ΠΟΛΥΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΝΟΧΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

ΑΡΙΘΜΟΣ 314/2025

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Γεώργιο Σερετίδη, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Παρασκευά Λασκαρίδη, Πρωτόδικη - Εισηγητή και Κωνσταντινιά Χαριστού, Πρωτόδικη και από τη Γραμματέα Βασιλική Βασιλοπούλου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 25 Απριλίου 2024 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΥΣΩΝ: 1) …. χήρας .... το γένος .... (Α.Φ.Μ. ....) και 2) .... του …. (Α.Φ.Μ. ….), κατοίκων … Αττικής, οδός …. αρ …., οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις, υπογεγραμμένες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Λουράντο (Α.Μ. Δ.Σ. Πειραιώς …..) και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο (προσκομίστηκε δε το υπ' αρ. A ..../22.12.2023 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς).

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ:  .... του ….. (Α.Φ.Μ. …), κατοίκου … Αττικής, οδός … αρ. …., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, υπογεγραμμένες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Γωνιανάκη (Α.Μ. Δ.Σ. Αθηνών ….) και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο (προσκομίστηκε δε το υπ’ αρ. ...../28.12.2023 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών).

Οι ενάγουσες ζητούν να γίνει δεκτή η από 24.7.2023 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης Γ.Α.Κ. ...../Ε.Α.Κ. ...../28.7.2023 και μετά το πέρας των προθεσμιών, που προβλέπουν τα άρθρα 237 και 238 Κ.Πολ.Δ., προσδιορίστηκε με την από 13.3.2024 πράξη του αρμόδιου Προέδρου Πρωτοδικών να συζητηθεί κατά τη δικάσιμο, που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο (…./…) με πρωτοβουλία της αρμόδιας Γραμματέως του παρόντος Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 237 § 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η οποία εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της κατά την παραπάνω συνεδρίαση, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται ανωτέρω.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 303 Α.Κ., όποιος έχει τη διαχείριση μιας ολικά ή μερικά ξένης υπόθεσης, εφόσον η διαχείριση συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει. Για τον σκοπό αυτό ο δοσίλογος οφείλει να ανακοινώσει στον δεξίλογο λογαριασμό, που να περιέχει αντιπαράθεση των εσόδων και των εξόδων, καθώς και ό,τι προκύπτει από αντιπαράθεση αυτή και να επισυνάψει τα δικαιολογητικά, εφόσον συνηθίζονται (ΑΠ 1263/2010 Τ.Ν.Π. Νόμος). Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, με την οποία καθιερώνεται η γενική υποχρέωση για εξώδικη ή δικαστική λογοδοσία εκείνου στο πρόσωπό του οποίου συγκεντρώνονται οι προϋποθέσεις του νόμου και ρυθμίζεται ο τρόπος, κατά τον οποίο θα εκπληρωθεί στην πράξη η υποχρέωση λογοδοσίας, ο δοσίλογος οφείλει να ανακοινώσει στον δεξίλογο έγγραφο λογαριασμό για τις διαχειριστικές πράξεις και για το χρόνο για τον οποίο ζητείται η λογοδοσία, όπου πρέπει να αναγράφονται λεπτομερώς τα έσοδα και τα έξοδα που έχουν πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο της διαχείρισης, καθώς και το κατάλοιπο που προκύπτει από τη διαφορά των δύο σκελών του λογαριασμού, ακόμη δε να επισυνάψει και τα δικαιολογητικά έγγραφα, εφόσον η έκθεση τους συνηθίζεται, κατά τρόπο ώστε να παρέχεται στον δεξίλογο πλήρης εικόνα της υπόθεσης, που διαχειρίστηκε αυτός (δοσίλογος) και να διευκολύνεται έτσι ο έλεγχος των επί μέρους κονδυλίων (ΑΠ 1122/2006 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΑθ5224/2008 ΕλλΔνη 51.825). Εάν ο δοσίλογος δεν προβαίνει εξωδίκως σε ανακοίνωση προς το δεξίλογο λογαριασμού ή εάν ο λογαριασμός, που ανακοίνωσε ο δοσίλογος, δεν είναι σαφής, ορισμένος και λεπτομερειακός, για όλο το χρονικό διάστημα της διαχείρισης, δεν εκπληρώνεται η ως άνω υποχρέωση του δοσίλογου, ο δε δεξίλογος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρέωσης του δοσίλογου για ανακοίνωση του λογαριασμού με αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 473 - 477 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 977/1997 ΕλλΔνη 39.110, ΑΠ 934/1995 ΝοΒ 1997.1106, ΑΠ 526/1992 ΕλλΔνη 34.1477). Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 473 Κ.Πολ,Δ. και 303 Α.Κ. προκύπτει ότι όποιος από οποιαδήποτε αιτία, είτε από το νόμο είτε από σύμβαση (π.χ. εντολή, εταιρία) ή από οιονεί σύμβαση, ή από διάταξη τελευταίας βουλήσεως, διαχειρίστηκε ξένη, ολικά ή μερικά, περιουσία (ή έστω και μια υπόθεση) η οποία συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες, υποχρεώνεται σε λογοδοσία προς εκείνον την περιουσία ή την υπόθεση του οποίου διαχειρίστηκε. Υποχρέωση δηλ. για λογοδοσία μπορεί να γεννηθεί από οποιαδήποτε έννομη σχέση, ενοχικού ή εμπραγμάτου ή άλλου δικαιώματος. Εάν ο δοσίλογος δεν προβαίνει εξωδίκως σε ανακοίνωση προς το δεξίλογο λογαριασμού, ο τελευταίος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρέωσης του δοσίλογου με αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 473- 477 Κ.Πολ.Δ.. Για την πληρότητα της ιστορικής βάσης της αγωγής αυτής αρκεί το γεγονός ότι ο δοσίλογος διαχειρίστηκε υπόθεση ολικά ή μερικά του δεξιλόγου με βάση οποιοσδήποτε μεταξύ τους έννομη σχέση και ότι η διαχείριση αυτή, συνεπάγεται εισπράξεις και δαπάνες (ΑΠ 360/2014 Τ.Ν.Π. Νόμος). Περαιτέρω, στην αγωγή λογοδοσίας μπορεί να σωρευθεί όμως, εκτός από το αίτημα καταβολής του καταλοίπου (χωρίς να χρειάζεται να προσδιορίσει αυτό στο δικόγραφο της αγωγής, κατά παρέκκλιση των ορισμών του άρθρου 216 Κ.Πολ.Δ.) και αίτημα καταβολής ορισμένου ελλείμματος, αν δεν κατατεθεί ο λογαριασμός ή ο κατάλογος με τα δικαιολογητικά. Το αίτημα αυτό διαφοροποιείται από το αίτημα για την καταβολή του καταλοίπου του λογαριασμού. Ενώ λοιπόν το αίτημα για την καταβολή του καταλοίπου συνέχεται με την κατάθεση του λογαριασμού και μπορεί να συγκεκριμενοποιείται κατά το στάδιο που θα επακολουθήσει, το αίτημα για την καταβολή του πιθανολογούμενου (εικαζόμενου) ελλείμματος, αποτελεί ιδιότυπο (πρόσθετο) μέσο εξαναγκασμού του οφειλέτη και πρόσθετο μέσο εκτέλεσης, το οποίο συντρέχει με τα μέσα εκτέλεσης του αρ. 946 Κ.Πολ.Δ.. Το μέσο αυτό διατάζεται από το δικαστήριο κατόπιν αίτησης του ενάγοντα, και αποσκοπεί όπως και τα μέσα εκτέλεσης του αρ. 946 Κ.Πολ.Δ. να κάμψει την άρνηση του οφειλέτη να καταθέσει εντός της ταχθείσας προθεσμίας το λογαριασμό ή τον κατάλογο των στοιχείων, πράξη η οποία δεν μπορεί να επιχειρηθεί από τρίτο πρόσωπο. Η κατά τον τρόπο αυτό δικαστικώς, κατ' άρθρα 473 επ. Κ.Πολ.Δ., επιδιωκόμενη λογοδοσία αποτελείται από δύο στάδια. Κατά το πρώτο στάδιο, αντικείμενο της υπόθεσης είναι η υποχρέωση προς λογοδοσία και όχι οι λεπτομέρειες του λογαριασμού, δηλαδή των κατ’ ιδίαν εισπράξεων και δαπανών. Προς τούτο, λαμβάνει χώρα ενώπιον του Δικαστηρίου η συζήτηση της ως άνω αγωγής κατά τις γενικές διατάξεις, κατά την οποία ερευνάται εάν υπάρχει υποχρέωση του εναγόμενου για λογοδοσία, που να προκύπτει είτε από το άρθρο 303 ΑΚ είτε από άλλη διάταξη νόμου, ήτοι εάν ο εναγόμενος προέβη σε πραγματική διαχείριση, που συνεπάγεται το ανωτέρω αποτέλεσμα (ΑΠ 1651/1987 ΕΕΝ 1988.883, ΕφΠατρ 321/1984 ΝοΒ 33.137, Β. Βαθρακοκοίλη ΕρΝομΑΚ, έκδοση 2003, άρθρο 303, σελ. 130). Περαιτέρω, όταν αποδεικνύεται η υποχρέωση προς λογοδοσία, το Δικαστήριο εκδίδει μη οριστική απόφαση, που διατάσσει λογοδοσία και υποχρεώνει τον εναγόμενο μέσα σε ορισμένη προθεσμία να καταθέσει γραπτό λογαριασμό με αντιπαράθεση των εσόδων και εξόδων, που έγιναν στο πλαίσιο της διαχειριστικής του εξουσίας, καθώς και όλες τις δικαιολογητικές αποδείξεις, ενώ συγχρόνως με την ίδια απόφαση καταδικάζεται σε χρηματική ποινή και σε προσωπική κράτηση, σύμφωνα με το άρθρο 946 Κ.Πολ.Δ. Με την αγωγή λογοδοσίας μπορεί να ζητηθεί, για την περίπτωση που δεν κατατεθεί ο λογαριασμός, να καταβληθεί ορισμένο κατάλοιπο ή έλλειμμα. Από τα παραπάνω σε συνδυασμό και με το αρ. 216 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, στην περίπτωση που ο δεξίλογος με την αγωγή του σωρεύει και αίτημα (καταψηφιστικό ή αναγνωριστικό) για καθορισμό συγκεκριμένου ελλείμματος ή καταλοίπου του λογαριασμού, θα πρέπει για το ορισμένο του αιτήματος αυτού, να επικαλείται σε αυτήν περιστατικά που να δικαιολογούν την επιδίκαση του (π.χ. πράξεις που ενήργησε ο δοσίλογος στα πλαίσια της γενομένης από αυτόν διαχείρισης και το ποσό της δαπάνης στην οποία υποβλήθηκε γι’ αυτές, καθώς και τις γενόμενες δαπάνες), κάτι που δεν απαιτείται να γίνει λεπτομερειακά (αφού πρόκειται για κονδύλια κατ’ αρχήν άγνωστα στον ενάγοντα), αλλά αρκεί μια γενική περιγραφή τους, ώστε να διαταχθούν σχετικές αποδείξεις και να προσδιορισθεί το κατάλοιπο (ΕφΠατρ215/2003 ΑΧΑΝΟΜ 2004.224, Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα ΕρμΚΠολΔ, 2000, άρθρο 473 παρ. 8, σελ. 839, Μιχαήλ Μαργαρίτης/Άντα Μαργαρίτη Ερμηνεία Κ.Πολ.Δ, 2012, τόμος I, άρθρο 473 αριθμ. 6, σελ. 812). Αν το κατάλοιπο ή έλλειμμα πιθανολογείται, το δικαστήριο με την απόφαση που διατάζει λογοδοσία μπορεί να διατάξει, κατά την κρίση του, ως πρόσθετο δικονομικό μέσο - βάρος εξαναγκασμού του δοσίλογου να εκπληρώσει εμπρόθεσμα την υποχρέωση λογοδοσίας (παράλληλα με την απαγγελία προσωπικής κράτησης και την απειλή χρηματικής ποινής), και την καταβολή αυτού του κατάλοιπου ή ελλείμματος (ΑΠ 978/1997 ΕλλΔνη 39.110, ΕφΠατρ 215/2003 Τ.Ν.Π. Νόμος, ΕφΠειρ 461/2002 ΕλλΔνη 45.577, ΠΠρΑΘ 4485/2005 Τ.Ν.Π. Νόμος). Αν ο εναγόμενος συμμορφωθεί προς την απόφαση και καταθέσει λογαριασμό ή κατάλογο με όλα τα σχετικά έγγραφα, η οποία κατάθεση γίνεται στη γραμματεία του Δικαστηρίου και, αφού συνταχθεί περί αυτής σχετική έκθεση, τίθεται στον φάκελο της δικογραφίας (ΕφΘεσ 25/1991 Αρμ. 45.570, ΠΠρΘεσσαλ 33410/1997 Αρμ 52.480), η δίκη προχωρεί στο δεύτερο στάδιο, του άρθρου 475 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., κατά το οποίο επιδιώκεται η εξακρίβωση του αποτελέσματος της λογοδοσίας, οι διάδικοι υποβάλλουν τις παρατηρήσεις τους, προσδιορίζουν σαφώς τα κονδύλια του λογαριασμού ή τα στοιχεία του καταλόγου που αμφισβητούν, τις ελλείψεις ή παραλείψεις αυτών και γενικά προβάλλουν όλα τα μέσα επίθεσης και άμυνας που αφορούν τον λογαριασμό ή τον κατάλογο. Το στάδιο αυτό ακολουθείται μόνο όταν στην αγωγή περιέχεται και νόμιμο αίτημα καταβολής του καταλοίπου ή ελλείμματος, ενώ όταν δεν περιέχεται τέτοιο αίτημα κάθε περαιτέρω διαδικαστική πράξη επιχειρείται χωρίς έννομο συμφέρον, αφού δεν μπορεί να οδηγήσει σε έκδοση απόφασης με διατακτικό διαφορετικό και επωφελέστερο για τον ενάγοντα από το διατακτικό της προηγηθείσης απόφασης που διέταξε τη λογοδοσία (ΑΠ 1263/2010 Τ.Ν.Π. Νόμος). Αντιθέτως, αν ο εναγόμενος δεν καταθέσει το λογαριασμό εντός της ταχθείσας προθεσμίας, ή αν ο λογαριασμός που καταθέσει δεν έχει την προαναφερόμενη λεπτομερή αναγραφή των μερικότερων κονδυλίων, οπότε και ο εναγόμενος δοσίλογος δεν εκπληρώνει την υποχρέωσή του, η απόφαση που έχει εκδοθεί γίνεται οριστική από την παρέλευση της προθεσμίας που ορίστηκε, ως προς την υποχρέωση λογοδοσίας και την υποχρέωση για καταβολή του πιθανολογημένου ελλείμματος και, όταν τελεσιδικήσει, μπορεί να εκτελεστεί ως προς τις διατάξεις της για τη χρηματική ποινή και την προσωπική κράτηση (ΑΠ 42/1999 ΕΕΝ 2000.37, ΑΠ 978/1997 ΕλλΔνη 39.110 ΕφΘεσ 26/1991 Αρμ 45.168), όσο και ως προς την υποχρέωση για καταβολή του πιθανολογημένου ελλείμματος (ΑΠ 934/1996 ΝοΒ 45 - 1106, ΕφΠατρ 215/2003 Τ.Ν.Π. Νόμος).

Με την υπό κρίση αγωγή τους οι ενάγουσες εκθέτουν, ότι με τον εναγόμενο, ο οποίος είναι υιός και αδελφός τους αντίστοιχα, κατήρτισαν το έτος 2008 άτυπη σύμβαση εντολής, με σκοπό να αναλάβει ο εναγόμενος την ανέγερση δύο μεζονετών σε κοινό οικόπεδό τους, το οποίο τους κατέλειπε ο ........ του ….., σύζυγος της πρώτης ενάγουσας και πατέρας των λοιπών διαδίκων. Ότι στα πλαίσια της εντολής που του παρείχαν οι ενάγουσες, κατέθεσαν στον κοινό τους υπ’ αριθ. ........τραπεζικό λογαριασμό στην ... Τράπεζα της Ελλάδας το συνολικό ποσό των 145.000 ευρώ η πρώτη και των 140.000 ευρώ η δεύτερη, με τη συμφωνία ότι ο εναγόμενος θα προσέφερε ίδιο ποσό για την κατασκευή των οικοδομών, η οποία θα έπρεπε να ολοκληρωθεί μέχρι τις αρχές του έτους 2010. Ότι παρά την κατάθεση των χρημάτων από εκείνες, το έργο έχει μείνει ημιτελές, ενώ με ηλεκτρονικό μήνυμα που τους απέστειλε, ο εναγόμενος στις 8.10.2018 παραιτήθηκε από τη θέση του ως εντολοδόχου. Ότι, από τον κατάλογο εργασιών που επισυνάφθηκε στο παραπάνω ηλεκτρονικό μήνυμα, δεν προκύπτει σαφής αντιστοιχία εργασιών και κόστους, ούτε επιδείχθηκαν παραστατικά αγοράς υλικών ή παροχής υπηρεσιών, ώστε να υπάρχει επαρκής λογοδοσία για την αξιοποίηση των χρημάτων που κατέθεσαν. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, οι ενάγουσες ζητούν να υποχρεωθεί ο εναγόμενος σε λογοδοσία, να υποχρεωθεί να τους ανακοινώσει λογαριασμό με αντιστοιχία εσόδων και εξόδων και το σχετικό κατάλοιπο με την επισύναψη δικαιολογητικών εγγράφων, να απειληθεί σε περίπτωση απείθειάς του χρηματική ποινή 50.000 ευρώ και προσωπική κράτηση 12 μηνών, να υποχρεωθεί σε καταβολή, διαιρετά και κατ’ ισομοιρία σε κάθε μία από αυτές, του τυχόν καταλοίπου του λογαριασμούς με το νόμιμο τόκο μέχρι την εξόφληση και να καταδικαστεί στη δικαστική τους δαπάνη.

Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, παραδεκτά ασκηθείσα με νομότυπη και εμπρόθεσμη επίδοσή της στον εναγόμενο εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την κατάθεσή της (άρθρο 215 παρ. 2 ΚΠολΔ.), δοθέντος ότι η αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 28.7.2023 και επιδόθηκε στον εναγόμενο δυνάμει της υπ’ αριθ. …./19.9.2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών ........, παραδεκτά και αρμοδίως καθ’ ύλην και κατά τόπον (άρθρα 14 παρ. 2, 18, 22 Κ.Πολ.Δ.) εισάγεται προς συζήτηση, κατά την προκειμένη τακτική διαδικασία, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Περαιτέρω, η αγωγή κρίνεται ορισμένη, και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρονται στην παραπάνω νομική σκέψη, καθώς και σε εκείνες των άρθρων 176, 191 παρ. 2. Ακολούθως, για το παραδεκτό της συζήτησης προσκομίσθηκε η από 21.7.2023 έγγραφη ενημέρωση των εναγουσών για τη δυνατότητα επίλυσης της διαφοράς με διαμεσολάβηση, υπογεγραμμένη από τις ίδιες και τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους, καθώς και το από 31.10.2023 πρακτικό περάτωσης υποχρεωτικής αρχικής συνεδρίας διαμεσολάβησης του διαπιστευμένου διαμεσολαβητή Ε., το οποίο υπογράφεται από τον προαναφερόμενο διαμεσολαβητή, τις ενάγουσες και τον νομικό παραστάτη τους, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 εδ. α’ περ. ·β’ και 7 παρ. 4 ν. 4640/2019. Πρέπει, επομένως, η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Αν ο δοσίλογος δεν προβαίνει εξωδίκως σε ανακοίνωση προς τον δεξίλογο λογαριασμού, δεν εκπληρώνεται η υποχρέωση του δοσίλογου, ο δε δεξίλογος δικαιούται να επιδιώξει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως του δοσίλογου περί ανακοινώσεως του λογαριασμού με αγωγή, στην οποία εφαρμόζονται οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 473 - 477 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1401/2019, ΑΠ 360/2014, ΑΠ 977/1997, ΑΠ 1625/1995). Η έγερση της αγωγής αυτής αποκλείεται εάν ο δοσίλογος έχει προβεί σε εξώδικη λογοδοσία σύμφωνα με τους άνω όρους και τύπο ή εάν ο δεξίλογος έχει αποδεχθεί και εγκρίνει τον λογαριασμό που έδωσε ο δοσίλογος, αφού έτσι συνάπτεται μεταξύ αυτών σύμβαση, με την οποία δηλώνεται αμοιβαίως η θέλησή τους ότι εφεξής θα ισχύσει μόνο το αποτέλεσμα του εγκριθέντος λογαριασμού και ότι οι συμβαλλόμενοι δεν θα επανέλθουν στο μέλλον στα επιμέρους κονδύλια του λογαριασμού (ΑΠ 437/2012, ΑΠ 977/1997). Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι έθεσε υπόψη του ενάγοντος τους σχετικούς λογαριασμούς, τους οποίους ενέκρινε ο τελευταίος πριν από την άσκηση της αγωγής λογοδοσίας, αποτελεί ένσταση καταλυτική της αγωγής αυτής. Η ένσταση αυτή για να είναι ορισμένη αρκεί να περιέχει τα απαιτούμενα για την κατάρτιση της πιο πάνω σύμβασης στοιχεία, δηλαδή ότι ο ενάγων δεξίλογος ενέκρινε τον λογαριασμό που του ανακοίνωσε ο εναγόμενος και αναγνώρισε έτσι το αποτέλεσμα τούτου. Αναφορά των κονδυλίων του λογαριασμού που εγκρίθηκε δεν απαιτείται, αφού η εν λόγω ένσταση στηρίζεται, όπως εκτέθηκε, στη συμφωνία των μερών ότι θα ισχύει εφεξής μόνο το αποτέλεσμα του λογαριασμού και συνακόλουθα ότι δεν θα επανέλθουν οι συμβαλλόμενοι στα επί μέρους κονδύλια τούτου (ΑΠ 437/2012). Η αξίωση λογοδοσίας υπόκειται στην ελεύθερη διάθεση των ενδιαφερομένων και δικαιούχων μερών, που μπορούν να παραιτηθούν είτε ρητά είτε σιωπηρά από αυτήν και επομένως, ο εναγόμενος στη δίκη λογοδοσίας, επικαλούμενος παραίτηση εκ μέρους του ενάγοντος του δικαιώματος λογοδοσίας, προβάλλει ένσταση καταλυτική της αγωγής (ΑΠ 1599/2011). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995). Η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψή του, καταχρηστική δε άσκηση του δικαιώματος υφίσταται όχι μόνο στην περίπτωση αδράνειας του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, η οποία, εάν συνοδεύεται και από άλλες περιστάσεις, μπορεί να θεμελιώσει την ένσταση καταχρηστικότητας υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυνάμωσης του δικαιώματος (ΟλΑΠ 7/2002), αλλά και στην περίπτωση που η μεταβολή της προηγούμενης συμπεριφοράς του δικαιούχου, που είχε δημιουργήσει στον προσβολέα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει αυτός το δικαίωμά του και είχε συντελέσει στην ενέργεια πράξεων από εκείνον που αποκρούει το δικαίωμα και στη δημιουργία ορισμένης πραγματικής κατάστασης, είναι αδικαιολόγητη και μη αναμενόμενη, η λόγω δε της μεταβολής της συμπεριφοράς αυτής άσκηση του δικαιώματος, επιφέρει ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε, με επαχθείς, αν και όχι κατ’ ανάγκην αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων, με γνώμονα την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, να παρίσταται επιβεβλημένη η θυσία του (ΑΠ 64/2022).

Με τις νόμιμα και εμπρόθεσμα κατατεθειμένες προτάσεις του ο εναγόμενος αρνείται την αγωγή, επιπλέον δε προβάλει τους εξής ισχυρισμούς: 1) Ότι έχει ήδη αποδώσει δύο φορές εξώδικο λογαριασμό στις ενάγουσες, 2) Ότι οι ενάγουσες τον έχουν απαλλάξει από την λογοδοσία, 3) Ότι οι ενάγουσες έχουν παραιτηθεί από το δικαίωμα να ζητήσουν λογοδοσία. Οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν νόμιμες ενστάσεις καταλυτικές της αγωγής, στηριζόμενες στις διατάξεις της παραπάνω νομικής σκέψης και πρέπει να εξεταστούν στην ουσία τους. 4) Ότι είναι καταχρηστική η άσκηση της ένδικης αγωγής, διότι οι ενάγουσες δεν άσκησαν το δικαίωμά τους επί πολλά έτη, δημιουργώντας του βάσιμα την εντύπωση ότι δεν επρόκειτο να το ασκήσουν στο μέλλον. Ο ισχυρισμός αυτός αποτελεί νόμιμη ένσταση που στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. και πρέπει ομοίως να εξεταστεί στην ουσία του.

Από όλα τα έγγραφα, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε για να αποτελέσουν αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά από τα οποία αναφέρονται ειδικότερα παρακάτω και χωρίς να παραλειφθεί η ανάγνωση κανενός κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη ενάγουσα είναι σύζυγος και η δεύτερη ενάγουσα και ο εναγόμενος τέκνα του .... του ….., ο οποίος απεβίωσε στις 30.3.2002. Με το υπ' αριθ. …./22.3.2002 συμβόλαιο δωρεάς εν ζωή ψιλής κυριότητας της συμβολαιογράφου Αθηνών ........και το υπ’ αριθ. ......../22.3.2002 συμβόλαιο γονικής παροχής εν ζωή ψιλής κυριότητας ακινήτου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, τα οποία έχουν μεταγραφεί νομότυπα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου .. στον τόμο … και με αριθμό .. και ... αντίστοιχα, ο ........ μεταβίβασε σε καθένα από τους διαδίκους ποσοστό 1/3 ψιλής κυριότητας ενός ακινήτου εμβαδού 1221 τ.μ. στη θέση «.....» στο δήμο ... Αττικής και συγκεκριμένα επί της οδού ..... αρ. … μετά της επ’ αυτού υφιστάμενης οικοδομής, στην οποία δεν έχει συσταθεί οριζόντια ιδιοκτησία, αποτελούμενης από ισόγειο όροφο με 2 διαμερίσματα εκ των οποίων το ένα έχει εμβαδό 52,50 τ.μ. και το άλλο έχει εμβαδό 207,50 τ.μ., καθώς και από υπόγειο όροφο, ο οποίος αποτελείται από χώρο στάθμευσης εμβαδού 122,50 τ.μ. και από αποθηκευτικό χώρο εμβαδού 100,72 τ.μ. συμπεριλαμβανομένων 19,70 τ.μ. Η εν λόγω οικοδομή ανεγέρθηκε δυνάμει της ......../1978 οικοδομικής άδειας της Διευθύνσεως Πολεοδομίας της Νομαρχίας Ανατολικής Αττικής, μετά δε το θάνατο του δικαιοπαρόχου τους οι διάδικοι κατέστησαν συνδικαιούχοι επί της πλήρους κυριότητας του ακινήτου. Κατά το έτος 2005 οι διάδικοι αποφάσισαν την περαιτέρω εκμετάλλευση του ακινήτου τους και με την έκδοση της υπ’ αριθ. …/2006 οικοδομικής αδείας ξεκίνησε η ανέγερση διώροφων οικοδομών (μεζονετών), οι οποίες κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής παραμένουν ημιτελείς αποτελούνται από υπόγειο, συνολικού εμβαδού 187,10, που έχουν μετατραπεί εν μέρει σε χώρους κυρίας χρήσεως τ.μ., ισόγειο, συνολικού εμβαδού 178,40 τ.μ., και πρώτο όροφο, συνολικού εμβαδού 185,90 τ.μ., δυνάμει και της υπ’ αριθ. ......../5.3.2014 βεβαίωσης περαίωσης της διαδικασίας υπαγωγής. Βάσει του αρχικού πρόχειρου προϋπολογισμού που αποτυπώθηκε στην προσφορά του εναγόμενου προς στις ενάγουσες, την οποία αν και χωρίς ημερομηνία και υπογραφή, προσκομίζουν και αναγνωρίζουν όλοι οι διάδικοι ως ιδιωτικό έγγραφο, συμφωνήθηκε ποσό 430.000 ευρώ, το οποίο θα κατέβαλαν οι διάδικοι κατά το ποσοστό συγκυριότητάς τους, δηλαδή κατά 1/3, ο δε εναγόμενος προσφέρθηκε να αναλάβει την εκτέλεση του έργου μέσω της διαχείρισης των χρημάτων που θα καταβάλλονταν, καταρτίζοντας με τον τρόπο αυτό άτυπη σύμβαση εντολής. Για την εξυπηρέτηση της κατασκευής, οι διάδικοι κατάρτισαν ως συνδικαιούχοι με την ...Τράπεζα της Ελλάδος σύμβαση ανοίγματος του υπ’ αριθ. ........κοινού λογαριασμού, στον οποίο η πρώτη ενάγουσα κατέθεσε στις 12.5.2008 40.000 ευρώ, στις 5.9.2008 5.000 ευρώ και στις 15.9.2008 ποσό 100.000 ευρώ, συνολικά δε το ποσό των 145.000 ευρώ και η δεύτερη ενάγουσα στις 11.7.2008 ποσό 40.000 ευρώ και την 1.12.2008 ποσό 100.000 ευρώ, συνολικά δε το ποσό των 140.000,00 ευρώ. Τελικά, ο εναγόμενος απέστειλε στις ενάγουσες το από 8.10.2018 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, με το οποίο τις ενημέρωνε ότι «Για ευνόητους λόγους παραιτούμαι οριστικά από την κατασκευή των μεζονετών. Τα έως τώρα χρήματα που έχουν δαπανηθεί αντιστοιχούν και με το παραπάνω στην έως τώρα κατάσταση του έργου, όπως ήδη γνωρίζεται από την αναλυτική καταμέτρηση των εργασιών που παραγγείλατε στον επιβλέπον μηχανικό». Στο ίδιο μήνυμα επισυνάπτεται ηλεκτρονικό αρχείο λογιστικών φύλλων, όπου καταγράφονται αναλυτικά οι εργασίες που απομένουν να πραγματοποιηθούν και το ποσό στο οποίο υπολογίζονται, δηλαδή 229.890 ευρώ, το ποσό των 406.065 ευρώ για τις εργασίες που έχουν ήδη πραγματοποιηθεί, με αναλυτική αναφορά κάποιων εξ αυτών, ωστόσο στο πάνω μέρος αναγράφεται γενικά «Αρχικό Κόστος Κατασκευής (Α’ Φάση) 355.000,00 Εκσκαφή - Μπετά - Τοιχοποιίες - Μονώσεις -Στεγανώσεις - Επιχρίσματα - Κεραμοσκεπή - Υδραυλικά - Αποχέτευση - Θέρμανση - Ηλεκτρολογικά & Εργασίες μετατροπής υπογείων σε διαμερίσματα». Ως προς το συγκεκριμένο κονδύλι, ο εναγόμενος δεν αναφέρει ούτε στο ως άνω μήνυμα ή στο επισυνημμένο αρχείο, ούτε προσκομίζει στο παρόν Δικαστήριο κανένα παραστατικό αγοράς υλικών ή παροχής υπηρεσιών, τα οποία να δικαιολογούν αυτό το ποσό. Μάλιστα, το παραπάνω αναφερόμενο ποσό των 406.065 αφορά ποσοστό ολοκλήρωσης της οικοδομής, που κατά την από Σεπτεμβρίου 2023 τεχνική έκθεση του πολιτικού μηχανικού ........(προσκομίζεται μετ’ επίκλησης από τις ενάγουσες) ανέρχεται σε ποσοστό 58,6%, κατά την από Ιουνίου 2020 εκτίμηση του μηχανικού ........ (προσκομίζεται μετ’ επίκλησης από τον εναγόμενο) σε ποσοστό 74% και κατά την από 20.3.2023 τεχνική έκθεση του μηχανολόγου μηχανικού ........ (προσκομίζεται μετ’ επίκλησης ομοίως από τον εναγόμενο) σε ποσοστό 71,30%. Αντίστοιχα, τα ποσά που υπολογίζονται ότι θα απαιτηθούν για την ολοκλήρωση της οικοδομής ανέρχονται σε 443.254 ευρώ κατά τον ........ και σε 366.044 ευρώ από τον ...... Η διαφορά αυτή σε σχέση με τον έστω πρόχειρο αρχικό προϋπολογισμό δεν μπορεί να δικαιολογηθεί, ειδικά ενόψει της πλήρους απουσίας παραστατικών εξόδων για το μεγαλύτερο μέρος των πραγματοποιηθεισών εργασιών. Σημειωτέο, ότι ο εναγόμενος άσκησε κατά των εναγουσών την από 22.6.2020 (Γ.Α.Κ./Ε.Α.Κ. ......../8.7.2020) αγωγή διανομής του συνολικού ένδικου ακινήτου, συμπεριλαμβανομένων των μεζονετών, ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 387/2022 απόφαση του, που διέταξε τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης σχετικά μεταξύ άλλων με την αγοραία αξία του ακινήτου, διορίστηκε δε πραγματογνώμονας ο αρχιτέκτονας μηχανικός ….., ωστόσο η έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν προσκομίστηκε από κανένα διάδικο. Σχετικά με τις ενστάσεις του εναγομένου, αρχικά δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό μέσο ρητή ή σιωπηρή απαλλαγή του ή παραίτηση των εναγουσών από το δικαίωμά τους να ζητήσουν λογοδοσία, κατόπιν δεν προέκυψε ότι λογοδότησε σε αυτές κατά τη λήξη της οικοδομικής άδειας στις 22.2.2010 ούτε ότι ο λογαριασμός που τους επέδωσε με την παραίτησή του ήταν επαρκής, για τους λόγους που αναφέρθηκαν ανωτέρω. Όσον αφορά δε τον ισχυρισμό για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος τους λόγω παρέλευσης μεγάλου χρονικού διαστήματος, κρίνεται ότι από τα μηνύματα ηλεκτρονικής αλληλογραφίας που προσκομίζουν οι διάδικοι, οι μεταξύ τους σχέσεις διερράγησαν το χρονικό διάστημα αμέσως πριν την παραίτηση του εναγομένου από την εντολή που του έδωσαν οι ενάγουσες στις 8.10.2018, επομένως το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την επίδοση της αγωγής στις 19.9.2023 δεν ήταν ικανό να δημιουργήσει στον εναγόμενο την εντύπωση ότι οι ενάγουσες δεν θα ασκήσουν το δικαίωμά τους να ζητήσουν λογοδοσία. Ως εκ τούτου οι σχετικοί ισχυρισμοί τυγχάνουν απορριπτέοι ως αβάσιμοι κατ’ ουσίαν.

Συνεπώς, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και στην ουσία της και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος με την απειλή προσωπικής κράτησης τριών μηνών και χρηματικής ποινής 30.000 ευρώ, να καταθέσει στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού εντός προθεσμίας τριών μηνών από την επίδοση της απόφασης, λογαριασμό, που θα περιέχει αναλυτικό κατάλογο εξόδων από τη διαχείριση του παραπάνω συνολικού ποσού 285.000 ευρώ που κατέθεσαν οι ενάγουσες στον υπ’ αριθ. ........κοινό λογαριασμό τους στην ... Τράπεζα της Ελλάδος με σκοπό την ανέγερση των δύο οικοδομών στο κοινό τους οικόπεδο, καθώς επίσης και κάθε είδους παραστατικό που να αποδεικνύει τις αντίστοιχες καταβολές. Για την εν λόγω κατάθεση θα συνταχθεί από τη Γραμματέα σχετική έκθεση. Το Δικαστήριο, εξάλλου, επιφυλάσσεται να αποφασίσει για το αίτημα καταβολής του τυχόν προκύπτοντος υπέρ των εναγουσών καταλοίπου της διαχείρισης. Τέλος, για μόνη την περίπτωση, που ο εναγόμενος δεν καταθέσει τον λογαριασμό και τα αποδεικτικά αυτού μέσα στην προθεσμία, που ορίζεται στο διατακτικό, οπότε και καθίσταται οριστική η προκειμένη απόφαση αναφορικά με την υποχρέωση του προς λογοδοσία (άρθρο 477 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εναγομένου τα δικαστικά έξοδα των εναγουσών μέχρι την προκειμένη στάση της δίκης (άρθρα 176, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να αποδώσει στις ενάγουσες λογοδοσία για τη διαχείριση των χρηματικών ποσών 145.000 ευρώ και 140.000 ευρώ που κατέθεσαν αντίστοιχα στον υπ’ αριθ. ........κοινό τραπεζικό λογαριασμό τους στην ... Τράπεζα της Ελλάδος, για το χρονικό διάστημα από 12.5.2008 έως 8.10.2018.

ΤΑΣΣΕΙ προθεσμία τριών (3) μηνών από την επίδοση της απόφασης αυτής, εντός της οποίας υποχρεούται ο εναγόμενος να καταθέσει στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου λογαριασμό, που θα περιέχει αναλυτικό κατάλογο εξόδων από τη διαχείριση των παραπάνω ποσών, καθώς επίσης και κάθε είδους παραστατικό που να αποδεικνύει τις αντίστοιχες καταβολές και το εκ της διαχείρισης προκύπτον κατάλοιπο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εναγόμενο για την περίπτωση μη συμμόρφωσής της προς την ανωτέρω διάταξη σε χρηματική ποινή τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και προσωπική κράτηση τριών (3) μηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εναγόμενο στα δικαστικά έξοδα των εναγουσών, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ, υπό την αίρεση της τελεσιδικίας της παρούσας απόφασης.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, σε μυστική διάσκεψη, στις 5 Φεβρουαρίου 2025.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

Δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Φεβρουαρίου 2025, χωρίς να παρίστανται οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων.

 

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ  Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης , Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]