ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Ε΄

ΑΠΟΦΑΣΗ 2504/2022

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Οκτωβρίου 2022, με την εξής σύνθεση: Μαργαρίτα Γκορτζολίδου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος, Δημήτριος Βασιλειάδης, Χριστιάνα Μπολόφη, Σύμβουλοι, Ελένη Μουργιά, Νικόλαος Βαγιωνάκης, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μαρία Μάσσια.

Για να δικάσει την από 20 Δεκεμβρίου 2019 έφεση:

του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ο οποίος παρέστη με τη Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά του ..., κατοίκου .... Αττικής (....), ο οποίος παρέστη με τον δικηγόρο Απόστολο Παπακωνσταντίνου (Α.Μ. ....), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

και κατά της υπ’ αριθμ. 11/2019 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Νικολάου Βαγιωνάκη.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και

Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα

Σκέφθηκε κατά τον Νόμο

 

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης εφέσεως δεν απαιτείται κατά νόμον η καταβολή παραβόλου.

2. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση ζητείται η εξαφάνιση της 11/2019 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή η από 26.10.2015 αίτηση ακυρώσεως του εφεσίβλητου και ακυρώθηκαν η .../...2014 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής (Δ΄ .../...2014), με την οποία κηρύχθηκε ως αναδασωτέα έκταση, εμβαδού 0,80512 στρέμματος, στη θέση «Λόφος Κόκκου» της περιφέρειας του Δήμου Γαλατσίου Αττικής, επί της οποίας ο εφεσίβλητος προέβαλε δικαιώματα κυριότητας, καθώς και η .../...2014 Δασική Απαγορευτική Διάταξη (ΔΑΔ) αναδασωτέας δασικής έκτασης της Διεύθυνσης Δασών Αθηνών.

3. Επειδή, το υπόμνημα που κατέθεσε o εφεσίβλητος στο Συμβούλιο της Επικρατείας μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, χωρίς να έχει χορηγηθεί σχετική προς τούτο προθεσμία (άρθρο 25 παρ. 2 του π.δ. 18/1989, Α΄ 8), δεν λαμβάνεται υπόψη (βλ. Σ.τ.Ε. 1951-1956/2020, 2580-2582/1997, 5847/1995).

4. Επειδή, με την παράγραφο 2 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213, έναρξη ισχύος από την 1.1.2011, σύμφωνα με το άρθρο 70 του ίδιου νόμου) προστέθηκε στην παράγραφο 1 του άρθρου 58 του π.δ. 18/1989 δεύτερο εδάφιο, το οποίο, εν συνεχεία, αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 3 του άρθρου 15 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240), ως εξής: «Η έφεση επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που περιέχονται στο σχετικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Το απαράδεκτο του προηγουμένου εδαφίου καλύπτεται, εάν μέχρι την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης περιέλθει εγγράφως σε γνώση του δικαστηρίου με πρωτοβουλία του διαδίκου, ακόμα και αν δεν γίνεται επίκλησή της στο εισαγωγικό δικόγραφο, απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, που είναι αντίθετη προς την προσβαλλομένη απόφαση». Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, η οποία καταλαμβάνει την κρινόμενη έφεση ως εκ του χρόνου ασκήσεώς της (23.12.2019), ο εκκαλών βαρύνεται δικονομικώς με την υποχρέωση, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της εφέσεώς του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, οι οποίοι περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο για καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, δηλαδή επί ζητήματος ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγόμενης διαφοράς, είτε ότι οι παραδοχές της εκκαλούμενης απόφασης επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της οικείας υποθέσεως, έρχονται σε αντίθεση προς παγιωμένη ή πάντως μη ανατραπείσα νομολογία, επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητας για τη διάγνωση των σχετικών υποθέσεων, του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Στην τελευταία περίπτωση, οι αποφάσεις, προς τις οποίες προβάλλεται αντίθεση της εκκαλουμένης, πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς και το κριθέν με αυτές νομικό ζήτημα θα πρέπει να ήταν ουσιώδες για την επίλυση των ενώπιον των δικαστηρίων εκείνων διαφορών (βλ. Σ.τ.Ε. 103/2016, 91/2016, πρβλ. Σ.τ.Ε. ...6/2015, 4931/2014, 3578/2014). Εξ άλλου, ως ισχυρισμοί, η προβολή των οποίων απαιτείται επί ποινή απαραδέκτου, νοούνται εκείνοι που αναφέρονται με τρόπο συγκεκριμένο σε κριθέν νομικό ζήτημα αναγόμενο στην ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν από την εκκαλουμένη απόφαση, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της υπόθεσης, όχι δε οι αναφερόμενοι απλώς στην ορθή ή μη υπαγωγή πραγματικών περιστατικών σε εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου (βλ. Σ.τ.Ε. 1358/2017, 3481, 3224/2015, 4961/2014 κ.ά.). Περαιτέρω, ως αντίθεση σε νομολογιακό προηγούμενο κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης δεν νοείται η αναφερόμενη σε ζητήματα αιτιολογίας συνδεόμενα με το πραγματικό της κρινόμενης υπόθεσης, αλλά εκείνη που αφορά στην ερμηνεία διάταξης νόμου ή γενικής αρχής, δυνάμενης να έχει γενικότερη εφαρμογή, ανεξαρτήτως εάν αυτή η ερμηνεία διατυπώνεται στη μείζονα ή στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της εκκαλουμένης και των λοιπών αποφάσεων, προς τις οποίες προβάλλεται ότι υφίσταται αντίθεση (βλ. ΣτΕ 1381/2017, 346/2017, 2706/2016 κ.ά.). Τα ίδια ισχύουν ως προς τα ζητήματα για τα οποία ο εκκαλών επικαλείται έλλειψη νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. ΣτΕ 1976/2018, 737-742/2018).

5. Επειδή, από την εκκαλουμένη απόφαση και τα στοιχεία του φακέλου της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Κατόπιν αυτοψίας που πραγματοποιήθηκε από δασικούς υπαλλήλους της Διεύθυνσης Δασών Αθηνών στη θέση «Λόφος Κόκκου» της περιφέρειας του Δήμου Γαλατσίου Αττικής, σε έκταση εμβαδού 0,80512 στρεμμάτων, όπως αυτή απεικονίζεται στο οικείο από 5.5.2015 τοπογραφικό διάγραμμα και στο .../... απόσπασμα πινακίδας Γ.Υ.Σ. (κλ. 1:5000), με φερόμενο ως ιδιοκτήτη τον εφεσίβλητο, διαπιστώθηκε ότι πρόκειται για περιφραγμένη, διαμορφωμένη με ελαιόδεντρα, πεύκα και καρποφόρα δέντρα και πρόχειρες κατασκευές, έκταση, εν μέσω ευρύτερης οικοπεδοποιημένης - οικοδομημένης έκτασης, επί της οποίας φύονται μεμονωμένα άτομα πεύκης και νεοφυτεία πεύκης. Η εν λόγω έκταση συνορεύει βόρεια, νότια και δυτικά με αναδασωτέα έκταση και ανατολικά με χωμάτινη οδό και πέραν αυτής με αναδασωτέα έκταση. Η ευρύτερη έκταση έχει κηρυχθεί δασωτέα σύμφωνα με το από 14.3.1915 β.δ. (Α΄ 105/18.3.1915) και αναδασωτέα με την 108424/13.9.1934 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας (Β΄ 133/16.10.1934), η οποία δεν έχει ανακληθεί ή ακυρωθεί μέχρι σήμερα, ενώ η επίδικη έκταση δεν εμπίπτει στις εξαιρέσεις της, καθώς και με την 1147/1994 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών (Δ΄ 1110/25-10-1994) εντός του περιγράμματος της οποίας εμπίπτει. Σύμφωνα με την ανωτέρω συνταχθείσα ΔΥ/20.6.2014 έκθεση αυτοψίας-πρόταση, από την ερμηνεία αεροφωτογραφιών (Α/Φ) των ετών λήψης 1937 και εντεύθεν προέκυψαν τα κάτωθι ως προς τη μορφή της έκτασης κατά το παρελθόν: Στις Α/Φ ... λήψης 1937 αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης, που καλύπτεται από πεύκα με υπόροφο αειφύλλων πλατυφύλλων (σχίνα, πρίνα) και ποσοστό συγκόμωσης 40% - 50%. Στις ... λήψης 1945 αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης, επί της οποίας φύεται χορτολιβαδική βλάστηση (φρύγανα, χόρτα). Στις ... λήψης 1960 αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης, η οποία σταδιακά ρυμοτομείται και επί της οποίας φύεται χορτολιβαδική βλάστηση (φρύγανα, χόρτα), καθώς και αραιή βλάστηση αειφύλλων πλατυφύλλων (σχίνα, πρίνα) που συνιστούν δασικό οικοσύστημα. Στις... λήψης 1972 ομοίως όπως το 1960. Στις Α/Φ ...λήψης 1979 ομοίως όπως το 1972 και στις ... λήψης 1988 ομοίως όπως το 1979. Στον ορθοφωτοχάρτη (Ο/Φ) υπ’ αρ. ...-... έτους 2007 η επίδικη έκταση εμφανίζεται χέρσα εν μέσω ευρύτερης οικοπεδοποιημένης – οικοδομημένης έκτασης, καθώς και επί έκτασης επί της οποίας φύεται αραιή χορτολιβαδική έκταση (φρύγανα, χόρτα) και μεμονωμένα άτομα πεύκης. Περαιτέρω, στην ίδια έκθεση αναφέρεται ότι «αδιάψευστο στοιχείο της ανέκαθεν, όπως παραπάνω, μορφής δάσους της έκτασης αυτής» συνιστούν τα εξής στοιχεία: 1. Ο χάρτης του Γερμανού αρχαιολόγου Kaupert των ετών 1878/79, κλίμακας 1:25.000 - φύλλο KEPHISIA, όπου η επίδικη έκταση εμφανίζεται ως αναπόσπαστο μέρος χαμοδένδρων (αειφύλλων, πλατυφύλλων) με διάσπαρτα κωνοφόρα. 2. Η από 25.11.1987 έκθεση φωτοερμηνείας δασολόγων, κατά την οποία η έκταση εμφανίζεται στις αεροφωτογραφίες των ετών 1937, 1938 και 1945 ως δασική και ως δασική κατά την ημερομηνία συντάξεώς της. 3. Οι εκθέσεις φωτοερμηνείας του 4ου συνεργείου κτηματογράφησης (21...) και το διάγραμμα με το υπόμνημα που τις συνοδεύει, από τα οποία προκύπτει ότι η ευρύτερη έκταση προ του έτους 1937 είχε δασικό χαρακτήρα με πεύκα μεγάλης ηλικίας διάσπαρτα σε όλη την έκταση, με μεγαλύτερη πυκνότητα στην έκταση του «κτήματος» των κληρονόμων ..., η παρουσία των οποίων άφησε αποδεικτικά στοιχεία και στις αεροφωτογραφίες του έτους 1978 κατά ένα μεγάλο μέρος της επίδικης έκτασης που διατήρησε το δασικό χαρακτήρα ανέπαφο μέχρι του έτους 1945, ενώ οι επεμβάσεις άρχισαν αργότερα, κυρίως μετά το έτος 1962. 4. Η ... θεώρηση του Διευθυντή Δασών Αθηνών στο υπ’ αρ. ...- ... φύλλο του προς ανάρτηση προσωρινού δασικού χάρτη των Δήμων Αθηναίων – ... – ..., όπου η επίδικη έκταση αναφέρεται ως δάσος και δασική έκταση στις Α/Φ παλαιότερης λήψης και ως άλλης μορφής και κάλυψης έκταση στις Α/Φ πρόσφατης λήψης και στις αυτοψίες. 5. Η .... Δασική Απαγορευτική Διάταξη του Δασάρχη Αθηνών, σύμφωνα με την οποία η ευρύτερη περιοχή στη θέση ... ... αποτελούσε δάσος πεύκης επί του οποίου απαγορεύτηκε η ρυτινοσυλλογή. 6. Οι υπ’ αρ. ... εγκρίσεις υλοτομίας πευκοδένδρων του Δασαρχείου Αττικής «εκ του Δάσους “...”», ενδεικτικές πολλών ομοίων εγκρίσεων δηλωτικών του ανέκαθεν δασικού χαρακτήρα της έκτασης. 7. Η υπ’ αρ. ... Δασική Απαγορευτική Διάταξη του Δασάρχη Αναδασώσεων. Από τα στοιχεία αυτά του παρελθόντος, η δασική αρχή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επίδικη έκταση ήταν δάσος πεύκης σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 998/79, το οποίο εκχερσώθηκε. Επακολούθησαν η πρόταση για επανακήρυξη της επίδικης έκτασης ως αναδασωτέας (ΔΥ...) και η έκδοση της προσβληθείσας ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου .../...2014 αποφάσεως του Γενικού Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αττικής. Όπως αναφέρεται στην πράξη αυτή, κηρύσσεται αναδασωτέα έκταση εμβαδού 0,80512 στρ., η οποία εκχερσώθηκε σταδιακά από το 2007 και εντεύθεν, σκοπός δε της κήρυξης είναι η διατήρηση του δασικού χαρακτήρα της έκτασης, ο αποκλεισμός διαθέσεώς της για άλλη χρήση και η αποκατάσταση της καταστραφείσας από παράνομη εκχέρσωση δασικής βλάστησης στην προτεραία της καταστροφής της δασική μορφή. Εξ άλλου, με την υπ’ αρ. .../...2014 Δασική Απαγορευτική Διάταξη αναδασωτέας δασικής έκτασης της Διεύθυνσης Δασών Αθηνών απαγορεύτηκαν για μία εικοσαετία ορισμένες δραστηριότητες (βόσκηση, εκχέρσωση, ρητίνευση, υλοτομία κ.ά.) στην εν λόγω έκταση. Το δικάσαν δικαστήριο, επιληφθέν της αιτήσεως ακυρώσεως του εφεσίβλητου, δέχθηκε ότι η προσβληθείσα πράξη αναδάσωσης ερείδετο στο ότι η επίδικη έκταση αποτελούσε τμήμα μεγαλύτερης εκτάσεως που είχε κηρυχθεί αναδασωτέα με την 108424/1934 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας και την .../1994 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών. Ωστόσο, όπως δέχθηκε το δικάσαν εφετείο, με αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (απόφαση της 10.4.2003, Παπασταύρου κ.λπ. κατά Ελλάδας) και του Συμβουλίου της Επικρατείας (βλ. Σ.τ.Ε. 2208/2011, 4644/2011) κρίθηκε ότι η ανωτέρω απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, η οποία κήρυξε ως αναδασωτέα ευρύτερη έκταση, βασίστηκε στην 108424/1934 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, χωρίς καμία νέα επανεκτίμηση της κατάστασης, όπως αυτή αποτυπωνόταν στην τελευταία απόφαση, και ότι, εν όψει του εξαιρετικά παρωχημένου χρόνου της κήρυξής της και του γεγονότος ότι αυτή αφορούσε γενικώς στην περιοχή όλου του Λεκανοπεδίου Αττικής, που οριζόταν ευρύτατα και χωρίς διάγραμμα, εξαιρουμένων, μάλιστα, σημαντικών κατηγοριών εκτάσεων, δεν συνεπήγετο τον αυτόματο χαρακτηρισμό της επίδικης έκτασης ως αναδασωτέας, αλλά θα έπρεπε να αιτιολογείται με νεότερα στοιχεία η συνδρομή των προϋποθέσεων έκδοσής της. Περαιτέρω, κατά τα γενόμενα δεκτά από το δικάσαν εφετείο, η αναφερόμενη στην ... πρόταση της δασικής αρχής χορτολιβαδική βλάστηση (φρύγανα και χόρτα) δεν εδύνατο, εν όψει των ανωτέρω, να της προσδώσει δασική μορφή, εφόσον δεν προέκυπτε από άλλα νεότερα στοιχεία, παρά μόνο από την υπουργική απόφαση του έτους 1934, η οποία, κατά τα ανωτέρω, κρίθηκε μη επαρκής, ότι αυτή περικλείεται από δάσος ή δασική έκταση, οπότε και θα υπαγόταν στη δασική νομοθεσία, ως χορτολιβαδική έκταση, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 3 του ν. 998/1979, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο. Επίσης, η ύπαρξη ισχνής δασικής βλάστησης (σχίνων, πρίνων) και μεμονωμένων πεύκων, δεν εδύνατο, εν όψει των ανωτέρω, να στοιχειοθετήσει δασικό οικοσύστημα. Τέλος, τα πρόσθετα στοιχεία, που αναφέρονταν στην ανωτέρω πρόταση, ως στοιχεία ενισχυτικά του δασικού χαρακτήρα της επίδικης έκτασης (χάρτης του Γερμανού αρχαιολόγου Kaupert των ετών 1878/79, η από 25.11.1987 έκθεση φωτοερμηνείας Α/Φ των ετών 1937-1938-1945, ο προσωρινός δασικός χάρτης Δήμων Αθηναίων-...-..., η ... ΔΑΔ του Δασάρχη Αθηνών και διάφορες εγκρίσεις υλοτομίας πευκοδένδρων των ετών 1915 και 1917), ανάγονταν σε χρόνο τόσο παρωχημένο (1915-1917-1945-1879) και, ως εκ τούτου, δεν συγκροτούσαν επαρκές αιτιολογικό έρεισμα για τη θεμελίωση της κρίσης της Διοίκησης ως προς το δασικό χαρακτήρα της κηρυχθείσας ως αναδασωτέας έκτασης. Με τις σκέψεις αυτές, το δικάσαν δικαστήριο ακύρωσε την προσβληθείσα απόφαση περί κήρυξης αναδάσωσης ως ανεπαρκώς αιτιολογημένη, καθώς και την ερειδόμενη επ’ αυτής .../...2014 Δασική Απαγορευτική Διάταξη της Διεύθυνσης Δασών Αθηνών.

6. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση προβάλλεται ότι η κρίση του δικάσαντος δικαστηρίου, κατά την οποία η επίδικη έκταση δεν φέρει δασικό χαρακτήρα, αιτιολογείται πλημμελώς, το δε δικάσαν διοικητικό εφετείο δεχόμενο τα ανωτέρω εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των παραγράφων 1, 2, 3 και 6 του άρθρου 3 του ν. 998/1979. Συγκεκριμένα, προβάλλεται ότι η κρίση της εκκαλουμένης απόφασης, σύμφωνα με την οποία η ύπαρξη είτε χορτολιβαδικής βλάστησης, είτε ισχνής δασικής βλάστησης με μεμονωμένα πεύκα δεν αρκεί για να στοιχειοθετήσει δασικό οικοσύστημα, έρχεται σε αντίθεση με τις 32, 33, 34/2013 και 87/2015 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικράτειας, σύμφωνα με τις οποίες για τη στοιχειοθέτηση της έννοιας του δάσους και της δασικής έκτασης τίθεται ως μόνη προϋπόθεση η οργανική ενότητα της δασικής βλάστησης. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι το δικάσαν εφετείο, δεχόμενο ότι η ύπαρξη ισχνής δασικής βλάστησης δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει δασικό οικοσύστημα, εσφαλμένως ερμήνευσε και εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. 2 του ν. 998/1979. Κατά την αντίληψη του εκκαλούντος, τίθεται, εν προκειμένω, νομικό ζήτημα, υπό την έννοια αν μόνη η ύπαρξη αραιής δασικής βλάστησης στοιχειοθετεί ή όχι δασικό οικοσύστημα, επ’ αυτού δε του ζητήματος, ισχυρίζεται ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας ότι δεν υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας.

7. Επειδή, με τους ως άνω λόγους εφέσεως, όπως προβάλλονται, δεν τίθενται ζητήματα ερμηνείας κανόνα δικαίου, κατά την προεκτεθείσα έννοια του άρθρου 12 του ν. 3900/2010, αλλά πλήσσεται η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας κατά την υπαγωγή του πραγματικού της υποθέσεως στον εφαρμοστέο κανόνα, δηλαδή πλήσσεται η ορθότητα, πληρότητα και επάρκεια της αιτιολογίας της εκκαλουμένης αποφάσεως, η οποία, μάλιστα, διατυπώθηκε κατ’ εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς τον χαρακτηρισμό της επίμαχης εκτάσεως ως δασικής ή μη. Από τυχόν δε πλημμέλεια της αιτιολογίας της εκκαλουμένης αποφάσεως, που συνδέεται με το πραγματικό της συγκεκριμένης υποθέσεως, και τυχόν εσφαλμένο χαρακτηρισμό ως προς τη φύση της εκτάσεως, δεν μπορεί να προκύψει αντίθεση προς την νομολογία, που να καθιστά παραδεκτό τέτοιο λόγο εφέσεως, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως (βλ. Σ.τ.Ε. 2399/2021, 1552/2021, 1792/2020, 673/2020, 2599/2019, 1462/2018, 3246/2017). Με τα δεδομένα αυτά, οι προβαλλόμενοι λόγοι δεν πληρούν τις τασσόμενες, με την εφαρμοστέα διάταξη, προϋποθέσεις και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

8. Επειδή, κατόπιν τούτων, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί.

 

Δια ταύτα

Απορρίπτει την κρινόμενη έφεση.

Επιβάλλει σε βάρος του Δημοσίου τη δικαστική δαπάνη του εφεσίβλητου, η οποία ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων εξήντα (460) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 25 Οκτωβρίου 2022

 

Η Πρόεδρος του Ε´ Τμήματος

Μαργαρίτα Γκορτζολίδου

 

Η Γραμματέας

Μαρία Μάσσια

 

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 19ης Δεκεμβρίου 2022.

 

Η Πρόεδρος του Ε´ Τμήματος

Μαργαρίτα Γκορτζολίδου

 

Η Γραμματέας του Ε´ Τμήματος

Δημητρία Τετράδη

 

[ ΠΗΓΗ : ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ‘’ΑΠ. ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ – Ν.-Κ. ΧΛΕΠΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ’’ ]