ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΛΑΡΙΣΑΣ
ΤΜΗΜΑ Γ΄
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ
(Διαδικασία διοικητικών διαφορών ουσίας)
Αριθμός απόφασης: ΑΟ282/2024
Σ υ ν ε δ ρ ί α σ ε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 26 Ιουνίου 2024, με δικαστή την Ευανθία Πανάγου, Εφέτη Δ.Δ. και με γραμματέα την Σπυριδούλα Παπαδημητρίου, δικαστική υπάλληλο,
Γι α να δικάσει την έφεση με αριθμό καταχώρησης στο Διοικητικό Εφετείο Λάρισας ………../18-10-2023 και αριθμό κατάθεσης στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Λάρισας …………./16-10-2023,
Τ ο υ Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, αλλά λογίζεται ότι παρέστη με την κατατεθείσα στις 20-6-2024 δήλωση, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 Κ.Δ.Δ., όπως ισχύει, της Δικαστικής Πληρεξούσιας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.), Αικατερίνης Μπασιαρίδου,
Κ α τ ά της Φ………., κατοίκου ………….. επί της οδού …………., …………., η οποία δεν παρέστη,
Κ α ι της υπ’ αριθμ. 152/2023 απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Λάρισας.
Το Δικαστήριο αφού μελέτησε τη δικογραφία.
Σκέφθηκε σύμφωνα με το Νόμο.
1. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου (άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 2579/1998 διατηρηθέντος σε ισχύ με το άρθρο 285 παρ. 2 περ. ζ΄ του Κ.Δ.Δ.), ζητείται η εξαφάνιση της υπ’ αρ. 152/2023 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Λάρισας (Τμήμα Β΄), με την οποία έγινε δεκτή η με ημερομηνία κατάθεσης 7-11-2022 (………./2022) αγωγή της ήδη εφεσιβλήτου δικαστικής λειτουργού και υποχρεώθηκε το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο να της καταβάλει, νομιμοτόκως, με επιτόκιο υπολογιζόμενο σύμφωνα με το οριζόμενο στο άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 4607/2019, από την επίδοση της αγωγής (10-11-2022) έως την εξόφληση, το συνολικό ποσό των 9.223,62 ευρώ, αφαιρουμένων των νομίμων κρατήσεων ως προς το ποσό των 8.723,62 ευρώ, το οποίο αναλύεται σε: α) αποζημίωση, κατ’ άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ., π.δ. 456/1984, ΦΕΚ 164 Α΄), ποσού 8.723,62 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στην διαφορά μεταξύ των αποδοχών που αυτή έλαβε κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2020 έως 30-6-2022 και των αποδοχών που λάμβανε κατά το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα Δικαστικός Αντιπρόσωπος Α΄ Τάξεως του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) με τον ίδιο χρόνο υπηρεσίας και β) χρηματική ικανοποίηση, κατ’ άρθρο 932 του Α.Κ., ποσού 500,00 ευρώ, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που η εφεσίβλητος υπέστη, λόγω της καταβολής μειωμένων αποδοχών κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Εξάλλου, η συζήτηση της αγωγής νομίμως χώρησε παρά την απουσία της εφεσιβλήτου, η οποία κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, προκειμένου να παραστεί κατά τη συζήτηση της έφεσης (σχετ. το από 12-3-2024 αποδεικτικό επίδοσης κλήσης του Αρχ/κα του Α.Τ. …………….., Ε………….).
2. Επειδή, στο άρθρο 66 του Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών (ν. 1756/1988, ΦΕΚ 35 Α΄), όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2943/2001 (ΦΕΚ 203 Α΄), ορίζεται ότι: «1. Σε πρόεδρο Πρωτοδικών διοικητικών δικαστηρίων προάγεται πρωτοδίκης με πέντε τουλάχιστον έτη υπηρεσίας πρωτοδίκη στην οποία συνυπολογίζεται και η υπηρεσία που είχε ως πάρεδρος πρωτοδικείου … 2. Σε εφέτη διοικητικών δικαστηρίων προάγεται πρόεδρος πρωτοδικών διοικητικών δικαστηρίων που έχει δύο τουλάχιστον έτη υπηρεσίας ως πρόεδρος ή οκτώ έτη υπηρεσίας συνολικά ως πρόεδρος και πρωτοδίκης». Στο δε άρθρο 44 παρ. 2 του ν. 3086/2002 «Οργανισμός Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατάσταση των Λειτουργών και των Υπαλλήλων του» (ΦΕΚ 324 Α΄) ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι: «στ) Σε Δικαστικό Αντιπρόσωπο Α΄ προάγεται Δικαστικός Αντιπρόσωπος με επτά έτη συνολική υπηρεσία, στην οποία συνυπολογίζεται και η υπηρεσία του δοκίμου Δικαστικού Αντιπροσώπου, ζ) Σε Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ. προάγεται Δικαστικός Αντιπρόσωπος Α΄, με πέντε έτη υπηρεσία στο βαθμό του Δικαστικού Αντιπροσώπου Α΄, η) …». Περαιτέρω, με το άρθρο 57 του ν. 3691/2008 (ΦΕΚ 166 Α΄) τροποποιήθηκε το άρθρο 4 του ν. 2521/1997 περί μισθολογικών προαγωγών από 1-1-2008 και ορίστηκε ότι: «1α. Στους δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό Πρωτοδίκη, Εισηγητή του Σ.τ.Ε. και αντίστοιχους οι οποίοι συμπληρώνουν επτά συνολικά έτη δικαστικής υπηρεσίας συνυπολογιζόμενης και της υπηρεσίας ως Παρέδρου Πρωτοδικείου, Δοκίμου Εισηγητή του Σ.τ.Ε. και αντιστοίχων, και δεν προάγονται ελλείψει κενών θέσεων, παρέχονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, οι αποδοχές του επομένου βαθμού. Ως αποδοχές νοούνται ο βασικός μισθός, καθώς και τα κάθε είδους επιδόματα και λοιπές παροχές που θα ελάμβανε ο δικαστικός λειτουργός αν είχε προαχθεί στο βαθμό αυτόν. β. Στους δικαστικούς λειτουργούς με βαθμό Προέδρου Πρωτοδικών και αντιστοίχους, οι οποίοι συμπληρώνουν τον απαιτούμενο κατά νόμο χρόνο για την προαγωγή στον επόμενο βαθμό του οικείου κλάδου και δεν προάγονται ελλείψει κενών θέσεων παρέχεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, από τη συμπλήρωση του προς προαγωγή χρόνου προσαύξηση ίση με τα πενήντα εκατοστά (50/100) της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του αμέσως επομένου και του κατεχόμενου βαθμού. Στους ίδιους δικαστικούς λειτουργούς, οι οποίοι συμπληρώνουν στο βαθμό τους διπλάσιο χρόνο από τον κατά νόμο απαιτούμενο για προαγωγή στον επόμενο βαθμό και εξακολουθούν να παραμένουν στον ίδιο βαθμό μη προαγόμενοι ελλείψει κενών θέσεων, παρέχεται, με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, προσαύξηση ίση με τα ενενήντα εκατοστά (90/100) της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του αμέσως επόμενου και του κατεχόμενου βαθμού από τη συμπλήρωση του διπλάσιου αυτού χρόνου. Για τη χορήγηση των προσαυξήσεων λαμβάνεται υπόψη μόνο ο προβλεπόμενος από τις οικείες διατάξεις χρόνος παραμονής στον κατεχόμενο βαθμό για προαγωγή στον επόμενο». Επίσης, με το ίδιο ως άνω άρθρο 57 του ν. 3691/2008 τροποποιήθηκε η παρ. 10 του άρθρου 10 του ν. 2521/1997 από 1-1-2008 που αφορά τις μισθολογικές προαγωγές των μελών του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, ως εξής: «Μέλη του κυρίου προσωπικού μέχρι και το βαθμό Παρέδρου που συμπληρώνουν τον απαιτούμενο κατά νόμο χρόνο για την προαγωγή στον επόμενο βαθμό και δεν προάγονται, ελλείψει κενών θέσεων λαμβάνουν από τη συμπλήρωση του προς προαγωγή χρόνου, προσαύξηση στο βασικό μισθό του βαθμού ίση με τα πενήντα εκατοστά (50/100) της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του αμέσως επομένου και του κατεχόμενου βαθμού. Τα ίδια μέλη που συμπληρώνουν στο βαθμό τους διπλάσιο χρόνο από τον κατά νόμο απαιτούμενο προς προαγωγή στον επόμενο βαθμό και εξακολουθούν να παραμένουν στον ίδιο βαθμό, μη προαγόμενοι για την ίδια ως άνω αιτία, η ανωτέρω προσαύξηση ορίζεται, από τη συμπλήρωση του διπλάσιου αυτού χρόνου, στα ενενήντα εκατοστά (90/100) της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του αμέσως επόμενου και του κατεχόμενου βαθμού … Για τη χορήγηση των προσαυξήσεων στα ανωτέρω μέλη λαμβάνεται υπόψη μόνον ο προβλεπόμενος από τις οικείες διατάξεις χρόνος παραμονής στον κατεχόμενο βαθμό, για προαγωγή στον επόμενο ...».
3. Επειδή, από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι τα μέλη του κυρίου προσωπικού μέχρι και τον βαθμό του Παρέδρου του Ν.Σ.Κ., ανεξαρτήτως του βαθμού, στον οποίο υπηρετούν, όταν συμπληρώσουν επτά έτη υπηρεσίας λαμβάνουν τις αποδοχές του Δικαστικού Αντιπροσώπου Α΄ Τάξεως και ύστερα από πέντε έτη, δηλαδή με τη συμπλήρωση δώδεκα (12) ετών συνολικής υπηρεσίας, λαμβάνουν προσαύξηση στον βασικό μισθό του βαθμού τους, ίση με τα πενήντα εκατοστά (50/100) της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του αμέσως επόμενου και του κατεχόμενου μισθολογικά βαθμού, ήτοι μεταξύ του Δικαστικού Αντιπροσώπου Α΄ Τάξεως και του Παρέδρου Ν.Σ.Κ., ενώ με την συμπλήρωση δεκαεπτά (17) ετών υπηρεσίας λαμβάνουν προσαύξηση ίση με τα ενενήντα εκατοστά (90/100) της ως άνω διαφοράς. Αυτό, όμως, δεν ισχύει όσον αφορά στους δικαστικούς λειτουργούς με τον βαθμό του Πρωτοδίκη, αφού ναι μεν λαμβάνουν ύστερα από επτά έτη υπηρεσίας τις αποδοχές του επόμενου βαθμού, ήτοι του Προέδρου Πρωτοδικών (μισθολογική προαγωγή και όχι υπηρεσιακή), χωρίς εντούτοις, μετά την πάροδο των επόμενων πέντε και δέκα ετών, ήτοι με τη συμπλήρωση δωδεκαετούς και δεκαεπταετούς συνολικής υπηρεσίας, αντίστοιχα, να λαμβάνουν τις προαναφερόμενες προσαυξήσεις στον βασικό μισθό του βαθμού τους, ίσες με τα πενήντα εκατοστά (50/100) και τα ενενήντα εκατοστά (90/100), αντίστοιχα, της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του αμέσως επόμενου και του κατεχόμενου βαθμού, ήτοι μεταξύ του Προέδρου Πρωτοδικών και του Εφέτη, σε αντίθεση με το προσωπικό του Ν.Σ.Κ. που λαμβάνει την προσαύξηση, ανεξαρτήτως του βαθμού, με τον οποίο υπηρετεί. Τούτο, διότι οι ανωτέρω προσαυξήσεις προβλέπονται, όσον αφορά στους δικαστικούς λειτουργούς, μόνον εφόσον παρέλθει διετία ή τετραετία, αντίστοιχα, από την υπηρεσιακή προαγωγή στον βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών, ενώ στα μέλη του Ν.Σ.Κ. αρκεί, χωρίς άλλη προϋπόθεση, η παρέλευση δώδεκα και δεκαεπτά ετών, αντίστοιχα, συνολικής υπηρεσίας. Επιπλέον, από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών με τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 26 παρ. 3, 87 παρ. 1, 88 παρ. 2, 93 παρ. 1 του Συντάγματος συνάγονται τα εξής: Οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών, ως φορέων της τρίτης ανεξάρτητης πολιτειακής εξουσίας που απολαμβάνουν λειτουργική και προσωπική ανεξαρτησία, επιβάλλεται να είναι ανώτερες σε σχέση με τις αποδοχές όλων των άλλων λειτουργών ή υπαλλήλων που παρέχουν τις υπηρεσίες τους στις άλλες δύο πολιτειακές λειτουργίες. Κατά συνέπεια, είναι αντίθετη στις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις η παροχή σε δημοσίους λειτουργούς ή υπαλλήλους των άλλων δύο πολιτειακών λειτουργιών υψηλότερων αποδοχών από εκείνες που παρέχονται στους δικαστικούς λειτουργούς, είτε οι εν λόγω υψηλότερες αποδοχές παρέχονται με τη μορφή βασικού μισθού είτε με τη μορφή επιδομάτων που δεν ανταποκρίνονται σε δαπάνες ή στην ιδιαίτερη φύση των υπηρεσιών που παρέχουν τα πρόσωπα αυτά, αλλά αποτελούν απλή αύξηση των αποδοχών τους. Προς αποκατάσταση της κατά τα ανωτέρω αντισυνταγματικής δυσμενούς διάκρισης, τα Δικαστήρια που κρίνουν σχετικές διαφορές επεκτείνουν τη διάταξη που χορηγεί τις αυξημένες αποδοχές και στους δικαστικούς λειτουργούς. Ενόψει των ανωτέρω, οι διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008, οι οποίες προβλέπουν για τους Δικαστικούς Αντιπροσώπους Α΄ Τάξεως του Ν.Σ.Κ. αυξημένες αποδοχές σε σχέση με τους Πρωτοδίκες και τους Προέδρους Πρωτοδικών με δώδεκα και πλέον έτη υπηρεσίας, παραβιάζουν την επιταγή του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος να είναι οι αποδοχές των δικαστικών λειτουργών ανάλογες με το λειτούργημά τους, καθώς και τη συνταγματική αρχή της ισότητας του νόμου, καθόσον εισάγουν δυσμενή διάκριση μη επιβαλλόμενη από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος σε βάρος της ανωτέρω κατηγορίας δικαστικών λειτουργών, των οποίων τα καθήκοντα δεν υπολείπονται σε σπουδαιότητα από τα καθήκοντα των Δικαστικών Αντιπροσώπων Α΄ Τάξεως και ασκούνται υπό εργασιακές συνθήκες ταυτόσημες ή ανάλογες προς εκείνες, υπό τις οποίες παρέχουν τα υπερασπιστικά καθήκοντα και τις δικαστηριακές υπηρεσίες τους οι ανωτέρω λειτουργοί του Ν.Σ.Κ., ενόψει μάλιστα της επιταγής του άρθρου 100Α του Συντάγματος περί ανάλογης εφαρμογής και στους λειτουργούς αυτούς του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος. Κατά συνέπεια, οι διατάξεις αυτές πρέπει να εφαρμοσθούν και για τον καθορισμό των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών που έχουν τον βαθμό του Πρωτοδίκη ή του Προέδρου Πρωτοδικών με δώδεκα και πλέον έτη υπηρεσίας, προκειμένου να αποκατασταθεί με αυτόν τον τρόπο η αρχή της ισότητας, αλλά και η συνταγματική επιταγή του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος (βλ. τις 86/2013 και 64/2013, καθώς και τις 1/2005, 148/2007, 36/2006, 168/2009, 66/2010, 25/2011 σχετικές αποφάσεις του κατ’ άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος Ειδικού Δικαστηρίου).
4. Επειδή, ο Εισαγωγικός Νόμος του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ.π.δ. 456/1984, ΦΕΚ 164 Α΄) ορίζει, στο άρθρο 105, ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος …». Εξάλλου, κατά το άρθρο 932 του Αστικού Κώδικα «σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του. …». Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ., για να στοιχειοθετηθεί ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω πράξης ή παράλειψης των οργάνων του, κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, απαιτείται, μεταξύ άλλων, η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη (ΣτΕ Ολομ. 479-481/2018, ΣτΕ 1652/2020). Εκ του ότι δε ο νομοθέτης, είτε με νόμο είτε με διοικητική κανονιστική πράξη που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, καθορίζει γενικότερα τους όρους του αδίκου, παρέπεται ότι δεν μπορεί να προκύψει, έστω και αν προκαλείται ζημία σε τρίτο, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ. από την εκ μέρους της Πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια αυτής όργανα ή από την παράλειψη των οργάνων αυτών να νομοθετήσουν, εκτός αν από τη νομοθέτηση ή την παράλειψή της γεννάται αντίθεση προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος (ΣτΕ Ολομ. 479-481/2018, 4741/2014, ΣτΕ 1652/2020). Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση του ζημιωθέντος γεννάται μόνο αν οι επιζήμιες συνέπειες επέρχονται απευθείας από την επίμαχη διάταξη, πριν και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εφαρμογή της με πράξη της Διοίκησης (ΣτΕ Ολομ. 479-481/2018, 4741/2014). Εξάλλου, για τη θεμελίωση της ευθύνης προς αποζημίωση απαιτείται, μεταξύ άλλων, να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας και της επελθούσας ζημίας. Ο σύνδεσμος αυτός υφίσταται όταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη ή υλική ενέργεια, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων και εν όψει των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν εξ αντικειμένου ικανή και πρόσφορη να επιφέρει το ζημιογόνο γεγονός (ΣτΕ 479-481/2018). Τέλος, εφόσον συντρέχουν κατά τα ανωτέρω οι προϋποθέσεις του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., το Κράτος υποχρεούται να αποκαταστήσει κάθε θετική και αποθετική ζημία που προκλήθηκε στον ζημιωθέντα από την παράνομη συμπεριφορά των οργάνων του, τα δε δικαστήρια της ουσίας δύνανται, επιπλέον, να επιδικάσουν, κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 932 του Α.Κ., χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης (ΣτΕ 621/2021, 465/2021, 717/2018, 3292/2017). Εξάλλου, εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης μπορεί να επιδικαστεί (σε βάρος του Δημοσίου), κατ’ ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 του Α.Κ., υπέρ εκείνου, του οποίου έχει προσβληθεί η προσωπικότητα σε οποιαδήποτε από τις επιμέρους εκφάνσεις της (ΣτΕ 621/2021, 717/2021, 3292/2017).
5. Επειδή, ο ν. 2236/1994 «Εθνική Σχολή Δικαστών» (ΦΕΚ 146 Α΄) ορίζει στο άρθρο 3 παρ. 3 ότι: «3. Από 1-1-2002 οι εκπαιδευόμενοι κατά την πρώτη και δεύτερη φάση της εκπαίδευσης στη Σχολή λαμβάνουν αποδοχές ίσες με το ήμισυ των συνολικών αποδοχών του παρέδρου πρωτοδικείου, όπως αυτές προσδιορίζονται με το ν. 2521/1997. Οι αποδοχές αυτές εξακολουθούν να καταβάλλονται σε όσους από αυτούς ολοκλήρωσαν με επιτυχία το πρόγραμμα εκπαίδευσης έως τη δημοσίευση του διατάγματος διορισμού τους ως δικαστικών λειτουργών …» και στο άρθρο 4 παρ. 1 και 3, όπως το άρθρο αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 22 παρ. 5 του ν. 2521/1997 (ΦΕΚ 174 Α΄), ότι: «1. … Ο διορισμός των εκπαιδευόμενων σε θέσεις δικαστικών λειτουργών γίνεται αναδρομικώς από τη λήξη της εκπαίδευσης στη Σχολή, χωρίς δικαίωμα λήψης αναδρομικών αποδοχών … 3. Ο χρόνος εκπαίδευσης στη Σχολή θεωρείται ως χρόνος πραγματικής υπηρεσίας όσων διοριστούν ως δικαστικοί λειτουργοί για τον καθορισμό της σειράς αρχαιότητας και όλα τα λοιπά θέματα της υπηρεσιακής και μισθολογικής κατάστασής τους εκτός από το δικαίωμα λήψης αναδρομικών αποδοχών …». Περαιτέρω, στο άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 1756/1988 «Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Δικαστικών Λειτουργών» (ΦΕΚ 35 Α΄) ορίζεται ότι: «1. Οι δικαστικοί λειτουργοί διορίζονται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται αφού προηγηθεί ο έλεγχος των προσόντων και η διαδικασία επιλογής που καθορίζονται από τις διατάξεις αυτού του κώδικα …».
6. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από την επανεκτίμηση των στοιχείων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής: Η εφεσίβλητος, εν ενεργεία δικαστική λειτουργός, μετά την ολοκλήρωση της εκπαίδευσής της στην Εθνική Σχολή Δικαστικών Λειτουργών, με το από 14-10-2002 π.δ. (……../23-10-2002), διορίστηκε Πάρεδρος Δ.Δ. με ημερομηνία διορισμού την 1-8-2002. Ακολούθως, με το από 2-12-2003 π.δ. (……./9-12-2003) προήχθη στον βαθμό του Πρωτοδίκη Δ.Δ. από 14-4-2003, ενώ με το από 1-9-2018 π.δ. (……../5-9-2018) προήχθη από 1-9-2018 στον βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών Δ.Δ. Περαιτέρω, στον βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών συμπλήρωσε διετή υπηρεσία την 1η-9-2020 και με την υπ’ αριθμ. ………/18-2-2021 απόφαση της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Οργάνωσης και Λειτουργίας Δικαιοσύνης του Υπουργείου Δικαιοσύνης, της χορηγήθηκε προσαύξηση επί του βασικού μισθού ίση με το 50/100 της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του Εφέτη και του Προέδρου Πρωτοδικών και, ως εκ τούτου, ο βασικός μισθός της ανέρχεται στο ποσό των 2.687,00 ευρώ. Τέλος, με το από 9.9.2022 π.δ. (……../12.9.2022) προήχθη από 1-7-2022 στον βαθμό του Εφέτη Δ.Δ. και τοποθετήθηκε στο Διοικητικό Εφετείο Λάρισας. Εξάλλου, η εφεσίβλητος έλαβε με την υπ’ αριθμ. ………./19-12-2019 απόφαση της Προϊσταμένης του Τμήματος Οργάνωσης Δικαστηρίων και Υπηρεσιακής Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών του Υπουργείου Δικαιοσύνης επίδομα χρόνου υπηρεσίας σε ποσοστό 36% επί του βασικού μισθού από 3-5-2018 και με την υπ’ αριθμ. ……../18-11-2020 απόφαση της Προϊσταμένης της Γενικής Διεύθυνσης Διοίκησης Δικαιοσύνης Διεθνών Νομικών Σχέσεων και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Υπουργείου Δικαιοσύνης επίδομα χρόνου υπηρεσίας σε ποσοστό 40% επί του βασικού μισθού από 3-5-2020. Με την αγωγή της ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου η εφεσίβλητη, επικαλούμενη τις διατάξεις των άρθρων 66 παρ. 1 και 2 του ν. 1756/1988, 44 παρ. 2 του ν. 3086/2002 και 57 του ν. 3691/2008 καθώς και τις αποφάσεις 86/2013 και 1/2015 του Ειδικού Δικαστηρίου του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, ισχυρίσθηκε ότι ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος Α΄ Τάξεως του Ν.Σ.Κ. μόλις συμπληρώσει δεκαεπτά (17) έτη υπηρεσίας λαμβάνει τη δεύτερη μισθολογική προσαύξηση (λόγω μη προαγωγής) η οποία είναι ίση με το 90/100 διαφοράς του βασικού μισθού του βαθμού που κατέχει με τον επόμενο βαθμό (δηλαδή του Παρέδρου του Ν.Σ.Κ.). Αντιθέτως, ο Δικαστικός Λειτουργός με το βαθμό του Πρωτοδίκη, ναι μεν μετά τη συμπλήρωση επτά (7) ετών υπηρεσίας λαμβάνει και αυτός αποδοχές Προέδρου Πρωτοδικών, πλην όμως μετά τη συμπλήρωση δώδεκα ετών (12) συνολικής δικαστικής υπηρεσίας δεν λαμβάνει καμία απολύτως μισθολογική προσαύξηση, προαγόμενος, δε, στο βαθμό του Προέδρου Πρωτοδικών εξακολουθεί να λαμβάνει τον ίδιο ακριβώς μισθό, δηλαδή το βασικό μισθό του Προέδρου Πρωτοδικών, έως ότου συμπληρώσει στον ίδιο βαθμό δύο (2) έτη χωρίς να προαχθεί, οπότε λαμβάνει την πρώτη μισθολογική προσαύξηση. Ειδικότερα, ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος Α΄ Τάξεως του Ν.Σ.Κ. με τον ίδιο χρόνο υπηρεσίας με αυτήν έλαβε κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2020 μέχρι 30-6-2020, αποδοχές ανώτερες εκείνων που έλαβε αυτή, ως προς το ύψος του βασικού μισθού, και, συνακόλουθα, του αναλογούντος σ’ αυτόν επιδόματος χρόνου υπηρεσίας. Με την ανωτέρω, ευμενή για τους Δικαστικούς Αντιπροσώπους Α' Τάξεως του Ν.Σ.Κ., όμως, ρύθμιση της παρ. 10 του άρθρου 10 του ν. 2521/1997, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 57 του ν. 3691/2008, παραβιάζονται η επιταγή του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος και η συνταγματική αρχή της ισότητας του νόμου, διότι εισάγεται δυσμενής διάκριση σε βάρος των δικαστικών λειτουργών με τον βαθμό του Πρωτοδίκη ή του Προέδρου Πρωτοδικών. Ενόψει αυτών και δεδομένου ότι με την πάγια νομολογία του κατ’ άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος Ειδικού Δικαστηρίου (μετά την 1/2005 απόφαση αυτού), κρίθηκε ρητώς ότι διατάξεις, με τις οποίες εξαιρούνται από ευμενή μισθολογική μεταχείριση Δικαστικοί Λειτουργοί με τον ίδιο χρόνο υπηρεσίας με τους Δικαστικούς Αντιπροσώπους Α΄ Τάξεως του Ν.Σ.Κ., παραβιάζουν την επιταγή του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος, πρέπει να γίνει αναλογική εφαρμογή των διατάξεων που προβλέπουν την ευνοϊκή μεταχείριση για τους Δικαστικούς Αντιπροσώπους Α΄ τάξεως του Ν.Σ.Κ. και στους ανωτέρω Δικαστικούς Λειτουργούς. Ζήτησε, δε, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει ως αποζημίωση, κατ’ άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ., το ποσό των 8.723,62 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στις διαφορές του βασικού μισθού και του επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, ήτοι στις διαφορές των αποδοχών που έλαβε κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2020 έως 30-6-2022 και αυτών που λάμβανε κατά το αντίστοιχο χρονικό διάστημα ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος Α΄ Τάξεως του Ν.Σ.Κ. με υπηρεσία άνω των δέκα επτά ετών, όπως τα επιμέρους σχετικά ποσά αναγράφονται στο οικείο δικόγραφο, καθώς και το ποσό των 500,00 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση κατ’ άρθρο 932 του Α.Κ. για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, που, κατά τους ισχυρισμούς της, υπέστη λόγω της καταβολής σ’ αυτήν μειωμένων αποδοχών κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα. Προς απόδειξη των ισχυρισμών της η εφεσίβλητος προσκόμισε ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων: α) την υπ’ αριθμ. ………../19-12-2019 απόφαση της Προϊσταμένης του Τμήματος Οργάνωσης Δικαστηρίων και Υπηρεσιακής Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και την υπ’ αριθμ. ………./18-11-2020 απόφαση της Προϊσταμένης της Γενικής Διεύθυνσης Διοίκησης Δικαιοσύνης Διεθνών Νομικών Σχέσεων και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σύμφωνα με την οποία της έχουν χορηγηθεί, αντίστοιχα, τα προαναφερόμενα επιδόματα χρόνου υπηρεσίας 36% από 3-5-2018 και 40% από 3-5-2020, β) την υπ’ αριθμ. ……./18-2-2021 απόφαση της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Οργάνωσης και Λειτουργίας Δικαιοσύνης του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σύμφωνα με την οποία από 1-9-2020 της χορηγήθηκε το 50% της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του Εφέτη και του Προέδρου Πρωτοδικών, γ) υπηρεσιακά έγγραφα και βεβαίωση σχετικά με τις εξής υπηρεσιακές μεταβολές: προαγωγή σε Εφέτη Δ.Δ. από 1.7.2022 με το από 9.9.2022 π.δ. (……../12.9.2022), προαγωγή σε Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ. με το από 1.9.2018 π.δ. (………/5.9.2018), διορισμός ως Πάρεδρος Δ.Δ. με το από 14.10.2002 π.δ. (……./23.10.2002), δ) τα μηνιαία εκκαθαριστικά μισθοδοσίας της περιόδου και ε) την ……../10.11.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου ………, Κ…….., από την οποία προκύπτει ότι η από 7.11.2022 αγωγή επιδόθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο την 10η.11.2022. Αντιθέτως, το ήδη εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε την απόρριψη της αγωγής, ως αβάσιμης, υποστηρίζοντας ότι μέρος των κονδυλίων έχει υποπέσει στην διετή παραγραφή του άρθρου 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014, και αμφισβήτησε τα προβαλλόμενα περί ηθικής βλάβης της εφεσίβλητης, υποστηρίζοντας ότι στο πρόσωπό της εφαρμόστηκαν διατάξεις νόμου, οι οποίες αφορούσαν σε όλους τους δικαστικούς λειτουργούς.
7. Επειδή, με την εκκαλούμενη απόφαση αφού λήφθηκε υπόψιν ότι οι διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 3691/2008, οι οποίες προβλέπουν για τους Δικαστικούς Αντιπροσώπους Α΄ Τάξεως του Ν.Σ.Κ. αυξημένες αποδοχές σε σχέση με τους Προέδρους Πρωτοδικών με 17 έτη υπηρεσίας και άνω, παραβιάζουν την απορρέουσα από το άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος επιταγή, η οποία επιβάλλει την καταβολή στους δικαστικούς λειτουργούς αποδοχών ανάλογων με το λειτούργημά τους, καθώς και τη συνταγματική αρχή της ισότητας του νόμου, καθόσον εισάγουν δυσμενή διάκριση μη επιβαλλόμενη από λόγους κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος σε βάρος της ανωτέρω κατηγορίας δικαστικών λειτουργών, των οποίων τα καθήκοντα δεν υπολείπονται σε σπουδαιότητα από τα καθήκοντα των Δικαστικών Αντιπροσώπων Α΄ Τάξεως του Ν.Σ.Κ., κρίθηκε ότι οι ανωτέρω διατάξεις πρέπει να εφαρμοσθούν και για τον καθορισμό των αποδοχών των δικαστικών λειτουργών που έχουν βαθμό Προέδρου Πρωτοδικών με χρόνο υπηρεσίας άνω των 17 ετών, προκειμένου με αυτόν τον τρόπο να αποκατασταθεί η παραβιασθείσα αρχή της ισότητας και να τηρηθεί η επιταγή του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος. Εξάλλου, δεδομένου ότι δυνάμει διαδοχικών Κοινών Υπουργικών Αποφάσεων, οι νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών πράξεων και άλλων ενεργειών ενώπιον των υπηρεσιών των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, καθώς επίσης και η παραγραφή των συναφών αξιώσεων, ανεστάλησαν για το χρονικό διάστημα από 16-3-2020 έως και 31-5-2020 και από 30-10-2020 έως και 24-5-2021 στο πλαίσιο της λήψης μέτρων για τον περιορισμό διάδοσης του κορωνοϊού COVID-19), η προβλεπόμενη στο άρθρο 140 παρ. 3 του ν. 4270/2014 (ΦΕΚ 143 Α΄) διετής παραγραφή δεν συμπληρώθηκε μέχρι την επίδοση της αγωγής στο εναγόμενο (10-11-2022) και, συνεπώς, κρίθηκε απορριπτέος ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου περί παραγραφής μέρους των αξιώσεων. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι η εφεσίβλητος δικαιούται να λάβει: α) για το χρονικό διάστημα από 1.2.2018 έως 2.5.2020: i) διαφορά τακτικών αποδοχών 372,60 ευρώ μηνιαίως (2.852,60 ευρώ που ελάμβανε ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος Α’ τάξεως κατ’ εφαρμογή του ευνοϊκότερου γι’ αυτόν νομοθετικού καθεστώτος – 2.480 ευρώ που ελάμβανε η ενάγουσα στο βαθμό της Προέδρου Πρωτοδικών Δ.Δ.) και ii) διαφορά επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, που υπολογίζεται ως προσαύξηση επί του βασικού μισθού, ανερχόμενη σε 134,13 ευρώ (372,60 Χ 36%), δηλαδή δικαιούται 372,60 Χ 3 μήνες και 2/30 = 1.142,64 ευρώ ως βασικό μισθό και 134,13 Χ 3 μήνες και 2/30 = 411,33 ευρώ ως επίδομα χρόνου υπηρεσίας, β) για το χρονικό διάστημα από 3.5.2020 έως 31.8.2020: i) διαφορά τακτικών αποδοχών 372,60 ευρώ μηνιαίως (2.852,60 ευρώ που ελάμβανε ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος Α’ τάξεως κατ’ εφαρμογή του ευνοϊκότερου γι’ αυτόν νομοθετικού καθεστώτος – 2.480 ευρώ που ελάμβανε η ενάγουσα στο βαθμό της Προέδρου Πρωτοδικών Δ.Δ.) και ii) διαφορά επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, που υπολογίζεται ως προσαύξηση επί του βασικού μισθού, ανερχόμενη σε 149,04 ευρώ (372,60 Χ 40%), δηλαδή δικαιούται 372,60 Χ 3 μήνες και 29/30 = 1.477,98 ευρώ ως βασικό μισθό και 149,04 Χ 3 μήνες και 29/30 = 591,19 ευρώ ως επίδομα χρόνου υπηρεσίας και γ) για το χρονικό διάστημα από 1.9.2020 έως 30.6.2022: i) διαφορά τακτικών αποδοχών 165,60 ευρώ μηνιαίως (2.852,60 € βασικός μισθός που ελάμβανε ο Δικαστικός Αντιπρόσωπος Α’ τάξεως κατ’ εφαρμογή του ευνοϊκότερου γι’ αυτόν νομοθετικού καθεστώτος 2.687,00 € που ελάμβανε η ενάγουσα στο βαθμό της Προέδρου Πρωτοδικών Δ.Δ.) και ii) διαφορά επιδόματος χρόνου υπηρεσίας, που υπολογίζεται ως προσαύξηση επί του βασικού μισθού, ανερχόμενη σε 66,24 ευρώ (165,60 Χ 40%), δηλαδή δικαιούται 165,60 Χ 22 μήνες = 3.643,20 ευρώ ως βασικό μισθό και 66,24 Χ 22 μήνες = 1.457,28 ευρώ ως επίδομα χρόνου υπηρεσίας. Τα ανωτέρω ποσά στο σύνολό τους, ήτοι το συνολικό ποσό των 8.723,62 ευρώ, αντιστοιχούν στις αποδοχές που παρανόμως, κατά τα ανωτέρω, στερήθηκε η ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από 1.2.2020 έως 30.6.2022. Περαιτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψιν ότι το υπό κρίση νομικό ζήτημα έχει ήδη παγίως κριθεί με τις προαναφερόμενες αποφάσεις του κατ’ άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος Ειδικού Δικαστηρίου, έκρινε ότι από την εφαρμογή των προαναφερόμενων αντισυνταγματικών νομοθετικών διατάξεων και τη συνακόλουθη καταβολή σε αυτή μειωμένων αποδοχών, η εφεσίβλητος υπέστη ηθική βλάβη και προσβολή της προσωπικότητάς της, για την αποκατάσταση της οποίας, υποχρέωσε το εκκαλούν να της καταβάλει ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 500,00 ευρώ, ως δίκαιο και εύλογο.
8. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι η αγωγή της εφεσιβλήτου εκδικάσθηκε χωρίς την προσκόμιση στοιχείων εκ μέρους της Διοίκησης, ότι εσφαλμένως η εκκαλουμένη δέχθηκε ότι ο διορισμός της εφεσιβλήτου ανέτρεξε από την ημερομηνία έναρξης της φοίτησης στην Εθνική Σχολή Δικαστών ήτοι από 1ης-8-2001 και όχι από 1ης-8-2002 περαιτέρω, δε, ότι παρατηρείται αντίφαση μεταξύ των κρίσεων της εκκαλουμένης ως προς τον χρόνο έναρξης της πραγματικής δικαστικής υπηρεσίας της εφεσιβλήτου. Οι λόγοι αυτοί εφέσεως είναι απορριπτέοι και τούτο διότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψιν τα προσκομισθέντα από την εφεσίβλητη προς επίρρωση των ισχυρισμών της στοιχεία, που αφορούν την υπηρεσιακή της κατάσταση, ήτοι: α) την υπ’ αριθμ. ………../19-12-2019 απόφαση της Προϊσταμένης του Τμήματος Οργάνωσης Δικαστηρίων και Υπηρεσιακής Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών και την υπ’ αριθμ. ………./18-11-2020 απόφαση της Προϊσταμένης της Γενικής Διεύθυνσης Διοίκησης Δικαιοσύνης Διεθνών Νομικών Σχέσεων και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σύμφωνα με την οποία της έχουν χορηγηθεί, αντίστοιχα, ως επίδομα χρόνου υπηρεσίας 36% από 3-5-2018 και 40% από 3-5-2020, β) την υπ’ αριθμ. ………../18-2-2021 απόφαση της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Οργάνωσης και Λειτουργίας Δικαιοσύνης του Υπουργείου Δικαιοσύνης, σύμφωνα με την οποία από 1-9-2020 της χορηγήθηκε το 50% της διαφοράς του βασικού μισθού μεταξύ του Εφέτη και του Προέδρου Πρωτοδικών, γ) τα Φ.Ε.Κ. των υπηρεσιακών μεταβολών της και δ) τα μηνιαία εκκαθαριστικά μισθοδοσίας της κρίσιμης χρονικής περιόδου, τη γνησιότητα και την ακρίβεια του περιεχομένου των οποίων δεν αμφισβήτησε το εκκαλούν, το οποίο αν και κλητεύθηκε κατ’ άρθρο 128 του Κ.Δ.Δ. να παραστεί κατά τη συζήτηση ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου, παρέλειψε να διαβιβάσει σ’ αυτό τον κατά τα άρθρα 129 και 149 του Κ.Δ.Δ. διοικητικό φάκελο για την κρινόμενη διαφορά. Επιπλέον, εκ προφανούς παραδρομής αναφέρεται στην εκκαλουμένη ότι η εφεσίβλητος δικαιούται διαφορά τακτικών αποδοχών από 1ης-2-2018, όμως από την ίδια σκέψη προκύπτει με σαφήνεια ότι καταβάλλονται στην ενάγουσα αποδοχές που παρανόμως στερήθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 1-2-2020 έως 30-6-2022 και, επομένως, κατά την ημερομηνία αυτή (1-2-2020) έχει συμπληρώσει δεκαεπτά έτη υπηρεσίας. Εξάλλου, και υπό την εκδοχή ότι προβάλλεται από το εκκαλούν ότι εσφαλμένα έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη ότι ως αφετηρία του χρόνου δεκαεπταετούς υπηρεσίας της εφεσίβλητης πρέπει να ληφθεί υπόψιν ο χρόνος αναδρομικού διορισμού της (1-8-2002), συνυπολογίζοντας δηλαδή στον επίμαχο χρόνο υπηρεσίας (δεκαεπτά έτη) και χρόνο, κατά το οποίο δεν είχε αποκτήσει την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού, ήτοι πριν την έκδοση του π.δ/τος διορισμού της, αυτή την 1η.2.2020 είχε ήδη συμπληρώσει τον ως άνω χρόνο. Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι από τις αναφερόμενες στη σκέψη 5 της παρούσας διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 2236/1994 «Εθνική Σχολή Δικαστών», όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν εν προκειμένω, συνάγεται ότι εφόσον ο διορισμός των δικαστικών λειτουργών ανατρέχει σε χρόνο προγενέστερο της έκδοσης του σχετικού προεδρικού διατάγματος και, συγκεκριμένα, στην επομένη της ημερομηνίας αποφοίτησής τους από την Εθνική Σχολή Δικαστών, οι έννομες συνέπειες που συνεπάγεται η εν λόγω αναδρομικότητα, ανατρέχουν στο χρονικό αυτό σημείο του διορισμού τους, με αποτέλεσμα, το διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ των δύο αυτών χρονικών σημείων να συνιστά χρόνο πραγματικής υπηρεσίας στη συγκεκριμένη θέση, ώστε να μπορεί να ληφθεί υπόψιν, μεταξύ άλλων για τη μισθολογική τους εξέλιξη, ανεξαρτήτως του τυχαίου γεγονότος της καθυστερημένης ή μη έκδοσης του εν λόγω διατάγματος. Εξάλλου, η προβλεπόμενη, κατά τις μνημονευόμενες διατάξεις, μη λήψη αναδρομικών αποδοχών ουδεμία σχέση έχει με το κατά τα παραπάνω χρονικό σημείο έναρξης υπολογισμού της μισθολογικής προαγωγής των δικαστικών λειτουργών, δεδομένου ότι αφορά στον χρόνο εκπαίδευσης τους στην Εθνική Σχολή Δικαστών έως την ημερομηνία δημοσίευσης του προεδρικού διατάγματος διορισμού τους ως παρέδρων δικαστηρίων, υπό την έννοια ότι γι’ αυτό το χρονικό διάστημα οι εκπαιδευόμενοι λαμβάνουν τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 3 του ν. 2236/1994 αποδοχές, μη δικαιούμενοι σε αναδρομικές αποδοχές βάσει του προβλεπόμενου ειδικού μισθολογίου των δικαστικών λειτουργών (ν. 2521/1997), δεδομένου ότι κατά το χρονικό αυτό διάστημα (χρόνο εκπαίδευσης στην Εθνική Σχολή Δικαστών) δεν έχουν την ιδιότητα του δικαστικού λειτουργού (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 164/2010). Συνεπώς, χρονικό σημείο έναρξης του υπολογισμού των μισθολογικών προαγωγών της εφεσιβλήτου, αποτελεί η 1η-8-2002, όπως ορθά έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη, (ανεξαρτήτως του ότι ως αναφέρθηκε ανωτέρω η εφεσίβλητος είχε συμπληρώσει 17 έτη υπηρεσίας κατά την 1η.2.2020), αλυσιτελώς δε προβάλλεται από το εκκαλούν ο ισχυρισμός περί μη προσμέτρησης του χρονικού διαστήματος φοίτησης στην ως άνω Σχολή, σε σχέση με τον χρόνο έναρξης της πραγματικής δικαστικής υπηρεσίας.
9. Επειδή, υπό τα ως άνω δεδομένα, η εφεσίβλητος, ο διορισμός της οποίας ανάγεται στις 1-8-2002, είχε, κατά την 1η-2-2020, συμπληρώσει υπηρεσία δεκαεπτά (17) ετών και δικαιούται να λάβει, από 1ης.2-2020 και έως τις 30-6-2022, την επίμαχη προσαύξηση επί των αποδοχών της, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων της παραγράφου 10 του άρθρου 57 του ν. 3691/2008, προς αποκατάσταση της παραβιασθείσας με αυτές αρχής της ισότητας και της επιταγής του άρθρου 88 παρ. 2 του Συντάγματος και, επομένως, θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης, ισούμενης προς το ποσό των αποδοχών που στερήθηκε. Κρίνοντας, συνεπώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφαση, ότι πρέπει το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο να υποχρεωθεί να καταβάλει στην εφεσίβλητη, ως αποζημίωση, το ποσό των 8.723,62 ευρώ, ως προς το ύψος του οποίου δεν προβάλλεται ειδική και συγκεκριμένη αμφισβήτηση, ορθά το νόμο εφάρμοσε και όσα περί του αντιθέτου προβάλλονται είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
10. Επειδή, τέλος, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε στην εφεσίβλητο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθόσον η ζημία της επήλθε από την εφαρμογή διατάξεων που ισχύουν για όλους τους δικαστικούς λειτουργούς, η εφαρμογή δε αυτή δεν επέφερε προσβολή της προσωπικότητάς της. Όμως και ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από την επίμαχη αντισυνταγματική ρύθμιση και την εξαιτίας αυτής καταβολή μειωμένων αποδοχών στην εφεσίβλητο, η τελευταία υπέστη πράγματι προσβολή της προσωπικότητάς της (πρβλ. απόφαση 1/2005 του κατ’ άρθρο 88 παρ. 2 του Συντάγματος Ειδικού Δικαστηρίου), για την αποκατάσταση της οποίας, ορθά της επιδικάστηκε, με την εκκαλουμένη, χρηματική ικανοποίηση το ύψος της οποίας (500,00 ευρώ), ενόψει της έκτασης της ζημίας και των συνθηκών υπό τις οποίες αυτή προκλήθηκε, παρίσταται, και κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, δίκαιο και εύλογο.
11. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν προβάλλεται άλλος λόγος, η κρινόμενη έφεση πρέπει να απορριφθεί, να μην καταλογιστούν, όμως, δικαστικά έξοδα σε βάρος του εκκαλούντος, λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος εκ μέρους της εφεσιβλήτου, κατ’ άρθρο 275 παρ. 7 εδάφ. α΄ του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας.
Δ Ι Α Τ Α Υ Τ Α
Απορρίπτει την έφεση.
Η απόφαση αυτή δημοσιεύτηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου κατά την έκτακτη δημόσια συνεδρίαση της 5ης Αυγούστου 2024.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ