ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΑ

Τμήμα Θ΄ - ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ 

ΑΡΙΘΜΟΣ Α243/2024

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Δεκεμβρίου 2022, ημέρα Τετάρτη και ώρα 11.30 π.μ., με δικαστή την Μαρία Βογιάζα, Εφέτη Δ.Δ. και γραμματέα την Παρασκευή Γιαννουλάκη, δικαστική υπάλληλο.

Για να δικάσει την έφεση με χρονολογία καταθέσεως 19 Απριλίου 2018 (ΕΦ ..../2018).

Του Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται από την Ανεξάρτητη Διοικητική Αρχή χωρίς νομική προσωπικότητα με την επωνυμία «Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων» (Α.Α.Δ.Ε.), η οποία στην προκείμενη περίπτωση εκπροσωπείται από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ... [άρθρα 1 παρ. 1, 36 παρ. 1 και 43 του ν. 4389/2016 ( ΦΕΚ Α΄ 94), σε συνδυασμό με το άρθρο 25 παρ. 1 ΚΔΔικ.], για το οποίο παραστάθηκε η Μαρία Γκίκα, δικαστική πληρεξούσια το Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, βάσει της από 9.12.2022 έγγραφης δηλώσεως του άρθρου 133 παρ. 2 ΚΔΔικ.

Κατά του Π. , κατοίκου .... Αττικής (οδός .... αριθ. ....), με ΑΦΜ ...., ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Αναγνωστόπουλου, βάσει της από 9.12.2022 έγγραφης δηλώσεως του άρθρου 133 παρ. 2 ΚΔΔικ.

και κατά της με αριθ. Α 506/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά.

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον νόμο.

1. Επειδή, η κρινόμενη έφεση νόμιμα επαναφέρεται σε συζήτηση μετά την εκτέλεση όσων διατάχθηκαν με την με αριθ. Α1523/2021 προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (που θεωρείται ότι αποτελεί ενιαίο σώμα με την παρούσα απόφαση). Με την κρινόμενη έφεση, το εκκαλούν ζητεί την εξαφάνιση της με αριθ. Α 506/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία έγινε δεκτή η από 26.06.2009 (αριθ. καταθέσεως στην Δ.Ο.Υ. .../2009) προσφυγή του εφεσιβλήτου και ακυρώθηκε η με αριθ. ..../31.03.2009 απόφαση επιβολής προστίμου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ..... Με την απόφαση αυτή είχε επιβληθεί σε βάρος του εφεσιβλήτου πρόστιμο συνολικού ύψους 120.000 ευρώ (60.000 x 2), κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 5 και 19 του ν. 2523/1997 (ΦΕΚ Α΄ 179), λόγω λήψεως ενός εικονικού τιμολογίου παροχής υπηρεσιών (ΤΠΥ), κατά παράβαση των άρθρων 2 παρ. 1, 7 παρ. 1, 12 παρ. 1 και 14 και 18 παρ. 2 και 9 του Κώδικα Βιβλίων και Στοιχείων (Κ.Β.Σ, π.δ. 186/1992, ΦΕΚ Α΄ 84), κατά την διαχειριστική περίοδο 01.01.-31.12.2003.

2. Επειδή, το άρθρο 4 παρ. 1 του κυρωθέντος με τον ν. 1705/1987 (ΦΕΚ Α΄ 89) 7ου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου (ΠΠ) της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) ορίζει ότι: «Κανένας δεν μπορεί να διωχθεί ή καταδικασθεί ποινικά από τα δικαστήρια του ίδιου Κράτους για μια παράβαση για την οποία ήδη αθωώθηκε ή καταδικάσθηκε με αμετάκλητη απόφαση σύμφωνα με το νόμο και την ποινική δικονομία του Κράτους αυτού». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, προκειμένου να ενεργοποιηθεί η προβλεπόμενη σε αυτήν απαγόρευση (ne bis in idem), απαιτείται, καταρχήν, να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: (α) να υπάρχουν περισσότερες της μίας διακεκριμένες διαδικασίες επιβολής κύρωσης, οι οποίες δεν συνδέονται στενά μεταξύ τους, (β) οι διαδικασίες αυτές πρέπει να είναι “ποινικές” κατά την αυτόνομη έννοια της ΕΣΔΑ, ήτοι βάσει των κριτηρίων Engel, κατ’ εφαρμογή των οποίων μπορούν να θεωρηθούν ως “ποινικές” και κυρώσεις που επιβάλλονται από διοικητικά όργανα, ενόψει της φύσεως των σχετικών παραβάσεων ή/και του είδους και της βαρύτητας των προβλεπόμενων για αυτές διοικητικών κυρώσεων, (γ) η μία από τις εν λόγω διαδικασίες πρέπει να έχει περατωθεί με αμετάκλητη απόφαση και (δ) οι διαδικασίες πρέπει να στρέφονται κατά του ίδιου προσώπου και να αφορούν στην ίδια κατ’ ουσίαν παραβατική συμπεριφορά (σχ. ΣτΕ 951/2018, 2987, 680/2017 κ.ά.). Ειδικότερα, η δεύτερη διαδικασία πρέπει να αφορά στο ίδιο ιστορικό γεγονός με την πρώτη, ήτοι στο αυτό σύνολο συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών, τα οποία συνδέονται αναπόσπαστα μεταξύ τους, χρονικά και τοπικά, και η συνδρομή των οποίων είναι απαραίτητη για την επιβολή της κυρώσεως (σχ. ΣτΕ 951/2018, ΕΔΔΑ ευρ. συνθ. 10.02.2009, 14939/03, Zolotukhin κατά Ρωσίας, σκ. 84 - σχ. ΔΕΕ μειζ. Συνθ. 20.3.2018, C-524/15, Menci, σκ. 34-38). Όπως έχει ήδη κριθεί, ενόψει και των αποφάσεων του ΕΔΔΑ Ruotsalainen κατά Φινλανδίας της 16.06.2009, Καπετάνιος και λοιποί κατά Ελλάδος της 30.04.2015, Σισμανίδης και Σιταρίδης κατά Ελλάδος της 09.06.2016 και Α και Β κατά Νορβηγίας της 15.11.2016, το άρθρο 4 παρ.1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ αντιτίθεται, καταρχήν, στην εκκίνηση και εξακολούθηση διοικητικής, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασίας και δίκης περί της επιβολής διοικητικής χρηματικής κυρώσεως για φορολογική παράβαση, όταν για την ίδια κατ’ ουσίαν παράβαση έχει ήδη περατωθεί αμετάκλητα η αντίστοιχη ποινική, κατά το εθνικό δίκαιο, διαδικασία. Εξάλλου, η αναγόμενη στο δημόσιο συμφέρον ανάγκη να προαχθεί η πρόληψη και η καταστολή των σχετικών παραβάσεων (ιδίως, δε, των πλέον σοβαρών) συνιστά θεμιτό λόγο περιορισμού της κανονιστικής εμβέλειας της απαγόρευσης ne bis in idem, και μπορεί να δικαιολογήσει την σώρευση ποινικής και διοικητικής διώξεως και κυρώσεως για την ίδια παράβαση της φορολογικής νομοθεσίας, ενόψει και της απορρέουσας από το ενωσιακό δίκαιο υποχρέωσης των κρατών μελών να προβλέπουν και να επιβάλλουν αποτελεσματικές, αποτρεπτικές και αναλογικές κυρώσεις για παραβάσεις των ενωσιακών κανόνων περί Φ.Π.Α. και ειδικών φόρων κατανάλωσης (ΣτΕ 9/2021, σχ. ΣτΕ 1887/2018, ΔΕΚ 26.10.1995, C-36/94, Siesse, σκέψη 20, ΔΕΚ 7.12.2000, C-213/99, De Andrade, σκέψη 19, ΔΕΕ μειζ. συνθ. 26.2.2013, C-617/10, Akerberg Fransson, σκέψεις 25-27, 35-36, ΔΕΕ μειζ. συνθ. 8.9.2015, C-105/14, Taricco κλπ., σκέψεις 36-40, ΔΕΕ 2.6.2016, C-81/15, Καπνοβιομηχανία Καρέλια ΑΕ, σκέψεις 35-37 και 48 και ΔΕΕ μειζ. συνθ. 5.12.2017, C-42/17, M.A.S. και Μ.Β., σκέψεις 30-36).

3. Επειδή, η καταστολή της φοροδιαφυγής (και, ιδίως, της μεγάλης από απόψεως ποσού), μέσω της διαπίστωσης των οικείων παραβάσεων και της επιβολής των αντίστοιχων διαφυγόντων φόρων, καθώς και των προβλεπόμενων στον νόμο διοικητικών κυρώσεων, συνιστά, κατά το Σύνταγμα (άρθρα 4 παρ. 5, 26 και 106 παρ. 1 και 2), επιτακτικό σκοπό δημοσίου συμφέροντος και βασικό έργο της φορολογικής Διοίκησης, η νομιμότητα των πράξεων της οποίας υπόκειται στον έλεγχο των διοικητικών δικαστηρίων, σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 και το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος. Συναφώς, ο νομοθέτης μπορεί να χαρακτηρίσει όχι μόνο ως διοικητικές παραβάσεις αλλά και ως ποινικά αδικήματα τις πλέον σοβαρές, από απόψεως ποσού ή/και συνθηκών τέλεσης, παραβάσεις φοροδιαφυγής, που, κατά την εκτίμησή του, χρήζουν έντονης κοινωνικής αποδοκιμασίας και απαιτούν συμπληρωματικές (σε σχέση με τις επιβαλλόμενες από την φορολογική Διοίκηση) κυρώσεις, για την αποτελεσματικότερη πρόληψη και αντιμετώπισή τους. Πάντως, δεδομένου ότι η εφαρμογή και η επιβολή της διοικητικής νομοθεσίας περί φορολογίας ανάγεται στην άσκηση της κατά το άρθρο 26 του Συντάγματος εκτελεστικής λειτουργίας, η δράση της οποίας, σε περίπτωση αμφισβήτησης της νομιμότητας των πράξεών της, υπάγεται, σύμφωνα με το άρθρο 94 παρ. 1 του Συντάγματος, στον δικαιοδοτικό έλεγχο του διοικητικού δικαστή, που είναι ο “φυσικός” δικαστής των διαφορών μεταξύ του Κράτους και των διοικουμένων όσον αφορά την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας, η διπλή, διοικητική και ποινική, διαδικασία, που προβλέπεται στον νόμο για την αντιμετώπιση παραβάσεων φοροδιαφυγής, πρέπει, ανεξαρτήτως του ποσού αυτής, να οργανώνεται νομοθετικά και να διενεργείται κατά τρόπο ώστε ο ποινικός δικαστής να επιλαμβάνεται (μετά από διακοπή της προθεσμίας παραγραφής του ποινικού αδικήματος) κατόπιν της τελεσίδικης κρίσεως της ουσίας της υποθέσεως από τον διοικητικό δικαστή, δοθέντος, άλλωστε, ότι δεν θα ήταν συνταγματικώς ανεκτή ποινική καταδίκη για φοροδιαφυγή σε περίπτωση που ο διοικητικός δικαστής κρίνει, για λόγους αναγόμενους στην ουσία, ότι δεν είναι νόμιμη η σχετική καταλογιστική (του φόρου ή/και συναφούς προστίμου) πράξη της Διοίκησης. Οι προαναφερόμενες συνταγματικές διατάξεις ναι μεν έχουν την παραπάνω έννοια, καθώς και την έννοια ότι ο κοινός νομοθέτης κωλύεται να εξαρτήσει την άσκηση των ως άνω εξουσιών της Διοίκησης ή/και της αρμοδιότητας των διοικητικών δικαστηρίων για επίλυση των σχετικών διαφορών από την προηγούμενη ποινική καταδίκη του φορολογουμένου για το αντίστοιχα προβλεπόμενο ποινικό αδίκημα φοροδιαφυγής, αλλά, πάντως, σε περίπτωση που προβλέπονται για την ίδια παραβατική συμπεριφορά τόσο διοικητικές όσο και ποινικές κυρώσεις, δεν αποκλείουν την θέσπιση και την εφαρμογή διατάξεων νόμου (όπως εκείνη του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ) από τις οποίες να προκύπτει επίδραση της αμετακλήτως περατωθείσας ποινικής διαδικασίας και δίκης περί φοροδιαφυγής στην αντίστοιχη διοικητική διαδικασία και δίκη. Πάντως, τέτοιες διατάξεις, στο μέτρο που προβλέπουν δέσμευση του διοικητικού δικαστηρίου από τις κρίσεις του ποινικού δικαστή, όσον αφορά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, πρέπει να ερμηνεύονται στενά, δεδομένου ότι η ποινική διαδικασία περί φοροδιαφυγής προϋποθέτει, κατά το Σύνταγμα, την έκδοση σχετικής διοικητικής καταλογιστικής πράξεως, εξοπλισμένης με το τεκμήριο νομιμότητας, το οποίο μπορεί να ανατραπεί (εν όλω ή εν μέρει) μόνον μέσω της ακύρωσης ή της τροποποίησής της από τον διοικητικό δικαστή, που είναι, κατά το Σύνταγμα, ο “φυσικός” δικαστής του ελέγχου του νόμω και ουσία βασίμου της (ΣτΕ 9/2021, 1887, 951/2018).

4. Επειδή, η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 εδ. β΄ του ΚΔΔικ. έχει την έννοια ότι (α) το διοικητικό δικαστήριο δεσμεύεται από αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου, μόνον αν η ποινική απόφαση αφορά στην ίδια παράβαση, ως ιστορικό γεγονός, με εκείνη που καταλογίσθηκε στον προσφεύγοντα με την ένδικη διοικητική πράξη, με την οποία του επιβλήθηκε διοικητική κύρωση, και (β) η παραγόμενη δέσμευση αφορά στην «ενοχή» του προσφεύγοντος, ήτοι στο αξιόποινο της συμπεριφοράς του. Επομένως, στο πλαίσιο διοικητικής διαφοράς από την επιβολή στον προσφεύγοντα διοικητικού προστίμου λόγω εκδόσεως ή λήψεως εικονικών τιμολογίων (που, κατά τα προεκτεθέντα, έχει «ποινικό» χαρακτήρα), η αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση, για την ίδια παράβαση, παράγει δέσμευση όσον αφορά την νομιμότητα του καταλογισμού σε βάρος του προστίμου, υπό την έννοια ότι οδηγεί στην ακύρωση από το διοικητικό δικαστήριο της πράξεως καταλογισμού στον προσφεύγοντα του διοικητικού προστίμου, ήτοι σε αποτέλεσμα που αντανακλά τις επιταγές του άρθρου 4 παρ. 1 του 7ου ΠΠ της ΕΣΔΑ, όπως έχει ερμηνευθεί από το ΕΔΔΑ, αντίθετη δε ερμηνευτική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία το διοικητικό δικαστήριο, ακολουθώντας την ποινική κρίση, επικυρώνει τον γενόμενο από την Διοίκηση καταλογισμό της παραβάσεως και του συναφούς προστίμου, θα ήταν κατ' αρχήν ασύμβατη με την απαγόρευση ne bis in idem. Ωστόσο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η ως άνω δέσμευση, που καταλήγει στο προαναφερόμενο αποτέλεσμα (ακύρωση της πράξεως επιβολής του προστίμου), παράγεται υπό την προϋπόθεση ότι η αμετακλήτως επιβληθείσα από το ποινικό δικαστήριο κύρωση, αυτοτελώς ορώμενη, είναι αποτελεσματική, αποτρεπτική και ανάλογη της σοβαρότητας της παραβάσεως (από απόψεως ποσού ή/και συνθηκών τέλεσής της). Ο διοικητικός δικαστής εξετάζει εάν η επιβληθείσα από το ποινικό δικαστήριο κύρωση πληροί την προαναφερόμενη απαίτηση, λαμβάνοντας υπόψη του, ιδίως, εάν η επιβληθείσα ποινή κινείται στα κατώτατα όρια της προβλεπόμενης στον νόμο, παρά την σοβαρότητα της καταλογισθείσας παραβάσεως (από απόψεως ποσού ή/και συνθηκών διάπραξής της), εάν επιβλήθηκε με αναστολή κ.λπ. Περαιτέρω, εάν θεωρήσει ότι η αμετακλήτως καταγνωσθείσα από το ποινικό δικαστήριο κύρωση είναι εμφανώς υπερβολικά ελαφριά σε σχέση με την αποδοθείσα παράβαση, ώστε να μην πληρούται η προαναφερόμενη προϋπόθεση, ο διοικητικός δικαστής δεν δεσμεύεται από την αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση και, συνεπώς, δεν τερματίζει την ενώπιόν του διαδικασία, ακυρώνοντας την διοικητική πράξη περί επιβολής προστίμου, αλλά, ενόψει και του ότι, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά στην προηγούμενη σκέψη, αποτελεί, κατά το Σύνταγμα, τον «φυσικό» δικαστή των διαφορών που προκύπτουν από την εφαρμογή της φορολογικής νομοθεσίας, εκφέρει ίδια και αυτοτελή κρίση επί της υποθέσεως, υποχρεούμενος, πάντως, να συνεκτιμήσει ειδικώς την καταδικαστική ποινική απόφαση (ΣτΕ 9/2021, σχ. 1887/2018.).

5. Επειδή, με την με αριθ. Α1523/2021 προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, αφού έγινε δεκτό ότι το εκκαλούν επικαλέστηκε νομοτύπως, το πρώτον κατ’ έφεση, την με αριθ. 112/24.01.2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, δεδομένου ότι πρόκειται για οψιγενές στοιχείο, κατά το άρθρο 96 παρ. 2 και 3 του ΚΔΔικ. (ΣτΕ 2681, 2466, 1489/2019 κ.ά.), αφού έχει δημοσιευθεί την 24.01.2018, ήτοι μετά την εκδίκαση, την 25.04.2017, της από 26.06.2009 προσφυγής του εφεσιβλήτου, υποχρέωσε το εκκαλούν να προσκομίσει σε πλήρες κείμενο την απόφαση αυτή. Σε εκτέλεση αυτής, το εκκαλούν προσκόμισε την απόφαση αυτή, με την οποία απορρίφθηκε η ασκηθείσα από τον εφεσίβλητο αίτηση αναιρέσεως κατά της με αριθ. 294/2017 αποφάσεως του Ζ΄ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, με την οποία αυτός κρίθηκε ένοχος για την λήψη, μεταξύ άλλων, του ένδικου εικονικού ΤΠΥ, με αριθ. .../28.11.2003, καθαρής αξίας 60.000 ευρώ, πλέον Φ.Π.Α. ποσού 10.800 ευρώ, στην χρήση 2003, εκδόσεως της εταιρείας « ...... ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Ε.Π.Ε.», και του επιβλήθηκε για την παράβαση αυτή, καθώς και για αντίστοιχες παραβάσεις στις χρήσεις 2004 και 2005, συνολική ποινή φυλάκισης 15 μηνών με αναστολή, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 66 παρ. 5 εδ. δεύτερο περ. β΄ του ν. 4174/2013 «Κώδικας Φορολογικής Διαδικασίας» (ΚΦΔ, ΦΕΚ Α΄ 170), όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν. 4337/2015 (ΦΕΚ Α΄ 129/17.10.2015), ως ευμενέστερης διατάξεως από την ισχύουσα κατά τον χρόνο τελέσεως του αδικήματος, ήτοι της διατάξεως του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. δεύτερο περ. β΄, όπως προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 40 του ν. 3220/2004 (ΦΕΚ Α΄ 15/28.01.2004) και 4, και 2, 83 εδ. γ΄ και 84 παρ. 2 εδ. α΄ του Ποινικού Κώδικα (π.δ. 283/1985, ΦΕΚ Α΄ 106).

6. Επειδή, το εκκαλούν, με την κρινόμενη έφεση, προβάλλει ότι η εκκαλουμένη έσφαλε που ακύρωσε την ένδικη καταλογιστική πράξη, καθόσον ο εφεσίβλητος για το αδίκημα που του αποδίδεται, ήτοι της λήψεως του με αριθ. .../28.11.2003 εικονικού Τ.Π.Υ. κατά την χρήση 2003, έχει κριθεί ένοχος με την με αριθ. 294/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την με αριθ. 112/24.01.2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, κρίση, η οποία, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 5 ΚΔΔικ., δεσμεύει και το παρόν δικαστήριο ως προς την ενοχή του εφεσιβλήτου. Ο εφεσίβλητος, αντικρούοντας τον λόγο αυτόν της κρινόμενης εφέσεως, υποστηρίζει, παραδεκτώς κατ’ άρθρο 138 ΚΔΔικ., με τα από 22.11.2019 και 9.12.2022 νομίμως κατατεθέντα υπομνήματά του τόσο κατά την αρχική δικάσιμο όσο και κατά την παρούσα, ότι το Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από την προαναφερόμενη αμετάκλητη καταδικαστική απόφαση ως προς την ενοχή του, διότι αυτό αντιτίθεται στην αρχή ne biς in idem, όπως αυτό έχει γίνει δεκτό με τις με αριθ. 9/2021 και 1887/2018 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, η δε διοικητική δίκη που αφορά την επιβολή του ένδικου προστίμου πρέπει να περατωθεί με ακύρωση της προσβληθείσας καταλογιστικής πράξεως, όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη, καθόσον συντρέχουν οι σχετικές προς τούτο προϋποθέσεις, ήτοι πρόκειται για διοικητική κύρωση με ποινικό χαρακτήρα, αφορά την ίδια ακριβώς παράβαση (λήψη ενός εικονικού ΤΠΥ στην χρήση 2003) και το ίδιο πρόσωπο και για την οποία τιμωρήθηκε με ποινή φυλακίσεως 15 μηνών με αναστολή.

7. Επειδή, με τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη α) ότι με την με αριθ. 294/2017 απόφαση του Ζ΄ Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη με την με αριθ. 112/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, ο εφεσίβλητος κρίθηκε ένοχος για την παράβαση της λήψεως του με αριθ. .../28.11.2003 εικονικού Τ.Π.Υ., καθαρής αξίας 60.000 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. ποσού 10.800 ευρώ και συνολικής αξίας 70.800 ευρώ έκαστο, β) ότι η ένδικη καταλογιστική πράξη αφορά τα ίδια ακριβώς περιστατικά σε βάρος του αυτού προσώπου, ήτοι πρόκειται για διοικητική κύρωση που έχει ποινικό χαρακτήρα κατά την ΕΣΔΑ (σχ. ΣτΕ 9/2021), γ) ότι ο μη αποδοθείς στο Ελληνικό Δημόσιο Φ.Π.Α. από την παράνομη συμπεριφορά του εφεσιβλήτου ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 10.800 ευρώ, δ) για το αδίκημα αυτό επιβλήθηκε σε βάρος του εφεσιβλήτου ποινή φυλακίσεως 15 μηνών με αναστολή, η οποία δεν αντιστοιχεί στην κατώτατη ποινή φυλάκισης ενός έτους που προβλέπεται για το εν λόγω αδίκημα, σύμφωνα με τις συνδυασμένες διατάξεις που εφάρμοσε το Ποινικό Δικαστήριο των άρθρων 66 παρ. 5 εδ. β΄ του ΚΦΔ και 83 εδ. γ΄ του Ποινικού Κώδικα και ε) τις συνθήκες τέλεσης του αδικήματος της λήψεως του ένδικου εικονικού φορολογικού στοιχείου, του ύψους της εικονικής συναλλαγής (60.000 ευρώ), καθώς και του Φ.Π.Α. που δεν αποδόθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο (10.800 ευρώ) (ΑΠ 594/2021) και του γεγονότος ότι μεταγενεστέρως δεν ορίσθηκε στον νόμο βαρύτερη ποινή για παραβάσεις φοροδιαφυγής ανάλογης σοβαρότητας, αντιθέτως, προβλέφθηκε επιεικέστερη ποινή με τις διατάξεις του άρθρου 66 παρ. 5 του ΚΦΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 8 του ν. 4337/2015, έναντι των αντίστοιχων διατάξεων του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. β΄ του ν. 2523/1997 (ΑΠ 611, 211/2020, 112/2018), οι οποίες εξάλλου και εφαρμόστηκαν από το ποινικό δικαστήριο, κρίνει ότι η ως άνω επιβληθείσα σε βάρος του εφεσιβλήτου αμετακλήτως από το ποινικό δικαστήριο στερητική της ελευθερίας ποινή των 15 μηνών με αναστολή, παρίσταται ικανή να καταστείλει κατά τρόπο αποτρεπτικό, αποτελεσματικό και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας την ένδικη διοικητική παράβαση που του αποδόθηκε. Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω και σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στις σκέψεις 3 και 4, το Δικαστήριο, δεσμευόμενο από την προαναφερθείσα αμετάκλητη καταδικαστική ποινική απόφαση για την ίδια ένδικη παράβαση της λήψεως του ως άνω εικονικού ΤΠΥ, όσον αφορά την νομιμότητα του καταλογισμού σε βάρος του εφεσιβλήτου, κρίνει ότι νομίμως με την εκκαλουμένη ακυρώθηκε η ένδικη πράξη και όλα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από το εκκαλούν πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

8. Επειδή, κατ’ ακολουθία, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη. Τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου, ποσού 341 ευρώ (άρθρο 275 παρ. 1 ΚΔΔικ.).

 

Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α.

Απορρίπτει την έφεση. Και

Επιβάλλει σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου, ποσού τριακοσίων σαράντα ενός (341) ευρώ.

Η απόφαση δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 21 Φεβρουαρίου 2024, με γραμματέα τη Γεωργία Ιατρού, λόγω απουσίας της γραμματέως της έδρας. ,

 

   Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ        Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ 

ΜΑΡΙΑ ΒΟΓΙΑΖΑ      ΓΕΩΡΓΙΑ ΙΑΤΡΟΥ