ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
14ο ΤΜΗΜΑ
ΑΡΙΘΜΟΣ 3277/2021
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Λέκκου Κωνσταντίνα, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Αγγελική Κυριαζή.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 4η Φεβρουάριου 2021, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: Κ. Α. του Γ., κατοίκου Θεσσαλονίκης (ΑΦΜ ....), ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιό του Δικηγόρο Κωνσταντίνο Γωνιανάκη (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ), που κατέθεσε το υπ’ αριθμ. .... γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ. Αθηνών.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «........ Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρία Ζωής» (με την πρώην επωνυμία «..... ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ» και την πρώην επωνυμία «..... ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ»), η οποία εδρεύει στην ..... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «...... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΠΡΑΚΤΟΡΕΥΣΗΣ» (με την πρώην επωνυμία «...... Εταιρεία Μεσιτείας Ασφαλίσεων», την πρώην επωνυμία ..... ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΕΣΙΤΕΙΑΣ και την πρώην επωνυμία «..... Εταιρεία Πρακτόρευσης Γενικών Ασφαλίσεων»), η οποία εδρεύει στην ..... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, τις οποίες εκπροσώπησε στο Δικαστήριο η πληρεξούσια Δικηγόρος τους Πολυξένη Μπαλτά (Α.Μ Δ.Σ Αθηνών ....)» (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ), που κατέθεσε το υπ’ αριθ. .... γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ. Αθηνών.
Ο εκκαλών ήγειρε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 28.07.2011 και με αριθ. εκθ. κατάθ. ......../01.08.2011 αγωγή του κατά την τακτική διαδικασία. Επί της ανωτέρω αγωγής, συζητήσεως γενομένης την 24.10.2018, αντιμωλίαν των ήδη διαδίκων, εξεδόθη η υπ' αριθ. ..../24.10.2018 απόφαση αυτού, που απέρριψε την ανωτέρω αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο εναγών και ήδη εκκαλών με την από 20.06.2019 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών ......../24-06-2019 έφεσή του, επί της οποίας, με τη με αριθμό κατάθεσης δικογράφου και πράξης ορισμού δικασίμου ......../27-06-2019 του παρόντος Δικαστηρίου, ορίστηκε δικάσιμος προς συζήτησης αυτής αρχικώς η 7-5-2020, η συζήτηση επί της οποίας ματαιώθηκε λόγω της προσωρινής αναστολής λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων εξαιτίας του ιού COVID-19. Με τη με αριθμό ..../2020 πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Αθηνών ορίσθηκε νέα δικάσιμος προς συζήτηση της ένδικης έφεσης, η στην αρχή της παρούσας αναφερομένη.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ, ανέπτυξαν τις απόψεις τους με τις προτάσεις που προκατέθεσαν.
I. Η ένδικη, από 20-06-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ενδίκου μέσου του Πρωτοδικείου Αθηνών ...../24-06-2019 και αριθμό έκθεσης προσδιορισμού δικογράφου του Εφετείου Αθηνών ......../27-06-2019, έφεση του ήδη εκκαλούντος, κατά της με αριθμό 14099/20.12.2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε, την από 28-07-2011 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ......../01-08-2011 αγωγή του ήδη εκκαλούντος, κατά την τακτική διαδικασία και εκδικάσθηκε αντιμωλίαν των διαδίκων, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατά τα άρθρα 495, 500, 511, 513, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2, 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης, η δε ένδικη έφεση ασκήθηκε δια καταθέσεως στο Πρωτοδικείου Αθηνών την 24-6-2019, ήτοι ασκήθηκε εντός της οριζόμενος με το άρθρο 518 παρ.2 ΚΠολΔ διετούς προθεσμίας από την επομένη ημέρα της δημοσιεύσεως της εκκαλουμένης. Επομένως, εφόσον φέρεται παραδεκτός προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 του ΚΠολΔ) δεδομένου ότι για το παραδεκτό αυτής, έχει κατατεθεί το νόμιμο με αριθμό ...../2019 ηλεκτρονικό παράβολο εκ ποσού ευρώ εκατό (ιοο) [άρθρ. 495 παρ·3 ΚΠολΔ], πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια διαδικασία.
II. Με την από 28.07.2011 αγωγή του, (την οποία ο ήδη εκκαλών είχε εγείρει αρχικώς και κατά της εταιρείας με την επωνυμία “..... Ανώνυμη Εταιρεία Γενικών Ασφαλειών» ως προς την οποία παραιτήθηκε από το δικόγραφο της αγωγής κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμείου Δικαστηρίου συζήτηση) ο ενάγων εκθέτει ότι η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την πρώην επωνυμία «..... Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής» και με την ήδη επωνυμία .... ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ, τυγχάνει οιονεί καθολικός διάδοχος, λόγω απορροφήσεως, της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ..... Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής». Ότι δυνάμει (α) της από 1-5-1992 εγγράφου συμβάσεως αορίστου χρόνου παροχής υπηρεσιών παραγωγού ασφαλίσεων ζωής που είχε καταρτίσει αρχικώς με την αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία ..........., στην οποία ακολούθως υπεισήλθε η εταιρεία με την επωνυμία ..... Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής, στην οποία (σχέση) ακολούθως υπεισήλθε η ανωτέρω πρώτη εναγόμενη εταιρεία, είχε αναλάβει αντί προμήθειας, τη διαμεσολάβηση στην κατάρτιση ασφαλίσεων ζωής μεταξύ της αντισυμβαλλομένης του εταιρείας και πελατών του, με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που αναφέρονται στην αγωγή, (β) της από 9-9-1998 συμβάσεως συνεργασίας με την πρώτη εναγομένη εταιρεία, είχε αναλάβει, αντί προμήθειας, την προώθηση διάθεσης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της εταιρείας με την επωνυμία ..... Εταιρεία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων και ακολούθως της εταιρείας με την επωνυμία ..... Εταιρείας Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων, τα οποία διέθετε και διαχειριζόταν η πρώτη εναγομένη εταιρεία, και, γ) της από 4-4-2003 συμβάσεως συνεργασίας που είχε καταρτίσει με την ανωτέρω πρώτη εναγόμενη εταιρεία είχε αναλάβει αντί προμήθειας την προώθηση προϊόντων της ανώνυμης εταιρείας «Τράπεζα.... ΑΕ» τα οποία διέθετε και διαχειριζόταν η πρώτη εναγομένη εταιρεία. Ομοίως, δυνάμει της από 26-1-2005 συμβάσεως συνεργασίας που είχε καταρτίσει με την αρχικώς τρίτη εναγομένη [ήδη δεύτερη εφεσίβλητο] εταιρεία με την επωνυμία «.... Ανώνυμη Εταιρεία Μεσιτείας Ασφαλειών» λειτουργούσε ως ασφαλιστικός σύμβουλος αυτής. Οι ανωτέρω συμβάσεις συνεργασίας λειτούργησαν κανονικά έως τον μήνα Ιούνιο 2009, οπότε ο ενάγων απεφάσισε ότι επιθυμούσε πλέον να εργασθεί ως ανεξάρτητος μεσίτης ασφαλίσεων και πρότεινε στις ανωτέρω εναγόμενες εταιρείες όπως λυθεί συναινετικά η συνεργασία τους, προκειμένου να λάβει τις αναλογούσες στη διαμεσολαβητική του δραστηριότητα προμήθειες επί μία τριετία από της λύσεως των ανωτέρω συμβάσεων. Οι ανωτέρω εναγόμενες πράγματι αρχικώς συνήνεσαν στη συναινετική λύση των ανωτέρω συμβάσεων, πλην όμως κατά τις διαπραγματεύσεις, του απέστειλαν ως σχέδιο συναινετικής λύσεως της συνεργασίας τους, συμφωνητικό στο οποίο φερόταν ο ενάγων να δεσμεύεται όπως επί μία τριετία δεν θα συνεργάζεται με άλλες ασφαλιστικές εταιρείες, όρο που ο ενάγων δεν επιθυμούσε να συμπεριληφθεί στο συμφωνητικό λύσης της συνεργασίας τους, διότι ο όρος αυτός θα ήταν αδύνατο να τηρηθεί υπό του ενάγοντος καθόσον θα σήμαινε αναίρεση κάθε επαγγελματικής του δραστηριότητας, την άρνησή του δε να συμφωνήσει με τον εν λόγω όρο εξέφρασε ο ενάγων στον διευθυντή του υποκαταστήματος .... στον οποίο υπήγοντο οι εναγόμενες στη Θεσσαλονίκη, επιδιώκοντας ταυτόχρονα ανεπιτυχώς να επικοινωνήσει και με ανώτατο διευθυντικό στέλεχος του ίδιου ομίλου. Ενώ ευρίσκοντο στο ανωτέρω στάδιο διαπραγματεύσεων συναινετικής λύσεως των ανωτέρω συμβάσεων, αμφότερες οι ανωτέρω εναγόμενες εταιρείες, την 30-9-2009 του κοινοποίησαν έγγραφο εξώδικο καταγγελίας των ανωτέρω συμβάσεων συνεργασίας, επικαλούμενες αναληθή περιστατικά ως συγκροτούντο σπουδαίο λόγο καταγγελίας των ανωτέρω συμβάσεων συνεργασίας. Συγκεκριμένα στις εν λόγω εξώδικες δηλώσεις οι ανωτέρω εναγόμενες επικαλούντο ως σπουδαίο λόγο λύσης της συνεργασίας τους αντισυμβατική και αντιδεοντολογική συμπεριφορά συνιστάμενη στη μη συμμόρφωση στις μεθόδους και τους κανονισμούς πωλήσεων αυτών, στην αδιαφορία του για την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, στη συστηματική αποχή του από όλες τις διαδικασίες του υποκαταστήματος της Θεσσαλονίκης και στην από μέρους του αδιαφορία και σχεδόν εγκατάλειψη κάθε δραστηριότητάς του για προσωπική παραγωγή ασφαλιστηρίων, λόγοι εν τούτοις που δεν ήταν σπουδαίοι αλλά ούτε αληθινοί, αλλά επινοήθηκαν από τις εναγόμενες και περαιτέρω δεν ήταν σύμφωνες ούτε με τις συμβάσεις που τον συνέδεαν με τις ανωτέρω εταιρείες αλλά και αντίθετες στα κριτήρια και τις αρχές των άρθρων 281 και 288 ΑΚ. Ενόψει της έλλειψης σπουδαίου λόγου καταγγελίας των ανωτέρω συμβάσεων, ο ίδιος διατείνεται ότι διατηρεί αξίωση αποζημίωσης σε βάρος της πρώτης εναγομένης συνισταμένης στο ποσοστό προμήθειας που θα ελάμβανε επί μία τριετία από τα ενεργά συμβόλαια ασφάλισης ζωής που καταρτίσθηκαν κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους από τη διαμεσολάβησή του και ήταν ενεργά, επί μία τριετία από την καταγγελία, καθώς και στην προμήθειά του από τη διαμεσολάβησή του στην προώθηση της διάθεσης των ανωτέρω αμοιβαίων κεφαλαίων και συνολικά διατηρεί αξίωση σε βάρος της πρώτης εναγομένης προς αποζημίωσή του ανερχόμενη το ποσό των ευρώ 19.898. Περαιτέρω, κατά τη δέουσα εκτίμηση της ένδικης αγωγής, ισχυρίζεται ότι αμφότερες οι εναγόμενες εταιρείας ενεργώντας από κοινού και εκ συμφώνου, παράνομα και υπαίτια προσέβαλαν την προσωπικότητά του αφενός μεν από την αθέμιτη κατά τα άνω καταγγελία, αφ’ ετέρου δε από την από μέρους τους διάδοση σε πελάτες του, στους συνεργάτες τους και στο προσωπικό τους αλλά και στην αγορά γεγονότων που μειώνουν την τιμή και την υπόληψή του και δη ότι ο ίδιος δεν συμμορφωνόταν στους κανονισμούς πωλήσεων αυτών, ότι συστηματικά αδιαφορούσε για την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας και ότι επεδείκνυε αδιαφορία και είχε εγκαταλείψει κάθε δραστηριότητα για την παραγωγή ασφαλιστηρίων συμβολαίων, ισχυρισμοί αναληθείς που εν γνώσει της αναλήθειας διέδωσαν σε τρίτους με σκοπό να τον βλάψουν, προβάλλοντας τοιουτοτρόπως την προσωπικότητά του. Κατόπιν των ανωτέρω διατείνεται ότι διατηρεί κατ’ αυτών αξίωση χρηματικής ικανοποίησης εκ της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς αυτών, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη εκ ποσού ευρώ 30.000 όσον αφορά στην παράνομη συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης και εκ ποσού ευρώ 25.000 όσον αφορά στην δεύτερη ανωτέρω εναγομένη. Κατόπιν αυτών, ζητά, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό να αναγνωρισθεί ότι η πρώτη εναγομένη οφείλει να του καταβάλει (α) το ποσό των ευρώ 19.898 νομιμοτόκως από την 1-12-2009 και (β) το ποσό των ευρώ 30·0θθ νομιμοτόκως από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής και να αναγνωρισθεί ότι η δεύτερη εναγόμενη οφείλει να του καταβάλει το ποσό των ευρώ 25.000 νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής. Τέλος ζητεί να καταδικασθούν οι εναγόμενες στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης.
ΙΙΙ) Επί της αγωγής αυτής εξεδόθη η ήδη εκκαλουμένη απόφαση με την οποία, αφού θεωρήθηκε κατηργημένη η αγωγή ως μη ασκηθείσα κατά της αρχικώς δεύτερης εναγομένης, κατά τα λοιπά η ένδικη αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως απαράδεκτη και δη αόριστη ως προς το σκέλος των αιτούμενων προμηθειών, νόμιμη κατά τα λοιπά, ως θεμελιούμενη στις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 914, 920, 932, 57, 59 ΑΚ και 70 και 176 ΚΠολΔ, ακολούθως δε απέρριψε αυτή στην ουσία της και επέβαλε σε βάρος του ενάγοντος την εκ ποσού ευρώ 1.500 δικαστική δαπάνη της πρώτης και της τρίτης των αρχικώς εναγομένων εταιρειών.
Ο εκκαλών ενάγων, με την ένδικη έφεσή του ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης μόνον καθό μέρος απερρίφθη ως αβάσιμο στην ουσία του το αίτημα της ένδικης αγωγής περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης σε βάρος των εναγομένων, οι λόγοι της οποίας ανάγονται σε ελλιπείς αιτιολογίες και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, οι οποίοι όλοι εκτιμώνται ως κακή εκτίμηση αποδείξεων δεδομένου ότι η έλλειψη αιτιολογίας ή η εσφαλμένη τοιαύτη της εκκαλουμένης απόφασης δεν συνιστά νόμιμο λόγο έφεσης, διότι κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ το Δικαστήριο αντικαθιστά τις εσφαλμένες αιτιολογίες και απορρίπτει την έφεση [Πανταζόπουλος, εις Κεραμευς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ 2 εκδ. Σακκουλα 2020, υπό το άρθρο 520, σελ. 115-116 παρ. 16].
IV) Σύμφωνα με το άρθρο 16 παρ.1 Ν. 1569/19851 όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ 4 του Ν.2496/1997 "1· Ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει έναντι προμήθειας λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό ασφαλιστικών επιχειρήσεων η ασφαλιστικών πρακτόρων ή μεσιτών ή συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων, για την πρόσκτηση εργασιών. Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με την ασφαλιστική επιχείρηση ή τον ασφαλιστικό πράκτορα ή τον μεσίτη ασφαλίσεων είναι σύμβαση έργου. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων ούτε εκπροσώπησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικού πράκτορα ή μεσίτη. Κάθε αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη¨. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.4 του ν. 1569/1985 [όπως το πρώτο εδάφιο αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ. 8 του ν.2496/1997] Π οποία εφαρμόζεται αναλογικά και επί ασφαλιστικών συμβούλων. "Αν για οποιονδήποτε λόγο λυθεί ή λήξει η πρακτοριακή σύμβαση, η ασφαλιστική επιχείρηση καταβάλλει στον πράκτορα προμήθεια τριών ετών που αναλογεί στην παραγωγή του, η οποία εξακολουθεί, για αυτό το διάστημα, να παραμένει στην επιχείρηση στο μέτρο που θα την εδικαιούτο, αν δεν είχε λυθεί ή λήξει η σύμβαση. Δεν οφείλεται προμήθεια, αν η σύμβαση λύθηκε με καταγγελία εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης που οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του πράκτορα (ασφαλιστικού συμβούλου), που συνεπάγεται ποινική ή αστική ευθύνη του ή λύθηκε με πρωτοβουλία του πράκτορα". Από τις ανωτέρω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου γοο του ΑΚ συνάγεται ότι, η έννομη σχέση του ασφαλιστικού συμβούλου έχει εκ του νόμου χαρακτήρα μισθώσεως έργου, παρέχεται δε δικαίωμα στην εργοδότρια ασφαλιστική εταιρία να καταγγείλει τη σύμβαση, καταβάλλοντας την οφειλόμενη για το εκτελεσθέν έργο αμοιβή και την επιπλέον ειδικώς προβλεπόμενη προμήθεια τριών ετών, στο μέτρο που η παραγωγή του ασφαλιστικού συμβούλου παραμένει στην επιχείρηση για το διάστημα αυτό, εκτός αν η καταγγελία της σύμβασης από την εταιρία οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του αντισυμβαλλομένου της, συνεπαγόμενο αστική ή ποινική ευθύνη του, δηλαδή έγινε για σπουδαίο λόγο, συνεπεία αθετήσεως τόσο ουσιωδών συμβατικών υποχρεώσεων εκείνου, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή για την εργοδότρια, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης, η συνέχιση της συμβάσεως. Το δικαίωμα της καταγγελίας υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ και μπορεί να αποκρουσθεί, αν η άσκηση του υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή από τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του [ΑΠ 1976/2014 ΝΟΜΟΣ]. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 323 ΑΚ «Αν ο χρόνος της παροχής δεν συνάγεται ούτε από τη δικαιοπραξία ούτε από τις περιστάσεις και ιδίως από τη φύση της ενοχικής σχέσης, έχει δικαίωμα ο δανειστής να απαιτήσει και ο οφειλέτης να εκπληρώσει την παροχή αμέσως.». Η εν λόγω διάταξη καλύπτει το συμβατικό κενό ως προς το χρόνο της παροχής, εφόσον αυτός δεν καλύπτεται από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, προβλέποντας δικαίωμα του δανειστή να απαιτήσει και του οφειλέτη να εκπληρώσει την παροχή αμέσως. Η εκπλήρωση συντελείται αμέσως όταν η παροχή καταβάλλεται χωρίς καθυστέρηση, ευθύς δηλαδή αμέσως μετά τη σύναψη της σύμβασης ή την πλήρωση των όρων της διάταξης από την οποία απορρέει η αξίωση. Ο κανόνας της άμεσης εκπλήρωσης είναι εύλογος εφόσον αφενός μεν δεν θίγει τα συμφέροντα των μερών τα οποία εάν ενδιαφέρονταν για την καταβολή της παροχής σε ορισμένο μεταγενέστερο χρόνο θα το όριζαν συμβατικά, αφ’ ετέρου δε εναρμονίζεται με την εν γένει λειτουργία της ενοχικής σχέσης ως συναλλακτικού θεσμού, αφού προάγει την άμεση εκπλήρωσή της και την ταχεία πραγμάτωση του οικονομικού της σκοπού. Ωστόσο, αν από τη φύση της παροχής επιβάλλεται ένας ελάχιστος χρόνος για την προετοιμασία της, η εκπλήρωση συντελείται αμέσως, όταν παρέλθει ο χρόνος αυτός. Ως εκ τούτου, η άμεση καταβολή κρίνεται κάθε φορά υπό το φως των επιταγών της καλής πίστης (ΑΚ 288) που ενδέχεται να επιβάλλουν στο δανειστή ή και στον οφειλέτη την κατά τις περιστάσεις αναγκαία αναμονή για την παροχή (ΑΠ 1772/2007 ΝΟΜΟΣ). Στις διαρκείς συμβάσεις, στην έννοια και στη ρύθμιση των οποίων υπάγονται και συμβάσεις με περιοδικές παροχές (ΑΠ 416/2013 ΝΟΜΟΣ), άμεση εκπλήρωση σημαίνει άμεση έναρξη της πράξης ή των πράξεων παροχής και χωρίς χρονοτριβή συνέχισή τους (Μ. Σταθόπουλος, Γενικό Ενοχικό Δίκαιο εκδ. 2004 σελ. 943-944)· Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 691 ΑΚ «Ο εργοδότης δεν έχει κανένα δικαίωμα για ελλείψεις του έργου, αν είναι υπαίτιος γι’ αυτές, είτε εξαιτίας των οδηγιών που έδωσε παρά τις ρητές αντιρρήσεις του εργολάβου είτε κατ’ άλλο τρόπο». Από την εν λόγω διάταξη προκύπτει ότι ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να επέμβει στο στάδιο εκτέλεσης της σύμβασης έργου καθορίζοντας το τρόπο εκτέλεσης του έργου είτε κατά τη σύναψη του έργου είτε μετά από αυτή. Το δικαίωμα αυτό για τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης απορρέει από την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων. Για τον μετά της κατάρτιση της σύμβασης χρόνο, θεμελιώνεται στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 691 ΑΚ καθώς και σε αυτή του άρθρου 699 του ίδιου Κώδικα. 0 δικαιολογητικός λόγος αυτού εντοπίζεται αφ’ ενός στην ελευθερία που διαθέτει ο οφειλέτης μέχρι την καταβολή της παροχής ως προς την επιλογή των μέσων εκπλήρωσης και αφ’ ετέρου στην εξουσία του δανειστή ως δικαιούχου της παροχής και φορέα του εννόμου συμφέροντος στην ικανοποίηση του οποίου αποβλέπει το ενοχικό δικαίωμα και ως εκ τούτου η ενοχή, να συμβάλλει ο ίδιος στον τρόπο πραγμάτωσής του. Τόσο για τον χρόνο πριν από τη σύναψη της σύμβασης όσο και για το χρόνο μετά από αυτή, ο εργολάβος που συμμορφώνεται στις υποδείξεις του εργολάβου απαλλάσσεται από την ευθύνη για το αποτέλεσμα στο οποίο αυτές ενδεχομένως να οδηγήσουν και διατηρεί την αξίωσή του στην αμοιβή, εφόσον αντιδράσει ρητά και αιτιολογημένα. Ειδικά στην περίπτωση που ο εργοδότης υποδεικνύει τον τρόπο εκτέλεσης μετά την κατάρτιση της σύμβασης, ο εργολάβος έχει υποχρέωση, κατά τις διατάξεις του άρθρου 288 ΑΚ να ακολουθεί τις εν λόγω οδηγίες βάσει της γενικής συναγόμενης από την καλή πίστη υποχρέωσής του να εκτελέσει το έργο σύμφωνα με τις ειδικότερες επιθυμίες του εργοδότη, εκτός εάν αυξάνεται το κόστος εργασιών που δεν προθυμοποιείται να αναλάβει ο εργοδότης ή προϋποθέτει τεχνογνωσία που δεν διαθέτει ο εργολάβος (Βαλτούδης εις Απ. Γεωργιάδης ΣΕΑΚ τόμος I υπό το άρθρο 691 σελ. 1300. Παρ.5). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57 και 59 ΑΚ συνάγεται ότι, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητα του δικαιούται να αξιώσει: α)την άρση της προσβολής, β)την παράλειψη της στο μέλλον, γ) αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ.ΑΚ) και δ) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Επίσης, σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, για την προαναφερθείσα αξίωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης απαιτείται, επιπλέον, σχετική υπαιτιότητα του προσβάλλοντας. Προσβολή της προσωπικότητας, κατά την έννοια των ως άνω διατάξεων, συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της ηθικής και κοινωνικής αξίας κάποιου, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του, δοθέντος ότι, κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, στο δικαίωμα της προσωπικότητας περιλαμβάνεται τόσο ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, που είναι και ο πυρήνας του δικαιώματος, όσο και η ελεύθερη ανάπτυξη αυτής. Εξάλλου, η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 3Ó1, 3Ó2 και 363 του ΠΚ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης, και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των ως άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του. Ως ισχυρισμός θεωρείται ανακοίνωση που προέρχεται εξ ιδίας πεποιθήσεως ή γνώμης ή από μετάδοση εκ τρίτου προσώπου, ενώ διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Όμως, δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης, ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά το άρθρο 361 του ΠΚ. Αντικείμενο της προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 367 παρ. 1 περ. α'-δ' του ΠΚ, το άδικο των προβλεπόμενων στα άρθρα 361 επ. του ίδιου Κώδικα πράξεων αίρεται, μεταξύ των άλλων περιπτώσεων, που προβλέπονται στο άρθρο αυτό, και όταν πρόκειται για εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νόμιμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ή σε ανάλογες περιπτώσεις (περ. γ' και δ'). Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 367 ΠΚ για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. του ΑΚ. Επομένως, με την κατά τα άνω άρση του άδικου χαρακτήρα των προαναφερθεισών αξιόποινων πράξεων, αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου. Έτσι, η προβολή περιπτώσεως του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό καταλυτικό της αγωγής του προσβληθέντος προσώπου (ένσταση), λόγω άρσεως του παρανόμου της προσβολής. Όμως, ο άδικος χαρακτήρας της πράξης, ως προς τις εξυβριστικές ή δυσφημιστικές εκφράσεις που περιέχει, δεν αίρεται στις προαναφερθείσες περιπτώσεις (λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος κλπ), και συνεπώς, παραμένει η ποινική ευθύνη του δράστη, άρα και η υποχρέωση του προς αποζημίωση κατά το αστικό δίκαιο, όταν συντρέχει μια από τις περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 367 του ΠΚ, δηλαδή, όταν οι επίμαχες κρίσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης του άρθρου 363 ΠΚ, ή όταν από τον τρόπο εκδηλώσεως, ή από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξυβρίσεως, δηλαδή πρόθεση που κατευθύνεται ειδικά στην προσβολή της τιμής του άλλου. (ΑΠ 1455/14)· Επομένως, παράνομη συμπεριφορά που γεννά αξίωση επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης αποτελούν και οι περιεχόμενοι σε εξώδικη δήλωση αναληθείς ισχυρισμοί και ικανοί, κατά αντικειμενική κρίση, να προσβάλουν τη φήμη και το επαγγελματικό κύρος του εργολάβου των οποίων έλαβαν γνώση τρίτοι (ΑΠ 703/2019 ΝΟΜΟΣ). Όπως επίσης καταγγελία που έγινε υπό συνθήκες που συνιστούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του καθού η καταγγελία (ΑΠ 1487/1990, 860/1990). Εξάλλου, η άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος της καταγγελίας διαρκούς σύμβασης υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ και επομένως, αν το δικαίωμα αυτό ασκείται κατά προφανή υπέρβαση των διαγραφόμενων, από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, ορίων, συνιστά αντικειμενικά, παράνομη πράξη, οπότε, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 914 ΑΚ. γεννάται αξίωση αποζημίωσης, από αδικοπραξία (πρβλ. ΑΠ 103/2012 και ΑΠ 1554/2008). Η ίδια υποχρέωση προς αποζημίωση γεννάται και κατά το άρθρο 919 ΑΚ, αν η άσκηση του σχετικού δικαιώματος αντίκειται στα χρηστά ήθη και ο υπόχρεος ενήργησε από πρόθεση. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα θεωρείται, ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης, που δημιουργήθηκε από ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με επακόλουθο, να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο (Ολ. ΑΠ 17/1995)· Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηριστεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα εύλογα, η πεποίθηση, ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Ακόμη, απαιτείται η πράξη του δικαιούχου και η δημιουργηθείσα απ' αυτόν κατάσταση, επαγόμενη ιδιαίτερα επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του (δικαιούχου). Στα πλαίσια των ανωτέρω σκέψεων έχει κριθεί ως καταχρηστική καταγγελία μιας διαρκούς σύμβασης που συνιστά εξόχως αντισυμβατική συμπεριφορά και εν ταυτώ και αδικοπραξία, η οποία ήταν αιφνίδια και έλαβε χώρα χωρίς να έχει προηγηθεί κάποια υπαίτια αντισυμβατική συμπεριφορά του προς ον η καταγγελία και χωρίς προειδοποίηση και σε χρόνο που εξυπηρετεί αποκλειστικά τα συμφέροντα του καταγγέλοντος (πρβλ. 1786/2014 ΝΟΜΟΣ), όπως επίσης και η καταγγελία σύμβασης όταν οφείλεται σε κακότητα, εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης συμπεριφοράς του εργαζομένου αλλά μη αρεστής στον εργοδότη (ΑΠ 22/2014)·
V. Από την ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δίχως όρκο εξέταση του ίδιου του ενάγοντος, η κατάθεση του οποίου περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, την με αριθμό .../23-10-2018 ένορκη εξέταση του μάρτυρος του ενάγοντος Α. Δ., η οποία ελήφθη κατόπιν νομίμου και εμπροθέσμου κλητεύσεως των εναγόμενων ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κ. Κ., τις με αριθμό ..../22-10-2018 και .../23-102018 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των εναγόμενων Π. και Σ. , οι οποίες ελήφθησαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης η πρώτη Ε. Γ. και ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών η δεύτερη, κατόπιν νομίμου και εμπροθέσμου κλητεύσεως του ενάγοντας (σχετικά με αριθμό ..../17-10-2018 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Δ. Π.) και τα έγγραφα που μετ’ επικλήσεως προσκομίζονται υπό των διαδίκων, απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο δραστηριοποιείτο στο χώρο των ασφαλιστικών συμβάσεων, ασκώντας νόμιμα το επάγγελμα του παραγωγού ασφαλίσεων και ακολούθως του ασφαλιστικού συμβούλου, κατήρτισε (α) την 1/5/1992 στην ...., με την εταιρεία με την επωνυμία ..............., στην οποία (σύμβαση) υπεισήλθε ακολούθως η εταιρεία με την επωνυμία ..... Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής, της οποίας οιονεί καθολικός διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως, κατόπιν εξαγοράς, αποτελεί η πρώτη εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία ..... ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ και ήδη με την επωνυμία .... ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΖΩΗΣ πρώτη εφεσίβλητη εταιρεία, σύμβαση παραγωγού ασφαλίσεων ζωής αορίστου χρόνου, δυνάμει της οποίας (ο ενάγων) ανέλαβε έναντι αμοιβής και δη προμήθειας, όπως διενεργεί πράξεις διαμεσολάβησης με αποκλειστικό σκοπό την παρουσίαση, πρόταση και προπαρασκευή ασφαλιστικών συμβάσεων ζωής για λογαριασμό της ανωτέρω αντισυμβαλλομένης του εταιρείας. Ειδικότερα, κατά τον όρο A της εν λόγω έγγραφης σύμβασης, η δραστηριότητα του ενάγοντας ορίσθηκε ανεξάρτητη από άποψη τρόπου, χρόνου και τόπου, ανέλαβε δε να προσκομίζει στην αντισυμβαλλομένη του εταιρεία, τις σχετικές αιτήσεις για έκδοση ασφαλιστηρίων συμβολαίων, σύμφωνα με τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις της σχετικής νομοθεσίας και τα εκάστοτε ισχύοντα τιμολόγια ασφαλίστρων, τα οποία ο ενάγων ανέλαβε όπως τηρεί και εφαρμόζει. Η ανωτέρω αντισυμβαλλόμενη εταιρεία κατά τον όρο A (2) της ίδιας ως άνω σύμβασης θα έκρινε κατά την απόλυτη αδέσμευτη κρίση της αν και ποίες από τις αιτήσεις θα έκανε αποδεκτές, σε καταφατική δε περίπτωση όλα τα ασφαλιστήρια και τις πρόσθετες πράξεις τους θα εξέδιδε και υπέγραφε η ανωτέρω αντισυμβαλλομένη του ενάγοντος εταιρεία, δίχως ο εναγών να έχει δικαίωμα υπογραφής ή προσυπογραφής του. Κατά τον όρο A (5) της ίδιας σύμβασης ο ενάγων ανέλαβε καθόλη τη διάρκεια ισχύος της ανωτέρω συμβάσεως, να παρέχει τις υπηρεσίες του αποκλειστικά στην ανωτέρω αντισυμβαλλομένη του εταιρεία και να μην συνεργάζεται με άλλη ασφαλιστική εταιρεία, κατά δε τον όρο A (6) της ίδιας σύμβασης, ανέλαβε όπως τηρεί τις διατάξεις και τους κανόνες της εκάστοτε ισχύουσας ασφαλιστικής νομοθεσίας, των χρηστών συναλλακτικών ηθών και της δημόσιας τάξης. Η αμοιβή του ενάγοντος για τις παρεχόμενες υπ’ αυτού υπηρεσίες ορίσθηκαν στο άρθρο (Β) (ι) της ανωτέρω σύμβασης και συνίστατο σε προμήθεια υπολογιζομένη επί των καθαρών ασφαλίστρων ζωής και των καθαρών ασφαλίστρων προσαρτημάτων. Κατά τον όρο (Γ) (1) της ίδιας σύμβασης η διάρκεια αυτής προβλέφθηκε αορίστου χρόνου, με δικαίωμα λύσης αυτής αζημίως από αμφοτέρους τους συμβαλλομένους μετά από έγγραφη προειδοποίηση τουλάχιστον δύο μηνών. Κατά τον όρο Γ(3) της ίδιας ως άνω σύμβασης, η ανωτέρω αντισυμβαλλομένη του ενάγοντος εταιρεία συμφωνήθηκε ότι εδικαιούτο αμέσως, χωρίς προηγούμενη προειδοποίηση, να καταγγείλει την εν λόγω σύμβαση εργασίας ένεκα σπουδαίου λόγου, που ως τέτοιοι προβλέφθηκαν, όλως ενδεικτικά, με τον ίδιο όρο της ανωτέρω σύμβασης η περίπτωση ανάκλησης ή μη ανανέωσης της άδειας άσκησης επαγγέλματος του ενάγοντος ως παραγωγού ασφαλίσεων, όλες οι περιπτώσεις υπαίτιας, εκ μέρους του ενάγοντος, παραβίασης της ασφαλιστικής νομοθεσίας, των χρηστών συναλλακτικών ηθών και της δημόσιας τάξης και γενικώς του Κώδικα Δεοντολογίας που υποχρεούτο να τηρεί ο ενάγων, τυχόν παραβίαση οιοδήποτε όρου της εν λόγω σύμβασης που κρίθηκαν όλοι ουσιώδεις, η άνευ δικαιώματος ή κατ’ εξακολούθηση καθυστέρηση αποδόσεως υπό του ενάγοντος χρημάτων ή άλλων αντικειμένων της εταιρείας ή των ασφαλιζόμενων, κάθε υπαίτια ενέργεια του ενάγοντος που μπορεί να βλάψει με οιονδήποτε τρόπο την ανωτέρω αντισυμβαλλομένη του εταιρεία ή να θέσει σε κίνδυνο τα συμφέροντά της και η εκ μέρους του ενάγοντος διάπραξη ποινικών ή αστικών αδικημάτων σε βάρος της ανωτέρω αντισυμβαλλομένης του εταιρείας ή των ασφαλιζόμενων αλλά και η καταδίκη αυτού για πράξεις που συνιστούν κακουργήματα ή εγκλήματα κατά των ηθών, της περιουσίας και της ιδιοκτησίας ή παράβαση του νόμου περί ναρκωτικών. Κατά τον όρο Δ(2) της ίδιας σύμβασης προβλέφθηκε ότι σε περίπτωση καταγγελίας εκ μέρους της ανωτέρω αντισυμβαλλόμενης του ενάγοντος εταιρείας άνευ σπουδαίου λόγου, ο ενάγων θα δικαιούται των προμηθειών που αναλογούν στην παραγωγή του και η οποία θα εξακολουθεί να παραμένει στην ανωτέρω αντισυμβαλλομένη του εταιρεία για χρονικό διάστημα ίσο με τη διάρκεια της ανωτέρω σύμβασης και πάντως όχι πέραν των τριών ετών από της καταγγελίας της εν λόγω σύμβασης, υπό τη ρητή, εν τούτοις, προϋπόθεση ότι δεν θα προκαλεί την ακύρωση οποιοσδήποτε συμβολαίου της παραγωγής του με σκοπό τη μεταφορά του σε άλλη ασφαλιστική επιχείρηση. Κατά τον όρο Δ (3) της ίδιας σύμβασης, σε περίπτωση καταγγελίας της εν λόγω σύμβασης υπό της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρείας για σπουδαίο λόγο, ο ενάγων συμφωνήθηκε ότι δεν θα δικαιούται των προμηθειών που αναλογούν στην παραγωγή του. Κατά τον όρο Ε (1) της ίδιας σύμβασης συμφωνήθηκε ότι η εκπλήρωση από τον ενάγοντα της εντολής που του ανατέθηκε με τη σύμβαση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι απορρέει από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αλλά αποσαφηνίσθηκε ότι η πραγματική και ηθελημένη νομική φύση της μεταξύ τους σχέσης είναι εκείνη του μεσίτη και ο ενάγων θα παρέχει από άποψη τρόπου, χρόνου και τόπου. Περαιτέρω απεδείχθη ότι ο ενάγων (β) την 9/9/1998, στην Αθήνα, με την ανωτέρω εταιρεία με την επωνυμία ..... Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής, της οποίας οιονεί καθολικός διάδοχος λόγω συγχωνεύσεως κατόπιν εξαγοράς αποτελεί η πρώτη εναγομένη εταιρεία και ήδη πρώτη εφεσίβλητη εταιρεία, ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας για την προώθηση διάθεσης αμοιβαίων κεφαλαίων και δη ανέλαβε την προώθηση της διάθεσης προς το επενδυτικό κοινό μεριδίων των Αμοιβαίων Κεφαλαίων που διέθετε και διαχειριζόταν αρχικώς η εταιρεία με την επωνυμία ..... Εταιρεία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων (ΑΕΔΑΚ)» και ακολούθως η εταιρεία με την επωνυμία «.... Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων», αντιπρόσωπος της διάθεσης των οποίων είχε ορισθεί η ανωτέρω αντισυμβαλλομένη του ενάγοντος εταιρεία (όρος ΙΙ) αντί προμήθειας. Ειδικότερα δυνάμει του εν λόγω εγγράφου συμφωνητικού συνεργασίας για την προώθηση διάθεσης αμοιβαίων κεφαλαίων ο εναγών, ως συνεργάτης που ανήκε στο δίκτυο διαμεσολαβούντων στην ιδιωτική ασφάλιση συνεργατών της ανωτέρω αντισυμβαλλόμενης του εταιρείας και συνδεόμενος με αυτή με σχετική σύμβαση έργου ως ασφαλιστικός σύμβουλος (όρος Π), ανέλαβε την προώθηση της διάθεσης προς το επενδυτικό κοινό μεριδίων των Αμοιβαίων Κεφαλαίων που διέθετε και διαχειριζόταν αρχικώς η ανωτέρω εταιρεία με την επωνυμία ..... Εταιρεία Διαχειρίσεως Αμοιβαίων Κεφαλαίων (ΑΕΔΑΚ)» και ακολούθως η εταιρεία με την επωνυμία «.... Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων», αντιπρόσωπος της διάθεσης των οποίων είχε ορισθεί η ανωτέρω αντισυμβαλλομένη του ενάγοντος εταιρεία (όρος ΙΙ) αντί προμήθειας, το ύψος και ο τρόπος υπολογισμού της οποίας καθορίσθηκαν κατά το προσάρτημα αυτής (όρος (5.1). Κατά το άρθρο 4 της εν λόγω σύμβασης, ο ενάγων υποχρεούτο σε αυτοπρόσωπη εκτέλεση των εντολών που του ανατίθεντο (όρος (4.1)5 ανέλαβε την υποχρέωση να συνεργάζεται αποκλειστικά με την αντισυμβαλλομένη του εταιρεία κατά τον τρόπο που προέβλεπε η εν λόγω σύμβαση για την προώθηση διάθεσης μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων της ΑΕΔΑΚ και να μην αναλαμβάνει παρόμοιες δραστηριότητες με άλλες ασφαλιστικές εταιρείες (4.2), καθόλη δε τη διάρκεια ισχύος της εν λόγω σύμβασης ορίσθηκε ότι ο ενάγων πρέπει να πληροί κατ’ ελάχιστο τις προϋποθέσεις καταλληλότητας που θεσπίζονται από τον Κώδικα Δεοντολογίας της ΑΕΔΑΚ και ΕΕΧ και τη σχετική νομοθεσία καθώς και οποιεσδήποτε άλλες πρόσθετες προϋποθέσεις καταλληλότητας θεσπίζονται κάθε φορά με βάση τους Κανονισμούς της αντισυμβαλλομένης του εταιρείας που αφορούν στο δίκτυο των συνεργατών της και οι οποίες είναι δυνατόν να διαφοροποιούνται οποτεδήποτε κατά τη διακριτική ης ευχέρεια (όρος 4.3)· Επιπλέον, ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση όπως παρακολουθεί τα εκπαιδευτικά προγράμματα της αντισυμβαλλομένης του εταιρείας όποτε καλείται γι’ αυτό, τους όρους των Κανονισμών του και τις εκάστοτε οδηγίες της Εταιρείας σχετικά με τη διαδικασία προώθησης και διάθεσης των αμοιβαίων Κεφαλαίων, των εξαγορών μεριδίων και τον τρόπο ενημέρωσης του επενδυτικού κοινού (4.4)· Κατά τον όρο 4.8 της ίδιας σύμβασης προβλέφθηκε ότι η παραβίαση από τον ενάγοντα οποιοσδήποτε υποχρέωσης αυτού που προβλέπεται ή απορρέει από τους όρους της εν λόγω σύμβασης αποτελεί λόγο μη ανανέωσης του αναφερομένου στον όρο 10 της εν λόγω σύμβασης πιστοποιητικού συνεργασίας και δίνει το δικαίωμα στην αντισυμβαλλόμενη του εταιρεία άμεσης και χωρίς προειδοποίηση καταγγελίας της σύμβασης αυτής. Υπό τον όρο 7 της ίδιας σύμβασης, προβλέφθηκε ότι η εν λόγω σύμβαση συνάπτεται για αόριστο χρόνο και λύεται με καταγγελία από οποιοδήποτε των συμβαλλομενών (όρος (7.1), οποιοδήποτε των συμβαλλομένων μερών μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση αυτή οποτεδήποτε μετά τη δίμηνη έγγραφη προειδοποίηση των συμβαλλομένων (όρος 7.2), η δε αντισυμβαλλομένη του ενάγοντας εταιρεία ηδύνατο χωρίς προειδοποίηση να καταγγείλει την εν λόγω σύμβαση σε κάθε περίπτωση που τούτο προβλέπεται ρητά στους όρους της καθώς και σε περίπτωση που ο ενάγων παύσει να πληροί τις γενικές προϋποθέσεις καταλληλότητας όπως αναφέρονται στον όρο 4.3 (όρος 7.3 περ.α). Επιπλέον ο ενάγων κατήρτισε (γ) την 4-4-2003 στην ..... Αττικής, ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας ομοίως με την πρώτη εναγομένη εταιρεία, με την οποία ανέλαβε, αντί αμοιβής και δη προμήθειας την προώθηση και διανομή των προϊόντων της τραπεζικής εταιρείας ΤΡΑΠΕΖΑ.... ΑΕ, για την προώθηση των οποίων είχε συνάψει σύμβαση η εν λόγω τραπεζική εταιρεία με την αντισυμβαλλομένη του ενάγοντας στην εν λόγω σύμβαση εταιρεία, σε υποψηφίους πελάτες (όρο 1.1. και 1.4)· Ειδικότερα, με την εν λόγω σύμβαση προβλέφθηκε ότι ο ενάγων ανήκε στο δίκτυο διαμεσολαβούντων στην ιδιωτική ασφάλιση συνεργατών της αντισυμβαλλομένης του στην εν λόγω σύμβαση εταιρεία, συνδεόμενος με σχετική σύμβαση έργου ως ασφαλιστικός σύμβουλος (όρος 1.2), ανέλαβε δε την προώθηση και διανομή των προϊόντων της τραπεζικής εταιρείας ΤΡΑΠΕΖΑ ..... ΑΕ, για την προώθηση των οποίων είχε συνάψει σύμβαση η εν λόγω τραπεζική εταιρεία με την αντισυμβαλλομένη του ενάγοντος στην εν λόγω σύμβαση εταιρεία, σε υποψηφίους πελάτες (όρο 1.1. και 1.4), αντί αμοιβής και δη προμήθειας (όρος 6.1) όπως αυτή ορίσθηκε στο επισυναπτόμενη στην ανωτέρω σύμβαση Παράρτημα Α. Κατά το άρθρο 3 της εν λόγω σύμβασης ο ενάγων ανέλαβε να επιλέγει υποψήφιους πελάτες και να τους ενημερώνει για τα προϊόντα της σύμβασης, να συγκεντρώνει τις αιτήσεις αυτών, να παραλαμβάνει τα απαιτούμενα ανά αίτηση δικαιολογητικά και να παραδίδει αυτά άμεσα στην αντισυμβαλλομένη του εταιρεία, μαζί με την αίτηση (όρος 3.1), οι διαδικασίες δε και οι κανόνες προώθησης της διάθεσης από τον ενάγοντα των τραπεζικών προϊόντων της ανωτέρω τραπεζικής εταιρείας κατά τον όρο 3.5 ορίσθηκε ότι με τη σύμβαση περιγράφονται κατά τρόπο γενικό, τόσο δε η ανωτέρω τράπεζα όσο και η αντισυμβαλλομένη εταιρεία προβλέφθηκε ότι διατήρησε το δικαίωμα καθόλη τη διάρκεια της εν λόγω σύμβασης να εξειδικεύουν συμπληρώνουν και τροποποιούν τις διαδικασίες και τους κανόνες αυτούς με εγκυκλίους προς το δίκτυο των συνεργατών της αντισυμβαλλομένης του ενάγοντος εταιρείας (όρος 3.5)· Κατά τον όρο της εν λόγω σύμβασης η διάρκεια αυτής συμφωνήθηκε αορίστου χρόνου με δικαίωμα καταγγελίας αυτής οποτεδήποτε από οιονδήποτε των συμβαλλομένων μετά από δίμηνη έγγραφη προειδοποίηση. Η ανωτέρω αντισυμβαλλομένη του ενάγοντος εταιρεία προβλέφθηκε (όρος 5.2) ότι δύναται να καταγγείλει χωρίς προειδοποίηση την εν λόγω σύμβαση (όρος 5.2) εάν ο ενάγων παύσει να πληροί τις γενικές προϋποθέσεις που ορίζονται στον όρο 2.7, εάν τελέσει κάποιο ποινικό αδίκημα, εάν παραβιάσει οποιαδήποτε διάταξη της τραπεζικής νομοθεσίας, την υποχρέωση εχεμύθειας του Κώδικα Επαγγελματικής Δεοντολογίας της Ένωσης Ελληνικών Τραπεζών, όπως και κάθε όρο της εν λόγω σύμβασης που όλοι συμφωνήθηκαν ουσιώδεις, εάν παραβιάσει τα εμπορικά συναλλακτικά ήθη και την πρακτική των τραπεζικών και εν γένει εμπορικών συναλλαγών επιδεικνύοντας απαράδεκτη επαγγελματική συμπεριφορά, εάν προβεί σε οποιαδήποτε διαφήμιση των προϊόντων της ανωτέρω τραπεζικής εταιρείας χωρίς τη ρητή και έγγραφη συναίνεση αυτής, εάν δεν συμμορφώνεται πλήρως προς τις κρατούσες θεμελιώδεις αρχές κατά την εκτέλεση των δραστηριοτήτων του έναντι άλλων συνεργατών της ανωτέρω τράπεζας, εάν χρησιμοποιεί παράνομα μέσα, ψευδείς ή ανακριβείς ή παραπλανητικές διαφημίσεις για την προώθηση των ανωτέρω προϊόντων, εάν η ανωτέρω τράπεζα ζητήσει εγγράφως από την αντισυμβαλλομένη εταιρεία τον αποκλεισμό αυτού από την παροχή υπηρεσιών. Επιπλέον, ο ενάγων (δ) την 26-1-2005, κατήρτισε σύμβαση με την εταιρεία με την επωνυμία ..... Εταιρεία Πρακτόρευσης Γενικών Ασφαλίσεων, της οποίας οιονεί καθολικός διάδοχος κατέστη η αρχικώς τρίτη εναγομένη εταιρεία με την τότε επωνυμία «...... Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Μεσιτείας» και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη εταιρεία, με την οποία ο ενάγων ανέλαβε αντί αμοιβής και δη προμήθειας, να διενεργεί πράξεις διαμεσολάβησης με αποκλειστικό σκοπό την παρουσίαση, πρόταση και προπαρασκευή ασφαλιστικών συμβάσεων για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με της οποίες η αντισυμβαλλόμενη του εταιρεία συνδέετατο με σύμβαση ασφαλιστικής πρακτόρευσης (άρθρο A1). Ειδικότερα, απεδείχθη ότι κατά τον όρο Γ(1) η σύμβαση ορίσθηκε αορίστου χρόνου, η οποία ηδύνατο να λυθεί αζημίως μετά από έγγραφη προειδοποίηση τουλάχιστον δύο μηνών. Κατά τον όρο Γ(3) της ίδιας σύμβασης η αντισυμβαλλόμενη του ενάγοντος εταιρεία εδικαιούτο όπως καταγγείλει την ανωτέρω σύμβαση και σε περίπτωση παραβίασης εκ μέρους του ενάγοντος κατά την παροχή των υπηρεσιών του των ακολουθούμενων από την αντισυμβαλλοομένη του μεθόδων και κανονισμών πωλήσεων. Κατά τον όρο Δ(2) της ίδιας σύμβασης προβλέφθηκε ότι σε περίπτωση καταγγελίας από την αντισυμβαλλομένη του ενάγοντος της εν λόγω σύμβασης άνευ σπουδαίου λόγου, ο ενάγων εδικαιούτο τις προμήθειες που θα αναλογούσαν στην παραγωγή των ασφαλιστικών συμβάσεων που πραγματοποιήθηκαν μέσω της αντισυμβαλλόμενης του με τις συνδεόμενες με αυτήν με σύμβαση ασφαλιστικής πρακτόρευσης ασφαλιστικές επιχειρήσεις με τη διαμεσολάβηση του ίδιου για χρονικό διάστημα ίσο με τη διάρκεια ισχύος της εν λόγω σύμβασης και εν πάση περιπτώσει όχι πέραν της τριετίας. Κατά τον όρο Δ(3) της ίδιας σύμβασης σε περίπτωση καταγγελίας της ίδιας σύμβασης εκ μέρους της αντισυμβαλλομένης του ενάγοντος εταιρείας, ο ενάγων δεν θα εδικαιούτο των προμηθειών που αναλογούσαν στην παραγωγή του, από της καταγγελίας της συμβάσεως. Οι ανωτέρω συμβάσεις που κατήρτισε ο ενάγων με τις εναγόμενες εταιρείες, με τις οποίες αυτός κατά τα άνω ανέλαβε αντί αμοιβής και δη προμήθειας, να διενεργεί πράξεις διαμεσολάβησης με αποκλειστικό σκοπό την παρουσίαση, πρόταση και προπαρασκευή ασφαλιστικών συμβάσεων προς τρίτους για λογαριασμό των αντισυμβαλλομένων του, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας ήταν συμβάσεις έργου με διαρκή μάλιστα χαρακτήρα (ΑΠ 12/2009 ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω απεδείχθη ότι αμφότερες οι εναγόμενες και ήδη εφεσίβλητες εταιρείες, υπάγονται στον ίδιο όμιλο εταιρειών ...., διατηρούν υποκατάστημα στη Θεσσαλονίκη, καθώς επίσης, εκδίδουν ενιαίο για όλες τις εταιρείες του ομίλου .... ετήσιο κανονισμό πωλήσεων, αντίγραφο των οποίων κοινοποιούν σε όλα τα υποκαταστήματα, με τον οποίο (κανονισμό πωλήσεων) καθορίζουν κάποιες ελάχιστες οδηγίες για τον τρόπο εργασίας των ασφαλιστικών συμβούλων για την επιτυχία των στόχων της στις πωλήσεις ασφαλίσεων, αλλά και περαιτέρω τις προϋποθέσεις εξέλιξης αυτών (ασφαλιστικών συμβούλων) στις διάφορες βαθμίδες, καθώς και πρόσθετες παροχές στους ασφαλιστικούς τους συμβούλους εφόσον επιτύχουν τους όρους που αναφέρουν στους εν λόγω κανονισμούς. Ο ενάγων, υπήχθη ως ασφαλιστικός σύμβουλος στο υποκατάστημα των εναγομένων και ήδη εφεσιβλήτων εταιρειών στην Θεσσαλονίκη. Η συνεργασία των διαδίκων υπήρξε εξαιρετική από την κατάρτιση των ανωτέρω συμβάσεων έως και το τέλος του μηνός Σεπτεμβρίου 2008. Ο ενάγων μάλιστα, λόγω του επιτυχούς έργου του ως παραγωγού ασφαλίσεων και ακολούθως ως ασφαλιστικού συμβούλου, είχε βραβευθεί από τον ανωτέρω όμιλο με ταξίδια στο εξωτερικό, από δε το έτος 2006 είχε προαχθεί στο βαθμό του senior ασφαλιστικού συμβούλου. Εν τούτοις, από το μήνα Οκτώβριο 2008 και έως την 30-9-2009 οπότε οι εναγόμενες κατήγγειλαν τις ανωτέρω συμβάσεις έργου, απεδείχθη ότι ο ενάγων, δεν διενήργησε πράξεις διαμεσολάβησης (α) για την προώθηση διάθεσης αμοιβαίων κεφαλαίων της εταιρείας με την επωνυμία .... Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων, όπως υποχρεούτο με την από 9-9-1198 ανωτέρω σύμβαση, (β) για την προώθηση διάθεσης των προϊόντων της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «Τράπεζα ... ΑΕ», που είχε αναλάβει με την από 4-4-2003 σύμβαση με την πρώτη εναγομένη εταιρεία, και (γ) για την προώθηση ασφαλιστικών συμβάσεων των ασφαλιστικών επιχειρήσεων με τις οποίες η αρχικώς τρίτη εναγομένη και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη συνδέετο με σύμβαση ασφαλιστικής πρακτόρευσης, όπως όφειλε κατά την από 26-1-2005 σύμβαση που είχε καταρτίσει με την ανωτέρω εταιρεία με την επωνυμία ..... Εταιρεία Πρακτόρευσης Γενικών Ασφαλίσεων, στην οποία ακολούθως υπεισήλθε η αρχικώς τρίτη εναγομένη εταιρεία και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη εταιρεία, επιπλέον δε, με τη διαμεσολάβησή του είχαν καταρτισθεί καθόλο το διάστημα από 1-10-2008 έως 30-9-2009, οπότε κατηγγέλθησαν οι ανωτέρω συμβάσεις εκ μέρους των εναγομένων εταιρειών, συνολικά τρεις συμβάσεις ασφαλίσεως ζωής μεταξύ της πρώτης εναγόμενης και τρίτων ασφαλισμένων, όπως όφειλε με την από 1-5-1992 ανωτέρω σύμβαση που ίσχυε μεταξύ αυτού και της πρώτης εναγομένης και συγκεκριμένα, είχε μεσολαβήσει για την κατάρτιση του με αριθμό ............... από 9-10-2008 συμβολαίου του Π. Κ., του με αριθμό ... από 30-10-2008 συμβολαίου του Θ. Χ., και του με αριθμό ... από 10-11-2008 συμβολαίου του Χ. Θ., έκτοτε δε και έως την 30-9-2009 δεν απεδείχθη, εφόσον μάλιστα και ο ίδιος δεν ισχυρίζεται το αντίθετο, ότι είχε προβεί σε πράξεις διαμεσολάβησης με αποκλειστικό σκοπό την παρουσίαση, πρόταση και προπαρασκευή ασφαλιστικών συμβάσεων ζωής για λογαριασμό της ανωτέρω αντισυμβαλλόμενης του και πρώτης εναγομένης εταιρείας ούτε ότι προσεκόμισε προς την ανωτέρω εταιρεία αιτήσεις για έκδοση ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Επιπλέον ο ενάγων, όπως περί τούτου κατέθεσε σαφώς ο μάρτυρας των εναγομένων Π. Ι. συντονιστής ασφαλιστικών συμβούλων των εναγομένων εταιρειών στο Υποκατάστημα Θεσσαλονίκης και Διευθυντής του εν λόγω υποκαταστήματος, η κατάθεση του οποίου περιέχεται στην ανωτέρω μνημονευόμενη ένορκη βεβαίωση, καθόλο τον τελευταίο χρόνο προ της καταγγελίας των ανωτέρω συμβάσεων από τις εναγόμενες εταιρείες την 30-09-2009, δεν μετείχε στις μηνιαίες συγκεντρώσεις του υποκαταστήματος που κατά την εν λόγω κατάθεση ορίζονταν με τους κανονισμούς της εταιρείας, όπως εξάλλου αποδεικνύεται και από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του Κανονισμού 2009 του ομίλου των εναγόμενων, κατά τον οποίο (σελίδα 10) στις υποχρεώσεις των ασφαλιστικών συμβούλων αλλά και (σελ. 13) στις υποχρεώσεις των senior agents προβλεπόταν η υποχρέωση αυτών να μετέχουν σε όλες τις συναντήσεις του Υποκαταστήματος που υπάγονταν. Κατά την κατάθεση του ανωτέρω μάρτυρα των εναγομένων Π., στις εν λόγω συναντήσεις που εγίνοντο κάθε μήνα οι μετέχοντες συζητούσαν τις επιτυχίες του υποκαταστήματος αλλά και εκάστου των ασφαλιστικών συμβούλων του υποκαταστήματος, καθώς επίσης και για τους στόχους αυτών, την πολιτική των εναγομένων εταιρειών για την πώληση ασφαλιστηρίων και ενημερώνονταν οι σύμβουλοι για την επίσημη πολιτική της εταιρείας. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι κατά το ίδιο διάστημα δεν εργαζόταν για την προώθηση του έργου των εναγομένων αλλά και δεν μετείχε στις ανωτέρω μηνιαίες συναντήσεις που πραγματοποιούντο στο υποκατάστημα που υπήγετο, διότι μελετούσε προκειμένου να μετάσχει στις εξετάσεις του Ιουνίου 2009 προς λήψη άδειας μεσίτη ασφαλίσεων, γεγονός για το οποίο είχε ενημερώσει τις εναγόμενες εταιρείες μέσω του διευθυντή του ανωτέρω Υποκαταστήματος Ι. Ι., όπως κατέθεσε ο μάρτυρας του Α. Δ., η ένορκη κατάθεση του οποίου περιέχεται στην προμνημονευθείσα ένορκη βεβαίωση, περί μηνός Μαρτίου 2009. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων με την ένδικη έφεσή του για πρώτη φορά διατείνεται ότι η μείωση της παραγωγικότητάς του κατά το τελευταίο έτος συνεργασίας του με τις εναγόμενες οφειλόταν σε αναστολή της επαγγελματικής του δραστηριότητας που είχε γίνει αποδεκτή από τις εναγόμενες λόγω της προετοιμασίας του για τη συμμετοχή του στις κρατικές εξετάσεις προς απόκτηση άδειας μεσίτη [σχετικά σελ. 9 ένδικης έφεσης και περαιτέρω η μειωμένη παραγωγικότητα αυτού είχε γίνει αποδεκτή από τις εναγόμενες (σελ. 9 ένδικης έφεσης) και ήταν δικαιολογημένη για εκπαιδευτικούς λόγους, ότι πράγματι το τελευταίο προ της ένδικης καταγγελίας έτος ανέστειλε την επαγγελματική του δραστηριότητα αλλά αυτό τελούσε σε συμφωνία με την αντίδικο πλευρά (σελ. 12 ένδικης έφεσης)]. Ρητή συμφωνία των εναγομένων για την αναστολή της επαγγελματικής δραστηριότητας του ενάγοντος καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα έως μηνός Ιουνίου 2009 δεν απεδείχθη, εφόσον καμία απόδειξη δεν προσκομίζεται περί τούτου δε ουδέν κατέθεσε ο μάρτυρας του ενάγοντος, δεδομένου ότι ο τελευταίος κατέθεσε ότι ο ενάγων είχε ενημερώσει τον υπεύθυνο του υποκαταστήματος για τις εξετάσεις στις οποίες προετίθετο να συμμετάσχει και ότι προετίθετο να αυτονομηθεί επαγγελματικά, δίχως να καταθέτει ότι οι εναγόμενες συνήνεσαν στην αναστολή αυτή της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Γεγονός πάντως είναι ότι έως και το μήνα Ιούνιο 2009 οι εναγόμενες δεν διαμαρτυρήθηκαν στον ενάγοντα ούτε για την μη εκπλήρωση των ανωτέρω συμβατικών του υποχρεώσεων αλλά ούτε και για τη μη συμμετοχή του στις μηνιαίες συναντήσεις των ασφαλιστικών συμβούλων του ανωτέρω υποκαταστήματος. Περαιτέρω εν τούτοις απεδείχθη ότι και μετά τον μήνα Ιούνιο του έτους 2009 ήτη μετά το τέλος των εξετάσεών του, ο ενάγων δεν εργάσθηκε για την προώθηση του έργου που είχε αναλάβει με τις ανωτέρω συμβάσεις που είχε καταρτίσει με τις εναγόμενες, ούτε ότι έκτοτε μετείχε στις μηνιαίες συναντήσεις του υποκαταστήματος. Μετά τον μήνα Ιούνιο του έτους 2009 οπότε ο ενάγων έλαβε την άδεια του μεσίτη ασφαλίσεων αφού πέτυχε στις σχετικές εξετάσεις, προτιθέμενος να αποδεσμευθεί από τις υποχρεώσεις του έναντι των εναγομένων από τις ανωτέρω συμβάσεις και να εργασθεί μόνος του πλέον και παράλληλα να λαμβάνει τις αναλογούσες προμήθειες για την έως τότε παραγωγή του από την πρώτη εναγομένη, πρότεινε στις εναγόμενες εταιρείες να λύσουν συναινετικά τις ανωτέρω συμβάσεις. Οι εναγόμενες εταιρείες, με σχέδιο σύμβασης συναινετικής λύσης των ανωτέρω συμβάσεων που απέστειλαν στον ενάγοντα μέσω του υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης με ηλεκτρονική αλληλογραφία την 13-7-2009, αποδέχθηκαν την πρόταση του ενάγοντος περί συναινετικής λύσεως των ανωτέρω συμβάσεων υπό τον όρο, εν τούτοις, ότι για τα επόμενα τρία έτη κατά τα οποία ο ενάγων θα ελάμβανε τις εν λόγω προμήθειες, οφείλε να μην αναλάβει τυχόν συνεργασία με οποιονδήποτε τρόπο, αμέσως ή εμμέσως, με επιχειρήσεις ανταγωνιστικές προς τις εταιρείες .... και επιδιώξει ή προκαλέσει τυχόν ακύρωση οποιοσδήποτε έστω και ενός ασφαλιστηρίου από τα απαρτίζοντα το χαρτοφυλάκιό του προς μεταφορά του ή μη σε άλλη ανταγωνιστική ασφαλιστική εταιρεία. Οι αιτιάσεις του ενάγοντος που περιέχονται στην ένδικη αγωγή του, όπως αυτές εκτιμώνται δεόντως, ότι αρχικώς οι εναγόμενες άνευ όρων απεδέχθησαν τη συναινετική λύση των ανωτέρω συμβάσεών τους με τον ενάγοντα και ακολούθως, κατά τη σύνταξη του σχεδίου συναινετικής λύσης περιέλαβαν τον ανωτέρω όρο, δεν κρίνονται πειστικές εφόσον καμία έγγραφη περί τούτου απόδειξη δεν προσκομίζει ο ενάγων, η εναγομένη αρνείται την αγωγή του, και περαιτέρω ο ενάγων δεν αναφέρεται σαφώς ποιος εκ των εκπροσώπων των εναγομένων ήταν αυτός που εδέχθη άνευ όρων συναινετική λύση των ανωτέρω συμβάσεων των διαδίκων, δεδομένου μάλιστα ότι ο ίδιος ο ενάγων στην αγωγή του το αίτημα περί συναινετικής λύσης των ανωτέρω συμβάσεων με τις εναγόμενες αναφέρει ότι υπέβαλε μέσω του Διευθυντή του Υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης όπου εργαζόταν. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι περί τούτου ο μάρτυρας του ενάγοντος Α. Δ. που περιέχεται στη με αριθμό .../23-10-2018 ένορκη βεβαίωση που ελήφθη ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Κ. Κ., κατέθεσε ότι περίπου τον Ιούνιο του 2009 ο ενάγων ενημερώθηκε από τον Διευθυντή του ανωτέρω υποκαταστήματος των εναγομένων ότι είχε γίνει αποδεκτή η αίτησή του περί συναινετικής λύσης των ανωτέρω συμβάσεων, πλην όμως δεν αποδεικνύεται ότι ο εν λόγω μάρτυρας έχει ιδία γνώση περί τούτου υπό την έννοια ότι ήταν μπροστά στην ανακοίνωση αυτή του διευθυντή του ανωτέρω υποκαταστήματος, δεδομένου μάλιστα ότι δεν προέκυψε ότι ακολούθως έλαβε χώρα κάποιο περιστατικό που μετέβαλε την αρχική απόφαση των εναγόμενων για συναινετική άνευ όρων λύση της συνεργασίας τους με τον ενάγοντα. Περαιτέρω απεδείχθη ότι ο εν λόγω όρος, δεν έγινε αποδεκτός από τον ενάγοντα, την ύπαρξη του οποίου μάλιστα ο ίδιος αναφέρει ότι έλαβε γνώση όταν παρέλαβε το εν λόγω σχέδιο συμφωνητικού την 28-8-2009, διότι ο ίδιος επιθυμώντας να ασκήσει αυτόνομη επαγγελματική δραστηριότητα επιθυμούσε να συνεργαστεί με όλες τις ασφαλιστικές εταιρείες. Ακολούθως, και μετά την αποστολή υπό των εναγομένων στον ενάγοντα του ανωτέρω σχεδίου συμφωνητικού συναινετικής λύσης της συνεργασίας των διαδίκων, απεδείχθη ότι ο ενάγων συνέχισε να μην εκτελεί το υπ’ αυτού αναληφθέν με τις ανωτέρω συμβάσεις έργο, όπως επίσης συνέχισε να μην μετέχει στις μηνιαίες συναντήσεις των συνεργατών του ανωτέρω υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης. Κατόπιν τούτων οι εναγόμενες με την από 28-9-2009 εξώδικη καταγγελία που κοινοποίησαν στον ενάγοντα την 30-9-2009, κατόπιν εισήγησης του Διευθυντή του ανωτέρω υποκαταστήματος Θεσσαλονίκης, κατήγγειλαν τις ανωτέρω συμβάσεις τους με τον ενάγοντα επικαλούμενες σπουδαίο λόγο και συγκεκριμένα, όπως αναφέρουν στις δύο εξώδικες καταγγελίες κατήγγειλαν τις ανωτέρω συμβάσεις λόγω αντισυμβατικής, αντιδεοντολογικής και αντιεπαγγελματικής συμπεριφοράς αυτού, συνισταμένης κατά το ίδιο εξώδικο καταγγελίας (α) στη μη συμμόρφωσή του με τις μεθόδους και τους κανονισμούς πωλήσεων των εναγομένων εταιρειών, (β) στην αδιαφορία του για την άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας και τη συστηματική του αποχή από όλες τις διαδικασίες του υποκαταστήματος, και (γ) στην εκ μέρους του αδιαφορία και σχεδόν εγκατάλειψη κάθε δραστηριότητας για την προσωπική του παραγωγή ασφαλιστηρίων. Οι λόγοι αυτοί καταγγελίας των ανωτέρω συμβάσεων έργου, δεν κρίνονται αναληθείς δεδομένου ότι πράγματι ο ενάγων δεν τηρούσε τους κανονισμούς πωλήσεων των εναγομένων, εφόσον τουλάχιστον από 1-1-2009 έως και την 30-9-2009 δεν μετείχε στις συναντήσεις των ασφαλιστικών συμβούλων του ανωτέρω υποκαταστήματος, όπως κατά τα άνω είχε ορισθεί με τον ανωτέρω κανονισμό πωλήσεων του Ομίλου στον οποίο υπάγονται οι εναγόμενες, όπως επίσης κατά το διάστημα από 1-10-2008 έως 20-9-2009 με εξαίρεση τρία συμβόλαια ασφαλίσεως ζωής για τα οποία μεσολάβησε στην κατάρτισή τους από την πρώτη εναγομένη με τρίτους ασφαλισμένους, δεν απεδείχθη ότι μεσολάβησε στην κατάρτιση άλλων συμβάσεων κατά τους όρους των ανωτέρω συμβάσεων που τον συνέδεε με τις εναγόμενες. Ειδικώς όσον αφορά την εκ μέρους του ενάγοντος τήρηση των κανονισμών πωλήσεων των εναγομένων, από τον προσκομιζόμενο Κανονισμό Πωλήσεων 2009, του ομίλου στον οποίο υπήγοντο οι εναγόμενες, αποδεικνύεται ότι τόσο οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι των εναγομένων εταιρειών όσο και οι senior agents, όφειλαν μεταξύ άλλων να συμμετέχουν στις μηνιαίες συναντήσεις του γραφείου ήτοι του υποκαταστήματος στον οποίο υπήγοντο. Την ίδια υποχρέωση είχαν οι ανωτέρω, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας των εναγομένων και δεν αμφισβητήθηκε ειδικώς υπό του ενάγοντος και τα προηγούμενα έτη. Ο ενάγων, όπως ο ίδιος ως άνω μάρτυρας των εναγομένων κατέθεσε, δεν μετείχε στις εν λόγω συναντήσεις για διάστημα ενός έτους έως της ανωτέρω καταγγελίας. Ο ενάγων διατείνεται ότι δεν δεσμεύετο υπό του ανωτέρω κανονισμού πωλήσεων 2009, διότι δεν είχε συμπεριληφθεί ως συμβατική υποχρέωσή του η συμμόρφωσή του στους Κανονισμούς των εναγομένων στις ανωτέρω συμβάσεις που είχε καταρτίσει με τις εναγόμενες. Εν τούτοις, ο ενάγων είχε αναλάβει συμβατικά την υποχρέωση να συμμορφώνεται στους εν λόγω Κανονισμούς πωλήσεων με την δεύτερη των ανωτέρω συμβάσεων που τον συνέδεε με την πρώτη εναγομένη εταιρεία, αλλά και με τη σύμβαση που συνδεόταν με την αρχικώς τρίτη εναγομένη και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη εταιρεία, όπως ειδικότερα οι όροι αυτών αναλύονται ανωτέρω. Όσον αφορά στην πρώτη και τρίτη των ανωτέρω συμβάσεων που συνδεόταν με την πρώτη εναγομένη, πράγματι δεν είχε προβλεφθεί ως συμβατικός όρος η υποχρέωση του ενάγοντος να συμμορφώνεται σε κανονισμούς και οδηγίες που καθόριζε η πρώτη εναγομένη. Τέτοια συμβατική δέσμευση δεν πηγάζει ούτε από το γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη και η αρχικώς τρίτη εξ αυτών, τυγχάνουν συνδεδεμένες επιχειρήσεις, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα υπό των εναγομένων, εφόσον αυτή η υποχρέωση δεν πηγάζει από καμία διάταξη νόμου. Εν τούτοις, απεδείχθη ότι και η πρώτη εναγομένη, ως μέλος του ανωτέρω ομίλου εταιρειών, μέσω του ανωτέρω κανονισμού που περιείχε οδηγίες και υποδείξεις προς τους αντισυμβαλλομένους της ασφαλιστικούς συμβούλους εργολάβους για τον τρόπο εκτέλεσης της σύμβασης που είχε καταρτίσει με τους εργολάβους ασφαλιστικούς συμβούλους μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος, προέβη σε υποδείξεις και οδηγίες προς τους αντισυμβαλλομένους της ασφαλιστικούς συμβούλους εργολάβους και εν προκειμένω και προς τον ενάγοντα όπως είχε δικαίωμα προς τούτο για τον τρόπο εκτέλεσης του υπ’ αυτού αναληφθέντος έργου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 691 ΑΚ όπως ειδικότερα αναλύεται στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, έστω κι αν δεν είχε προβλεφθεί συμβατικά, σύμφωνα με τις οποίες ο ασφαλιστικός σύμβουλος έπρεπε να συμμετέχει σε όλες τις συναντήσεις του γραφείου, όπου κατά τα άνω αποδειχθέντα, οι συμμετέχοντες συζητούσαν τις επιτυχίες του υποκαταστήματος αλλά και εκάστου των ασφαλιστικών συμβούλων του υποκαταστήματος, καθώς επίσης και για τους στόχους αυτών, την πολιτική των εναγομένων εταιρειών για την πώληση ασφαλιστηρίων και ενημερώνονταν οι σύμβουλοι για την επίσημη πολιτική της εταιρείας, και τις οποίες υποδείξεις και οδηγίες ο ενάγων εργολάβος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 288 ΑΚ, είχε υποχρέωση να τηρεί, εφόσον δεν αυξάνονταν το κόστος εργασιών, ούτε απαιτούσε τεχνογνωσία που ο ενάγων δεν διέθετε (όμοια Βαλτούδης εις Απ. Γεωργιάδη ΣΕΑΚ τόμος I, υπό το άρθρο 691 σελ. 1300 παρ. 5); όπως εξάλλου έπραττε όλα τα χρόνια της συνεργασίας του με την πρώτη εναγομένη, όπως και ο ίδιος αναφέρει στην αγωγή του (σελ. 8 ένδικης αγωγής) και δη «... ήμουν συνεπέστατος, παραγωγικότατος, πλήρως συμμορφούμενος με τους κανονισμούς και τις οδηγίες τους...». Εξάλλου απεδείχθη ότι πράγματι δεν προκύπτει επίδοση του ανωτέρω κανονισμού στον ενάγοντα, όμως, όπως σαφώς περί τούτου κατέθεσε ο μάρτυρας των εναγομένων Π. , οι εν λόγω κανονισμοί εκδίδοντο από τον ανωτέρω όμιλο κάθε χρόνο, κοινοποιούντο στα υποκαταστήματα και ελάμβαναν γνώση αυτού όλοι οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι. Η αλήθεια της εν λόγω κατάθεσης ενισχύεται και από την αγωγή του ενάγοντος ο οποίος στη σελίδα 8 της ένδικης αγωγής αρνούμενος την ύπαρξη σπουδαίου λόγου καταγγελίας των ανωτέρω συμβάσεων εκ μέρους των εναγομένων κατέθεσε ότι συμμορφωνόταν πλήρως με τους κανονισμούς και τις οδηγίες των εναγομένων. Εν τούτοις, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, δεν απεδείχθη ότι στον περιεχόμενο στον πρώτο λόγο καταγγελίας των ενδίκων συμβάσεων που περιέχεται στις ανωτέρω εξώδικες καταγγελίες και δη στην μη συμμόρφωση του ενάγοντος με τις μεθόδους και τους κανονισμούς πωλήσεων των εναγομένων εταιρειών, εντάσσεται όπως αναφέρουν οι εναγόμενες και εδέχθη και η εκκαλουμένη απόφαση και η υποχρέωση του ενάγοντας όπως ορίζετο με τον ανωτέρω κανονισμό παραγωγής κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους όπως μεσολαβήσει στην κατάρτιση είκοσι τεσσάρων ασφαλιστηρίων ζωής με ελάχιστη ετήσια καθαρή σταθμισμένη παραγωγή 14.000 ευρώ, διότι δεν υπήρχε δέσμευση του ενάγοντας ως προς το ύψος παραγωγής που καθόριζε ο ανωτέρω κανονισμός 2009 του ομίλου ...., όσον αφορά τις σχέσεις του ενάγοντος με την πρώτη εναγομένη, διότι με την πρώτη εκ των ανωτέρω συμβάσεων που συνδέονταν με την πρώτη εναγομένη δεν είχε προβλεφθεί κάποιος συγκεκριμένος αριθμός ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής που έπρεπε με την μεσολάβησή του ενάγοντος να καταρτισθεί υπό της πρώτης εναγομένης, ούτε ακολούθως προέκυψε τέτοια συμφωνία μεταξύ των εν λόγω διαδίκων, χωρίς να κρίνεται ότι μονομερώς ηδύνατο να επιβάλλει στον ενάγοντα τέτοια υποχρέωση η πρώτη των εναγομένων, έστω κι αν με τη σύμβαση που είχε καταρτίσει η ήδη δεύτερη εφεσίβλητη με τον ενάγοντα προεβλέπετο υποχρέωση του τελευταίου να συμμορφώνεται στους κανονισμούς πωλήσεων που κάθε χρόνο κατήρτιζε η εταιρεία αυτή, εφόσον το γεγονός ότι οι εναγόμενες εταιρείες εμπίπτουν στην έννοια των συνδεδεμένων επιχειρήσεων δεν επηρεάζει τις συμβατικές σχέσεις του ενάγοντος με εκάστη των εναγομένων, αφού από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται επέκταση των επιμέρους συμφωνιών εκάστης των συνδεδεμένων επιχειρήσεων με τρίτους σε όλες τις συμβάσεις τους. Περαιτέρω, δεν απεδείχθη ότι με τους ανωτέρω αναφερομένους λόγους καταγγελίας οι εναγόμενες είχαν ως πρόθεση να προσβάλλουν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος, και να θίξουν αυτόν ως επαγγελματία στο περιβάλλον του, εφόσον τα ανωτέρω περιέλαβαν στα έγγραφα των ανωτέρω εξωδίκων καταγγελιών τους με σκοπό να δικαιολογήσουν τον σπουδαίο λόγο της από μέρους τους καταγγελίας των ανωτέρω συμβάσεων, όπως και οι ίδιες αναφέρουν με τις έγγραφες προτάσεις τους, ισχυρισμός που συνιστά νόμιμη ένσταση θεμελιούμενη στις διατάξεις του άρθρου 367 ΠΚ, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, ούτε εξάλλου απεδείχθη σκοπός δυσφημήσεως ή εξυβρίσεως του ενάγοντος υπό των εναγομένων εταιρειών, γεγονός που αποδεικνύεται από τον τρόπο που οι λόγοι καταγγελίας διατυπώνονται στα εν λόγω εξώδικα εφόσον οι εναγόμενες δεν υπερέβαλαν στις εκφράσεις τους ως προς το επιβαλλόμενο και αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο. Ειδικώς ο λόγος καταγγελίας των ανωτέρω συμβάσεων του ενάγοντος με τις εναγόμενες που περιέχεται στις ανωτέρω δύο έγγραφες καταγγελίες, περί αδιαφορίας του ενάγοντος στην άσκηση της επαγγελματικής του δραστηριότητας, δεν κρίνεται ότι αφορά την εν γένει επαγγελματική δραστηριότητα του ενάγοντος, αλλά την επαγγελματική του δραστηριότητα σε σχέση με το αναληφθέν υπ’ αυτού έργο δυνάμει των ενδίκων συμβάσεων έναντι των εναγομένων εταιρειών εφόσον στην ίδια φράση των ανωτέρω εξωδικών αναφέρεται ακολούθως «.. και τη συστηματική αποχή σας από όλες τις διαδικασίες του υποκαταστήματος σας...». Περαιτέρω, δεν απεδείχθη ότι στην ανωτέρω καταγγελία των ανωτέρω συμβάσεων προέβησαν οι εναγόμενες, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και δη για λόγους εκδίκησης όπως ο ενάγων αναφέρει στην αγωγή του και δη [όπως ο ίδιος αναφέρει στην αγωγή του] διότι, (α) ο ίδιος (ενάγων) δεν συνήνεσε στη λύση των ανωτέρω συμβάσεων με την υπογραφή του ανωτέρω όρου μη συνεργασίας του με ανταγωνιστικές εταιρείες, (β) διότι αρνήθηκε να καταρτίσει νέα σύμβαση συνεργασίας με την τρίτη των αρχικώς εναγομένων εταιρεία, και (γ) διότι η διοίκηση του ομίλου δυσαρεστήθηκε από την επιθυμία του ενάγοντος να ακολουθήσει αυτόνομη επαγγελματική πορεία και να πάψει να συνεργάζεται με τον εν λόγω όμιλο εταιρειών, δεδομένου ότι (ι) είναι αληθές ότι ο ενάγων ούτε εργαζόταν προκειμένου να επιτευχθεί το έργο που είχε αναλάβει να εκτελέσει έναντι των εναγομένων με τις ανωτέρω συμβάσεις, όπως ειδικότερα απεδείχθη κατά τα άνω, αλλά ούτε μετείχε στις συναντήσεις του υποκαταστήματος κατά τον ανωτέρω κανονισμό, και μετά τη λήξη της εξεταστικής περιόδου τον Ιούνιο του 2009, αλλά και μετά την αποτυχία συναινετικής λύσης των ανωτέρω συμβάσεων που τον συνέδεαν με τις εναγόμενες, (ιι) δεν ήταν οι εναγόμενες εταιρείες αυτές που πρότειναν τη συναινετική λύση των ενδίκων συμβάσεων στον ενάγοντα, αλλά ο τελευταίος (ενάγων), ο οποίος προκειμένου να μη χάσει το εισόδημά του από τις αναλογούσες σε αυτόν προμήθειες για την έως τότε παραγωγή του, ήθελε να μην αποχωρήσει μόνος του από τις εναγόμενες και δη από την πρώτη των εναγομένων εταιρειών έναντι της οποίας και μόνον έχει απαιτήσεις προς καταβολή προμηθειών, αλλά να επιτύχει τη συναίνεση των εναγομένων. Οι εναγόμενες εταιρείες σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 361 ΑΚ δεν ήταν υποχρεωμένες να συμφωνήσουν στη συναινετική λύση των εν λόγω συμβάσεων, αφού τέτοια υποχρέωση δεν είχαν αναλάβει ούτε με τα ανωτέρω συμφωνητικά ούτε υποχρέωση αυτών δύναται να τους αναγνωρισθεί από τις διατάξεις των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, επιπλέον δε δεν απεδείχθη ότι αρχικά συνήνεσαν στη λύση των συμβάσεων άνευ όρων και ακολούθως έθεσαν τους ανωτέρω όρους, (ιιι) ο ενάγων καμία προμήθεια δεν εδικαιούτο από τη σύμβασή του με τη δεύτερη εφεσίβλητη εταιρεία, έστω και κατόπιν χωρίς σπουδαίο λόγο καταγγελίας υπ’ αυτής της ανωτέρω συμβάσεως, εφόσον τέτοιες αξιώσεις δεν προέβαλε ο ενάγων ούτε και με την ένδικη αγωγή του, επιπλέον δε κατά τις ανωτέρω συμβάσεις και τις αναφερόμενες στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας διατάξεις δεν θα εδικαιούτο καμία προμήθεια από την πρώτη εναγομένη σε περίπτωση μονομερούς υπ’ αυτού λύσης των ανωτέρω συμβάσεων, (iv) την πρόθεση του ο ενάγων για αποχώρησή του από τις εναγόμενες εταιρείες ενόψει της επιθυμίας του να ασκήσει το επάγγελμα του μεσίτη ασφαλίσεων ο ίδιος είχε καταστήσει γνωστό στο υποκατάστημα όπου εργαζόταν ήδη από μηνός Μαρτίου 2009, χωρίς οι εναγόμενες να καταγγείλουν ενδιάμεσα τις ανωτέρω συμβάσεις παρά το γεγονός ότι ο ενάγων δεν συμμορφωνόταν στις οδηγίες των εναγομένων τουλάχιστον από 1-1-2009, καθώς επίσης αν και ο ίδιος (ενάγων) δεν ασχολείτο με την εκτέλεση του έργου που είχε αναλάβει με τις ανωτέρω συμβάσεις, όπως εξάλλου και ο ίδιος συνομολογεί επικαλούμενος βέβαια την απασχόλησή του με τις εξετάσεις για τη λήψη υπ’ αυτού της άδειας μεσίτη ασφαλίσεων, γεγονός από το οποίο κρίνεται ότι ενισχύεται η έλλειψη εκδικητικής διάθεσης εκ μέρους της διοίκησης του ομίλου των εναγομένων, (ν) ο ενάγων και μετά το τέλος των εξετάσεων αλλά και ακολούθως και μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων για συναινετική λύση των ανωτέρω συμβάσεων, συνέχισε την αντισυμβατική του συμπεριφορά έναντι των εναγομένων εφόσον δεν συνέχισε, ως όφειλε χωρίς χρονοτριβή το αναληφθέν υπ’ αυτού έργο έναντι των εναγομένων και δη τη διαμεσολάβησή του στην κατάρτιση των ανωτέρω συμβάσεων, εφόσον καμία σύμβαση δεν κατήρτισαν οι εναγόμενες με τη διαμεσολάβησή του και μετά τον μήνα Ιούνιο 2009 έως την 30-9-2009, αλλά ούτε ο ίδιος επικαλείται ότι μεσολάβησε έστω και ανεπιτυχώς στην κατάρτιση τέτοιων συμβάσεων, (νι) οι εναγόμενες, οι οποίες δεν αντέδρασαν στην ανωτέρω συμπεριφορά του ενάγοντος έως και τον μήνα Ιούνιο 2009, είτε ολοκληρώθηκαν οι εξετάσεις λήψης αδείας ασφαλειομεσίτη, δεν απεδείχθη ότι παραιτήθηκαν από το δικαίωμά τους να καταγγείλουν τις ανωτέρω συμβάσεις ενόψει της αντισυμβατικής συμπεριφοράς του ενάγοντας μετά τον μήνα Ιούνιο 2009 οπότε δεν συνέτρεχαν πλέον προσωπικοί του λόγοι που τον ανάγκαζαν να απέχει από τις αναληφθείσες ανωτέρω υποχρεώσεις του με βάση τις ανωτέρω συμβάσεις που είχε καταρτίσει με τις εναγόμενες, με αποτέλεσμα η ανωτέρω καταγγελία της ένδικης σύμβασης να μην κρίνεται ότι τυγχάνει άκαιρη και αδικαιολόγητη, (vii) δεν υπήρξε χρονική εγγύτητα μεταξύ της αποτυχημένης συναινετικής λύσης των ανωτέρω συμβάσεων και της ένδικης καταγγελίας, εφόσον το σχέδιο συναινετικής λύσης οι εναγόμενες είχαν αποστείλει στο υποκατάστημα όπου εργαζόταν ο ενάγων ήδη από 13-72009, έστω κι αν ο ενάγων αναφέρει με την ένδικη αγωγή του ότι του ετέθη υπόψη του μόλις την 28-8-2009, δεδομένου ότι ο ίδιος δεν αναφέρει ότι του το απέκρυπταν οι εναγόμενες, γεγονός από το οποίο αποδεικνύεται ότι η ένδικη καταγγελία δεν έλαβε χώρα από λόγους εκδίκησης, αλλά εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος από τη εξάλειψη των προσωπικών υποχρεώσεων του ενάγοντος και δη τη μελέτη του για τη λήψη αδείας ασφαλειομεσίτη, δεδομένου ότι οι εξετάσεις ολοκληρώθηκαν τον Ιούνιο του έτους 2009, εξάλλου (νιιι) δεν κρίνονται βάσιμες στην ουσία τους οι αιτιάσεις του ενάγοντος ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι των εναγομένων εταιρειών εμφορούντο από συναισθήματα εκδίκησης έναντι αυτού και από το γεγονός ότι ο ενάγων δεν είχε συναινέσει στην κατάρτιση νέας σύμβασης και μάλιστα με επαχθείς όρους με την δεύτερη εφεσίβλητη εταιρεία. Συγκεκριμένα, από το προσκομιζόμενο υπό του ενάγοντος ως σχετικό 9 ηλεκτρονικό μήνυμα αυτού προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο του που φέρει ημερομηνία 29-9-2009 αποδεικνύεται ότι ο ίδιος αναφέροντας στον πληρεξούσιο δικηγόρο του ότι θέλει να διακόψει τη συνεργασία του με τον όμιλο .... αλλά ταυτόχρονα να εισπράττει τις προμήθειες που του αναλογούσαν για τρία έτη από τη λύση της συνεργασίας του αυτής, αφενός εξέφρασε τους προβληματισμούς του για τον ανωτέρω τεθέντα υπό των εναγομένων όρο συναινετικής λύσης της συνεργασίας του με τις εναγόμενες αφ’ ετέρου δε ανέφερε ότι στην παρ. 1.3 του σχεδίου συναινετικής λύσης που του απέστειλαν οι εναγόμενες, αναφέρετο ότι ο ίδιος συνδέετο συμβατικά με την εταιρεία .... ... πρώην .... ..., με την από 26 Ιανουαρίου 2005 σύμβαση ασφαλιστικού συμβούλου γενικών ασφαλειών, αναφέροντας περαιτέρω ότι ο ίδιος είχε υπογράψει σύμβαση με την εταιρεία με την επωνυμία .... ... και όχι με την .... ..., και μάλιστα ότι προ τριμήνου του είχε ζητηθεί να υπογράψει σύμβαση με την τελευταία εταιρεία με αναδρομική ισχύ 1-1-2007 και ότι φυσικά αρνήθηκε. Από τη συνεκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων αποδεικνύεται ότι, η εταιρεία με την επωνυμία .... ... ήταν δικαιοπάροχος της εταιρείας .... ..., όπως οι εναγόμενες αναφέρουν με τις προτάσεις τους και δεν αμφισβητείται ειδικώς από τον ενάγοντα, την οποία και ενήγαγε ως αρχικώς τρίτη εναγόμενη ο ενάγων, και στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα, πλην του γεγονότος υπογραφής νέας σύμβασης με παλαιά ημερομηνία καμία αναφορά στους όρους αυτής ο ενάγων δεν κάνει ούτε καν εάν ήταν επαχθέστερη της σύμβασης που κατά τα άνω τον συνέδεε ήδη με την εν λόγω δεύτερη εφεσίβλητη εταιρεία και σε ποια σημεία. Εξάλλου, από του χρόνου που έλαβε χώρα το εν λόγω συμβάν (τέλος Ιουνίου 2009) κατά το ανωτέρω ηλεκτρονικό μήνυμα, έως και της καταγγελίας των ενδίκων συμβάσεων υπό των εναγομένων, μεσολάβησε η αποστολή του σχεδίου συναινετικής λύσης των ενδίκων συμβάσεων υπό των εναγομένων και διάστημα τριών μηνών έως την ένδικη καταγγελία, δίχως να προκύπτει κάποια σχέση ανάμεσα στην ανωτέρω άρνηση του ενάγοντος και την καταγγελία των ενδίκων συμβάσεων υπό των εναγομένων. Τέλος, προκειμένου να ενισχύσει τον ισχυρισμό του ο ενάγων περί καταχρηστικής και δη εκδικητικής συμπεριφοράς των εναγομένων σε βάρος του προσώπου του αναφέρει ότι οι εναγόμενες, αν και δεν ήταν υποχρεωμένος από την πρώτη προαναφερομένη σύμβαση που τον συνέδεε με την πρώτη εναγομένη προκειμένου να λάβει τις αναλογούσες προμήθειες από την παραγωγή του προς αυτήν (πρώτη εναγομένη) μετά τη λύση της σύμβασης να μην συνεργαστεί με άλλες εταιρείες, οι εναγόμενες έθεσαν τέτοιον όρο προκειμένου να συναινέσουν στην από κοινού λύση των ενδίκων συμβάσεων. Εν τούτοις, όπως προελέχθη, οι εναγόμενες δεν ήταν υποχρεωμένες να καταρτίσουν συναινετική λύση των ενδίκων συμβάσεων. Επιπλέον, κατά τον όρο Δ2 της από 1-5-1992 προαναφερομένης συμβάσεως η πρώτη εναγομένη όφειλε να καταβάλει στον ενάγοντα προμήθειες μετά τη λύση της σύμβασης εάν προέβαινε σε αυτή χωρίς σπουδαίο λόγο, κατά δε τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 16 παρ.1 Ν. 1569/1985, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ 4 του N.2490/1997 σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ.4 του ν. 1569/1985 [όπως το πρώτο εδάφιο αυτής αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ. 8 του ν.2496/1997], «...Δεν οφείλεται προμήθεια, αν η σύμβαση λύθηκε με καταγγελία εκ μέρους της ασφαλιστικής επιχείρησης που οφείλεται σε βαρύ παράπτωμα του πράκτορα (ασφαλιστικού συμβούλου), που συνεπάγεται ποινική ή αστική ευθύνη του ή λύθηκε με πρωτοβουλία του πράκτορα.». Ως εκ τούτου, ο ενάγων δεν θα εδικαιούτο τις εν λόγω προμήθειες εάν ο ίδιος προέβαινε σε καταγγελία της ανωτέρω σύμβασης, ούτε δυνάμει της ένδικης σύμβασης ούτε με βάση το νόμο. Επομένως, και δεδομένου ότι οι εναγόμενες δεν ήταν υποχρεωμένες να συναινέσουν στη λύση αυτών των συμβάσεων κατά τις διατάξεις του άρθρου 361 ΑΚ, να μην προκύπτει αθέμιτη συμπεριφορά τους από το γεγονός ότι με το σχέδιο συναινετικής λύσης της συνεργασίας τους, συναινούσαν στην κοινή λύση των ανωτέρω συμβάσεων υπό όρους, δεδομένου μάλιστα ότι προβλέπονταν για τη συμφωνία αυτή οικονομικό αντάλλαγμα ήτοι η λήψη υπό του ενάγοντας των αναλογούντων σε αυτών κατά το ίδιο διάστημα προμηθειών. Ο ενάγων, δια των εγγράφων ενώπιον μας προτάσεων (σελ. 22) αναφέρει ότι η παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων εφευρέθησαν υπό των εναγομένων για να καταγγείλουν τις ένδικες συμβάσεις αν και έως εκείνο το χρονικό διάστημα προφανώς εννοώντας της καταγγελίας, ούτε είχαν διαμαρτυρηθεί, ούτε είχαν προχωρήσει σε οποιαδήποτε σύσταση, παρατήρηση ή προειδοποίηση. Εν τούτοις, η παραβίαση των ανωτέρω κύριων συμβατικών υποχρεώσεων του ενάγοντος και δη στην υποχρέωσή του προς διαμεσολάβησή του στην κατάρτιση των ανωτέρω συμβάσεων υπό των εναγομένων με τρίτους, και μετά το μήνα Ιούνιο 2009, εφόσον δεν υπήρχαν πλέον λόγοι που παρεμπόδιζαν τον ενάγοντα να εκπληρώσει τις ανωτέρω συμβατικές του υποχρεώσεις αφού ήδη είχε ολοκληρώσει τις εξετάσεις λήψης αδείας ασφαλειομεσίτη, κρίνεται ουσιώδης παραβίαση των συμβατικών του υποχρεώσεων η μη ενασχόλησή του (ενάγοντος) με την προώθηση του αναληφθέντος με τις ανωτέρω συμβάσεις έργου, και όχι επουσιώδης οπότε και θα ετίθετο ζήτημα προηγούμενης ειδοποίησης του ενάγοντος υπό των εναγομένων (πρβλ. ΑΠ 778/2019 ΝΟΜΟΣ). Επομένως, ο ενάγων ο οποίος και φέρει το βάρος απόδειξης της αγωγής του, δεν απέδειξε ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης έγινε άκαιρα, αδικαιολόγητα ή από λόγους εκδίκησης εκ μέρους των εναγομένων, δεδομένου ότι κατ’ αρχήν η αδιαφορία του εργολάβου για την εκτέλεση των συμβατικών του υποχρεώσεων συνιστά σπουδαίο λόγο καταγγελίας (ΑΠ 1826/2012 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, περαιτέρω δεν απεδείχθη ότι οι εναγόμενες, τις εν λόγω εξώδικες δηλώσεις καταγγελίας των ανωτέρω συμβάσεων, κοινοποίησαν σε πελάτες του ενάγοντος, σε συνεργάτες τους, στο προσωπικό τους και στην αγορά εν γένει, δεδομένης της γενικής άρνησης της αγωγής υπό των εναγομένων. Μάλιστα, επ’ αυτού, ο μάρτυρας του ενάγοντος αναφέρει ότι τα ανωτέρω οι εναγόμενες διέδωσαν σε πελάτες του ενάγοντος αλλά και στους συνεργάτες και το προσωπικό τους και σε ευρύ συναλλακτικό κύκλο, δίχως εν τούτοις να καταθέτει σε ποιόν συγκεκριμένα οι ανωτέρω εταιρείες και για ποιο λόγο διέδωσαν τους λόγους καταγγελίας των ανωτέρω συμβάσεων που τις συνέδεαν με τον ενάγοντα και ποιο πρόσωπο έπραξε αυτό για λογαριασμό των εναγομένων. Περαιτέρω, ο ίδιος μάρτυρας καταθέτει ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες με τις οποίες ακολούθως ο ενάγων συνεργάσθηκε ως μεσίτης ασφαλίσεων, του ζητούσαν να αναφέρει τους λόγους διακοπής της συνεργασίας του με τον ανωτέρω όμιλο, πλην όμως ο ίδιος αναφέρει ότι έπρατταν αυτό, όταν ανέγνωσαν στο βιογραφικό του ενάγοντος τη συνεργασία του με τις ανωτέρω εταιρείες και όχι διότι οι εναγόμενες διέδωσαν αυτό σε άλλες ασφαλιστικές εταιρείες και μάλιστα δίχως να αναφέρει και συγκεκριμένες τοιαύτες. Επομένως, δεν απεδείχθη ότι οι εναγόμενες με τις ανωτέρω καταγγελίες έθιξαν αυτόν στον επαγγελματικό ή κοινωνικό κύκλο (πρβλ. ΑΠ 487/2019 ΝΟΜΟΣ) ή έστω είχαν σκοπό να θίξουν αυτόν. Επομένως, και δεδομένου ότι, όπως εκτιμήθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του αξίωσε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, συνισταμένης της παράνομης συμπεριφοράς αυτών, κατά την εκτίμηση της ένδικης αγωγής υπό της εκκαλουμένη, στους περιεχομένους στις ανωτέρω έγγραφες καταγγελίες ψευδείς ισχυρισμούς των εναγομένων σε βάρος της επαγγελματικής και προσωπικής τιμής και υπόληψης του ενάγοντος με τις οποίες προσέβαλαν αυτόν στο επαγγελματικό και κοινωνικό του περιβάλλον και η προσβολή αυτή έγινε με μοναδικό σκοπό να αποφύγουν οι εναγόμενες να του καταβάλουν τις προμήθειες που του αναλογούσαν, για την οποία εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής υπό της εκκαλουμένης δεν υπάρχει ειδικός λόγος έφεσης, κρίνεται ότι οι λόγοι καταγγελίας οι περιεχόμενοι στις ανωτέρω έγγραφες καταγγελίες των ανωτέρω συμβάσεων δεν είναι αναληθείς και επιπλέον δεν έγιναν με σκοπό εκδίκησης υπό των εναγομένων κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, εφόσον ο ενάγων ο οποίος έχει το βάρος αποδείξεως της αγωγής του δεν απέδειξε τα ανωτέρω, δίχως περαιτέρω, να προκύπτει σκοπός εξύβρισης και δυσφήμησης του ενάγοντος υπό των εναγομένων από την προς αυτόν αποστολή των ανωτέρω εξωδίκων καταγγελιών, με αποτέλεσμα να μην κρίνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να γίνει λόγος για παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος κατά το άρθρο 57 ΑΚ, ούτε για σε βάρος του αδικοπραξία που γεννά αξίωση επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 και 932 καθόσον όπως ανωτέρω απεδείχθη οι επίμαχες καταγγελίες των ενδίκων συμβάσεων δεν έγινε με πρόθεση και υπό περιστάσεις προσβολής της προσωπικότητας του ενάγοντος. Επομένως, η εκκαλουμένη έστω και με διαφορετική αιτιολογία η οποία αντικαθίσταται με την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ) εφόσον το ουσιώδες στοιχείο της απόφασης για τους διαδίκους είναι το διατακτικό της απόφασης και όχι οι αιτιολογίες που το προσδιορίζουν επιπλέον δε δεν αποτελούν παρεμπίπτοντα ζητήματα κατά τις διατάξεις του άρθρου 331 ΚΠολΔ νομικές έννοιες όπως η ύπαρξη σπουδαίου λόγου (Δ. Κονδύλης, Το Δεδικασμένο κατά τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εκδ. 1983, σελ. 262 παρ.22.1), ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε και απέρριψε την αγωγή καθό μέρος με αυτήν αξιώνετο χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθό μέρος και εκκαλείται η εκκαλουμένη, ως αβάσιμη στην ουσία της.
Κατόπιν των ανωτέρω, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης προς διερεύνηση, πρέπει γενομένης τυπικά δεκτής της ένδικης έφεσης να απορριφθεί αυτή στην ουσία της. Περαιτέρω, πρέπει το ανωτέρω καταβληθέν υπό του εκκαλούντος παράβολο άσκησης της ένδικης έφεσης, λόγω της ήττας του εκκαλούντος, να εισαχθεί στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3Γ εδάφιο προτελευταίο ΚΠολΔ). Τέλος, λόγω του δυσερμήνευτου των διατάξεων των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν και ιδίως ως τους τη νομική ισχύ των κανονισμών πωλήσεως των οποίων γίνεται επίκληση στις ένδικες καταγγελίες, που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας (άρθρο 179 ΚΠολΔ), πρέπει να συμψηφισθεί η μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλίαν των διαδΐκων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει την ένδικη έφεση στην ουσία της.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος υπό του εκκαλούντος ηλεκτρονικού παράβολου άσκησης της ένδικης έφεσης με αριθμό .../2019, στο δημόσιο ταμείο.
Συμψηφίζει τη μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, δίχως την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων, στην Αθήνα την 15.7.2021.
[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]