ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Α΄
ΑΠΟΦΑΣΗ 3057/2014
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την εξής σύνθεση: Ν. Σακελλαρίου, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος, Π. Μπραΐμη, Π. Χαμάκος, Σύμβουλοι, Χ. Χαραλαμπίδη, Θ. Ζιάμου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Β. Ραφαηλάκη, Γραμματέας του Α΄ Τμήματος.
Για να δικάσει την από 10 Μαρτίου 2011 αίτηση:
του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τη Μαρία Δεληγιάννη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά των: 1) … και 4) …, οι οποίοι δεν παρέστησαν.
Με την αίτηση αυτή το Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 1307/2010 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Θ. Ζιάμου.
Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε την αντιπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά το Νόμο
1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου.
2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 1307/2010 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού έγιναν εν μέρει δεκτές έφεση του αναιρεσείοντος Δημοσίου και αντεφέσεις των αναιρεσιβλήτων, εξαφανίστηκε η 481/2007 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά το κεφάλαιό της που αναφέρεται στο ύψος της επιδικασθείσας αποζημιώσεως των αναιρεσιβλήτων και κατόπιν εκδικάσεως της από 12.11.2001 αγωγής τoυς, αναγνωρίστηκε τελικώς η υποχρέωση του αναιρεσείοντος Δημοσίου να καταβάλει 80.000 ευρώ στον πρώτο αναιρεσίβλητο …, 80.000 ευρώ στη δεύτερη αναιρεσίβλητη …, 35.000 ευρώ στον τρίτο αναιρεσίβλητο … και 20.000 ευρώ στην τέταρτη αναιρεσίβλητη …, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από το θάνατο του συγγενούς τους …, που επήλθε στις 17.12.1997 κατά τη συντριβή του αεροσκάφους στο οποίο επέβαινε, στα Πιέρια Όρη.
3. Επειδή, στο άρθρο 53 παρ. 3 και 4 του π.δ/τος 18/1989 (ΦΕΚ 8 Α΄), όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του Ν. 3900/2010 (ΦΕΚ 213 Α΄, έναρξη ισχύος, κατ’ άρθρο 70, από 1.1.2011) ορίζεται ότι: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ…». Όπως προκύπτει από την αιτιολογική έκθεση του ν. 3900/2010, οι ως άνω διατάξεις υπαγορεύτηκαν από την ανάγκη για αποσυμφόρηση του Συμβουλίου της Επικρατείας από μεγάλο αριθμό αναιρετικών δικών, στις οποίες δεν τίθενται σοβαρά νομικά ζητήματα ή τίθενται ζητήματα τα οποία έχουν ήδη επιλυθεί και οι οποίες αποσκοπούν στη διασφάλιση της ορθής εφαρμογής και της ενότητας της νομολογίας της διοικητικής δικαιοσύνης από το ανώτατο αναιρετικό δικαστήριο. Κατά την έννοια των ίδιων διατάξεων, για το παραδεκτό της ασκήσεως αιτήσεως αναιρέσεως ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων αμφοτέρων των ανωτέρω παραγράφων, ήτοι και του ελάχιστου ποσού της διαφοράς και των ειδικότερων προϋποθέσεων της ως άνω παραγράφου 3 του νέου άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989 (βλ. ΣτΕ 2659/2013 επταμ., 856/2013 επταμ., 1875/2012 επταμ., 2177/2011 επταμ. κ.α.).
4. Επειδή, περαιτέρω, όπως έχει κριθεί, ναι μεν το άρθρο 77 παρ.5 του π.δ. 18/1989, που κωδικοποίησε το υπαγόμενο στις μεταβατικές διατάξεις του ν.δ.170/1973 (Α΄229) άρθρο 68 παρ. 5 αυτού, ορίζει ότι «Το παραδεκτό των ενδίκων μέσων κρίνεται σύμφωνα με το νόμο που ισχύει κατά το χρόνο της έκδοσης της διοικητικής πράξης ή της δημοσίευσης της δικαστικής απόφασης» (πρβλ. ΣτΕ 654/1993, 3407/2001, 2659/2008 Ολομ.), πλην, κατά την έννοια των διατάξεων του ν. 3900/2010, ερμηνευόμενων εν όψει του σκοπού του νόμου, όπως αυτός προκύπτει από τη μνημονευόμενη στην προηγούμενη σκέψη αιτιολογική έκθεση (πρβλ. ΣτΕ 1757/2007 Ολομ.), και ενόψει του περιεχομένου τους, που δεν αναφέρεται αποκλειστικά στο αντικείμενο της προσβαλλομένης, αλλά και στους λόγους που, μόνοι, μπορούν να προβληθούν κατ’ αυτής (έλλειψη νομολογίας ή αντίθεση στη νομολογία), οι ρυθμίσεις του άρθρου 12 αυτού εφαρμόζονται στις αιτήσεις αναιρέσεως που ασκούνται μετά την έναρξη της ισχύος του, ήτοι μετά την 1.1.2011, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως (βλ. ΣτΕ 1582-4/2014, 855/2013 επταμ, ΣτΕ 1519/2013, ΣτΕ 4163, 2413, 1547/2012 επταμ, 2177/2011 επταμ.).
5. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση έχει κατατεθεί στο Διοικητικό Εφετείο Θεσσαλονίκης στις 15.3.2011 και επομένως διέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσιεύσεως της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (13.9.2010). Με το εισαγωγικό δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως το αναιρεσείον Δημόσιο προβάλλει ότι εφαρμοστέες επί του ζητήματος του παραδεκτού είναι οι διατάξεις του άρθρου 35 του προγενέστερου ν. 3772/2009 που προβλέπουν την άρση του απαραδέκτου αιτήσεως αναιρέσεως με χρηματικό αντικείμενο κατώτερο των 40.000 ευρώ, εφόσον με την αίτηση τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα, όπως είναι εν προκειμένω το ζήτημα της ερμηνείας και εφαρμογής των περί της εις ολόκληρον ευθύνης διατάξεων του Αστικού Κώδικα. Με το από 16.12.2013 υπόμνημα που κατέθεσε εντός της χορηγηθείσας από τον Πρόεδρο κατά τη συζήτηση της υποθέσεως προθεσμίας, το αναιρεσείον Δημόσιο αιτιολογεί περαιτέρω τον ισχυρισμό του αυτό, προβάλλοντας ότι εν προκειμένω είναι εφαρμοστέο το άρθρο 35 του ν. 3772/2009, εφόσον η διάταξη αυτή ίσχυε κατά το χρόνο δημοσιεύσεως της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, και όχι το άρθρο 12 του ν. 3900/2010 που ίσχυε κατά το χρόνο ασκήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως. Τούτο δε διότι, σύμφωνα με όσα προβλέπει το άρθρο 77 παρ. 5 του π.δ/τος 18/1989, αλλά και σύμφωνα με όσα έχουν γίνει δεκτά με τις αποφάσεις 2586/2011 και 2456/2012 του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες απηχούν την «πάγια θέση» του Συμβουλίου της Επικρατείας σε σχέση με το χρόνο κρίσεως του παραδεκτού των ασκούμενων ενώπιόν του ενδίκων μέσων, κρίσιμος είναι ο χρόνος δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως και όχι ο χρόνος ασκήσεως του ενδίκου μέσου. Επίσης, το αναιρεσείον Δημόσιο προβάλλει ότι η «μεταστροφή της νομολογίας» με την 2177/2011 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία έγινε δεκτό ότι το άρθρο 12 του ν. 3900/2010 εφαρμόζεται επί αιτήσεων αναιρέσεως που ασκήθηκαν μετά την 1.1.2011, ανεξαρτήτως του χρόνου δημοσιεύσεως της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, δεν μπορεί να αντιταχθεί σε βάρος του, αφενός διότι η ως άνω απόφαση ΣτΕ 2177/14.7.2011 δημοσιεύτηκε μετά την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως (15.3.2011), αφετέρου διότι η κρίση της εν λόγω 2177/2011 αποφάσεως σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 12 του ν. 3900/2010, που εκφέρεται κατ’ επίκληση του νομοθετικού σκοπού της μειώσεως του αριθμού των υποθέσεων που εισάγονται στο Συμβούλιο της Επικρατείας, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι κάμπτει τη γενική δικονομική αρχή του άρθρου 77 παρ. 5 του π.δ/τος 18/1989, ιδίως δε εφόσον δεν υπάρχει ρητή προς τούτο διάταξη στον ίδιο το νόμο 3900/2010. Οι ισχυρισμοί, όμως, αυτοί είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι, διότι, όπως αναλύεται στη σκέψη 5 της παρούσας αποφάσεως και έγινε δεκτό με σειρά αποφάσεων του Δικαστηρίου μετά τη ΣτΕ 2177/2011 επταμ., η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 3900/2010, που τέθηκε προς το σύμφωνο με το Σύνταγμα σκοπό της αποσυμφορήσεως του Δικαστηρίου από μη σημαντικές υποθέσεις, είναι νεότερη και ειδικότερη της διατάξεως του άρθρου 77 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 που θέτει το γενικό κανόνα περί παραδεκτού των ενδίκων μέσων ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, η ανατροπή δε του κανόνα αυτού έχει κριθεί από την Ολομέλεια του Δικαστηρίου επιτρεπτή υπό προϋποθέσεις και σε άλλες περιπτώσεις νόμων που ρύθμισαν ζητήματα παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως (βλ. ΣτΕ Ολομ. 1757/2007 Ολομ., ΣτΕ 3327/2011 Ολομ.) Επομένως, δεν δύναται να θεωρηθεί ότι η δημοσίευση της ΣτΕ 2177/2011 επέφερε «μεταστροφή» της «πάγιας θέσης» της νομολογίας σε ζήτημα που αφορά στις προϋποθέσεις παραδεκτού της αιτήσεως αναιρέσεως, όπως αβασίμως προβάλλει το αναιρεσείον Δημόσιο (πρβλ. ΣτΕ 1582-4/2014), ούτε ασκεί νομική επιρροή το γεγονός ότι με τις αποφάσεις 2586/2011 και 2456/2012 του Γ΄ Τμήματος του Δικαστηρίου, οι οποίες δημοσιεύτηκαν επίσης μετά την κατάθεση της κρινόμενης αιτήσεως, δόθηκε ερμηνεία διαφορετική προς τα κριθέντα με την 2177/2011 απόφαση ως προς το ζήτημα του χρόνου κρίσεως του παραδεκτού των ενδίκων μέσων (βλ. άλλωστε ήδη τις ΣτΕ 3745/2011 επταμ., όπως και ΣτΕ 1547/2012 επταμ., επί της αντίστοιχης ρυθμίσεως της παρ. 2 του άρθρ. 12 του ν. 3900/2010 για το ένδικο μέσο της εφέσεως).
6. Επειδή, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Δικαστηρίου, ως προς τον πρώτο και τη δεύτερη εκ των αναιρεσιβλήτων, υπερβαίνει το νομοθετικό όριο των 40.000 ευρώ και επομένως, ως προς τους εν λόγω αναιρεσιβλήτους, είναι περαιτέρω εξεταστέος, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 του ν. 3900/2010, ο προβαλλόμενος με το εισαγωγικό δικόγραφο του αναιρεσείοντος Δημοσίου ισχυρισμός ότι: «… με την επίδικη διαφορά τίθεται σπουδαίο νομικό ζήτημα, με τον με την παρούσα προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο, δεδομένου ότι η επίλυσή του αναφέρεται στην ερμηνεία και εφαρμογή των περί της εις ολόκληρον ευθύνης διατάξεων του ΑΚ, το οποίο ζήτημα δεν έχει κριθεί μέχρι σήμερα με απόφαση του ΑΕΔ ή ετέρου ανωτάτου Δικαστηρίου …».
7. Επειδή, όπως έχει ήδη κριθεί με σειρά αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, το περιγραφόμενο στην προηγούμενη σκέψη ενοποιημένο σύστημα ευθύνης του μεταφορέα στις διεθνείς αεροπορικές μεταφορές, το οποίο θεσπίζεται με τις διατάξεις της Διεθνούς Σύμβασης της Βαρσοβίας του 1929, όπως αυτή μεταγενεστέρως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, αφορά τον υπεύθυνο για την επιζήμια εκτέλεση της μεταφοράς αεροπορικό μεταφορέα (συμβατικό, διαδοχικό ή πραγματικό) και δεν αφορά ούτε αποκλείει την ευθύνη, με βάση διατάξεις της εσωτερικής ελληνικής έννομης τάξης, άλλων προσώπων που με πράξεις ή παραλείψεις τους εμπλέκονται στη διενέργεια των πτήσεων. Επομένως, σε περίπτωση αεροπορικού ατυχήματος δεν αποκλείεται η ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση τρίτων που ζημιώθηκαν από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις οργάνων του που είχαν εμπλακεί στη συγκεκριμένη διεθνή πτήση (όπως π.χ. οργάνων της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, Αερολιμένων κ.λπ.), σύμφωνα με τους κανόνες του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, που ορίζει ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του Δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το Δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διατάξεως που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος», με συνέπεια το Δημόσιο να ευθύνεται, εν προκειμένω, εις ολόκληρο με τη συνευθυνόμενη αεροπορική εταιρεία (βλ. ΣτΕ 2564/2013, 3314-17/2012, 3244/2011, 1589/2009, 1487, 1489, 1491/2009, 1408, 1410, 1412, 1414/2009, 1412/2009, 1402-6/2009, 1323/2009, 544/2009, 536-7/2009, 164/2009). Ενόψει της διαμορφωθείσας αυτής πάγιας νομολογίας του Δικαστηρίου είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο ως άνω προβαλλόμενος ισχυρισμός περί ελλείψεως νομολογίας επί του ζητήματος της εις ολόκληρον ευθύνης του Δημοσίου με την αεροπορική εταιρεία, ακόμη και υπό την εκδοχή ότι προβάλλεται από το αναιρεσείον Δημόσιο ως ισχυρισμός περί άρσεως του απαραδέκτου σύμφωνα με το άρθρο 12 του ν. 3900/2010. Καθ’ ο μέρος δε προβάλλεται με τον ίδιο ως άνω ισχυρισμό ότι με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως τίθεται προς επίλυση το σπουδαίο νομικό ζήτημα της ερμηνείας και εφαρμογής των περί της εις ολόκληρον ευθύνης διατάξεων του Αστικού Κώδικα, ο ισχυρισμός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος εφόσον δεν αναφέρεται στο ισχύον εν προκειμένω καθεστώς του ν. 3900/2010, αλλά στο προηγούμενο, δηλαδή, εκείνο του άρθρου 35 του ν. 3772/2009 (πρβλ. ΣτΕ 1654/2014, 1322/2014, 968/2014, 1808/2013 κ.α.). Εξάλλου, το αναιρεσείον Δημόσιο, με το υπόμνημα που κατέθεσε στις 16.12.2013, μετά τη συζήτηση της υποθέσεως και εντός της προθεσμίας που του χορήγησε ο Πρόεδρος σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 2 εδ. β΄ του π.δ. 18/1989 (Α΄8), προβάλλει, κατά μετατροπή του ισχυρισμού περί άρσεως του απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως που περιέλαβε στο εισαγωγικό δικόγραφο, ότι η ύπαρξη νομολογίας του Δικαστηρίου περί της εις ολόκληρο ευθύνης οργάνων του Δημοσίου και της αεροπορικής εταιρείας αναφορικά με το ίδιο πραγματικό γεγονός, δεν καθιστά απαράδεκτη την αίτηση αναιρέσεως, τούτο δε διότι με το μοναδικό λόγο αναιρέσεως πλήττεται η πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως περί παραβάσεως ουσιώδους τύπου της διαδικασίας από το δικάσαν Εφετείο (το οποίο καθ’ υπέρβαση της δικαιοδοσίας του χειροτέρευσε τη θέση του Δημοσίου με τη μεταρρύθμιση της πρωτόδικης αποφάσεως ως προς κεφάλαιο που δεν είχε καταστεί αντικείμενο της έφεσης του αναιρεσείοντος Δημοσίου και της αντέφεσης των αναιρεσιβλήτων) και επομένως «… ο λόγος αναιρέσεως δεν εστιάζει στο ουσιαστικό περιεχόμενο της κρίσης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αλλά στο εύρος της δικαιοδοσίας του και στη δυνατότητά του να τροποποιήσει την απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτό.» Όμως, ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται απαραδέκτως με το προαναφερόμενο υπόμνημα προεχόντως διότι, σύμφωνα με τις εφαρμοζόμενες εν προκειμένω διατάξεις του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (αλλά και όπως γίνεται δεκτό σε σχέση και με τις διατάξεις του άρθρου 35 του προηγούμενου ν. 3772/2009), ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αιτήσεώς του, να προβάλλει τους κατά το άρθρο αυτό ειδικούς ισχυρισμούς με το εισαγωγικό δικόγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως (βλ. ΣτΕ 1198/2014, 3799/2013, 945/2014, πρβλ. ΣτΕ 1135/2008 7μ., 4034/2010).
8. Επειδή, όπως περαιτέρω προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του δικαστηρίου, ως προς τους τρίτο και τέταρτη εκ των αναιρεσιβλήτων, υπολείπεται του νομοθετικού ορίου των 40.000 ευρώ. Σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη σκέψη 4 της παρούσας αποφάσεως, ως προς τους εν λόγω αναιρεσιβλήτους δεν επιτρέπεται η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, ούτε χωρεί η εξέταση ισχυρισμών περί άρσεως του απαραδέκτου κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 53 του π.δ/τος 18/1989, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010. Επομένως, καθίσταται εν προκειμένω αλυσιτελής η έρευνα του προβαλλομένου με το εισαγωγικό δικόγραφο ισχυρισμού του αναιρεσείοντος Δημοσίου ότι, στην κρινόμενη περίπτωση, με τον προβαλλόμενο λόγο αναιρέσεως τίθεται προς επίλυση το σπουδαίο νομικό ζήτημα της ερμηνείας και εφαρμογής των περί της εις ολόκληρον ευθύνης διατάξεων του Αστικού Κώδικα, ισχυρισμός που, άλλωστε, αναφέρεται όχι στο ισχύον καθεστώς, αλλά στο προηγούμενο, δηλαδή, εκείνο του άρθρου 35 του ν. 3772/2009 (πρβλ. ΣτΕ 1654/2014, 1322/2014, 968/2014, 1808/2013 κ.α.). Εξάλλου, το αναιρεσείον Δημόσιο, με το από 16.12.2013 υπόμνημα που κατέθεσε μετά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο, επιχειρεί, όπως προαναφέρθηκε, τη μετατροπή του ισχυρισμού περί άρσεως του απαραδέκτου της αιτήσεως αναιρέσεως που περιέλαβε στο εισαγωγικό δικόγραφο, προβάλλοντας ότι η ύπαρξη νομολογίας του Δικαστηρίου σχετικά με την εις ολόκληρο ευθύνη των οργάνων του Δημοσίου και την αεροπορική εταιρεία δεν καθιστά απαράδεκτη την ασκηθείσα αίτηση αναιρέσεως. Όμως, ενόψει των γενομένων δεκτών ανωτέρω περί του απολύτου απαραδέκτου της κρινόμενης αιτήσεως λόγω ποσού, το οποίο δεν δύναται να αρθεί με την προβολή ισχυρισμών του εν προκειμένω εφαρμοζόμενου άρθρου 12 του ν. 3900/2010, και ο ισχυρισμός αυτός με τον οποίο επιδιώκεται η μη εξέταση της κρινόμενης αιτήσεως σύμφωνα με τους κανόνες περί άρσεως του απαραδέκτου που θέτει το άρθρο 12 του ν. 3900/2010, προβάλλεται αλυσιτελώς και είναι απορριπτέος.
9. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως είναι απορριπτέα στο σύνολό της ως απαράδεκτη.
Δια ταύτα
Απορρίπτει την αίτηση.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2013 και στις 2 Ιουνίου 2014 και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 22ας Σεπτεμβρίου 2014.
Ο Πρόεδρος του Α΄ Τμήματος Η Γραμματέας του Α΄ Τμήματος
Ν. Σακελλαρίου Β. Ραφαηλάκη