκηθείσα εκ μέρους του αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας), επεκαλέσθη, με το από 9.2.2005 υπόμνημά του, και προσεκόμισε βεβαίωση (υπ' αρ. .../21.12.2004) του Τμήματος Λογιστηρίου της Διευθύνσεως Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής των Ελλήνων, στην οποία βεβαιούται το ακριβές ύψος της βουλευτικής αποζημιώσεως που έλαβε μέλος του Ελληνικού Κοινοβουλίου κατά το διάστημα από 1.1.1995 έως 24.8.1996 και συμφώνως με την οποία η εν λόγω αποζημίωση για έκαστο των μηνών Οκτωβρίου, Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 1995 και Ιανουαρίου και Φεβρουαρίου του 1996 ανήρχετο σε 735.590 δρχ., για έκαστο των μηνών Μαρτίου και Απριλίου 1996 σε 748.350 δρχ., για έκαστο των μηνών Μαΐου και Ιουνίου 1996 σε 763.859 δρχ., για τον Ιούλιο του 1996 σε 779.749 δρχ. και για τον Αύγουστο του 1996 σε 623.799 δρχ. Κατ' επίκληση δε της ανωτέρω βεβαιώσεως και των ποσών που ανεγράφοντο σε αυτήν, ο αναιρεσίβλητος εζήτησε, με το προαναφερθέν υπόμνημά του, να του καταβληθεί, ως βουλευτική αποζημίωση, για την ως άνω αιτία το ποσόν των 10.527.732 δρχ. ή 30.895,77 ευρώ, το οποίον αντιστοιχεί, κατά τους υπολογισμούς του ιδίου, στη βουλευτική αποζημίωση που θα ελάμβανε για τους μήνες από Οκτώβριο 1995 έως και Απρίλιο 1996 και από Ιούνιο έως και Αύγουστο 1996, σε επίδομα αδείας ετών 1995 και 1996, δώρο Χριστουγέννων 1995 και 1996, αναδρομικά Μαΐου 1995, Φεβρουαρίου και Απριλίου 1996 και δώρο Πάσχα 1996. Εξ άλλου, το Δημόσιο με το από 23.4.2005 υπόμνημά του είχε ζητήσει πρωτοδίκως την απόρριψη της αγωγής, προβάλλοντας ότι δεν υφίσταται η παρανομία του π.δ/τος 381/1993, ότι η στέρηση της βουλευτικής αποζημιώσεως δεν συνιστά ζημία, η οποία μπορεί να αποκατασταθεί, διότι δεν έχει το χαρακτήρα αμοιβής, αλλά γνησίας αποζημιώσεως και ότι τα λοιπά αιτούμενα κονδύλια, πλην εκείνου της βουλευτικής αποζημιώσεως, ήσαν απορριπτέα ως αόριστα και αναπόδεικτα, εν πάση δε περιπτώσει ως αβάσιμα, διότι αντιστοιχούν σε χρηματικές παροχές έναντι εξόδων, στα οποία υποβάλλεται ο βουλευτής λόγω της ιδιότητός του και δεν δύνανται να ενταχθούν στην έννοια των εσόδων που θα απεκόμιζε ο αναιρεσίβλητος, εάν είχε εκλεγεί βουλευτής. Το Δημόσιο προέβαλε επίσης ένσταση συμψηφισμού ζημίας και κέρδους, ισχυριζόμενον ότι έπρεπε να υπολογισθεί και να αφαιρεθεί από το ποσό της αποζημιώσεως, το ποσόν που ο αναιρεσίβλητος ελάμβανε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα ως Νομάρχης, αφού κατά τις εκλογές της 16.10.1994 είχε εκλεγεί ως Νομάρχης ... και, όπως είχε κριθεί με την 42/1995 απόφαση του Α.Ε.Δ., τα καθήκοντα του βουλευτού είναι ασυμβίβαστα προς εκείνα του Νομάρχου. Προς απόδειξη των ισχυρισμών του το Δημόσιον είχε πρωτοδίκως προσκομίσει α) την υπ' αρ. ...19.4.1996 βεβαίωση του Τμήματος Οργανώσεως και Λειτουργίας Ο.Τ.Α. της Γενικής Διευθύνσεως Τοπικής Αυτοδιοικήσεως του Υπουργείου Εσωτερικών, συμφώνως με την οποία ο ήδη αναιρεσίβλητος εξελέγη Νομάρχης της ως άνω Ν.Α. στις εκλογές, οι οποίες διενεργήθησαν στις 16.10.1994 για την τετραετία από 1.1.1995 έως και 31.12.1996, β) το υπ' αρ. .../18.4.1996 έγγραφο του Τμήματος Διοικητικής Μέριμνας της Γενικής Διευθύνσεως Διοικητικής Υποστηρίξεως του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, συμφώνως προς το οποίο οι αποδοχές του Γενικού Γραμματέως Περιφερείας, προς τις οποίες ταυτίζονται, συμφώνως με το άρθρο 65 παρ. 1 του π.δ/τος 30/1996, Α΄ 21, οι αποδοχές του Νομάρχου ανήρχοντο, κατά το χρονικό διάστημα από 1.7.1995 έως 31.12.1995 σε 588.732 δρχ. μηνιαίως, (χωρίς να περιλαμβάνονται σε αυτές, ως πραγματικές δαπάνες, τα έξοδα παραστάσεως και τα έξοδα κινήσεως, 40.000 δρχ. έκαστο), και γ) το υπ' αρ..../30.7.2004 έγγραφο της ιδίας υπηρεσίας, στο οποίο αναγράφονται οι αποδοχές του Γενικού Γραμματέως Περιφερείας, οι οποίες καθωρίσθησαν βάσει της υπ' αρ. 2/48910/0022/22.8.2001 αποφάσεως του Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 1114/23.8.2001) και ισχύουν, συμφώνως με την προαναφερθείσα υπουργική απόφαση, από 1.8.2001. Η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών, με την 12473/2005 απόφασή του. Αφού, ειδικώτερον, εκρίθη με την διαλαμβανομένη στην απόφαση αυτή αιτιολογία, ότι η κατανομή των βουλευτικών εδρών στις βουλευτικές εκλογές, οι οποίες διενεργήθησαν στις 10.10.1993 ήταν μη νόμιμος, είχε δε ως αποτέλεσμα την μη επανεκλογή του αναιρεσιβλήτου ως βουλευτού και, περαιτέρω, ότι το Ελληνικό Δημόσιο υπεχρεούτο σε αποκατάσταση της ζημίας του κατά το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, ως προς τα επί μέρους αγωγικά κονδύλια εκρίθησαν τα εξής: το αίτημα αποζημιώσεως για συμμετοχή σε κοινοβουλευτικές επιτροπές και ατέλειες του Ζ΄ Ψηφίσματος του 1975 απερρίφθη, πρωτίστως, ως αορίστως προβαλλόμενο. Το αίτημα περί καταβολής των επιδομάτων οργανώσεως γραφείου, των ταχυδρομικών τελών και των εξόδων κινήσεως απερρίφθη, με τη σκέψη ότι τα επιδόματα αυτά αντιπροσωπεύουν πραγματικές δαπάνες, στις οποίες υποβάλλονται οι βουλευτές κατά την άσκηση του λειτουργήματός τους (πρβλ. ΣΕ 3150/1999) και, επομένως, η μη απόληψη αυτών από τον αναιρεσίβλητο, ο οποίος δεν υπεβλήθη στις αντίστοιχες δαπάνες, λόγω μη ασκήσεως εν τοις πράγμασι βουλευτικού έργου, δεν θεμελιώνει αξίωσή του προς αποζημίωση. Εκρίθη, αντιθέτως, ότι η μη επανεκλογή του αναιρεσιβλήτου ως βουλευτού επροξένησε σε αυτόν ζημία ισόποσο με το ύψος της βουλευτικής αποζημιώσεως που θα ελάμβανε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και η οποία ανήρχετο, συμφώνως με την προσκομισθείσα από αυτόν βεβαίωση της Βουλής των Ελλήνων, στο συνολικό ποσόν των 8.105.916 δρχ. (ήδη 23.788,45 ευρώ), ανελύετο δε στα εξής επί μέρους ποσά: α) 3.677.950 δρχ. για το διάστημα από Οκτωβρίου 1995 και Φεβρουαρίου 1996 (735.590 δρχ. Χ 5 μήνες), β) 1.496.700 δρχ. για τους μήνες Μάρτιο και Απρίλιο 1996 (748.350 δρχ. Χ 2 μήνες), γ) 1.527.713 δρχ. για τους μήνες Μάϊο και Ιούνιο 1996 (763.859 δρχ. Χ 2 μήνες), δ) 779.749 δρχ. για τον Ιούλιο 1996 και ε) 623.799 δρχ. για τον Αύγουστο 1996. Λόγω όμως, αφ' ενός, του ότι ο αναιρεσίβλητος με την αγωγή του είχε περιορισθεί να ζητήσει ως βουλευτική αποζημίωση για το κρίσιμο χρονικό διάστημα το ποσόν 700.000 δρχ. μηνιαίως και συνολικώς 7.700.000 δρχ. (700.000 δρχ. Χ 11 μήνες), απαραδέκτως δε διευρύνοντας το αγωγικό του αυτό αίτημα είχε ζητήσει, με το προαναφερθέν υπόμνημά του, για την ιδία αιτία, τα υψηλότερα ποσά που προέκυπταν από την ανωτέρω βεβαίωση της Βουλής των Ελλήνων και αφ' ετέρου, ότι για τον μήνα Αύγουστο του 1996 προέκυψε ότι το ποσό της βουλευτικής αποζημιώσεως που θα ελάμβανε ο αναιρεσίβλητος ανήρχετο, όχι σε 700.000 που ζητούσε με την αγωγή του, αλλά σε 623.799 δρχ., εκρίθη ότι το ποσόν της βουλευτικής αποζημιώσεως που εδικαιούτο ο αναιρεσίβλητος, βάσει των αιτηθέντων με την αγωγή του ποσών, ανήρχετο σε 7.623.799 δρχ. και ήδη 22.373,58 ευρώ (700.000 δρχ. Χ 10 μήνες + 623.799, για τον Αύγουστο 1996). Εξ άλλου, το υποβληθέν με το ως άνω υπόμνημα αίτημα του αναιρεσιβλήτου απερρίφθη με την αυτή αιτιολογία (ανεπίτρεπτο κατ' άρθρο 75 παρ. 3 του Κώδικος Διοικητικής Δικονομίας, διεύρυνση του αιτήματος της δίκης) και καθ' όσον αφορούσε τα κονδύλια που αφορούσαν σε επίδομα αδείας, αναδρομικά και δώρα Χριστουγέννων-Πάσχα, τα οποία, όπως εκρίθη πρωτοδίκως, δεν εζητούντο με την αγωγή. Περαιτέρω, το δικάσαν Πρωτοδικείο έκρινε, κατ' αποδοχή, εν μέρει, της ενστάσεως του Δημοσίου, ότι το ως άνω ποσόν (7.623.799 δρχ.) που ο αναιρεσίβλητος θα ελάμβανε, ως βουλευτική αποζημίωση, έπρεπε να συμψηφισθεί με την ωφέλεια που αυτός απεκόμισε εντός του επιδίκου χρονικού διαστήματος και συγκεκριμένως κατά τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 1995, λαμβάνοντας τις αποδοχές του Νομάρχου, η οποία προσδιωρίσθη στο ποσόν των 1.766.196 δρχ., λαμβάνοντας ειδικώτερον υπ' όψιν τα εξής: α) ότι ο ενάγων κατά τις νομαρχιακές εκλογές της 16.10.1994 εξελέγη Νομάρχης ..., β) ότι το γεγονός της μη εκλογής του ως βουλευτού επέτρεψε σε αυτόν την άσκηση των σχετικών με το ως άνω αξίωμα καθηκόντων (δεδομένου του ασυμβιβάστου των καθηκόντων βουλευτού και νομάρχου, κατά την 42/1995 απόφαση του ΑΕΔ), γ) ότι, συμφώνως με την ...18.4.1996 βεβαίωση του Τμήματος Διοικητικής Μέριμνας της Γενικής Διεύθυνσης Διοικητικής Υποστήριξης του Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, οι αποδοχές του Γενικού Γραμματέως Περιφερείας και κατά συνέπειαν του Νομάρχου (άρθρο 65 παρ. 1 π.δ/τος 30/1996) ανήρχοντο κατά τους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 1995 σε 588.732 δρχ. μηνιαίως και συνολικώς σε 1.766.196 δρχ. και ήδη 5.183,26 ευρώ (588.732 δρχ. Χ 3 μήνες) και δ) ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν προσεκόμισε ανάλογο στοιχείο με την ανωτέρω βεβαίωση σχετικώς προς τις αποδοχές του Νομάρχου για το χρονικό διάστημα από 1.1.1996 έως 24.8.1996, αφού η υπ' αρ. ....../30.7.2004 προσκομισθείσα από αυτό βεβαίωση της αυτής ως άνω υπηρεσίας αφορούσε σε αποδοχές που ίσχυαν σε μεταγενέστερο του επιδίκου χρονικό διάστημα και συγκεκριμένως από 1.8.2001 (βλ. υπ' αρ. 2/43910/0022/22.8.2001 απόφαση Υπουργού Οικονομικών). Κατόπιν του ως άνω συμψηφισμού, η αποζημίωση που, όπως εκρίθη, εδικαιούτο να λάβει ο αναιρεσίβλητος για τη στέρηση της βουλευτικής του αποζημιώσεως, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, προσδιωρίσθη στο ποσόν των 5.857.603 δρχ. και ήδη 17.190,32 ευρώ (7.623.799 – 1.766.196 δρχ.), «από το οποίο ποσό 15.000 πρέπει να υποχρεωθεί το εναγόμενο (ήδη αναιρεσείον) να καταβάλει νομιμοτόκως από την επίδοση της ... αγωγής και έως ολοσχερούς εξοφλήσεως», ενώ κατά το διατακτικό της ιδίας αποφάσεως το πρωτοδικείο «αναγνωρίζει την υποχρέωση του εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στον ενάγοντα για την αναφερόμενη στο σκεπτικό αιτία το ποσό των ... 17.190,32 ευρώ νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής και έως εξοφλήσεως» ενώ «υποχρεώνει το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον ενάγοντα από το ως ανωτέρω οφειλόμενο ποσό, ... 15.000 ευρώ νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής και έως εξοφλήσεως».
7. Επειδή, κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως ήσκησαν εφέσεις αμφότεροι οι διάδικοι, ο μεν αναιρεσίβλητος παραπονούμενος, μεταξύ άλλων, ότι μη νομίμως προέβη το δικάσαν δικαστήριο σε συμφηφισμό της αποζημιώσεως που θα ελάμβανε ως εν ενεργεία βουλευτής με τις «αποδοχές» που έλαβε ως Νομάρχης ... (ισχυρισθείς, αφ' ενός, ότι το άρθρο 17 του ν. 2218/1994 δεν προβλέπει την καταβολή «αποδοχών» στα αιρετά όργανα των νομαρχιακών αυτοδιοικήσεων, αλλά μόνον έξοδα παραστάσεως, ημερησία αποζημίωση, έξοδα μετακινήσεως και αποζημίωση για τη συμμετοχή τους σε συνεδριάσεις και αφ' ετέρου ότι η ωφέλεια που απεκόμισε από την κατάληψη της θέσεως του Νομάρχου δεν τελούσε σε αιτιώδη σύνδεσμο με το ζημιογόνο γεγονός της μη εκλογής του ως βουλευτού) και ότι εσφαλμένως περιωρίσθη η μηνιαία βουλευτική του αποζημίωση στο ποσό των 700.000 ευρώ, αφού με την αγωγή του είχε ζητήσει και την αναλογία επιδομάτων αδείας Χριστουγέννων και Πάσχα, «καθώς και το 25% που επαυξάνει τις μηνιαίες αποδοχές των βουλευτών (Ζ΄ Ψήφισμα, άρθρο 2, παρ. 4)», το δε αναιρεσείον Δημόσιο προβάλλοντας τους εξής λόγους εφέσεως: α) ότι η πρωτόδικος απόφαση έσφαλε κρίνοντας ότι συνέτρεχαν, εν προκειμένω, οι προϋποθέσεις των διατάξεων του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ ως προς την παρανομία του Δημοσίου, β) ότι εσφαλμένως δεν έλαβε υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως την παραγραφή μέρους των ενδίκων απαιτήσεων (εκείνων που αφορούν τους μήνες Οκτώβριο έως και Δεκέμβριο του 1995), συμφώνως με τα άρθρα 91 παρ. 1, 93 και 96 εδ. γ΄ του ν.δ/τος 321/1969 «περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού», γ) ότι εσφαλμένως υπελόγισε προς συμψηφισμό την ωφέλεια του αναιρεσιβλήτου στο ποσόν των 5.183,26 ευρώ, αντί του ορθού ποσού των 5.887,60 ευρώ (στο οποίο συμπεριλαμβάνονται τα μηνιαίως καταβαλλόμενα έξοδα παραστάσεως και κινήσεως, συνολικού ποσού 80.000 ευρώ) για το ως άνω χρονικό διάστημα από 2.10 έως 31.12.1995, δ) ότι επίσης έσφαλε παραλείποντας να συμψηφίσει στη ζημία του αναιρεσιβλήτου τις αποδοχές που αυτός έλαβε κατά το έτος 1996, κατά τη θητεία του ως Νομάρχου και ε) ότι εσφαλμένως ηρμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 340 επ. Α.Κ., 75 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ. και 21 κ.δ. της 26.6/10.7.1944 «περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου» αναγνωρίζοντας ότι πρέπει να καταβληθεί εντόκως και το μέρος της απαιτήσεως, ως προς το οποίο το αγωγικό αίτημα είχε τραπεί σε αναγνωριστικό.
8. Επειδή, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, απέρριψε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου και έκανε δεκτή, εν μέρει, την αντίθετο έφεση του αναιρεσιβλήτου, με το εξής σκεπτικό: «... ο [ήδη αναιρεσίβλητος] είχε ασκήσει για την ίδια ως άνω αιτία αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, ζητώντας αποζημίωση που αφορούσε το χρονικό διάστημα από 10.10.1993 έως και 5.10.1995. Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η 5258/2002 τελεσίδικη απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία, έγινε αυτή εν μέρει δεκτή, αφού εκρίθη ότι συντρέχει παρανομία του Ελληνικού Δημοσίου και υποχρέωση του τελευταίου να αποκαταστήσει την ζημία του [αναιρεσιβλήτου]. Ως προς τα επί μέρους κεφάλαια της επιδικασθείσης με την απόφαση αυτή αποζημιώσεως εκρίθησαν με δύναμη δεδικασμένου, κατ' άρθρο 197 Κ.Δ.Δικ., τα ακόλουθα ζητήματα, τα οποία τελούσαν σε άμεσο και αναγκαία συνάρτηση προς το ως άνω συμπέρασμα της αποφάσεως αυτής, ότι: α) Συντρέχει η ανωτέρω επικαλούμενη από τον [αναιρεσίβλητο] παρανομία του Ελληνικού Δημοσίου, β) Η αποζημίωση που έλαβε αυτός στο ως άνω χρονικό διάστημα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του ως Νομάρχου ... αποτελεί κέρδος συμψηφιστέο με την ζημία που υπέστη από την προαναφερομένη παρανομία του Ελληνικού Δημοσίου. Ενόψει τούτων, και δεδομένου ότι τα ζητήματα αυτά, ως τελεσιδίκως κριθέντα, δεσμεύουν κατ' άρθρο 5 παρ. 1 του Κ.Δ.Δικ. το Δικαστήριο τούτο, ο λόγος της εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, κατά τον οποίο δεν συντρέχει παρανομία των οργάνων του στην ένδικο περίπτωση πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης, ως αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί και ο λόγος εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, κατά τον οποίον εκρίθη εσφαλμένως με την εκκαλουμένη απόφαση ότι η αμοιβή του από την άσκηση των καθηκόντων του ως Νομάρχου, δεν είναι συμψηφιστέα ως κέρδος με την ένδικο ζημία του. Επομένως, ως προς τα κεφάλαια αυτά της αγωγής, νομίμως έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση, αν και με άλλη αιτιολογία... Εξάλλου, έχει κριθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας (2537/1997) ότι και επί αναγνωριστικού αιτήματος οφείλονται τόκοι, επομένως νομίμως με την εκκαλουμένη απόφαση επεδικάσθησαν νόμιμοι τόκοι και για το μέρος του αναγνωριστικού αιτήματος της αγωγής, απορριπτομένου, ως αβασίμου, του αντιθέτου λόγου της εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου. Τέλος, καθ' όσον αφορά την έκταση της ζημίας του [αναιρεσίβλητου] το Δικαστήριο κρίνει ότι εν μέρει βασίμως προβάλλεται από αυτόν με την κρινομένη έφεση ότι εσφαλμένως περιωρίσθη πρωτοδίκως το ποσόν της ετησίας βουλευτικής του αποζημιώσεως με το μη συνυπολογισμό σ' αυτή της αναλογίας των επιδομάτων αδείας, Χριστουγέννων και Πάσχα, δεδομένου ότι ήδη με την αγωγή του είχε συνυπολογίσει στο ποσό της αποζημιώσεως και τα ανωτέρω επιδόματα σημειώνοντας τον προσδιορισμό της σε ετησία βάση με τον πολλαπλασιασμό του μηνιαίου ποσού των 700.000 δρχ. επί 14 μήνες, και στη συνέχεια σε μηνιαία βάση ανερχόμενο, σύμφωνα με την αγωγή του, στο ποσό των 816.000 δρχ. (700.000 Χ 14 = 9.800.000 : 12 = 816.000). Ενόψει τούτων η έκταση της ενδίκου ζημίας πρέπει να προσδιοριστεί ως εξής: 816.000 δρχ. κατά μήνα Χ 11 μήνες = 8.976.000 δρχ., όπως εζήτησε με την αγωγή του ως προς το κεφάλαιο αυτό, και όχι όπως εζήτησε πρωτοδίκως (διευρύνοντας απαραδέκτως το σχετικό αίτημα) με το υπόμνημά του στο ποσό των 10.527.732 δρχ., επικαλούμενος την προαναφερόμενη βεβαίωση της Βουλής. Στη συνέχεια από το ως άνω ποσό των 8.976.000 δρχ. πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό του 1.766.196 δρχ. που αντιστοιχεί στις αμοιβές του ως Νομάρχου, οπότε προκύπτει το ποσόν των 7.209.804 δρχ. και ήδη το ποσόν των 21.158,63 ευρώ, ως καταβλητέα σ' αυτόν αποζημίωση για την ως άνω ένδικο ζημία του». Με τις σκέψεις αυτές, το δικάσαν εφετείο μετερρύθμισε την πρωτόδικο απόφαση, αναγνωρίζοντας ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται να λάβει νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής του το προαναφερθέν ποσόν και υποχρεώνοντας το Ελληνικό Δημόσιο να του καταβάλει, νομιμοτόκως, εκ του ποσού αυτού 15.000 ευρώ, δηλ. το ποσόν ως προς το οποίο το καταψηφιστικό αγωγικό αίτημα δεν είχε τραπεί σε αναγνωριστικό.
9. Επειδή, με την κρινομένη αίτηση το ελληνικό Δημόσιο πλήττει την επιδίκαση στον αναιρεσίβλητο της αναλογίας επιδομάτων αδείας και εορτών, προβάλλοντας ότι τα ποσά αυτά δεν είχαν ζητηθεί με την αγωγή, εσφαλμένως δε εκρίθη το αντίθετο, καθώς και την αναγνώριση της υποχρεώσεώς του να καταβάλει νομιμοτόκως στον αναιρεσίβλητο το ποσόν, ως προς το οποίο το αγωγικό αίτημα είχε τραπεί σε αναγνωριστικό, ενώ παραπονείται για τη μη εξέταση λόγων εφέσεως που είχε προβάλει και αφορούσαν την παραγραφή μέρους της επιδίκου αξιώσεως, καθ' όσον αυτή ανήγετο στους μήνες Οκτώβριο έως και Δεκέμβριο του έτους 1995, επικουρικώς δε το συμψηφισμό με τη βουλευτική αποζημίωση του ως άνω χρονικού διαστήματος των εξόδων κινήσεως και παραστάσεως που έλαβε ο αναιρεσίβλητος κατά το ίδιο διάστημα ως αιρετός Νομάρχης, καθώς και την απόρριψη της υποβληθείσης ενστάσεως συμψηφισμού, καθ' όσον αφορούσε τις αποδοχές του αναιρεσιβλήτου ως Νομάρχου κατά το έτος 1996. Ειδικώτερον: Προβάλλεται, κατ' αρχάς, ότι κατά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας η αναιρεσιβαλλομένη δεν απήντησε επί λόγου εφέσεως του Δημοσίου, συμφώνως προς τον οποίον εσφαλμένως η πρωτόδικος απόφαση είχε δεχθεί την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και κατά το χρονικό διάστημα ως προς το οποίον η επίδικος αξίωση είχε υποπέσει στην προβλεπομένη από την (εφαρμοστέα συμφώνως προς το άρθρο 107 του ν. 2362/1995) διάταξη του άρθρου 91 παρ. 1 του ν.δ/τος 321/1969 πενταετή παραγραφή, η οποία αρχίζει, συμφώνως προς το άρθρο 93 του ίδιου ν.δ/τος, από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίο εγεννήθη η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη· συγκεκριμένως είχαν παραγραφεί οι αναγόμενες στους μήνες Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 1995 αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου, δεδομένου ότι είχαν γεννηθεί και ήσαν δικαστικώς επιδιώξιμες κατά το έτος 1995, ενώ η αγωγή ησκήθη δια καταθέσεως στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, την 24.12.2001, ήτοι μετά την πάροδο της πενταετίας, το πρωτοβάθμιο όμως δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν του τη διάταξη του άρθρου 96 εδ. γ΄ του ως άνω ν.δ/τος 321/1969, συμφώνως με την οποία η παραγραφή χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου λαμβάνεται υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια, και δεν εθεώρησε την αξίωση αυτή του αναιρεσιβλήτου παραγεγραμμένη.
10. Επειδή, τα ζητήματα του χρόνου παραγραφής των κατά του Δημοσίου αξιώσεων και των λόγων διακοπής και αναστολής της παραγραφής αυτής ρυθμίζονται από τον Κώδικα Δημοσίου Λογιστικού και, ως εκ τούτου, δεν μπορούν να εφαρμοσθούν ως προς τα ζητήματα αυτά οι αντίστοιχες διατάξεις του Αστικού Κώδικος, παρά μόνον στις περιπτώσεις που το ίδιο το Δημόσιο Λογιστικό παραπέμπει σε αυτές (όπως συμβαίνει ως προς τις αφορώσες την αναστολή της παραγραφής διατάξεις των άρθρων 257 έως 259 του Αστικού Κώδικος) (ΣΕ 4024/2010, 4102/2015). Αβασίμως, επομένως, επικαλείται ο αναιρεσίβλητος τη μη ευρίσκουσα, εν προκειμένω, εφαρμογή, λόγω της ρητής επί του θέματος ρυθμίσεως του άρθρου 96 ν.δ/τος 321/1969, διάταξη του άρθρου 277 του Α.Κ., συμφώνως με την οποία «το δικαστήριο δεν λαμβάνει αυτεπαγγέλτως υπόψη την παραγραφή που δεν έχει προταθεί».Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί, καθ' ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 91 παρ. 1, 93, 95 περ. α΄ και 96 του ν.δ/τος 321/1969, η αξίωση προς αποζημίωση από παράνομο πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια ή παράλειψη υλικής ενεργείας οργάνων του Δημοσίου υπόκειται σε πενταετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους, κατά το οποίον εγεννήθη η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (βλ. ενδεικτ. ΣΕ 2152/2010 7μ.). Η προβλεπομένη από τις ανωτέρω διατάξεις υπέρ του Δημοσίου παραγραφή λαμβάνεται υπ' όψιν αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια της ουσίας, χωρίς να χρειάζεται να προβληθεί σχετική ένσταση εκ μέρους του Δημοσίου,εφ' όσον από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι κρίσιμα για τον προσδιορισμό του χρόνου ενάρξεως της παραγραφής, την πρόοδο και τη συμπλήρωση του χρόνου αυτής (ΣΕ 4024/2010, 4102/2015).
11. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, ο λόγος εφέσεως του Δημοσίου είχε προβληθεί κατά επαρκώς ωρισμένο τρόπο, διότι δεν εχρειάζετο να γίνει εκ μέρους του επίκληση άλλου πραγματικού προκειμένου να κριθεί, εν όψει και του χρόνου ασκήσεως της επιδίκου αγωγής, εάν είχε συμπληρωθεί ή όχι ο χρόνος παραγραφής των αναγομένων στο έτος 1995 αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου, ενώ ο τελευταίος, με το υπόμνημα που κατέθεσε προς αντίκρουση του περί παραγραφής λόγου εφέσεως, προέβαλε ισχυρισμό περί διακοπής της παραγραφής, η οποία επήλθε με την κατάθεση της από 2.10.1995 αγωγής του που αφορούσε αγωγή αποζημιώσεως κατά του Δημοσίου για την ιδία αιτία ως προς προγενέστερο του ενδίκου χρονικό διάστημα, και η επί της οποίας δίκη δεν είχε αμετακλήτως περατωθεί, ενώ δεν επεκαλέσθη άλλα πραγματικά περιστατικά που θα ηδύνατο να ασκήσουν επιρροή στη συμπλήρωση ή όχι του χρόνου παραγραφής.
12. Επειδή, κατόπιν τούτου, αποβαίνει αλυσιτελής η εξέταση του επικουρικώς, άλλωστε, προβαλλομένου υπό στοιχ. ΙΙ.Β λόγου αναιρέσεως, περί μη εξετάσεως από το δικάσαν εφετείον προβληθέντος λόγου εφέσεως, συμφώνως με τον οποίον η προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού μη νομίμως δεν έγινε δεκτή και κατά το μέρος που στις συμψηφιστέες αποδοχές του ως άνω χρονικού διαστήματος δεν περιελήφθησαν και κονδύλια που αντιστοιχούσαν στα έξοδα παραστάσεως και κινήσεως που ελάμβανε μηνιαίως ο αναιρεσίβλητος (40.000 έκαστο κονδύλιο, δηλ. 80.000 δρχ. και συνολικώς 240.000), τα οποία προέκυπταν από σχετικό έγγραφο του Τμήματος Διοικητικής Μέριμνας του ΥΠ.ΕΣ.Δ.Δ.Α., προσκομισθέν από το αναιρεσείον πρωτοδίκως.
13. Επειδή, ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, (ν. 2717/1999, Α΄ 97), ορίζει στο άρθρο 73 παρ. 1 ότι «Το δικόγραφο της αγωγής ... πρέπει να περιέχει και: ... γ) σαφώς καθορισμένο αίτημα και στο άρθρο 80 παρ. 1 ότι: «Το δικαστήριο, κατά την επίλυση της διαφοράς, είτε δέχεται την αγωγή εν όλω ή εν μέρει και ανάλογα με το αίτημά της, επιδικάζει την παροχή ή απλώς αναγνωρίζει τη σχετική αξίωση, είτε απορρίπτει την αγωγή».
14. Επειδή, το αναιρεσείον Δημόσιο προβάλλει (βλ. υπό στοιχεία ΙΙ.δ. δικογράφου) ότι το δικάσαν εφετείο παρεβίασε τη διάταξη του άρθρου 80 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ/μίας, διότι συνυπολογίζοντας, κατ' αποδοχήν σχετικού λόγου εφέσεως του αναιρεσιβλήτου, στην καταβλητέα σε αυτόν αποζημίωση την αναλογία των επιδομάτων αδείας και εορτών (και επιδικάζοντας σε αυτόν ποσόν 816.000, αντί 700.000 δρχ. μηνιαίως) απεφάνθη πέραν τον αιτηθέντων. Πλήσσοντας, ειδικώτερον, την αιτιολογία, με την οποία το διοικητικόν εφετείον έκρινεν ότι τα ανωτέρω επιδόματα είχαν ζητηθεί με την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, το Δημόσιον υποστηρίζει τα εξής: «από την επισκόπηση του εισαγωγικού της δίκης δικογράφου (αγωγής) προκύπτει ότι η αποζημίωση υπολογίζεται σε βάση 14 μηνών ετησίως, δηλαδή με συνυπολογισμό των επιδομάτων αδείας, Χριστουγέννων και Πάσχα, στην από 2.10.1995 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, το κείμενο της οποίας ενσωματώθηκε στο ιστορικό της επιδίκου, από 24.12.2001 αγωγής. Ωστόσο, στο κείμενο της επιδίκου αγωγής και, ιδίως, στο αιτητικό αυτής, δεν γίνεται καμία αναφορά στα εν λόγω επιδόματα, τα δε αιτούμενα ποσά υπολογίζονται σε βάση 11 ημερολογιακών μηνών, αντίστοιχα προς το κρίσιμο χρονικό διάστημα (2.10.1995 – 24.8.1996), ώστε ούτε εμμέσως να μπορεί να συναχθεί ότι τα επίδικα κονδύλια συμπεριλαμβάνονται στο αγωγικό αίτημα».
15. Επειδή, με το αγωγικό του δικόγραφο ο αναιρεσίβλητος εξέθεσε τα εξής: «Κατά του εναγομένου άσκησα την από 2.10.1995 αγωγή μου, που έχει ως εξής: «... η ζημία που υπέστην και που οφείλει να μου αποκαταστήσει το αντίδικο συνίσταται α) στην στέρηση της λήψης της μηνιαίας βουλευτικής αποζημίωσης, το ύψος της οποίας κατά μήνα ανέρχεται στις 700.000 δρχ. (ήτοι ετησίως 700.000 δρχ. επί 14 = 9.800.000) και κατά μήνα σε δρχ. 816.000 με την αναλογία θερινού επιδόματος και δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα β) ... Η πιο πάνω ζημιά μου ανέρχεται ... κατά μήνα σε δρχ. 1.984.666...». ... Επειδή η από 2.10.95 αγωγή μου περιλαμβάνει το χρονικό διάστημα από 10.10.1993 μέχρι 2.10.1995 και η διάρκεια της περιόδου αυτής της Βουλής έληξε την 24.8.1996, επαναλαμβάνοντας όλες τις στην αγωγή μου και στην υπ' αρ. 2892/01 απόφαση του Σ.τ.Ε. σκέψεις ασκώ την αγωγή μου αυτή για το υπόλοιπο μέχρι 24.8.1996 χρονικό διάστημα, που διήρκεσε η περίοδος της Βουλής αυτής. Ήτοι η αγωγή μου αυτή, στην οποία ενσωματώνεται η πρότερη ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου της 2.10.1995 ασκείται για τους ένδεκα (11) μήνες που διήρκεσε η ζωή της Η΄ Βουλής, οπότε δικαιούμαι να λαμβάνω αποζημίωση για ... αποθετική μου ζημία το ποσό των δρχ. 21.831.326, ήτοι ένδεκα (11) μήνες επί 1.984.666 δρχ., που είχα δικαίωμα να λαμβάνω σαν βουλευτής κατά τα ανωτέρω ειδικότερα αναφερόμενα».
16. Επειδή, η ένδικος αγωγή με το περιεχόμενο, το οποίο παρετέθη ανωτέρω περιείχε αίτημα καταβολής αποζημιώσεως και για την αναλογία επιδομάτων αδείας και εορτών, το οποίο προέκυπτε από τον προσδιορισμό του αντιστοίχου κονδυλίου της κατά μήνα βουλευτικής αποζημιώσεως, ο οποίος περιελαμβάνετο στο ενσωματωθέν στο αγωγικό δικόγραφο περιεχόμενο της προηγηθείσης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, στο οποίο αυτός παρέπεμπτε ως προς τα προσδιοριστικά της ενδίκου ζημίας του στοιχεία, καθωρίζετο δε το εν λόγω αίτημα κατά τον τρόπο αυτό με επαρκή σαφήνεια, συμφώνως προς το άρθρο 73 παρ. 1 του Κώδικος Διοικητικής Δικονομίας. Ορθώς, επομένως, κατέληξε στην κρίση αυτή και το δικάσαν εφετείο, τα δε επιδικασθέντα ως άνω κονδύλια δεν έβαιναν πέραν των αιτηθέντων με την αγωγή, όπως αβασίμως προβάλλεται με τον εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως, ο οποίος είναι απορριπτέος.
17. Επειδή, με τον υπό στ. ΙΙ.γ λόγο της υπό κρίση αιτήσεως το αναιρεσείον Δημόσιο παραπονείται ότι το διοικητικό εφετείο δεν απήντησε επί προβληθέντος λόγου εφέσεως που αφορούσε την απόρριψη πρωτοδίκως, ως αναποδείκτου, της υποβληθείσης ενστάσεως συμψηφισμού, καθ' όσον αφορούσε τις αποδοχές του αναιρεσιβλήτου ως νομάρχου κατά το έτος 1996, άλλως πλήσσει, ως μη νόμιμο, την αιτιολογία αυτή απορρίψεως της ενστάσεως, προβάλλοντας τα εξής: κατά παράβαση των κανόνων περί αποδείξεως και δη της γενικής δικονομικής αρχής, κατά την οποία το περιεχόμενο των κανόνων δικαίου δεν αποτελεί αντικείμενο αποδείξεως, άλλως κατά παράβαση των αρχών του ανακριτικού συστήματος, όπως αποτυπώνονται στις διατάξεις των άρθρων 33, 151, 152 και 154 του ν. 2717/1999, συμφώνως με τις οποίες το διοικητικό δικαστήριο εξετάζει τα πραγματικά στοιχεία της διαφοράς που του έχει υποβληθεί, μέσα στα όρια των αιτημάτων των διαδίκων και ανεξαρτήτως των προτάσεων ή των ισχυρισμών τους, εφαρμόζοντας τους κανόνες δικαίου που διέπουν την υπόθεση, το δικάσαν εφετείο παρέλειψε να συμψηφίσει το ποσόν που ο αναιρεσίβλητος έλαβε κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.1996 έως 24.8.1996, και το οποίο ανέρχεται, κατά το Δημόσιο, σε 16.430,82 ευρώ [βάσει των προβλεπομένων από την υπ' αρ. 2010252/1017/0022/17.1.1994 (Β΄ 129) απόφαση του Υπουργού Οικονομικών μηνιαίων αποδοχών των νομαρχών, εκ δρχ. 696.047 για το διάστημα από 1/1-30/6/1996 και 711.248 για το διάστημα 1/7-31/12/1996], με την αιτιολογία ότι το Δημόσιο δεν απέδειξε την είσπραξη του εν λόγω ποσού, ενώ, εφ' όσον είχε αποδειχθεί και δεν ημφεσβητείτο το πραγματικό γεγονός της ασκήσεως εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου των καθηκόντων του νομάρχου..., εθεωρήθη δε αποδεδειγμένο και το γεγονός ότι αυτός εισέπραττε μηνιαία αποζημίωση για την άσκηση των εν λόγω καθηκόντων κατά το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα (2.10 – 31.12.1995) και ότι συνέχιζε να ασκεί τα αυτά αμειβόμενα καθήκοντα και κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα (1.1-24.8.1996), το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ώφειλε να συμψηφίσει τα προβλεπόμενα από την ανωτέρω κανονιστική απόφαση ποσά, εάν δε θεωρούσε ελλιπείς τις αποδείξεις για το ως άνω διάστημα, να διατάξει τη συμπλήρωση αυτών κατ' άρθρο 151 του Κώδικος Διοικητικής Δικονομίας.
18. Επειδή, όπως συνάγεται από το προεκτεθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το διοικητικό εφετείον επεκύρωσε την κρίση της πρωτοδίκου αποφάσεως, η οποία δεν προέβη στον συμψηφισμό των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου ως νομάρχου κατά το ως άνω χρονικό διάστημα με την αιτηθείσα αποζημίωση, όχι διότι έκρινε ως μη αποδεδειγμένη την είσπραξη εκ μέρους του των εν λόγω αποδοχών, αλλά διότι το Δημόσιο δεν προσεκόμισε ανάλογο με την προσκομισθείσα για το προηγηθέν χρονικό διάστημα βεβαίωση σχετικώς με τις αποδοχές του νομάρχου κατά το διάστημα αυτό (ενώ προσεκόμισε βεβαίωση που αφορούσε σε αποδοχές μεταγενεστέρου του κρισίμου χρονικού διαστήματος). Όπως δε εκτίθεται στην αναιρεσιβαλλομένη, οι αποδοχές του Γενικού Γραμματέως Περιφερείας για τους μήνες Οκτώβριο έως και Δεκέμβριο του 1995 ανήρχοντο μηνιαίως στο ποσόν των 588.732 δρχ., στο αυτό δε ποσόν έκρινε το δικαστήριο ότι ανήρχοντο για το εν λόγω διάστημα και οι αποδοχές των νομαρχών, συμφώνως προς το άρθρο 65 παρ. 1 του π.δ/τος 30/1996, το οποίο ορίζει ότι «Στο Νομάρχη καταβάλλεται μηνιαίως, για όσο χρόνο έχει την ιδιότητα αυτή, ως έξοδα παράστασης, ποσό ίσο με τις αποδοχές, τα επιδόματα και τα έξοδα παράστασης και κίνησης, που προβλέπει κάθε φορά η νομοθεσία για Γενικό Γραμματέα Περιφερείας, έγγαμο με δύο παιδιά...». Το αναιρεσείον Δημόσιο δεν αμφισβητεί ότι ορθώς εθεωρήθη ως εφαρμοστέα η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 65 παρ. 1 του π.δ/τος 30/1996, καθώς με την έφεσή του υπεστήριξε, ήδη δε επαναλαμβάνει, ότι κατ' εξουσιοδότηση της διατάξεως αυτής εξεδόθη η υπ' αρ. 2010252/1017/0022/17.1.1994 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 129/24.2.1994), δυνάμει της οποίας οι μηνιαίες αποδοχές του Γενικού Γραμματέως Περιφερείας, επομένως και του Νομάρχου, καθωρίσθησαν στα αναφερθέντα ανωτέρω ποσά. Εν τούτοις, το ως άνω κωδικοποιητικό π.δ/μα 30/1996, το οποίο διέλαβε την ανωτέρω ρύθμιση στο άρθρο 65 παρ. 1, εκωδικοποίησε εσφαλμένως τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 1 του ν. 2218/1994, με το περιεχόμενο που είχε αρχικώς, ενώ κατά την κωδικοποίηση η εν λόγω παράγραφος είχε αντικατασταθεί με το ως άνω άρθρο 20 παρ. 2 του ν. 2344/1995, το οποίο προέβλεψε, κατά τα αμέσως προαναφερόμενα, ότι το ύψος των εξόδων παραστάσεως που καταβάλλονται μηνιαίως στο νομάρχη καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημοσίας Διοικήσεως και Αποκεντρώσεως και Οικονομικών (πρβλ. Ολ. ΣΕ 3215/2003, ΣΕ 903-906/1999, 195/2001 7μ., 2219/2006, 2218/2009, 2800/2010 κ.ά. ως προς την εσφαλμένη κωδικοποίηση στο αυτό π.δ/μα του άρθρου 39 παρ. 2 του ν. 2218/1994). Κατ' εξουσιοδότηση δε της προπαρατεθείσης διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 17 του ν. 2218/1994, όπως αντικατεστάθη αφ' ότου ίσχυσε με το άρθρο 20 παρ. 2 του ν. 2344/1995, εξεδόθη η υπ' αρ. 2073647/8678/0022/30.10.1995 απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημοσίας Διοικήσεως και Αποκεντρώσεως και Οικονομικών (Β΄ 956/20.11.1995), ισχύουσα από 1.1.1995, με την οποία καθωρίσθησαν τα έξοδα παραστάσεως που καταβάλλονται μηνιαίως στους νομάρχες στο ποσόν των 680.000 δρχ. για το χρονικό διάστημα από 1.7.1995 και εντεύθεν (ακολούθως δε η υπ' αρ. 2086957/12356/0022/10.12.1997 κοινή απόφαση των ιδίων Υπουργών, με την οποία καθωρίσθησαν τα εν λόγω έξοδα παραστάσεως στο ποσόν των 800.000 δρχ. για το χρονικό διάστημα από 1.7.1997 και εντεύθεν).
19. Επειδή, κατόπιν όσων προεξετέθησαν και λαμβανομένου υπ' όψιν ότι, όπως συνάγεται από τα κατά τα ανωτέρω κριθέντα (βλ. ΣΕ 866/2011 7μ., 1585/2009), εφ' όσον έχει υποβληθεί ένσταση συμψηφισμού και προκύπτει, κατ' αρχήν, η ύπαρξη συμψηφιστέας ωφελείας, το δικαστήριο το δικαστήριο χωρεί και αυτεπαγγέλτως στον συνυπολογισμό ζημίας και κέρδους, προκειμένου να προσδιορίσει την ακριβή έκταση της αποκαταστατέας ζημίας, ο συνυπολογισμός ζημίας και κέρδους, ως μέθοδος προσδιορισμού της ακριβούς εκτάσεως της ζημίας, χωρεί και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφ' όσον το ζήτημα του ύψους της ζημίας έχει καταστεί αντικείμενο της δίκης, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοιαν ότι μη νομίμως απερρίφθη και από το δικάσαν εφετείο (που υιοθέτησε τη σχετική κρίση της πρωτοδίκου αποφάσεως) η προβληθείσα από το αναιρεσείον ένσταση συμψηφισμού ως προς τα ποσά που κατεβλήθησαν ως αποδοχές νομάρχου στον αναιρεσίβλητο, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα εντός του έτους 1996, λόγω παραλείψεως του αναιρεσείοντος να προσκομίσει βεβαίωση ως προς το ύψος των αποδοχών αυτών. Ο λόγος αυτός προβάλλεται βασίμως και πρέπει να γίνει δεκτός, διότι εφ' όσον υπήρχε κανονιστική πρόβλεψη του ακριβούς ύψους των εν λόγω αποδοχών, των οποίων δεν ημφεσβητήθη η είσπραξη από τον αναιρεσίβλητο, το δικάσαν εφετείον ώφειλε να υπολογίσει το ακριβές ποσόν των καταβληθεισών σε αυτόν αποδοχών συμφώνως με τις οικείες διατάξεις και, εντός των ορίων του αιτήματος της υποβληθείσης ενστάσεως, να προβεί στο σχετικό συμψηφισμό, προκειμένου να υπολογίσει το ακριβές ποσόν της αποζημιώσεως που εδικαιούτο ο αναιρεσίβλητος (πρβλ. ΣΕ 1902/2010).
20. Επειδή, προβάλλεται, τέλος (βλ. υπό στοιχ. ΙΙ.ε δικογράφου), ότι εσφαλμένως έκρινε το Διοικητικό Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, απορρίπτοντας σχετικό λόγο εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου, ότι η αναγνωρισθείσα ως οφειλομένη στον αναιρεσίβλητο αποζημίωση οφείλεται νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, ειδικώτερον δε προβάλλεται ότι, αν και το αγωγικό αίτημα είχε μετατραπεί από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό για το πέραν των 15.000 ευρώ ποσό, ανεγνωρίσθη η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει και το ποσό αυτό [το πέραν των 15.000 ευρώ, και συγκεκριμένως το ποσόν των 6.158 (21.158-15.000) ευρώ] στον αναιρεσίβλητο νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Το Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται ότι το δικάσαν Εφετείο ηρμήνευσε και εφήρμοσε εσφαλμένως τις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346 του Αστικού Κώδικος, 75 παρ. 2 του Κώδικος Διοικητικής Δικονομίας (ν. 2717/1999-Α΄ 97) και 21 του κ.δ/τος της 26-6/10.7.1944 «περί Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου» (Α΄ 139), επικαλούμενον επίσης τις διατάξεις των άρθρων 73 παρ. 2, 197 και 199 του ως άνω Κώδικος Διοικητικής Δικονομίας και υποστηρίζοντας ότι ως αγωγή, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 21 του Κώδικος Νόμων περί δικών του Δημοσίου, νοείται η καταψηφιστική και όχι η αναγνωριστική αγωγή, όπως η ασκηθείσα από τον αναιρεσίβλητο αγωγή, κατά το μέρος που το αρχικό καταψηφιστικό αίτημά της περιωρίσθη σε αναγνωριστικό.
21. Επειδή, με το άρθρο 21 του Κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου (κ.δ. 26.6./10.7.1944) το οποίον εξακολουθεί να ισχύει συμφώνως προς το τέταρτο εδάφιο του άρθρου 109 του ΕισΝ.Α.Κ., ορίζονται τα ακόλουθα: «Ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του Δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη διά συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής». Από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι ως προς την έναρξη της τοκογονίας αρκεί η γένεση της επιδικίας, από την οποία αρχίζει η αμφισβήτηση ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως για χρηματική παροχή με την άσκηση της αγωγής και η επίδοση της αγωγής προς το Ελληνικό Δημόσιο, από την οποία λαμβάνει αυτό γνώση της αμφισβητήσεως. Εφ' όσον όμως ο νόμος, (η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 21 του κ.δ. της 26.6./10.7.1994), δεν διακρίνει, δεν συνδέει δηλαδή την έννομο συνέπεια της τοκογονίας, λόγω επιδικίας, προς το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής αλλά μόνον προς την γένεση της επιδικίας, δεν συντρέχει λόγος διαφοροποιήσεως ως προς το ζήτημα τούτο της καταψηφιστικής προς την αναγνωριστική αγωγή (ως τέτοιας νοουμένης και της αγωγής, της οποίας το αρχικώς καταψηφιστικό αίτημα περιωρίσθη σε αναγνωριστικό), δεδομένου ότι η τελευταία δεν έχει επικουρικό χαρακτήρα έναντι της πρώτης, τέμνει δε και αυτή τη διαφορά ως προς την ύπαρξη της απαιτήσεως με δύναμη δεδικασμένου. Εξ άλλου, αναγνωριστική καθίσταται και η αγωγή, της οποίας το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα περιορίζεται σε αναγνωριστικό. Έννομος εντεύθεν συνέπεια των ανωτέρω είναι ότι στην περίπτωση περιορισμού του αρχικώς καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, οφείλονται τόκοι (Α.Ε.Δ. 7/2011).
22. Επειδή, εν όψει των ανωτέρω κριθέντων, νομίμως επεκυρώθη με την αναιρεσιβαλλομένη, κατ' απόρριψη λόγου εφέσεως του Δημοσίου, η κρίση της πρωτοδίκου αποφάσεως ότι το σύνολο της αποζημιώσεως ήταν καταβλητέο στον αναιρεσίβλητο νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση, συμπεριλαμβανομένου και του ποσού, ως προς το οποίο το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής είχε τραπεί σε αναγνωριστικό, είναι δε απορριπτέος, ως νόμω αβάσιμος, ο εξεταζόμενος λόγος αναιρέσεως.
Δια ταύτα
Δέχεται εν μέρει την κρινομένη αίτηση.
Αναιρεί εν μέρει την 2617/2006 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών κατά το σκεπτικό.
Απορρίπτει την αίτηση κατά τα λοιπά.
Παραπέμπει την υπόθεση στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών προς νέα νόμιμο κρίση.
Συμφηφίζει την δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 12 Ιουλίου 2017
Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος Η Γραμματέας
Μ. Καραμανώφ Δ. Κατσάνη
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 5ης Σεπτεμβρίου του ιδίου έτους.
Η Πρόεδρος του Γ´ Τμήματος Η Γραμματέας
Διακοπών
Μ. Καραμανώφ Δ. Κατσάνη