ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 2ο - ΕΝΟΧΙΚΟ

ΑΡΙΘΜΟΣ 2456/2021

 

Αποτελούμενο από τους Δικαστές Ελένη Παπαδοπούλου, Πρόεδρο Εφετών, Ελένη Κοτίτσα, Εφέτη και Χαρίκλεια Κ. Ηλιοπούλου, Εφέτη-Εισηγήτρια και από τη Γραμματέα Αγγελική Κυριαζή.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2020, για να δικάσει τις υποθέσεις, μεταξύ:

I. Της καλούσας-εκκαλούσας-ενάγουσας: της εταιρείας με την επωνυμία «... ... Α.Ε.», με ΑΦΜ ...., η οποία εδρεύει στα .... Αττικής, ...., νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο, διά δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠΟΛΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Νικόλαο Κανέλλια, ο οποίος έχει καταθέσει το υπ’ αριθμ. .... γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του ΔΣΑ.

Της καθ’ ης η κλήση-εφεσίβλητης-εναγομένης: της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ...., με ΑΦΜ ...., νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο, διά δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠΟΛΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Ιάκωβο Βενιέρη, ο οποίος έχει καταθέσει το υπ’ αριθμ. .... γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του ΔΣΑ.

II. Της καλούσας-εκκαλούσας-εναγομένης: της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός ...., με ΑΦΜ ...., νομίμως εκπροσωπουμένης, η οποία εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο, διά δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠΟΛΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Ιάκωβο Βενιέρη, ο οποίος έχει καταθέσει το υπ’ αριθμ. .... γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του ΔΣΑ.

Της καθ΄ης η κλήση – εφεσίβλητης – ενάγουσας: Της εταιρείας με την επωνυμία «... ... Α.Ε.», με ΑΦΜ ...., η οποία εδρεύει στα .... Αττικής, ...., νομίμους εκπροσωπουμένης, η οποίο εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο, διά δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠΟΛΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Νικόλαο Κανέλλια, ο οποίος έχει καταθέσει το υπ’ αριθμ. .... γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του ΔΣΑ.

Η ενάγουσα, με την από 10.9.2016 (αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ... 0/.../2016) αγωγή της, προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησε να γίνουν δεκτά, όσα εκτίθενται σε αυτήν. Επί της αγωγής αυτής, εξεδόθη η υπ’ αριθμ. 889/2018 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, με την οποία, η αγωγή έγινε εν μέρει δεκτή. Η ενάγουσα της παραπάνω αγωγής ζήτησε να γίνει δεκτή η από Ι5.5·2020 έφεσή της, κατά της παραπάνω αποφάσεως, η οποία έφεσή της, κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../.../2018, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../.../2018), προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 23ης Μαΐου 2019 και γράφτηκε στο πινάκιο. Κατά τη δικάσιμο εκείνη, η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε, λόγω των βουλευτικών εκλογών. Η ενάγουσα επανέφερε την υπόθεση προς συζήτηση με την από 15.12.2019 κλήση της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../.../2019, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 5ης Δεκεμβρίου 2019 και γράφτηκε στο πινάκιο. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, το Δικαστήριο ανέβαλε τη συζήτηση της υποθέσεως, για τη δικάσιμο, που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας. Αλλά και η εναγομένη της ίδια ως άνω αγωγής ζήτησε να γίνει δεκτή η από 12.6.2018 έφεσή της, κατά της ίδιας ως άνω αποφάσεως, η οποία, έφεσή της, κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με αύξοντα αριθμό εκθέσεως .../.../2018 και, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../.../2018, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο της 23ης Μαϊου 2019 και γράφτηκε στο πινάκιο. Κατά τη δικάσιμο εκείνη, η συζήτηση της υποθέσεως ματαιώθηκε, λόγω των βουλευτικών εκλογών. Η εκκαλούσα-εναγομένη επαναφέρει, ήδη, την υπόθεση προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με την από 27.11.2019 κλήση της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../.../2019, προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο, που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά την εκφώνηση των υποθέσεων, από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως παραπάνω.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νομίμως εισάγονται, προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου: I) η από 15·5·2018 έφεση (αυξ. αρ. εκθ. καταθ. ..../ 2018 και, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με αύξ. αρ. εκθ. καταθ. .../.../2018), με την από 15.2.2019 κλήση της εκκαλούσας-ενάγουσας, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, με αύξ. αρ. εκθ. καταθ. .../.../2019, μετά τη ματαίωση της συζητήσεως της υποθέσεως, κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 23ης Μαϊου 2019 και II) η από 12.6.2018 έφεση (αυξ. αρ. εκθ. καταθ. .../.../ 2018 και, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με αύξ. αρ. εκθ. καταθ. .../.../2018), με την από 27.11.2019 κλήση (αυξ. αρ. εκθ. καταθ. .../.../2019) της εκκαλούσας-εναγομένης, μετά τη ματαίωση της συζητήσεως της υποθέσεως, κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 23ης Μαϊου 2019.

Η υπό στοιχείο 1 έφεση (με ημερομηνία 15-5-2018 και αυξ. αρ. εκθ. καταθ. .../.../2018 και, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με αύξ. αρ. εκθ. καταθ. .../.../2018) της εν μέρει ηττηθείσας ενάγουσας και, ήδη, εκκαλούσας, κατά της υπ’ αριθμ. 889/2018 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εξεδόθη επί της από 10.9.2016 (αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. .../.../2016) αγωγής, δικασθείσας, κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, με την οποία (εκκαλουμένη απόφαση), το παραπάνω Δικαστήριο, δέχθηκε, εν μέρει, την αγωγή, ως κατ’ ουσία βάσιμη, αρμοδίως, φέρεται, προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠΟΛΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 παρ. 2 του V. 3994/2011, σε συνδυασμό με το άρθρο 72 παρ. 13 του ίδιου ως άνω νόμου). Η έφεση έχει ασκηθεί, σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495 και 496 του ΚΠΟΛΔ), είναι, δε και εμπρόθεσμη, αφού έχει ασκηθεί, εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως (15·5·2018), η, δε, έφεση έχει κατατεθεί στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, στις 11.6.2018. Σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από τη σχετική έκθεση καταθέσεως ενδίκου μέσου του Γραμματέως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα, για το παραδεκτό της εφέσεως, το νόμιμο παράβολο, ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠΟΛΔ). Πρέπει, επομένως, η έφεση αυτή να γίνει τυπικώς δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια, ως πρωτοδίκως, διαδικασία (άρθρο 533 ποιρ. 1 του ΚΠΟΛΔ). Αλλά και η υπό στοιχείο II έφεση (με ημερομηνία 12.6.2018 έφεση και αυξ. αρ. εκθ. καταθ. .../.../2018 και, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../.../2018), της εν μέρει ηττηθείσας εναγομένης και, ήδη, εκκαλούσας, κατά της ίδιας ως άνω αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αρμοδίως, φέρεται, προς συζήτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠΟΛΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 4 παρ. 2 του V. 3994/2011, οε συνδυασμό με το άρθρο 72 παρ 13 του ίδιου ως άνω νόμου). Η έφεση έχει ασκηθεί, σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495 και 496 του ΚΠΟΛΔ), είναι, δε και εμπρόθεσμη, αφού έχει ασκηθεί, εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως (15-5-2018), Π, δε, έφεση έχει κατατεθεί στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, στις 14.6.2018. Σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από τη σχετική έκθεση καταθέσεως ενδίκου μέσου του Γραμματέως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, έχει κατατεθεί από την εκκαλούσα, για το παραδεκτό της εφέσεως, το νόμιμο παράβολο, ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠΟΛΔ). Πρέπει, επομένως και η έφεση αυτή να γίνει τυπικώς δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια, ως πρωτοδίκως, διαδικασία (άρθρο 533 παρ. 1 του ΚΠΟΛΔ), συνεκδικαζομένη με την υπό στοιχείο I έφεση, λόγω της προδήλου μεταξύ των συνάφειας (άρθρα 246 του ΚΠΟΛΔ).

Με την από 10.9-2016 (αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. .../.../2016) αγωγή της, προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, η ενάγουσα και, ήδη, εκκαλούσα-εφεσίβλητη, εξέθετε ότι, συνιστά ανώνυμη εταιρεία, με αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας, την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών, την εκπαίδευση πελατών και την εγκατάσταση, συντήρηση και πώληση περιφερειακών προϊόντων για Η/Υ ή/και λογισμικού και, εν γένει, την παροχή λύσεων ηλεκτρονικού εμπορίου και παροχή ολοκληρωμένων λύσεων επί εφαρμογών, ενώ, από το έτος 2003, αντιπροσώπευε, στην ελληνική αγορά, την εταιρεία «...», η οποία ήταν μία διεθνώς αναγνωρισμένη εταιρεία, που παρείχε λύσεις ECM (επιχειρησιακή διαχείριση περιεχομένου), η οποία (εταιρεία ...) εξαγοράσθηκε μεταγενεστέρως από την εταιρεία «...». Ότι, το έτος 2005, η ενάγουσα πρότεινε στην εναγομένη και, ήδη, εφεσίβλητη-εκκαλούσα, μία ολοκληρωμένη λύση, η οποία βασίσθηκε στην πλατφόρμα Ρ8 της «...», η οποία είναι και η κατασκευάστρια του λογισμικού, που αποτέλεσε τον κορμό της προτάσεως, την πρόταση, δε, αυτή αποδέχθηκε η εναγομένη. Ότι, ειδικότερα, η ενάγουσα ανέλαβε, για λογαριασμό της εναγομένης, την κατασκευή, προμήθεια και συντήρηση εφαρμογών για τραπεζικά προϊόντα, τα οποία θα λειτουργούσαν στο επαγγελματικό περιβάλλον/πλατφόρμα «...». Ότι, η ενάγουσα, πράγματι, υλοποίησε τις εκτιθέμενες στην αγωγή εφαρμογές λογισμικού, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2005 έως και το έτος 2010. Ότι, η συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ήταν να παράξει η ενάγουσα, ως έργο, συγκεκριμένα λογισμικά συστήματα και να παραχωρήσει στην εναγομένη την άδεια χρήσεως αυτών, χωρίς να μεταβιβάσει το σύνολο του έργου-αποτελέσματος, ήτοι, τα δικαιώματα επί των λογισμικών εφαρμογών. Ότι, τα πνευματικά δικαιώματα, καθώς και η ιδιοκτησία του πηγαίου κώδικα των εφαρμογών αυτών θα παρέμεναν στην ίδια την ενάγουσα, από επιλογή της εναγομένης, για μείωση του κόστους αποκτήσεως και χρήσεως των προγραμμάτων, που η ενάγουσα θα κατασκεύαζε, ενώ, εάν, η τελευταία μεταβίβαζε και τον πηγαίο κώδικα των προγραμμάτων στην εναγομένη, θα αποξενωνόταν (η ενάγουσα), πλήρως, από τα προγράμματα αυτά και θα διπλασιαζόταν το κόστος για την εναγομένη. Ότι, στα πλαίσια αυτής της συμφωνίας, οι διάδικοι υπέγραψαν: α) την από 8.4.2005 σύμβαση έργου «προμήθειας συστήματος ... για την διαχείριση διαδικασιών και εγγράφων με αντικείμενο την προμήθεια ολοκληρωμένης λύσεως λογισμικού και υπηρεσιών για τη διαχείριση διαδικασιών και εγγράφων», με αντικείμενο, την πώληση και προμήθεια του συστήματος ... και τη συντήρηση των παραπάνω, για το πρώτο έτος από την εγκατάσταση, αντί τιμήματος, ίσου με το ποσό των 1.479-384,33 ευρώ πλέον ΦΠΑ, β) την από 24.11.2005 σύμβαση προμήθειας και τεχνικής υποστήριξης/πρόσθετη πράξη υπ’ αριθμ. 1, με αντικείμενο την προμήθεια και την υποστήριξη του λογισμικού «...», αντί τιμήματος ίσου με το ποσό των 345.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ, με ισχύ από τις 24.11.2005 έως τις 23.11.2006 και γ) την από 21.6.2006 σύμβαση έργου, με τίτλο «Σύμβαση σνντηρήσεως/υποστηρίξεως λογισμικού (...ετούς διάρκειας)», με αναδρομική ισχύ, από τον Μάιο του έτους 2005, με αντικείμενο, τη συντήρηση, υποστήριξη και προμήθεια νέων εκδόσεων λογισμικού «...» (και Capture), με ρητή πρόβλεψη, αφ’ ενός, μεν, ότι, αυτή θα αποτελούσε ενιαίο όλο με την κύρια σύμβαση, αφ’ ετέρου, δε, ότι, τα πνευματικά δικαιώματα του λογισμικού «...» θα ανήκαν, αποκλειστικώς, στην τελευταία αυτή εταιρεία, με παραχώρηση, μόνον, της χρήσεώς τους. Ότι, τα πνευματικά δικαιώματα των εφαρμογών, που η ενάγουσα προμήθευσε στην εναγομένη, καθώς και η ιδιοκτησία του πηγαίου κώδικα αυτών, θα ανήκαν αποκλειστικά στην ενάγουσα-δημιουργό τους, ως πρωτότυπα πνευματικά έργα λόγου. Ότι, εκτός από τις ανωτέρω συμβάσεις, που υπέγραψε η ενάγουσα, απευθείας με την εναγομένη και εκτέλεσε, με αντίστοιχες παραδόσεις προγραμμάτων και υπηρεσιών, αυτή (η ενάγουσα) υπέγραψε, το μήνα Απρίλιο του έτους 2007, στις 9·5· 2007, το μήνα Σεπτέμβριο του ίδιου έτους και στις 6.5.2008, τις εκτιθέμενες στην αγωγή συμβάσεις με την εταιρεία «...», με αντικείμενο την κατασκευή, προμήθεια και συντήρηση αντίστοιχων εφαρμογών, για λογαριασμό της εναγομένης, οι συμβάσεις, δε, αυτές συνιστούσαν γνήσιες συμβάσεις υπέρ τρίτου, με αποτέλεσμα, η τελευταία να μπορεί να αξιώσει από την ενάγουσα την εκπλήρωση των σχετικών υποχρεώσεων. Ότι, στις αρχές του έτους 2011, οι εκπρόσωποι της εναγομένης ζήτησαν επιτακτικώς, από τους εκπροσώπους της ενάγουσας, τη μεταβίβαση του πηγαίου κώδικα όλων των παραπάνω προγραμμάτων, που της είχαν παραδοθεί από την ενάγουσα, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2005 έως το 2011, παρουσιάζοντας, ως μονόδρομο συνεργασίας της ενάγουσας με την εναγομένη, τη μεταβίβαση αυτή, με σαφή αναφορά στο αντάλλαγμα της μεταβιβάσεως, ήτοι, στη συνέχιση και επαύξηση της μεταξύ των διαδίκων συνεργασίας με νεότερες παραγγελίες και προγράμματα. Ότι, υπό το φόβο της απώλειας ενός τόπο μεγάλου πελάτη, η ενάγουσα δέχθηκε να καταρτίσει σύμβαση με την εναγομένη και, πράγματι, συνήφθη, μεταξύ των διαδίκων, η από 8.2.2011 σύμβαση, με βάση την οποία, η ενάγουσα παρέδωσε τον Πηγαίο Κώδικα όλων των εκτιθέμενων στην αγωγή οκτώ (8) εφαρμογών, που, η ίδια είχε κατασκευάσει και παραδώσει στην εναγομένη, άνευ χρηματικού ανταλλάγματος. Ότι, παρά το γεγονός ότι, σε αντίστοιχες περιπτώσεις, για τέτοιου είδους μεταβιβάσεις συμφωνείται τίμημα ιδιαίτερα υψηλό, οι διάδικοι συμφώνησαν, προφορικώς, ότι, αντί χρηματικού ανταλλάγματος, για τη μεταβίβαση του πηγαίου κώδικα, η εναγομένη θα ανέθετε στην ενάγουσα την εκτέλεση νέων έργων για την ανάπτυξη, εφαρμογή, υλοποίηση και συντήρηση νέων εφαρμογών για λογαριασμό της, αξίας, αντίστοιχης με το οικονομικό αντάλλαγμα, που θα αξίωνε, ως χρηματικό αντίτιμο, για τη μεταβίβαση του πηγαίου κώδικα αυτών των προγραμμάτων. Ότι, η ενάγουσα δέχθηκε την κατάρτιση της εν λόγω συμφωνίας, στα πλαίσια της πολυετούς καλής συνεργασίας της με την εναγομένη, γραπτώς, μεν, για τη μεταβίβαση του πηγαίου κώδικα των προγραμμάτων, προφορικώς, δε, για το αντάλλαγμα-τίμημα, δηλαδή, την ανάθεση νέων συμβάσεων διάρκειας, για παροχή υπηρεσιών προς αυτή (την εναγομένη), τουλάχιστον, για τα επόμενα πέντε (5) έτη, χωρίς, όμως, αυτό να καθορισθεί επακριβώς, στο, δε, υπ’ αριθμ. 4 της ως άνω συμβάσεως ορίσθηκε ότι: «τα ανωτέρω ισχύουν και για όποιες μελλοντικές αναπτύξεις επί του Συστήματος, σύμφωνα με τη σύμβαση που θα υπογραφεί». Ότι, την 1.3.2011 και, ενώ, η ενάγουσα είχε παραδώσει τον πηγαίο κώδικα των εφαρμογών της στην εναγομένη, η τελευταία απηύθυνε πρόταση στην ενάγουσα για σύναψη νέας συμβάσεως, με ισχύ από 1.4-2011 έως 31-3-2012, με αντικείμενο τη συντήρηση και υποστήριξη των υφιστάμενων εφαρμογών (για τις οποίες είχε παραδοθεί ο πηγαίος κώδικας), πλην, όμως, το σχέδιο της συμβάσεως αυτής περιείχε ιδιαίτερα επαχθείς, για την ενάγουσα, όρους, με αποτέλεσμα, η τελευταία να μην την αποδεχθεί, έκτοτε, δε, η εναγομένη δεν επανήλθε με νέα πρόταση, αλλά, αντίθετα, ενημέρωσε την ενάγουσα, στις 24 Μαΐου 2011, ότι, θα προέβαινε, πλέον, στην ανανέωση των αδειών «...», αποκλειστικώς, μέσω της εταιρείας «...». Οτι, η ως άνω από 8.2.2011 συμφωνία ήταν τροποποιητική των προηγουμένων συμβάσεων έργου, που είχαν συναφθεί μεταξύ των διαδίκων, δυνάμει, δε, της συμφωνίας αυτής, ολοκληρώθηκε από την ενάγουσα το έργο υλοποιήσεως, αναπτύξεως και προμήθειας των αντίστοιχων εφαρμογών προς την εναγομένη. Ότι, για τα προηγούμενα 5 έτη, η ενάγουσα είχε εισπράξει από την εναγομένη το ποσό των 1.500.000 ευρώ, το οποίο συνιστά το καθαρό κέρδος, που απεκόμισε από τη συνεργασία της με αυτήν είτε απευθείας είτε μέσω της εταιρείας «...», κατά τα έτη από το 2007 έως το 2011, λόγω επαναλαμβανόμενων αναθέσεων έργου, που είχαν, ως αντικείμενο την ανάπτυξη, υλοποίηση και συντήρηση εξειδικευμένων τραπεζικών εφαρμογών, που λειτουργούσαν στο λειτουργικό περιβάλλον «...». Ότι, αυτό, που ανέμενε η ενάγουσα ήταν, η συνέχιση της συνεργασίας της με την εναγομένη και η ανάληψη ανεκτέλεστων έργων ύψους 3000.000 ευρώ, προς απόσβεση της αξίας των προγραμμάτων και της μεταβιβάσεως του πηγαίου κώδικά τους, δεδομένου ότι, έχει περιθώριο κέρδους 5°%, λόγω της φύσεως των υπηρεσιών, που παρέχει, προσδοκώντας, ως κέρδος, το ποσό των 1.500.000 ευρώ, από την εκτέλεση μελλοντικών έργων, που θα ανατίθεντο σε αυτήν, τα οποία, όμως, τελικώς, ποτέ δεν της ανατέθηκαν. Ότι, επιπλέον, η ενάγουσα αντελήφθη ότι, η εναγομένη είχε προσλάβει τον εργαζόμενο και επικεφαλής της ομάδας της (της ενάγουσας),..., προκειμένου να διαμορφώσει δική της ομάδα υπαλλήλων, προς τεχνική υποστήριξη των παραδοθέντων προγραμμάτων, γεγονός, που συνιστά αθέμιτη απόσπαση εργατικού δυναμικού και παράβαση συμβατικής υποχρεώσεως (άρθρο 9-2 της συμβάσεως) εκ μέρους της εναγόμενης για παράλειψη, η πρόσληψη, δε, αυτή προκάλεσε ζημία στην ενάγουσα, στερώντας της ειδικές γνώσεις και την εμπειρία του ως άνω εργαζομένου. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει: α) το ποσό των 1.500.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και επιδικίας, από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, με βάση τις διατάξεις περί συμβάσεως έργου, επικουρικώς, δε, με βάση τις διατάξεις περί πωλήσεως και, ακόμη, επικούρικότερα, ήτοι, σε περίπτωση, που η επίδικη σύμβαση ήθελε θεωρηθεί, ως χαριστική δικαιοπραξία (δωρεά) ή άλλη σύμβαση χωρίς αντάλλαγμα, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, λόγω μη νόμιμης αιτίας, ήτοι, ακυρότητας δικαιοπραξίας, λόγω εφαρμογής των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ και β) το ποσό των 100.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας και επιδικίας, από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση, ως συμβατικώς προβλεπομένη ποινική ρήτρα, λόγω της αθέμιτης αποσπάσεως εργατικού δυναμικού. Τέλος, ζήτησε να επιβληθούν εις βάρος της εναγομένης τα δικαστικά της έξοδα. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, αφού έκρινε ότι, η αγωγή ήταν ορισμένη, στη συνέχεια: α) όσον αφορά την αξίωση, για επιδίκαση του ποσού των 1.500.000 ευρώ, αφού έκρινε νόμιμες, τις κύρια και επικουρικές βάσεις αυτής, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 179, 341, 345, 346, 513 επ., 681 επ. και 694 του ΑΚ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 3, 3,13,14 και 32 παρ. 1 του ν. 2121/1993, δέχθηκε την αγωγή, ως εν μέρει κατ’ ουσία βάσιμη, κατά την κυρία βάση αυτής (και, ως εκ τούτου, δεν ερεύνησε τις επικουρικές βάσεις αυτής), που στηριζόταν στις διατάξεις των άρθρων 12 του ν. 2121/1993 σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ. του ΑΚ και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα, για την αιτία αυτή, το ποσό των 589.850,52 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση και β) όσον αφορά την αντικειμενικός σωρευομένη αξίωση, περί επιδικάσεως του ποσού των 100.000 ευρώ, λόγω καταπτώσεως της συμβατικής ρήτρας, περί απαγορεύσεως προσλήψεως υπαλλήλου της από την εναγόμενη, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 146/1914» έκρινε, σιωπηρός, την αγωγή, κατά το μέρος αυτό, ως νόμιμη, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 361, 404 και 409 του ΑΚ και, μετά την κατ’ ουσίαν έρευνα αυτής, δέχθηκε αυτήν, ως κατ’ ουσία βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 100.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Τέλος, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επέβαλε, εις βάρος της εναγομένης, μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, τα οποία όρισε στο ποσό των 17.250 ευρώ. Κατά της ως άνω αποφάσεως, παραπονείται, ήδη, η ενάγουσα της παραπάνω αγωγής, με την υπό στοιχείο I έφεσή της, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, κατά το εκκαλούμενο κεφάλαιο, ούτως ώστε, να γίνει δεκτή η αγωγή στο σύνολό της και να επιβληθούν εις βάρος της εφεσίβλητης-εναγομένης τα δικαστικά της έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. Αλλά και η εναγομένη της παραπάνω αγωγής, παραπονείται κατά της ίδιας ως άνω αποφάσεως, με την υπό στοιχείο II έφεσή της, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, κατά τα εκκαλούμενα κεφάλαιά της, ούτως ώστε, να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της και να επιβληθούν εις βάρος της εφεσίβλητης-ενάγουσας τα δικαστικά της έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

I. Από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. παρ. 1 και 3, 4, 6, 10 και 65 του ν. 2121/1993» προκύπτει ότι, οι πνευματικοί δημιουργοί, με τη δημιουργία του έργου, αποκτούν, σε αυτό, πνευματική ιδιοκτησία, που περιλαμβάνει, ως αποκλειστικά και απόλυτα δικαιώματα, το δικαίωμα της εκμεταλλεύσεως του έργου (περιουσιακό δικαίωμα) και το δικαίωμα της προστασίας του προσωπικού τους δεσμού προς αυτό (ηθικό δικαίωμα). Ως «έργο» νοείται, κάθε πρωτότυπο πνευματικό δημιούργημα λόγου, τέχνης ή επιστήμης, εκφραζόμενο με οιαδήποτε μορφή, ειδικότερα, δε, ως «έργα λόγον», θεωρούνται τα προγράμματα ηλεκτρονικών υπολογιστών (Η/Υ) και το προπαρασκευαστικό υλικό του σχεδιασμού τους. Ειδικότερα, το πρόγραμμα των Η/Υ είναι ο φορέας των πληροφοριών, η έλλειψη του οποίου, καθιστά άχρηστη τη συσκευή. Στον τομέα λοιπόν των Η/Υ έχει επικρατήσει το ζεύγος εννοιών «hardware» (μηχανικό μέρος του Η/Υ) και «software». Η έννοια του «software» περιλαμβάνει όλα τα είδη προγραμμάτων Η/Υ, μαζί με το συνοδευτικό υλικό τους. Συνήθως, ορίζεται, ως το σύνολο των διανοητικώς επεξεργασθέντων στοιχείων, για την επίλυση ενός προβλήματος επεξεργασίας πληροφοριών, ενώ, σύμφωνα με άλλη περιγραφή, αποτελεί το διανοητικό εποικοδόμημα ενός Η/Υ. Από τη γενική έννοια του software ξεχωρίζουν τρεις κατηγορίες: προγράμματα Η/Υ, περιγραφή προγραμμάτων (προπαρασκευαστικό υλικό) και συνοδευτικό υλικό. Ως «πρόγραμμα» ορίζεται μια σειρά εντολών, που μπορούν να διαβιβασθούν από τη μηχανή και, οι οποίες, μετά την εγγραφή τους σε ένα φορέα, είναι σε θέση να επιτύχουν, ώστε μια μηχανή, με ικανότητα επεξεργασίας πληροφοριών, να εκτελέσει, επιδείξει, επιτύχει μία ορισμένη λειτουργία, αποστολή ή αποτέλεσμα. Επομένως, το πρόγραμμα είναι το τελικό προϊόν ή η αποκρυστάλλωση μιας μακράς εξελικτικής διαδικασίας και το σπουδαιότερο μέρος ενός έτοιμου «πακέτου» software. Περιλαμβάνει το πηγαίο πρόγραμμα (source code) και το πρόγραμμα της μηχανής (machine code). Τα μέρη αυτά του software έχουν τη μεγαλύτερη οικονομική αξία. Η περιγραφή, εξάλλου, του προγράμματος περιλαμβάνει το προστάδιο εκπονήσεώς του. Ορίζεται από τις πρότυπες οδηγίες, ως μια πλήρης παράσταση διαδικασίας, σε γλωσσική, σχηματική, ή άλλη μορφή, τα στοιχεία της οποίας, επαρκούν για τον καθορισμό μιας σειράς εντολών, οι οποίες θα απαρτίσουν το τελικό πρόγραμμα. Με τη βοήθεια αυτών των στοιχείων μπορεί να γίνει η οριστική εκπόνηση του προγράμματος. Στο συνοδευτικό, τέλος, υλικό ή τεκμηρίωση εφαρμογής, ανήκουν οι οδηγίες προς τον χειριστή, σχόλια, παρατηρήσεις, σημειώσεις, που εξηγούν τον χειρισμό του προγράμματος. Ο πηγαίος κώδικας είναι γραμμένος σε μία γλώσσα προγραμματισμού υψηλού επιπέδου (π.χ. Basic, Fortran, Pascal, Cobol κ.λ,π.), η οποία γίνεται κατανοητή από τον άνθρωπο και, η οποία, για να λειτουργήσει, να «τρέξει» στον Η/Υ, πρέπει να μεταφρασθεί με τη βοήθεια ενός μεταγλωττιστικού προγράμματος (compiler) σε γλώσσα μηχανής ή, άλλως, σε αντικειμενικό κώδικα, που απαρτίζεται από σειρά δυαδικών ψηφίων, κατά κανόνα το ο και το 1 (ΕφΠειρ 679/2015 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 12 του ν. 2121/1993» υπό το γενικό τίτλο «μεταβίβαση», αναφέρεται στο ζήτημα της μεταβιβάσεως του δικαιώματος πνευματικής ιδιοκτησίας. Ειδικότερα, η διάταξη της παραγράφου 1 του παραπάνω άρθρου αναφέρεται στο περιουσιακό δικαίωμα, ορίζοντάς το, ως ελευθέρως μεταβιβάσιμο, ενώ, η διάταξη της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου θεμελιώνει το αμεταβίβαστο εν ζωή του ηθικού δικαιώματος. Το περιουσιακό δικαίωμα είναι δυνατόν να μεταβιβασθεί, εν όλω ή εν μέρει, σε κάθε, δε, περίπτωση, οι περιουσιακές εξουσίες ή τα τμήματα των εξουσιών, που δεν μεταβιβάζονται στον αντισυμβαλλόμενο, παραμένουν στο δημιουργό. Προκειμένου, δε, να γίνει λόγος για μεταβίβαση περιουσιακού δικαιώματος στο σύνολό του, θα πρέπει είτε η βούληση των συμβαλλομένων μερών, προς την κατεύθυνση αυτή, να έχει εκφρασθεί ρητώς είτε αυτό να συνάγεται, κατά τρόπον αδιαμφισβήτητο, από τα συναλλακτικά ήθη. Η σύμβαση, με την οποία επέρχεται η μεταβίβαση του περιουσιακού δικαιώματος εν όλω ή εν μέρει έχει εκποιητικό χαρακτήρα, με αυτήν, δε, εκπληρώνονται οι υποχρεώσεις, που οι συμβαλλόμενοι έχουν αναλάβει, μέσω μίας άλλης, υποσχετικής συμβάσεως, η οποία ενδέχεται να λάβει τη μορφή πωλήσεως, δωρεάς ή ανταλλαγής ή κάποιας αποκλειστικής συμβάσεως ή αδείας εκμεταλλεύσεως (Α. Δεσποτίδου σε Λ. Κοτσίρη/Ε. Σταματούδη «Νόμος για την πνευματική ιδιοκτησία» έκδ. 2009, σ. 313-341 με εκεί παρατιθέμενες παραπομπές σε θεωρία και νομολογία). Οι συμβατικές μορφές, με αντικείμενο το λογισμικό, είναι ποικίλες, κατά βάση, όμως, ανάγονται στις εξής: α) συμβάσεις παραχωρήσεως λογισμικού, β) συμβάσεις συντηρήσεως λογισμικού, γ) συμβάσεις εκπονήσεως λογισμικού από εργαζόμενους στην επιχείρηση, που παράγει το λογισμικό και δ) συμβάσεις εκπονήσεως λογισμικού από τρίτους σε σχέση με την επιχείρηση. Συχνά, απαντώνται και μικτοί ή ειδικοί τύποι συμβάσεων, όπως είναι, οι συμβάσεις εκτελέσεως έργου, οι οποίες περιλαμβάνουν μία δέσμη παροχών, μεταξύ των άλλων και την πώληση υλικού ή οι συμβάσεις χρηματοδοτικής μισθώσεως λογισμικού κ.λ.π. Από τις παραπάνω συμβατικές μορφές, οι συμβάσεις παραχωρήσεως λογισμικού διακρίνονται, με βάση το είδος της διαθέσεως (οριστική παραχώρηση ή με περιορισμένη διάρκεια κ,λ,π.), το είδος του λογισμικού (λειτουργικό λογισμικό, λογισμικό εφαρμογών), όπως και τον κύκλο χρηστών (τυποποιημένο, ατομικό λογισμικό). Ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της κάθε περιπτώσεως, τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα των μερών, που συμβάλλονται, βρίσκει αναλογική εφαρμογή ο κατάλληλος συμβατικός τύπος του ΑΚ. Δύο είναι, πάντως, οι κύριες συμβατικές μορφές των συμβάσεων παραχωρήσεως λογισμικού: πρώτον, η σύμβαση διαθέσεως τυποποιημένου λογισμικού, το οποίο παράγεται μαζικά και δεύτερον, η σύμβαση διαθέσεως ατομικού λογισμικού, το οποίο είναι προσαρμοσμένο στις ανάγκες του χρήστη (custom made) (I. Ιγγλεζάκη «Δίκαιο Πληροφορικής», 3η έκδοση, 2018, σ. 153)· Οσον αφορά στη σύμβαση οριστικής παραχωρήσεως της χρήσεως λογισμικού, η κρατούσα άποψη στη θεωρία και νομολογία (άποψη, που υιοθετείται και από το Δικαστήριο τούτο) δέχεται την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων για την πώληση (άρθρο 513 επ. του AK) (ΕΑ 35θ/2002 ΕπισκΕμπΔ2002.8ι8 επ., με παρατηρήσεις Ιγγλεζάκη, I. Ιγγλεζάκη ό.π., σ. 155-157, Μιχ.-Θεοδ. Μαρίνου «Συμβάσεις μεταφοράς τεχνολογίας-βασικά χαρακτηριστικά και προβλήματα» ΕΕμπΔΐ99θ· 728, όπου η παράδοση του πηγαίου κώδικα προγράμματος χαρακτηρίζεται, ως «one-off operation», δηλαδή, στιγμιαία παροχή, Ε. Παπακωνσταντίνου «Δίκαιο Πληροφορικής», έκδ. 2010, σ. 377 καπ σ. 380-387). II. Από τις διατάξεις των άρθρων 522, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 2 του ΚΠΟΛΔ προκύπτει ότι, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά την παραδοχή λόγου εφέσεως, ως βάσιμου, εξαφανίζει την εκκαλουμένη απόφαση και, εάν η ουσία της υποθέσεως ερευνήθηκε στον πρώτο βαθμό, κρατεί αυτό την υπόθεση και τη δικάζει κατ’ ουσίαν. Στην περίπτωση αυτή, είναι αρμόδιο να ερευνήσει όλα τα πρωτοδίκως υποβληθέντα, για την οριστική διάγνωση της διαφοράς, ζητήματα και, επομένως, εάν κρίνεται αγωγή με περισσότερες βάσεις, το μεταβιβαστικό αποτέλεσμα δεν περιορίζεται, μόνο, στις διατάξεις της αποφάσεως, που πλήττονται με την έφεση, αλλά, εκτείνεται και στις μη εξετασθείσες πρωτοδίκως βάσεις, διότι, δεν δικάζεται, πλέον, η έφεση, αλλά η αγωγή. Έτσι, εάν έγινε δεκτή πρωτοδίκως (εν όλω η εν μέρει) αγωγή, ως προς την κύρια βάση της και δεν ερευνήθηκε, ως προς την επικουρική, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά την εξαφάνιση της αποφάσεως και την απόρριψη της αγωγής, ως προς την κύρια βάση της, είναι υποχρεωμένο να προβεί, αυτεπαγγέλτως, σε έρευνα της επικουρικής βάσεως. Η έρευνα των μη εξετασθεισών πρωτοδίκως βάσεων γίνεται από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, διότι, τούτο υποκαθίσταται, κατά το νόμο, στη θέση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και, γι’ αυτό, δεν απαιτείται, για την ενέργεια αυτή, έφεση, αντέφεση ή αίτημα του ενάγοντος. Με την έρευνα των μη εξετασθεισών πρωτοδίκως βάσεων της αγωγής, απευθείας από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, εισάγεται εξαίρεση στην αρχή της μη υπερβάσεως του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, την οποία καθιερώνει το άρθρο 12 του ΚΠΟΛΔ, το, δε, Εφετείο, όταν, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, ερευνά τη μη εξετασθείσα πρωτοδίκως βάση της αγωγής, δεν δεσμεύεται από τον κανόνα του άρθρου 536 παρ. 1 του ΚΠΟΛΔ, αλλά, μπορεί να καταστήσει και δυσμενέστερη τη θέση του εκκαλούντος, σύμφωνα με το άρθρο 536 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 714/2018 και ΑΠ 907/2011 δημοσιευμένες στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου, Εφ Πατρ 96/2011 Αχ Νμλγ20ΐ2.375, Σ. Σαμουήλ «Η Έφεση», Ε’ έκδοση, παρ. 947, σελ. 358359)· HI· Συμφωνία επί όλων των συμβατικών όρων αμφοτεροβαρούς συμβάσεως υπάρχει, όχι, μόνον, όταν καθορίσθηκαν, επακριβώς, όλες οι εκατέρωθεν παροχές, αλλά και, όταν δεν καθορίσθηκε κάποια από αυτές, επακριβώς οριστικά, αλλά, τα μέρη άφησαν τον επακριβή καθορισμό της σε μεταγενέστερη συμφωνία τους. Και στην περίπτωση αυτή, η καθορισθείσα, κατ’ αυτόν τον τρόπο, εν μέρει, ατελώς, σύμβαση είναι τετελεσμένη, εφόσον, όμως, προκύπτει ότι, τα μέρη ηθέλησαν αυτήν δεσμευτική γι αυτά. Τούτο, διότι το φαινομενικό αδιέξοδο, που τυχόν θα ανακύψει, λόγω της αρνήσεως του ενός μέρους να συμπράξει στη μεταγενέστερη συμφωνία, θεραπεύεται δια της (μη ρητώς αποκλεισμένης από κάποια διάταξη νόμου) ανάλογης εφαρμογής του άρθρου 371 εδ. β’ του ΑΚ, ήτοι, της κατά δίκαια κρίση προσδιορισμού της αντιπαροχής από το Δικαστήριο [πρβλ. ΟλΑΠ 1381/83 Ν0Β1984Ί193, ΑΠ 867/2017 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 4/2011 ΕλλΔνη 2Ο11-492, Β. Βαθρακοκοίλη «ΕΡΝΟΜΑΚ-Γενικό Ενοχικό» (άρθρα 287495), Τ. 2, 2003, σ· 351]· Για ττ1ν εφαρμογή, όμως, του κανόνα του άρθρου 379 του ΑΚ, προϋποτίθεται, ύπαρξη αμφιβολίας, για την έκταση της αντιπαροχής ή για το πρόσωπο του αντισυμβαλλομένου, που θα κάνει τον προσδιορισμό ή παραπομπή σε άλλη πηγή προσδιορισμού. Η συμπλήρωση της αοριστίας αυτής μπορεί να γίνει με μεταγενέστερη συμφωνία των μερών, εάν τα μέρη ήθελαν κατηρτισμένη σύμβαση. Πριν από τον προσδιορισμό αυτόν, δεν υπάρχει γεννημένη αξίωση προς παροχή, συνακολούθως, δε, δεν δημιουργείται υπερημερία του οφειλέτη από τη μη πληρωμή, αφού δεν υφίσταται προσδιορισμένη εκπληρώσιμη παροχή (Β. Βαθρακοκοίλη ό.π. υπό άρθρο 371, παρ. 12, σ. 321 επ.). Στην περίπτωση, δε, της συμβάσεως πωλήσεως, ουσιώδες στοιχείο αυτής, συνιστά το τίμημα, ήτοι, η συμφωνημένη χρηματική αντιπαροχή του αγοραστή για την παροχή του πωλητή. Ο νόμος δεν απαιτεί το τίμημα να είναι ανάλογο προς την αξία του αντικειμένου της πωλήσεως, δεν υφίσταται, δηλαδή, κάποιο «δίκαιο τίμημα» αλλά, μπορεί, κάθε φορά, να προσδιορίζεται ελεύθερα από τα μέρη (Καραμπατζάς σε «ΣΕΑΚ», υπό άρθρο 513 παρ. 44, ο. 1023). Πρέπει να συνίσταται, αποκλειστικώς ή, κυρίως, σε χρήματα, μπορεί, όμως, να περιλαμβάνει και άλλες παρεπόμενες, μη χρηματικές παροχές, όπως, συνομολόγηση πρόσθετης παροχής, όπως σε είδος, εργασία ή έργο, οπότε, δεν μεταβάλλεται ο χαρακτήρας της πωλήσεως, καθώς η κύρια οφειλή παραμένει το τίμημα [Β. Βαθρακοκοίλη «ΕΡΝΟΜΑΚ-Ειδικό Ενοχικό» (άρθρα 496-618), Τ. 3Α’> 2004, σ. 89, Π. Φιλιού «Ενοχικό Δίκαιο-Ειδικό μέρος», Τ. 1, 9η έκδ. 2011, σ. 11, Π. Κορνηλάκη «Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο», Τ. ι,2Ί έκδ. 2012, σ. 166, με την εκεί παρατιθέμενη παραπομπή σε νομολογία]. Το τίμημα πρέπει να είναι ορισμένο για όλη την παροχή, μπορεί, όμως, να είναι απλώς οριστό, δηλαδή, να υπάρχει συμφωνία για καταβολή τιμήματος, χωρίς, όμως, προσδιορισμό του ύψους του, αρκεί να υπάρχει δυνατότητα προσδιορισμού του, οπότε, ο προσδιορισμός του θα γίνει κατά τους ορισμούς της ΑΚ 379 ή να ανατεθεί ο προσδιορισμός του σε ένα από τα μέρη ή σε τρίτο, οπότε έχουν εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων ΑΚ 371-373 ή> να συναρτηθεί, ρητώς ή σιωπηρώς, ο προσδιορισμός του με εξωτερικά γεγονότα ή στοιχεία, όπως, την τρέχουσα, αγοραία, δηλαδή ή τη μέση τιμή της αγοράς κατά το χρόνο και στον τόπο εκπληρώσεως της παροχής ή και την τιμή, που έχει καθορισθεί πριν από την πώληση (Β. Βαθρακοκοίλη ό.π., Π. Κορνηλάκη ό.π.). Περαιτέρω, οι διατάξεις των άρθρων 195 και 196 του ΑΚ, που αφορούν στην τύχη της συμβάσεως, αναφέρονται, η, μεν, πρώτη, στις περιπτώσεις της φανεράς ασυμφωνίας, εκφράζουσα τον κανόνα ότι, για την κατάρτιση συμβάσεως, απαιτείται η πρόταση και η αποδοχή να καλύπτονται αμοιβαίως, δηλαδή, να υπάρχει συμφωνία των μερών, ως προς όλα τα σημεία της συμφωνίας, ουσιώδη και επουσιώδη, επί των οποίων, κατά την επίγνωση των μερών, έπρεπε να υπάρχει συμφωνία, άλλως, η σύμβαση, εν αμφιβολία, δεν είναι καταρτισμένη, η, δε, δεύτερη, στις περιπτώσεις λανθάνουσας ασυμφωνίας, όπου, ενώ υπάρχει ασυμφωνία, ως προς κάποιον επουσιώδη όρο, τα μέρη ή το ένα εξ αυτών διατηρούν την εντύπωση ότι, έχει καταρτισθεί συμφωνία, οπότε ισχύει το συμφωνηθέν, υπό την προϋπόθεση ότι, συνάγεται από τις περιστάσεις ότι, η σύμβαση θα καταρτιζόταν και χωρίς τα μέρη να συμφωνήσουν επί του μη συμφωνηθέντος ως άνω επουσιώδους όρου. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 185, 191 και 193 του ΑΚ, συνάγεται ότι, η σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής. Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει, δηλαδή, όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός, μεν, τα ουσιώδη, από, δε, τα επουσιώδη, εκείνα, τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι, πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα. Η πρόταση είναι ισχυρή και όταν ακόμη είναι αόριστη, ως προς κάποιο από τα στοιχεία της (ουσιώδη ή επουσιώδη), εφόσον, ο προσδιορισμός αυτών επαφίεται στο λήπτη ή μπορεί να συναχθεί με αναφορές στις δηλώσεις των μερών, που προηγήθηκαν. Αντίστοιχα, η αποδοχή της προτάσεως, για τη σύναψη συμβάσεως, πρέπει να είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο της προτάσεως, χωρίς επιφύλαξη ή τροποποίηση, να ακολουθεί την πρόταση και να περιέλθει σε αυτόν, που πρότεινε, με αφετηρία το χρόνο της προτάσεως, μέσα στην προθεσμία, που τάχθηκε με αυτήν ή, συγχρόνως, με άλλο τρόπο, γραπτώς ή προφορικώς ή, εάν δεν τάχθηκε προθεσμία, έως τη στιγμή, που, κατά τις περιστάσεις, κάθε συγκεκριμένης περιπτώσεως, απαιτείται και, συνακολούθως, υποχρεούται να αναμένει αυτός, που πρότεινε. Η σιωπή εκείνου, προς τον οποίο απευθύνεται η πρόταση δεν αποτελεί αποδοχή ούτε αποποίηση. Μόνον κατ’ εξαίρεση μπορεί, ερμηνευτικός, να δοθεί σε αυτή δικαιοπρακτικός χαρακτήρας, με βάση την ακολουθούμενη από τα μέρη πρακτική. Εάν, αντιθέτως, στην τελευταία περίπτωση, υπάρχει ασυμφωνία, ως προς κάποιο ουσιώδη όρο, η σύμβαση δεν έχει καταρτισθεί (ΑΠ 1080/2018 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 882/2010 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου, ΑΠ 1042/1982 ΝοΒ1983·1162, ΕΑ 8582/2006 ΕλλΔνη2θθ8. 929, Β. Βαθρακοκοίλη «ΕΡΝΟΜΑΚ-Γενικές αρχές», εκδ. 2003, υπό άρθρο 195» σ. 813-815 και υπό άρθρο 371, σ.321-333, Δ. Παπαστερίου/Δ. Κλαβανίδου «Δίκαιο της δικαιοπραξίας», 2ΐ έκδ. 2021, σ. 214-216). Ετσι, στην περίπτωση της πωλήσεως, εάν λείπει συμφωνία των μερών σε κάποιο από τα ουσιώδη στοιχεία (πράγμα, τίμημα και αιτία), δεν πληρούται η νομοτυπική μορφή του συγκεκριμένου δικαιοπρακτικού τύπου, ώστε, η δικαιοπραξία να είναι ατελής ή ανυπόστατη, ανάλογα με το εάν η έλλειψη του στοιχείου μπορεί να καλυφθεί μεταγενεστέρως ή είναι οριστική (Δ. Παπαστερίου/Δ. Κλαβανίδου, ό.π.). IV. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 146/1914, απαγορεύεται, κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές, κάθε πράξη, που γίνεται, προς το σκοπό ανταγωνισμού και αντίκειται στα χρηστά ήθη, ο, δε, παραβάτης μπορεί να εναχθεί προς παράλειψη της πράξεως και προς ανόρθωση της ζημίας, που η πράξη προκάλεσε. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, που αποτελεί γενική ρήτρα κατά του αθέμιτου ανταγωνισμού, ουσιώδης προϋπόθεση, για τη δημιουργία αξιώσεως προς παράλειψη πράξεως, που γίνεται από το φορέα επιχειρήσεως, κατά τις εμπορικές, βιομηχανικές ή γεωργικές συναλλαγές της, είναι ο σκοπός ανταγωνισμού, από τον οποίο πρέπει να κυριαρχείται η πράξη και η αντίθεσή της προς τα χρηστά ήθη. Σκοπός ανταγωνισμού, υπάρχει, όταν η πράξη γίνεται με πρόθεση ενισχύσεως του ίδιου ή ξένου ανταγωνισμού και είναι αντικειμενικός πρόσφορη να εξυπηρετήσει τον ανταγωνισμό, δηλαδή, απαιτείται σχέση ανταγωνισμού μεταξύ του υποκειμένου της πράξεως και τρίτων, οι οποίοι, πάντως, δεν προστατεύονται από κάθε αντίθετη προς τα χρηστά ήθη συμπεριφορά, αλλά, μόνον, από εκείνη, που επιδρά αρνητικά στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες ή απειλεί την ανταγωνιστική συμπεριφορά τους. Πρόθεση βλάβης του ανταγωνιστή δεν απαιτείται και ούτε είναι αναγκαίο ο σκοπός ανταγωνισμού να αποτελεί το μόνο σκοπό της πράξεως (ΑΠ 991/2014 ΕλλΔνη 2015402, ΑΠ 1519/2014 ΕλλΔνη2015·130)· Στην περίπτωση, δε, που έχει συνομολογηθεί ρήτρα μετασυμβατικής απαγορεύσεως ανταγωνισμού, η οποία θεωρείται, κατ’ αρχήν, έγκυρη, η προσβολή της δεν είναι eo ipso και αθέμιτος ανταγωνισμός (Σημείωμα Κ. Παμπούκη σε ΜΠΑΘ 8395/2013 ΕπισκΕμπΔ2013·504)·

Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη αγωγή, με το παραπάνω περιεχόμενο και αίτημά της, ως προς την κυρία αυτής βάση, που αφορά στο αίτημα περί επιδικάσεως εργολαβικής αμοιβής, η οποία (κύρια βάση) επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί στον επικαλούμενο, από την ενάγουσα, χαρακτήρα της από 8.2.2011 συμβάσεως μεταβιβάσεως του πηγαίου κώδικα των εφαρμογών, που είχε η ίδια κατασκευάσει και παραδώσει στην εναγομένη, ως συμβάσεως έργου και, δη, τροποποιητικής των αρχικών συμβάσεων έργου, που είχε συνάψει με την εναγομένη είτε απευθείας είτε μέσω της εταιρείας «...», παρίσταται, ως μη νόμιμη και, για το λόγο αυτό, έπρεπε να είχε απορριφθεί, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο I νομική σκέψη της παρούσας, η σύμβαση αυτή-αληθής υποτιθέμενη-συνιστά σύμβαση οριστικής παραχωρήσεως της χρήσεως λογισμικού, στην οποία, κατά την κρατούσα άποψη, βρίσκουν αναλογική εφαρμογή οι διατάξεις για την πώληση (άρθρο 513 επ. του ΑΚ). Άλλωστε, η ίδια η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή της, ότι, η μεταβίβαση αυτή του πηγαίου κώδικα των εφαρμογών δεν αποτέλεσε αντικείμενο των συμβάσεων έργου, που είχε συνάψει είτε απευθείας με την εναγόμενη είτε για λογαριασμό της τελευταίας, με την εταιρεία «...», αλλά, συνήφθη, το πρώτον, στις 8.2.2011, ως αυτοτελής σύμβαση. Εκθέτει, επίσης, η ίδια η ενάγουσα, στην αγωγή της, ότι, με την από 8.2.2011 σύμβαση, μετεβίβασε στην εναγομένη έτοιμο έργο, ήτοι, τον, ήδη, κατασκευασθέντα από αυτήν πηγαίο κώδικα των εφαρμογών, που η ίδια είχε αναπτύξει και παραδώσει, στα πλαίσια υποχρεώσεών της από προγενέστερες συμβάσεις εκπονήσεως ατομικού λογισμικού και, ως εκ τούτου, δεν υφίστατο έδαφος κατασκευής νέου έργου. Ενώ, εξάλλου, δεν ήταν, εκ των πραγμάτων, δυνατόν, οι ιστορούμενες στην αγωγή συμβάσεις αυτές έργου να τροποποιηθούν, καθώς, ως τροποποίηση συμβάσεως, νοείται εκείνη, που ανάγεται σε αντικατάσταση, συμπλήρωση των όρων, που συμφωνήθηκαν και, όχι, αυτή, που αναφέρεται σε πρόσθετη σύμβαση ή δικαιοπραξία, που έχει αυτοτελή ύπαρξη (Β. Βαθρακοκοίλη «ΕρμΝΟΜΑΚΓενικές αρχές», υπό άρθρο 164, τ. 2001, σ. 679-683, με τις εκεί παρατιθέμενες παραπομπές σε θεωρία και νομολογία). Τέλος, δεν μπορεί να νοηθεί τροποποίηση των συμβάσεων, που, κατά το ιστορικό της αγωγής, η ενάγουσα είχε συνάψει, όχι, απευθείας με την εναγομένη, αλλά, με την εταιρεία «...», στις οποίες (συμβάσεις) η εναγομένη δεν ήταν αντισυμβαλλομένη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχθηκε, ως νόμιμη την αγωγή, κατά την ανωτέρω κυρία αυτής βάση, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου. Ακολούθως, πρέπει, κατά το βάσιμο πρώτο λόγο της υπό στοιχείο II εφέσεως, αλλά και κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου τούτου (αφού ζητείται από την εναγομένη-εκκαλούσα η απόρριψη της αγωγής, έχει, δε, ασκηθεί και αντίθετη έφεση), να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το κεφάλαιο αυτό και, στη συνέχεια, να γίνει δεκτή η υπό στοιχείο II έφεση, ως βάσιμη και κατ’ ουσία, να κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο (535 παρ. 1 του ΚΠΟΛΔ) και, αφού απορριφθεί η κρινόμενη αγωγή, ως μη νόμιμη, κατά την κυρία αυτής βάση, να ερευνηθεί, από το Δικαστήριο τούτο, ως προς τη νομική και ουσιαστική της βασιμότητα, η μη εξετασθείσα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο-πρώτη επικουρική βάση της αγωγής, σύμφωνα με όσα αναλυτικά εκτέθηκαν στην ως άνω υπό στοιχείο ΙΙ νομική σκέψη της παρούσας. Οσον αφορά την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 2121/1993» με παράλληλη εφαρμογή των διατάξεων περί πωλήσεως του ΑΚ: Με την κρινόμενη αγωγή, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, με την από 8.2.2011 επίδικη σύμβαση, συμφωνήθηκε, εγγράφως, μεταξύ των διαδίκων, στα πλαίσια της καλής συνεργασίας τους, η εκ μέρους της ιδίας (ενάγουσας) παράδοση του πηγαίου κώδικα των επίδικων εφαρμογών λογισμικού, που αυτή είχε αναπτύξει και παραδώσει στην εναγομένη. Αναφορικά με το τίμημα της πωλήσεως, η ενάγουσα επικαλείται προφορική συμφωνία, μεταξύ της ιδίας και της εναγομένης, περί της μη καταβολής του σε χρήμα, αλλά, με τη μορφή μελλοντικής καταρτίσεως, μεταξύ τους, νέας συμβάσεως, πενταετούς διάρκειας, με βάση την οποία, η ενάγουσα θα ανελάμβανε την υποχρέωση να υλοποιεί, αναπτύσσει και συντηρεί νέες εφαρμογές για την εναγομένη. Ισχυρίζεται, ακόμη, ότι, η συμφωνία αυτή ήταν, μεν, προφορική, αποτυπώθηκε, όμως, εν μέρει και στην ως άνω έγγραφη σύμβαση, με τη φράση: «τα ανωτέρω ισχύουν και για όποιες μελλοντικές αναπτύξεις επί του Συστήματος, κατά τη σύμβαση που θα υπογραφεί». Τέλος, η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή της ότι, μετά την εκ μέρους της παράδοση του πηγαίου κώδικα και, συγκεκριμένα, την 1.3-2011, η εναγομένη τής απηύθυνε πρόταση για τη σύναψη συμβάσεως, με αντικείμενο την υποστήριξη και συντήρηση των υφισταμένων εφαρμογών, για τ ρ ί α (3) έτη, ήτοι, αντικείμενο, που διαφοροποιείται από την επικαλούμενη με την αγωγή προφορική συμφωνία (η οποία αφορούσε σε σύμβαση, με αντικείμενο την εκπόνηση νέων εφαρμογών και τη συντήρησή τους για χρονικό διάστημα πέντε ετών), την οποία, πρόταση απέρριψε η ενάγουσα, λόγω των ιδιαίτερα επαχθών γι αυτήν όρων, χωρίς, τελικά, να καταρτισθεί η σχετική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, με την εναγομένη να «υπαναχωρεί» από τη συμφωνία αυτή, αναθέτοντας το έργο στην εταιρεία «...». Με βάση τα ως άνω εκτιθέμενα, στην πρώτη επικουρική βάση της αγωγής, πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι, γίνεται επίκληση συμβάσεως μεταβιβάσεως περιουσιακού δικαιώματος-πωλήσεως, με συμφωνία των συμβαλλομένων μερών, μόνον, ως προς το μεταβιβαζόμενο πράγμα, ήτοι, το άϋλο αγαθό του πηγαίου κώδικα των εφαρμογών. Η αντιπαροχή (τίμημα), όμως, ήτοι, το ουσιώδες στοιχείο της μεταβιβάσεως του περιουσιακού δικαιώματος/πωλήσεως, αφέθηκε τελείως απροσδιόριστο, ήτοι, έγινε μόνο, μία αόριστη αναφορά σε σύμβαση, η οποία θα υπογραφόταν στο μέλλον από τα μέρη, χωρίς να προσδιορίζεται αυτή, κατά χρόνο, τρόπο, ακριβές αντικείμενο, κυρίως, δε, χωρίς να προσδιορίζεται το ύψος της αμοιβής, που θα δικαιούτο η ενάγουσα «για τις μελλοντικές αναπτύξεις τον συστήματος» και για τη συντήρησή τους, αλλά και το εάν ο προσδιορισμός αυτός θα γινόταν από ένα μέρος ή από κοινού και από τα δύο μέρη. Η έλλειψη, δε, συμφωνίας των μερών, ως προς το τίμημα, καταδεικνύεται από τον ίδιο τον αγωγικό ισχυρισμό ότι, η εναγομένη απηύθυνε στην ενάγουσα πρόταση για σύναψη συμβάσεως, την οποία, όμως, η τελευταία απέρριψε και, ως εκ τούτου, τελικώς, συμφωνία δεν καταρτίσθηκε. Πρόκειται, δηλαδή, για κενό, αναγόμενο σε ουσιώδες στοιχείο της συμβάσεως, η συμπλήρωση του οποίου, δεν είναι δυνατή με ερμηνεία, καθώς, η αντιπαροχή της εναγομένης, σύμφωνα, πάντοτε, με τα ιστορούμενα στην αγωγή πραγματικά περιστατικά, ήταν αόριστη, σε τέτοια έκταση, που κατέστη αμφίβολο το ίδιο το είδος της συμβάσεως και ο σκοπός της, σε κάθε, δε, περίπτωση, πρόκειται για ασυμφωνία των μερών, ως προς ουσιώδη όρο, ήτοι, αυτόν του τιμήματος, γεγονός, που, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην υπό στοιχείο III νομική σκέψη της παρούσας, σημαίνει ότι, σύμβαση μεταβιβάσεως περιουσιακού δικαιώματος/πωλήσεως δεν καταρτίσθηκε. Η επίκληση, δε, από την ενάγουσα της διατάξεως του άρθρου 379 του ΑΚ (χωρίς, σημειωτέον, να επικαλείται ότι, έχει προβεί σε σχετική εξώδικη δήλωση, πριν από την άσκηση της αγωγής), αλλά και της υπερημερίας της εναγομένης για εκπλήρωση της αντιπαροχής, βασίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι, δηλαδή, η σύμβαση πωλήσεως ήταν κατηρτισμένη. Με βάση τα παραπάνω, η πρώτη επικουρική βάση της αγωγής πρέπει να απορριφθεί, ως μη νόμιμη, συνακολούθως, δε, πρέπει να ερευνηθεί η νομική βασιμότητα της δεύτερης επικουρικής βάσεως της αγωγής.

Όσον αφορά την δεύτερη επικουρική βάση της αγωγής, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις των άρθρων 178, 179 και 904 επ. του ΑΚ: Κατά τη διάταξη του άρθρου 178 του ΑΚ, δικαιοπραξία, που αντιβαίνει στα χρηστά ήθη, είναι άκυρη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, ως κριτήριο των χρηστών ηθών, χρησιμεύουν οι ιδέες του κατά γενική αντίληψη, με φρόνηση και χρηστότητα, σκεπτόμενου μέσου κοινωνικού ανθρώπου. Η αντίθεση, δε, στα χρηστά ήθη, που καθιστά άκυρη τη δικαιοπραξία, κρίνεται από το περιεχόμενό της, ενόψει, όχι, μεμονωμένος της αιτίας, που εκκίνησε τους συμβαλλομένους να τη συνάψουν ή το σκοπό, στον οποίο αυτοί αποβλέπουν, αλλά, του συνόλου των περιστάσεων και των συνθηκών, που τη συνοδεύουν. Κατά το επόμενο άρθρο 179 του ίδιου Κώδικα, το οποίο αποτελεί ειδικότερη περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 178 του ΑΚ, άκυρη, ως αντίθετη προς τα χρηστά ήθη είναι, ιδίως, η δικαιοπραξία, με την οποία δεσμεύεται υπερβολικά η ελευθερία του προσώπου ή η δικαιοπραξία, με την οποία εκμεταλλεύεται κάποιος την ανάγκη, την κουφότητα ή την απειρία του άλλου και πετυχαίνει, έτσι, να συνομολογήσει ή να πάρει για τον εαυτό του ή τρίτο, για κάποια παροχή, περιουσιακά ωφελήματα, που, κατά τις περιστάσεις, βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία προς την παροχή. Από τις διατάξεις αυτές των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ και, ειδικότερα, την δεύτερη, προκύπτει ότι, για να χαρακτηρισθεί δικαιοπραξία, ως αισχροκερδής, καταπλεονεκτική και, συνεπώς, άκυρη, λόγω της αντιθέσεώς της προς τα χρηστά ήθη, απαιτείται να συντρέχουν αθροιστικώς τρία στοιχεία και δη: α) προφανής δυσαναλογία, μεταξύ παροχής και αντιπαροχής, β) ανάγκη ή κουφότητα ή απειρία του ενός εκ των συμβαλλομένων και γ) η εκμετάλλευση της γνωστής σ’ αυτόν ανάγκης ή κουφότητας ή απειρίας του συμβαλλομένου τούτου από τον αντισυμβαλλόμενο. Η παραπάνω διάταξη του άρθρου 179 του ΑΚ εφαρμόζεται, μόνο, σε επαχθείς και, μάλιστα, αμφοτεροβαρείς δικαιοπραξίες περιουσιακής φύσεως. Αποκλείεται, δηλαδή, η εφαρμογή του άρθρου 179 του ΑΚ, επί δικαιοπραξιών, επί των οποίων είτε δεν λαμβάνει χώρα ανταλλαγή παροχών είτε η επίδοση περιουσίας γίνεται άνευ ανταλλάγματος, αφού, στις περιπτώσεις αυτές, δεν γεννάται ζήτημα προφανούς δυσαναλογίας παροχής και αντιπαροχής (ΕΑ 5634/2020 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», Κ. Παντελίδου «Γενικές Αρχές Αστικού Δικαίου», έκδ. 2016, σ. 453-456). Δεν αποκλείεται, όμως, να υπάρχει σε κάποια δικαιοπραξία και χωρίς τη συνδρομή των όρων της διατάξεως του άρθρου 179 του ΑΚ, εκμετάλλευση του άλλου μέρους, υπό περιστάσεις και συνθήκες, που προσδίδουν στη δικαιοπραξία ανήθικο χαρακτήρα, συνεπαγόμενο ακυρότητα αυτής, κατά τη γενική διάταξη του 178 του ΑΚ. Η δημιουργία, όμως, αυτοτελούς, εντεύθεν, λόγου ακυρότητας, προϋποθέτει τη συνδρομή γεγονότων διαφορετικών εκείνων του άρθρου 179 του ΑΚ, των οποίων έγινε επίκληση, αφού, η τελευταία αυτή διάταξη αποτελεί ειδική περίπτωση εφαρμογής εκείνης του άρθρου 178 του ΑΚ, ενώ, μόνη, η τυχόν συνδρομή δυσαναλογίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής δεν αρκεί, χωρίς άλλο, να προσδώσει στη σύμβαση το χαρακτήρα της αντιθέσεώς της προς τα χρηστά ήθη, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 178 του ΑΚ (ΑΠ 985/2017 και ΑΠ 2095/2009 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Στην προκειμένη περίπτωση, με τη δεύτερη και τελευταία επικουρική βάση της αγωγής, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, σε περίπτωση, που ήθελε κριθεί η επίδικη σύμβαση, ως σύμβαση δωρεάς ή σύμβαση χωρίς αντάλλαγμα, αυτή είναι άκυρη, κατά τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 του ΑΚ: α) διότι, συντρέχει δυσαναλογία παροχής και αντιπαροχής και β) διότι, η εναγομένη εκμεταλλεύθηκε την οικονομική ανάγκη, στην οποία βρέθηκε η ενάγουσα και, η τελευταία, κατόπιν αυτού του εκβιασμού, αναγκάσθηκε να προβεί στην εν λόγω μεταβίβαση άνευ οιουδήποτε ανταλλάγματος. Η βάση, όμως, αυτή της αγωγής είναι απορριπτέα, ως μη νόμιμη, καθ’ ό μέρος επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 179 του ΑΚ, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στην αμέσως παραπάνω νομική σκέψη της παρούσας, η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται επί ετεροβαρών (χαριστικών) δικαιοπραξιών. Η ίδια βάση της αγωγής, καθ’ ό μέρος επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 178 του ΑΚ, είναι, επίσης, απορριπτέα, ως μη νόμιμη, καθώς, στην αγωγή γίνεται όλως επιγραμματική αναφορά της αντιθέσεως προς τα χρηστά ήθη, χωρίς έκθεση πραγματικών περιστατικών, διαφόρων, από εκείνα, που επικαλέσθηκε η ενάγουσα για τη θεμελίωση της διατάξεως του άρθρου 179 του ΑΚ. Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί η αγωγή, ως νόμω αβάσιμη, καθ’ ό μέρος, με αυτή ζητείται η επιδίκαση του ποσού των 1.500.000 ευρώ, συνακολούθως, δε, απορριπτέα, ως άνευ αντικειμένου, καθίσταται η υπό στοιχείο I έφεση της ενάγουσας-εκκαλούσας, με την οποία προσβάλλεται, μόνον, το συγκεκριμένο κεφάλαιο της εκκαλουμένης αποφάσεως.

Με τον ένατο λόγο της υπό στοιχείο II εφέσεως, η εκκαλούσα της εφέσεως αυτής-εναγομένη παραπονείται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου (άρθρο 1 του ν. 146/1914)» όσον αφορά στην αξίωση περί επιδικάσεως της ρήτρας απαγορεύσεως ανταγωνισμού, που είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο σιωπηρώς (πρβλ. ΑΠ 465/2015 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου) έκρινε ότι, η αγωγή, κατά το μέρος αυτό, ήταν νόμιμη, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 361, 404 και 409 του ΑΚ και, όχι, με βάση τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 146/1914 και, ως εκ τούτου, παρέλκει η εξέταση του σκέλους αυτού του ενάτου λόγου εφέσεως, ως άνευ αντικειμένου. Ορθώς, άλλωστε, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο υπήγαγε (σιωπηρώς) την αξίωση αυτή στις διατάξεις των άρθρων 346, 361, 404 και 409 του ΑΚ και, όχι, στις βάση τις διατάξεις περί αθεμίτου ανταγωνισμού (άρθρο 1 του ν. 146/1914), καθώς, η ενάγουσα δεν ισχυρίσθηκε με την αγωγή της ότι, τελεί σε ανταγωνιστική σχέση με την εναγομένη ούτε ότι, η εκ μέρους της τελευταίας πρόσληψη του υπαλλήλου της ενάγουσας, κατά παράβαση της συμβατικής ρήτρας, έγινε με σκοπό ανταγωνισμού.

Από την επανεκτίμηση των εγγράφων, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και επαναπροσκομίζουν, μεταξύ των οποίων και τα ξενόγλωσσα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και επαναπροσκομίζουν σε ελληνική μετάφραση, αλλά και από τα ξενόγλωσσα έγγραφα, τα οποία, αυτοί επικαλούνται και επαναπροσκομίζουν, παρ’ όλο, που δεν συνοδεύονται από ελληνική μετάφραση, καθώς, στην προκειμένη τακτική διαδικασία, λαμβάνονται υπόψιν, κατά τη διάταξη του άρθρου 340 παρ. 1 του ΚΠΟΛΔ και έγγραφα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, αφού είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη (ΕΑ 183/2019 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», Αιτ. Εκθ. του ν. 4335/2015 σ· 14) (σημειουμένου ότι, η εμμάρτυρη απόδειξη, δι ενόρκων βεβαιώσεων, είναι επιτρεπτή, εν προκειμένω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 394 παρ. 1 εδ. δ’ του ΚΠΟΛΔ [αρχή έγγραφης αποδείξεως, που πηγάζει από την εμπορικότητα της διαφοράς, ΑΠ 270/2020 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου), από τις μετ’ επικλήσεως επαναπροσκομιζόμενες από την ενάγουσα-εφεσίβλητη υπ’ αριθμ. .... ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες έχουν δοθεί, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, ...., μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης-εκκαλούσας (όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. .... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ....), από τις υπ’αριθμ. .... ένορκες βεβαιώσεις, τις οποίες μετ’ επικλήσεως επαναπροσκομίζει η εναγομένη-εκκαλούσα, οι οποίες έχουν ληφθεί, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών, ...., μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας-εφεσίβλητης (όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. .... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, ....), η, δε, επ’ αυτών αναγραφή, ίδιας ώρας εξετάσεως των ενόρκως βεβαιούντων δεν καθιστά αυτές ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, καθώς, αφ’ ενός, μεν, η ώρα αυτή (12.οο μ.μ.) ήταν η ώρα, που αναγράφεται στη σχετική κλήση, που επεδόθη στην ενάγουσα-εφεσίβλητη, η οποία δεν παραστάθηκε κατά τη λήψη τους, αφ’ ετέρου, δε, στην ένορκη βεβαίωση τίθεται η ώρα ενάρξεως εξετάσεως των μαρτύρων, οπότε, η ενάγουσα-εφεσίβλητη δεν θα μπορούσε να υποστεί βλάβη, εάν επέλεγε να παρασταθεί κατά τη λήψη τους, από τις ομολογίες, που συνάγονται εκατέρωθεν από τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων (άρθρα 261 και 352 παρ.· 1 του ΚΠΟΛΔ), καθώς και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η ενάγουσαεφεσίβλητη είναι ανώνυμη εταιρεία, με αντικείμενο της εμπορικής της δραστηριότητας, τη βιομηχανική παραγωγή ή συναρμολόγηση ή επισκευή και την από το εξωτερικό εισαγωγή προς πώληση, ενοικίαση ή εκμετάλλευση ηλεκτρονικών διερευνητών (υπολογιστών) και των ανταλλακτικών τους, μηχανών επεξεργασίας στοιχείων και κάθε είδους μηχανών εξυπηρετήσεως γραφείων και, γενικά, μηχανοργανώσεως αυτών, ως και την εξαγωγή των παραγομένων ή επισκευαζομένων στο εξωτερικό, την παροχή μηχανογραφικών και οργανωτικών υπηρεσιών προς τρίτους, καθώς και προγραμμάτων ηλεκτρονικών υπολογιστών και την οργάνωση, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, γραφείων ηλεκτρονικών υπολογιστών και την εκπόνηση προγραμμάτων γι αυτούς. Από το έτος 2003, η ενάγουσα-εφεσίβλητη υπήρξε αποκλειστική αντιπρόσωπος στην Ελλάδα, της αμερικανικής εταιρείας με την επωνυμία «...». Δυνάμει της από 8.4.2005 έγγραφης συμβάσεως έργου, με τίτλο «Προμήθεια συστήματος ... για την διαχείριση διαδικασιών και εγγράφων» και τα σε αυτήν επισυναπτόμενα παραρτήματα, καταρτίσθηκε, στην Αθήνα, μεταξύ των διαδίκων, συμφωνία, με σκοπό την προμήθεια από την ενάγουσα-εφεσίβλητη στην εναγομένη-εκκαλούσα ολοκληρωμένης λύσεως λογισμικού και υπηρεσιών, για τη διαχείριση διαδικασιών και εγγράφων, αποκαλουμένη εφεξής «Σύστημα ...» και, ειδικότερα, με αντικείμενο την πώληση και προμήθεια του Συστήματος «...» από την πρώτη στη δεύτερη και τον καθορισμό των αμοιβαίων υποχρεώσεων των μερών, σε σχέση με την εκτέλεση του παραπάνω έργου, λύση, η οποία θα διαχειριζόταν τις διαδικασίες ροής εργασιών και χειρισμού των σχετιζομένων με αυτές εγγράφων των στεγαστικών δανείων, καταναλωτικών δανείων και των χρεωστικών και καρτών, που η Τράπεζα προσέφερε στους πελάτες της, βάσει τεχνικών προδιαγραφών, που θα συμφωνούντο και θα υπογράφονταν από τα συμβαλλόμενα μέρη. Κατασκευάστρια του λογισμικού (πλατφόρμας) «... Ρ8», που αποτέλεσε τον κορμό της παραπάνω προτάσεως της ενάγουσας-εφεσίβλητης προς την εναγομένη-εκκαλούσα, ήταν η εταιρεία «...», η οποία, το έτος 2007, εξαγοράσθηκε από την εταιρεία «...». Με την εν λόγω σύμβαση, η ενάγουσα-εφεσίβλητη: α) παρείχε στην εναγομένη-εκκαλούσα την άδεια χρήσεως της ως άνω πλατφόρμας «... Ρ8», β) ανέλαβε την υποχρέωση της παραμετροποιήσεως του συστήματος, με την υλοποίηση εφαρμογών για τη διαχείριση ροών εργασιών και εγγράφων και για την αυτοματοποίηση των διαδικασιών εκδόσεως από την εναγομένη-εκκαλούσα καταναλωτικών και στεγαστικών δανείων και πιστωτικών-χρεωστικών καρτών και, τέλος, γ) ανέλαβε την υποχρέωση συντηρήσεως και υποστηρίξεως του λειτουργικού συστήματος, για χρονικό διάστημα, τουλάχιστον πέντε (5) ετών (υπ’ αριθμ. 8.1 όρος της συμβάσεως), υπό την προϋπόθεση ότι, θα έχει συναφθεί αντίστοιχη σύμβαση συντηρήσεως μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Ως χρονοδιάγραμμα της υλοποιήσεως της συμβάσεως ορίσθηκε, σύμφωνα με το παράρτημα 1 αυτής, η ... Αυγούστου 2005, ενώ, για τη συντήρηση, ορίσθηκε, μεν, το χρονικό διάστημα των πέντε (5) ετών, αλλά, υπό την προεκτεθείσα προϋπόθεση, ενώ, στην εν λόγω σύμβαση προβλέφθηκε υποχρέωση συντηρήσεως για το πρώτο (1) έτος αυτής (ήτοι, μέχρι τις 8.4.2006). Ρητώς συμφωνήθηκε (υπ’ αριθμ. 9-2 της συμβάσεως) ότι, θα απαγορευόταν στα συμβαλλόμενα μέρη να προβούν, το ένα σε πρόσληψη προσωπικού του άλλου, που ενεπλάκη παντοιοτρόπως στο έργο, που σχετίζεται με τη σύμβαση, τουλάχιστον, για χρονικό διάστημα ενός (1) έτους μετά τη λήξη της συμβάσεως, σε περίπτωση, δε, παραβάσεως της ρήτρας αυτής, θα κατέπιπτε, σε βάρος του υπαιτίου, ποινική ρήτρα, ύψους εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ, μη δυνάμενη να μειωθεί για οποιονδήποτε λόγο, ενώ, στην ίδια σύμβαση στο Παράρτημα 1,1.2. με τίτλο «Ομάδα Εργου», αναγράφεται το όνομα του υπαλλήλου της ενάγουσας-εφεσίβλητης, .... ...., ως Διευθυντή Εργων, με πιστοποιήσεις στο σύστημα ..., Microsoft, Oracle. Στις 24.11.2005, καταρτίσθηκε, μεταξύ των διαδίκων «Πρόσθετη πράξη υπ’ αριθμ. 1 στη Σύμβαση Εργου Προμήθειας Συστήματος ... για τη διαχείριση διαδικασιών και εγγράφων», με αντικείμενο το καθορισθέν, με την από 8.4.2005 σύμβαση, ως «προαιρετικό λογισμικό», ήτοι, το «...» (400 άδειες) και την ετήσια συντήρηση αυτού. Η εν λόγω πρόσθετη πράξη, η οποία ορίσθηκε ότι, είχε ισχύ από τις 24.11.2005 έως τις 23.11.2006, ανέγραφε στον υπ’ αριθμ. 1.3 όρο αυτής, ότι, εξακολουθούσαν να ισχύουν οι γενικοί όροι της αρχικής από 8.4.2005 συμβάσεως. Στις 21 Ιουνίου 2006, καταρτίσθηκε, μεταξύ των διαδίκων, έγγραφη σύμβαση με τίτλο «Σύμβαση συντηρήσεως/υποστημίξεως λογισμικού (3ετή διάρκεια)», με αντικείμενο τη συντήρηση, υποστήριξη και προμήθεια νέων εκδόσεων του λογισμικού ... και Capture, έτσι, ώστε να εκπληρώνουν διαρκώς το σκοπό, για τον οποίο, η Τράπεζα απέκτησε το δικαίωμα χρήσεώς τους. Σύμφωνα με τον υπ’ αριθμ. 19.3 όρο της συμβάσεως, αυτή αποτελούσε ένα ενιαίο όλο με την αρχική (από 8.4.2005) σύμβαση, ορίσθηκε, δε, αυτή να έχει τριετή διάρκεια, αναδρομικώς από το Μάιο του έτους 2005, ήτοι, με ισχύ μέχρι το Μάιο του έτους 2008. Μετά την τελευταία αυτή ημερομηνία, η σύμβαση θα ανανεωνόταν αυτομάτως, για διάστημα ενός (1) έτους, με τους ίδιους όρους, εκτός εάν, οποιοδήποτε μέρος κατήγγειλε αυτήν, τουλάχιστον τρεις (3) μήνες πριν τη λήξη του χρόνου παρατάσεως. Η σύμβαση αυτή δεν αποδείχθηκε ότι καταγγέλθηκε κατά τη λήξη της (Μάιο του έτους 2008), αλλά, αντίθετα, στις 29.10.2009, καταρτίσθηκε, μεταξύ των διαδίκων «Πρόσθετο παράρτημα Β’ στην από 21.6.2006 σύμβαση σνντηρήσεως/υποστηρίξεως λογισμικού», με αναδρομική ισχύ από τις 30.6.2006 και, με αντικείμενο, τη συντήρηση, υποστήριξη και προμήθεια νέων εκδόσεων του λογισμικού ... και Capture, του λογισμικού, που περιγράφεται στο ίδιο Παράρτημα, ήτοι, Content MGR 3, ... Disaster System, FNP8 Application Server Lie, FN P8 Development Server (Test-Dev. System), FNP8 Application Server (Prod-TestDevSystem). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, στις 31.8.2008, η σχέση έξηρτημένης εργασίας, που συνέδεε την ενάγουσα-εφεσίβλητη με τον παραπάνω υπάλληλό της, .... ...., έληξε, με πρωτοβουλία του τελευταίου (όπως προκύπτει από τη με ημερομηνία 31-8.2008 Αναγγελία Οικειοθελούς Αποχωρήσεως μισθωτού), γεγονός, που δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα-εφεσίβλητη. Λίγες ημέρες μετά την παραίτησή του από την ενάγουσα-εφεσίβλητη, ο ..... ..... υπέβαλε αίτηση για πρόσληψη στην εναγομένη-εκκαλούσα, η οποία, πράγματι, τον προσέλαβε στις 15.9.2008, με το βαθμό του Τμηματάρχη Β’, για τη θέση του Senior Manager της Διευθύνσεως Μηχανογραφικών Εφαρμογών, γεγονός, που δεν αμφισβητείται από την τελευταία. Από το συνδυασμό των προεκτεθέντων όρων των μεταξύ των διαδίκων συμβάσεων προκύπτει ότι, οι διάδικες εταιρείες είχαν, πράγματι, συμβατική υποχρέωση, έως και το Μάιο του έτους 2009, να μην προσλάβουν προσωπικό η μία της άλλης, καθώς παρέμενε σε ισχύ ο υπ’ αριθμ. 9-2 όρος της από 8.4.2005 συμβάσεως μέχρι και τις 30.5.2008. Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι: α) από το χρόνο προσλήψεως του παραπάνω υπαλλήλου της ενάγουσας-εφεσίβλητης από την εναγομένη-εκκαλούσα, ήτοι, από τις 15.9.2008 έως την άσκηση της ένδικης αγωγής (12.9.2016) παρήλθε χρονικό διάστημα οκτώ (8) ετών, χωρίς, η ενάγουσα-εφεσίβλητη να προβεί σε οποιοσδήποτε είδους διαμαρτυρία ή παράπονο ή αίτημα περί καταπτώσεως της ποινικής ρήτρας, προς την εναγομένη-εκκαλούσα για την πρόσληψη αυτή και β) κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2009 έως και το μήνα Μάϊο του έτους 2011 (ήτοι, για δύο έτη), οι εκπρόσωποι της ενάγουσας-εφεσίβλητης και, περισσότερο, ο.... (ο οποίος είναι ένας εκ των ενόρκως βεβαιούντων στην παρούσα δίκη, με επιμέλεια της ενάγουσας-εφεσίβλητης) επικοινωνούσαν με ηλεκτρονικά μηνύματα, τα οποία είτε κοινοποιούντο προς τον .... ...., υπό την ιδιότητα του υπαλλήλου της εναγομένης, όπως, με το με ημερομηνία 2.6.2009 ηλεκτρονικό μήνυμα είτε απευθείας με αυτόν, όπως, με τα από 18.1.2010, 20.1.2010, 27.1.2010, 28.1. 2010, 30.6.2010, 10.8.2010, 13-8.2010, 24.11.2010, 1.12.2010, 8.12. 2010, 10.12.2010, 31-12.2010, 25-2.2011, 4-3-2011, 11.3-2011, 12.4-2011, 13-4-2011, 14-4-2011, 29-4-2011, 12.5.2011 ηλεκτρονικά μηνύματα, που αντήλασσαν ο ..... ..... με τον εκπρόσωπο της ενάγουσας-εφεσίβλητης, .... .... (αποτεινόμενοι, μάλιστα, ο ένας στον άλλο με το μικρό τους όνομα, π.χ. «....», «...»), ενώ, υπήρχαν και ηλεκτρονικά μηνύματα της εταιρείας «...», τα οποία κοινοποιούνταν, τόσον, προς τον .... ...., όσο και προς τον .... .... (όπως τα από 28.6.2010,19.10.2010, 22.11.2010,14.12.2010, 2.2.2011,8.2.2011 ηλεκτρονικά μηνύματα) ή, τέλος, ηλεκτρονικά μηνύματα του .... ...., κοινοποιούμενα προς τον .... .... (όπως το από 22.11.2010, 24.11.2010, 1.12.2010, 8.12.2010, 15.12.2010, 2.2.2011 ηλεκτρονικά μηνύματα). Η ενάγουσαεφεσίβλητη δεν αμφισβητεί ότι, καίτοι γνώριζε την παραπάνω αντισυμβατική ενέργεια της εναγομένης-εκκαλούσας, δεν προέβη σε οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή παράπονο ή προβολή αξιώσεως, επί οκτώ (8) έτη (15·9·2008 έως 12.9.2016), αντίθετα, μάλιστα, η ίδια εκθέτει στις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσε, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ότι, εν γνώσει της ανέχθηκε αυτήν την πρόσληψη, στα πλαίσια της διακαούς επιθυμίας της να μην επέλθει ρήξη και απώλεια της συνεργασίας της με ένα τόσο μεγάλο πελάτη, όπως η εναγομένη Τράπεζα. Ωστόσο, η συμπεριφορά αυτή της ενάγουσας-εφεσίβλητης, που προηγήθηκε της ασκήσεως της ένδικης αγωγής, ήτοι: α) η εκ μέρους της παράλειψη διατυπώσεως οιουδήποτε παραπόνου ή διαμαρτυρίας ή αιτήματος για την καταβολή της ποινικής ρήτρας προς την εναγομένη-εκκαλούσα, επί μακρό χρονικό διάστημα, ήτοι, αυτό των οκτώ (8) ετών, το οποίο μεσολάβησε μεταξύ του χρόνου, κατά τον οποίο, η ενάγουσα-εφεσίβλητη έλαβε γνώση της προσλήψεως του υπαλλήλου της από την εναγομένη-εκκαλούσα (15.9.2008) μέχρι την εκ μέρους της άσκηση της ένδικης αγωγής (12.9.2016), β) οι προεκτεθείσες επανειλημμένες επικοινωνίες των εκπροσώπων της με τον .... ...., υπό την ιδιότητά του, ως υπαλλήλου της εναγομένης-εκκαλούσας, επί τουλάχιστον δύο (2) έτη και, δη, σε σχεδόν φιλικό ύφος ή, πάντως, σε ύφος, που υποδήλωνε αγαστή συνεργασία, γ) η επαγγελματική επιλογή της, με ελεύθερη βούληση, να συνεχίσει τη συνεργασία της με την εναγομένη-εκκαλούσα, υπό το ίδιο καθεστώς και, εν γνώσει του ότι, η τελευταία είχε προβεί στην πρόσληψη του πρώην υπαλλήλου της, δηλαδή, συνειδητώς, όπως η ίδια (η ενάγουσα-εφεσίβλητη) παραδέχεται, αποβλέποντας στη διατήρηση της συνεργασίας αυτής, ενώ, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, η παραβίαση ενός τόσο σημαντικού συμβατικού όρου, ήτοι, η πρόσληψη ενός σημαντικού στελέχους της ενάγουσας-εφεσίβλητης από την εναγομένη-εκκαλούσα, θα σηματοδοτούσε ενδεχομένως τη διακοπή της συνεργασίας τους ή, τουλάχιστον, την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας, δημιούργησε βάσιμα την πεποίθηση στην εναγομένη-εκκαλούσα ότι, η ενάγουσα-εφεσίβλητη δεν θα ασκούσε την αξίωσή της για την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας. Η ως άνω-συνομολογούμενη από την ενάγουσα-εφεσίβλητη-ανοχή δεν δικαιολογεί, ωστόσο, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, την εκ μέρους της εξακολούθηση της αδράνειάς της και, για πέντε (5) ακόμη έτη, μετά την οριστική λήξη της συνεργασίας της με την εναγομένη-εκκαλούσα (που, τελικώς, επήλθε για άλλο λόγο και με πρωτοβουλία της τελευταίας) ήτοι, από το Μάιο του έτους 2011 έως και την άσκηση της αγωγής (12.9.2016). Παρίσταται, επομένως, ως καταχρηστική, η αξίωση της ενάγουσας-εφεσίβλητης για την επιδίκαση της συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας, καθώς υπερβαίνει τα διαγραφόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ όρια, όπως βασίμως, ισχυρίζεται-κατ’εκτίμηση-επικουρικώς (με τον πρωτοδίκως προβληθέντα και, ήδη, επαναφερθέντα, με τον ένατο λόγο της υπό στοιχείο II εφέσεως ισχυρισμό), η εναγομένη-εκκαλούσα, η ανατροπή, δε, της καταστάσεως, που διαμορφώθηκε και παγιώθηκε, εξαιτίας της παραπάνω-προηγηθείσας της ασκήσεως της ένδικης αγωγήςσυμπεριφοράς της ενάγουσας-εφεσίβλητης, επάγεται επαχθείς συνέπειες για την εναγομένη-εκκαλούσα, ήτοι, αφ’ ενός, μεν, οικονομική επιβάρυνση, η οποία δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, αυτή διαθέτει οικονομική επιφάνεια, καθώς, η καταχρηστική άσκηση δικαιώματος θα εξαντλείτο στη σύγκριση των οικονομικών δυνάμεων των μερών περιορίζοντας ανεπίτρεπτα το πεδίο εφαρμογής της (ΟλΑΠ 10/2012 δημοσιευμένη στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου), αφ’ ετέρου, δε, στην εμπορική φήμη της στο χώρο της αγοράς. Ως εκ τούτου, πρέπει, δεκτού γενομένου του ενάτου λόγου της υπό στοιχείο II εφέσεως, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και, ως προς το κεφάλαιο αυτό, να δικασθεί αυτή εκ νέου και να απορριφθεί, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, κατά παραδοχή της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, που προβλήθηκε από την εναγομένη -εκκαλούσα.

Κατόπιν τούτων, πρέπει: 1) να γίνει δεκτή η υπό στοιχείο II έφεση και, εξαφανιζομένης της εκκαλουμένης αποφάσεως στο σύνολό της, αναγκαίως, δε και ως προς τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων, κατά τα προεκτεθέντα και, δικαζομένης, εκ νέου, από το Δικαστήριο τούτο, να απορριφθεί η ένδικη αγωγή στο σύνολό της, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη και 2) να απορριφθεί η υπό στοιχείο I έφεση, ως άνευ αντικειμένου (αβάσιμη). Ακολούθως, πρέπει να επιστραφεί στην εκκαλούσα της υπό στοιχείο II εφέσεως, το κατατεθέν από αυτήν παράβολο ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ, να διαταχθεί, δε, η εισαγωγή του κατατεθέντος από την εκκαλούσα της υπό στοιχείο I εφέσεως στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠΟΛΔ). Τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας θα συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων, λόγω της ιδιαίτερης δυσχέρειας των νομικών κανόνων, που εφαρμόσθηκαν (άρθρο 179 του ΚΠΟΛΔ).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων: I) την από 15·5·2018 έφεση (αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. .../.../2018 και, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με αύξ. αρ. εκθ. καταθ. .../.../2018) και II) την από 12.6.2018 έφεση (αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. .../.../ 2018 και, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../.../2018).

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικώς τις εφέσεις.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την από 15-5-2018 έφεση (αυξ. αριθμ. εκθ. Καταθ. .../.../2018 και, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με αύξ. αρ. εκθ. καταθ. .../.../2018).

ΔΕΧΕΤΑΙ κατ’ ουσίαν την από 12.6.2018 έφεση (αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. .../.../2018 και, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με αύξ. αρ. εκθ. καταθ. .../.../2018).

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ’ αριθμ. 889/2018 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εξεδόθη επί της από 10.9. 2016 (αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. .../ .../2016) αγωγής.

ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ εκ νέου την αγωγή.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή, στην εκκαλούσα της από 12.6.2018 εφέσεως (αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. .../.../2018 και, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με αύξ. αρ. εκθ. καταθ. .../ .../2018) του κατατεθέντος από αυτήν υπ’ αριθμ. ..../2018 παράβολου εφέσεως, ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή, στο Δημόσιο Ταμείο, του κατατεθέντος από την εκκαλούσα της από 15-5-2018 εφέσεως (αυξ. αριθμ. εκθ. καταθ. ...../2018 και, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με αύξοντα αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../.../2018) υπ’ αριθμ. ..../2018 ηλεκτρονικού παράβολου εφέσεως, ποσού εκατόν πενήντα (150) ευρώ.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ, μεταξύ των διαδίκων, τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Απριλίου 2021.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις 13 Μαΐου 2021.

 

Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ