ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 3479/2023

 

Πρόεδρος: ΣΩΤΗΡΙΑ ΨΥΡΑΚΗ

Δικηγόροι: Παναγιώτα Κορομπόκη - Κων/νος Γάτσιος

 

(...) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 ΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και τον σκοπό της εργασίας. Αντίθετα, η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου, όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει, αυτοδικαίως. Επομένως, η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι, σαφώς, καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και τον σκοπό της σύμβασης εργασίας. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν, επακριβώς, το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 669 παρ. 1 ΑΚ, παύει, αυτοδικαίως, όταν λήξει ο χρόνος, για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης. Ο χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης ή ανεξάρτητης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίνουν σ’ αυτήν οι δικαιοπρακτούντες ή ο νόμος, διότι ο χαρακτηρισμός αυτός, ως, κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 3 και 87 παρ. 2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο, το οποίο, αξιολογώντας τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον, στη συνέχεια, προκύψουν και κατά την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση (ΑΕΔ 3/2001,(παρ. 17) ΟλΑΠ 3/2021,(παρ. 18) ΟλΑΠ 13/2017, ΟλΑΠ 7(παρ. 19) και 8/2011, ΟλΑΠ 6/2001,(παρ. 20) σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 εδ. α' και 3 του ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και, αυθεντικά, ερμηνευτεί (ν. 4558/1920, άρθρο 11 α.ν. 547/1937): «Είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικειμένη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον» (παρ. 1 εδ. α) και «Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ωρισμένην χρονικήν διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογήται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ' ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου» (παρ. 3). Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην προστασία των εργαζομένων από τη μη τήρηση εκ μέρους του εργοδότη των τυπικών όρων που επιβάλλει, κατά την καταγγελία, ο νόμος 2112/1920 και αξιοποιήθηκε, γενικότερα, για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ως ορισμένης ή αόριστης χρονικής διάρκειας, στις περιπτώσεις, ιδίως, των διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες, στην πραγματικότητα, καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του εργοδότη, οπότε ο καθορισμός της ορισμένης διάρκειας αυτών δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας και δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται, κυρίως, στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, παρέχοντας μάλιστα πληρέστερη προστασία έναντι της μεταγενέστερης 1999/70 κοινοτικής Οδηγίας (ΟλΑΠ 7/2011,(παρ. 21) ΕφΑΘ 4138/2022, σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην περίπτωση αυτή ανακύπτει ακυρότητα των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης εργασίας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου, στην οποία δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 104/2022,(παρ. 22) ΑΠ 1907/2017, ΑΠ 509/2016, ΑΠ 664/2007, σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η πρόθεση καταστρατήγησης τεκμαίρεται από το γεγονός ότι επιλέγεται η σύμβαση ορισμένου χρόνου, χωρίς να δικαιολογείται, αντικειμενικά, η ορισμένη διάρκεια αυτής από τη φύση της εργασίας ή τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης, απαιτείται, όμως, και η συνδρομή του υποκειμενικού στοιχείου, δηλαδή η ύπαρξη καταστρατηγικής πρόθεσης από την πλευρά του εργοδότη, έστω και αν αυτή είναι από τη φύση της δυσαπόδεικτη (ΑΠ 104/2022, ΕφΑΘ 4138/2022, σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σκοπός της διάταξης είναι η εξασφάλιση της αποζημίωσης απόλυσης που καταβάλλεται στον μισθωτό, όταν αυτός απασχολείται με σχέση εργασίας, αορίστου χρόνου, και όχι η μονιμότητα, η οποία δεν προβλέπεται στις συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου που διέπονται από το σύστημα της αναιτιώδους καταγγελίας της σύμβασης.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων, με την υπό κρίση αγωγή του, ιστορεί ότι η εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία, νόμιμα εκπροσωπουμένη, δραστηριοποιείται στον τομέα της παροχής τεχνικών υπηρεσιών και, γενικότερα, κάθε υπηρεσίας σχετικής με τον καθαρισμό και τη συντήρηση κτιρίων, στο πλαίσιο δε της ανωτέρω δραστηριότητάς της, κατήρτισε με το Α. τη με αριθμό .../2021 σύμβαση, δυνάμει της οποίας ανέλαβε το έργο της συντήρησης -λειτουργικής υποστήριξης των ηλεκτρομηχανολογικών και κτιριακών εγκαταστάσεων και χώρων πρασίνου του αντισυμβαλλομένου της, για ορισμένο χρονικό διάστημα και δη από 16.08.2021 έως 15.08.2023, με δυνατότητα παράτασης για ένα ακόμη έτος. 'Οτι, για την εξυπηρέτηση της ανωτέρω εργολαβίας, η αντίδικός του, νόμιμα εκπροσωπουμένη, συνήψε, μεταξύ άλλων και με τον ίδιο, την από 16.08.2021 σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου χρόνου, με διάρκεια έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους 2021, διάρκεια η οποία ορίστηκε, ρητά, ότι συνδέεται, αποκλειστικά με την εκτέλεση του έργου «Α.», προκειμένου όπως παράσχει σ’ αυτή την εργασία του ως τεχνίτης - συντηρητής, εργαζόμενος επί πέντε ημέρες την εβδομάδα και επί έξι ώρες ημερησίως, λαμβάνοντας μικτές, μηνιαίες αποδοχές, ποσού 653,36 ευρώ. Ότι, παρά την ύπαρξη του ανωτέρω ρητού όρου περί συνάψεως της επίδικης σύμβασης, αποκλειστικά, για την εκτέλεση της διετούς εργολαβίας, η αντίδικός του, νόμιμα εκπροσωπούμενη, παράνομα και καταχρηστικά, έθεσε, μονομερώς και χωρίς καμία δυνατότητα διαπραγμάτευσης από πλευράς του, ως ημερομηνία λήξης της σύμβασης, όχι τη 15η Αυγούστου του έτους 2023, αλλά την 31η Δεκεμβρίου του έτους 2021, ο ίδιος δε αναγκάστηκε να υπογράψει τη σύμβαση, προκειμένου να μην χάσει τη θέση εργασίας του, τακτική που ακολουθήθηκε από την εναγομένη και με τους λοιπούς προσληφθέντες, θέτοντας, αυθαίρετα, συντομότερες ημερομηνίες λήξης υπό τη δαμόκλειο σπάθη της απομάκρυνσής τους από τον χώρο εργασίας τους. Ότι ουδείς αντικειμενικός λόγος συνέτρεχε που να δικαιολογεί τη διάρκεια της σύμβασής του ως ορισμένου χρόνου, με συνέπεια ο ανωτέρω όρος να είναι άκυρος και η σύμβαση εργασίας του να καθίσταται, εξαρχής, σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/1920. (...)

Ότι, την 31η Δεκεμβρίου του έτους 2021, η εναγομένη, νόμιμα εκπροσωπούμενη, του ανακοίνωσε ότι η σύμβασή του δεν θα ανανεωθεί, χωρίς την προβολή οιουδήποτε λόγου για την απόφασή της αυτή, επικαλούμενη, απλώς, την ελευθερία των συμβάσεων. Ότι, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα ανωτέρω, η σύμβαση εργασίας του ήταν, στην πραγματικότητα, αορίστου χρόνου, η από 31.12.2021 δήλωση της εναγομένης, περί μη ανανεώσεώς της συνιστά άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, άλλως και επικουρικά, αν ήθελε, τυχόν, γίνει δεκτό ότι ο αντικειμενικός λόγος για τη σύναψη σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι η εκτέλεση της με αριθμό .../2021 σύμβασης έργου, τότε η ημερομηνία λήξης της ορισμένου χρόνου σύμβασης εργασίας του πρέπει να γίνει δεκτό ότι ταυτίζεται με την περάτωση του έργου τη 15η Αυγούστου του έτους 2023 και όχι νωρίτερα (...)

Η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα στο σύνολό της. Ειδικότερα, κατά το μέρος που δια της κρινόμενης αγωγής ζητείται να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρος ο όρος της επίδικης σύμβασης εργασίας περί λήξεως αυτής την 31η Δεκεμβρίου του έτους 2021 και ότι η σύμβαση εργασίας που συνδέει τον ενάγοντα με την αντίδικό του είναι αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του ν. 2112/20, η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα, προεχόντως, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας, κατόπιν αυτεπαγγέλτου εκ μέρους του Δικαστηρίου ελέγχου και κατά παραδοχή ως βάσιμης της προβαλλόμενης παρά της εναγομένης, σχετικής δικονομικής ένστασης. Τούτο διότι, στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων ουδόλως επικαλείται, με το δικόγραφο της αγωγής του, την ύπαρξη πρόθεσης καταστρατήγησης των προστατευτικών διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας εκ μέρους της νόμιμα εκπροσωπουμένης αντιδίκου, ούτε και προσδιορίζει σε τι, ακριβώς, στόχευε η αντίδικός του δια της επιλογής της αυτής, στοιχεία απαραίτητα, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, για το ορισμένο της στηριζόμενης στη διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2112/20 αγωγής, με αίτημα την αναγνώριση σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου ως συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου. Πάντως, επαλλήλως και σε κάθε περίπτωση, κατά το αυτό αίτημά της η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα ως μη νόμιμη, δοθέντος ότι απαραίτητη προϋπόθεση, για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 του ν. 2112/20 και την παροχή της από αυτή προβλεπόμενης έννομης προστασίας, είναι η ανυπαρξία αντικειμενικού λόγου, για την κατάρτιση της σύμβασης παροχής εξαρτημένης εργασίας για ορισμένο χρόνο. Η εν λόγω προϋπόθεση δεν συντρέχει στην κρινόμενη περίπτωση, λαμβανομένου υπόψη ότι, από τα όσα ο ίδιος ο ενάγων ιστορεί, κατά ρητό όρο της επίδικης σύμβασης εργασίας, η κατάρτισή της έλαβε χώρα για την εξυπηρέτηση των λειτουργικών αναγκών της εργοδότριας εταιρείας, οι οποίες αφορούσαν, αποκλειστικά και μόνο, την εκ μέρους της τελευταίας εκτέλεση της .../2021 διετούς σύμβασης έργου, με δυνατότητα παράτασης για ένα ακόμη έτος, με το «Α». Συνεπώς, εφόσον ο ενάγων επρόκειτο να απασχοληθεί και, πράγματι, απασχολήθηκε, κατά τους περιεχόμενους στο αγωγικό δικόγραφο ισχυρισμούς του ίδιου πάντοτε, στην εκτέλεση της επίμαχης ορισμένου χρόνου σύμβασης έργου, υφίστατο αντικειμενικός λόγος, για την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης ως ορισμένου και όχι ως αορίστου χρόνου, δεδομένου ότι οι λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης της εργοδότριας ήταν, εξ ορισμού, ορισμένης χρονικής διάρκειας. Επιπρόσθετα, απορριπτέα ως μη στηριζόμενη στον νόμο τυγχάνει η κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος που δι’ αυτής ο ενάγων αξιώνει, επικουρικά, να αναγνωριστεί ότι η επίδικη σύμβαση εργασίας καταρτίστηκε μεν ως ορισμένου χρόνου, πλην, όμως, ότι η διάρκειά της εκτείνεται έως τη 15η Αυγούστου του έτους 2023 και όχι έως την 31η Δεκεμβρίου του έτους 2021, δοθέντος ότι και αληθή υποτιθέμενα τα επικαλούμενα παρά του ενάγοντος πραγματικά περιστατικά, δεν επαρκούν για τη θεμελίωση στον νόμο της αιτούμενης εκ μέρους του προς παροχή έννομης προστασίας. Πιο συγ-κεκριμένα, από μόνο το γεγονός ότι η διάρκεια του αναληφθέντος παρά της εναγομένης έργου είχε, εξαρχής, οριστεί μεγαλύτερη του χρόνου διάρκειας της επίδικης σύμβασης εργασίας, δεν ανακύπτει υποχρέωση της εργοδότριας εταιρείας να συμβληθεί με τον ενάγοντα εργαζόμενο για ίση χρονική διάρκεια. Σχετική υποχρέωση της εναγομένης δεν προκύπτει από καμία διάταξη νόμου, ώστε και το επικουρικά προβαλλόμενο αίτημα αυτό κρίνεται απορριπτέο ως μη νόμιμο. Μόλις που χρειάζεται να επισημανθεί ότι, σε περίπτωση που ήθελε, τυχόν, θεωρηθεί ότι ο ενάγων επιχειρεί να θεμελιώσει μέρος των επίδικων αξιώσεών του στο γεγονός ότι εξαναγκάσθηκε στην αποδοχή του όρου περί της χρονικής διάρκειας της σύμβασης, συνεπεία απειλής (άρθρα 150 επ. ΑΚ), ότι θα τον απομακρύνει από τη θέση εργασίας του, ο ισχυρισμός του αυτός τυγχάνει απορριπτέος, προεχόντως, ως μη νόμιμος, δεδομένου ότι ο ίδιος επικαλείται ότι δεν εργαζόταν μέχρι τότε για την αντίδικό του, ώστε να είναι η τελευταία σε θέση να του στερήσει τη θέση εργασίας του, χωρίς να έχει έννομη επιρροή το γεγονός ότι, κατά το παρελθόν, απασχολήθηκε στον χώρο του Α., πλην, όμως, με εργοδότρια άλλη εργολήπτρια εταιρεία, επιπρόσθετα δε επί συνδρομής των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 150 επ. ΑΚ, γεννάται, μεταξύ άλλων, αξίωση ακύρωσης της δικαιοπραξίας και όχι ακυρότητα όρου αυτής, όπως ζητεί, εν προκειμένω, ο ενάγων. (...)

 

[ ΠΗΓΗ : ΔΕΛΤΙΟΝ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ]