ΤΟ ΕΛΕΓΚΤΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ

ΣΕ Γ΄ ΕΛΑΣΣΟΝΑ ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

ΑΠΟΦΑΣΗ 275/2025

 

Συνεδρίασε δημόσια, στις 3 Ιουνίου 2024, με την εξής σύνθεση: Γεωργία Μαραγκού, Προεδρεύουσα Αντιπρόεδρος, Μαρία Αθανασοπούλου και Ευαγγελία-Ελισσάβετ Κουλουμπίνη, Αντιπρόεδροι, Γεώργιος Βοϊλης, Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου, Νεκταρία Δουλιανάκη, Αικατερίνη Μποκώρου, Αντιγόνη Στίνη, Βασιλική Πέππα, Γρηγόριος Βαλληνδράς, Ευφροσύνη Παπαδημητρίου, Χριστίνα Κούνα, Ιωάννης Βασιλόπουλος και Νικόλαος Βόγκας, Σύμβουλοι, εκτός από τις Βασιλική Σοφιανού και Ασημίνα Σακελλαρίου, Συμβούλους, που είχαν κώλυμα. Από τους ανωτέρω, οι Σύμβουλοι Ιωάννης Βασιλόπουλος και Νικόλαος Βόγκας συμμετείχαν ως αναπληρωματικά μέλη. Γραμματέας η Σταυρούλα Τσάλα, Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην Υπηρεσία.

Γενικός Επίτροπος Επικρατείας: Αντώνιος Νικητάκης, Επίτροπος Επικρατείας, κωλυομένου του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου Σταματίου Πουλή.

Για να δικάσει την από 24.9.2020 (ΑΒΔ …./2020) αίτηση του Δ.......... (...) του ............, κατοίκου ............... (οδός ............), ο οποίος παρέστη αυτοπροσώπως.

Κατά του Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος παραστάθηκε διά του Νομικού Συμβούλου του Κράτους Νικολάου Καραγιώργη.

Με την αίτηση αυτή επιδιώκεται η αναίρεση της 1028/2020 απόφασης του (πρώην) ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Κατά τη συζήτηση που ακολούθησε το Δικαστήριο άκουσε:

Τον εκπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης.

Τον Επίτροπο της Επικρατείας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, ο οποίος ανέπτυξε την από 3.6.2024 έγγραφη γνώμη του και πρότεινε ομοίως την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση, το Δικαστήριο συνήλθε στις 20 Ιανουαρίου 2025 σε τηλεδιάσκεψη, με τη χρήση της επίσημης κρατικής πλατφόρμας e-Presence.gov.gr, σύμφωνα με το άρθρο 295 παρ. 2 του ν. 4700/2020, με παρόντες τους Δικαστές που έλαβαν μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης, εκτός από τις Ευαγγελία-Ελισάβετ Κουλουμπίνη, Αντιπρόεδρο, Ευφροσύνη Παπαθεοδώρου και Αικατερίνη Μποκώρου, Συμβούλους, που απουσίαζαν λόγω κωλύματος (άρθρο 293 παρ. 3 εδ. α΄ του ν. 4700/2020).

Άκουσε την εισήγηση του Συμβούλου Γρηγορίου Βαλληνδρά και

Αφού σκέφθηκε κατά τον νόμο

Αποφάσισε τα εξής:

1. Για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (βλ. το ηλεκτρονικό παράβολο της Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων με κωδικό πληρωμής …).

2. Η υπό κρίση αίτηση έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τα λοιπά νομότυπα. Συνεπώς, είναι τυπικά δεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το βάσιμο των προβαλλομένων λόγων αναίρεσης.

3. Με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η αναίρεση της 1028/2020 απόφασης του (πρώην) ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία απορρίφθηκε η από 25.7.2014 αγωγή του αναιρεσείοντος, πολιτικού συνταξιούχου, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, να του καταβάλει νομιμοτόκως, το ποσό που αντιστοιχεί στις συντάξεις που θα εισέπραττε κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2009 έως 31.5.2011 (610,65 ευρώ μηνιαίως) και το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, αποστερήθηκε, λόγω μη έγκαιρης συμμόρφωσης του συνταξιοδοτικού νομοθέτη στις διατάξεις της οδηγίας 2006/54/ΕΚ για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης.

4. Α. Κατά την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης η αρχή της ευθύνης του Δημοσίου για ζημίες που προκαλούνται στους ιδιώτες από παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης, οι οποίες του καταλογίζονται, είναι σύμφυτη προς το σύστημα των Συνθηκών (βλ. αποφάσεις της 19ης Νοεμβρίου 1991, στις υποθέσεις C6/90 και C9/90, “Francovich”, σκ. 35, της 5ης Μαρτίου 1996, στις υποθέσεις C-46/93 και C-48/93, “Brasserie du pêcheur” και “Factortame”, σκ. 31, καθώς και της 26ης Ιανουαρίου 2010, στην υπόθεση C118/08, “Transportes Urbanos y Servicios Generales”, σκ. 29). Από την εν λόγω νομολογία απορρέει ότι η υποχρέωση αυτή ισχύει για κάθε περίπτωση παραβίασης του δικαίου της Ένωσης από κράτος μέλος, τούτο δε ανεξαρτήτως του ποια δημόσια αρχή διέπραξε την παραβίαση αυτή, ήτοι αν υπάγεται στη νομοθετική ή δικαστική εξουσία και ανεξαρτήτως του ποια δημόσια αρχή φέρει κατ’ αρχήν, κατά το δίκαιο του οικείου κράτους μέλους, το βάρος της αποκατάστασης της εν λόγω ζημίας (βλ. αποφάσεις “Brasserie du pêcheur” και “Factortame”, ό.π., σκ. 32, της 1ης Ιουνίου 1999, στην υπόθεση C302/97, “Konle”, σκ. 62, της 4ης Ιουλίου 2000, στην υπόθεση C424/97, “Haim”, σκ. 27, και της 30ής Σεπτεμβρίου 2003, στην υπόθεση C224/01, “Köbler”, σκ. 31). Στο πλαίσιο αυτό, το ως άνω Δικαστήριο έχει κρίνει ότι οι ζημιωθέντες ιδιώτες έχουν δικαίωμα αποζημίωσης εφόσον συντρέχουν τρεις προϋποθέσεις: α) ο παραβιασθείς κανόνας του δικαίου της Ένωσης να αποσκοπεί στην απονομή δικαιωμάτων στους ιδιώτες, β) η παράβαση του κανόνα αυτού να είναι κατάφωρη και γ) να υφίσταται άμεση αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης αυτής και της ζημίας που υπέστησαν οι ιδιώτες (βλ., υπό το πνεύμα αυτό, απόφαση “Transportes Urbanos y Servicios Generales”, ό.π., σκ. 30). Η εφαρμογή των ως άνω προϋποθέσεων βάσει των οποίων στοιχειοθετείται η ευθύνη των κρατών μελών για ζημίες που προκαλούνται σε ιδιώτες από παραβιάσεις του δικαίου της Ένωσης πρέπει, κατ’ αρχήν, να διενεργείται από τα εθνικά δικαστήρια, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές που έχει παράσχει το Δικαστήριο για την εφαρμογή αυτών των προϋποθέσεων (βλ. απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2006, στην υπόθεση C446/04, “Test Claimants in the FII Group Litigation”, σκ. 210 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία). Τέλος, το κράτος υποχρεούται να θεραπεύσει τις συνέπειες της προκληθείσας ζημίας στο πλαίσιο του εθνικού δικαίου περί ευθύνης, με δεδομένο ότι οι προϋποθέσεις τις οποίες ορίζουν οι εθνικές νομοθεσίες σχετικά με την αποκατάσταση της ζημίας δεν μπορεί να είναι λιγότερο ευνοϊκές από εκείνες που αφορούν παρόμοιες απαιτήσεις στηριζόμενες στο εσωτερικό δίκαιο (αρχή της ισοδυναμίας) ούτε μπορούν να είναι τέτοιες ώστε να καθιστούν πρακτικώς αδύνατη ή εξαιρετικώς δυσχερή την αποζημίωση (αρχή της αποτελεσματικότητας, βλ. αποφάσεις ΔΕΕ “Test Claimants in the FII Group Litigation”, ό.π., σκ. 129).

Β. Σύμφωνα με το άρθρο 141 παρ. 3 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και τις διατάξεις της οδηγίας 2006/54/ΕΚ «για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης», η οποία εκδόθηκε έχουσα ως νομική βάση το ως άνω άρθρο της Συνθήκης, κάθε κράτος μέλος υποχρεούται να εξασφαλίζει την εφαρμογή της αρχής της ισότητας στις αμοιβές ανδρών και γυναικών για όμοια εργασία ή για εργασία ίσης αξίας. Στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης αυτής εμπίπτει και το συνταξιοδοτικό σύστημα που καθιερώνεται με τον Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων (π.δ. 1041/1979, Α΄ 292, π.δ. 166/2000, Α΄ 153, και ήδη π.δ. 169/2007, Α΄ 210), δοθέντος ότι η σύνταξη που χορηγείται κατά τις διατάξεις του Κώδικα αυτού είναι «αμοιβή» κατά την έννοια του προαναφερόμενου άρθρου της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αφού αυτή χορηγείται στον εργαζόμενο, πολιτικό ή στρατιωτικό υπάλληλο, λόγω της σχέσης εργασίας που τον συνδέει με τον εργοδότη του, ήτοι το Δημόσιο. Επομένως, κατά το άρθρο 141 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης απαγορεύεται κάθε διάκριση μεταξύ ανδρών και γυναικών όσον αφορά την αμοιβή τους, άρα και τη σύνταξή τους. Η απαγόρευση αυτή καταλαμβάνει και τον καθορισμό διαφορετικών προϋποθέσεων, ανάλογα με το φύλο, ως προς την ηλικία ή τον ελάχιστο απαιτούμενο χρόνο υπηρεσίας για τη χορήγηση σύνταξης σε δημοσίους πολιτικούς ή στρατιωτικούς υπαλλήλους που τελούν σε απολύτως όμοιες ή παρόμοιες καταστάσεις. Πάντως, κατά την παρ. 4 του ίδιου ως άνω άρθρου της Συνθήκης, η αρχή της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών στην εργασία και τις αμοιβές δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να διατηρήσουν ή να θεσπίσουν θετικά μέτρα για το φύλο που βρίσκεται σε λιγότερο ευνοϊκή κατάσταση, αρκεί αυτά να αποβλέπουν στο να το διευκολύνουν να συνεχίσει την επαγγελματική του δραστηριότητα ή στο να αντισταθμίσουν τα μειονεκτήματα που αντιμετωπίζει στην επαγγελματική του σταδιοδρομία, και όχι να το θέτουν σε ευνοϊκότερη θέση έναντι του άλλου φύλου με τη θέσπιση μειωμένων (χρονικών ή ηλικιακών) προϋποθέσεων για τη συνταξιοδότησή του. Τέλος, σε περίπτωση που η εθνική νομοθεσία και εν προκειμένω ο Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων μεταχειρίζεται δυσμενώς το ένα φύλο έναντι του άλλου και για όσο χρονικό διάστημα διατηρείται η δυσμενής αυτή μεταχείριση, το άρθρο 141 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιβάλλει, προς αποκατάσταση της ίσης μεταχείρισης, την επέκταση και στην κατηγορία που βρίσκεται σε μειονεκτική θέση των πλεονεκτημάτων που απολαύει η άλλη κατηγορία (βλ. αποφάσεις ΔΕΕ της 26ης Μαρτίου 2009, στην υπόθεση C-559/07 Επιτροπή Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά Ελληνικής Δημοκρατίας)

Γ. Tο άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ ορίζει ότι «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω πράξης ή παράλειψης των οργάνων του κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σ’ αυτά δημόσιας εξουσίας, απαιτείται, μεταξύ άλλων, η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη. Εκ του ότι δε ο νομοθέτης, είτε με νόμο είτε με κανονιστική διοικητική πράξη, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, καθορίζει γενικότερα τους όρους του αδίκου, παρέπεται ότι δεν μπορεί να προκύψει, έστω και αν προκαλείται ζημία σε τρίτον, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, από την εκ μέρους της πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια όργανα αυτής ή από την παράλειψη των οργάνων αυτών να νομοθετήσουν, εκτός αν από την νομοθέτηση ή την παράλειψή της γεννάται αντίθεση προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος (βλ. αποφάσεις ΕλΣυν ΙΙ Τμ. 930/2019, Ειδ. Δικ. άρθρου 88 Σ. 73/2012, 26/2006, ΣτΕ Ολ. 479-481, 4741/2014, πρβλ. ΣτΕ 3901/2013, 2544/2013 7μ., 730/2010, 909/2007, 1038/2006 7μ.). Στην τελευταία αυτή περίπτωση απαραίτητη προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι η επίκληση και απόδειξη συγκεκριμένης ζημίας, καθώς και η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αντικείμενης σε υπέρτερης τυπικής ισχύος κανόνες δικαίου νομοθέτησης ή παράλειψης νομοθέτησης και της επελθούσας ζημίας.

Δ. Το άρθρο 1 παρ. 1 του Κώδικα Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων ορίζει στο πρώτο εδάφιο της περ. α΄ ότι «1. Ο τακτικός δημόσιος υπάλληλος που λαμβάνει κάθε μήνα μισθό από το Δημόσιο Ταμείο ή από άλλους ειδικούς πόρους δικαιούται σε ισόβια σύνταξη από το Δημόσιο Ταμείο: α) Αν απομακρυνθεί με οποιονδήποτε τρόπο από την υπηρεσία και έχει εικοσιπενταετή πλήρη πραγματική συντάξιμη υπηρεσία» και στο δεύτερο εδάφιο της περ. α΄, όπως αυτό ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 2084/1992 (Α΄ 165) και πριν από την κατάργησή του, από 1.1.2011, με το άρθρο 6 παρ. 1 α΄ του ν. 3865/2010 (Α΄ 120/21.7.2010), ότι «Για τις μητέρες υπαλλήλους, οι οποίες έχουν προσληφθεί μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου 1982 και είναι χήρες με άγαμα παιδιά ή διαζευγμένες με άγαμα παιδιά ή άγαμες μητέρες με άγαμα παιδιά, καθώς και για γυναίκες που είναι έγγαμες, αρκεί η συμπλήρωση δεκαπενταετούς πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1992 και για όσες συμπληρώνουν τη δεκαπενταετία από την 1η Ιανουαρίου 1993 και μετά προστίθεται ένα εξάμηνο για κάθε ημερολογιακό έτος και μέχρι τη συμπλήρωση δέκα επτά (17) ετών και έξι (6) μηνών πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας». Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 56 του ίδιου ως άνω Κώδικα, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της, από 1.1.2011, με το άρθρο 6 παρ. 2 α΄ και β΄ του ν. 3865/2010, οριζόταν ότι «1. Για την καταβολή της σύνταξης των υπαλλήλων, που υπάγονται στην συνταξιοδοτική προστασία του Δημοσίου, θεσπίζεται ηλικία συνταξιοδότησης, η οποία ορίζεται ως εξής: α) Για όσους θεμελιώνουν δικαίωμα σύνταξης μέχρι 31η Δεκεμβρίου 1997 το τεσσαρακοστό δεύτερο (42ο) έτος της ηλικίας τους συμπληρωμένο, προκειμένου για μητέρες που έχουν ανήλικα ή σωματικώς ή πνευματικώς ανίκανα παιδιά κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) και άνω, ή για γυναίκες με ανίκανο σύζυγο κατά ποσοστό εξήντα επτά τοις εκατό (67%) και άνω, το πεντηκοστό τρίτο (53ο) έτος της ηλικίας συμπληρωμένο προκειμένου για τις λοιπές γυναίκες και το πεντηκοστό πέμπτο (55ο) έτος συμπληρωμένο προκειμένου για τους άνδρες (…)».

Ε. Από τις ανωτέρω διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν διαφορετική νομοθετική μεταχείριση μεταξύ ανδρών και γυναικών και μάλιστα τόσο αυτών που τελούν σε ειδικές συνθήκες (μητέρες με ανήλικα ή ανίκανα παιδιά ή γυναίκες με ανίκανο σύζυγο), όσο και των λοιπών που δεν τελούν σε τέτοιες συνθήκες, προκύπτει δυσμενής διάκριση των πρώτων έναντι των δεύτερων με μόνο κριτήριο το φύλο τους. Η διάκριση αυτή δεν δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος ή από λόγους που ανάγονται στην ανάγκη μεγαλύτερης προστασίας των γυναικών σε θέματα μητρότητας, γάμου και οικογένειας ή σε καθαρά βιολογικές διαφορές που επιβάλλουν τη λήψη ιδιαίτερων μέτρων υπέρ αυτών. Και τούτο, διότι κατά το μέρος που οι συνταξιοδοτικές αυτές ρυθμίσεις αποσκοπούν στην προστασία της οικογένειας και των παιδιών δεν επιτρέπεται η διαφορετική μεταχείριση των δύο φύλων, δοθέντος ότι και οι δύο γονείς έχουν τις ίδιες υποχρεώσεις και τα ίδια βάρη στο πλαίσιο της ανατροφής των τέκνων τους, αλλά και της λειτουργίας και της ενότητας της οικογένειας. Η θέσπιση, άλλωστε, διαφορετικής ηλικίας συνταξιοδότησης με βάση το φύλο ούτε από καθαρά βιολογικές διαφορές μεταξύ τους δικαιολογείται, αφού δεν συναρτάται με διαφορετικό προσδόκιμο ζωής, ούτε θετικό μέτρο συνιστά για την προώθηση της ισότητας μεταξύ των δύο φύλων και την άρση τυχόν υφιστάμενων ανισοτήτων σε βάρος των γυναικών, αφού με τον τρόπο αυτό δεν διευκολύνονται οι γυναίκες στη συνέχιση της επαγγελματικής τους δραστηριότητας, ούτε αποκαθίστανται τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν αυτές στην επαγγελματική τους σταδιοδρομία, αλλά απλώς τίθενται σε ευνοϊκότερη θέση έναντι του άλλου φύλου με το να μπορούν να λάβουν πλήρη σύνταξη σε μικρότερη ηλικία σε σχέση με τους άνδρες. Επομένως, οι ως άνω συνταξιοδοτικές διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζεται μικρότερο όριο ηλικίας για τη συνταξιοδότηση των γυναικών, αντίκεινται τόσο στη συνταγματική αρχή της ισότητας όσο και στις διατάξεις του δικαίου της Ένωσης (βλ. αποφ. ΕλΣυν Ολ. 317/2020 (όπου και μειοψηφίες), 44, 3434/2009, ΙΙ Τμ. 500/2019).

5. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κρίθηκε, μεταξύ άλλων, ότι: Α. Ο νομοθέτης, μέχρι την εισαγωγή του ν. 3865/2010, διέκρινε τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης και χρόνου έναρξης καταβολής της σύνταξης μεταξύ ανδρών και γυναικών δημοσίων υπαλλήλων κατά παράβαση τόσο του εθνικού δικαίου όσο και του δικαίου της Ένωσης. Πλην όμως, για την κατάφαση της ευθύνης του δημοσίου προς αποζημίωση με βάση το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ απαιτείται η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παρανομίας και της επικαλούμενης ζημίας. Εν προκειμένω, για την αναγνώριση και ενεργοποίηση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος απαιτείται η προηγούμενη υποβολή αίτησης προς τη συνταξιοδοτική διοίκηση, ώστε να διαπιστωθεί εξατομικευμένα η πλήρωση των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης και ο καθορισμός του χρόνου έναρξης καταβολής της σύνταξης. Από τα στοιχεία, όμως, του φακέλου, καθώς και κατά τα γνωστά στο Δικαστήριο από προηγούμενη διαδικαστική του ενέργεια (βλ. το δικόγραφο της με ημερομηνία 13.3.2013 κατατεθείσας ενώπιον του παρόντος Τμήματος έφεσης του ενάγοντος) προκύπτει ότι ο ενάγων υπέβαλε το πρώτον αίτηση συνταξιοδότησης στις 31.5.2011, επικαλούμενος την απόφαση του ΔΕΕ της 26ης Μαρτίου 2009 στην ανωτέρω υπόθεση C-559/07 Επιτροπή Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά Ελληνικής Δημοκρατίας. Ως εκ τούτου, προ της υποβολής της ανωτέρω αίτησης συνταξιοδότησης εκ μέρους του ενάγοντος δεν υφίσταται σύνδεση της περίπτωσής του με τις διατάξεις του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, οι οποίες κατά παρέκκλιση του ενωσιακού δικαίου προέβλεπαν το δικαίωμα των γυναικών υπαλλήλων με ανήλικα τέκνα να λαμβάνουν σύνταξη με ευνοϊκότερο σε σχέση με τους άνδρες καθεστώς. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση ελλείπει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παρανομίας και της επικαλούμενης από τον ενάγοντα ζημίας.

Β. Η υποβολή επίσης της αίτησης από το χρονικό σημείο που ο ενάγων θεωρούσε ότι είχε θεμελιώσει δικαίωμα για κανονισμό και καταβολή σύνταξης, ώστε να γεννηθεί και δικαίωμα αποζημίωσης σε περίπτωσης απόρριψης αυτής, αποτελούσε ευθύνη τoυ ιδίου στο πλαίσιο του καθήκοντος επιμέλειας για τη διαχείριση των υποθέσεών του (πρβλ. σκ. 60 της απόφασης ΔΕΕ της 24ης Μαρτίου 2009, στην υπόθεση C-445/06). Με την κρίση δε αυτή δεν θίγονται εν προκειμένω οι αρχές της ισοδυναμίας και της αποτελεσματικότητας του ενωσιακού δικαίου ως προς τις προϋποθέσεις αναγνώρισης αδικοπρακτικής ευθύνης του κράτους για παραβίαση του δικαίου της Ένωσης. Τούτο, διότι η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ παρανομίας και επικαλούμενης ζημίας ως προϋπόθεσης θεμελίωσης της αδικοπρακτικής ευθύνης του Δημοσίου ισχύει εξίσου και στις περιπτώσεις παραβίασης εκ μέρους των οργάνων του Κράτους του εθνικού δικαίου. Περαιτέρω, η αναγκαία κατά το εθνικό δίκαιο υποχρέωση υποβολής αίτησης για την αναγνώριση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος δεν κωλύει με κανένα τρόπο την άσκηση της αποζημιωτικής αξίωσης, η οποία θα γεννηθεί μόνο μετά την παράνομη κατά το δίκαιο της Ένωσης απόρριψη ή μερική ικανοποίηση του σχετικού αιτήματος από τα συνταξιοδοτικά όργανα. Εν προκειμένω δε, το αίτημα της κατατεθείσας ως άνω αίτησης συνταξιοδότησης του ενάγοντος ικανοποιήθηκε πλήρως αρχικά με την 983/2016 απόφαση του παρόντος Τμήματος και εν τέλει με την ..../2016 πράξη της Διεύθυνσης Κανονισμού και Εντολής Πληρωμής Πολιτικών Συντάξεων του ΓΛΚ, με την οποία ορίστηκε ως χρόνος έναρξης συνταξιοδότησης η 1η.6.2011, όπως ζήτησε με την αίτησή του.

6. Περαιτέρω το δικάσαν Τμήμα δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του τα ακόλουθα: Α. Ο ήδη αναιρεσείων, πρώην υπάλληλος του Υπουργείου Οικονομικών (ΠΕ Εφοριακών), ο οποίος γεννήθηκε στις 19.4.1947, αποχώρησε από την υπηρεσία το έτος 1994, κατόπιν παραίτησης. Με την από 31.5.2011 αίτησή του προς το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους (Γ.Λ.Κ.) ζήτησε τον κανονισμό σε αυτόν σύνταξης από 1.6.2011 (βλ. και το με αριθμ. πρωτ. … διαβιβαστικό έγγραφο της Διεύθυνσης Προσωπικού ΔΟΥ του Υπουργείου Οικονομικών) με αίτημα την εφαρμογή και στην περίπτωσή του των ευνοϊκών διατάξεων που ισχύουν και για τις γυναίκες υπαλλήλους που έχουν ανήλικα τέκνα σύμφωνα με την απόφαση του ΔΕΕ της 26ης Μαρτίου 2009, στην υπόθεση C-559/07. Η αίτησή του αυτή απορρίφθηκε με την … πράξη της 42ης Διεύθυνσης του Γ.Λ.Κ., με την αιτιολογία ότι δεν δικαιούται σύνταξη άμεσα πληρωτέα, διότι «δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 παρ. 1 και 3 του ν. 2084/1992, ήτοι 25ετής πραγματική συντάξιμη υπηρεσία και το 65ο έτος της ηλικίας του». Ειδικότερα, με την πράξη αυτή, με την οποία υπολογίσθηκε η συνολική συντάξιμη υπηρεσία του σε έτη 17-6-13, αφού συνυπολογίσθηκαν οι υπηρεσίες του βασικές (ως τακτικού στο Υπουργείο Οικονομικών από 27.3.1979 έως 26.9.1994) και προσμετρητέες (ως τακτικού σε ΝΠΔΔ από 7.3.1977 έως 19.3.1979), επισημαίνεται περαιτέρω ότι ο ενάγων δεν μπορεί να δικαιωθεί σύνταξης ούτε κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 παρ. 7 του ν. 2084/1992. Τούτο, διότι αν και έχει συμπληρώσει την κατ’ ελάχιστον απαιτούμενη για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος 15ετή πραγματική συντάξιμη υπηρεσία, δεν έχει συμπληρώσει το οριζόμενο από την ως άνω διάταξη ηλικιακό όριο των 65 ετών για την καταβολή της σύνταξης. Στην εν λόγω πράξη, τέλος, επισημαίνεται ότι ο ενάγων διατηρεί το δικαίωμά του «να επανέλθει με νεότερη αίτησή του για κανονισμό σύνταξης, μετά τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του».

Β. Ακολούθως, η ίδια ως άνω 42η Διεύθυνση του Γ.Λ.Κ., με την … πράξη της, κανόνισε στον εκκαλούντα, με βάση την από έτη 17-6-13 συνολική συντάξιμη υπηρεσία του, μηνιαία σύνταξη, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 παρ. 7 του ν. 2084/1992, πληρωτέα από 19.4.2012, ημερομηνία συμπλήρωσης του 65ου έτους της ηλικίας του, ενώ, με την … όμοια πράξη, αυξήθηκε από την ίδια ως άνω ημερομηνία η μηνιαία σύνταξή του με βάση συνολική συντάξιμη υπηρεσία από έτη 19-6-1, λόγω προσμέτρησης και του από έτη 1-11-18 χρόνου υπηρεσίας του στις τάξεις του Στρατού (βλ. και την … πράξη της ίδιας ως άνω Διεύθυνσης, με την οποία αναγνωρίσθηκε ως συντάξιμος ο από έτη 1-11-18 χρόνος που διανύθηκε από 26.4.1971 έως 13.4.1973 και ορίσθηκε το σε βάρος του ποσό της εισφοράς, κατ’ εφαρμογή των άρθρων 4, 17 και 20 του ν. 2084/1992). Στη συνέχεια, ο ενάγων άσκησε έφεση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου επιδιώκοντας να του κανονισθεί μηνιαία σύνταξη από 1.6.2011, επόμενη της ημερομηνίας κατάθεσης της αίτησης συνταξιοδότησης. Κατόπιν αυτών, το παρόν Τμήμα με την 983/2016 απόφασή του έκρινε ότι εφόσον ο εκκαλών, ο οποίος αποχώρησε από την υπηρεσία το έτος 1994, είχε μέχρι 31.12.1992 συμπληρώσει 15 έτη συνολικής συντάξιμης υπηρεσίας και ήταν πατέρας δύο ανήλικων τέκνων, τα οποία γεννήθηκαν στις 12.7.1979 και στις 12.10.1980 αντίστοιχα, είχε δε υπερβεί, ως γεννηθείς στις 19.4.1947, κατά την ίδια ημερομηνία (31.12.1992) το 42ο έτος της ηλικίας του, είχε θεμελιώσει δικαίωμα σύνταξης μέχρι 31.12.2010, κατ’ επεκτατική εφαρμογή, με βάση την αρχή της ισότητας των δύο φύλων του ενωσιακού και του εθνικού δικαίου, των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 περ. α΄ δεύτερο εδάφιο και 56 παρ. 1 περ. α΄ του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, όπως αυτές ίσχυαν πριν από το ν. 3865/2010, και δικαιούται, συνεπώς, μηνιαίας σύνταξης από 1.6.2011. Ειδικότερα, το Τμήμα έκρινε ότι οι ρυθμίσεις για τη θεμελίωση συνταξιοδοτικού δικαιώματος με τη συμπλήρωση μέχρι την 31.12.1992 αφενός μεν δεκαπενταετούς πλήρους πραγματικής συντάξιμης υπηρεσίας, την οποία απαιτούσε το άρθρο 1 παρ. 1 περ. α΄ δεύτερο εδάφιο του Συνταξιοδοτικού Κώδικα για τις έγγαμες, μεταξύ άλλων, γυναίκες, αφετέρου δε του 42ου έτους ηλικίας, που όριζε το άρθρο 56 παρ. 1 περ. α΄ του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, όπως αυτό ίσχυε προ της αντικατάστασής του από 1.1.2011 με το άρθρο 6 παρ. 2 α΄ του ν. 3865/2010, ως όριο ηλικίας για την καταβολή της σύνταξης στις γυναίκες δημοσίους υπαλλήλους, που είναι μητέρες με ανήλικα τέκνα, πρέπει για λόγους αποκατάστασης της ίσης μεταχείρισης των δύο φύλων να τύχουν εφαρμογής και στους άνδρες υπαλλήλους που τελούν στην ίδια κατάσταση.

Γ. Σε συμμόρφωση με την απόφαση αυτή εκδόθηκε ήδη η .../2016 πράξη της Διεύθυνσης Κανονισμού και Εντολής Πληρωμής Πολιτικών Συντάξεων του Γ.Λ.Κ., με την οποία ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης καταβολής της σύνταξης του ενάγοντος η 1η.6.2011. Εν τω μεταξύ, ο αναιρεσείων είχε ήδη ασκήσει την αγωγή, επί της οποίας εξεδόθη η αναιρεσιβαλλομένη, με την οποία ζητούσε να του επιδικασθεί ως αποζημίωση το ποσό που αντιστοιχεί στις συντάξεις που θα ελάμβανε κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2009 έως 31.5.2011, εάν ο εθνικός νομοθέτης δεν είχε εισάγει τη διάκριση ως προς τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης μεταξύ ανδρών και γυναικών δημοσίων υπαλλήλων, η οποία αντιβαίνει τόσο στο ενωσιακό όσο και στο εθνικό δίκαιο, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις τόσο του ΔΕΕ όσο και του παρόντος Δικαστηρίου.

7. Με την κρινόμενη αίτηση, όπως αυτή συμπληρώνεται με το από 4.4.2022 υπόμνημα και το από 11.4.2022 υπόμνημα – αντίκρουση, ο αναιρεσείων επιδιώκει την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης απόφασης για τους ακόλουθους λόγους:

Α. Με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της κρινόμενης αιτήσεως προβάλλεται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή του νόμου κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι στην κρινόμενη περίπτωση ελλείπει ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παρανομίας των εθνικών οργάνων και της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα ζημίας. Τούτο διότι, λόγω της παράλειψης της μεταφοράς της Οδηγίας 2006/54/ΕΚ εγκαίρως στο εθνικό δίκαιο, ο αναιρεσείων δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει τα απορρέοντα από την Οδηγία αυτή δικαιώματά του, με αποτέλεσμα να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παρανομίας και της επελθούσας στον αναιρεσείοντα ζημίας, που συνίσταται στην απώλεια των συντάξεων που αυτός θα λάμβανε κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2009 έως 31.5.2011, αν ο εθνικός νομοθέτης δεν είχε εισάγει την – αντιβαίνουσα τόσο στο ενωσιακό όσο και στο εθνικό δίκαιο – διάκριση ως προς τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης μεταξύ ανδρών και γυναικών δημοσίων υπαλλήλων.

Β. Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της ένδικης αιτήσεως προβάλλεται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και πλημμελή εφαρμογή του νόμου με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν διενεργήθηκε έλεγχος της συμβατότητας των διατάξεων του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο άρθρου 56 παρ. 1 περ. α΄ του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, όπως αυτό ίσχυε προ της αντικατάστασής του από 1.1.2011, με το ενωσιακό δίκαιο, πρωτογενές (άρθρο 141 παρ. 3 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και παράγωγο (Οδηγία 2006/54/ΕΚ).

Γ. Τέλος, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το Τμήμα, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία του άρθρου 197 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (όπως κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999, Α΄ 97), προέβη σε κρίση σχετικά με τη συμβατότητα των διατάξεων του άρθρου 56 παρ. 1 περ. α΄ του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, όπως αυτό ίσχυε προ της αντικατάστασής του από 1.1.2011, με τις διατάξεις του άρθρου 141 παρ. 3 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και τις διατάξεις της Οδηγίας 2006/54/ΕΚ «για την εφαρμογή της αρχής των ίσων ευκαιριών και της ίσης μεταχείρισης ανδρών και γυναικών σε θέματα εργασίας και απασχόλησης», κατά παράβαση του δεδικασμένου που απέρρεε από την 983/2016 του ίδιου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, από το οποίο και δεσμευόταν, δεδομένου ότι με αυτήν την απόφαση κρίθηκε το ζήτημα της συμβατότητας, ως παρεπόμενο.

8. Με τα δεδομένα αυτά το Δικαστήριο κρίνει ότι: Για τον κανονισμό σύνταξης απαιτείται κατά το εθνικό δίκαιο, και δη κατά τις διατάξεις του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, η προηγούμενη υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης από τον ενδιαφερόμενο, ώστε να εκδηλωθεί κατά τον τρόπο αυτό η βούληση του αποχωρήσαντα από την υπηρεσία υπαλλήλου να κανονισθεί σε αυτόν σύνταξη και να υποβληθούν με επιμέλεια του ιδίου και της υπηρεσίας του τα σχετικά έγγραφα ενώπιον των αρμόδιων συνταξιοδοτικών οργάνων προκειμένου, τελικώς, να διαπιστωθεί από τα τελευταία εξατομικευμένα η πλήρωση (ή μη) των προϋποθέσεων συνταξιοδότησης και ο καθορισμός του χρόνου έναρξης καταβολής της σύνταξης. Χωρίς την προηγούμενη υποβολή της αίτησης αυτής δεν δύναται να λάβει χώρα οποιαδήποτε παράνομη ενέργεια ή παράλειψη των αρμόδιων διοικητικών (εν προκειμένω συνταξιοδοτικών) οργάνων, η οποία στη συνέχεια ενδεχομένως να δημιουργήσει αποζημιωτική ευθύνη του Δημοσίου κατά το άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ, λόγω παραβίασης από τα εθνικά όργανα υπέρτερης τυπικής ισχύος διατάξεων, αφού τα συνταξιοδοτικά όργανα δεν επιλαμβάνονται οίκοθεν του ζητήματος της συνταξιοδότησης των αποχωρούντων υπαλλήλων αλλά η κίνηση της σχετικής διαδικασίας αναγκαίως προϋποθέτει την υποβολή αίτησης από αυτούς. Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων επέλεξε να ζητήσει τον κανονισμό σύνταξης από 1.6.2011 και εντεύθεν. Ενόψει δε τούτου, αλυσιτελώς επικαλείται ο αναιρεσείων τις αποφάσεις C-377/89, C-208/90, C-190/94, C-453/02 και C-453/09 του ΔΕΚ, ανεξαρτήτως μάλιστα του ότι οι αποφάσεις αυτές αναφέρονται στο διαφορετικό ζήτημα της (μη) απώλειας ενός δικαιώματος που αναγνωρίζεται από τις διατάξεις Οδηγίας, λόγω μη εμπρόθεσμης κίνησης των προβλεπόμενων διαδικασιών ενώπιον των εθνικών αρχών για την ικανοποίησή του εξαιτίας της μη έγκαιρης μεταφοράς της Οδηγίας στο εθνικό δίκαιο, καθόσον κρίσιμη στην κρινόμενη περίπτωση ήταν η παράλειψη του ίδιου του αναιρεσείοντος να υποβάλλει αίτηση συνταξιοδότησης, προκειμένου αυτή να εξεταστεί από τα αρμόδια όργανα υπό το φως του άρθρου 141 παρ. 3 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Οδηγίας 2006/54/ΕΚ, ώστε να γεννηθεί δικαίωμα αποζημίωσής του σε περίπτωση απόρριψης αυτής. Η παράλειψη δε αυτή, όπως ορθώς κρίθηκε από το δικάσαν Τμήμα, είχε ως αποτέλεσμα να μην υφίσταται σύνδεση της περίπτωσης του αναιρεσείοντος με τις διατάξεις του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, οι οποίες κατά παρέκκλιση του ενωσιακού δικαίου προέβλεπαν το δικαίωμα των γυναικών υπαλλήλων με ανήλικα τέκνα να λαμβάνουν σύνταξη με ευνοϊκότερο σε σχέση με τους άνδρες καθεστώς και να ελλείπει στην κρινόμενη περίπτωση ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παρανομίας και της επικαλούμενης από τον ήδη αναιρεσείοντα ζημίας. Συνεπώς, ο λόγος αναιρέσεως αυτός κατά το πρώτο του σκέλος τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, το δικάσαν Τμήμα, διενεργώντας έλεγχο της συμβατότητας των διατάξεων του άρθρου 56 παρ. 1 περ. α΄ του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, όπως αυτό ίσχυε προ της αντικατάστασής του από 1.1.2011, με το ενωσιακό δίκαιο, έκρινε ότι κατά παράβαση τόσο του εθνικού δικαίου όσο και του δικαίου της Ένωσης ο νομοθέτης, μέχρι την εισαγωγή του ν. 3865/2010, διέκρινε τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης και χρόνου έναρξης καταβολής της σύνταξης μεταξύ ανδρών και γυναικών δημοσίων υπαλλήλων. Περαιτέρω, όμως, ορθώς έκρινε ότι δεν συντρέχει στην κρινόμενη περίπτωση ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση με βάση το άρθρο 105 ΕισΝΑΚ, δεδομένου ότι δεν υφίστατο εν προκειμένω αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παρανομίας που έλαβε χώρα και της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα ζημίας, αφού αυτός δεν είχε υποβάλει πριν από τις 31.5.2011 αίτηση συνταξιοδότησης. Επομένως ο λόγος αυτός κατά το δεύτερο σκέλος του τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος.

Τέλος, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ουδόλως απέστη από όσα δέχθηκε η 983/2016 απόφαση του ΙΙ Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση του αναιρεσείοντος και παραπέμφθηκε η υπόθεσή του στην αρμόδια Διεύθυνση Συντάξεων της Γενικής Διεύθυνσης Συντάξεων του Γ.Λ.Κ., προκειμένου να κανονίσει μηνιαία σύνταξη σε αυτόν κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 περ. α΄ εδάφιο δεύτερο και 56 παρ. 1 περ. α΄ του Συνταξιοδοτικού Κώδικα, όπως αυτές ίσχυαν πριν από τον ν. 3865/2010, πληρωτέα από 1.6.2011. Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, συνεκτιμώντας το γεγονός ότι σε συμμόρφωση με την ανωτέρω 983/2016 απόφαση του Τμήματος εκδόθηκε η ..../2016 πράξη της Διεύθυνσης Κανονισμού και Εντολής Πληρωμής Πολιτικών Συντάξεων του Γ.Λ.Κ., με την οποία ορίστηκε ως ημερομηνία έναρξης καταβολής της σύνταξης του αναιρεσείοντος η 1η.6.2011, έκρινε ότι η αγωγή, με την οποία ο ανωτέρω ζητούσε να του επιδικασθεί ως αποζημίωση το ποσό που αντιστοιχεί στις συντάξεις που θα ελάμβανε κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2009 έως 31.5.2011, ήτοι για προγενέστερο χρονικό διάστημα από αυτό που αφορούσε η 983/2016 απόφαση, είναι απορριπτέα ως αβάσιμη. Και τούτο διότι, κατά τα ορθώς κριθέντα με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, μολονότι ο εθνικός νομοθέτης εισήγε διάκριση ως προς τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης μεταξύ ανδρών και γυναικών δημοσίων υπαλλήλων, η οποία αντιβαίνει τόσο στο ενωσιακό όσο και στο εθνικό δίκαιο, όπως προκύπτει από τις αποφάσεις τόσο του ΔΕΕ όσο και του Ελεγκτικού Συνεδρίου (βλ. και την 983/2016 απόφαση του ΙΙ Τμήματος), εντούτοις στην κρινόμενη περίπτωση δεν συνέτρεχε o αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παρανομίας και της επικαλούμενης από τον αναιρεσείοντα ζημίας, λόγω της μη υποβολής από αυτόν αίτησης συνταξιοδότησης προ της 1ης.6.2011, και δη από 1.1.2009, όπως αιτούνταν ο ίδιος με την αγωγή του. Έτσι κρίνοντας το δικάσαν Τμήμα, ουδόλως απέστη από το δεδικασμένο που απέρρεε από την 983/2016 απόφαση του ΙΙ Τμήματος και συνεπώς και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

9. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν προβάλλονται άλλες νομικές αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως αβάσιμη. Απορριπτομένης της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να διαταχθεί η κατάπτωση του κατατεθέντος για την άσκησή της παραβόλου υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου.

 

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την αίτηση αναίρεσης. Και

Διατάσσει την κατάπτωση του κατατεθέντος παραβόλου αναίρεσης υπέρ του Δημοσίου.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε σε τηλεδιάσκεψη στις 20 Ιανουαρίου 2025, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 295 παρ. 2 του ν. 4700/2020.

Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 25 Φεβρουαρίου 2025 (βλ. πρακτικό δημοσίευσης με όμοια ημερομηνία).

 

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ        Ο ΕΙΣΗΓΗΤΗΣ ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ