ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΣΕΡΡΩΝ

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

ΑΡΙΘΜΟΣ 42/2022

 

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από την Ειρηνοδίκη Ολυμπία Λιακοπούλου που ορίσθηκε με την υπ' αριθμ. 444/2021 πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών Σερρών, παρουσία και του γραμματέως Θεόδωρου Λεοντή.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Δεκεμβρίου 2021 για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: Α. χήρας Β. Μ., το γένος Ι. Ι., κατοίκου Σερρών (οδός .... αριθ. .....), με ΑΦΜ ..., η οποία νομίμως παρίσταται στη δίκη αυτή, κατ' άρθρα 94 παρ. 1 και 96 παρ. 1 ΚΠολΔ και δυνάμει του από 31-08-2021 δικαστικού πληρεξούσιου, εκπροσωπούμενη από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Ελευθέριο Μυλωνά του Γεωργίου, δικηγόρο Δ.Σ. Θεσσαλονίκης (AM ...), ο οποίος πληρεξούσιος εμπρόθεσμα και νομότυπα κατέθεσε προτάσεις μετά σχετικών (κατ’ άρθρο 237 ΚΠολΔ).

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: Γ. Μ. του Β., κατοίκου Σερρών (οδός .... αριθ. .....), με ΑΦΜ ..., δικηγόρου Δ.Σ.Σερρών (AM ...), ο οποίος νομίμως παρίσταται στη δίκη αυτή αυτοπροσώπως κατ’ άρθρο 82 παρ. 2 Ν 4194/2013, και εμπρόθεσμα και νομότυπα κατέθεσε προτάσεις μετά σχετικών (κατ' άρθρο 237 ΚΠολΔ).

Η ενάγουσα ζητά να γίνει δεκτή η από 23-04-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../27-04-2021 αγωγή της, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. Κατά τη δημόσια συζήτηση της υποθέσεως, η οποία διεξάγεται και χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξούσιων δικηγόρων τους, οι διάδικοι έλαβαν κανονικά μέρος στη δίκη, καταθέτοντας νομότυπα και εμπρόθεσμα έγγραφες προτάσεις η μεν ενάγουσα με πληρεξούσιο δικηγόρο, ο δε εναγόμενος αυτοπροσώπως (κατ' άρθρα 237§1α', 94§1 και 96§1 ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά το Ν. 4335/2015), ανέπτυξαν δε με αυτές τους ισχυρισμούς τους. Ακολούθησε η συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, όπως αυτή αναφέρεται στα πρακτικά της παρούσας.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 786 του ΑΚ, που εφαρμόζεται και στη συγκυριότητα (άρθρο 1113 του ΑΚ), κάθε κοινωνός έχει ανάλογη μερίδα στους καρπούς του κοινού αντικειμένου. Ως καρποί νοούνται τα ωφελήματα γενικώς από το πράγμα, δηλαδή όχι μόνο οι κυρίως καρποί, είτε φυσικοί είτε πολιτικοί είναι αυτοί, στους οποίους αναφέρεται το άρθρο 961 του ΑΚ, αλλά και οι πρόσοδοι που παρέχει το πράγμα βάσει μίας έννομης σχέσης, όπως είναι το μίσθωμα και κάθε γενικά όφελος, που παρέχει η χρήση του πράγματος (άρθρο 962 του ΑΚ), όπως προκειμένου περί αστικού ακινήτου, που από κατασκευή είναι προορισμένο να χρησιμοποιείται για κατοικία ή γραφείο ή κατάστημα, η αποζημίωση την οποία δικαιούται ο κοινωνός (συγκύριος) να απαιτήσει από τα μισθώματα (ΑΠ 362/2011 ΕλΔνη 2011 σελ 1024). Στην περίπτωση δε αυτήν (εκμίσθωση του κοινού ακινήτου σε τρίτους) ο συγκύριος που εισπράττει το μίσθωμα για λογαριασμό όλων υποχρεούται μετά την αφαίρεση των δαπανών, να καταβάλει το υπόλοιπο στους συγκυρίους, κατά τη μερίδα που αναλογεί σε καθένα (ΕφΠειρ 437/2016 δημοσιευμένη στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 517/2003 ΔΕΕ 2004, 940, ΑΧΑ NOM 2004, 48 ΕφΘεσ 1323/1999 Αρμ 2000 (54) 1220 ΕφΘεσ 1666/1998 Αρμ 1998 728, ΕΑ 1920/1987 ΕλΔνη 1988 (29) 533). Σκούρας σε Σταθόπουλο-Γεωργιάδη άρθρο 786 αριθ 6,7). Κοινωνία, με την έννοια του άρθρου 785 ΑΚ, υφίσταται όταν ένα δικαίωμα ανήκει σε περισσότερους από κοινού κατ' ιδανικά μερίδια, αντικείμενο δε της κοινωνίας αυτής μπορεί να είναι τόσο το δικαίωμα της κυριότητας (άρθρο 1113 ΑΚ) όσο και η επικαρπία, δυναμένη να συσταθεί και επί ιδανικού μέρους του πράγματος (άρθρο 1144 ΑΚ). Κοινωνία όμως, με την προαναφερθείσα έννοια, υφίσταται και όταν η επικαρπία ορισμένου πράγματος ανήκει σε περισσότερους κατ' ιδανικά μερίδια, τα οποία δεν καλύπτουν, αριθμητικά, το σύνολο, τα υπόλοιπα δε ιδανικά μερίδια ανήκουν, κατά πλήρη κυριότητα, σε άλλον, διότι και στην περίπτωση αυτή το ειδικότερο δικαίωμα καρπώσεως του πράγματος, το οποίο απορρέει από την κυριότητα και την επικαρπία, ανήκει τόσο στους επικαρπωτές (ΑΚ 1142), κατά τις ιδανικές μερίδες που ανήκουν στον καθένα, όσο και στον πλήρη κύριο του πράγματος, καθ' ο μέρος δεν αποσπάστηκε , από το δικαίωμα κυριότητας αυτού η επικαρπία. Συνεπώς, υφιστάμενης τέτοιας κοινωνίας επί ορισμένου πράγματος, ο επικαρπωτής, έχει ανάλογη μερίδα επί των καρπών του κοινού αντικειμένου (άρθρον 786 ΑΚ), ως τέτοιων νοούμενων και των πολιτικών καρπών, δηλαδή των προσόδων τις οποίες παρέχει το πράγμα, δυνάμει ορισμένης έννομης σχέσης (άρθρον 961 εδ. β' ΑΚ), όπως π.χ. του μισθώματος. Και στη μορφή αυτή "κοινωνίας" ετεροειδών δικαιωμάτων δεν αποκλείεται η ανάλογη εφαρμογή ορισμένων διατάξεων της κοινωνίας δικαιώματος (Εφθεσ 611/1985 Αρμ. 1986.415, ΕφΑθ 238/2006 και ΜΠρΑΘ 2678/2013 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Φίλιος σε ΕρμΑΚ, Εισαγωγή στα άρθ. 785-805, αριθ. 25, 28 και 29, I. Δεληγιάννης Π. Κορνηλάκης, Ειδικό Ενοχικό Δίκαιο, Τόμος 4ος έκδ. 1998 § 415, σελ. 11-12, Σκούρας σε ΑΚ Γεωργιάδη-Σταθόπουλου, Εισαγωγικές Παρατηρήσεις στα άρθ. 785-805 αριθμ. 9). Η ενοχική δε αξίωση του επικαρπωτή που απορρέει από το παραπάνω δικαίωμα για λήψη μέρους από τους καρπούς του κοινού αντικειμένου, ανάλογου προς την ιδανική του μερίδα, στρέφεται κατά του κοινωνού, ο οποίος αποκόμισε τους καρπούς αυτούς, είτε αυτός είναι επικαρπωτής, κατ' ιδανική μερίδα, είτε πλήρης κύριος, σύμφωνα με την προεκτεθείσα έννοια (ΕφΘες 611/1985, Αρμ 1986/415). Περαιτέρω, περιεχόμενο της επικαρπίας είναι, εφόσον από τη συστατική πράξη δεν προκύπτει κάτι άλλο, η πλήρης, δηλαδή η καθολική άσκηση των εξουσιών της κυριότητας, η οποία εφεξής γίνεται ψιλή (ΕφΑθ 10506/1997 Δ/νη 40.414). Αντικείμενο της επικαρπίας είναι τόσο ολόκληρο το κινητό ή ακίνητο (άρθρα 1142, 1143 ΑΚ), όσο και η ιδανική μερίδα αυτού (άρθρο 1144 ΑΚ). Η επικαρπία περιλαμβάνει τους καρπούς και τα συστατικά και παραρτήματα. Ο επικαρπωτής δικαιούται σε άμεση χρησιμοποίηση και αποκόμιση όλων των ωφελημάτων από το πράγμα για την ικανοποίηση των αναγκών του είτε αμέσως είτε με εκμίσθωση χωρίς προηγούμενη ενημέρωση και έγκριση των ενεργειών του από τον ψιλό κύριο (Κ. Παπαδόπουλου, Αγωγές Εμπραγμάτου Δικαίου, τόμος 2ος, παρ. 186 σελ.225, ΑΠ 799/1987, ΕΕΝ 55.342). Εξάλλου το εμπράγματο δικαίωμα της επικαρπίας παρέχει στον επικαρπωτή το δικαίωμα χρήσης και κάρπωσης και καταλαμβάνει το περιεχόμενο κάθε είδους μίσθωσης. Δηλαδή δικαιούχος των καρπών του πράγματος είναι ο επικαρπωτής και αποκόπτεται από αυτούς ο ψιλός κύριος από το χρονικό σημείο της μεταγραφής και της σύστασης της επικαρπίας (X. Παπαδάκη, Αγωγές απόδοσης μισθίου, έκδ. 1990, σελ. 186, παρ. 481 επ.)

Με την υπό κρίση αγωγή η ενάγουσα εκθέτει ότι τυγχάνει επικαρπώτρια, κατά ποσοστό 33,334% εξ' αδιαιρέτου, του αναλυτικά περιγραφόμενου στην αγωγή ισογείου καταστήματος, που βρίσκεται στις Σέρρες επί της οδού .... αριθμό ..., την επικαρπία του οποίου κατά το ανωτέρω ποσοστό απέκτησε δυνάμει του υπ’ αριθμόν ..../28.06.2010 συμβολαίου δωρεάς της συμβολαιογράφου Σερρών, Φ., το οποίο καταχωρήθηκε νόμιμα στο Κτηματολογικό Γραφείο Σερρών. Ότι ο εναγόμενος υιός της τυγχάνει πλήρης κύριος του καταστήματος κατά ποσοστό 16,666% εξ' αδιαιρέτου και ψιλός κύριος κατά ποσοστό 50% εξ'αδιαιρέτου, ενώ η σύζυγός του, Μ., τυγχάνει συνεπικαρπώτρια του εν λόγω ακινήτου κατά ποσοστό 50% εξ’ αδιαιρέτου. Ότι ο εναγόμενος με το από 14-11-2019 συμφωνητικό μισθώσεως επαγγελματικής στέγης, το οποίο σύναψε για λογαριασμό του ίδιου αλλά και των λοιπών συνεπικαρπωτών ως συνεκμισθωτών, εκμίσθωσε στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «... Ο.Ε.» το ανωτέρω κατάστημα για το χρονικό διάστημα από 1-11-2019 έως 31-10-2030 έναντι μηνιαίου μισθώματος ύψους 400 ευρώ για τον πρώτο χρόνο και ύψους 450 ευρώ για τα επόμενα τρία έτη, σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους που λεπτομερώς περιγράφονται στην αγωγή, πλην όμως ο εναγόμενος παρότι εισπράττει ολόκληρο το μίσθωμα από την μισθώτρια εταιρία δεν της αποδίδει την αναλογία που αντιστοιχεί στο ιδανικό μερίδιο της επικαρπίας της και δη ότι της οφείλει ως αποδοτέα ωφέλεια για το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του έτους 2019 έως τον Δεκέμβριο του έτους 2020 το συνολικό ποσό των 1.659,82 ευρώ, όπως αυτό ειδικότερα αναλύεται στην αγωγή. Ότι, περαιτέρω, ο εναγόμενος εκμεταλλεύονταν το ανωτέρω κατάστημα και κατά την περίοδο από 26-03-2015 έως 30-04-2017 και από 1-05-2017 έως 30-09-2019 εισπράττοντας μόνος του τους πολιτικούς καρπούς που απέδιδε το μίσθιο από την εκμίσθωσή του στην Ζ. Τ. χωρίς να της αποδίδει την αναλογία που αντιστοιχεί στο ιδανικό μερίδιο της επικαρπίας της, ήτοι σε ποσοστό 33,334% εξ’ αδιαιρέτου και ότι για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, κατά το οποίο το ανωτέρω ακίνητο εκμισθώνονταν, με τους αναλυτικά περιγραφόμενους στην αγωγή όρους, ο εναγόμενος δεν της απέδωσε το ποσό των 8.562,26, όπως το εν λόγω κονδύλιο αναλύεται ειδικότερα στην αγωγή ανά μισθωτικό μήνα και ύψος μισθώματος, και αποτελεί την αναλογία που αντιστοιχεί στο ιδανικό μερίδιο της επικαρπίας της. Ζητεί δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 10.221,68 ευρώ που αντιστοιχεί στα ωφελήματα που της αναλογούν και αποκόμισε ο εναγόμενος από την αποκλειστική κάρπωση του περιγραφόμενου στην αγωγή ισόγειου καταστήματος, με το νόμιμο τόκο από την όγδοη ημέρα εκάστου μισθωτικού μηνός ως προς έκαστο επιμέρους κονδύλιο αναλογίας μισθώματος, άλλως επικουρικώς από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθεί ο εναγόμενος στην δικαστική της δαπάνη. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα, η υπό κρίση αγωγή αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 14παρ.1α και 29 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ) κατά την τακτική διαδικασία και είναι αρκούντως ορισμένη, απορριπτόμενων των ισχυρισμών του εναγόμενου περί αοριστίας, και νόμιμη ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 785, 786, 787, 792§2, 961 και 962, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως καθώς και σε εκείνες των άρθ. 1142, 1144 ΑΚ, αφού σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην αγωγή, πρόκειται για "κοινωνία" ετεροειδών δικαιωμάτων (ψιλής κυριότητας και επικαρπίας) που ανήκουν σε διαφορετικά πρόσωπα (εναγόμενο και ενάγουσα, αντίστοιχα), σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη μείζονα σκέψη, καθώς και σε αυτές των άρθρων 346 ΑΚ και 907, 908 παρ. 1 και 176 ΚΠολΔ, πλην του αιτήματος περί επιδίκασης τόκων από την τελευταία ημέρα εκάστου μισθωτικού μηνός ως προς έκαστο επιμέρους κονδύλιο αναλογίας μισθώματος το οποίο είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, δεδομένου ότι η αιτούμενη με την αγωγή αποδοτέα ωφέλεια δεν έχει χαρακτήρα μισθώματος και για την καταβολή της δεν υφίσταται εκ του νόμου δήλη ημέρα, ώστε με την παρέλευσή της να καθίσταται ο οφειλέτης μισθωτής υπερήμερος κατ' άρθρο 341 εδ. α' ΑΚ και να υποχρεούται έκτοτε στην καταβολή τόκων υπερημερίας (βλ. και ΑΠ 565/1996 ΕλΔ 38/106, ΑΠ 1302/2006, ΑΠ 2348/2009, ΑΠ 235/2015, ΠΠρΑθ 1077/2012 δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), στη δε υπό κρίση αγωγή δε γίνεται επίκληση οχλήσεως προ της επιδόσεως της ένδικης αγωγής. Για το παραδεκτό δε της συζήτησης της υπό κρίση αγωγής έχει κατατεθεί το από 26-04-2021 ενημερωτικό έγγραφο της διαμεσολάβησης του άρθρου 3 παρ. 2 του Ν. 4640/2019. Επομένως, εφόσον έχει καταβληθεί το απαιτούμενο για το αντικείμενό της τέλος δικαστικού ενσήμου με τα αναλογούντα υπέρ τρίτων ταμείων ποσοστά (βλ. το προσκομιζόμενο με επίκληση από την ενάγουσα με κωδικό .... ηλεκτρονικό παράβολο και την αντίστοιχη απόδειξη πληρωμής αυτού) η υπό κρίση αγωγή πρέπει στη συνέχεια να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Ο εναγόμενος με τις εμπρόθεσμα (κατ’ άρθρο 237 ΚΠολΔ) και νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις του αρνήθηκε την αγωγή και προέβαλε αναφορικά με το αιτούμενο κονδύλια ύψους 1.659,82 ευρώ τον ισχυρισμό περί απόσβεσης της οφειλής λόγω άφεσης χρέους, εκθέτοντας ότι η ενάγουσα συνέπραξε στην τροποποιητική δήλωση πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας που υπέβαλε ο ίδιος στην ΑΑΔΕ, την οποία αποδέχθηκε η ενάγουσα στις 31-01-2021, δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε ότι το συμφωνημένο αδιαίρετο μηνιαίο μίσθωμα θα καταβάλλεται εις ολόκληρο από την μισθώτρια είτε στα χέρια του ιδίου του εναγομένου για λογαριασμό του είτε θα κατατίθεται στον αναφερόμενο στη δήλωση τραπεζικό λογαριασμό για λογαριασμό του, ο οποίος έχων την αποκλειστική ψιλή κυριότητα του μισθίου και κατόπιν κοινής συμφωνίας όλων των συνεκμισθωτών συνεπικαρπωτών έχει από ετών την αποκλειστική διαχείριση, διοίκηση, κάρπωση και χρήση ολόκληρου του μίσθιου ακινήτου και ότι κατόπιν αυτής της συμφωνίας με την ενάγουσα αποσβέσθηκε η οφειλή του λόγω άφεσης χρέους όλων των επίδικων μισθωμάτων από 1-11-2019 έως σήμερα και περαιτέρω μέχρι το πέρας της μίσθωσης. Ο εν λόγω ισχυρισμός είναι νόμιμος, ερειδόμενος στη διάταξη του άρθρου 454 ΑΚ και θα ερευνηθεί κατωτέρω ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα. Περαιτέρω, αναφορικά με το έτερο αιτούμενο κονδύλια, ύψους 8.562,26 ευρώ, ο εναγόμενος προέβαλε ένσταση εξοφλήσεως εκθέτοντας ότι κατέβαλε στην ενάγουσα τα αναλογούντα στην ιδανική μερίδα της επικαρπίας της μισθώματα για το χρονικό διάστημα από 26-03-2015 έως 01-10-2019 προβαίνοντας στις αλυτικά περιγραφόμενες στις προτάσεις του επιμέρους καταβολές. Ο εν λόγω ισχυρισμός συνιστά ένσταση εξοφλήσεως, η οποία είναι νόμιμη, ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ και θα ερευνηθεί κατωτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα. Επικουρικά δε, ως προς το αιτούμενο κονδύλια ύψους 8.562,26 ευρώ προέβαλε ένσταση συμψηφισμού της αξίωσης της ενάγουσας με δική του ομοειδή και ληξιπρόθεσμη ανταπαίτηση κατ’ αυτής ύψους 6.176 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσοστό συμμετοχής της ενάγουσας στις δαπάνες του κοινού πράγματος που κατέβαλε ο ίδιος, εκθέτοντας ειδικότερα ότι τον Οκτώβριο του έτους 2019 προέβη σε αναγκαίες και επωφελείς δαπάνες και δη προέβη στις περιγραφόμενες στις προτάσεις του εργασίες, συνολικού ύψους 14.350 ευρώ και ότι κατά τα έτη 2011-2021 κατέβαλε για λογαριασμό όλων των συγκοινωνών του καταστήματος το συνολικό ποσό των 4.180 ευρώ, ήτοι το ποσό των 380 ευρώ κατ’ έτος για δαπάνη ασφάλισης του ακινήτου σε περίπτωση πυρκαγιάς, σεισμού, πλημμύρας και άλλων κινδύνων και ότι η ενάγουσα υποχρεούται να του αποδώσει το ποσοστό που αναλογεί στην ιδανική μερίδα της κατά τις διατάξεις περί κοινωνίας. Η εν λόγω ένσταση είναι νόμω βάσιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 440, 441, 442 και 794 ΑΚ και θα ερευνηθεί κατωτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από την εκτίμηση των υπ' αριθ. .../01-09-2021 και ..../01-092021 ενόρκων βεβαιώσεων που ελήφθησαν ενώπιον του συμβολαιογράφου Σερρών, Ι. Λ., με επιμέλεια του εναγόμενου ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της ενάγουσας να παραστεί κατά την εξέταση των μαρτύρων (βλ. την από 02-08-2021 κλήση και την υπ’ αριθμ. ..../11-08-2021 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Σερρών, Σ. Σ.), και απάντων ανεξαιρέτως των προσκομιζόμενων και επικαλούμενων από τους διαδίκους εγγράφων, σε κάποια από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς ωστόσο να παραλειφθεί κανένα κατά την ουσιαστική διάγνωση της υποθέσεως και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, συμπεριλαμβανομένων των προσκομιζόμενων από τους διαδίκους ενόρκων βεβαιώσεων που ελήφθησαν στα πλαίσια άλλης δίκης και συνεκτιμώνται ως δικαστικά τεκμήρια (αρθ. 336§3, 339 και 395 ΚΠολΔ), και από τις ομολογίες που συνάγονται από τους ισχυρισμούς των διαδίκων, μη λαμβανομένης υπόψη της υπ' αριθμόν 284/2021 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία απαραδέκτως, κατά παράβαση του άρθρου 237 παρ, 1 και 2 ΚΠολΔ, προσκομίσθηκε από τον εναγόμενο κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα τυγχάνει επικαρπώτρια, κατά ποσοστό 1/3 εξ' αδιαιρέτου, επί ενός ισογείου καταστήματος, με χαρακτηριστικό αριθμό δύο (2), με ΚΑΕΚ: ......, το οποίο αποτελεί αυτοτελή και ανεξάρτητη οριζόντιο ιδιοκτησία της πολυώροφης οικοδομής, η οποία είναι κτισμένη σε οικόπεδο, εμβαδού 565 τ.μ., που βρίσκεται στην Δημοτική Ενότητα Σερρών του ομώνυμου Δήμου της Π.Ε. Σερρών, περιφέρειας Ειρηνοδικείου και Κτηματολογίου Γραφείου Σερρών, εντός του ....ου Οικοδομικού Πολυγώνου της πόλης των Σερρών, επί της οδού .... αρ. ..., το οποίο κατάστημα έχει (σύμφωνα με τον τίτλο κτήσεως) καθαρό εμβαδό 90,50 τ.μ., καθαρό και μικτό όγκο 552 κ.μ., ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 38/1000 εξ' αδιαιρέτου και συνορεύει ανατολικά με την κεντρική είσοδο της άνω πολυκατοικίας και με το διαμέρισμα του ημιώροφου, δυτικά με το υπ' αριθ. 1 ισόγειο κατάστημα, βόρεια με ακάλυπτο χώρο της οικοδομής και νότια με την οδό .... (πρώην ....) στην οποία έχει πρόσοψη, και αποτελείται από έναν ενιαίο χώρο στο ισόγειο, έχει εσωτερική ηλεκτρική και υδραυλική εγκατάσταση με δικούς του μετρητές, ενώ στερείται κεντρικής ή αυτόνομης θέρμανσης, μετά των εντός αυτού βοηθητικών χώρων επιφάνειας 41,11 τ.μ., εσωτερικής κλίμακας-σκάλας, δύο (2) αποχωρητηρίων με πλήρεις εγκαταστάσεις ειδών υγιεινής, δαπέδου εκ πλακιδίων, εισόδου πόρτας και προσόψεως με ανοιγοκλεινόμενους διπλούς υαλοπίνακες, τέντας στην πρόσοψη και μετά λοιπών διαρρυθμίσεων. Το εν λόγω κατάστημα στην πραγματικότητα είναι συνενωμένο με το υπ' αριθμόν 1 ισόγειο κατάστημα, ιδιοκτησίας Μ. Μ. και Γ. Μ. του Χ., με το οποίο αποτελεί ενιαίο χώρο. Αρχικά, το ανωτέρω με αριθμό 2 ισόγειο κατάστημα ανήκε στην πλήρη κυριότητα του συζύγου της ενάγουσας, Β. Μ., ο οποίος το έτος 2003 το μεταβίβασε κατά ψιλή κυριότητα στον υιό του και ήδη εναγόμενο, Γ. Μ., δυνάμει του υπ’ αριθμόν .../13.10.2003 συμβολαίου γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Σερρών, Ι. Λ., που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Σερρών στον τόμο 1712 και αριθμό ..., παρακρατώντας για τον εαυτό του το δικαίωμα της ισόβιας επικαρπίας. Ακολούθως το έτος 2010 δυνάμει του υπ’ αριθμόν ..../28.06.2010 συμβολαίου δωρεάς της συμβολαιογράφου Σερρών, Φ.., το οποίο καταχωρήθηκε νομίμως στο τηρούμενο στο Κτηματολογικό Γραφείο Σερρών κτηματολογικό φύλλο του ανωτέρω ακινήτου, με αριθμό 2.217 και ημερομηνία καταχώρησης 30/6/2010, ο σύζυγος της ενάγουσας μεταβίβασε στην τελευταία λόγω δωρεάς εν ζωή το δικαίωμα ισόβιας επικαρπίας κατά ποσοστό 1/3 εξ’ αδιαιρέτου επί του ανωτέρω ισόγειου καταστήματος, ενώ ο εναγόμενος ψιλός κύριος του όλου ακινήτου συναίνεσε στην εν λόγω μεταβίβαση και ούτως η ενάγουσα κατέστη επικαρπώτρια του ανωτέρω ακινήτου κατά ποσοστό 1/3 εξ' αδιαιρέτου. Ο δε σύζυγος της ενάγουσας και πατέρας του εναγόμενου, Β. Μ., απεβίωσε στις 6-08-2012, οπότε ο εναγόμενος κατόπιν συνένωσης του ποσοστού της επικαρπίας του θανόντος, ήτοι ποσοστό 2/3 εξ’ αδιαιρέτου, με την ψιλή κυριότητα, απέκτησε την πλήρη κυριότητα επί του ανωτέρω καταστήματος κατά ποσοστό 2/3 εξ’ αδιαιρέτου και παρέμεινε ψιλός κύριος αυτού κατά ποσοστό 1/3 εξ' αδιαιρέτου με επικαρπώτρια κατά το ποσοστό αυτό την ενάγουσα. Στη συνέχεια ο εναγόμενος δυνάμει του υπ' αριθμόν ....../24.4.2015 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Σερρών, Φ.., νομίμως καταχωρημένου στο κτηματολογικό φύλλο που τηρείται στο Κτηματολογικό Γραφείο Σερρών με αριθμό 1.671 και ημερομηνία καταχώρησης την 21.10.2015, μεταβίβασε στην σύζυγο του, Μ. Γ. του Σ., με δωρεά εν ζωή, ποσοστό 1/2 εξ' αδιαιρέτου της ισόβιας επικαρπίας, εφ' όρου ζωής της δωρεοδόχου και ως εκ τούτου σήμερα συνεπικαρπώτριες του προπεριγραφόμενου ισογείου καταστήματος είναι η σύζυγος του εναγόμενου, κατά ποσοστό 1/2 (άλλως 3/6) εξ’ αδιαιρέτου και η μητέρα του εναγόμενου και ήδη ενάγουσα, κατά ποσοστό 1/3 (άλλως 2/6) εξ’ αδιαιρέτου, ενώ ο εναγόμενος παρέμεινε πλήρης κύριος αυτού κατά ποσοστό 1/6 εξ’ αδιαιρέτου και ψιλός κύριος κατά ποσοστό 5/6 εξ’ αδιαιρέτου. Συνεπώς, σύμφωνα με τα αναλυτικά εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, υφίσταται μεταξύ των διαδίκων κοινωνία «ετεροειδών» δικαιωμάτων και η ενάγουσα ως επικαρπώτρια κατά ποσοστό 1/3 εξ' αδιαιρέτου επί του ανωτέρω ακινήτου έχει ανάλογη μερίδα επί των καρπών του κοινού αντικειμένου (άρθρο 786 ΑΚ), ως τέτοιων νοούμενων και των πολιτικών καρπών, δηλαδή των προσόδων τις οποίες παρέχει το πράγμα δυνάμει σύμβασης μίσθωσης. Μετά δε το θάνατο του συζύγου της ενάγουσας και πατέρα του εναγόμενου, ο τελευταίος ανέλαβε τη διαχείριση της περιουσίας της ενάγουσας μητέρας του κατόπιν εντολής της τελευταίας ενόψει και της ιδιότητάς του ως δικηγόρου και μεριμνούσε εν γένει για τη φροντίδα και την κάλυψη των αναγκών της μητέρας του. Στα πλαίσια της τακτικής εκμετάλλευσης και διαχείρισης του ανωτέρω κοινού πράγματος, το οποίο αποτελεί κατάστημα και προορίζεται για επαγγελματική στέγη, οι διάδικοι και η σύζυγος του εναγόμενου, ως συνεκμισθωτές, εκμίσθωσαν στις 26-03-2015 στην Ζ. Τ. το ανωτέρω ακίνητο έναντι μηνιαίου μισθώματος ύψους 550 ευρώ για τον πρώτο χρόνο, ενώ η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε δεκαετής, ήτοι από 26-03-2015 έως 25-03-2025. Το μηνιαίο μίσθωμα συμφωνήθηκε να ανέλθει στο ποσό των 575 ευρώ για το δεύτερο μισθωτικό έτος, στο ποσό των 600 ευρώ για το τρίτο μισθωτικό έτος και εν συνεχεία αυτό θα αναπροσαρμόζονταν ετησίως κατά τους ειδικότερους όρους της σύμβασης μίσθωσης. Η εν λόγω σύμβαση μίσθωσης κατόπιν κοινής συμφωνίας συνεκμισθωτών και μισθώτριας λύθηκε στις 30-04-2017 και καταρτίστηκε μεταξύ των ίδιων συνεκμισθωτών και της ίδιας μισθώτριας νέα σύμβαση επαγγελματικής μίσθωσης στις 1-05-2017 για χρονικό διάστημα οκτώ ετών, ήτοι από 01-05-2017 έως 30-04-2025 έναντι συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθώματος ύψους 200 ευρώ για το πρώτο μισθωτικό έτος και αναπροσαρμοζόμενο κατά τα επόμενα έτη σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της μίσθωσης, ενώ η εν λόγω μίσθωση λύθηκε κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλόμενων και οικειοθελούς αποχώρησης της μισθώτριας από το μίσθιο στις 30-09-2019. Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά συνομολογούνται από αμφότερους τους διαδίκους. Αποδείχθηκε δε ότι ο εναγόμενος καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της ανωτέρω μίσθωσης εισέπραττε ολόκληρο το ποσό του μισθώματος, ενεργώντας και για λογαριασμό των συνεπικαρπωτών, ήτοι της ενάγουσας και της συζύγου του και συγκεκριμένα εισέπραξε: κατά το χρονικό διάστημα από 01-04-2015 έως 31-12-2015 το ποσό των (550 ευρώ Χ 3 μήνες) 4.950 ευρώ, κατά το έτος 2016 το ποσό των (550 ευρώΧ3 μήνες, ήτοι έως τον Μάρτιο του έτους 2016+575 ευρώ X 9 μήνες) 6.825 ευρώ, κατά το έτος 2017 το ποσό των (575 ευρώΧ4 μήνες, ήτοι έως τον Απρίλιο του έτους 2017+200 ευρώ Χ 8 μήνες) 3.900 ευρώ, κατά το έτος 2018 το ποσό των (200 ευρώΧ12 μήνες) 2.400 ευρώ, καθώς λόγω της οικονομικής κρίσης κατόπιν συμφωνίας των συμβαλλομένων δεν έλαβε χώρα αναπροσαρμογή του μισθώματος στο ποσό των 508 ευρώ από τον Μάιο του έτους 2018, όπως αρχικά είχε συμφωνηθεί, όπως προκύπτει και από την δηλωθείσα από την ενάγουσα αναλυτική κατάσταση μισθωμάτων έτους 2018, και τέλος κατά το έτος 2019 μέχρι τη λύση της μισθωτικής σύμβασης, ήτοι για χρονικό διάστημα εννέα μηνών, έως τον Σεπτέμβριο του έτους 2019 εισέπραξε το ποσό των (200 ευρώ χ9 μήνες) 1.800 ευρώ. Επομένως, από τον Απρίλιο του έτους 2015 έως τον Σεπτέμβριο του έτους 2019 ο εναγόμενος εισέπραξε μισθώματα από την εκμετάλλευση του ανωτέρω ισόγειου καταστήματος συνολικού ύψους (4.950+6.825+3.900+2.400+1.800) 19.875 ευρώ (βλ προσκομιζόμενες αναλυτικές καταστάσεις δηλωθέντων μισθωμάτων ακίνητης περιουσίας φορολογικών ετών 2015-2019 της ενάγουσας σε συνδυασμό με προσκομιζόμενα αντίγραφα υποβολής δηλώσεων πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας της ΑΑΔΕ). Ωστόσο, αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος, παρότι εισέπραξε το σύνολο των ανωτέρω μισθωμάτων, δεν απέδωσε στην ενάγουσα το ποσό των (19.875 ευρώΧ1/3) 6.625 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ιδανικό μερίδιο της επικαρπίας της, ήτοι ποσοστό 1/3 εξ' αδιαιρέτου, ωφέλεια που αποκόμισε ο εναγόμενος κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα από την εκμετάλλευση του ως άνω αναφερόμενου ισογείου καταστήματος και η ενάγουσα έχει έναντι του εναγόμενου αξίωση περί απόδοσης του ποσού αυτού κατ’ άρθρο 786 ΑΚ. Ειδικότερα, ο εναγόμενος μετά το θάνατο του πατέρα του ανέλαβε τη φροντίδα και την κάλυψη των αναγκών της ενάγουσας καθώς και την κάλυψη των ιατρικών της δαπανών και η τελευταία ουδέποτε πριν τον Οκτώβριο του έτους 2020 ζήτησε από τον εναγόμενο να της αποδώσει το ανωτέρω ποσό, πλην όμως από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε παραίτηση της ενάγουσας από το δικαίωμά της στα ωφελήματα από την εκμετάλλευση του ανωτέρω κοινού ακινήτου, ούτε άλλωστε ο εναγόμενος προέβαλε σχετικό ισχυρισμό αναφορικά με το ανωτέρω κονδύλια. Ο ισχυρισμός δε του εναγόμενου πως απέδιδε στην ενάγουσα ανά μήνα το ποσό που αντιστοιχούσε στο ιδανικό της μερίδιο, επικαλούμενος αναλυτικά στις προτάσεις του μηνιαίες καταβολές στην ενάγουσα καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της ανωτέρω μίσθωσης κρίνεται απορριπτέος, καθώς οι επικαλούμενες από τον εναγόμενο καταβολές δεν προέκυψαν από κανένα αποδεικτικό στοιχείο. Η κρίση δε του παρόντος Δικαστηρίου περί μη καταβολής του ανωτέρω ποσού από τον εναγόμενο ενισχύεται από το γεγονός πως ο εναγόμενος, παρότι όπως ισχυρίζεται προέβαινε σε μηνιαίες καταβολές προς την ενάγουσα μητέρα του καθ’ όλο το χρονικό διάστημα της ανωτέρω μίσθωσης και της έχει εξοφλήσει το ανωτέρω κονδύλιο, μετά την επίδοση σε αυτόν της υπό κρίση αγωγής, η οποία έλαβε χώρα στις 6-05-2021 (βλ προσκομιζόμενη από την ενάγουσα υπ’ αριθμόν ..../06-05-2021 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης με έδρα το Πρωτοδικείο Σερρών, Μ. Τ.) προέβη στις 11-05-2021 και ώρα 12:25 σε μεταφορά χρημάτων ηλεκτρονικά σε τραπεζικό λογαριασμό που τηρείται στην Τράπεζα Πειραιώς με κύριο δικαιούχο την ενάγουσα, ύψους 2.356,90 ευρώ αναγράφοντας ως αιτιολογία «..... μισθώματα και χαρτόσημο έτος 2016 Τ. Ζ.» (βλ προσκομιζόμενο από την ενάγουσα έγγραφο συναλλαγής μέσω winbank με κωδικό αναφοράς συναλλαγής: ΕΒ ....) και ακολούθως ένα λεπτό αργότερα μετέφερε από τον τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας το προηγουμένως κατατεθέν ποσό των 2.355 ευρώ (βλ προσκομιζόμενο από την ενάγουσα έγγραφο συναλλαγής μέσω winbank με κωδικό αναφοράς συναλλαγής: .....) και εν συνεχεία στις 19-05-2021 και ώρα 19:39 μετέφερε στον ίδιο τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας το ποσό των 2.797,20 ευρώ με την αιτιολογία «.... για μισθώματα και χαρτόσημο ετών 2017, 2018, 2019 καταστήματος μισθώτριας Τ. Ζ.» (βλ προσκομιζόμενο από την ενάγουσα έγγραφο συναλλαγής μέσω winbank με κωδικό αναφοράς συναλλαγής:......) και ακολούθως δύο λεπτά αργότερα μετέφερε από τον τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας το προηγουμένως κατατεθέν ποσό των 2.798,10 ευρώ (βλ προσκομιζόμενο από την ενάγουσα έγγραφο συναλλαγής μέσω winbank με κωδικό αναφοράς συναλλαγής: .....), ενέργειες στις οποίες δεν θα προέβαινε ο εναγόμενος μετά την επίδοση σε αυτόν της υπό κρίση αγωγής εάν πράγματι είχε καταβάλει το ανωτέρω ποσό στην ενάγουσα. Κατόπιν τούτων, η προβληθείσα από τον εναγόμενο ένσταση εξοφλήσεως δια καταβολής κρίνεται απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη. Περαιτέρω, ο εναγόμενος προβάλει σε συμψηφισμό ανταπαίτηση αυτού κατά της ενάγουσας, ύψους 6.176 ευρώ που αντιστοιχεί στην συμμετοχή της ενάγουσας κατά το ιδανικό της μερίδιο στις δαπάνες που ο ίδιος πραγματοποίησε κατά τα έτη 2011-2021 κατόπιν απόφασης της πλειοψηφίας των κοινωνών, ήτοι αυτού και της συζύγου του. Ωστόσο, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε πως ο εναγόμενος κατά το χρονικό διάστημα από 01-10-2019 έως 30-10-2019 κατέβαλε το ποσό των 14.350 ευρώ για την ανακαίνιση του ισογείου καταστήματος, καθώς δεν προσκομίστηκε από τον εναγόμενο ουδεμία απόδειξη αγοράς υλικών ή παροχής υπηρεσιών, παρά μόνο προσκομίστηκε το από 01-10-2019 έγγραφο προϋπολογισμού εργασιών ανακαίνισης ισογείου καταστήματος με πατάρι της πολιτικού μηχανικού, Μ. Ν., όπου αναγράφονται όλως αορίστως οι απαιτούμενες εργασίες και το κόστος έκαστης με συνολικό κόστος 15.000 ευρώ. Με μόνη την προσκόμιση του ανωτέρω προϋπολογισμού εργασιών το παρόν Δικαστήριο δεν δύναται να οδηγηθεί σε πλήρη δικανική πεποίθηση αναφορικά με την πραγματοποίηση των εργασιών ανακαίνισης και την καταβολή του ανωτέρω ποσού από τον εναγόμενο. Επίσης, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο εναγόμενος κατέβαλε κατά τα έτη 2011-2021 για έξοδα ασφάλισης του κοινού ακινήτου το ποσό των 4.180 ευρώ, καθώς δεν προσκομίζεται από τον εναγόμενο καμία απόδειξη καταβολής και κανένα ασφαλιστήριο συμβόλαιο, πέραν της από 1-09-2021 προσφοράς ασφαλιστικού προγράμματος της ασφαλιστικής εταιρίας «ΑΧΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ». Κατόπιν τούτων, ουδόλως αποδείχθηκε ανταπαίτηση του εναγόμενου έναντι της ενάγουσας ύψους 6.176 ευρώ και ως εκ τούτου η προβληθείσα ένσταση συμψηφισμού είναι απορριπτέα ως ουσία αβάσιμη. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι και η σύζυγος του εναγόμενου στις 14-11-2019 εκμίσθωσαν το ανωτέρω ισόγειο κατάστημα στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «...... ΟΕ» για χρονικό διάστημα έντεκα ετών, ήτοι από 01-11-2019 έως 31-10-2030 προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος, έναντι μηνιαίου μισθώματος ύψους 400 ευρώ για το πρώτο μισθωτικό έτος, ήτοι από 1-11-2019 έως 31-10-2020, ύψους 450 ευρώ για το δεύτερο, το τρίτο και το τέταρτο μισθωτικό έτος, ήτοι από 01-11-2020 έως 31-10-2023 και ύψους 500 ευρώ για το πέμπτο μισθωτικό έτος, ενώ κατά τα επόμενα έτη συμφωνήθηκε το μίσθωμα να αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους της μίσθωσης. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι το μίσθωμα θα καταβάλλεται εις ολόκληρο από την μισθώτρια το αργότερο μέχρι την 7η ημέρα εκάστου μηνάς είτε στα χέρια των συνεκμισθωτών στην κατοικία τους είτε θα κατατίθεται σε τραπεζικό λογαριασμό που οι συνεκμισθωτές θα υποδείξουν και η καταβολή αυτού θα αποδεικνύεται μόνο με έγγραφη κοινή απόδειξη των συνεκμισθωτών ή του νομίμου πληρεξουσίου και αντιπροσώπου τους, ο οποίος ορίστηκε δια του υπογραφέντος από 14-11-2019 ιδιωτικού συμφωνητικού να είναι ο πρώτος εκ των συνεκμισθωτών, Γ. Μ., ή την τραπεζική απόδειξη κατάθεσής του στον υποδειχθέντα από τους ίδιους τους συνεκμισθωτές τραπεζικό λογαριασμό (βλ προσκομιζόμενο από αμφότερους τους διαδίκους αντίγραφο υποβληθείσας δήλωσης πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας της ΑΑΔΕ με αριθμό δήλωσης .... και ημερομηνία δήλωσης την 14η-11-2019). Κατά το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του έτους 2019 έως τον Δεκέμβριο του έτους 2020 ο εναγόμενος ενεργώντας για λογαριασμό απάντων των συνεκμισθωτών εισέπραξε από την ανωτέρω μισθώτρια εταιρία τα κάτωθι ποσά: κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2019 το συνολικό ποσό των (400 ευρώΧ2 μήνες) 800 ευρώ, κατά το έτος 2020 για τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο το ποσό των (400X2 μήνες) 800 ευρώ, ενώ κατά το χρονικό διάστημα από τον Μάρτιο του έτους 2020 έως τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους, το καταβαλλόμενο μηνιαίο /μίσθωμα μειώθηκε κατά ποσοστό 40%, ήτοι στο ποσό των 240 ευρώ στα ι πλαίσια της επιβολής μέτρων για την αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας covid 19, και ο εναγόμενος εισέπραξε το συνολικό ποσό των (240X7 μήνες) 1680 ευρώ, για τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2020 εισέπραξε το ποσό των 400 ευρώ και για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2020 εισέπραξε το ποσό των 270 ευρώ μηνιαίως, καθώς το μίσθωμα διαμορφώθηκε στο ποσό αυτό στα πλαίσια της εκ νέου επιβολής μέτρων για την αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας covid 19 και ο εναγόμενος εισέπραξε το ποσό των (270 ευρώΧ2 μήνες) 540 ευρώ. Συνολικά δε ο εναγόμενος για το έτος 2020 εισέπραξε το ποσό των 3.420 ευρώ και ως εκ τούτου ο εναγόμενος για το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του έτους 2019 έως τον Δεκέμβριο του έτους 2020 εισέπραξε από την εκμίσθωση του ανωτέρω καταστήματος μισθώματα ύψους (800+3.420) 4.220 ευρώ, πλην όμως δεν απέδωσε στην ενάγουσα το ποσό των (4.220ευρώΧ1/3) 1.406,66 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ιδανικό μερίδιο της επικαρπίας της, ήτοι ποσοστό 1/3 εξ' αδιαιρέτου, ωφέλεια που αποκόμισε ο εναγόμενος κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα από την εκμετάλλευση του ως άνω αναφερόμενου ισογείου καταστήματος και η ενάγουσα έχει έναντι του εναγόμενου αξίωση περί απόδοσης του ποσού αυτού κατ’ άρθρο 786 ΑΚ. Οι διάδικοι είχαν άριστες σχέσεις μέχρι και τον Αύγουστο του έτους 2020, οπότε και επήλθε σημαντική διατάραξη της σχέσης του εναγόμενου με την ενάγουσα μητέρα του και την αδελφή του, επ’ αφορμή της εκμετάλλευσης ενός διαμερίσματος, ιδιοκτησίας της ενάγουσας, στη Θεσσαλονίκη. Μάλιστα η ενάγουσα στις 23-09-2020 δυνάμει του υπ’ αριθμόν ..../23-09-2020 συμβολαιογραφικού πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Σερρών, Φ. Κ., διόρισε ειδικούς πληρεξούσιους, αντιπροσώπους και αντικλήτους της την κόρη της, Ε. Μ. και τον σύζυγο αυτής, Π. Κ., στους οποίους μεταξύ άλλων ανέθεσε τη διαχείριση των ακινήτων της. Ακολούθως, η αδελφή του εναγόμενου, ενεργώντας για λογαριασμό της μητέρας της, κοινοποίησε στις 7-10-2020 στην μισθώτρια εταιρία με την επωνυμία «...... ΟΕ» αλλά και στον εναγόμενο την από 5-10-2020 εξώδικη δήλωση γνωστοποίηση με την οποία κάλεσε την μισθώτρια εταιρία να καταβάλει στο εξής την αναλογία της ενάγουσας από το οφειλόμενο μίσθωμα στην ίδια, άλλως στον αναφερόμενο στην εξώδικη δήλωση τραπεζικό λογαριασμό της ενάγουσας συγκοινοποιώντας με την εξώδικη δήλωση και το προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο. Κατόπιν τούτου, η μισθώτρια εταιρία με την από 9-10-2020 εξώδικη απάντησή της προς την ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε για την αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας καλώντας την να μην την εμπλέκει στην ενδοοικογενειακή οικονομική διαφορά της ιδίας με τον υιό της και της δήλωσε ότι θα συνεχίσει να καταβάλει το μίσθωμα κατά τα οριζόμενα στην από 14-11-2019 καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση μίσθωσης, κατά την οποία συμφωνήθηκε μεταξύ τους ενοχή εις ολόκληρον, ήτοι το μίσθωμα θα καταβάλλεται ως αδιαίρετη παροχή. Στη συνέχεια ο εναγόμενος, αφότου είχε λάβει γνώση της ανωτέρω εξώδικης δήλωσης της αδελφής του, ενεργούσας για λογαριασμό της μητέρας τους, στις 23-01-2021 υπέβαλε τροποποιητική δήλωση πληροφοριακών στοιχείων μίσθωσης ακίνητης περιουσίας, την οποία αποδέχθηκε η ενάγουσα στις 31-01-2021, και ανέγραψε σε αυτή μεταξύ άλλων: «Το ως άνω συμφωνημένο αδιαίρετο μηνιαίο μίσθωμα θα καταβάλλεται εις ολόκληρο από την μισθώτρια το αργότερο μέχρι τη 7η ημέρα κάθε νέου μισθωτικού μήνα δήλη ημερομηνία είτε στα χέρια του Γ.. για λογαριασμό του είτε κατατίθεται στον κάτωθι υποδεικνυόμενο τραπεζικό λογαριασμό και η καταβολή του θα αποδεικνύεται είτε με έγγραφη απόδειξη του Γ. Μ., ο οποίος κατόπιν κοινής συμφωνίας όλων των συνιδιοκτητών έχει από ετών την αποκλειστική διαχείριση, διοίκηση και χρήση ολόκληρου του άνω ακινήτου μισθίου...». Η ενάγουσα προέβη σε αποδοχή της εν λόγω δηλώσεως στις 31-01-2021 μέσω των προσωπικών κωδικών της taxisnet καθώς και στην αποδοχή στις 18-02-2021 και 28-04-2021 των δηλώσεων COVID που υποβλήθηκαν στην ΑΑΔΕ από τον εναγόμενο. Πλην όμως από τα ανωτέρω ουδόλως συνάγεται σύναψη μεταξύ των διαδίκων σύμβασης άφεσης χρέους, αναφορικά με το αιτούμενο από την ενάγουσα κονδύλιο που αντιστοιχεί στην ιδανική μερίδα της στους πολιτικούς καρπούς του κοινού πράγματος, που ανέρχεται, όπως ήδη εκτέθηκε ανωτέρω, στο ποσό των 1.406,66 ευρώ για το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του έτους 2019 έως τον Δεκέμβριο του έτους 2020. Το γεγονός δε /ότι η ενάγουσα συμφώνησε η καταβολή ολόκληρου του μισθώματος από την μισθώτρια εταιρία να γίνεται στον εναγόμενο, καθώς το μίσθωμα ούτως ή άλλως, είχε συμφωνηθεί να αποτελεί αδιαίρετη παροχή καταβαλλόμενη εις ολόκληρον, ουδόλως στερεί από αυτήν το δικαίωμά της να αξιώσει την απόδοση των ωφελημάτων που εισέπραξε ο εναγόμενος και αντιστοιχούν στην ιδανική της μερίδα, καθώς η ίδια εξακολουθεί να είναι συνεπικαρπώτρια και συνεκμισθώτρια του ανωτέρω καταστήματος, ενώ από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε η μεταβίβαση της ενάσκησης της επικαρπίας στον εναγόμενο. Άλλωστε, το δικαίωμα του κοινωνού επί των καρπών είναι ατομικό και παρέχει αξίωση κατά των λοιπών κοινωνών, δε μπορεί δε να αποκλεισθεί ή να μειωθεί χωρίς τη συναίνεση του κοινωνού, ενώ είναι διάφορο από το δικαίωμα είσπραξης των καρπών. Πράγματι δε κατόπιν συμφωνίας των διαδίκων ο εναγόμενος είχε αναλάβει τη διαχείριση και τη διοίκηση του κοινού πράγματος, πλην όμως ουδέποτε η ενάγουσα παραιτήθηκε του δικαιώματός της στα ωφελήματα αυτού, πολλώ δε μάλλον μετά τη διατάραξη της σχέσης της με τον εναγόμενο. Μάλιστα και ο ίδιος ο εναγόμενος ισχυρίζεται με τις προτάσεις του ότι κατέβαλε στην ενάγουσα και μάλιστα σε μηνιαία βάση το αναλογούν στην ιδανική μερίδα της επικαρπίας της μίσθωμα κατά το χρονικό διάστημα από 26-03-2015 έως 1-10-2019, γεγονός, ωστόσο, που δεν αποδείχθηκε, αναιρώντας τον ισχυρισμό του περί αποκλειστικής κάρπωσης του ακινήτου από πολλών ετών από τον ίδιο δυνάμει συμφωνίας του με την ενάγουσα. Εξάλλου, κατά κοινή ομολογία των διαδίκων οι σχέσεις τους διαταράχθηκαν σε τέτοιο βαθμό που, παρά τη στενή συγγενική τους σχέση, δεν έχουν ήδη από τον Σεπτέμβριο του έτους 2020 καμία επικοινωνία, τουναντίον δε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής αντάλλαξαν εξώδικες δηλώσεις μεταξύ τους, ενώ η διατάραξη των σχέσεών τους και η συνεπεία αυτής δημιουργία ερίδων του εναγόμενου με την ενάγουσα και την αδελφή του ανάγκασε τον εναγόμενο να αποχωρήσει από την επί δεκαοκτώ έτη οικία του επί της οδού ...., όπου κατοικεί και η αδελφή του αλλά και η μητέρα του και να προβεί σε αγορά νέας ιδιοκτησίας απομακρυσμένης από την ενάγουσα και την αδελφή του.

Επίσης, η ενάγουσα ήδη από τον Οκτώβριο του έτους 2020 ζήτησε από την μισθώτρια εταιρία να καταβάλει στην ίδια την αναλογία της επί τους μισθώματος και όχι στον εναγόμενο. Συνεπώς, κατόπιν των ανωτέρω σε καμία περίπτωση η ενάγουσα δεν θα σύναπτε τον Ιανουάριο του έτους 2021 σύμβαση άφεσης χρέους με τον εναγόμενο, όπως ο τελευταίος αβάσιμα ισχυρίζεται. Κατόπιν τούτων, η προβαλλόμενη από τον εναγόμενο ένσταση άφεσης χρέους πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη.

Κατόπιν των ανωτέρω, η συνολική αποδοτέα ωφέλεια που αποκόμισε ο εναγόμενος από την είσπραξη των πολιτικών καρπών του κοινού πράγματος, που αντιστοιχεί στην ιδανική μερίδα του δικαιώματος της επικαρπίας της ενάγουσας, ανέρχεται στο ποσό των (6.625+1.406,66) 8.031,66 ευρώ. Επομένως, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των οκτώ χιλιάδων τριάντα ενός ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (8.031,66 €), νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της ένδικης αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση και να κηρυχθεί η παρούσα απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή κατά το ποσό των 3.000 ευρώ, διότι η επιβράδυνση της εκτέλεσης θα επιφέρει στην ενάγουσα σημαντική βλάβη. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων λόγω της στενής συγγενικής τους σχέσης (συγγενείς εξ’ αίματος πρώτου βαθμού) κατ' άρθρο 179 ΚΠολΔ, όπως αναφέρεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των οκτώ χιλιάδων τριάντα ενός ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (8.031,66 €), νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την παρούσα απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή κατά το ποσό των τριών χιλιάδων ευρώ (3.000 €).

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στις Σέρρες, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση αυτού την 21η Ιουλίου 2022, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους και παρουσία του γραμματέως της έδρας.

 

Η ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

 

 

[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης , Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]