ΤΡΙΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 2724/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Μαρία Γαϊτάνη, Πρόεδρο Εφετών, Στέφανο Γρηγόριο Φετζιάν, Εφέτη και Ελένη Πρέντζα, Εφέτη Εισηγήτρια και από τον Γραμματέα, Νίκο Καλαντζή.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 12 Μαϊου 2022, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Των καλούντων εκκαλούντων: Ι. Του (ον.) ..... (επ.) ..... του ..... και της .....( ..... του ..... και της .....), κατοίκου ...., οδός ....., αριθ. ..., με ΑΦΜ ..... και 2.Του (ον.) ..... (επ.) ..... του ..... και της .....( ..... του ..... και της .....), κατοίκου Δήμου ..., οδός .... αρ...., με ΑΦΜ ....., που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, Κωνσταντίνου Γωνιανάκη [AM ΔΣΑ .....], με δήλωση, κατ' άρθρο 242 αρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε το με αρ. ...../10.5.2022 γραμμάτιο προείσπραξης του ως άνω ΔΣ.
Των καθ' ων η κλήση εφεσίβλητων: 1 .Της ομόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία «Αφοί ........ Ο.Ε.», που εδρεύει στην ..... , οδός ..... αρ. ..., με αρ. ΓΕΜΗ .... και ΑΦΜ .... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Μ. Γ., του Δ., κατοίκου ...., οδός ...άρ......, ως νομίμου εκπροσώπου και διαχειριστή της 1ης ως άνω εταιρείας που παραστάθηκαν αμφότεροι δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, Αλεξίας Ριτζάκη [AM ΔΣΧΑΝ ....] που κατέθεσε το με αρ. ..../11.5.2022 γραμμάτιο προείσπραξης του ως άνω ΔΣ και 3. Της εταιρείας με την επωνυμία «...... Ανώνυμη εταιρεία γενικών ασφαλίσεων», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, Λεωφ. ...., αρ... και ... αρ..., με ΑΦΜ .....και αρ. ΓΕΜΗ ....., της οποίας ο νόμιμος εκπρόσωπος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, Δημητρίου Χαρίσογλου [AM ΔΣΑ .....], με δήλωση, κατ' άρθρο 242 αρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε το με αρ. ...../6.5.2022 γραμμάτιο προείσπραξης του ως άνω ΔΣ.
Β. Των εκκαλούντων: Ι. Της ομόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία «Αφοί ........ Ο.Ε.», που εδρεύει στην ..... Χανίων, οδός ..... αρ. ..., με αρ. ΓΕΜΗ .... και ΑΦΜ .... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Μ. Γ., του Δ., κατοίκου Χανίων, οδός .... αρ...., που παραστάθηκαν αμφότεροι δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, Αλεξίας Ριτζάκη [AM ΔΣΧΑΝ ....] που κατέθεσε το με αρ. ...../11.5.2022 γραμμάτιο προείσπραξης του ως άνω ΔΣ.
Των εφεσίβλητων: 1. Της εταιρείας με την επωνυμία «...... Ανώνυμη εταιρεία γενικών ασφαλίσεων», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, Λεωφ. ....., αρ.... και ... αρ...., με ΑΦΜ .....και αρ. ΓΕΜΗ ....., της οποίας ο νόμιμος εκπρόσωπος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, Δημητρίου Χαρίσογλου [AM ΔΣΑ .....], με δήλωση, κατ' άρθρο 242 αρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε το με αρ. ...../6.5.2022 γραμμάτιο προείσπραξης του ως άνω ΔΣ, 2.Του (ον.) ..... (επ.) ..... του ..... και της .....( ..... του ..... και της .....), κατοίκου Καλαμαριάς, οδός ....., αριθ. ..., με ΑΦΜ ..... και 3.γ Του (ον.) ..... (επ.) ... του ..... και της ... ( ..... του ..... και της .....), κατοίκου Δήμου Θεσσαλονίκης, οδός .... αρ....., με ΑΦΜ ....., που παραστάθηκαν αμφότεροι δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, Κωνσταντίνου Γωνιανάκη [AM ΔΣΑ .....], με δήλωση, κατ' άρθρο 242 αρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε το με αρ. ...../10.5.2022 γραμμάτιο προείσπραξης του ως άνω ΔΣ.
Γ./Γης εκκαλούσας: Της εταιρείας με την επωνυμία «...... Ανώνυμη εταιρεία γενικών ασφαλίσεων», η οποία εδρεύει στην Αθήνα, Λεωφ. ....., αρ.... και ... αρ...., με ΑΦΜ .....και αρ. ΓΕΜΗ ....., της οποίας ο νόμιμος εκπρόσωπος παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, Δημητρίου Χαρίσογλου [AM ΔΣΑ .....], με δήλωση, κατ' άρθρο 242 αρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε το με αρ. ...../6.5.2022 γραμμάτιο προείσπραξης του ως άνω ΔΣ.
Των εφεσίβλητων: Ι. Του (ον.) ..... (επ.) ..... του ..... και της .....( ..... του ..... και της .....), κατοίκου Καλαμαριάς, οδός ....., αριθ. ..., με ΑΦΜ ....., 2.Του (ον.) ..... (επ.) ... του ..... και της .....( ..... του ..... και της .....), κατοίκου Δήμου Θεσσαλονίκης, οδός .... αρ....., με ΑΦΜ ....., που παραστάθηκαν αμφότεροι δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους, Κωνσταντίνου Γωνιανάκη [AM ΔΣΑ .....], με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 αρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε το με αρ. ...../10.5.2022 γραμμάτιο προείσπραξης του ως άνω ΔΣ, 3. Της ομόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία «Αφοί ........ Ο.Ε.», που εδρεύει στην ..... Χανίων, οδός ..... αρ. ..., με αρ. ΓΕΜΗ .... και ΑΦΜ .... και εκπροσωπείται νόμιμα και 4. Μ. Γ., του Δ., κατοίκου Χανίων, ... αρ.... που παραστάθηκαν αμφότεροι δια της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, Αλεξίας Ριτζάκη [AM ΔΣΧΑΝ ....] που κατέθεσε το με αρ. ...../11.5.2022 γραμμάτιο προείσπραξης του ως άνω ΔΣ.
Οι καλούντες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 4.7.2016 με ΓΑΚ και ΑΚΔ αντίστοιχα ...../6.7.2016, ευθεία αγωγή από αδικοπραξία, κατά της 1ης και 2ου των καθ' ων η κλήση, του τελευταίου ως νόμιμου εκπροσώπου της 1ης, σωρεύοντας στο ίδιο δικόγραφο και πλαγιαστική αγωγή κατά της 3ης εξ αυτών, ασφαλιστικής εταιρείας, με βάση τη συμβατική της ευθύνη έναντι του 2ου και εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, αρχικά η μη οριστική υπ' αριθμ. 2620/2017 και στη συνέχεια η οριστική υπ' αριθμ. 1056/2021 απόφαση του παραπάνω δικαστηρίου (Τακτική Διαδικασία), που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, ευθεία και πλαγιαστική. Κατά της απόφασης αυτής άπαντες οι διάδικοι άσκησαν τις κατωτέρω αναφερόμενες ένδικες εφέσεις, αιτούμενοι να γίνουν δεκτές για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτές. Ειδικότερα: 1) Οι ενάγοντες καλούντες άσκησαν την από 26.7.2021 έφεση με ΓΑΚ και ΕΑΚ στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...../26.7.2021 και ΓΑΚ και ΕΑΚ στο Εφετείο Αθηνών ...../28.7.2021, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και έλαβε αρ. Πιν. ...).Οι πρώτη και δεύτερος των εναγόμενων άσκησαν την από 5.10.2021 έφεση με ΓΑΚ και ΕΑΚ στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...../6.10.2021 και ΓΑΚ και ΕΑΚ στο Εφετείο Αθηνών ...../7.10.-2021, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε αρχικά η 10.11.2022 (με αρ. Πιν. ...) και δυνάμει της από 12.11.2021 κλήσης των καλούντων [με ΓΑΚ και ΕΑΚ αντίστοιχα ...../12.11.2021] ορίστηκε νέα συζήτηση αυτής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και έλαβε αρ. Πιν. .. και ...) Η 3η εναγόμενη άσκησε την από 28.6.2021 έφεση με ΓΑΚ και ΕΑΚ στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...../5.7.2021 και ΓΑΚ και ΕΑΚ στο Εφετείο Αθηνών ...../8.7.2021, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε αρχικά η 10.11.2022 (με αρ. Πιν. ...) και δυνάμει της από 28.7.2021 κλήσης των καλούντων [με ΓΑΚ και ΕΑΚ αντίστοιχα ...../28.7.2021] ορίστηκε νέα συζήτηση αυτής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και έλαβε αρ. Πιν...
Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν όπως παραπάνω αναγράφεται και κατέθεσαν προτάσεις.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 72 ΑΚ, προκύπτει ότι όταν ο οφειλέτης δεν προβαίνει στη δικαστική άσκηση των δικαιωμάτων του, ο δανειστής μπορεί να ζητήσει δικαστική προστασία, ασκώντας ο ίδιος τα δικαιώματα του οφειλέτη του, εκτός από εκείνα που συνδέονται στενά με το πρόσωπό του. Το δικαίωμα, το οποίο δεν ασκεί ο οφειλέτης, πρέπει να είναι κεκτημένο και απαιτητό. Έτσι, ο παθών τρίτος σε αυτοκινητικό [ή εργατικό όπως εν προκειμένω] ατύχημα μπορεί να ασκήσει κατ’ αυτού, πλαγιαστικώς, την από την σύμβαση ασφαλίσεως αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, νομιμοποιούμενος ως μη δικαιούχος διάδικος, ενώ ο οφειλέτης του ασφαλισμένος δεν είναι διάδικος αλλά τρίτος που μπορεί ωστόσο να ασκήσει παρέμβαση. Η κατά τα ανωτέρω αξίωση του ασφαλισμένου κατά του ασφαλιστή, γεννάται, από της επελεύσεως της ασφαλιστικής περιπτώσεως, δηλ. από το χρόνο κατά τον οποίο ο τρίτος θα επιδώσει στον υπόχρεο την περί αποζημιώσεως αυτού αγωγή. Υπάρχει δε, δυνατότητα σωρεύσεως στο ίδιο δικόγραφο τόσο της ευθείας αγωγής του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υποχρέου προς αποζημίωσή του, όσο και της πλαγιαστικής αγωγής αυτού κατά του ασφαλιστή, εφ’ όσον τούτο δεν αποκλείεται από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 72 Α.Κ. ή από άλλη διάταξη, αίτημα δε της πλαγιαστικής αγωγής θα είναι η καταδίκη του εναγόμενου ασφαλιστή να καταβάλει στο δικαιούχο ασφαλισμένο και όχι στον ενάγοντα τρίτο. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το χρονικό σημείο επιδόσεως του δικογράφου της αγωγής στον υπόχρεο ασφαλισμένο αλλά αρκεί η επίδοση αυτού να έχει γίνει κατά τον χρόνο εκδικάσεως των αγωγών στο δικαστήριο (ΑΠ 323/2016, 1544/2010, ΑΠ 234/2010, ΑΠ 235/2009 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο. 516 § 1 ΚΠολΔ "Δικαίωμα έφεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στην πρωτόδικη δίκη, ο ενάγων, ο εναγόμενος, εκείνοι που άσκησαν κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι καθολικοί διάδοχοί τους, οι ειδικοί διάδοχοί τους εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής και οι εισαγγελείς πρωτοδικών, αν ήταν διάδικοι". Επίσης, κατά το άρθρο 517 ΚΠολΔ "Η έφεση απευθύνεται κατά εκείνων που ήταν διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Ως διάδικοι στην πρωτόδικη δίκη, κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, νοούνται οι αντίδικοι του εκκαλούντος, ήτοι του μεν ενάγοντος ο εναγόμενος και ο υπέρ του εναγομένου παρεμβάς, του δε εναγόμενου ο ενάγων και ο υπέρ του ενάγοντος παρεμβάς. Απ’ όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι σε περίπτωση που σωρεύονται κατά τα προαναφερόμενα στο αυτό δικόγραφο α) αγωγή (ευθεία) του παθόντος σε εργατικό ατύχημα κατά του υπαιτίου προσώπου και β) αγωγή (πλαγιαστική) του ίδιου παθόντος κατά της ασφαλιστικής εταιρίας, με την οποία ο πρώτος ασκεί πλαγιαστικώς την αξίωση του ασφαλισμένου και υπόχρεου σε αποζημίωση και οφειλέτη του κατά του ασφαλιστή, από την μεταξύ τους ασφαλιστική σύμβαση, η οποία είναι αυτοτελής και διαφορετική από την δική του ευθεία αξίωση, ο υπόχρεος σε αποζημίωση του ενάγοντας ασφαλισμένος και ευθέως εναγόμενος με τη σωρευόμενη πρώτη αγωγή, δεν είναι διάδικος και στη σωρευόμενη πλαγιαστική αγωγή κατά του ασφαλιστή και επομένως δε νομιμοποιείται σε άσκηση εφέσεως κατά του τελευταίου, μη αντιδίκου του, ως προς το μέρος της αποφάσεως που αφορά την πλαγιαστική αγωγή, τυχόν δε ασκηθείσα απ’ αυτόν έφεση κατά του ασφαλιστή, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΑΠ 234/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση νόμιμα φέρονται προς συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου μετά από συνεκφώνηση οι κάτωθι εφέσεις κατά της υπ' αριθμ. 1056/2021 οριστικής απόφασης και της συμπροσβαλλόμενης μη οριστικής υπ' αριθμ. 2620/2017 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκαν κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 4.7.2016 με ΓΑΚ και ΑΚΔ αντίστοιχα ...../6.7.2016, ευθείας αγωγής από αδικοπραξία, κατά της 1ης και 2ου των καθ' ων η κλήση, του τελευταίου ως νόμιμου εκπροσώπου της 1ης καθ' ης η κλήση, σωρεύοντας οι ενάγοντες στο ίδιο δικόγραφο και πλαγιαστική αγωγή κατά της 3ης εξ αυτών, ασφαλιστικής εταιρείας, με βάση τη συμβατική της ευθύνη έναντι του 2ου. Ειδικότερα οι εφέσεις ασκήθηκαν από όλους τους διαδίκους και είναι οι εξής: Α)Η από 26.7.2021 έφεση των εναγόντων καλούντων, με ΓΑΚ και ΕΑΚ στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...../26.7.2021 και ΓΑΚ και ΕΑΚ στο Εφετείο Αθηνών ...../28.7.2021 κατά της ομόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία «Αφοί ........ Ο.Ε.» και του νόμιμου εκπροσώπου και διαχειριστή της, Μ. Γ., του Δ. καθώς και της εταιρείας με την επωνυμία «...... Ανώνυμη εταιρεία γενικών ασφαλίσεων», δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και έλαβε αρ. Πιν. ... Η έφεση αυτή έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα προ πόσης επιδόσεως [όπως θα αναφερθεί κατωτέρω, οι ενάγοντες επέδωσαν την εκκαλουμένη στους 1η και 2ου των εναγομένων μεταγενέστερα και δη την 6.9.2021], δηλαδή με κατάθεση αυτής στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση εντός δύο (2) ετών από την δημοσίευση της απόφασης που περάτωσε την δίκη (26.3.2021) [βλ. και άρθρ. 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1Β, 516 παρ.1, 517, 518 παρ. 2, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ], Β) Η από 5.10.2021 έφεση της πρώτης και δεύτερου των εναγόμενων, ομόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία «Αφοί ........ Ο.Ε.» και του νόμιμου εκπροσώπου και διαχειριστή της, Μ. Γ., αντίστοιχα, με ΓΑΚ και ΕΑΚ στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...../6.10.2021 και ΓΑΚ και ΕΑΚ στο Εφετείο Αθηνών ...../7.10.2021 εναντίον της εταιρείας με την επωνυμία «...... Ανώνυμη εταιρεία γενικών ασφαλίσεων», του (ον.) ..... (επ.) ..... του ..... και της .....( ..... του ..... και της .....) και του (ον.) ..... (επ.) ... του ..... και της .....( ..... του ..... και της .....), δικάσιμος της οποίας ορίστηκε αρχικά η 10.11.2022 (με αρ. Πιν. ...) και δυνάμει της από 12.11.2021 κλήσης των καλούντων εναγόντων [με ΓΑΚ και ΕΑΚ αντίστοιχα ...../12.11.2021] ορίστηκε νέα συζήτηση αυτής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και έλαβε αρ. Πιν. .... Η έφεση αυτή έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα δηλαδή με κατάθεση αυτής στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση εντός τριάντα (30) ημερών από την επομένη της επίδοσης σε αυτούς από τους ενάγοντες της προσβαλλόμενης απόφασης, που έλαβε χώρα την 6.9.2021, όπως αποδεικνύεται από την σχετική επισημείωση στην εκκαλουμένη του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Κρήτης, με έδρα το Πρωτοδικείο Χανίων, ..... Πλην, όμως, η ασκηθείσα έφεση που στρέφεται και κατά της ασφαλιστικής εταιρείας είναι, σύμφωνα με όσα λέχθηκαν παραπάνω στην μείζονα σκέψη απορριπτέα ως απαράδεκτη αφού οι υπόχρεοι σε αποζημίωση των εναγόντων ασφαλισμένοι και ευθέως 1η και 2ο εναγόμενοι εκκαλούντες με την σωρευόμενη κύρια αγωγή δεν είναι διάδικοι και στην σωρευόμενη πλαγιαστική αγωγή κατά του ασφαλιστή τους -σημειωτέον μάλιστα ότι δεν άσκησαν παρέμβαση στην πλαγιαστική αγωγή οπότε και μόνον θα νομιμοποιούνταν να ασκήσουν κατά της ασφαλιστικής τους εταιρείας έφεση-. Επομένως, αφού η έφεση ασκείται από πρόσωπο που δεν ήταν διάδικος κατά την πρωτοβάθμια δίκη, είναι απαράδεκτη, γεγονός, που αυτεπαγγέλτως εξετάζεται από το παρόν Δικαστήριο και πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι εκκαλούντες στην δικαστική δαπάνη της πρώτης εφεσίβλητης λόγω της ήττας τους και κατόπιν σχετικού αιτήματος της κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Γ) Η από 28.6.2021 έφεση της τρίτης [εκ πλαγίου] εναγόμενης εναντίον των καλούντων κυρίως και πλαγιαστικώς υπό A εναγόντων και των εκεί 1ου και 2ου των εναγόμενων, ομόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία «Αφοί ........ Ο.Ε.» και του νόμιμου εκπροσώπου και διαχειριστή της, Μ. Γ., αντίστοιχα, με ΓΑΚ και ΕΑΚ στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...../5.7.2021 και ΓΑΚ και ΕΑΚ στο Εφετείο Αθηνών ...../8.7.2021, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε αρχικά η 10.11.2022 [αρ. πιν. 6] και δυνάμει της από 28.7.2021 αίτησης κλήσης προτίμησης των καλούντων εναγόντων [με ΓΑΚ και ΕΑΚ αντίστοιχα ...../28.7.2021] ορίστηκε νέα συζήτηση αυτής η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και έλαβε αρ. Πιν. .... Η έφεση αυτή έχει ασκηθεί νομότυπα, δηλαδή με κατάθεση αυτής στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και εμπρόθεσμα, ήτοι προ πάσης επιδόσεως [αφού όπως προαναφέρθηκε η εκκαλουμένη επιδόθηκε μεταγενέστερα από τους ενάγοντες καλούντες στους 1η και 2° των εναγομένων και δη την 6.9.2021] εντός δύο (2) ετών από την δημοσίευση της απόφασης που περάτωσε την δίκη (26.3.2021) [βλ. και άρθρ. 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1Β, 516 παρ.1, 517, 518 παρ. 2, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ]. Πλην, όμως, καθ' ο μέρος η έφεση στρέφεται κατά των εναγόμενων της κύριας αγωγής είναι, σύμφωνα με όσα λέχθηκαν παραπάνω στην μείζονα σκέψη απορριπτέα ως απαράδεκτη αφού οι τελευταίοι δεν είναι διάδικοι και στην σωρευόμενη πλαγιαστική αγωγή. Επομένως, αφού η έφεση στρέφεται κατά προσώπων που δεν ήταν διάδικοι κατά την πρωτοβάθμια δίκη, είναι απαράδεκτη, γεγονός, που αυτεπαγγέλτως εξετάζεται από το Δικαστήριο και πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθεί και να καταδικαστεί η εκκαλούσα στην δικαστική δαπάνη της τρίτης και τέταρτου των εφεσίβλητων, λόγω της ήττας της και κατόπιν σχετικού αιτήματος τους κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Κατά τα λοιπά οι παραπάνω εφέσεις που στρέφονται κατά της ίδιας πρωτόδικης απόφασης, είναι συναφείς, και πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 31 και 246 ΚΠολΔ, να συνεκδικαστούν, γιατί έτσι διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επιτυγχάνεται μείωση των εξόδων, αρμοδίως κατ’ άρθρο 19 ΚΠολΔ έχουν εισαχθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου με την ίδια διαδικασία, κατά την οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση (κατ’ άρθρο 591 παρ.7 ΚΠολΔ) και πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να εξεταστούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κάθε μίας, μέσα στα πλαίσια που καθορίζονται από αυτούς (άρθρα 522 και 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό τους έχει καταβληθεί από καθένα από τους εκκαλούντες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3, το νόμιμο παράβολο, (βλ. το με αριθ. ...../2021, το με αριθ. ...../2021 και το με αριθ. ...../2021 αντίστοιχα e-παράβολο συνημμένο στην έκθεση κατάθεσης καθενός ένδικου μέσου) ποσού εκάστου εκατόν πενήντα (150) ευρώ. Με την προαναφερθείσα αγωγή (κύρια και πλαγιαστική), οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες τής ως άνω υπό στοιχείο Α' έφεσης, εξέθεταν ότι στις 19/11/2012, κατά τη διάρκεια εκτέλεσης εργασιών αποξήλωσης στοιχείων αμιαντοτσιμένου από την στέγη ενός κτιρίου, που βρίσκεται στα Χανιά και κάτω από τις αναλυτικά περιγραφόμενες στο δικόγραφο συνθήκες, τις οποίες εργασίες εκτελούσαν ως προστηθέντες, συνδεόμενοι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας από την εταιρία με την επωνυμία «.......» και η οποία είχε αναλάβει την εκτέλεση του αναφερόμενου στην αγωγή έργου και ευρισκόμενοι στο καλάθι του επίδικου γερανού, εξαιτίας αιφνίδιας θραύσης του μηχανισμού στήριξής του, το καλάθι αποσυνδέθηκε από το βραχίονα του γερανού και κατέπεσε από τα ανοίγματα της οροφής στο έδαφος, ήτοι στο εσωτερικό του κτιρίου, αφού πρώτα προσέκρουσε και παρέσυρε διάφορα ενδιάμεσα εμπόδια, με αποτέλεσμα τον σοβαρό τραυματισμό του πρώτου των εναγόντων και τον ελαφρύτερο του δεύτερου εξ αυτών. Ότι το γερανοφόρο όχημα είχε εκμισθώσει η πρώτη εναγόμενη εταιρία στην εργοδότρια εταιρία των εναγόντων. Ότι το ατύχημα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της πρώτης των εναγόμενων, η οποία αν και ήταν η εκμισθώτρια του γερανοφόρου οχήματος και επομένως υπεύθυνη για την καλή συντήρησή του, ώστε να δύναται να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των έργων που εκτελούνταν με τη χρήση του, παραμέλησε τη συντήρηση με αποτέλεσμα την πρόκληση σημαντικών φθορών που είχαν ως αποτέλεσμα την αιφνίδια θραύση του γερανού, οφειλόμενη στην διαρκή, επί μακρό χρονικό διάστημα προ του ατυχήματος καταπόνησή του, στη μη αποκατάσταση των φθορών εκ της πολυχρησίας (το ίδιο καλάθι προσδενόταν σε διάφορους γερανούς ιδιοκτησίας της πρώτης εναγόμενης) και στην παραμέληση της εποπτείας και του ελέγχου της αντοχής του προ της αναλήψεως εκάστου έργου, η οποία (παραμέληση εποπτείας) εκδηλώθηκε και στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ότι ευθύνη έχει και ο δεύτερος εναγόμενος, με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγόμενης αλλά και του ιδιοκτήτη του επίδικου γερανοφόρου οχήματος. Ότι αν και ο δεύτερος εναγόμενος είχε ασφαλίσει το επίδικο γερανοφόρο όχημα για σωματικές βλάβες τρίτων κατά τη λειτουργία του ως εργαλείου (ανυψωτικού μηχανήματος) στην τρίτη των εναγομένων ασφαλιστική εταιρία αδράνησε επί τέσσερα σχεδόν έτη να ασκήσει τα δικαιώματά του από την ασφαλιστική σύμβαση παρά το ότι το ζημιογόνο γεγονός και οι εξ αυτού προκύψασες ζημίες των εναγόντων, που αποτελούν την ασφαλιστική περίπτωση κατέστησαν γνωστά σε αυτόν με την πραγμάτωση του ασφαλιστικού κινδύνου, ήτοι από τον χρόνο που συνέβη το ένδικο ατύχημα, όπως κατέστη γνωστή από τότε και η πρόθεση των εναγόντων να ασκήσουν πλήρως τα έναντι αυτού δικαιώματα τους. Κατόπιν αυτών ζήτησαν, όπως το αίτημα του δεύτερου των εναγόντων περιορίστηκε κατά το ποσό νομότυπα, με τις προτάσεις του (αρθ. 297 ΚΠολΔ όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 2 ν. 4335/2015): 1) να υποχρεωθούν η πρώτη και ο δεύτερος των εναγόμενων να καταβάλουν έκαστος εις ολόκληρον: α) στον πρώτο των εναγόντων: ί. Το ποσό των 150.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον αναφερόμενο στην αγωγή τραυματισμό του, ίί. Το ποσό των 200.000 ευρώ ως αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ β) στο δεύτερο των εναγόντων το ποσό των 80.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τον αναφερόμενο στην αγωγή τραυματισμό του, 2) να υποχρεωθεί η τρίτη πλαγιαστικώς εναγόμενη να καταβάλει στον δεύτερο εναγόμενο το ποσό των 430.000 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής έως πλήρους εξόφλησης, άλλως οιοδήποτε ποσό επιδικάσει η απόφαση που πρόκειται να εκδοθεί με υπόχρεο των δεύτερο των εναγομένων, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής έως την ολοσχερή εξόφληση, 3) Η επιδίκαση των νόμιμων τόκων να γίνει σύμφωνα με το άρθρο 346ΑΚ, 4) να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς τις καταψηφιστικές της διατάξεις διότι οποιαδήποτε καθυστέρηση θα προκαλέσει στους ενάγοντες σοβαρή ζημία, 5) να απαγγελθεί προσωπική κράτηση κατά του δεύτερου εναγόμενου ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί διάρκειας ενός έτους και 6) να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής τους δαπάνης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αρχικά με την (συνεκκαλουμένη) μη οριστική υπ' αριθμ. 2620/2017 απόφασή του η οποία δεν ανακλήθηκε στη συνέχεια έκρινε ότι με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή στην οποία παραδεκτά σωρεύονται η ευθεία αγωγή των εναγόντων και η πλαγιαστική τοιαύτη των ιδίων κατά της τρίτης εναγόμενης, ασφαλιστικής εταιρίας, αρμόδια καθ' ύλην κατά τόπο φέρεται για να συζητηθεί κατά την τακτική διαδικασία, ενώπιον του (άρθρα 25 παρ.2, 37,18 ΚΠολΔ), νομιμοποιείται δε παθητικά η πρώτη των εναγόμενων, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της, καθόσον για τη νομιμοποίηση προς διεξαγωγή συγκεκριμένης δίκης αρκεί κατ’ αρχήν ο ισχυρισμός των εναγόντων ότι αυτοί και οι εναγόμενοι είναι τα υποκείμενα των επίδικων έννομων σχέσεων και συνεπώς η εκ μέρους της εναγόμενης, στην περίπτωση αυτή, αμφισβήτηση των επικαλούμενων για την τυπική θεμελίωση του ισχυρισμού τούτου πραγματικών περιστατικών, συνιστά, όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως αλλά άρνηση της βάσης της αγωγής. Αν αποδειχθεί η αναλήθεια του ισχυρισμού αυτού, τότε η αγωγή θα απορριφθεί, όχι για έλλειψη νομιμοποίησης αλλά ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, ήτοι για ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος. Έκρινε ακόμη ότι ο ισχυρισμός της τρίτης εναγόμενης ότι σε περίπτωση απόρριψης της πλαγιαστικής αγωγής, η ενδεχόμενη ευθεία εναγωγή της θα είναι απαράδεκτη είναι απορριπτέος αφού ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης καθώς είναι σαφές ότι ενάγεται με πλαγιαστική αγωγή και ότι δεδομένου ότι εφαρμοστέο δίκαιο είναι το ημεδαπό, σύμφωνα με το άρθρο 26 ΑΚ είναι νόμιμη, τόσο ως προς την ευθεία αγωγή, στηριζόμενη στα άρθρα 71 ΑΚ, 481,330, 345, 346, 914,931 ,932 ΑΚ, 907, 9081 1047 176 ΚΠολΔ όσο και ως προς την σωρευόμενη πλαγιαστική αγωγή επικουρική βάση της, καθόσον σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αγωγή οι ενάγοντες επικαλούνται κάλυψη ζημιών με βάση την ασφαλιστική σύμβαση από οποιαδήποτε αιτία και στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 330, 340, 345, 346, 361, 914, 932 AK, 8 v. 2743I 1999, 72, 74, 176 ΚΠολΔ καθώς και στα άρθρα που αναφέρονται στις εκεί νομικές σκέψεις, δεδομένου ότι γίνεται δεκτή η δυνατότητα σώρευσης στο ίδιο δικόγραφο τόσο της ευθείας αξίωσης του ζημιωθέντος τρίτου κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση, όσο και της πλαγιαστικής αγωγής κατά του ασφαλιστή, χωρίς να έχει ιδιαίτερη σημασία το χρονικό σημείο της επίδοσης της αγωγής στον ασφαλισμένο αλλά αρκεί η επίδοση αυτή στον τελευταίο να έχει γίνει κατά το χρόνο εκδίκασης των αγωγών στο Δικαστήριο (ΑΠ 323/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), όπως αναφέρθηκε και παραπάνω. Έτσι όπως έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά το νόμο εφάρμοσε και οι παραπάνω ισχυρισμοί της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας που επαναφέρονται με τον 1° λόγο της έφεσής της περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής της στην κύρια αγωγή και στην περίπτωση ευθείας εναγωγής της και περί απαραδέκτου της ασκηθείσας πλαγιαστικής αγωγής αφού δεν κοινοποιήθηκε προηγουμένως στην 1η και 2° των κυρίως εναγόντων ώστε να αποδειχθεί η αδράνεια ασκήσεως των τυχόν δικαιωμάτων τους κατά αυτής (της ασφ. εταιρείας) πρέπει να απορριφθούν ως αλυσιτελώς προβαλλόμενοι κατά το πρώτο σκέλος και ως μη νόμιμοι κατά το δεύτερο σκέλος τους, όπως και ο σχετικός λόγος της έφεσης].Περαιτέρω, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι απαντώντας παραδεκτά στην αγωγή με τις έγγραφες προτάσεις τους, αρνήθηκαν αιτιολογημένα την αγωγή και ισχυρίστηκαν ότι αποκλειστικά υπαίτιοι στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος είναι οι ενάγοντες, άλλως είναι συνυπαίτιοι οι τελευταίοι κατά ποσοστό 95% στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος, καθώς και ότι είναι συνυπαίτιοι στην έκταση του τραυματισμού τους. Το πρωτοβάθμιο ως άνω Δικαστήριο έκρινε ότι ο ισχυρισμός αυτός περί αποκλειστικής υπαιτιότητας των εναγόντων συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενώ ο ισχυρισμός περί συνυπαιτιότητας τόσο στην πρόκληση του ατυχήματος όσο και στην έκταση του τραυματισμού τους συνιστά νόμιμη ένσταση, στηριζόμενη στο άρθρο 300ΑΚ και έπρεπε να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία της. Περαιτέρω η τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία εξέθεσε ότι πράγματι, δυνάμει σχετικού ασφαλιστήριου συμβολαίου που καταρτίστηκε μεταξύ αυτής και του δεύτερου εναγόμενου, διάρκειας από 17-112012 έως και 17-05-2013, είχε αναλάβει την ασφάλιση τής έναντι τρίτων αστικής αποζημιωτικής ευθύνης για σωματικές βλάβες που τυχόν θα προέκυπταν από τη λειτουργία του επίδικου γερανοφόρου οχήματος ως εργαλείου, ήτοι ανυψωτικού γερανοφόρου καλαθοφόρου μηχανήματος, μέχρι και το ποσό των 105.000 ευρώ για κεφάλαιο, τόκους και πάσης φύσης έξοδα. Πλην όμως ισχυρίστηκε ότι ο δεύτερος εναγόμενος ασφαλισμένος της, παραβίασε από δόλο την υποχρέωση που είχε σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.1 και 6 του ν. 2496/1997, ήτοι να δηλώσει ουσιώδη στοιχεία ή περιστατικά που γνώριζε και ήταν αντικειμενικά ουσιώδη για την εκτίμηση του κινδύνου και επίσης ότι παραβίασε και το άρθρο 4 του ν. 2496/1997 ήτοι την υποχρέωσή του να της δηλώσει μέσα σε προθεσμία 14 ημερών κάθε στοιχείο ή περιστατικό το οποίο μπορεί να επιφέρει σημαντική επίταση του κινδύνου σε βαθμό που εάν το γνώριζε δε θα είχε συνάψει την ασφάλιση. Οι ανωτέρω ισχυρισμοί που επαναφέρονται με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου έφεσης της ασφαλιστικής εταιρείας κρίθηκαν από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι συνιστούν ενστάσεις, ερειδόμενες στις ως άνω διατάξεις και απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες λόγω αοριστίας, με την αιτιολογία ότι η εναγόμενη δεν ανέφερε το γεγονός που εκ δόλου απέκρυψε ο ασφαλισμένος από αυτήν κατά το χρόνο σύναψης της ασφαλιστικής σύμβασης, το οποίο μάλιστα ήταν αντικειμενικά ουσιώδες για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ή στην έκταση της ζημίας που προκλήθηκε (ΑΠ 170/2015, 1093/2010, ΑΠ 1101/2010). Επίσης δεν εξέθετε ποιό γεγονός έπρεπε να αναγγείλει ο ασφαλισμένος προκειμένου να ερευνηθεί ενδεχόμενη απαλλαγή του σύμφωνα με το άρθρο 4 του ν. 2496/1997. Περί των ανωτέρω λεκτέα τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 3 του Ν. 2496/1997 ορίζεται στις παραγράφους του άρθρου 1 εδ. α', 6 εδ. α' και β' και 7 εδ. β' και γ' ότι κατά τη σύναψη της σύμβασης ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που στηρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Σε περίπτωση παράβασης από δόλο της υποχρέωσης που προβλέπεται στην § 1 του άρθρου αυτού, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός (1) μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσής του προς καταβολή του ασφαλίσματος. Στην παράγραφο 6 του άρθρου αυτού, η καταγγελία επιφέρει άμεσα αποτελέσματα. Ο ασφαλιστής δικαιούται των ασφαλίστρων που ήταν ληξιπρόθεσμα κατά το χρόνο, κατά τον οποίο επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας της σύμβασης ή κατά το χρόνο επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, στην περίπτωση που κατά τις § § 5 και 6 του άρθρου αυτού περιορίζεται η ευθύνη του ή απαλλάσσεται αυτής (§ 7 εδ. β'και γ'). Από τις πιο πάνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες του άρθρου 36 § 24 περ. α'του ίδιου νόμου και των άρθρων 211 επ. και ιδίως 214 ΑΚ, συνάγονται τα εξής: Κατά τη σύναψη της ασφαλιστικής σύμβασης μεταξύ αφενός του ασφαλιστή, μη δυνάμενου σημειωτέον, εκ του νόμου να έχει ως άμεσο αντιπρόσωπό του κάποιον ασφαλιστικό σύμβουλο, ώστε η από τον τελευταίο γνώση περιστατικών και της επίδρασής τους στη σύμβαση να λογίζεται ως γνώση εκείνου και αφετέρου του λήπτη της ασφάλισης, αυτός υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστική κάθε περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή. Σε περίπτωση δε παράβασης εκ μέρους του λήπτη της ως άνω υποχρεώσεως από δόλο, ο ασφαλιστής, λαμβάνοντας βέβαια γνώση της παράβασης και σταθμίζοντας τα συμφέροντά του, έχει δικαίωμα είτε να εμμείνει στη σύμβαση, δηλώνοντας ενδεχομένως τούτο ρητά στο λήπτη, είτε να καταγγείλει τη σύμβαση, επιφέροντας ασφαλώς τη λύση της και έτσι να απαλλαγεί, μάλιστα δε αμέσως μετά τη συντέλεση της καταγγελίας, από την υποχρέωσή του για την καταβολή του ασφαλίσματος. Ωστόσο το εν λόγω δικαίωμα για καταγγελία υπόκειται σε αποσβεστική προθεσμία, αφού ο ασφαλιστής δικαιούται να προβεί στην καταγγελία μέσα σε προθεσμία ενός μήνα από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Ευνόητο είναι ότι μετά την άπρακτη πάροδο αυτής της προθεσμίας ο ασφαλιστής τεκμαίρεται αμάχητα ότι εμμένει στη σύμβαση. Αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της μηνιαίας προθεσμίας, πριν, εννοείται, από την κατά τ' ανωτέρω καταγγελία, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την υποχρέωσή του προς καταβολή του ασφαλίσματος και βέβαια η εκ μέρους τούτου καταγγελία της σύμβασης δεν απαιτείται πια για να επιφέρει την προαναφερόμενη απαλλαγή, αφού την απαλλαγή αυτήν, ως κύρωση εις βάρος του λήπτη της ασφάλισης, για την από πρόθεση παράβαση της πιο πάνω υποχρέωσής του, απαγγέλλει ρητά ο νόμος χωρίς να απαιτεί και τη συνδρομή οποιοσδήποτε άλλης περαιτέρω προϋπόθεσης Η διάταξη δε του άρθρου 3 § 7 εδ. β'του Ν. 2496/1997, που ορίζει ότι "στην περίπτωση της § 6 του άρθρου αυτού, η καταγγελία επιφέρει άμεσα αποτελέσματα", δεν υπονοεί ότι καταγγελία απαιτείται και στις δύο περιπτώσεις που ρυθμίζονται στο άρθρ. 3 § 6 του νόμου αυτού, αλλά ρυθμίζει τα αποτελέσματα της καταγγελίας, από απόψεως χρόνου επέλευσής τους, εκεί όπου η § 6 του άρθρου 3 την προβλέπει ως δικαίωμα του ασφαλιστή, χωρίς ακόμα να έχει επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση. Περαιτέρω, το ποιές είναι οι έννομες συνέπειες, αν η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει πριν από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνώση της παράβασης δεν προβλέπεται ρητά στο νόμο. Ενόψει του ότι δεν εναρμονίζεται με τη .λογική ούτε το να απαιτείται, προς επέλευση της προμνημονευόμενης απαλλαγής, η εμπρόθεσμη καταγγελία της σύμβασης εκ μέρους του εν λόγω ασφαλιστή, τη στιγμή που αυτός αγνοεί την παράβαση, που αποτελεί την αιτία της καταγγελίας, ούτε το να προστατεύεται αυτός, ο μη γνώστης της παράβασης ασφαλιστής, μέσω των γενικών διατάξεων του αστικού δικαίου (περί απάτης κλπ) και έτσι ενδεχομένως να βρίσκεται αυτός, από άποψη έννομης προστασίας, σε χειρότερη θέση έναντι εκείνης του προβλεπόμενου στην τελευταία ως άνω διάταξη ασφαλιστή που γνωρίζει την παράβαση, πρέπει να γίνει δεκτό ότι, κατά το πνεύμα και το σκοπό των προεκτιθέμενων διατάξεων, επιβάλλεται η αναλογική εφαρμογή της τελευταίας εκ τούτων των διατάξεων, και γι’αυτό στην υπό εξέταση περίπτωση ο ασφαλιστής απαλλάσσεται, μάλιστα δε αμέσως μετά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης, από την υποχρέωσή του προς καταβολή του ασφαλίσματος (ΑΠ 1450/2006 ΑΠ 1119/2003). Τέλος, απαιτείται γνώση του ασφαλισμένου για συγκεκριμένο γεγονός που απέκρυψε από τον ασφαλιστή κατά την κατάρτιση της σύμβασης χωρίς να αρκεί αμέλεια στην απόκρυψη αυτήν, ενώ το περιστατικό που αποκρύφθηκε θα πρέπει να είναι αντικειμενικά ουσιώδες, άσχετα αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ή στην έκταση της ζημίας που προκλήθηκε, έτσι ώστε όχι οποιαδήποτε απόκρυψη να δίνει στον ασφαλιστική το σχετικό δικαίωμα, αλλά μόνο εκείνου του γεγονότος που θα ήταν δυνατό να οδηγήσει σε μη κατάρτιση της σύμβασης ασφάλισης ή σε κατάρτισή της με διαφορετικούς όρους (ΑΠ 1093/2010, ΑΠ 1101/2010). Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από το δικόγραφο των προτάσεων της πλαγιαστικώς εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας τόσο κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως όσο και στην μετ’ απόδειξη συζήτηση αυτής αναγράφονται τα γεγονότα που εκ δόλου κατά τους ισχυρισμούς της απέκρυψε ο 2"· εναγόμενος και ασφαλισμένος της κατά την σύναψη της ασφάλισης και ειδικότερα: α) οι παλαιότερες έντονες καταπονήσεις της τετράγωνης πλάκας της βάσης τον εξαγωνικού κοιλοδοκού από τον οποίο ήταν αναρτημένο το καλάθι (σελ. 3 των προτάσεών της, υπό τον αριθμό ενστάσεως 4), β)η ύπαρξη ρωγμής, που οδήγησε τελικά στην θραύση (σελ. 5 τελευταίοι δύο στίχοι), γ)οι ελαστικές παραμορφώσεις που είχαν σχηματιστεί στην επιφάνεια της πλάκας (σελ 6, δύο πρώτοι στίχοι), δ) τα ίχνη σκουριάς στην επιφάνεια της πλάκας αλλά και σε τμήμα επιφανειών της θραύσης (σελ. 6 τρίτος στίχος), ε) οι κατά το παρελθόν υπερφορτώσεις που επέφεραν ισχυρές σύνθετες καταπονήσεις στην περιοχή της συγκόλλησης με υπέρβαση του ορίου αντοχής της συγκόλλησης (σελ.6, στίχοι 4 6), δυνάμενες να εντοπιστούν με έναν απλό οπτικό έλεγχο, στ) ότι η διαδικασία αποκόλλησης είχε ήδη ξεκινήσει με τον σχηματισμό ρωγμής στην περιοχή, με αναγκαίο και αναπόφευκτο αποτέλεσμα ανεξαρτήτως φορτίου, την θραύση της ανάρτησης και την αποκόλλησή της (σελ.6 στίχοι 10-19). Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με το να απορρίψει με την εκκαλουμένη οριστική και την συνεκκαλουμένη μη οριστική απόφαση την ένσταση ως αόριστη εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και πρέπει να εξαφανιστεί κατά το μέρος αυτό και να κριθεί η εν λόγω ένσταση ορισμένη και νόμιμη κατά τα οριζόμενα παραπάνω και να εξεταστεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Περαιτέρω, η τρίτη εναγόμενη ισχυρίστηκε ακόμα ότι θα έπρεπε να απαλλαγεί από την καταβολή ασφαλίσματος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1, 3 και 5 του ν. 2496/1997, καθώς ο ασφαλισμένος της δεν προέβη σε κανένα έλεγχο του ανυψωτικού καλαθοφόρου μηχανήματος τουλάχιστον άπαξ ετησίως και οπωσδήποτε πριν την έναρξη των εργασιών κατά παράβαση του άρθρου 67 του ΠΔ 1073/1981 επιδεικνύοντας τουλάχιστον βαριά αμέλεια αν όχι και ενδεχόμενο δόλο. Ο σχετικός ισχυρισμός κρίθηκε πρωτοδίκως ότι συνιστά ένσταση ερειδόμενη στις προμνησθείσες διατάξεις και εξετάστηκε περαιτέρω στην ουσία. Ακόμα, η τρίτη εναγόμενη εξέθεσε ότι στην ως άνω ασφαλιστική σύμβαση περιλήφθηκε ο ειδικός όρος ότι ο ασφαλιστής δεν ευθύνεται «..για σωματικές βλάβες που προξενούνται από κακή συντήρηση ή από κατασκευαστικό ελάττωμα του ασφαλιζόμενου οχήματος ή εργαλείου» και ότι λόγω του συγκεκριμένου όρου της σύμβασης, τον οποίο αποδέχθηκε ο ασφαλισμένος της με την υπογραφή της σύμβασης ασφάλισης και με τη μη εναντίωσή του θα πρέπει να απαλλαγεί αυτή από την καταβολή του ασφαλίσματος. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός κρίθηκε πρωτοδίκως ότι συνιστά ένσταση ερειδόμενη στις διατάξεις του αρθ. 2 παρ. 1, 4 και 6 του ν. 2496/1997 και ότι είναι ορισμένη, καθώς από την ανάγνωση του δικογράφου της στο οποίο παραθέτει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του νομίμως ορισθέντα πραγματογνώμονα Γ. Α. κατά το σχηματισμό της σχετικής ποινικής δικογραφίας συνάγεται ότι η εναγόμενη ταυτίζει την κακή συντήρηση του επίδικου γερανοφόρου οχήματος με όσα αναφέρει ο πραγματογνώμονας στην ως άνω έκθεσή του και εξετάστηκε περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά του. Στη συνέχεια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ότι από τα επικαλούμενα και νόμιμα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα προκύπτει ότι υπάρχει εκκρεμής ποινική δίκη, με στοιχεία ΑΒΜ.../12 που επηρεάζει τη διάγνωση της επίδικης αστικής διαφοράς. Ότι ειδικότερα, σε βάρος του δεύτερου εναγόμενου ασκήθηκε ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε στο ακροατήριο του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων με την κατηγορία της σωματικής βλάβης εξ αμελείας κατά συρροή δια παραλείψεως. Ότι ως εκ τούτου, η ασκηθείσα ποινική δίωξη σε βάρος του δεύτερου εναγόμενου αφορά σε ζήτημα που ασκεί σημαντική επιρροή στην υπό κρίση αστική διαφορά των διαδίκων καθώς ερευνητέα τόσο στο ποινικό δικαστήριο όσο και στην υπό κρίση αγωγή, πλην άλλων, είναι αν και ποιό το είδος της ευθύνης του δεύτερου εναγόμενου για το ατύχημα που υπέστησαν οι ενάγοντες και αν πράγματι υπήρξε κακή συντήρηση του επίδικου γερανοφόρου οχήματος ή αν τελικά ο πρώτος έκανε ό,τι όφειλε και μπορούσε ώστε να αποφευχθεί ενδεχόμενο ατύχημα, γεγονότα από την βασιμότητα των οποίων εξαρτάται και η ευθύνη της τρίτης εναγόμενης εταιρίας. Μετά από αυτά, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 250 ΚΠολΔ, συνεκτιμωμένου ότι η ποινική διαδικασία δεν είναι σε ένα πρώιμο στάδιο που εκκρεμεί ακόμη στην προανάκριση αλλά ήδη η υπόθεση εκκρεμεί στο ακροατήριο του ποινικού δικαστηρίου, χαρακτηριζόμενη από την αμεσότητα αναφορικά με την αξιολόγηση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού και κατά τρόπο που επιτρέπει τη διαδοχική τοποθέτηση όλων των παραγόντων της δίκης επί όλων των κρίσιμων ζητημάτων, ιδία δε αν ληφθεί υπόψη ότι στην προσκομισθείσα με επίκληση από τους ενάγοντες έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο Γ. , διπλωματούχος μηχανολόγος μηχανικός και η οποία βρίσκεται μεταξύ των αναγνωστέων εγγράφων στην ποινική δίκη, ενώ αναφέρει ρητά ότι από την πιστοποίηση που έφερε το καλάθι του επίδικου γερανοφόρου οχήματος, προκύπτει ότι την 28η-4-2012 έγινε λεπτομερής οπτικός έλεγχος του καλαθιού, των συγκολλήσεων, της βάσης του καλαθιού και των συγκολλήσεων της βάσης του καλαθιού , σε αμέσως επόμενο σημείο της αναφέρεται ότι «...οι παραμορφώσεις αυτές στα στοιχεία της ανάρτησης ήταν έντονες και εμφανείς και μπορούσαν να εντοπιστούν πριν το ατύχημα (19-11-2012) με έναν απλό οπτικό έλεγχο» σημείο που χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση και που η ποινική δίκη με την προφορική διαδικασία δύναται πρωτίστως να συνδράμει και ως εκ τούτου διατάχθηκε η αναβολή της συζήτησης της υπόθεσης, έως ότου περατωθεί αμετάκλητα η σε βάρος του δεύτερου εναγόμενου ποινική δίκη και στη συνέχεια, αφού πληρώθηκε ο όρος αυτός, εκδόθηκε η με αρ. 1056/2021 οριστική απόφαση του ως άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και υποχρέωσε την πρώτη και τον δεύτερο των εναγόμενων να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας: α) στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ για αποζημίωση του άρθρου 931 ΑΚ και το ποσό των 20.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης και συνολικά το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και β) στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση και υποχρέωσε την τρίτη (πλαγιαστικώς) εναγόμενη να καταβάλει στον δεύτερο εναγόμενο όποιο ποσό υποχρεωθεί αυτός να καταβάλει στους ενάγοντες, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση και επέβαλε σε βάρος των εναγόμενων μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων, το οποίο όρισε στο ποσό των χιλίων εξακοσίων (1.600) ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής και της συμπροσβαλλόμενης ως άνω μη οριστικής άπαντες οι ηττηθέντες ολικά και εν μέρει διάδικοι παραπονούνται με τις κρινόμενες εφέσεις τους για τους περιεχόμενους σε κάθε μία από αυτές λόγους» που ανάγονται σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και ζητούν την εξαφάνισή της, προκειμένου για μεν τους ενάγοντες η αγωγή τους να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή, για δε τους 1° και 2° και 3η εναγόμενους να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της και να καταδικαστούν οι αντίδικοι κάθε έφεσης στην δικαστική δαπάνη των εκκαλούντων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
Από την επανεκτίμηση της προσκομιζόμενης με επίκληση από τους δύο πρώτους εναγόμενους υπ’ αριθμ. ..../11.11.2021 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Κ. Κ. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Χανιών, που λήφθηκε κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των αντιδίκων τους, πριν από δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες (άρθρα 421, 422 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το Ν. 4335/2015), όπως αποδεικνύεται από τις υπ’ αριθμ. ... και .../8.11.2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, ...., από τα έγγραφα που νομίμως επικαλούνται και επαναπροσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία λήφθηκαν όλα ανεξαιρέτως υπόψη, μεταξύ των οποίων και τα επαναπροσκομιζόμενα με επίκληση από τους δύο πρώτους εναγόμενους ξενόγλωσσα έγγραφα χωρίς επίσημη μετάφραση, που λαμβάνονται υπόψη ως μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, την από 12.1.2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, του μηχανολόγου μηχανικού, Γ. Α., που διατάχθηκε κατά την ποινική προδικασία και την επαναπροσκομιζόμενη με επίκληση από τους δύο πρώτους των εναγομένων ιδιωτική γνωμοδότηση (άρθρο 390 ΚΠολΔ) του μηχανολόγου ηλεκτρολόγου, Ν. Χ., από τις φωτογραφίες που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και επαναπροσκομίζουν, των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται (άρθρα 444 παρ. 3 και 457 παρ. 4 ΚΠολΔ), από τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας τα οποία συνεκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια (άρθρ. 395 ΚΠολΔ, ΑΠ 64/2019 ΝΟΜΟΣ), από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) και από τις ομολογίες των διαδίκων, που συνάγονται από τις προτάσεις τους, όπως αναφέρονται ειδικότερα κατωτέρω και αποτελούν πλήρη απόδειξη (άρθρο 352 παρ. 1,2 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι ενάγοντες απασχολούνταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως ανειδίκευτοι εργάτες στην εταιρεία με την επωνυμία «........Τεχνολογία Περιβάλλοντος και Διαχείριση Απορριμμάτων», η οποία ανέλαβε τις εργασίες αποξήλωσης στοιχείων αμιαντοτσιμέντου από την στέγη κτιρίου ευρισκόμενου στις παλαιές εγκαταστάσεις του εργοστασίου της «....» στα Χανιά, δυνάμει τής από 24/12/2012 σύμβασης έργου, που συνήψε με την ιδιοκτήτρια εταιρεία «..... A.E.». Προς το σκοπό της εκτέλεσης του ανωτέρου έργου, που ανατέθηκε στους ενάγοντες, οι οποίοι είχαν πολύχρονη εμπειρία σε συναφείς εργασίες, η εργοδότρια εταιρεία, στις 15/11/2012 μίσθωσε με προφορική συμφωνία, από την εκμισθώτρια και πρώτη εναγόμενη εταιρεία ενοικιάσεως μηχανημάτων έργου, νόμιμα εκπροσωπούμενης από τον δεύτερο εναγόμενο, το με αριθμό κυκλοφορίας...., με αριθμό πλαισίου ...., εργοστασίου κατασκευής VOLVO, ΦΔΧ καλαθοφόρο γερανοφόρο όχημα, η άδεια κυκλοφορίας του οποίου αναγράφει ως ιδιοκτήτη τον δεύτερο εναγόμενο και ήταν ασφαλισμένο για τους κινδύνους από τη λειτουργία του ως εργαλείου στην τρίτη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία. Η εργοδότρια εταιρεία επέλεξε να χρησιμοποιηθεί στις εργασίες γερανοφόρο όχημα για λόγους ασφαλείας, αφού κρίθηκε ότι ήταν επισφαλές να γίνει η αποξήλωση επιβαίνοντας απευθείας οι .ενάγοντες στη στέγη, διότι υπήρχε σοβαρός κίνδυνος κατάρρευσης της στέγης, λόγω της παλαιότητας του κτιρίου. Έτσι, προτιμήθηκε η χρήση καλαθοφόρου γερανού, μέσα από το αναρτημένο καλάθι του οποίου θα προσέγγιζαν οι εργάτες την στέγη και θα αφαιρούσαν τα φύλλα αμιαντοτσιμέντου, μέσα από το καλάθι, σε συνεργασία με τον χειριστή του οχήματος, ο οποίος θα μετακινούσε το καλάθι στο μέρος που θα του υποδεικνυόταν. Για το καλάθι που χρησιμοποιήθηκε είχαν ληφθεί από τους δύο πρώτους εναγόμενους οι απαιτούμενες εκ του νόμου πιστοποιήσεις και είχε εκπονηθεί μελέτη ανυψωτικής ικανότητας, που υπογράφεται από τον μηχανολόγο-ηλεκτρολόγο Ν. Χ., στην οποία ορίστηκε ως μέγιστο επιτρεπόμενο βάρος ανύψωσης τα 350 κιλά. Οι εργασίες ξεκίνησαν την 16η.11.2012, οπότε και ολοκληρώθηκαν χωρίς προβλήματα με τη χρήση άλλου γερανού που διέθεσε η πρώτη εναγόμενη, στον οποίο, όμως, ήταν αναρτημένο το ίδιο καλάθι. Την 19η.11.2012, οι ενάγοντες συνέχισαν τις εργασίες αποξήλωσης φύλλων αμιάντου, τις οποίες είχαν αρχίσει για εκείνη την ημέρα περί ώρα 9:00 πρωινή, ευρισκόμενοι εντός του καλαθιού του γερανοφόρου οχήματος, το οποίο χειρίζονταν ο Κ. Κ., σε ύψος 10 περίπου μέτρων. Οι ενάγοντες εργάζονταν κάνοντας χρήση των απαραίτητων μέσων ατομικής προστασίας (προστατευτική στολή, μάσκα, γάντια, άρβυλα, ζώνη ασφαλείας), όπως, άλλωστε, συνομολογείται από τους δύο πρώτους εναγόμενους και είχαν δεμένη τη ζώνη ασφαλείας τους σε σταθερό σημείο του καλαθιού, ενώ στο ανωτέρω έργο καθήκοντα υπεύθυνου εργασιών και τεχνικού ασφαλείας είχαν ανατεθεί από την εργοδότρια εταιρεία στον μηχανικό Π. Δ.. Η εργασία τους γίνονταν με τον ακόλουθο τρόπο: οι ενάγοντες πλησίαζαν με το καλάθι τις βίδες που ήταν βιδωμένα τα φύλλα αμιάντου με τον μεταλλικό φορέα της σκεπής και αφού τις ξεβίδωναν ή έκοβαν, ανέσυραν τα φύλλα εντός καλαθιού και έπειτα κατέβαιναν με το καλάθι στο έδαφος, όπου και τοποθετούσαν τα αποξηλωμένα φύλλα. Ενώ οι ενάγοντες επέβαιναν στο καλάθι, περί ώρα 12:00 μ.μ., το καλάθι αποκολλήθηκε αιφνιδίως από τη βάση του γερανού και αφού προσέκρουσε σε διάφορα εμπόδια, έπεσε με σφοδρότητα στο έδαφος, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό των εναγόντων. Ειδικότερα, το ατύχημα προκλήθηκε όταν αποσπάστηκε ο εξαγωνικός κοιλοδοκός, μέσω του οποίου γίνεται η ανάρτηση του καλαθιού στον βραχίονα του γερανού, από την τετράγωνη πλάκα της βάσης στήριξης του καλαθιού. Για την ανεύρεση των αιτιών του ατυχήματος διενεργήθηκε έρευνα από την Επιθεώρηση Εργασίας, συνταχθείσας τής από 15.5.2013 Έκθεσης Έρευνας του Τεχνικού Επιθεωρητή Εργασίας, Δ. Χ. και, επιπλέον, διεξήχθη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας τεχνική πραγματογνωμοσύνη από τον μηχανολόγο μηχανικό Γ. Α., ο οποίος διορίστηκε από το Α.Τ. Χανιών και συνέταξε την από 12.1.2012 έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Σε αυτή, ως προς το τεθέν ερώτημα της αιτίας αποκόλλησης του καλαθιού, αναγράφεται ότι το καλάθι αποκολλήθηκε επειδή η ανάρτησή του είχε καταπονηθεί παλαιότερα και είχε ήδη αρχίσει η διαδικασία σταδιακής αποκόλλησης με τοπική ρηγμάτωση, όπως προκύπτει από τη σκουριά που είχε σχηματιστεί σε τμήμα των επιφανειών της θραύσης και στη παραμορφωμένη επιφάνεια της πλάκας στήριξης. Επίσης, αναφέρεται ότι από την εξέταση των επιφανειών αποκόλλησης, διαπιστώθηκε η ύπαρξη σκουριάς σε τμήμα των επιφανειών αυτών, γεγονός που αποδίδεται στην ύπαρξη ρωγμής, λόγω έναρξης της αποκόλλησης που είχε προκληθεί αρκετό καιρό πριν, ότι η πλάκα στήριξης του κοιλοδοκού της ανάρτησης φέρει έντονες παραμορφώσεις, οι οποίες οφείλονται σε υπερφορτώσεις του καλαθιού, ότι τα ίχνη σκουριάς στην επιφάνεια της πλάκας οδηγούν στο συμπέρασμα πως οι παραμορφώσεις είχαν γίνει σε παλαιότερο χρόνο και δη ότι από τα ίχνη που υπάρχουν στα τμήματα της ανάρτησης προκύπτει ότι η διαδικασία αποκόλλησης είχε ξεκινήσει ήδη πριν το ατύχημα, λόγω ανύψωσης φορτίων που υπερέβαιναν τα όρια αντοχής της συγκεκριμένης κατασκευής, τα οποία πιθανότατα ήταν διαφορετικά από αυτά που προβλέπει η συνοπτική μελέτη. Σύμφωνα, εν τέλει, με το συμπέρασμα αυτής, από τον λεπτομερή τεχνικό έλεγχο του καλαθιού και των εξαρτημάτων στήριξης και την αξιολόγηση όλων των στοιχείων και ιχνών και τη συσχέτιση αυτών, συμπεραίνονται τα εξής: «Το ατύχημα συνέβη επειδή αποκολλήθηκε από την τετράγωνη πλάκα της βάσης του ο εξαγωνικός κοιλοδοκός, από τον οποίο ήταν αναρτημένο το καλάθι, εντός του οποίου βρίσκονταν οι δυο εργαζόμενοι, μαζί με κομμάτια από φύλλα αμιαντοτσιμένου. Η αποκόλληση έγινε στην περιοχή γύρω από την ραφή συγκόλλησης του κοιλοδοκού με την πλάκα στήριξης, η οποία είχε ήδη καταπονηθεί παλαιότερα και είχε σχηματιστεί ρωγμή η οποία οδήγησε τελικά στην θραύση και οφείλεται σε υπερφόρτωση του καλαθιού ή σε αστοχία υλικού ή σε λανθασμένη διαστασιολόγηση των στοιχείων της ανάρτησης. Από τις ελαστικές παραμορφώσεις που είχαν σχηματιστεί στην επιφάνεια της πλάκας, καθώς και από τα ίχνη σκουριάς στην επιφάνεια της πλάκας αλλά και σε τμήμα των επιφανειών θραύσης, συνάγεται ότι το καλάθι είχε υπερφορτωθεί κατά το παρελθόν και η περιοχή της συγκόλλησης είχε υποβληθεί σε ισχυρή σύνθετη καταπόνηση, έτσι ώστε οι διατμητικές καμπτικές τάσεις ξεπέρασαν τα όρια αντοχής της συγκόλλησης. Οι παραμορφώσεις αυτές στα στοιχεία της ανάρτησης, ήταν έντονες και εμφανείς και μπορούσαν να εντοπιστούν πριν το ατύχημα με έναν απλό οπτικό έλεγχο. Η διαδικασία αποκόλλησης είχε ξεκινήσει με το σχηματισμό αρχικά μιας ρωγμής στην περιοχή γύρω από την συγκόλληση, η ύπαρξη της οποίας αποδεικνύεται από την ύπαρξη της σκουριάς στο τμήμα των επιφανειών θραύσης που καταλάμβανε. Μετά την αρχική ρωγμή, η θραύση της ανάρτησης θα συνέβαινε αναπόφευκτα ανεξαρτήτως φορτίου, αφού η διαδικασία της ρήξης του είχε ξεκινήσει, είχε εξασθενήσει σε σημαντικό βαθμό τοπικά την ανάρτηση με αποτέλεσμα αυτή να αποκολληθεί.» Επιπλέον, ο Επιθεωρητής Εργασίας, αφού έλαβε υπόψη τις μαρτυρίες των εμπλεκόμενων προσώπων και την παραπάνω πραγματογνωμοσύνη, κατέληξε στο πόρισμα ότι δεν υπήρξε υπέρβαση του φορτίου λειτουργίας του καλαθιού όταν αυτό έπεσε και ότι οι πιθανοί λόγοι που οδήγησαν στο ατύχημα κατά φθίνουσα σειρά είναι: 1) Λόγω ανεπαρκούς ή λάθους ή απουσίας διαστασιολόγησης της λάμας στήριξης, υπήρξε έντονη πλαστική παραμόρφωση της μαλακής λάμας, με στοιχεία που δεικνύουν ότι πιθανόν να υπήρχε για κάποιο διάστημα πριν την τελική διαρροή, 2)λόγω παλαιότερης υπερφόρτωσης και καταπόνησης του καλαθιού, 3)λόγω της απομείωσης της αντοχής της λάμας από τη θερμική καταπόνηση της περιοχής γύρω από την συγκόληση και 4) λόγω αστοχίας του υλικού από κατασκευαστικό τοπικό ελάττωμα της λάμας. Από τα πορίσματα των ανωτέρω εκθέσεων, τα οποία δεν ανατρέπονται από τα υπόλοιπα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα και με τα κατωτέρω αναφερόμενα, αποδεικνύεται ότι στην αποκόλληση του καλαθιού οδήγησε συνδυασμός παραγόντων σχετιζόμενων με την φθορά που είχε υποστεί το καλάθι σε προγενέστερο χρόνο. Ειδικότερα, στην επιφάνεια της πλάκας στήριξης εντοπίστηκαν ελαστικές παραμορφώσεις και ίχνη οξείδωσης, που μπορούσαν να εντοπιστούν με οπτικό έλεγχο και οφείλονταν είτε σε λανθασμένη διαστασιολόγηση της λάμας στήριξης, είτε σε παλαιότερη υπερφόρτωση, είτε σε αστοχία υλικού, είχαν, δε, δημιουργηθεί σε προγενέστερο χρόνο, ιδιαίτερα στην περιοχή γύρω από τη ραφή συγκόλλησης του κοιλοδοκού με την πλάκα στήριξης, όπου είχε σχηματιστεί ρωγμή, η οποία οδήγησε στη θραύση. Αντιθέτως, δεν κρίνονται βάσιμα όσα υποστηρίζουν η πρώτη και ο δεύτερος των εναγομένων και εκτίθενται στην προσκομιζόμενη με επίκληση από τους ίδιους έκθεση πραγματογνωμοσύνης, μηνός Ιανουαρίου 2013, του μηχανολόγου ηλεκτρολόγου Ν. Χ., περί του ότι αιτία της απόσπασης του καλαθιού ήταν η υπερφόρτωση αυτού εκ μέρους των εναγόντων. Ειδικότερα, την στιγμή της αποκόλλησης οι ενάγοντες επέβαιναν στο καλάθι και το βάρος τους δεν ξεπερνούσε τα 85 κιλά για έκαστο εξ αυτών, ενώ επίσης υπήρχαν εντός αυτού ήδη αποξηλωμένα φύλλα αμιάντου, τα οποία προέκυψε από την ζύγιση ότι ήταν περίπου βάρους 100 κιλών, επομένως συνολικά το φορτίο του καλαθιού την στιγμή εκείνη ήταν 270 κιλά περίπου, ήτοι πολύ κατώτερο του επιτρεπτού, που είχε καθοριστεί στα 350 κιλά. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκαν τα εκτιθέμενα από τους ως άνω εναγόμενους, σύμφωνα με τα οποία οι ενάγοντες συχνά φέρονται να έβγαιναν από το καλάθι και να κούμπωναν την ζώνη ασφαλείας τους στον σκελετό της σκεπής και να ισορροπούσαν επάνω σε αυτόν, προκειμένου να αποκολλήσουν υπολείμματα αμιάντου και ότι έπειτα επέστρεφαν στο καλάθι πραγματοποιώντας σχετικό άλμα, το οποίο είχε ως αποτέλεσμα την άσκηση φορτίου δυνάμεων πολλαπλάσιου του επιτρεπτού, γεγονός το οποίο συνέβαλε αποκλειστικά και καθοριστικά στην πτώση του καλαθιού. Η εκδοχή αυτή δεν κρίνεται πειστική, διότι, αφενός ενόψει του μικρού πλάτους των δοκών (5cm) του μεταλλικού σκελετού της και της διάβρωσης αυτών λόγω παλαιότητας, δεν μπορεί να νοηθεί ασφαλής ισορρόπηση και βάδιση των εργαζομένων πάνω σε αυτόν, αφετέρου διότι το % καλάθι περιβάλλονταν περιμετρικά από κάγκελα, ύψους 1,20 μ., που καθιστά ιδιαιτέρως δυσχερή την υπερπήδησή του και θα προϋπέθετε την αποσύνδεση της ζώνης ασφαλείας, την οποία (σύμφωνα και με τα στοιχεία της ποινικής δικογραφίας) οι ενάγοντες είχαν προσδέσει και εργάζονταν φορώντας την. Εξάλλου, προέκυψε από τα αναλυτικά εκτιθέμενα στις ανωτέρω εκθέσεις, ότι οι εντοπισθείσες παραμορφώσεις στην πλάκα στήριξης είχαν ήδη σχηματιστεί σε προγενέστερο χρόνο και ότι η αποκόλληση θα συνέβαινε αναπόφευκτα ανεξαρτήτως φορτίου. Τα ανωτέρω αποδειχθέντα δεν αναιρούνται από την ένορκη βεβαίωση του χειριστή του μηχανήματος Κ. Κ., όπου εκτίθεται η ανωτέρω εκδοχή, καθώς ο ίδιος, όταν κλήθηκε να καταθέσει ενόρκως ενώπιον των προανακριτικών υπαλλήλων για το συμβάν σε χρόνο εγγύτερο στο ατύχημα και δη την ίδια ημέρα, ουδέν ανέφερε περί του ανωτέρω τρόπου εκτέλεσης της εργασίας από τους ενάγοντες, ο οποίος όπως περιγράφεται φέρεται ως ιδιαίτερα επικίνδυνος, συνιστώντας ένα αξιοσημείωτο να αναφερθεί στην κατάθεση γεγονός αλλά κατέθεσε ότι είχε οπτική επαφή με τους εργάτες, ότι διέκρινε να έχουν τοποθετήσει στο καλάθι αποξηλωμένα φύλλα και ότι αυτό δεν ήταν υπέρβαρο. Ούτε, επιπλέον, εξηγείται για ποιό λόγο, αν είχε γίνει αντιληπτός ο μη ενδεδειγμένος τρόπος αυτός εκτέλεσης του έργου, δεν έγινε κάποια σχετική υπόδειξη στους ενάγοντες από την πρώτη μέρα των εργασιών να τηρούν κατά την εργασία τους τα μέτρα ασφαλείας αλλά συνεχίστηκαν αυτές κανονικά και την επόμενη μέρα. Ούτε, εξάλλου, μπορεί να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός των ίδιων των εναγόμενων περί αποκλειστικής υπαιτιότητας ή συντρέχοντας πταίσματος των εναγόντων, επειδή οι ίδιοι δεν προέβησαν σε επισκόπηση του μηχανήματος πριν ανέβουν σε αυτό, ούτε αρνήθηκαν την εκτέλεση της ανατεθείσας σε αυτούς εργασίας, καθώς ουδόλως υφίσταται τέτοιου είδους υποχρέωσή τους ως εργαζόμενων, ούτε, άλλωστε, είχαν οι ενάγοντες την ευχέρεια να επιλέξουν τον τρόπο και τα μέσα της εργασίας τους, που τους υπέδειξε η εργοδότρια εταιρεία, πολλώ δε μάλλον να αρνηθούν την εκτέλεση αυτής. Από όλα τα ανωτέρω συνάγεται ότι αποκλειστικά υπαίτιοι για την πρόκληση του ένδικου ατυχήματος είναι η πρώτη και ο δεύτερος των εναγομένων, οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι για την ομαλή λειτουργία του μηχανήματος, η πρώτη εκ της ιδιότητάς της ως εκμισθώτριας του γερανοφόρου οχήματος και ο δεύτερος ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής και ιδιοκτήτης του οχήματος, απορριπτομένου του ισχυρισμού που προέβαλαν οι πρώτη και δεύτερος εναγόμενοι περί αποκλειστικής υπαιτιότητας και της (επικουρικά προβαλλόμενης) ένστασης συνυπαιτιότητας των εναγόντων ως ουσιαστικά αβάσιμων. Ειδικότερα, αν και οι ανωτέρω εναγόμενοι ήταν υποχρεωμένοι σε ιδιαίτερη επιμέλεια και προσοχή, που όφειλαν από τις περιστάσεις και μπορούσαν να καταβάλουν προκειμένου να αποτρέψουν το ατύχημα, δεν κατέβαλαν και δεν επέδειξαν αυτή, ήτοι δεν εντόπισαν την δημιουργία στο μηχάνημα σημαντικών φθορών, που είχαν ως αποτέλεσμα την αιφνίδια θραύση του καλαθιού από το γερανό, οφειλόμενη στη διαρκή επί μακρό χρονικό διάστημα προ του ατυχήματος καταπόνησή του και στη μη αποκατάσταση των φθορών εκ της πολυχρησίας, ενώ αν είχαν καταβάλει την δέουσα προσοχή θα εντόπιζαν τις κρίσιμες φθορές, οι οποίες ήταν εμφανείς με απλό οπτικό έλεγχο. Επιπλέον, δεν έλεγξαν τις συνδέσεις του καλαθιού με τον βραχίονα του οχήματος προτού το εκμισθώσουν στην εργοδότρια των εναγόντων και δεν άσκησαν την κατάλληλη εποτπεία και επισκευή, ώστε η λειτουργικότητα του οχήματος και η αντοχή του καλαθιού να είναι σε άριστη κατάσταση αλλά αμελώς προέβησαν στην ανάρτηση του καλαθιού στο γερανοφόρο όχημα. Την υπαιτιότητα των εναγομένων δεν αίρει το γεγονός ότι το μηχάνημα που χρησιμοποιήθηκε έφερε τις απαιτούμενες εκ του νόμου πιστοποιήσεις, ήτοι της από 28/4/2012 "έκθεση αποτελεσμάτων ελέγχου και δοκιμών καλαθιού» και «βεβαίωση ελέγχου ανυψωτικής διάταξης» και το από 20/10/2012 πιστοποιητικό του γερανοφόρου οχήματος που εξέδωσε η εταιρεία πιστοποιήσεων με την επωνυμία "..... ΑΕ" και υπογράφει ο μηχανικός Ν. Χ.. Και τούτο διότι, από την λήψη της πιστοποίησης και την επιθεώρηση του καλαθιού, που έγινε στις 28/4/2012, είχε παρέλθει αρκετό χρονικό διάστημα (σχεδόν 7 μήνες), εντός του οποίου λόγω της καταπόνησης του μηχανήματος από την συνεχή χρήση του ήταν πιθανό να εμφανιστούν φθορές, ενώ δεν προσκομίστηκε κάποιο έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι πράγματι διενεργούνταν τακτικός εβδομαδιαίος έλεγχος του μηχανήματος από τον ως άνω μηχανικό, όπως ο ίδιος αναφέρει στην έκθεσή του. Επιπλέον, το από 20/10/2012 πιστοποιητικό (που προσκομίζεται στην αγγλική γλώσσα χωρίς μετάφραση) αφορά τη λειτουργία του γερανού και δεν προκύπτει από αυτό ότι έγινε έλεγχος του συγκεκριμένου καλαθιού. Επιπρόσθετα, δεδομένου ότι η εν λόγω επιχείρηση έχει ως μοναδική δραστηριότητα την εκμίσθωση γερανών, πρωταρχικό καθήκον των εναγομένων είναι η ασφαλής λειτουργία των μηχανημάτων που διαθέτουν προς εκμίσθωση, το οποίο δεν εξαντλείται στην εκπλήρωση εκ μέρους τους της τυπικής υποχρέωσης λήψης των απαιτούμενων πιστοποιήσεων αλλά όφειλαν οι εναγόμενοι να μεριμνήσουν για την ουσιαστική εξασφάλιση της καλής λειτουργίας των γερανοφόρων οχημάτων της εταιρείας, ώστε να δύνανται αυτά να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις των έργων που εκτελούνταν με τη χρήση τους, προς αποφυγή της πρόκλησης κινδύνου και ζημιών. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η μισθωτική σύμβαση καταρτίστηκε προφορικά με τον δεύτερο εναγόμενο, υπό την ιδιότητά του ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρείας και για λογαριασμό αυτής, δεδομένου ότι η μίσθωση αφορούσε γερανοφόρο όχημα και το αντικείμενο της επιχείρησης του δεύτερου εναγόμενου είναι ακριβώς η εκμίσθωση γερανών και, επιπλέον, αφενός στην προαναφερόμενη ανυψωτική μελέτη του καλαθιού αναγράφεται ως ιδιοκτήτης η πρώτη εναγόμενη εταιρεία, αφετέρου οι μάρτυρες που εξετάστηκαν στην ποινική διαδικασία αλλά και ο μάρτυρας των εναγομένων στην ένορκη βεβαίωσή του, καταθέτουν περί σύναψης μίσθωσης μεταξύ της εταιρίας και όχι του δεύτερου εναγόμενου προσωπικά. Επομένως θεμελιώνεται ευθύνη της πρώτης και του δεύτερου των εναγόμενων από αδικοπραξία, αφού αυτοί υπό τις παραπάνω ιδιότητές τους, με τις παράνομες και υπαίτιες παραλείψεις που προαναφέρθηκαν, επέφεραν τον τραυματισμό των εναγόντων, που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την παράνομη και υπαίτια (αμελή) συμπεριφορά τους και συνεπώς ενέχονται σε αποζημίωση και αποκατάσταση της ηθικής τους βλάβης. Σημειώνεται ότι ο δεύτερος εναγόμενος κρίθηκε σε πρώτο βαθμό ένοχος για την τέλεση του αδικήματος της σωματικής βλάβης από αμέλεια σε βάρος των εναγόντων, ενώ στην κατ’ έφεση δίκη αθωώθηκε αμετάκλητα με την υπ' αριθμ. 2510/28.11.2018 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανιών, χωρίς, ωστόσο, η έκβαση αυτής της ποινικής δίκης να ασκεί επιρροή στην ένδικη αδικοπραξία, λαμβανομένου υπόψη ότι αφενός η αστική αδικοπραξία είναι έννοια ευρύτερη της ποινικά άδικης πράξης, αφετέρου η αμετάκλητη αθώωση του κατηγορουμένου από τα ποινικά δικαστήρια είναι προϊόν άλλων αποδεικτικών προϋποθέσεων, ενώ η αντίστοιχη κρίση του πολιτικού δικαστηρίου είναι προϊόν πλήρους δικανικής πεποίθησης (ΟλΑΠ 4/2020 ΤΝΠ ΔΣΑ). Επισημαίνεται, επίσης, ότι η υπαιτιότητα των δύο πρώτων εναγόμενων δεν αίρεται από τις τυχόν παραλείψεις του μηχανικού του έργου και της αναδόχου εταιρείας, όπως εκθέτουν οι εναγόμενοι, καθώς ακόμα και αν το αδίκημα είναι απότοκο της συγκλίνουσας αμέλειας περισσότερων προσώπων, το καθένα από αυτά ευθύνεται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως των άλλων, μέσα στα πλαίσια της αμέλειας που επέδειξε και εφόσον το επελθόν αποτέλεσμα τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτήν, όπως εν προκειμένω (ΑΠ ΠΟΙΝ 1026/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε τα ίδια ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει να απορριφθούν ο πρώτος και δεύτερος λόγος της έφεσης των 1ης και 2ου των κυρίως εναγόμενων για κακή εκτίμηση των αποδείξεων και εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικού κανόνα ήτοι των άρθρων 914, 297, 298, 299, 300 και 330 ΑΚ, ενώ η επίκληση εκ μέρους τους ότι για την πρόκληση του ατυχήματος συνυπαίτιοι είναι σε ποσοστό 10% ο Π. Δ., τεχνικός ασφαλείας της εργοδότριας εταιρείας των εναγόντων «.... ΕΠΕ» και σε ποσοστό 10% η τελευταία εργοδότρια εταιρεία και ανάδοχος του έργου, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην έφεσή τους, ακόμα και αν θεωρηθούν αληθείς οι ισχυρισμοί αυτοί αλυσιτελώς προβάλλονται αφού στην παρούσα δίκη τα παραπάνω πρόσωπα δεν μετέχουν, αφού ούτε έχουν ενταχθεί, ούτε έχουν προσεπικληθεί. Συνεπώς μη υπάρχοντας άλλου λόγου έφεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η έφεση των κυρίως εναγόμενων που άσκησαν εναντίον των εναγόντων, να καταδικαστούν λόγω της ήττας τους στην δικαστική δαπάνη των αντιδίκων τους εναγόντων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά το σχετικό αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176,183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τους εκκαλούντες παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3, περ. γ' του ΚΠολΔ, όπως το εν λόγω άρθρο τροποποιήθηκε με τα άρθρα 35 παρ. 2 και 45 του Ν. 4.446/2016), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Περαιτέρω αποδείχτηκε ότι αποτέλεσμα του ατυχήματος ήταν ο σοβαρός τραυματισμός του πρώτου ενάγοντος και ο ελαφρύτερος του δεύτερου και δη η πρόκληση σε αυτούς των κατωτέρω ειδικότερα αναφερόμενων σωματικών βλαβών. Ο πρώτος ενάγων παρουσίασε εικόνα πολυτραυματία με πολλαπλά κατάγματα στο κρανίο και στα οστά του προσώπου, κάταγμα διάφυσης του μηριαίου οστού, κάταγμα κάτω άκρου του βραχιονίου οστού και ωμοπλάτης, τα οποία αντιμετωπίστηκαν με ανοικτή θεραπεία του υπερκονδυλίου ή διακονδυλίου κατάγματος βραχιονίου και εσωτερική οστεοσύνθεση κατά τη νοσηλεία του στη ΜΕΘ του Νοσοκομείου Χανίων «Άγιος Γεώργιος», όπου μεταφέρθηκε την ημέρα του ατυχήματος και εξήλθε την 27η Νοεμβρίου 2012. Από εκεί διακομίστηκε στο Γενικό Περιφερειακό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης («Γεώργιος Παπανικολάου», όπου και υπεβλήθη σε χειρουργικές επεμβάσεις στο πρόσωπο και στη γνάθο, στον αγκώνα και στον μηρό και παρέμεινε νοσηλευόμενος έως την 14η Δεκεμβρίου 2012, όπου διαγνώσθηκε ότι πάσχει από πολλαπλά κατάγματα σπλαχνικού, τα οποία ανατάχθηκαν με υλικά οστεοσύνθεσης, καθώς και ότι φέρει τραχειοστομία και διαγναθική ακινητοποίηση με σύρματα. Έκτοτε παρουσίασε κινητικά προβλήματα, που δεν έχουν ακόμα αποκατασταθεί και εξαιτίας των οποίων του χορηγήθηκε σύνταξη αναπηρίας, εκτιμώμενης σε ποσοστό 61% με την από 20.5.2016 (αριθμ. .....) απόφαση του ΙΚΑΕΤΑΜ Θεσσαλονίκης, με αιτία το εργατικό ατύχημα. Ήδη από την προσκομιζόμενη από τους ενάγοντες γνωστοποίηση αποτελέσματος αναπηρίας του ΙΚΑ-ΕΤΑΜ Κατερίνης προκύπτει ότι ο πρώτος ενάγων δικαιούται να λαμβάνει σύνταξη λόγω ποσοστού αναπηρίας 55% για το χρονικό διάστημα από 1/12/2018 ως 30/11/2020, μετά από διαπίστωση των παθήσεων της μετατραυματικής αρθρίτιδας δεξιού αγκώνα με βλάβη του ωλενίου νεύρου, προγαγγλιακές βλάβες Α6-Α7 δεξιά και μετατραυματική δυσκαμψία δεξιού ώμου, συνεπεία εργατικού ατυχήματος. Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι το ένδικο ατύχημα έχει προκαλέσει στον πρώτο ενάγοντα μερική κινητική αναπηρία, χωρίς περαιτέρω να αποδεικνύεται η διαταραχή των διανοητικών του λειτουργιών (όπως εκθέτει στην αγωγή), καθώς και στο ως άνω πρόσφατο έγγραφο του ΙΚΑ βεβαιώνεται ότι οι λοιπές κακώσεις του παθόντος δεν προσδίδουν ποσοστό αναπηρίας. Επιπλέον, από τα ανωτέρω έγγραφα συνάγεται ότι η προκληθείσα στον ενάγοντα μερική αναπηρία είναι μόνιμη και διαρκής και επιδρά στο Κοινωνικό και οικονομικό μέλλον του, διότι έχει ήδη καταστεί ανίκανος να συνεχίσει το επάγγελμα που ασκούσε, το οποίο απαιτούσε αποκλειστικά βαριά χειρωνακτική εργασία και στο οποίο υπήρχε προοπτική να συνεχίζει να απασχολείται, δεδομένης της ηλικίας του, καθώς κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν 28 ετών (γεννηθείς το έτος 1984) και της επαγγελματικής του πείρας. Ο ίδιος, εξάλλου, λόγω της κινητικής δυσχέρειας μειονεκτεί έναντι των υπολοίπων στην επαγγελματική του απόδοση, ενώ το γεγονός της μερικής αναπηρίας του επηρεάζει τις καθημερινές του δραστηριότητες, επιδρά στην προσωπικότητά του και στις κοινωνικές συναναστροφές του. Εφόσον, δε, από τα προαναφερόμενα έγγραφα και τα ιατρικά πιστοποιητικά, μεταξύ των οποίων και η από 10.10.2016 εξέταση του νευρολόγου Μ. Δ., στην οποία αναφέρεται μηδενική πιθανότητα αποκατάστασης των ανωτέρω βλαβών, αποδεικνύεται ο βαθμός αναπηρίας του ενάγοντος και το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι αναγκαία η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης, απορριπτομένου του σχετικού υποβληθέντος με τις προτάσεις αιτήματος των εναγόμενων για αναβολή και επανάληψη της συζήτησης. Επομένως, ο πρώτος ενάγων δικαιούται σύμφωνα με το άρθρο 931 ΑΚ να αξιώσει ξεχωριστή αποζημίωση, ήτοι πέραν της αποζημιώσεως που οφείλεται κατ’ εφαρμογή των άρθρων 929 και 932 του ΑΚ, διότι η εκ του άρθρου 931 ΑΚ αξίωση, που δεν καλύπτεται από τις αξιώσεις των ως άνω άρθρων, είναι αξίωση χρηματικής ικανοποίησης του παθόντος κατά το μέτρο αποκατάστασης της κοινωνικής του απαξίωσης από την αναπηρία που υπέστη, χωρίς σύνδεση με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία (ΑΠ 150/2015, ΑΠ 123/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), προκειμένου να αντιμετωπίσει τις δυσμενείς ηθικές, κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές και οικογενειακές επιπτώσεις από την επιγενόμενη εκ του ατυχήματος σωματική του αναπηρία. Ειδικότερα, η διάταξη του άρθρου 931 ΑΚ αποτελεί ένα εύλογο χρηματικό ποσό (άρα όχι χρηματική αποζημίωση), που επιδικάζεται στον παθόντα αναπηρία ή παραμόρφωση χωρίς να συνδέεται με συγκεκριμένη περιουσιακή ζημία και καθορίζεται με βάση ορισμένους προσδιοριστικούς παράγοντες (είδος και συνέπειες αναπηρίας, ηλικία, φύλο, κλίσεις παθόντος), καθώς και με βάση την συνεκτίμηση του ποσοστού συνυπαιτιότητάς του στην πρόκληση της αναπηρίας ή παραμόρφωσης, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της αξίωσης του άρθρου 932 ΑΚ για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης. Στην συγκεκριμένη περίπτωση με βάση το είδος, τις συνέπειες της αναπηρίας και την ηλικία του παθόντος, το εύλογο χρηματικό ποσό που αυτός δικαιούται ανέρχεται στα σαράντα χιλιάδες (40.000) ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι ο πρώτος ενάγων πρέπει να λάβει για τον λόγο αυτό το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει κατά το μέρος αυτό να εξαφανιστεί, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου της έφεσης του πρώτου ενάγοντα ως ουσιαστικά βάσιμου και απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών των εφεσίβλητων. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η πτώση του δεύτερου ενάγοντα, ο οποίος κατά το χρόνο του ατυχήματος ήταν 34 ετών (γεννηθείς το έτος 1978) επέφερε σε αυτόν θλαστικό τραύμα στο τριχωτό της κεφαλής, του οποίου έγινε συρραφή στο Γενικό Νοσοκομείο Χανίων «Άγιος Γεώργιος», θλάση τετρακεφάλου και ρωγμώδες κάταγμα δεξιού καρπού, ενώ έλαβε εξιτήριο την 22α Νοεμβρίου 2012, προκαλώντας του έκτοτε άλγη και κινητικές δυσκολίες. Ακόμη αποδείχθηκε ότι το επίδικο ατύχημα είχε αρνητικές ψυχολογικές επιπτώσεις και δυσμενή επίδραση στην κοινωνική, οικογενειακή και εργασιακή ζωή αμφοτέρων των εναγόντων, καθώς ένεκα των προβλημάτων της υγείας τους περιορίστηκε η κοινωνική και επαγγελματική δραστηριότητα που είχαν μέχρι τότε ως νέα και υγιή άτομα και, επιπλέον, υπέστησαν από την αιφνίδια και σφοδρή πτώση τους από ύψος 10 μέτρων ισχυρό σοκ και βίωσαν αισθήματα φόβου, άγχους, δυσθυμίας και ανασφάλειας. Επομένως, οι ενάγοντες υπέστησαν εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος ηθική βλάβη, προς αποκατάσταση της οποίας τούς οφείλεται χρηματική ικανοποίηση, η οποία, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, της αποκλειστικής υπαιτιότητας της πρώτης και του δεύτερου των εναγομένων και του βαθμού της αμέλειάς τους, των σωματικών βλαβών που υπέστη έκαστος των εναγόντων, της σοβαρότητάς τους, του σωματικού πόνου και της ταλαιπωρίας που υπέστησαν και, τέλος, εκτιμώμενης της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων (πλην της πρώτης εναγόμενης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας, διότι η ευθύνη της τυγχάνει εγγυητική), εκτιμάται στο ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ για τον πρώτο ενάγοντα και στο ποσό των δεκαπέντε (15.000) χιλιάδων ευρώ για τον δεύτερο ενάγοντα, το οποίο κρίνεται εύλογο μετά τη στάθμιση των ως άνω κατά νόμο στοιχείων. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ότι ο πρώτος ενάγων έπρεπε να λάβει για τον λόγο αυτό το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ και ο δεύτερος ενάγων το ποσό των δέκα (10.000) χιλιάδων ευρώ εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει κατά το μέρος αυτό να εξαφανιστεί, δεκτού γενομένου του σχετικού λόγου της έφεσης του πρώτου και δεύτερου των εναγόντων ως ουσιαστικά βάσιμου. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι δυνάμει του υπ’ αριθμ. ..../17.11.2012 ασφαλιστηρίου συμβολαίου μηχανήματος έργου, η τρίτη εναγόμενη ασφάλιζε το εν λόγω καλαθοφόρο γερανοφόρο όχημα, ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγόμενου, μεταξύ άλλων για την αστική ευθύνη για σωματικές βλάβες τρίτων κατά την λειτουργία του ως εργαλείου, ήτοι ως ανυψωτικού γερανοφόρου καλαθοφόρου μηχανήματος, για το χρονικό διάστημα από 17/11/2012 μέχρι 17/05/2013, μέχρι το ποσό των 105.000€ για κεφάλαιο, τόκους και πάσης φύσεως έξοδα. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της πλαγιαστικά εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας που επαναφέρεται με το 1ο σκέλος του 2ου λόγου της έφεσής της και συνιστά την ένσταση εξαίρεσής της από την ασφαλιστική κάλυψη σύμφωνα με τα άρθρα 3 παρ. 6 και 4 παρ. 1, 2 του ν. 2496/1997 αποδείχθηκε ουσιαστικά βάσιμος. Ειδικότερα στο άρθρο 3 § 1 εδ. α' του ν. 2496/1997 ορίζεται ότι ’’κατά την σύναψη της σύμβασης, ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται να δηλώσει στον ασφαλιστή κάθε στοιχείο ή περιστατικό που γνωρίζει, το οποίο είναι αντικειμενικά ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου, καθώς επίσης να απαντήσει σε κάθε σχετική ερώτηση του ασφαλιστή”. Με την διάταξη αυτή επιβάλλεται ως ασφαλιστικό βάρος η δήλωση προς τον ασφαλιστή κάθε στοιχείου ή περιστατικού, που είναι γνωστό στον λήπτη της ασφάλισης και ουσιώδες για την εκτίμηση του κινδύνου. Το εάν ένα περιστατικό είναι ουσιώδες από την άποψη αυτή, κρίνεται όχι κατά τις αντιλήψεις του συγκεκριμένου ασφαλιστή αλλά σύμφωνα με τις αρχές της ενδεδειγμένης ασφαλιστικής τεχνικής, δηλαδή αντικειμενικά. Είναι δε ουσιώδες το περιστατικό αυτό, όταν συμβάλλει στην ορθή εκτίμηση του ασφαλιστικού κινδύνου, δηλαδή της δυνατότητας να επέλθει η οικονομική ανάγκη που καλύπτει η ασφάλιση, πράγμα το οποίο, στη συνέχεια, είναι αναγκαίο για τον καθορισμό ενός δίκαιου ασφαλίστρου ή για τον περιορισμό της ζημίας. Εξάλλου, στην παράγραφο 6 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "αν ο λήπτης της ασφάλισης παραβεί από δόλο την υποχρέωση που προβλέπεται στην παρ. 1, ο ασφαλιστής έχει δικαίωμα να καταγγείλει την σύμβαση μέσα σε προθεσμία ενός μηνός από τότε που έλαβε γνώση της παράβασης. Αν, δε, η ασφαλιστική περίπτωση επέλθει εντός της παραπάνω προθεσμίας, ο ασφαλιστής απαλλάσσεται της υποχρέωσης του προς καταβολή του ασφαλίσματος. Ο λήπτης της ασφάλισης υποχρεούται σε αποκατάσταση κάθε ζημίας του ασφαλιστή”. Από την σαφή διατύπωση της διατάξεως αυτής προκύπτει ότι, με την συνδρομή και των λοιπών όρων, η εκ δόλου παράβαση του συγκεκριμένου ασφαλιστικού βάρους έχει τις συνέπειες που ορίζει ο νόμος, άσχετα αν επέδρασε ή όχι στην επέλευση της ασφαλιστικής περιπτώσεως, η σύνδεση με την οποία δεν ανάγεται σε προϋπόθεση για την απαλλαγή του ασφαλιστή (ΑΠ 830/2004 ΕΕμπΔ 2004 779). Τέλος, το ανωτέρω άρθρο περιέχει σε γενικές γραμμές κανόνες δικαίου που είναι ευμενείς για τον ασφαλιστή και συνεπώς αυτός οφείλει, όταν επικαλείται την εφαρμογή του, να αποδείξει τις προϋποθέσεις της (Β. Κιάντου, Ασφαλιστικό Δίκαιο, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2003, 146). Δεδομένου δε ότι ο 2ος εναγόμενος: 1) αν και γνώριζε ότι η ραφή συγκόλλησης του κοιλοδοκού με την πλάκα στήριξης είχε ήδη καταπονηθεί παλαιότερα και είχε σχηματιστεί ρωγμή [η οποία οδήγησε τελικά στην θραύση] και ότι τούτο οφείλεται σε υπερφόρτωση του καλαθιού ή σε αστοχία υλικού ή σε λανθασμένη διαστασιολόγηση των στοιχείων της ανάρτησης, 2)ότι το καλάθι αποκολλήθηκε επειδή η ανάρτησή του είχε καταπονηθεί παλαιότερα και είχε ήδη αρχίσει η διαδικασία σταδιακής αποκόλλησης με τοπική ρηγμάτωση, 3)ότι υπήρχε σκουριά σε τμήμα των επιφανειών της θραύσης και ότι ήταν παραμορφωμένη η επιφάνεια της πλάκας στήριξης, 4)ότι η πλάκα στήριξης του κοιλοδοκού της ανάρτησης έφερε έντονες παραμορφώσεις, οι οποίες οφείλονται σε υπερφορτώσεις του καλαθιού και 5)ότι οι παραμορφώσεις είχαν γίνει σε παλαιότερο χρόνο και ότι η διαδικασία αποκόλλησης είχε ξεκινήσει ήδη πριν το ατύχημα, λόγω ανύψωσης φορτίων που υπερέβαιναν τα όρια αντοχής της συγκεκριμένης κατασκευής, απέκρυψε από την ασφαλιστική του εταιρεία τα γεγονότα αυτά το Δικαστήριο καταλήγει στην κρίση ότι η πλαγιαστικά εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία απαλλάσσεται της υποχρεώσεως για καταβολή του ασφαλίσματος στον 2ο εναγόμενο, λόγω δόλιας παράβασης από τον τελευταίο του καθήκοντος αναγγελίας, που προβλέπεται στο άρθρο 3 του Ν. 2496/1997, δεκτού γενομένου του δεύτερου λόγου της έφεσης της εναγόμενης πλαγιαστικά εταιρείας. Ακόμη η τρίτη εναγόμενη πρέπει να απαλλαγεί από την καταβολή ασφαλίσματος και σύμφωνα με τον ειδικό όρο που περιλήφθηκε στην επίδικη ασφαλιστική σύμβαση, σύμφωνα με τον οποίο η ίδια δεν ευθύνεται «για σωματικές βλάβες που προξενούνται από κακή συντήρηση του ασφαλιζόμενου οχήματος ή εργαλείου, ενόψει του ότι αποδείχτηκε από όλα τα παραπάνω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα κακή συντήρηση του μηχανήματος από τον ασφαλισμένο ιδιοκτήτη του, εξαιτίας της οποίας προκλήθηκε το εργατικό ατύχημα σε βάρος των εναγόντων, ενώ το γεγονός ότι ο δεύτερος εναγόμενος είχε μέσω του αρμοδίου μηχανικού του λάβει στις 28.4.2012 την απαιτούμενη ετήσια εκ του νόμου πιστοποίηση, που υπέγραφε ο μηχανολόγος ηλεκτρολόγος, Ν. Χ. δεν αρκεί από μόνη της να επιφέρει την απαλλαγή του από την ευθύνη του προς συντήρηση του καλαθοφόρου γερανού ή προς μη χρήση και αντικατάσταση αυτού, αφού η ακαταλληλότητά του αποδείχτηκε αναμφίβολα και περιγράφηκε και στην από 12.1.2012 έκθεση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης, που διεξήχθη στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας που έλαβε χώρα για το ατύχημα από τον μηχανολόγο μηχανικό Γ. Α., ο οποίος διορίστηκε από το Α.Τ. Χανίων και από τον Τεχνικό Επιθεωρητή Εργασίας, Δ. Χ., που συνέταξε την από 15.5.2013 έκθεση έρευνας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε την ένσταση εξαίρεσης που προέβαλε η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία από την καταβολή ασφαλίσματος για τους παραπάνω λόγους ως ουσιαστικά αβάσιμη εσφαλμένα το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και πρέπει αφού γίνει δεκτή η έφεση της 3ης εναγόμενης, να διαταχθεί η επιστροφή σε αυτήν του ποσού του παράβολου για την άσκηση της έφεσης, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη και αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο να απορριφθεί η σε βάρος της 3ης εναγόμενης πλαγιαστική αγωγή και να καταδικαστούν οι ενάγοντες λόγω της ήττας τους στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης της 3ης εναγόμενης, κατόπιν σχετικού αιτήματος της, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας επειδή υπήρχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης (άρθρα 179,183 ,191 ΚΠολΔ). Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη η από 26-7-2021 έφεση των εναγόντων κατά το μέρος που στρέφεται κατά της ανωτέρω πλαγιαστικώς εναγομένης εταιρείας.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ. 1 ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση “μπορεί να διαταχθεί επίσης και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες”. Η διάταξη αυτή δεν καταργήθηκε ούτε περιορίστηκε από το άρθρο 11 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά δικαιώματα (ΑΠ 60/2001 δημ.ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 25/2000 ΕλΔνη 41, 712), που κυρώθηκε με τον Ν.2462/1997 και ορίζει ότι: “Κανείς δεν φυλακίζεται αποκλειστικά λόγω της αδυναμίας του να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση”, αποτελεί δε διάταξη κανόνα υπέρτερης νομικής βαθμίδας, κατά το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος και εισάγει διακωλυτικό κανόνα ως προς την απαγγελία προσωπικής κρατήσεως κατά εμπόρου για εμπορικές απαιτήσεις, όταν η μη εξόφληση των συμβατικών υποχρεώσεων του οφείλεται αποκλειστικά σε οικονομική αδυναμία αυτού, χωρίς να επηρεάζει όμως τη δυνατότητα απαγγελίας προσωπικής κράτησης για αξιώσεις από αδικοπραξία (ΟλΑΠ 23/2005), διότι είναι διαφορετικές οι προϋποθέσεις και η εσωτερική απαξία του αδικήματος από εκείνες της συμβατικής παράβασης (ΑΠ 29/2020). Εξάλλου, η προσωπική κράτηση ως μέσο εκτελέσεως αποφάσεων, που επιδικάζουν απαιτήσεις γενικώς, δεν αντίκειται στα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1-4, 7 παρ. 2 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος και την ΕΣΔΑ, εφόσον η στέρηση της προσωπικής ελευθερίας με την προσωπική κράτηση του οφειλέτη προβλέπεται με νόμο (ΟλΑΠ 1/2009, ΑΠ 29/2020, ΑΠ 1353/2011) και δεν έρχεται σε αντίθεση με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της αναλογικότητας. Διότι ναι μεν πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας είναι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου (άρθρο 2 παρ. 1 του Συντ.), πυρήνας της οποίας είναι η προσωπική ελευθερία, η οποία είναι απαραβίαστη, αλλά, όπως ρητώς ορίζεται στην παρ. 3 του άρθρου 5 του Συντάγματος, επιτρέπεται να ορίζονται με νόμο περιορισμοί στο εν λόγω δικαίωμα, που μπορεί να φθάνουν και στη στέρηση της προσωπικής ελευθερίας (ΑΠ 1138/2019, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 1/2009, ΕφΠειρ 219/2015, ΕφΠειρ 73/2012, ΕφΑΘ 2161/2011 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Αυτό ασφαλώς ισχύει για την προσωπική κράτηση, η οποία ως μέσο εκτέλεσης για την ικανοποίηση ιδιωτικών απαιτήσεων συμβάλλει στη διαφύλαξη της κοινωνικής ειρήνης με την εμπέδωση αισθήματος δικαίου, υπό την επιφύλαξη πάντως ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση θα διασφαλίζεται παράλληλα και η τήρηση της αρχής της αναλογικότητας, με την έννοια ότι θα πρέπει να σταθμίζονται από το Δικαστήριο οι συνθήκες της κάθε ατομικής περίπτωσης, σε σχέση με το σκοπό που εξυπηρετεί το μέτρο της προσωπικής κράτησης και να λαμβάνεται έτσι το μέτρο αυτό μόνο όταν τελεί σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό και είναι όχι απλώς πρόσφορο, αλλά απόλυτα αναγκαίο για την ικανοποίηση της σχετικής απαίτησης, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που θα προκαλέσει (ΑΠ 1138/2019). Έτσι δυσανάλογη και ασφαλώς καταχρηστική θα είναι η απαγγελία προσωπικής κράτησης, όταν εξ αιτίας της οικονομικής αδυναμίας του οφειλέτη δεν μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο πίεσης για την είσπραξη της απαίτησης του δανειστή, δηλαδή ως μέσο έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης (ΟλΑΠ 23/2005, ΑΠ 1565/2013, ΑΠ 1380/2013). Η αποδοχή της προσωπικής κράτησης, όπως σε κάθε αδικοπραξία, είναι δυνητική και εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει ή όχι την προσωπική κράτηση του οφειλέτη, ως μέσο αναγκαστικής εκτελέσεως και να καθορίσει τη διάρκεια της, αρκεί να αποδειχθεί η απαίτηση. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου προσδιορίζεται με βάση ορισμένα ουσιαστικά κριτήρια και ιδίως, ανάλογα με τη βαρύτητα της πράξεως και τις συνέπειες της, το βαθμό του πταίσματος του εναγομένου, τη φερεγγυότητα του, την απόκρυψη περιουσιακών του στοιχείων, την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των διαδίκων (φυσικών προσώπων) και γενικά, τις ιδιαίτερες συνθήκες και λοιπές συντρέχουσες περιστάσεις (ΑΠ 25/2000 ΕλΔνη 41, 712, ΑΠ 152/2000 ΕλΔνη 41, 712, ΑΠ 343/95 ΕΕΝ 64, 280, ΑΠ 1070/93 ΕλΔνη 35, 1579, ΕφΠειρ 74/2014, Εφθεσ 1311/2008 Αρμ 2009, 1532, ΕφΠειρ 29/2007, ΕφΑΘ 116/2007 ΝοΒ 2007, 1606, ΕφΑθ 6182/2003 ΕλΔνη 45, 859). Εκ των ανωτέρω δεν συνάγεται ότι επί αδικοπρακτικής ευθύνης θα πρέπει να απαλλάσσεται από την προσωπική του κράτηση ο οφειλέτης, που από αδυναμία δεν εκπληρώνει τη χρηματική του υποχρέωση (ΑΠ 257/2008, ΑΠ 857/2008 ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΕφΑθ 2897/2010 ΔΕΕ 2011, 78). Στην προκειμένη περίπτωση οι ενάγοντες με τον 5° λόγο της έφεσής τους παραπονούνται διότι εσφαλμένα η εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε το αίτημα των εναγόντων για επιβολή προσωπικής κράτησης στον 2° εναγόμενο κρίνοντας ότι η ικανοποίηση της απαίτησης των εναγόντων εξασφαλίζεται επαρκώς από την εκ μέρους της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας κάλυψη, δεδομένου ότι η τελευταία έχει ασκήσει και αυτή την (συνεκδικαζόμενη) έφεση επιδιώκοντας την απόρριψη της πλαγιαστικής σε βάρος της αγωγής και το γεγονός ότι μπορεί να τους επιδικαστούν μεγαλύτερα ποσά ως αποζημίωση που δεν θα καλύπτονται από το ανώτατο όριο της ασφαλιστικής κάλυψης. Ενόψει των ανωτέρω και ειδικότερα κατόπιν της εξαφάνισης της εκκαλουμένης πρωτόδικης απόφασης αναφορικά με την διάταξη αυτής με την οποία έκανε δεκτή την πλαγιαστική αγωγή και αναδίκασης αυτής από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και συνακόλουθα απόρριψής της ως ουσιαστικά αβάσιμης, περαιτέρω δε λαμβανομένων υπόψη της βαρύτητας της αδικοπραξίας, των περιστάσεων τέλεσής της και των συνεπειών της, του βαθμού υπαιτιότητας του 2ου εναγόμενου, της εν γένει συμπεριφοράς του και της εν γένει οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των μερών, πρέπει να γίνει δεκτός ο λόγος αυτός της έφεσης, όσον αφορά στον πρώτο ενάγοντα να εξαφανιστεί κατά το μέρος αυτό η εκκαλουμένη απόφαση και να απαγγελθεί σε βάρος του αδικοπραγήσαντος 2ου κυρίως εναγόμενου προσωπική κράτηση, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης ως προς τον παραπάνω ενάγοντα, διάρκειας ενός (1) μηνός. Όσον αφορά στο δεύτερο ενάγοντα δεν μπορεί να διαταχθεί προσωπική κράτηση επειδή η επιδικασθείσα απαίτηση είναι μικρότερη από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ (άρθρο 1047 παρ. 2 ΚΠολΔ). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε το σχετικό αίτημα με διαφορετική αιτιολογία που αντικαθίσταται με την παρούσα ορθά έκρινε και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο συναφής λόγος της έφεσης.
Περαιτέρω, η επίδοση στον εναγόμενο καταψηφιστικής αγωγής για χρηματική απαίτηση δεν είναι μόνο σύνθετη διαδικαστική πράξη αλλά έχει και το χαρακτήρα οιονεί όχλησης του οφειλέτη για την εκπλήρωση της παροχής του (ΟλΑΠ 23 24/2004, ΟλΑΠ 13/1994, ΑΠ 423/2012, ΑΠ 1520/ 2010). Ήδη, το άρθρο 346 ΑΚ, που όριζε ότι “ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, κι αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή για το ληξιπρόθεσμο χρέος”, αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 νόμου 4055/2012, που ισχύει, κατά το άρθρο 113 του νόμου αυτού, από 2.4.2012, κατά το οποίο: “Ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής, και αν δεν είναι υπερήμερος, οφείλει νόμιμους τόκους αφότου επιδόθηκε η αγωγή ή η διαταγή πληρωμής για το ληξιπρόθεσμο χρέος (τόκος επιδικίας). Το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι δύο (2) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας, όπως ο τελευταίος ορίζεται εκάστοτε από το νόμο ή με δικαιοπραξία. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει, εάν πριν από τη συζήτηση της αγωγής ο οφειλέτης αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως, ή εάν δεν ασκήσει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής αντιστοίχως. Με αίτημα του εναγομένου το δικαστήριο δύναται κατ' εξαίρεση, εκτιμώντας τις περιστάσεις, να επιδικάσει την απαίτηση με το νόμιμο ή συμβατικό τόκο υπερημερίας. Η εξαίρεση ισχύει ιδίως για τις κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου επιδικαζόμενες χρηματικές απαιτήσεις. Από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης που επιδικάζει εντόκως χρηματική οφειλή ή απορρίπτει ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής το ποσοστό του τόκου επιδικίας είναι τρεις (3) εκατοστιαίες μονάδες ανώτερο του τόκου υπερημερίας. Η προσαύξηση αυτή δεν ισχύει εάν δεν ασκηθεί ένδικο μέσο κατά της οριστικής απόφασης”. Σύμφωνα με τη νέα αυτή ρύθμιση αυξάνεται το ποσοστό των τόκων επιδικίας, προκειμένου να περιοριστούν η φιλοδικία και η άσκοπη απασχόληση των δικαστηρίων από δικαστικούς αγώνες που δεν έχουν ουσία, ενώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο οφειλέτης που, μεταξύ των άλλων, πριν από τη συζήτηση της αγωγής, αναγνωρίσει εγγράφως την οφειλή ή συμβιβαστεί εξωδίκως. Αν μάλιστα εμμένει να αντιδικεί, μολονότι ηττήθηκε πρωτοδίκως, διακινδυνεύει περαιτέρω αύξηση του επιτοκίου επιδικίας, για αυτό και εδώ ενθαρρύνεται και επιβραβεύεται άμεσα ο διάδικος που ηττήθηκε, αν αποδεχθεί την οριστική απόφαση και τερματίσει την αντιδικία. Η εξαίρεση που προβλέπεται επιτρέπει στο δικαστή να σταθμίσει εκείνες τις περιπτώσεις που ο εναγόμενος ευλόγως αντιδικεί, επειδή πρόκειται για απαίτηση εύλογης χρηματικής ικανοποίησης (π.χ. ηθική βλάβη) ή επειδή προβάλλει ένσταση συμψηφισμού (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4055/2012). Έτσι, ο νόμιμος τόκος, μετά την επίδοσή της αγωγής, είναι πλέον ο (αυξημένος) τόκος επιδικίας. Σημειώνεται ότι δεν απαιτείται ρητή μνεία γι’ αυτό στη δικαστική απόφαση, ενώ, αντίθετα, απαιτείται ρητή αναφορά σ' αυτήν, όταν το δικαστήριο κατ' εξαίρεση επιδικάζει την απαίτηση με το νόμιμο ή το συμβατικό επιτόκιο υπερημερίας. Ακολούθως πλέον ο τόκος υπερημερίας, κατά τη σαφή πρόθεση του νομοθέτη, πρέπει να επιδικάζεται μόνο στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο οφειλέτης χρηματικής απαίτησης ευλόγως αντιδικεί, δεδομένου ότι μοναδικό κριτήριο για την εξαίρεση από την επιδίκαση τόκου επιδικίας είναι το εύλογο ή όχι της αντιδικίας (ΑΠ 609/2020 ΑΠ 1207/2017 δημ. νόμος). Στη συγκεκριμένη περίπτωση τα επιδικαζόμενα κατά τα ανωτέρω ποσά θα επιδικαστούν με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, όπως κρίθηκε και από την εκκαλουμένη απόφαση που ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, απορριπτομένου του σχετικού 4ου λόγου έφεσης των εναγόντων και όχι επιδικίας (βλ. το άρθρο 346 του ΑΚ όπως αντικαταστάθηκε μετά τα άρθρα 2 και 113 του ν. 4055/2012). Τούτο δε διότι και το παρόν δικαστήριο κρίνει ότι η αντιδικία ως προς τα παραπάνω ήταν εύλογη αναφορικά με τη βασιμότητα και το ύψος της συγκεκριμένης επίδικης αξίωσης (ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 2033/2013 ΝΟΜΟΣ). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι έφεσης προς έρευνα, πρέπει Α]Να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 5.10.2021 [ΓΑΚ και ΕΑΚ στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...../6.10.2021] έφεση της 1ης και του 2ου των κυρίως εναγόμενων σε βάρος των εναγόντων, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου ύψους 150€, που κατέθεσαν για την άσκησή της στο Δημόσιο Ταμείο λόγω της ήττας τους (άρθρο 495 παρ. 3 εδάφ. τελευτ. Κ.Πολ.Δ) και εξαιτίας της τελευταίας να καταδικαστούν στην δικαστική δαπάνη των εναγόντων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατόπιν σχετικού αιτήματος των αντιδίκων τους, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό, Β] Να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 28.6.2021 [ΓΑΚ και ΕΑΚ στο Πρωτοδικείο ...../5.7.2021] έφεση της 3ης πλαγιαστικά εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, να διαταχθεί η επιστροφή σε αυτήν του παραβόλου, ύψους 150€, που κατέθεσε για την άσκησή της και να καταδικαστούν λόγω της νίκης οι ενάγοντες σε μέρος της δικαστικής της δαπάνης, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό και Γ] Να απορριφθεί ως αβάσιμη η από 26.7.2021 [ΓΑΚ και ΕΑΚ στο Πρωτοδικείο ...../26.7.2021] έφεση των εναγόντων ως προς την Τρίτη εφεσίβλητη εταιρεία πλαγιαστικά εναγομένη και να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς τους λοιπούς εφεσίβλητους πρώτη και δεύτερο των εναγομένων και κατόπιν αυτών να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη με αριθμό 1056/2021 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και η συμπροσβαλλομένη υπ' αριθμ. 2620/2017 εν μέρει οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, όχι μόνον ως προς τα κεφάλαια για τα οποία έγιναν δεκτοί οι σχετικοί λόγοι έφεσης αλλά στο σύνολό της, για το ενιαίο της εκτέλεσης του τίτλου (Σαμουήλ, έκδοση 2006, σελ. 430, 431) και εντεύθεν και ως προς τις διατάξεις των δικαστικών εξόδων. Ακολούθως, πρέπει, αφού διακρατηθεί η υπόθεση το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί η από 4.7.2016 με ΓΑΚ και ΑΚΔ αντίστοιχα ...../6.7.2016, ευθεία αγωγή από αδικοπραξία, κατά της 1ης και 2ου των καθ' ων η κλήση, του τελευταίου ως νόμιμου εκπροσώπου της 1ης και η σωρευόμενη στο ίδιο δικόγραφο πλαγιαστική αγωγή κατά της 3ης εξ αυτών, ασφαλιστικής εταιρείας, να απορριφθεί η τελευταία ήτοι η σωρευόμενη πλαγιαστική κατά της 3ης εναγόμενης αγωγή, ως ουσιαστικά αβάσιμη, να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη η ως άνω κύρια αγωγή και να υποχρεωθούν η 1η και 2ου εναγόμενοι εις ολόκληρον να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των σαράντα χιλιάδων [40.000] ευρώ για την εκ του άρθ. 931 ΑΚ αποζημίωση και το ποσό των πενήντα χιλιάδων [50.000] ευρώ για την εκ του άρθ. 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης και συνολικά για τις αιτίες αυτές το ποσό των ενενήντα (90.000) χιλιάδων ευρώ και στον 2° ενάγοντα το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και όλα τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένης της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση και να καταδικαστούν να καταβάλουν στους ενάγοντες μέρος της δικαστικής τους δαπάνης, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, επειδή υπήρχε εύλογη αμφιβολία για την έκβαση της δίκης (άρθρα 179, 183, 191 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων α)την από 26.7.2021 [ΓΑΚ και ΕΑΚ erro Πρωτοδικείο ...../26.7.2021] έφεση των εναγόντων, β) την από 5.10.2021 [ΓΑΚ και ΕΑΚ στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...../6.10.2021] έφεση της 1ης και του 2ου των κυρίως εναγόμενων και γ) την από 28.6.2021 [ΓΑΚ και ΕΑΚ στο Πρωτοδικείο ...../5.7.2021] έφεση της 3ης πλαγιαστικά εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας.
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 5.10.2021 [ΓΑΚ και ΕΑΚ στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...../6.10.2021] έφεση καθ' ο μέρος στρέφεται εναντίον της εταιρείας με την επωνυμία «...... Ανώνυμη εταιρεία γενικών ασφαλίσεων» και επιβάλει σε βάρος των εκκαλούντων την δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
Απορρίπτει ως απαράδεκτη την από 28.6.2021 [ΓΑΚ και ΕΑΚ στο Πρωτοδικείο ...../5-7-2021 έφεση της εταιρείας με την επωνυμία «...... Ανώνυμη εταιρεία γενικών ασφαλίσεων» καθ' ο μέρος στρέφεται εναντίον της 1ης και του 2ου των κυρίως εναγόμενων και επιβάλει σε βάρος της εκκαλούσας την δικαστική δαπάνη της 3ης και 4ου των εφεσίβλητων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
Δέχεται κατά τα λοιπά τυπικά τις εφέσεις.
Απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 5.10.2021 [ΓΑΚ και ΕΑΚ στο Πρωτοδικείο Αθηνών ...../6.10.2021] έφεση της 1ης και του 2ου των κυρίως εναγόμενων.
Διστάσει την εισαγωγή του e-παραβόλου με αριθ. ...../2021 ποσού 150 ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.
Επιβάλει στους εκκαλούντες την δικαστική δαπάνη του 2ου και 3ουτων εφεσίβλητων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.
Απορρίπτει κατ' ουσίαν την από 26.7.2021 [ΓΑΚ και ΕΑΚ στο Πρωτοδικείο ...../26.7.2021] έφεση των εναγόντων ως προς την τρίτη εφεσίβλητη.
Δέχεται κατ' ουσίαν: α)την από 26.7.2021 [ΓΑΚ και ΕΑΚ στο Πρωτοδικείο ...../26.7.2021] έφεση των εναγόντων ως προς τους λοιπούς εφεσίβλητους και την από 28.6.2021 [ΓΑΚ και ΕΑΚ στο Πρωτοδικείο ...../5.7.2021] έφεση της 3ης πλαγιαστικά εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας.
Διατάσσει την επιστροφή στους ως άνω εκκαλούντες του νόμιμου παράβολου που κατέθεσαν για την άσκηση της έφεσης με αριθ. ...../2021 και ...../2021 αντίστοιχα ποσού εκάστου εκατόν πενήντα (150) ευρώ.
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη με αριθμό 1056/2021 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την συμπροσβαλλομένη υπ' αριθμ. 2620/2017 εν μέρει οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου.
Κρατεί και δικάζει την από 4.7.2016 με ΓΑΚ και ΑΚΔ αντίστοιχα ...../6.7.2016, ευθεία αγωγή και πλαγιαστική σωρευόμενη.
Δέχεται κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη την κύρια αγωγή και υποχρεώνει την 1η και τον 2° των εναγόμενων εις ολόκληρον έκαστος να καταβάλουν στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των σαράντα χιλιάδων [40.000] ευρώ και το ποσό των πενήντα χιλιάδων [50.000] ευρώ και συνολικά το ποσό των ενενήντα (90.000) χιλιάδων ευρώ και στον 2° ενάγοντα το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και όλα τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένης της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση.
Απαγγέλλει σε βάρος του 2ου κυρίως εναγόμενου προσωπική κράτηση, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης διάρκειας ενός (1) μηνός όσον αφορά στον πρώτο ενάγοντα.
Καταδικάζει την 1η και τον 2° των εναγομένων σε μέρος της δικαστικής δαπάνης των εναγόντων αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων (4.500) ευρώ.
Απορρίπτει την σωρευόμενη πλαγιαστική αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Καταδικάζει τους ενάγοντες σε μέρος της δικαστικής δαπάνης της 3ης εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρείας αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε την ....2023 και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, την .....
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Η ΕΙΣΗΓΗΤΡΙΑ
[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης , Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]