ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ (ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ)
ΑΠΟΦΑΣΗ 23/2025
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 8 Νοεμβρίου 2024, συγκροτούμενο από τη Σύμβουλο της Επικρατείας Καλλιόπη Κατρά, η οποία ορίσθηκε με την από 23 Σεπτεμβρίου 2024 πράξη του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, βάσει του άρθρου 56 παρ. 1 του ν. 4055/2012, με την παρουσία της Γραμματέως Σταυρούλας Χάρου.
Για να δικάσει την από 21 Μαΐου 2024 αίτηση για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης (άρθρο 53 του ν. 4055/2012):
του …, κατοίκου Αθηνών (…. 39), ο οποίος παρέστη με τη δικηγόρο Ευαγγελία ... (Α.Μ. …), που τη διόρισε στο ακροατήριο,
κατά του Υπουργού.... ο οποίος παρέστη με τη Θωμαΐδα Κουρτέση, Νομική Σύμβουλο του Κράτους.
Το δικαστήριο άκουσε την πληρεξουσία του αιτούντος, η οποία ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και την αντιπρόσωπο του Υπουργού, η οποία ζήτησε την απόρριψή της.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Eπειδή, για την άσκηση της αίτησης αυτής έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικό πληρωμής …/2024).
2. Επειδή, με την υπό κρίση αίτηση ο αιτών ζητεί, κατ’ επίκληση των άρθρων 53 έως 58 του ν. 4055/2012 (Α΄ 51), να του επιδικασθεί το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ, ως δίκαιη ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την καθυστέρηση εκδίκασης της υποθέσεώς του, επί της οποίας εκδόθηκε η 2130/2023 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.
3. Επειδή, η Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που υπεγράφη στη Ρώμη στις 4.11.1950 και κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), ορίζει, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 6 παρ. 1 ότι «παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως … εντός λογικής προθεσμίας υπό … δικαστηρίου … το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως. …» και στο άρθρο 13 ότι «παν πρόσωπον του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη … Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των». Με τις διατάξεις των άρθρων 53 έως 58 του ν. 4055/2012 (A΄ 51) θεσμοθετήθηκε ως ένδικο βοήθημα η αίτηση για δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης, η οποία ασκείται ανά βαθμό δικαιοδοσίας και από κάθε διάδικο και στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου, εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών. Όπως προκύπτει και από τη σχετική αιτιολογική έκθεση, οι εν λόγω ρυθμίσεις θεσπίσθηκαν κατ’ επίκληση των άρθρων 6 παρ. 1 και 13 της ΕΣΔΑ, καθώς και σε συμμόρφωση προς την «απόφαση - πιλότο» («arrêt pilote») του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) Αθανασίου και λοιποί κατά Ελλάδας της 21.12.2010, με την οποία διαπιστώθηκε η ύπαρξη «συστημικού» προβλήματος στην ελληνική διοικητική δικαιοσύνη, λόγω του σημαντικού αριθμού παραβιάσεων των ως άνω άρθρων της ΕΣΔΑ και ιδίως του άρθρου 6 παρ. 1 αυτής, με την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης, κλήθηκε δε η Ελλάδα να υιοθετήσει αποτελεσματική προσφυγή ή συνδυασμό προσφυγών σε εθνικό επίπεδο για την αντιμετώπιση του προβλήματος σύμφωνα με τα κριτήρια της νομολογίας του ΕΔΔΑ. Αντικείμενο της αίτησης είναι η δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων με την επιδίκαση εύλογου χρηματικού ποσού για την αποκατάσταση της ηθικής, κατά κύριο λόγο, βλάβης που υπέστησαν από την προσβολή του δικαιώματός τους σε ταχεία απονομή της διοικητικής δικαιοσύνης. Περαιτέρω, στην παράγραφο 1 του άρθρου 57 του ν. 4055/2012 απαριθμούνται τα κριτήρια με βάση τα οποία εκτιμάται αν συντρέχει υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης· τα κριτήρια αυτά, τα οποία, σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση, είναι αντίστοιχα με εκείνα που έχει διαπλάσει η νομολογία του ΕΔΔΑ, αφορούν τη συμπεριφορά των διαδίκων κατά την εξέλιξη της επίμαχης διαδικασίας, την πολυπλοκότητα της υπόθεσης (τόσο από δικονομική όσο και από ουσιαστική άποψη), τη στάση των αρμοδίων κρατικών αρχών και το διακύβευμα (δηλαδή τη σημασία) της υπόθεσης για τον συγκεκριμένο αιτούντα. Κατά τα οριζόμενα δε στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, η κρίση του δικαστηρίου περιλαμβάνει τρία (3) στάδια: Στο πρώτο στάδιο το δικαστήριο αποφαίνεται, με βάση τα προαναφερόμενα κριτήρια της παραγράφου 1, αν συντρέχει παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της διοικητικής δίκης. Σε καταφατική περίπτωση, το δικαστήριο –λαμβάνοντας υπόψη ότι η υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης αποτελεί ισχυρό, αν και μαχητό, τεκμήριο ότι προκλήθηκε ηθική βλάβη στον αιτούντα (βλ. αποφάσεις ΕΔΔΑ Keaney κατά Ιρλανδίας της 30.4.2020 σκ. 131, Marshall και λοιποί κατά Μάλτας της 11.2.2020 σκ. 83, Rutkowski και λοιποί κατά Πολωνίας της 7.7.2015 σκ. 182, Αθανασίου και λοιποί κατά Ελλάδας της 21.12.2010 σκ. 56, Apicella κατά Ιταλίας της 29.3.2006 σκ. 93, Scordino κατά Ιταλίας της 29.3.2006 σκ. 204, κ.ά.)– αποφαίνεται, σε δεύτερο στάδιο, αν πρέπει να καταβληθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση του αιτούντος ή αν, αντιθέτως, μόνη η διαπίστωση της παραβίασης του ανωτέρω δικαιώματος σε ταχεία απονομή της δικαιοσύνης μπορεί, στη συγκεκριμένη περίπτωση και κατά την αιτιολογημένη σχετική κρίση του δικαστηρίου, να θεωρηθεί επαρκής ικανοποίηση (βλ. αποφάσεις ΕΔΔΑ Αναστασιάδης και λοιποί κατά Ελλάδας της 18.4.2013 σκ. 43, Φεργαδιώτη - Ριζάκη κατά Ελλάδας της 18.4.2013 σκ. 27, ΣτΕ μον. 2, 1/2022, 989, 735, 532, 271/2021 κ.ά.). Εάν, κατά το δεύτερο στάδιο, το δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί χρηματικό ποσό για τη δίκαιη ικανοποίηση του αιτούντος, προβαίνει, στο τρίτο και τελευταίο στάδιο, κατά τα οριζόμενα στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 57 του ν. 4055/2012, αφενός μεν, στον καθορισμό του ύψους του εν λόγω ποσού, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη τη χρονική περίοδο που υπερβαίνει τον εύλογο χρόνο για την εκδίκαση της υπόθεσης, καθώς και την ενδεχόμενη ικανοποίηση του αιτούντος από άλλα μέτρα προβλεπόμενα στην κείμενη νομοθεσία, αφετέρου δε, στην επιβολή στο Δημόσιο των εξόδων του αιτούντος [βλ. ΣτΕ μον. 918, 610 - 611, 214 - 215, 196, 123 - 124/2022, 2507, 2107, 944, 735, 532/2021 κ.ά., πρβλ. και απόφαση ΕΔΔΑ επί του παραδεκτού –décision– Τεχνική Ολυμπιακή Α.Ε. κατά Ελλάδας της 1.10.2013, καθώς και απόφαση ΕΔΔΑ Ξυνός κατά Ελλάδας της 9.10.2014 αναφορικά με τις αντίστοιχου περιεχομένου διατάξεις των άρθρων 1 έως 7 του ν. 4239/2014 (Α΄ 43) για την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια και στο Ελεγκτικό Συνέδριο· εξ άλλου, με τη Résolution finale CM/ResDH(2015)230 της 9.12.2015 της Επιτροπής των Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης (άρθρ. 46 παρ. 2 ΕΣΔΑ) διαπιστώθηκε ότι η Ελλάδα συμμορφώθηκε προς τις υποχρεώσεις της σχετικά με την εκτέλεση της προαναφερθείσας «απόφασης - πιλότου» του ΕΔΔΑ Αθανασίου και λοιποί κατά Ελλάδας της 21.12.2010].
4. Eπειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ο αιτών, o οποίος διετέλεσε βουλευτής ..., κατά τα χρονικά διαστήματα από .... έως …. (… βουλευτική περίοδος), από … έως …. (…. βουλευτική περίοδος) και από …. έως …. (… βουλευτική περίοδος), άσκησε κατά του Ελληνικού Δημοσίου την από 21.12.2007 αγωγή του, με την οποία ζήτησε, κατόπιν μετατροπής του αιτήματός του από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να του καταβάλει: α) το ποσό των 401.152,82 ευρώ, νομιμοτόκως, ως διαφορά μεταξύ, αφενός, της βουλευτικής αποζημίωσης εν ενεργεία βουλευτή και των αποδοχών των δικαστών, αναβαθμισμένων, σύμφωνα με αποφάσεις του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, και αφετέρου, των αποδοχών του Προέδρου της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (Ε.Ε.Τ.Τ.), για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 έως 18.8.2007, και, επικουρικώς, το ποσό των 202.494,87 ευρώ, ως διαφορά μεταξύ της βουλευτικής αποζημίωσης και των αποδοχών των δικαστών, όπως αυτές προσαυξήθηκαν, με την «έκτακτη παροχή» της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 9 του ν. 3620/2007, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2003 έως 18.8.2007, και β) το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης από την, κατά τα ανωτέρω, παράλειψη αναβάθμισης της βουλευτικής αποζημίωσής του. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 4824/2014 απορριπτική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών άσκησε την από 11.12.2014 έφεση, η οποία απορρίφθηκε με την 1953/2017 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου ο αιτών άσκησε την από 2.10.2017 αίτηση αναιρέσεως (με αριθμό καταθέσεως ΑΡ ….2017). Η αναίρεση διαβιβάστηκε στις 11.10.2017 στο Συμβούλιο της Επικρατείας (αρ. πρωτ. διαβίβασης ….2017), όπου και έλαβε αριθμό κατάθεσης Ε΄ …..2017. Στις 18.10.2017 εισήχθη λόγω αρμοδιότητας στο αρμόδιο Στ΄ Τμήμα και στις 4.12.2017 εκδόθηκε η πράξη του Προέδρου του Στ΄ Τμήματος για τον ορισμό εισηγητή και τον προσδιορισμό της ημερομηνίας συζήτησης της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 5ης.2.2018 σε επταμελή σύνθεση. Στις 5.2.2018 δόθηκε οίκοθεν αναβολή για τις 4.6.2018 και κατά την τελευταία ημερομηνία δόθηκε εκ νέου οίκοθεν αναβολή για τη δικάσιμο της 1ης.10.2018, οπότε και τελικώς συζητήθηκε η αίτηση αναίρεσης. Στις 17.1.2019 έγινε η διάσκεψη της υπόθεσης, ενώ στις 24.6.2020 δημοσιεύθηκε η 1307/2020 απόφαση του Στ΄ Τμήματος, με την οποία κρίθηκε ότι “… σύμφωνα με τη γνώμη που επικράτησε στο Τμήμα, θα έπρεπε η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως αβάσιμη. Λόγω όμως, της μείζονος σπουδαιότητας των τιθεμένων εν προκειμένω ζητημάτων, ήτοι: α) εάν οι βουλευτές δικαιούνται να αξιώνουν ευθέως, δυνάμει της αρχής της ισοδυναμίας και ισοτιμίας των τριών λειτουργιών, την αύξηση των αποδοχών τους, με βάση τις αποδοχές των οργάνων της εκτελεστικής λειτουργίας, όπως εν προκειμένω του Προέδρου της Ε.Ε.Τ.Τ., β) εάν, ως αποδοχές του Ανώτατου Δικαστικού Λειτουργού, προς τις οποίες πρέπει να εξισώνεται η βουλευτική αποζημίωση (σύμφωνα με την από 22.12.1964 απόφαση της Ολομέλειας της Βουλής), νοούνται και οι επιδικασθείσες σε δικαστικούς λειτουργούς αποζημιώσεις, λόγω της κατά παράβαση του Συντάγματος παράλειψης του νομοθέτη να αναβαθμίσει τις αποδοχές τους, με βάση τις αποδοχές των φορέων των οργάνων των άλλων λειτουργιών, και γ) εάν η χορήγηση της έκτακτης παροχής της διάταξης του άρθρου 5 παρ. 9 του ν. 3620/2007 έπρεπε να επεκταθεί και στους βουλευτές (ζήτημα για το οποίο το Ελεγκτικό Συνέδριο, μετά από μεταστροφή της νομολογίας του, έχει αποφανθεί αρνητικά: ενδεικτικώς Ολ. ΕλΣ 491/2016, 997, 993, 988/2015, 3/2013), πρέπει η κρινόμενη υπόθεση να παραπεμφθεί στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 περ. α΄ του π.δ. 18/1989…”. Mετά την κατά τα ανωτέρω παραπομπή της υποθέσεως στην Ολομέλεια στις 5.10.2020 εκδόθηκε η πράξη της Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας περί ορισμού εισηγητή και καθορισμού της ημερομηνίας συζήτησης της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 4ης.12.2020 σε μείζονα σύνθεση λόγω της όλως εξαιρετικής σπουδαιότητάς της. Την τελευταία αυτή ημερομηνία (4.12.2020) δόθηκε οίκοθεν αναβολή για τη δικάσιμο της 5ης.3.2021, ενώ στις 3.2.2021 αποφασίστηκε με πράξη της Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας η εισαγωγή της υπόθεσης σε σύνθεση της Ολομέλειας. Τελικά, στις 5.3.2021, και ενώ η υπόθεση είχε δηλωθεί συζητούμενη, διαγράφηκε από την εν λόγω σύνθεση και εισήχθη στη σύνθεση της Εμβόλιμης Ολομέλειας με νέα δικάσιμο για τις 19.3.2021, οπότε και τελικά η υπόθεση συζητήθηκε. Κατόπιν της από 28.5.2021 διάσκεψης της Ολομέλειας δημοσιεύτηκε στις 24.11.2023 η 2130/2023 απόφαση με την οποία επιλύθηκαν τα κρίσιμα νομικά ζητήματα και απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης, αφού κρίθηκαν αβάσιμοι οι λόγοι αυτής και επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα η δικαστική δαπάνη του Δημοσίου ύψους 920 ευρώ.
5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, το χρονικό διάστημα από 30.11.2020 έως 7.12.2020, εντός του οποίου αναβλήθηκε η υπόθεση χάριν προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο της περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 και το χρονικό διάστημα από 4.3.2021 έως 16.3.2021, εντός του οποίου διαγράφηκε η υπόθεση από το σχετικό έκθεμα και εισήχθη σε Εμβόλιμη Ολομέλεια με νέα δικάσιμο, υπό την ισχύ των Δ1α/Γ.Π.οικ.76629/27.11.2020 (Β΄ 5255) και Δ1α/ΓΠ.οικ.14453/5.3.2021 (Β΄ 895) κοινών υπουργικών αποφάσεων, αντίστοιχα, δεν ήταν μεγάλης διάρκειας σε σχέση με τον συνολικό χρόνο εκδίκασης της υπόθεσης και ο μη υπολογισμός τους δεν επηρεάζει το ύψος της αποζημίωσης που τυχόν πρέπει να επιδικασθεί (πρβλ. ΣτΕ μονομελούς 995/2022, 421/2021, 2638-2639/2020, βλ. contra ΣτΕ μονομελούς 215/2022). Συνεπώς, η περίοδος, η οποία είναι, καταρχήν, ληπτέα υπόψη, προκειμένου να κριθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχει ή όχι υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης άρχισε στις 2.10.2017 με την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης στο Διοικητικό Εφετείο Αθηνών (βλ. ΣτΕ μονομελούς 574/2023, 1317/2022) και έληξε στις 24.11.2023 με τη δημοσίευση της σχετικής απόφασης, όπως, άλλωστε, το καταληκτικό σημείο της διαδικασίας προσδιορίζεται από τον ίδιο τον αιτούντα με το δικόγραφο της αίτησης (βλ. ΣτΕ μονομελούς 100/2024, 228/2020, 1462/2019, 3418, 3417, 1158, 203/2017, 1753/2016). Με τα δεδομένα αυτά, η διαδικασία διήρκεσε σχεδόν έξι (6) έτη και δύο (2) μήνες.
6. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ο αιτών ισχυρίζεται ότι από την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης έως τη δημοσίευση της απόφασης 2130/2023 παρήλθε ιδιαιτέρως μεγάλο διάστημα, λαμβανομένου ιδίως υπόψη και του γεγονότος ότι μεταξύ της συζήτησης της υπόθεσης και της δημοσίευσης της απόφασης τόσο στο Στ΄ Τμήμα του Δικαστηρίου όσο και στην Ολομέλεια αυτού παρήλθε διάστημα σωρευτικά τεσσάρων ετών. Άλλωστε, όπως ισχυρίζεται, όλες οι αναβολές δόθηκαν οίκοθεν από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, προβάλλει ότι πέραν της υπερβολικής ως άνω καθυστέρησης, το Δικαστήριο επεδίκασε υπέρ του Δημοσίου δικαστική δαπάνη. Κατόπιν, δε, των ανωτέρω ζητά την επιδίκαση ποσού 15.000 ευρώ για την ηθική βλάβη που υπέστη από την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης.
7. Επειδή, δεν προκύπτει ότι ο αιτών συνέβαλε με τη συμπεριφορά του στην καθυστέρηση της επίμαχης διαδικασίας, δεδομένου ότι οι αναβολές της συζητήσεως της υποθέσεως δόθηκαν από το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, μία (1) δε αναβολή και ένας (1) νέος ορισμός δικασίμου με εισαγωγή σε Εμβόλιμη Ολομέλεια δηλώθηκαν από το Δικαστήριο υπό την ισχύ των ανωτέρω κοινών υπουργικών αποφάσεων για την προστασία της δημόσιας υγείας.
8. Επειδή, αναφορικά με την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, επισημαίνεται ότι το πραγματικό της υπόθεσης ήταν εκκαθαρισμένο, εφόσον επρόκειτο περί αιτήσεως αναιρέσεως (ΣτΕ μονομ. 574/2023, 1317/2022, 1507/2020 κ.ά.), ο φάκελος, δε, της υπόθεσης παραπέμφθηκε πλήρης από το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών. Περαιτέρω, τα τιθέμενα με την αίτηση αναιρέσεως ζητήματα ήταν οριοθετημένα με το δικόγραφο και συνίσταντο σε αυτά που ρητώς παραπέμφθηκαν δυνάμει της 1307/2020 απόφασης του Στ΄ Τμήματος προς επίλυση στην Ολομέλεια. Τα ζητήματα αυτά είχαν τεθεί, επίσης, σε κάποιο βαθμό και εντός παρεμφερούς πλαισίου και είχαν αντιμετωπιστεί από το Ελεγκτικό Συνέδριο, στις αποφάσεις του οποίου παραπέμπει η απόφαση 2130/2023 του Δικαστηρίου. Βέβαια, τα ανωτέρω δεν αναιρούν το γεγονός ότι τα ζητήματα που έπρεπε να επιλυθούν από το Δικαστήριο παρουσίαζαν από τη φύση τους έναν βαθμό δυσχέρειας, καθώς απαιτούσαν ερμηνεία συνταγματικών διατάξεων και κανόνων του ενωσιακού και διεθνούς δικαίου. Γι’ αυτό, άλλωστε, και απαιτήθηκε η παραπομπή στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου. Από την άλλη, βέβαια, πλευρά, η παραπομπή μιας υπόθεσης στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη μεγάλη διάρκεια της δίκης, διότι τα συμβαλλόμενα κράτη υποχρεούνται, κατά την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, να οργανώνουν τις δομές του δικαστικού τους συστήματος κατά τέτοιο τρόπο, ώστε το τελευταίο να δύναται να ανταποκριθεί στις επιταγές της δίκαιης δίκης που απορρέουν από το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ (βλ. ΣτΕ μον. 981/2017 κ.ά.). Συναφώς, έχει κριθεί ότι η εισαγωγή από την 5μελή στην 7μελή σύνθεση (ή και αντίστροφα) του δικαστηρίου δεν φαίνεται να ασκεί επίδραση στη διαπίστωση της υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης και στον υπολογισμό του ποσού (πρβλ. ΣτΕ 1462/2019, 3418/2017, 1340/2014, 2834/2014, 1276/2014 κ.ά.).
9. Επειδή, τέλος, το διακύβευμα της διαφοράς δεν ήταν ιδιαιτέρως σημαντικό για τον αιτούντα, δεδομένου ότι ο ανωτέρω λάμβανε ήδη βουλευτική αποζημίωση και με τα ασκηθέντα ένδικα βοηθήματα και μέσα αξίωνε ποσά με στόχο την επαύξησή της. Άλλωστε, δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει κάποιο ειδικότερο στοιχείο σχετικά με την οικονομική του κατάσταση, από το οποίο να προκύπτει ότι το διεκδικούμενο με την αγωγή του ποσό συνδέεται με τη διαβίωσή του ή ότι η προβαλλόμενη καθυστέρηση δυσχέρανε τη διασφάλιση των μέσων βιοπορισμού του (πρβλ. ΣτΕ μονομ. 574/2023, 1015/2021, 2991/2020, 1507/2020, 2674/2017, 100/2014, 3152/2013 κ.ά.).
10. Επειδή, υπό τα δεδομένα αυτά, με βάση το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα αναφερόμενα στο άρθρο 57 παρ. 1 του ν. 4055/2012 κριτήρια, το χρονικό διάστημα που διήρκεσε η εκδίκασή της δεν ικανοποιεί τις απαιτήσεις της «εύλογης διάρκειας» της δίκης, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, ούτε, άλλωστε, τις απαιτήσεις της «λογικής προθεσμίας», κατά την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α. Η καθυστέρηση αυτή προκάλεσε, πράγματι, στον αιτούντα ηθική βλάβη, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα, για την αποκατάσταση της οποίας κρίνεται δικαιολογημένη, ως δίκαιη ικανοποίηση, η επιδίκαση σε αυτόν ευλόγου χρηματικού ποσού (βλ. για τα έξι έτη σχετικές αποφάσεις ΣτΕ μονομελούς 142/2024, 1461/2019, 980/2017, 1706/2017, 141/2017, 2044/2017, 2224/2016, 4341/2015, 2735/2014, 1340/2014, 1114/2014, 2975/2013 κ.ά.).
11. Επειδή, όπως έχει κριθεί από το Δικαστήριο, κατά συνεκτίμηση της νομολογίας του ΕΔΔΑ, η θέσπιση με τον ν. 4055/2012 ειδικού ένδικου βοηθήματος για τη δίκαιη ικανοποίηση των διαδίκων λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας διοικητικής δίκης δικαιολογεί την επιδίκαση ποσού μειωμένου σε σχέση με εκείνο που θα επιδίκαζε το ΕΔΔΑ, εάν η υπόθεση είχε αχθεί ενώπιόν του, εφόσον το ποσό που θα επιδικασθεί δεν θα είναι πολύ κατώτερο ενός ευλόγου ορίου («unreasonable», «déraisonnable»), θα στοιχεί προς τη νομική παράδοση και το βιοτικό επίπεδο («standard of living», «niveau de vie») της Χώρας και η σχετική απόφαση θα εκδοθεί ταχέως, θα είναι αιτιολογημένη και θα εκτελεσθεί άμεσα («speedy, reasoned and executed very quickly», «rapide, motivée et exécutée avec célérité» – βλ. αποφάσεις ΕΔΔΑ Dubjakova κατά Σλοβακίας της 19.10.2004, Scordino κατά Ιταλίας της 29.3.2006, Cocchiarella κατά Ιταλίας της 29.3.2006, Apicella κατά Ιταλίας της 29.3.2006, απόφαση ΕΔΔΑ επί του παραδεκτού -décision- Τεχνική Ολυμπιακή Α.Ε. κατά Ελλάδας της 1.10.2013, ΣτΕ μον. 918, 196, 124, 123/2022, 2507, 944, 421/2021 κ.ά.). Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να συνεκτιμηθεί η προκύπτουσα από τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία σημαντική πτώση του βιοτικού επιπέδου στην Ελλάδα κατά τα τελευταία έτη (από το 2010 έως και σήμερα), η οποία συνδέεται με τον σοβαρότατο κλονισμό της δημοσιονομικής ισορροπίας του Ελληνικού Κράτους, λόγω της εκτόξευσης σε πρωτοφανή επίπεδα του δημοσίου ελλείμματος και του δημοσίου χρέους, και αντικατοπτρίζεται στη μείωση του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ) και του διαθέσιμου κατά κεφαλήν εισοδήματος (βλ. ανωτ. ΣτΕ μον. 918, 610 - 611, 214 - 215, 196, 124, 123/2022, 2507, 944, 421/2021, ΕλΣυν μον. 2103, 2097, 2094, 1345 - 1346/2021 κ.ά.). Με τα δεδομένα αυτά, συνεκτιμώντας το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει, κατά μερική παραδοχή της κρινόμενης αίτησης, να επιδικασθεί στον αιτούντα ως δίκαιη ικανοποίηση για ηθική βλάβη που υπέστη από την υπέρβαση της εύλογης διάρκειας της δίκης, το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ (πρβλ. ΣτΕ μονομελούς 980/2017, 141/2017, 2509/2016).
12. Επειδή, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 57 παρ. 3 εδ. α΄ του ν. 4055/2012, σε περίπτωση μερικής αποδοχής της αίτησης για δίκαιη ικανοποίηση, η δικαστική δαπάνη συμψηφίζεται μεταξύ των διαδίκων (βλ. ΣτΕ μον. 918, 610 - 611, 214 - 215, 196, 124, 123/2022 κ.ά.). Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση, πρέπει να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη του αιτούντος, του οποίου γίνεται εν μέρει δεκτή η κρινόμενη αίτηση, και του Δημοσίου. Τέλος, το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να αποδοθεί στον αιτούντα το καταβληθέν παράβολο (βλ. ανωτ. ΣτΕ μον. 918, 610 - 611, 214 - 215, 196, 124, 123/2022 κ.ά.).
Δια ταύτα
Δέχεται εν μέρει την αίτηση.
Υποχρεώνει το Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον αιτούντα το ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου και
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιανουαρίου 2025 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 9ης του ίδιου μήνα και έτους.
Η Σύμβουλος της Επικρατείας
Καλλιόπη Κατρά
Η Γραμματέας
Σταυρούλα Χάρου