ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 297/2021
Δικαστής : Κωνσταντίνα Εμμανουηλίδου
Σφάλματα του συμβολαιογράφου κατά τη σύνταξη του πίνακα κατάταξης προσβάλλονται με ανακοπή, οπότε εφαρμόζεται αναλογικά η διάταξη του άρθρου 979 Κ.Πολ.Δ. Από αυτή καθώς και από εκείνες των άρθρων 972 παρ. 1 και 974 έως 979 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι με την ανακοπή, που ασκείται κατά του πίνακα κατάταξης προβάλλονται αιτιάσεις που αφορούν στην ορθότητα του πίνακα κατάταξης, που μπορούν να στηρίζονται είτε στο ουσιαστικό δίκαιο, αναγόμενες στη γένεση ή την ύπαρξη της απαίτησης του καθού η ανακοπή, η οποία έχει αναγγελθεί, είτε στο δικονομικό δίκαιο και αναφέρονται στον προνομιούχο χαρακτήρα και την τάξη της κατάταξης. Έννομο συμφέρον, για άσκηση ανακοπής κατά πίνακα κατάταξης, έχει όποιος αμφισβητεί την ύπαρξη της απαίτησης εκείνου, κατά του οποίου στρέφει την ανακοπή του, ή προβάλλει, ότι προηγείται του τελευταίου, που κατατάχθηκε στον πίνακα, και επιδιώκει την αποβολή του και την κατάταξη στην θέση του, στρέφεται δε κατά των δανειστών των οποίων προσβάλλεται η κατάταξη (άρθρ. 972 παρ. 2 εδ. β Κ.Πολ.Δ.). Το δικαστήριο, που δικάζει την ανακοπή, περιορίζεται μέσα στα όρια του αιτήματος αυτής και ερευνά την προσβαλλόμενη απαίτηση και την κατάταξη του καθού η ανακοπή, δεδομένου δε ότι η διαδικασία της κατάταξης είναι ενιαία, όχι όμως και αδιαίρετη, η ισχύς και το δεδικασμένο της απόφασης περιορίζεται μεταξύ των διαδίκων και δεν επιδρά στους μη μετάσχοντες της δίκης άλλους δανειστές. Εάν ευδοκιμήσει η ανακοπή, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελείται άλλος δανειστής, που δεν άσκησε ανακοπή. Κατά συνέπεια όταν ασκείται ανακοπή κατά πλειόνων αναγγελθέντων και καταταγέντων δανειστών, η οποία εν τοις πράγμασι αποτελεί υποκειμενική σώρευση ανακοπών με την μορφή της παθητικής ομοδικίας (Κ.Πολ.Δ. 74 περ. 1), έναντι των οποίων προβάλλεται το υπαρκτό και η προνομιακή κατάταξη της απαίτησης του ανακόπτοντος, οι τελευταίοι, ως καθών η ανακοπή συνδέονται με τον δεσμό της απλής ομοδικίας (Κ.Πολ.Δ. 74 περ. 2) και τούτο για τον λόγο ότι το υπαρκτό της απαίτησης του ανακόπτοντος και ο προνομιακός της χαρακτήρας κατά την κατάταξη συγκρίνεται ως προς καθένα από τους καθών, χωρίς να επηρεάζονται από αυτό οι μεταξύ τους σχέσεις αναφορικά με το ποσό της κατάταξης, δοθέντος ότι, όπως προαναφέρθηκε, στο αποδεσμευόμενο ποσό θα καταταγεί μόνο ο ανακόπτων, χωρίς να ωφελούνται οι καθών, ώστε να παρίσταται ανάγκη σύγκρισης μεταξύ τους ως προς τις απαιτήσεις τους για τις οποίες αναγγέλθηκαν και κατατάχθηκαν (ΑΠ 264/2020, ΑΠ 2117/2014 αμφ. δημ. στην επίσημη ιστοσελίδα του ΑΠ, Αντ. Βαθρακοκοίλης/Γ. Πλαγάκος, Ο πίνακας κατάταξης και η ανακοπή κατ αυτού εκδ. 2020, επ.). Από το συνδυασμό δε των άρθρων 69 και 517 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι η έφεση απευθύνεται κατά του νικητή αντιδίκου του εκκαλούντος, όχι δε και κατά του απλού ομοδίκου του, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέλαβε διάταξη υπέρ αυτού που βλάπτει τον εκκαλούντα...
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 977 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου όγδοου του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 και ισχύει, «αν εκτός από τις απαιτήσεις του άρθρου 975 υπάρχουν και απαιτήσεις του άρθρου 976, καθώς και μη προνομιούχες απαιτήσεις, τότε οι απαιτήσεις του άρθρου 976 ικανοποιούνται έως το εξήντα πέντε τοις εκατό (65%), οι απαιτήσεις του άρθρου 975 έως το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και οι μη προνομιούχες απαιτήσεις έως το δέκα τοις εκατό (10%) του ποσού του πλειστηριάσματος που πρέπει να διανεμηθεί στους πιστωτές συμμέτρως. Από τα υπόλοιπα που απομένουν από την ικανοποίηση των εγχειρόγραφων δανειστών ικανοποιούνται οι απαιτήσεις του άρθρου 976 και του άρθρου 975 κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο 2 της παραγράφου 1. [...]». Σημαντική τομή στο σύστημα του Κ.Πολ.Δ., αναφορικά με τη διανομή του πλειστηριάσματος, αποτελεί η κατάταξη των μη προνομιούχων απαιτήσεων σε ποσοστό 10%, όταν αυτές συντρέχουν με απαιτήσεις εξοπλισμένες με γενικά και ειδικά προνόμια. Σκοπός του νομοθέτη με την ανωτέρω ρύθμιση του άρθρου 977 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. ήταν να ενθαρρύνονται και οι μη προνομιούχοι δανειστές να επιχειρήσουν αναγκαστική εκτέλεση, ώστε ακόμα και αν υπάρχουν προνομιούχοι δανειστές, να λάβουν και αυτοί ποσοστό, έστω μικρό, του πλειστηριάσματος (βλ. αιτιολογική έκθεση ν. 4335/2015, άρθρο 977). Αναφορικά με την ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω διάταξης αναπτύχθηκαν στη νομολογία τρεις θέσεις και συγκεκριμένα: Α) Κατά μία άποψη γίνεται δεκτό, ότι από το 10% του πλειστηριάσματος ικανοποιούνται όχι μόνον οι μη προνομιούχοι πιστωτές, όπως προβλέπει η γραμματική διατύπωση της ανωτέρω διάταξης, αλλά και αυτοί των οποίων οι απαιτήσεις είναι μεν εξοπλισμένες με προνόμιο, δεν ικανοποιήθηκαν όμως με βάση αυτό, διότι προηγούνταν άλλοι προνομιούχοι στους οποίους αναλώθηκε το ποσοστό κάθε κατηγορίας· και αυτό διότι εκείνοι οι μη ικανοποιηθέντες δανειστές ταυτίζονται κατ αποτέλεσμα με τους μη προνομιούχους (βλ. Μ.Εφ.Θεσ. 2719/2018 στη sakkoulasonline, Ευδ. Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη, Ζητήματα από το δίκαιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, Αρμ 2016.12-13 και Ν. Νίκα, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, τ. 2, 2018). Η παραπάνω άποψη υποστηρίζεται τόσο υπό την εκδοχή ότι ως μη προνομιούχες απαιτήσεις για την κατάταξη στο 10% του πλειστηριάσματος θεωρούνται, όχι μόνο αυτές που δεν είναι εξοπλισμένες με προνόμιο, αλλά και αυτές που είναι μεν εξοπλισμένες με προνόμιο, πλην όμως, δεν κατέστη δυνατό να καταταγούν καθ ολοκληρίαν στα ποσοστά που προβλέπονται για τις προνομιούχες απαιτήσεις, κάνοντας «χρήση» του προνομίου τους, με τη σκέψη ότι πλήρης αποκλεισμός από την κατάταξη προνομιούχου δανειστή θα τον καθιστούσε στη σειρά κατάταξης υποδεέστερο από ανέγγυο δανειστή, που δεν έχει δηλαδή ούτε γενικό ούτε ειδικό προνόμιο, αποτέλεσμα αντίθετο με τον σκοπό του νόμου, αλλά και τη φιλοσοφία του νέου συστήματος κατάταξης του Κ.Πολ.Δ., όπου προηγούνται όσοι έχουν ειδικό προνόμιο, οι οποίοι κατατάσσονται σε ποσοστό 65% του πλειστηριάσματος, έπονται οι έχοντες γενικό προνόμιο, οι οποίοι κατατάσσονται σε ποσοστό 25% του πλειστηριάσματος και στο υπόλοιπο ποσοστό του 10% του πλειστηριάσματος κατατάσσονται οι μη προνομιούχες απαιτήσεις (βλ. Δ. Μηχιώτη, Σύγκρουση προνομίων και κατάταξη δανειστών κατά τη διανομή του πλειστηριάσματος - Σκέψεις επί των διατάξεων των άρθρων 977 και 977Α Κ.Πολ.Δ. δημ. στη sakkoulasonline) όσο και υπό την εκδοχή ότι με τέτοιες μη προνομιούχες απαιτήσεις, οι οποίες θα πρέπει να καταταγούν στο 10% του πλειστηριάσματος, εξομοιώνεται και το μέρος των προνομιούχων απαιτήσεων, οι οποίες συνυπολογίστηκαν μεν κατά την προνομιακή κατάταξη στα υπόλοιπα ποσοστά του πλειστηριάσματος, αντιμετωπίστηκαν, δηλαδή, ως προνομιακές, πλην όμως δεν ικανοποιήθηκαν πλήρως, καθ όλη την έκταση του προνομίου τους, λόγω ανεπάρκειας του πλειστηριάσματος (βλ. Μ.Εφ.Θεσ. 2719/2018 ό.π.). Β) Κατά άλλη άποψη γίνεται δεκτό ότι στο 10% του πλειστηριάσματος κατατάσσονται οι προνομιούχες απαιτήσεις μόνον, όμως, εφόσον, δεν κατέστη δυνατή η, έστω μερική, κατάταξή τους με βάση το προνόμιο τους σε άλλο ποσοστό του πλειστηριάσματος. και Γ) Κατά δε τρίτη άποψη, στο 10% του πλειστηριάσματος κατατάσσονται μόνον οι μη προνομιούχες απαιτήσεις. Το παρόν Δικαστήριο τάσσεται υπέρ της τρίτης άποψης, καθόσον οι άλλες δύο -την πρώτη εκ των οποίων ακολούθησε και η εκκαλουμένη- έρχονται σε αντίθεση με τη γραμματική διατύπωση της διάταξης, η οποία αφορά στις μη προνομιούχες απαιτήσεις. Πρόσθετο επιχείρημα δε, αντλείται και από το εδ. γ του άρθρου 975 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπου και ρητά προβλέπεται η εκ νέου κατάταξη των προνομιούχων δανειστών των άρθρων 975 και 976 Κ.Πολ.Δ. στο πλειστηρίασμα που αντιστοιχεί στο 10%, στην περίπτωση που προκύπτει υπόλοιπο μετά την κατάταξη των εγχειρόγραφων δανειστών. Είναι σαφές ότι δεν θα υπήρχε λόγος να γίνεται η ως άνω μνεία στο νόμο, σε περίπτωση που άνευ ετέρου αντιμετωπίζονταν ως εγχειρόγραφοι οι ενέγγυοι πιστωτές αν δεν ικανοποιούνταν προνομιακά (εν όλω ή εν μέρει). Αν ο νομοθέτης ήθελε να αποτελεί κανόνα η διπλή κατάταξη των προνομιούχων απαιτήσεων θα το προέβλεπε ρητά, όπως άλλωστε έκανε στο άρθρο 160 του Πτωχευτικού Κώδικα, ειδικά και κατ εξαίρεση από το άρθρο 977 του Κ.Πολ.Δ., το οποίο ισχύει κατά τα λοιπά και στην πτωχευτική διαδικασία (άρθρο 156 ΠτωχΚ). Πέραν όμως από το γράμμα της διάταξης, η παραπάνω ερμηνεία απολήγει στην καταστρατήγηση της βούλησης του νομοθέτη, ο οποίος θέλησε, για πρώτη φορά, να αναλώνεται το ποσοστό του 10% του πλειστηριάσματος για την ικανοποίηση των μη προνομιούχων πιστωτών. Η τελολογία για τη θέσπιση της νέας ρύθμισης του άρθρου 977 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτή διατυπώνεται σαφώς στην αιτιολογική έκθεση του ν. 4335/2015, κατά τα προδιαλαμβανόμενα, ήταν να ενθαρρύνονται και οι μη προνομιούχοι δανειστές να επιχειρήσουν αναγκαστική εκτέλεση, ώστε ακόμα και αν υπάρχουν προνομιούχοι δανειστές, να λάβουν και αυτοί ποσοστό, έστω μικρό, του πλειστηριάσματος. Η υλοποίηση της νομοθετικής ratio αυτής είναι αμφίβολη στην περίπτωση που αναγνωριζόταν η δυνατότητα κατάταξης των προνομιούχων πιστωτών στο υπόλοιπο 10%, κατά το μέτρο που δεν ικανοποιήθηκε ολικά ή εν μέρει η απαίτησή τους με βάση το προνόμιο της. Επιπροσθέτως των ανωτέρω, σύμφωνα με τη θεμελιώδη δικονομική αρχή της διαθέσεως, αν κάποιος δανειστής επέλεξε να αναγγείλει την απαίτησή του ως προνομιούχο, θα πρέπει η απαίτηση αυτή να καταταχθεί στον πίνακα κατάταξης ως τέτοια, μη επιτρεπομένης της επικουρικής αίτησης περί μη προνομιακής κατάταξης. Ούτε ο υπάλληλος του πλειστηριασμού, ούτε το δικαστήριο κατόπιν άσκησης σχετικής ανακοπής κατά του πίνακα κατάταξης, μπορούν να προβούν σε μη προνομιακή κατάταξη δεδομένου ότι, σύμφωνα με το άρθρο 972 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., ουσιώδες στοιχείο του αναγγελτηρίου, μεταξύ άλλων, είναι το αίτημα κατάταξης και, όταν υπάρχει προνόμιο, σύμφωνα με ορθή άποψη, το αίτημα προνομιακής κατάταξης (βλ. ΑΠ 194/2018, ΑΠ 697/2008 αμφ. δημ.στην επίσημη ιστοσελίδα του ΑΠ, Π. Γέσιου-Φαλτσή, Δίκαιο Αναγκαστικής Εκτελέσεως, τ. ΙΙα, 2017, με εκεί παραπομπές). Επομένως, με βάση όλα τα παραπάνω, τυχόν ερμηνεία, κατά την οποία οι μη ικανοποιηθείσες, εν όλω ή εν μέρει, προνομιούχες απαιτήσεις, εξομοιώνονται κατ αποτέλεσμα προς τις εγχειρόγραφες και, συνεπώς, κατατάσσονται συμμέτρως (και) στο ποσοστό του 10% του πλειστηριάσματος, προσκρούει τόσο στη βούληση του νομοθέτη όσο και στο σαφές γράμμα του νόμου (βλ. Αντ. Βαθρακοκοίλη/Γ. Πλαγάκου, ό.π., Π. Κολοτούρο, Συρροή δανειστών και σύγκρουσις δικαιωμάτων εις το πεδίον της αναγκαστικής εκτελέσεως, ΕΠολΔ 2019). Ως εκ τούτου ο μοναδικός λόγος της ανακοπής, όπως το περιεχόμενο αυτού εκτέθηκε ανωτέρω, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος κατά το μέρος αυτού με τον οποίο η ανακόπτουσα και ήδη εφεσίβλητη κατά τα εκτιθέμενα στην ανακοπή ζήτησε να καταταχθούν στο 10% του πλειστηριάσματος οι απαιτήσεις της υπό στοιχεία 1 και 2 δηλ. η απορρέουσα από την .../5.9.2007 σύμβαση τοκοχρεωλυτικού στεγαστικού δανείου, για την εξασφάλιση της οποίας εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης ήδη τραπείσα σε υποθήκη και η απορρέουσα από την .../25.2.2008 σύμβαση δανείου για την εξασφάλιση της οποίας εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης, κατά το μέρος τους που δεν ικανοποιήθηκαν με βάση το προνόμιο τους στο 25% και 65% του πλειστηριάσματος. Επομένως, η εκκαλουμένη που δέχθηκε ότι ο ανωτέρω λόγος ανακοπής είναι καθόλα νόμιμος και τον εξέτασε περαιτέρω στην ουσία του, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 977 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. και ως εκ τούτου θα πρέπει να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης έφεσης και αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά το αντίστοιχο μέρος ως προς την πρώτη των καθών η ανακοπή (εκκαλούσα), να διαταχθεί η επιστροφή του e-παραβόλου για την κατάθεση της έφεσης ποσού 100 ευρώ, στην εκκαλούσα (495 παρ. 4 εδ. ε του Κ.Πολ.Δ.), και αφού διακρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, να απορριφθεί η με αρ. κατ. Ανακοπή ..../71/12.2.2019 ως προς την καθής η ανακοπή κατά το μέρος της με το οποίο ζητείται η μεταρρύθμιση του ...../24.1.2019 πίνακα κατάταξης του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου - συμβολαιογράφου Κατερίνης Γ.Τ. αναφορικά με την μη κατάταξη στο 10% του πλειστηριάσματος του μέρους των προνομιούχων απαιτήσεών της ανακόπτουσας που δεν ικανοποιήθηκε από την προνομιακή τους κατάταξη στο 25% και 65% του πλειστηριάσματος. Τέλος, λόγω του δυσερμήνευτου του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου, θα πρέπει να συμψηφισθούν τα δικαστικά έξοδα αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας μεταξύ των διαδίκων (άρθρα 179 και 183 του Κ.Πολ.Δ.).
[ ΠΗΓΗ : ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ ]