ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 3/2021
Πρόεδρος: Σ. Φουρλάρη (Πρόεδρος Πρωτοδικών)
Εισηγητής: Σ. Καποδίστριας (Πρωτοδίκης)
Δικηγόρος: Ε.-Π. Λιάσκος
Δικηγόρος: Χ. Μπιτσάνη
Δικηγόρος: Α. Πατρίκιος
[...I. Σύμβαση δικαιόχρησης (franchising) νοείται η σύμβαση διαρκούς συνεργασίας μεταξύ δύο ανεξάρτητων επιχειρήσεων που από απόψεως οικονομικής λειτουργίας συνιστά μία μέθοδο προωθήσεως προϊόντων ή υπηρεσιών (marketing), βάσει της οποίας η μία επιχείρηση (δικαιοπάροχος ή δότρια-franchisor) παραχωρεί στην άλλη (δικαιοδόχο ή λήπτρια-franchisee), για ορισμένο ή αόριστο χρονικό διάστημα, έναντι άμεσου ή έμμεσου οικονομικού ανταλλάγματος, το δικαίωμα εκμεταλλεύσεως του λεγομένου «συνόλου» ή «πακέτου» δικαιόχρησης, με σκοπό την πώληση συγκεκριμένου τύπου προϊόντων ή υπηρεσιών σε τελικούς χρήστες […].
Όπως, εξάλλου, συνάγεται από την φύση της συμβάσεως δικαιόχρησης (franchising), ως σχέσεως διαρκούς συνεργασίας, η σύμβαση αυτή αποτελεί σύμβαση-πλαίσιο, μικτού χαρακτήρα, με την οποία προβλέπονται οι κύριες υποχρεώσεις των μερών στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 του ΑΚ) και η οποία δεν ρυθμίζεται ειδικά από τον Νόμο στο επίπεδο του εσωτερικού δικαίου, περιέχει, δε, στοιχεία περισσότερων συμβάσεων, όπως μισθώσεως προσοδοφόρου αντικειμένου (άρθρα 638 επ. ΑΚ), παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών (άρθρα 648 επ. ΑΚ) και εντολής (άρθρα 713 επ. ΑΚ). […]
Εξάλλου, υπό τα ανωτέρω αναφερόμενα χαρακτηριστικά της, η αρρύθμιστη σύμβαση δικαιόχρησης εμφανίζει γενικότερη λειτουργική συγγένεια με τη ρυθμισμένη από το Π.Δ. 219/1991 σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, δεδομένου ότι λειτουργούν στο ίδιο κάθετο πεδίο προωθήσεως των προϊόντων και υπηρεσιών, συμβάλλοντας στην επέκταση της επιχειρηματικής δραστηριότητας του αντιπροσωπευόμενου και του δικαιοπαρόχου αντιστοίχως, είναι διαρκούς χαρακτήρα και παρουσιάζουν έντονο το στοιχείο της εμπιστοσύνης. Μάλιστα, σε αντίθεση με άλλες μορφές συμβάσεων διαμεσολάβησης, συχνά ο βαθμός της εντάξεως του δικαιοδόχου στο σύστημα διανομής του δικαιοπαρόχου, και δη στο πλαίσιο του franchising υπαγωγής, είναι πιο έντονος απ’ ό,τι λ.χ. στο πλαίσιο μιας συμβάσεως αποκλειστικής διανομής. Ο δικαιοδόχος, όπως ακριβώς και ο εμπορικός αντιπρόσωπος, ευρίσκεται υπό σχέση έντονης εξαρτήσεως από τον δικαιοπάροχό του, στερούμενος ενός ευρέος πεδίου επιχειρηματικής ευχέρειας, καθώς υποχρεούται να ακολουθεί συνεχώς τις οδηγίες του δικαιοπαρόχου, ώστε να εξασφαλίζεται η εντύπωση προς τον πελάτη πως πρόκειται περί μίας ενιαίας επιχειρήσεως. Ο δικαιοδόχος εντάσσεται στενά στο σύστημα προωθήσεως των προϊόντων και υπηρεσιών του δικαιοπαρόχου, αναλαμβάνοντας, μάλιστα, και μεγαλύτερο επιχειρηματικό κίνδυνο σε σχέση με τον εμπορικό αντιπρόσωπο, αφού αγοράζει τα προς διάθεση προϊόντα, ενώ υποχρεούται να προβαίνει σε σημαντικές επενδύσεις απαραίτητες για τη λειτουργία και την οργάνωση της επιχειρήσεώς του, σύμφωνα με τους όρους και τις προδιαγραφές, τις οποίες του θέτει ο δικαιοπάροχος. Επιπλέον, οι σχετικοί με την οργάνωση της επιχειρήσεως του δικαιοδόχου όροι είναι σαφώς αυστηρότεροι και δεσμευτικότεροι για τον δικαιοδόχο, καθώς η συμβατική σχέση δικαιόχρησης εμπεριέχει ακριβώς την προώθηση σημάτων και διακριτικών γνωρισμάτων, τα οποία ενσωματώνουν σημαντικό μέρος της υπεραξίας (goodwill) της επιχείρησης του δικαιοπαρόχου (βλ. Γ. Μάλο, Η αποζημίωση πελατείας στην σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας και στις λοιπές εμπορικές συμβάσεις, 2014, Μέρος Ε΄, Κεφάλαιο 4°, υπό V, δημ. ΤΝΠ Qualex).
Με δεδομένο, ωστόσο, ότι η σύμβαση δικαιόχρησης παρουσιάζει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μεγαλύτερη λειτουργική ομοιότητα με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, λόγω ακριβώς της κατά κανόνα στενότερης εντάξεως του δικαιοδόχου στην εμπορική οργάνωση του δικαιοπαρόχου του, απ’ ό,τι η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, πρέπει για την ταυτότητα του νομικού λόγου, σε συνδυασμό και με τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης (άρθρα 4 παρ. 1 του Συντάγματος και 288 ΑΚ), να γίνει δεκτό ότι, με βάση την αυτή διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του Ν. 3577/2007, οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 εφαρμόζονται υπό προϋποθέσεις αναλόγως και στις συμβάσεις δικαιόχρησης. Ειδικότερα, με βάση τις αρχές της ισότητας και της καλής πίστης, είναι δυνατή η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεων του ως άνω Π.Δ. και στη σύμβαση δικαιόχρησης, εφόσον, όμως, η διαμεσολαβητική λειτουργία του δικαιοδόχου προσομοιάζει με αυτή του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, πράγμα που συμβαίνει, όταν και ο επαγγελματίας αυτός αναλαμβάνει με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες προς εκείνες του εμπορικού αντιπροσώπου (4 παρ. 1 του Π.Δ. 219/1991) και ειδικότερα α) να παραλείπει ανταγωνιστικές σε βάρος του δικαιοπαρόχου του πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της συμβάσεώς τους, β) να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του δικαιοπαρόχου του στη συμβατική περιοχή ευθύνης του, υποκείμενος, μάλιστα, στον έλεγχό του, ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, δ) να διαφημίζει τα πωλούμενα προϊόντα, ακόμη και με δικές του δαπάνες και ε) να γνωστοποιεί στον εντολέα του το πελατολόγιό του. Η συνομολόγηση ακριβώς των υποχρεώσεων αυτών, που δεν είναι πάντως αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικώς, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μίας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά και τον δικαιοδόχο αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του δικαιοπαρόχου, αφού η εμπορική του δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό του κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον δικαιοπάροχο, καθώς ο τελευταίος δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής υποχρεώσεως του δικαιοδόχου, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις του τελευταίου, με σπουδαιότερο γι’ αυτόν όφελος το ότι λαμβάνει γνώση του πελατολογίου του, οπότε και μπορεί, μετά τη λύση της συμβάσεώς τους, να το χρησιμοποιήσει, μέσω άλλων επαγγελματιών (δικαιοδόχων), και να συνεχίσει έτσι να αποκομίζει οικονομικά οφέλη (βλ. σχετ. ΟλΑΠ 15/2013, ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 4/2015, ΑΠ 165/2015, ΑΠ 636/2015, ΑΠ 126/2014 δημ. ΤΝΠ Νόμος). […]
Κριτήριο εξειδίκευσης των χρηστών ηθών [στο άρθρο 1 του Ν. 146/1914] αποτελούν κατ’ αρχήν οι ιδέες του εκάστοτε κατά τη γενική αντίληψη και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας και εμπειρίας με χρηστότητα και σωφροσύνη σκεπτόμενου κοινωνικού ανθρώπου, με βάση τις οποίες η κρίση για την ύπαρξη ή όχι αντίθεσης της συγκεκριμένης συμπεριφοράς προς τα χρηστά ήθη, αξιολογούμενης μέσα στο συναλλακτικό κύκλο που αυτή εκδηλώνεται, δεν πρέπει να περιορίζεται στην εκτίμηση μεμονωμένων στοιχείων, όπως τα αίτια ή ο σκοπός του δράστη, αλλά πρέπει να εκτείνεται και να καλύπτει το σύνολο των περιστάσεων που συνοδεύουν την προσβαλλόμενη ως επιλήψιμη συμπεριφορά (ΑΠ 571/2011, ΑΠ 55/2003, δημ. ΤΝΠ Νόμος). Ωστόσο, η έννοια των χρηστών ηθών δεν μπορεί στο δίκαιο του αθέμιτου ανταγωνισμού να απηχεί αντιλήψεις κοινωνικής μόνον ηθικής, αλλά οφείλει να διαμορφώνεται με βάση κυρίως τις οικονομικές και λοιπές συνθήκες της συγκεκριμένης αγοράς στο πλαίσιο στάθμισης των αντίθετων συμφερόντων που καλείται ο νόμος να προστατεύσει από αθέμιτες ανταγωνιστικές συμπεριφορές, διασφαλίζοντας έτσι αποτελεσματικά και την εγγυημένη από το άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος οικονομική ελευθερία. Αντικείμενο, δηλαδή, προστασίας δεν είναι μόνον το συμφέρον των ανταγωνιστών στην ατομική διάστασή του, αλλά και το συμφέρον των καταναλωτών και κατ’ επέκταση η λειτουργία της ίδιας της αγοράς (ΑΠ 533/2016, ΑΠ 1664/2014, δημ. ΤΝΠ Νόμος). […]
Επιπλέον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18α παρ. 1 του Ν. 146/1914 […], απαγορεύεται η καταχρηστική εκμετάλλευση, από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις, της σχέσης οικονομικής εξάρτησης στην οποία βρίσκεται προς αυτήν ή αυτές μία επιχείρηση, η οποία κατέχει θέση πελάτη ή προμηθευτή, ακόμη και ως προς ένα ορισμένο είδος προϊόντων ή υπηρεσιών και δεν διαθέτει ισοδύναμη εναλλακτική λύση. Η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης δύναται να συνίσταται ιδίως στην επιβολή αυθαίρετων όρων συναλλαγής, στην εφαρμογή διακριτικής μεταχείρισης ή στην αιφνίδια και αδικαιολόγητη διακοπή μακροχρόνιων εμπορικών σχέσεων. […]. Στο πλαίσιο αυτό, κατάχρηση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης και, συνεπώς, περιοριστική του ελεύθερου ανταγωνισμού πρακτική υπάρχει, όταν η ισχυρή επιχείρηση εκμεταλλεύεται την ισχύ, που της δίνει η αδυναμία της εξαρτημένης επιχείρησης να διαθέτει άλλη ισοδύναμη εναλλακτική λύση και αποκομίζει έτσι οφέλη για την ίδια και σε βάρος της εξαρτημένης επιχείρησης, τα οποία δεν θα απεκόμιζε αν υπήρχε για τη δεύτερη εναλλακτική λύση. Παρέπεται, δε, ότι η παράβαση της παραπάνω διατάξεως συνιστά παράνομη συμπεριφορά, κατ’ άρθρο 914 ΑΚ, κατά τρόπο, ώστε, εφόσον συντρέχουν και οι άλλοι όροι της διατάξεως αυτής, ο τρίτος που ζημιώνεται να έχει αξίωση για αποζημίωση (ΑΠ 533/2016, ΑΠ 1664/2014, ΑΠ 1522/2013, ΕφΠειρ 368/2016, δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). […]
Περαιτέρω, οι συμφωνίες δικαιόχρησης φέρουν τα χαρακτηριστικά κάθετης συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων, αφού ρυθμίζουν την πώληση και αγορά προϊόντων/υπηρεσιών μεταξύ επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται σε διαφορετικά επίπεδα της εφοδιαστικής αλυσίδας (π.χ. χονδρεμπόριο, λιανεμπόριο). Στον βαθμό που οι συμφωνίες αυτές περιλαμβάνουν περιορισμούς αναφορικά με τα προϊόντα/υπηρεσίες που διατίθενται, ελέγχονται ως προς τη συμβατότητά τους με τους κανόνες ελεύθερου ανταγωνισμού, με τον ίδιο τρόπο, όπως και όλες οι κάθετες συμφωνίες. Οι συμβάσεις δικαιόχρησης περιέχουν συνήθως, εκτός από τις προβλέψεις για τα στοιχεία της επιχειρηματικής μεθόδου που μεταβιβάζονται στον δικαιοδόχο, και συνδυασμό διαφόρων κάθετων περιορισμών, αναφορικά με τα προϊόντα που διανέμονται και, πιο συγκεκριμένα, περιλαμβάνουν συνήθως ένα συνδυασμό επιλεκτικής διανομής ή/και υποχρέωσης μη άσκησης ανταγωνισμού σε σχέση με τα προϊόντα/υπηρεσίες που διατίθενται ή/και αποκλειστικής διανομής (ή ηπιότερων μορφών τους). Συναφώς, η δικαιόχρηση δεν τυγχάνει οιασδήποτε προνομιακής μεταχείρισης υπό το πρίσμα των ενωσιακών και εθνικών διατάξεων περί ανταγωνισμού, δεδομένου ότι πρόκειται για συνδυασμό κάθετων περιορισμών και, συνήθως, έναν συνδυασμό (α) επιλεκτικής διανομής και (β) υποχρεώσεων μη άσκησης ανταγωνισμού σε σχέση με τα διακινούμενα προϊόντα που αποτελούν αντικείμενο της δικαιόχρησης. […]
Ειδικότερα, ως προς το επιμέρους ζήτημα του καθορισμού της τιμολογιακής πολιτικής του δικαιοδόχου από τον δικαιοπάροχο, θα πρέπει να επισημανθούν τα ακόλουθα: Ο καθορισμός της τιμολογιακής πολιτικής του δικαιοδόχου από τον δικαιοπάροχο (άμεσος ή έμμεσος καθορισμός τιμών μεταπώλησης) συνιστά πρόδηλο περιορισμό του ανταγωνισμού και, ως εκ τούτου, εξ αντικειμένου παράβαση που επισύρει κυρώσεις σύμφωνα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο. Ενίοτε, οι συμφωνίες δικαιόχρησης εμπεριέχουν συμβατικούς όρους για την υποχρέωση των δικαιοδόχων να ακολουθούν, όχι μόνο τις οργανωτικές αρχές του συστήματος δικαιόχρησης, αλλά και την εν γένει εμπορική πολιτική του συστήματος δικαιόχρησης και, ειδικότερα, την τιμολογιακή πολιτική που καθορίζει ο δικαιοπάροχος, μέσω επιβολής παγίου ή ελάχιστου επιπέδου τιμής μεταπώλησης των προϊόντων της συμφωνίας. Οι συμβατικοί αυτοί όροι θεωρούνται ως ιδιαίτερα σοβαροί περιορισμοί του ανταγωνισμού (βλ. άρθρο 4 στοιχ. α΄ των Κανονισμών [ΕΚ] 2790/1999 και [ΕΕ] 330/2010). Και τούτο, διότι οι δικαιοδόχοι, ως ανεξάρτητοι επιχειρηματίες, φέρουν τους εμπορικούς ή χρηματοοικονομικούς κινδύνους από τη δραστηριοποίησή τους στην αγορά. Δικαιούνται, ως εκ τούτου, να έχουν την ελευθερία να καθορίζουν τις βασικές τουλάχιστον παραμέτρους της εμπορικής τους πολιτικής, ακόμη και στην περίπτωση ενός δικτύου δικαιόχρησης με τη στενή και συνεχή συνεργασία μεταξύ δικαιοπάροχου και δικαιοδόχου που αυτή συνεπάγεται. Αντιθέτως, συμβατικοί όροι που προβλέπουν την παροχή στον δικαιοδόχο από τον δικαιοπάροχο καταλόγου συνιστώμενων/προτεινόμενων τιμών είναι, καταρχάς, συμβατοί με το δίκαιο του ανταγωνισμού. Πρέπει, όμως, να αποφεύγεται η δέσμευση των δικαιοδόχων για την τήρηση των προτεινόμενων αυτών τιμών. Συναφώς, δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται από τον δικαιοπάροχο έμμεσοι τρόποι ή μέτρα (λ.χ. απειλή ή επιβολή κυρώσεων, εκπτώσεις και άλλα χρηματικά κίνητρα, καθώς και η εφαρμογή συστήματος παρακολούθησης τιμών), ώστε οι προτεινόμενες αυτές τιμές να λειτουργούν στην πράξη ως καθορισμένες τιμές μεταπώλησης. Επίσης, στην περίπτωση που ο δικαιοπάροχος έχει ισχυρή θέση στην αγορά, υπάρχει κίνδυνος οι προτεινόμενες ή ανώτατες τιμές να λειτουργούν ως εστιακό σημείο για τους περισσότερους μεταπωλητές, οδηγώντας τελικά στην ομοιόμορφη εφαρμογή αυτού του επιπέδου τιμών. Παράλληλα, εάν χρησιμοποιείται λογισμικό σύστημα εμπορικής διαχείρισης εντός του δικτύου δικαιόχρησης, η διαχείριση των τιμών από τον δικαιοδόχο πρέπει να είναι τεχνικά δυνατή, και όχι υπέρμετρα δυσχερής ή/και χρονοβόρα στην πράξη. Στο πλαίσιο αυτό, είναι επίσης, χρήσιμο στα εγχειρίδια χρήσης και εκπαίδευσης των δικαιοδόχων να υπάρχει σαφής πρόβλεψη για τη δυνατότητα αλλαγής των τιμών στο λογισμικό αυτό σύστημα και να είναι ευχερής η παροχή εκπτώσεων σε ποσοστό επί των συνολικών αγορών, ιδίως σε εμπορικές επιχειρήσεις που γίνονται μαζικές αγορές προϊόντων.
Εξάλλου, ο περιορισμός αμοιβαίων προμηθειών (ο οποίος περιλαμβάνει τόσο τις ενεργητικές, όσο και τις παθητικές πωλήσεις) μεταξύ εξουσιοδοτημένων διανομέων στο πλαίσιο ενός συστήματος επιλεκτικής διανομής, θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρός περιορισμός του ανταγωνισμού (βλ. άρθρο 4 στοιχ. δ΄ των Κανονισμών [ΕΚ] 2790/1999 και [ΕΕ] 330/2010). Αυτό σημαίνει ότι μια συμφωνία δεν μπορεί να έχει ως άμεσο ή έμμεσο αντικείμενό της την παρεμπόδιση ή τον περιορισμό των ενεργητικών ή παθητικών πωλήσεων των συμβατικών προϊόντων μεταξύ των επιλεγμένων διανομέων (δικαιοδόχων εντός δικτύου). Οι επιλεγμένοι δικαιοδόχοι πρέπει να παραμένουν ελεύθεροι να προμηθεύονται τα συμβατικά προϊόντα από άλλους εξουσιοδοτημένους διανομείς του δικτύου, οι οποίοι δραστηριοποιούνται είτε στο ίδιο, είτε σε διαφορετικό επίπεδο του εμπορίου. Επομένως, η επιλεκτική διανομή δεν μπορεί να συνδυασθεί με κάθετους περιορισμούς που αποσκοπούν στο να εξαναγκάσουν δικαιοδόχους να προμηθεύονται τα συμβατικά προϊόντα αποκλειστικά από συγκεκριμένη πηγή, για παράδειγμα, υποχρέωση αποκλειστικής προμήθειας από τον δικαιοπάροχο. Αντιστρόφως, επιτρέπεται ο περιορισμός, τόσο των ενεργητικών, όσο και των παθητικών πωλήσεων ενός εξουσιοδοτημένου διανομέα, που συμμετέχει στο σύστημα επιλεκτικής διανομής, σε μη εξουσιοδοτημένους διανομείς, προς διανομείς δηλαδή, που δεν συμμετέχουν στο σύστημα (βλ. και άρθρο 4 στοιχ. β΄ περ. iii του Κανονισμού [ΕΕ] 330/2010). Με άλλα λόγια, στο πλαίσιο ενός συστήματος επιλεκτικής διανομής ο προμηθευτής μπορεί να απαγορεύει στους διανομείς που συμμετέχουν στο σύστημα –στη συγκεκριμένη περίπτωση τους δικαιοδόχους– να πωλούν σε μεταπωλητές, οι οποίοι δεν συμμετέχουν στο δίκτυο επιλεκτικής διανομής. Ωστόσο, οι επιλεγμένοι διανομείς (δικαιοδόχοι) που συμμετέχουν στο δίκτυο πρέπει να παραμένουν ελεύθεροι να προμηθεύονται από και να μεταπωλούν σε άλλους επιλεγμένους διανομείς (δικαιοδόχους) εντός του δικτύου. Συναφώς, συμφωνίες διανομής που υποχρεώνουν τους αγοραστές να πραγματοποιούν μόνο λιανικές πωλήσεις δύνανται να έχουν αντίστοιχο αποτέλεσμα, διότι ουσιαστικά απαγορεύουν τη μεταπώληση προϊόντων σε άλλους εμπόρους/μεταπωλητές εντός του δικτύου επιλεκτικής διανομής.
VI. Εξάλλου, η Οδηγία 2014/104 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Νοεμβρίου 2014 (ΕΕ L 349 της 5ης.12.2014), σχετικά με ορισμένους κανόνες που διέπουν τις αγωγές αποζημιώσεως, βάσει του εθνικού δικαίου για παραβάσεις των διατάξεων του δικαίου ανταγωνισμού των κρατών-μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ρυθμίζει πανευρωπαϊκά, κατά τρόπο ομοιόμορφο, συγκεκριμένα ζητήματα σχετικά με την άσκηση αγωγών αποζημιώσεως για παραβάσεις του δικαίου του ελεύθερου ανταγωνισμού. Η εν λόγω Οδηγία ενσωματώθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με τον Ν. 4529/2018 (ΦΕΚ Α΄ 56/23.3.2018), με τον οποίο εισήχθησαν ειδικότερες διατάξεις, εντασσόμενες συστηματικά στο γενικότερο πλαίσιο των διατάξεων των άρθρων 914 επ. ΑΚ, χωρίς να παραμερίζουν τις τελευταίες. Οι διατάξεις του Ν. 4529/2018 εφαρμόζονται επί παραβάσεων τόσο του ενωσιακού, όσο και του εθνικού δικαίου ελεύθερου ανταγωνισμού, δηλαδή καταλαμβάνουν και παραβάσεις με αμιγώς εθνική διάσταση (άρθρα 1 και 2 αρ. 1 και 3, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 4529/2018). Στο άρθρο 24 προβλέφθηκε ρητά ότι η ισχύς του Νόμου άρχισε την 27η.12.2016, ημερομηνία κατά την οποία έληγε η προθεσμία ενσωμάτωσης της Οδηγίας στο εθνικό δίκαιο (άρθρο 21 παρ. 1 Οδηγίας). Ειδικά οι δικονομικές διατάξεις των άρθρων 1 έως 15 εφαρμόζονται σε αγωγές αποζημίωσης που έχουν ασκηθεί από τις 26.12.2014 και εφεξής, με εξαίρεση το άρθρο 13, το οποίο εφαρμόζεται στις αγωγές που κατατίθενται από τις 16.9.2018 και εφεξής (άρθρο 16 παρ. 2 του Ν. 4529/2018). Απώτερος στόχος της Οδηγίας (επομένως και του ν. 4529/2018) είναι να δημιουργήσει ένα ευνοϊκό νομοθετικό πλαίσιο για τη διευκόλυνση των αγωγών αποζημιώσεως και να άρει εμπόδια ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου, τα οποία αποθάρρυναν μέχρι σήμερα επίδοξους ενάγοντες. Από πλευράς αστικού δικαίου τα εμπόδια αυτά σχετίζονται ιδίως με κάποιες ιδιαιτερότητες της ζημίας που προξενούν οι αντιανταγωνιστικές πρακτικές (Τριανταφυλλίδης Β., Η αξίωση αποζημίωσης για παραβάσεις του δίκαιου ελεύθερου ανταγωνισμού – Το σύστημα αστικής ευθύνης των νέων διατάξεων, ΔΕΕ 2018, 1014, Ασημακοπούλου Ε., Αγωγές αποζημίωσης λόγω παραβάσεων του δικαίου του ελεύθερου ανταγωνισμού – Ν. 4529/2018 – Ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία της Οδηγίας 2014/104/ΕΕ, ΔΕΕ 2018, 1275 επ.). Με το άρθρο 3 του Ν. 4529/2018, ορίζεται ότι οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει υποστεί ζημία λόγω παραβάσεως των κανόνων του δικαίου του ανταγωνισμού, δικαιούται πλήρη αποζημίωση. Από τη διατύπωση της ανωτέρω διατάξεως, καθίσταται σαφές ότι ο εθνικός νομοθέτης απέφυγε να περιλάβει ρητό ορισμό του ζημιωθέντος, όπως αντιστοίχως παρέλειψε και ο ενωσιακός νομοθέτης (2 παρ. 6 αυτής). Η ηθελημένη αυτή ευρύτητα στην οριοθέτηση της ενεργητικής νομιμοποίησης είναι απόρροια της έντονης διάχυσης που εμφανίζει η προκαλούμενη από αντιανταγωνιστικές πρακτικές ζημία λόγω της πολυπλοκότητας των οικονομικών συναλλαγών, της μεσολάβησης περισσότερων βαθμιδών από την παραγωγή έως τη διάθεση προϊόντων και υπηρεσιών, καθώς και της διάδρασης των σχετικών αγορών. Απορρέει, επομένως, από τη βασική θέση ότι η ζημία από περιορισμούς του ανταγωνισμού συχνότατα δεν περιορίζεται μόνο στους αντισυμβαλλόμενους άμεσους αγοραστές ή προμηθευτές ή τους ανταγωνιστές, αλλά επεκτείνεται σε κάθε παράγοντα της αγοράς, συμπεριλαμβανομένων των έμμεσων αγοραστών, των καταναλωτών κ.λπ., ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή μη συμβατικής σχέσης, δηλαδή σε όλα τα πρόσωπα εκείνα, τα οποία στο πλαίσιο της κοινωνικής δικαιοσύνης έχουν συμφέρον να συμμετέχουν ελεύθερα στην αγορά. Συνεπώς, κάθε συμμετέχων στην αγορά, του οποίου οι νόμιμες ευκαιρίες για δραστηριοποίηση σε αυτή μειώνονται ή εξαλείφονται από τις ενέργειες του παραβάτη, εμπίπτει στην έννοια του ζημιωθέντος [βλ. και ΑΠ 650/2016 ΧρΙΔ 2017, 227, παρατ. Λιάππη, Μαρίνο Μ.-Θ., Ζητήματα ενεργητικής νομιμοποίησης στις αγωγές αποζημίωσης λόγω παραβάσεων των κανόνων του δικαίου του ανταγωνισμού (Οδηγία 2014/104/ΕΕ), ΧρΙΔ 2018, 83]. Ειδικότερα, στην περίπτωση των καθέτων συμπράξεων, δικαιούχοι των σχετικών αποζημιωτικών αξιώσεων είναι οι αντισυμβαλλόμενοι (π.χ. διανομείς, οι δικαιοδόχοι), οι πελάτες αυτών, οι τελικοί καταναλωτές, καθώς και οι ανταγωνιστές (Τζουγανάτος [-Αθανασίου], Δίκαιο του Ελεύθερου Ανταγωνισμού, τ. II, 2020, σ. 537). Με το ίδιο, δε, άρθρο καθορίζεται, επίσης, και το εύρος της αποζημιωτικής αξιώσεως. Η αποζημίωση πρέπει να είναι πλήρης και περιλαμβάνει τη θετική και την αποθετική ζημία του ενάγοντας, καθώς και τόκους για το χρονικό διάστημα από την πρόκληση της ζημίας έως την καταβολή της αποζημιώσεως, ενώ έχει αποκαταστατικό χαρακτήρα, αποκλεισμένης της ποινικής ή παραδειγματικής αποζημιώσεως (βλ. συναφώς άρθρο 3 της Αιτιολογικής Εκθέσεως του Ν. 4529/2018). […]
Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή τους, οι ενάγοντες ιστορούν ότι ο δεύτερος εξ αυτών, ενεργώντας τόσο ατομικώς όσο και υπό την ιδιότητά του ως μέλους της πρώτης ενάγουσας εταιρείας, συνήψε με την εναγομένη την από 10.4.2009 σύμβαση δικαιόχρησης, δωδεκαετούς διάρκειας, λήγουσας τη 10η.4.2021, δυνάμει της οποίας παρασχέθηκε σε αυτούς το δικαίωμα χρήσεως και εκμεταλλεύσεως του διακριτικού τίτλου «Γ.» επί των προϊόντων, που συμφωνήθηκε να τους προμηθεύουν, καθώς και το δικαίωμα της λιανικής πωλήσεως των προϊόντων και των υπηρεσιών της εναγομένης κατ’ αποκλειστικότητα στον Δήμο Νέας Μάκρης Αττικής. […] Ότι, εξαιτίας της αντισυμβατικής, παράνομης και καταχρηστικής συμπεριφοράς της εναγομένης και της συνεπεία αυτής μειωμένης κερδοφορίας τους, που καθιστούσε αδύνατη τη συνέχιση της μεταξύ τους συνεργασίας και της επιχειρηματικής τους δραστηριότητας, αναγκάσθηκαν, κατά την ημερομηνία της 18ης.9.2018, να καταγγείλουν, με σχετική εξώδικη δήλωσή τους, την επίμαχη σύμβαση δικαιόχρησης για σπουδαίο λόγο, αναγόμενο σε αποκλειστική υπαιτιότητα της αντιδίκου τους. […]
Ως προς την τιμολογιακή, ωστόσο, πολιτική της πρώτης ενάγουσας, αποδεικνύεται ότι η εναγόμενη δικαιοπάροχος καθόριζε όχι μόνον τις αρχικές τιμές πωλήσεως των προϊόντων της προς τη δικαιοδόχο, αλλά προέβαινε περαιτέρω και σε καθορισμό των τελικών τιμών μεταπωλήσεως των εν λόγω προϊόντων, ρυθμίζοντας τοιουτοτρόπως, κατά τη βούλησή της και το περιθώριο κέρδους της πρώτης ενάγουσας και αποτρέποντας την τελευταία από την ελεύθερη ανάπτυξη της δικής της επιχειρηματικής πρωτοβουλίας. Πράγματι από τη σαφή και ρητή διατύπωση των προπαρατεθέντων συμβατικών όρων προκύπτει ευθέως δέσμευση ως προς τις τιμές μεταπωλήσεως, ιδίως αναφορικά με τον καθορισμό αποκλειστικά από την εναγομένη της πολιτικής των τιμών λιανικής πωλήσεως, αλλά και του ύψους της εκπτώσεως που η πρώτη ενάγουσα δικαιοδόχος μπορούσε να χορηγήσει από ένα καθορισμένο επίπεδο τιμών λιανικής. Πλέον συγκεκριμένα, η όποια τυχόν συμβατική ελευθερία, ως προς την διαμόρφωση τιμών λιανικής (μεταπωλήσεως) ήθελε υποτεθεί ότι αναγνωρίστηκε στη δικαιοδόχο, βάσει της εισαγωγικής διατάξεως του υπ’ αριθμ. 12.1 συμβατικού όρου, αναιρείται ακολούθως από τους ειδικότερους όρους των άρθρων 12.5 και 12.6 της ιδίας συμβάσεως, δεδομένου ιδίως ότι: α) η πολιτική των τιμών λιανικής (μεταπωλήσεως) εντός του δικτύου προβλέφθηκε ότι θα καθορίζεται αποκλειστικά από την εναγόμενη, β) στα άρθρα αυτά γίνεται ευθέως και ρητώς αναφορά σε καθορισμό τιμών λιανικής εκ μέρους της δικαιοπαρόχου και όχι σε προτεινόμενες τιμές, γ) συνδέονται ευθέως οι τιμές μεταπωλήσεως της δικαιοδόχου με τις τιμές μεταπωλήσεως των ανταγωνιστών, αφού αφενός μεν η εναγόμενη όφειλε να διαμορφώνει αντίστοιχες με τις τιμές της αγοράς τιμές και αφετέρου η πρώτη ενάγουσα δικαιοδόχος μπορούσε να μειώνει αυτές τις τιμές λιανικής, εφόσον, κατά συστηματικό τρόπο, η δικαιοπάροχος απέκλινε από τις τιμές αυτές, και δ) παρέχεται η δυνατότητα στην πρώτη ενάγουσα δικαιοδόχο να απαιτήσει και να πετύχει τη μείωση των τιμών λιανικής ουσιαστικά μόνο στην περίπτωση που η εναγόμενη παραβιάσει συστηματικά τον υπ’ αριθμ. 12.5 συμβατικό όρο, με απώτερο στόχο να διατηρηθεί σε σταθερό επίπεδο το προσδοκώμενο περιθώριο κέρδους της δικαιοδόχου. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, καθοριζόταν ουσιαστικά από τη δικαιοπάροχο και το επίπεδο του περιθωρίου κέρδους της πρώτης ενάγουσας δικαιοδόχου, […] κατά τρόπο που να μη θίγεται η αξιοπιστία και η φήμη της, πρακτική που συνιστά εξ αντικειμένου περιορισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού, και εμπίπτει στην κανονιστική εμβέλεια της διατάξεως του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 703/1977 και ήδη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3959/2011, σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 4 στοιχ. α΄ των Κανονισμών (ΕΚ) 2790/1999 και (ΕΕ) 330/2010, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο V νομική σκέψη της παρούσας. Περαιτέρω, με τον υπ’ αριθμ. 13 συμβατικό όρο προβλεπόταν ευθέως ότι η εναγόμενη διαμόρφωνε και προκαθόριζε αποκλειστικώς την ανώτατη έκπτωση, την οποία μπορούσε να χορηγήσει η πρώτη ενάγουσα δικαιοδόχος από συγκεκριμένο επίπεδο τιμών λιανικής, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες διερχόμενοι πελάτες της ζητούσαν την έκδοση τιμολογίων χονδρικής πωλήσεως. Επιπλέον, προβληματική, από απόψεως ελευθέρου ανταγωνισμού, τύγχανε και η ρήτρα του άρθρου 25 παρ. 4 της επίμαχης συμβάσεως δικαιόχρησης, με την οποία προβλεπόταν η υποχρέωση λήψεως εγκρίσεως από την εναγομένη για την υλοποίηση τοπικής διαφημίσεως εκ μέρους της δικαιοδόχου, προϋπόθεση που λειτουργούσε αποτρεπτικά για την τελευταία, ως προς τις προωθητικές ενέργειες και τις χορηγούμενες εκπτώσεις της, που παρεξέκλιναν της διαμορφωθείσης από την δικαιοπάροχο τιμολογιακής πολιτικής. Το πλέγμα, συνεπώς, των προρρηθεισών διατάξεων αναδεικνύει την πρακτική καθορισμού των τιμών μεταπωλήσεως που ακολουθείτο από την εναγομένη και επιβαλλόταν μονομερώς από αυτήν στην πρώτη ενάγουσα. […]
Εξάλλου, η ως άνω παράνομη πρακτική της εναγόμενης, ήτοι η παραβίαση των άρθρων 1 του Ν. 703/1977 και ήδη του άρθρου 1 του Ν. 3959/2011, καθώς και αντιστοίχως του άρθρου 81 ΣυνθΕΚ και ήδη του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, μέσω του καθορισμού των τιμών λιανικής μεταπωλήσεως, διαπιστώθηκε από την Ολομέλεια της Επιτροπής Ανταγωνισμού με την υπ’ αριθμ. 580Λ/11/2013 απόφασή της, που αφορούσε στα έτη 1990-2012, δυνάμει της οποίας η εναγόμενη υποχρεώθηκε να παύσει τις διαπιστωθείσες στο σκεπτικό της εν λόγω αποφάσεως παραβάσεις του καθορισμού των τιμών μεταπωλήσεως, του περιορισμού των αμοιβαίων προμηθειών μεταξύ των διανομέων-δικαιοδόχων και της επιβολής ρήτρας μη ανταγωνισμού μετά τη λήξη των συμβάσεων και να παραλείπει αυτές στο μέλλον, ενώ της επιβλήθηκε για τις διαπιστωθείσες παραβάσεις πρόστιμο συνολικού ύψους 10.251.548,00 ευρώ. […] Εν συνεχεία, η εναγομένη, συμμορφούμενη προς τις ανωτέρω διαπιστώσεις της Επιτροπής Ανταγωνισμού, προέβη σε μονομερή τροποποίηση των επιμέρους όρων της επίμαχης συμβάσεως δικαιόχρησης, με την από 15.2.2015 επιστολή της, που κοινοποιήθηκε στην πρώτη ενάγουσα κατά την ημερομηνία της 2ας.3.2015 […]. Ωστόσο, αναφορικά με το κρίσιμο εν προκειμένω ζήτημα του καθορισμού από την εναγόμενη των τιμών λιανικής μεταπωλήσεως, προκύπτει ότι, μολονότι τροποποιήθηκε, κατά τα ως άνω, η επίμαχη σύμβαση δικαιόχρησης, η δικαιοπάροχος δεν μετέβαλε το ισχύσαν σύστημα τιμολογήσεως, αλλά εξακολούθησε να εφαρμόζει εις βάρος της πρώτης ενάγουσας την ίδια αντιανταγωνιστική πολιτική επιβολής και ελέγχου των λιανικών τιμών. Ειδικότερα, παρά το γεγονός ότι ο σχετικός τιμοκατάλογος, που η εναγομένη απέστελλε στην πρώτη ενάγουσα, ήταν ενδεικτικός, εντούτοις αυτή (εναγομένη), χρησιμοποιώντας έμμεσους τρόπους και μέτρα, μεριμνούσε ώστε η δικαιοδόχος να μην αφίσταται από τις προτεινόμενες τιμές. Η έμμεση αυτή επιβολή και η συμμόρφωση της πρώτης ενάγουσας προς τις λιανικές τιμές μεταπωλήσεως που καθορίζονταν ουσιαστικά από την εναγομένη και τύποις μόνον έφεραν τον χαρακτηρισμό των «συνιστώμενων τιμών», επιτυγχανόταν βάσει του λογισμικού συστήματος εμπορικής διαχείρισης SRS, το οποίο ήταν εγκατεστημένο και λειτουργούσε στην επιχείρηση της δικαιοδόχου για την ηλεκτρονική ανταλλαγή δεδομένων με τη δικαιοπάροχο, αλλά και μέσω της παρακολουθήσεως της δικαιοδόχου από τους επιθεωρητές της δικαιοπαρόχου. Πιο συγκεκριμένα, η συμμόρφωση της επιχειρήσεως της πρώτης ενάγουσας με την εκάστοτε διαμορφωθείσα τιμολογιακή, αλλά και εν γένει εμπορική πολιτική της δικαιοπαρόχου τελούσε υπό τη διαρκή εποπτεία των επιθεωρητών της τελευταίας, οι οποίοι επισκέπτονταν το κατάστημά της σε εβδομαδιαία σχεδόν βάση και συνέτασσαν τις σχετικές εκθέσεις αξιολογήσεώς τους. […]
Ταυτόχρονα, η παρακολούθηση της τιμολογιακής πολιτικής της δικαιοδόχου λάμβανε χώρα και μέσω του λογισμικού συστήματος SRS, καθώς η εν λόγω εφαρμογή, πέραν της προφανούς διευκολύνσεως που παρείχε στη δικαιοδόχο, κατά την έκδοση των απαιτούμενων φορολογικών στοιχείων, και την ταχύτατη ενημέρωσή της, ως προς τα αποθέματά της, αποτελούσε χρήσιμο εργαλείο πρωτίστως για την εναγόμενη δικαιοπάροχο, η οποία είχε στη διάθεση της τη δυνατότητα άμεσης ενημερώσεως των πωλήσεων που επιτύγχανε η πρώτη ενάγουσα καθημερινά, αλλά και παρακολουθήσεως της συμμορφώσεως της τελευταίας προς τις καθορισθείσες λιανικές τιμές μεταπωλήσεως. Θα πρέπει, βέβαια, να επισημανθεί ότι η αλλαγή της ορισθείσης ως «συνιστώμενης» από τη δικαιοπάροχο λιανικής τιμής μεταπωλήσεως, μέσω του συστήματος SRS, ήταν μεν τεχνικά δυνατή, αν και όχι σε μόνιμη βάση, πλην, όμως, στην πράξη δεν συνέβαινε τούτο, ένεκα της τακτικής και δη εβδομαδιαίας επιθεωρήσεως και αξιολογήσεως του καταστήματος της πρώτης ενάγουσας δικαιοδόχου από τους εκάστοτε επιθεωρητές, καθώς και του φόβου διαταράξεως της συνεργασίας της με τη δικαιοπάροχο. Επιπλέον, προκύπτει ότι η εναγόμενη δικαιοπάροχος, μέσω διαφημιστικών μηνυμάτων στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο, αλλά και με προσωπικά μηνύματα sms και ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mails) προωθούσε στο καταναλωτικό κοινό και στους συνδρομητές της COSMOTE προϊόντα έναντι προκαθορισμένων τιμών. […]
Με βάση, επομένως, τα ανωτέρω αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι, παρά την από 15.2.2015 τροποποίηση της επίμαχης συμβάσεως δικαιόχρησης και τη ρητή πρόβλεψη στο άρθρο 12 αυτής, περί της ελεύθερης διαμορφώσεως των τιμών μεταπωλήσεως από την πρώτη ενάγουσα δικαιοδόχο, τελικώς παρέμεινε ισχνή η αυτονομία της τελευταίας ως προς τον καθορισμό των λιανικών τιμών, καθώς αναγκαζόταν να υιοθετεί πιστά τις «προτεινόμενες» τιμές λιανικής μεταπωλήσεως της εναγομένης. Η παράνομη αυτή συμπεριφορά της εναγομένης, η συνιστάμενη στον εξ αντικειμένου περιορισμό του ελεύθερου ανταγωνισμού, δυνάμει της εφαρμογής των προρρηθέντων συμβατικών όρων έως τη 15η.2.2015, αλλά και μέσω των προεκτεθεισών πρακτικών της από το τελευταίο αυτό χρονικό σημείο και εντεύθεν, έβλαπτε καθοριστικά τη δραστηριότητα της πρώτης ενάγουσας, εφόσον την εμπόδιζε να διαμορφώνει η ίδια την εμπορική πολιτική της, να καθορίζει αυτοβούλως τις τιμές των προϊόντων της, να αποφασίζει η ίδια πότε μπορεί να αυξήσει ή να μειώσει τις τιμές και να κάνει εκπτώσεις ή προσφορές, ανάλογα με τις συνθήκες της τοπικής αγοράς που εξυπηρετούσαν και τις ανάγκες των πελατών της. Εξαιτίας των μη νόμιμων αυτών δεσμεύσεων που της επέβαλε η εναγομένη, το περιθώριο κέρδους της πρώτης ενάγουσας δικαιοδόχου σε κάθε περίπτωση δεν ήταν το προσδοκώμενο και είχε άμεση επίπτωση στη βιωσιμότητα της επιχειρήσεώς της, αναλογιζομένων και των λειτουργικών εξόδων της, αλλά και της γενικότερης πολιτικής της δικαιοπαρόχου, η οποία στην προσπάθεια της να επικρατήσει στην αγορά στόχευε αποκλειστικά και μόνον στη δική της κερδοφορία, χωρίς να ενδιαφέρεται για τη βιωσιμότητα της δικαιοδόχου της. Συνακόλουθα, κρίνεται εν προκειμένω ότι η εναγόμενη, με την ανωτέρω συμπεριφορά της, παραβίασε όχι μόνον τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 703/1977 και ήδη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3959/2011, αλλά και το τροποποιηθέν άρθρο 12 της επίμαχης συμβάσεως δικαιόχρησης, με αποτέλεσμα το αιτούμενο από την πρώτη ενάγουσα κονδύλιο καταπτώσεως της προβλεπόμενης από την ίδια σύμβαση (όρος 31.3) ποινικής ρήτρας, χρηματικού ποσού 44.020,00 ευρώ, για την υπό στοιχείο 1α΄ παράβαση, να καταφάσκεται ουσιαστικά βάσιμο. […]
Περαιτέρω, η αμοιβή της πρώτης ενάγουσας δικαιοδόχου για την παροχή των υπηρεσιών της αποτελείτο από δύο σκέλη, και δη α) από το αποκαλούμενο «Bonus airtime» (άλλως αερόχρονο ομιλίας), το οποίο συνιστούσε την αμοιβή που αυτή λάμβανε από την εναγόμενη για τις συνδέσεις κινητής, καρτοκινητής και σταθερής τηλεφωνίας που επιτύγχανε και παρέμεναν στο δίκτυο του .... και της.... χωρίς να αλλάξουν πάροχο, και β) από το αποκαλούμενο «Bonus στόχων», δηλαδή από την προμήθειά της για την επίτευξη των στόχων πωλήσεων που ετίθεντο και ισοδυναμούσαν με επιπλέον αμοιβές της. Όπως, δε, εκτίθεται και ανωτέρω, με τον υπ’ αριθμ. 18.1 συμβατικό όρο, προβλέφθηκε ότι η επίμαχη συμφωνία δικαιόχρησης βασιζόταν σε ένα επιχειρησιακό σχέδιο αναπτύξεως των πωλήσεων της δικαιοδόχου. Αυτός ο στόχος πωλήσεων ορίσθηκε πως θα συντασσόταν από τον διευθυντή λιανικής πωλήσεως της δικαιοπαρόχου και από τη δικαιοδόχο, με βάση τα δεδομένα της αγοράς. Ωστόσο, αποδεικνύεται ότι οι στόχοι των πωλήσεων της πρώτης ενάγουσας δεν καθορίζονταν από κοινού από τα συμβαλλόμενα μέρη, με βάση τα δεδομένα της αγοράς, αλλά μονομερώς από την εναγομένη, χωρίς σαφή και εύλογα κριτήρια, κατά παράβαση του υπ’ αριθμ. 18.1 συμβατικού όρου. Πλέον συγκεκριμένα, ως κίνητρο για την προώθηση των πωλήσεων και την αύξηση του όγκου των παρεχόμενων υπηρεσιών στο καταναλωτικό κοινό, καθώς και για τη βελτιστοποίηση της αποδόσεως των δικαιοδόχων της, η εναγομένη είχε εισαγάγει και επιβάλει μονομερώς στους τελευταίους ένα σύστημα στοχοθέτησης, καθορισμού, δηλαδή, στόχων πωλήσεων. Το ζήτημα της επιτεύξεως των στόχων των παρεχόμενων υπηρεσιών ήταν το πλέον καθοριστικό για την κερδοφορία των δικαιοδόχων, αφού η επίτευξή τους συναπτόταν με την είσπραξη εκ μέρους τους σημαντικών προμηθειών (bonus), δεδομένου, μάλιστα, ότι οι εν λόγω προμήθειες από την παροχή υπηρεσιών κινητής, σταθερής τηλεφωνίας και διαδικτύου εκτιμάται πως ανέρχονταν σε ποσοστό 80% των καθαρών εσόδων των επιχειρήσεων των δικαιοδόχων, κατά μέσο όρο, ενώ η κερδοφορία τους από τη μεταπώληση προϊόντων ήταν περιορισμένη και το σχετικό περιθώριο κέρδους τους ελεγχόταν απολύτως από τη δικαιοπάροχο, σύμφωνα και με τα ανωτέρω καταφασκόμενα. Οι εκάστοτε μονομερώς από την εναγομένη τιθέμενοι στόχοι, καθώς και οι αντίστοιχες αμοιβές (προμήθειες) της πρώτης ενάγουσας ανακοινώνονταν στην τελευταία, μέσω της ετήσιας και της μηνιαίας εμπορικής πολιτικής της δικαιοπαρόχου. Η ετήσια εμπορική πολιτική αποτελούσε τον κεντρικό κορμό της στρατηγικής της δικαιοπαρόχου και περιέγραφε τις προτεραιότητες και τις αντίστοιχες αμοιβές της δικαιοδόχου ανά κατηγορία (υπηρεσίες, προϊόντα κ.λπ.), ενώ η μηνιαία εμπορική πολιτική προσδιόριζε την στρατηγική και τις κατευθύνσεις της εναγομένης για τον εκάστοτε μήνα. Η εναγομένη, όμως, κατά τη διάρκεια λειτουργίας της επίμαχης συμβάσεως δικαιόχρησης, έθετε στόχους, οι οποίοι με την πάροδο των ετών παρέμεναν δυσανάλογα υψηλοί και αυξανόμενοι, ως προς τα πεδία τους, σε σχέση με τις επικρατούσες στην οικεία γεωγραφική αγορά, όπου δραστηριοποιεί η πρώτη ενάγουσα, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες, οι οποίες δεν επέτρεπαν την αύξηση της κατανάλωσης. Επομένως, μολονότι η εναγομένη είχε τη δυνατότητα να προσαρμόσει την εμπορική της πολιτική και όφειλε να λαμβάνει υπ’ όψιν της τα δεδομένα της αγοράς, για να καθορίζει από κοινού με την πρώτη ενάγουσα το επιχειρησιακό σχέδιο αναπτύξεως και τους κατ’ ιδίαν στόχους των πωλήσεως της επιχειρήσεως της τελευταίας, ωστόσο προέβαινε κατ’ επανάληψη σε ποιοτική και ποσοτική αύξηση των επιμέρους στόχων, τους οποίους επέβαλλε μονομερώς στη δικαιοδόχο, με αποτέλεσμα η επιχειρηματική δραστηριότητα να μην αποβαίνει αμοιβαία επωφελής για αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη, ως έδει, αλλά να καθίσταται ετερομερώς επωφελής μόνον για τη δικαιοπάροχο και για τις συνδεδεμένες με αυτήν εταιρείες COSMOTE και ΟΤΕ. Έτσι, ενώ η πρώτη ενάγουσα δικαιοδόχος παρείχε αδιαλείπτως τις ίδιες υπηρεσίες στο καταναλωτικό κοινό, δηλαδή συνδέσεις κινητής/καρτοκινητής, σταθερής, διαδικτύου και καλωδιακής τηλεόρασης, η εναγόμενη δικαιοπάροχος, ενεργώντας μονομερώς και δυσμενώς για την πρώτη ενάγουσα, αύξανε τις κατηγορίες των στόχων, που έπρεπε αυτή να επιτύχει, ώστε να λαμβάνει τις ιδιαιτέρως κρίσιμες για την κερδοφορία της επιχειρήσεώς της προμήθειες. Η κατάτμηση, δηλαδή, αυτή των στόχων οδήγησε σε σύστοιχη μείωση των αμοιβών της πρώτης ενάγουσας, εφόσον η προμήθειά της επιμεριζόταν σε περισσότερους στόχους, ενώ εάν αυτή δεν επιτύγχανε τους τεθέντες στόχους της, στερείτο των επιπλέον αμοιβών της, με συνέπεια την ελαχιστοποίηση της κερδοφορίας της. Η μείωση, βέβαια, των αμοιβών της δικαιοδόχου δεν προέκυπτε μόνον εμμέσως, δια της μονομερούς από τη δικαιοπάροχο κατατμήσεως των επιμέρους στόχων πωλήσεων, αλλά και ευθέως, δια της μειώσεως του ύψους των εκάστοτε προμηθειών για την επίτευξη των στόχων, σύμφωνα με την εμπορική πολιτική της εναγομένης, που γνωστοποιείτο στην πρώτη ενάγουσα. Αντιθέτως, προκύπτει ότι εν λόγω πρακτική της εναγόμενης, περί καθυστερημένης γνωστοποιήσεως της πολιτικής στοχοθέτησης στην αντίδικό της, στην έκταση που περιόριζε την κερδοφορία της τελευταίας, συνιστούσε απλή παράβαση της γενικότερης υποχρεώσεως καλόπιστης εκπληρώσεως της ενοχής εκ μέρους της δικαιοπαρόχου (άρθρο 288 ΑΚ) και, ειδικότερα, της υποχρεώσεώς της περί συνεχούς υποστηρίξεως της δικαιοδόχου σχετικά με οργανωτικά θέματα του συστήματος δικαιόχρησης. Ως εκ τούτων και δεδομένης της αποδεικνυόμενης, κατά τα ως άνω, παραβάσεως εκ μέρους της δικαιοπαρόχου του υπ’ αριθμ. 18.1 όρου της επίμαχης συμβάσεως δικαιόχρησης, θα πρέπει να γίνει δεκτό, ως και κατ’ ουσίαν βάσιμο, το συναφές αγωγικό αίτημα περί καταπτώσεως εις βάρος της εναγομένης της προβλεπόμενης από την ίδια σύμβαση (όρος 31.3) ποινικής ρήτρας, χρηματικού ποσού 44.020,00 ευρώ, για την υπό στοιχείο 1β΄ παράβαση. Παράλληλα, η μονομερής εκ μέρους της εναγομένης επιβολή στην πρώτη ενάγουσα αυξημένων και δυσανάλογων, λόγω των συνθηκών της οικείας αγοράς, στόχων πωλήσεων, χωρίς συγκεκριμένα και εύλογα κριτήρια, η επίτευξη των οποίων (στόχων) καθίστατο ιδιαιτέρως δυσχερής και οι οποίοι αποσκοπούσαν στην αύξηση των εσόδων και της κερδοφορίας της ιδίας (δικαιοπαρόχου), αλλά και των συνδεδεμένων με αυτήν εταιρειών COSMOTE και ΟΤΕ, εμπίπτει στην απαγόρευση της διατάξεως του άρθρου 18α του Ν. 146/1914, καθώς συνιστά εκδήλωση της καταχρηστικής εκμετάλλευσης της σχέσεως οικονομικής εξαρτήσεως της επιχειρήσεως της δικαιοδόχου από τη δικαιοπάροχο και κατ’ επέκταση αδικοπρακτική συμπεριφορά, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω υπό στοιχείο IV νομική σκέψη της παρούσας. […]
Κατόπιν, επομένως, των ανωτέρω αποδεικνυόμενων πραγματικών περιστατικών, προκύπτει ότι η ως άνω πρακτική της εναγομένης, κατά το μέτρο που υπερέβαινε την προβλεπόμενη από τους υπ’ αριθμ. 15.1, 15.4 και 17 συμβατικούς όρους υποχρέωση της πρώτης ενάγουσας, συνιστά εκδήλωση της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως της οικονομικής εξαρτήσεως της επιχειρήσεως της δικαιοδόχου από την ισχυρή επιχείρηση της δικαιοπαρόχου, κατά παράβαση του άρθρου 18α του Ν. 146/1914, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχείο IV νομική σκέψη της παρούσας, ενώ συνέτεινε και αυτή στην φθίνουσα οικονομική πορεία της πρώτης ενάγουσας. […] Εν όψει, δε, των ανωτέρω και της δεινής οικονομικής θέσεως, στην οποία είχε περιέλθει η πρώτη ενάγουσα, αυτή κατήγγειλε την επίμαχη σύμβαση δικαιόχρησης προ της λήξεως του ορισμένου χρόνου της, με την από 18.9.2018 εξώδικη διαμαρτυρία δήλωση και πρόσκλησή της, η οποία κοινοποιήθηκε στην εναγόμενη κατά την ημερομηνία της 21ης.9.2018. Η εν λόγω γενόμενη έκτακτη καταγγελία εκ μέρους της δικαιοδόχου ανάγεται σε σπουδαίο λόγο και πρέπει να αποδοθεί, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, σε υπαιτιότητα της εναγόμενης δικαιοπαρόχου, η οποία, με την ως άνω περιγραφείσα αντισυμβατική, παράνομη, αντίθετη στα χρηστά ήθη και περιοριστική του ελεύθερου ανταγωνισμού συμπεριφορά της κατέστησε επαχθή, με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, την περαιτέρω συνέχιση της ως άνω συμβάσεως και οδήγησε την πρώτη ενάγουσα εταιρεία σε οικονομική κατάρρευση. Ως εκ τούτων, η καταγγέλλουσα δικαιοδόχος δικαιούται, κατ’ εφαρμογή του όρου 29.7 της σύμβασης, από την υπαιτίως προκαλέσασα την καταγγελία δικαιοπάροχο, ως ποινική ρήτρα, το χρηματικό ποσό των 29.347,00 ευρώ, το οποίο αναπροσαρμοζόμενο κάθε χρόνο κατά ποσοστό 20% επί του ποσού του αμέσως προηγούμενου έτους, ανέρχεται για το δέκατο (10°) έτος λειτουργίας της συμβάσεως, οπότε και αυτή καταγγέλθηκε (21.9.2018), στο συνολικό χρηματικό ποσό των 151.424,04 ευρώ. Εξάλλου, με βάση τα ανωτέρω αποδεικνυόμενα πραγματικά περιστατικά, οι ενέργειες της εναγομένης, ήτοι ο σφετερισμός των δαπανών και του μόχθου της πρώτης ενάγουσας δικαιοδόχου, μέσω της επιβολής σε αυτήν αυστηρής και άνευ ικανοποιητικού περιθωρίου κέρδους τιμολογιακής πολιτικής, της απαγορεύσεως και σε κάθε περίπτωση του περιορισμού της διενέργειας αμοιβαίων προμηθειών με έτερους δικαιοδόχους του ιδίου συστήματος δικαιόχρησης, καθώς και της επιβολής όρων περί επιτεύξεως αδύνατων, άλλως δυσχερώς επιτεύξιμων –αντικειμενικά λόγω των συνθηκών– στόχων πωλήσεων, καθώς εμπορικών πρακτικών εξαναγκασμένων προμηθειών, που αποσκοπούσαν στην αύξηση του τζίρου της, αποδεχόμενη ως ενδεχόμενη την οικονομική καταστροφή της δικαιοδόχου, συνιστούν παραβάσεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 703/1977 και ήδη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3959/2011, καθώς και του άρθρου 18α του Ν. 146/1914, θεμελιώνοντας, κατ’ επέκταση, και την αδικοπρακτική της ευθύνη (άρθρα 914, 919 και 932 ΑΚ). Συνεπεία, δε, της αδικοπρακτικής αυτής συμπεριφοράς της εναγομένης, η πρώτη ενάγουσα περιήλθε σε εξαιρετικά δυσμενή οικονομική θέση, εξαιτίας της οποίας η λειτουργία του καταστήματος της οδηγήθηκε σε διακοπή, μετά από εννέα και πλέον έτη κοπιώδους προσπάθειας, ενώ η ίδια τέθηκε υπό εκκαθάριση. Τοιουτοτρόπως, επλήγη η επαγγελματική φήμη και αξιοπιστία της και, ως εκ τούτου, δικαιούται, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, εύλογη χρηματική ικανοποίηση από την εναγόμενη εταιρεία, ως υπαίτιας της προσβολής των δικαιωμάτων της. Το ύψος αυτής, λαμβανομένων υπ’ όψιν του είδους και της βαρύτητας της προσβολής, των συνεπειών αυτής στο επιχειρηματικό πεδίο και των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκε, καθώς και του βαθμού της υπαιτιότητας των νομίμων εκπροσώπων και προστηθέντων της εναγόμενης, αλλά και της κοινωνικοοικονομικής καταστάσεως των διαδίκων μερών, πρέπει να καθορισθεί στο κρινόμενο ως εύλογο χρηματικό ποσό των 20.000,00 ευρώ…].
[ ΠΗΓΗ: ΧΡΟΝΙΚΑ ΙΔΙΩΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ]