ΤΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΑΣ
Τμήμα 6ο ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 4438/2022
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2021, με δικαστή την Αργυρώ Σταυρουλάκη, Πρωτοδίκη Δ.Δ. και γραμματέα τον Ανέστη Φάλκο, δικαστικό υπάλληλο,
για να δικάσει την αγωγή με ημερομηνία κατάθεσης 27-4-2017,
των: 1) ... και 18) ...., εκ των οποίων οι 1ος, 2η, 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 7ος, 8ος, 9η, 10η, οι κληρονόμοι του 11ου, 13ος, 14ος, 15η, 17ος και 18ος παραστάθηκαν με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Γεωργίου Τότσκα, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ., ν. 2717/1999, Φ.Ε.Κ. Α’ 97), όπως ισχύει, ενώ οι 12η και 16ος δεν παραστάθηκαν,
κατά της αποκεντρωμένης δημόσιας υπηρεσίας «ΜΕΤΟΧΙΚΟ ΤΑΜΕΙΟ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ» (Μ.Τ.Π.Υ.), που εκπροσωπείται από τον Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και δεν παραστάθηκε.
Εξάλλου, το Ελληνικό Δημόσιο, που εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομικών, παραστάθηκε με δήλωση της Δικαστικής Πληρεξούσιας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ολυμπίας Μαυροκώστα, κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., όπως ισχύει.
Αφού μελέτησε τη δικογραφία, σκέφτηκε κατά το νόμο.
Η κρίση του είναι η εξής:
1. Επειδή, με την υπό κρίση αγωγή (κατόπιν νόμιμης τροπής του αγωγικού αιτήματος από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, με δήλωση του δικηγόρου των εναγόντων που κατατέθηκε πριν τη συζήτηση), ζητείται να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου Μ.Τ.Π.Υ. να καταβάλει στον 1ο ενάγοντα ποσό 3.500 ευρώ, στην 2η ενάγουσα ποσό 2.937,20 ευρώ, στον 3ο ενάγοντα ποσό 4.173,68 ευρώ, στον 4ο ενάγοντα ποσό 3.500 ευρώ, στον 5ο ενάγοντα ποσό 3.500 ευρώ, στον 6ο ενάγοντα ποσό 3.768,80 ευρώ, στον 7ο ενάγοντα ποσό 3.856,72 ευρώ, στον 8ο ενάγοντα ποσό 3.864 ευρώ, στην 9η ενάγουσα ποσό 2.241,60 ευρώ, στην 10η ενάγουσα ποσό 4.505,76 ευρώ, στον 11ο ενάγοντα ποσό 3.511,20 ευρώ, στην 12η ενάγουσα ποσό 2.428,16 ευρώ, στον 13ο ενάγοντα ποσό 3.463,60 ευρώ, στον 14ο ενάγοντα ποσό 2.328 ευρώ, στην 15η ενάγουσα ποσό 2.018,25 ευρώ, στον 16ο ενάγοντα ποσό 2.419,20 ευρώ, στον 17ο ενάγοντα ποσό 2.467,92 ευρώ και στον 18ο ενάγοντα ποσό 3.098,58 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που κάθε αξίωση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση. Τα εν λόγω ποσά ζητούν οι ενάγοντες, μερισματούχοι του Μ.Τ.Π.Υ., ως αποζημίωση, κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ.), για την αποκατάσταση της ζημίας που επικαλούνται ότι έχουν υποστεί από την παράνομη, κατά τους ισχυρισμούς τους, περικοπή του μερίσματος που έλαβαν, κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2012 έως 31-3-2017, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4093/2012. Επικουρικά, τα ως άνω ποσά αιτούνται να λάβουν οι ενάγοντες σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατά τα άρθρα 904 επ. του Αστικού Κώδικα (Α.Κ.).
2. Επειδή, το Μ.Τ.Π.Υ. αποτελούσε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου (άρθρο 1 του π.δ. 422/1981, Φ.Ε.Κ. Α’ 114), το οποίο μετατράπηκε σε αποκεντρωμένη δημόσια υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών (άρθρο 12 παρ. 5 του ν. 2443/1996, Φ.Ε.Κ. Α’ 265), στη συνέχεια του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης (άρθρο 3 του ν. 4024/2011, Φ.Ε.Κ. Α’ 226), υπό την εποπτεία της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικών Ασφαλίσεων (άρθρο 138 Κεφάλαιο Γ’ παρ. 3 περ. α’ και β’ του ν. 4052/2012, Φ.Ε.Κ. Α’ 41) και ήδη του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων (άρθρο 4 παρ. 2 του π.δ. 81/2019, Φ.Ε.Κ. Α’ 119). Παρά δε τη μετατροπή του σε αποκεντρωμένη δημόσια υπηρεσία, το Μ.Τ.Π.Υ. εξακολουθεί να απολαύει διοικητικής αυτοτέλειας και, επομένως, έχει την ικανότητα να είναι διάδικος και να διεξάγει τις δίκες που το αφορούν. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αγωγή νομίμως στρέφεται κατά του ως άνω Ταμείου (βλ. ΣτΕ 136/2021, 1695/2019). Εξάλλου, το Ελληνικό Δημόσιο κλητεύθηκε προκειμένου να παρασταθεί και παραστάθηκε κατά την παρούσα δικάσιμο, με δήλωση της Δικαστικής Πληρεξούσιας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Ο., κατ’ άρθρο 133 παρ. 2 του Κ.Δ.Δ., παρά το ότι η κρινόμενη αγωγή δεν στρέφεται κατά αυτού. Κατόπιν τούτου, το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο δεν τυγχάνει διάδικος στην παρούσα δίκη, πρέπει να αποβληθεί από αυτήν.
3. Επειδή, μετά την άσκηση της κρινόμενης αγωγής απεβίωσε ο 11ος ενάγων, ..., στις 10-10-2019 (βλ. το από 15-10-2019 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξίαρχου του Δήμου .... Θεσσαλονίκης), ενώ προσκομίσθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου: α) το υπ’ αριθμ. πρωτ. .... πιστοποιητικό εγγυτέρων συγγενών του Δήμου ...., από το οποίο προκύπτει ότι ο αποβιώσας κατέλειπε μόνους πλησιέστερους συγγενείς τη σύζυγό του .... και τα τέκνα του ....και ...., β) το υπ’ αριθμ. .... πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, περί δημοσίευσης της από 30-7-2019 διαθήκης του αποβιώσαντος με το υπ’ αριθμ. .... πρακτικό του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης και περί μη δημοσίευσης ετέρας διαθήκης και γ) το υπ’ αριθμ. .... πιστοποιητικό του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης περί μη καταχώρησης δηλώσεων αποποίησης της κληρονομίας του .... από τους ...., .... Πλην, όμως, δεν προσκομίσθηκαν από τα πρόσωπα που φέρονται ότι δικαιούνται να επαναλάβουν τη διακοπείσα δίκη το υπ’ αριθμ. .... πρακτικό του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης περί δημοσίευσης της από 30-7-2019 διαθήκης αυτού, ούτε πιστοποιητικά του αρμόδιου δικαστηρίου περί μη αμφισβήτησης του κληρονομικού δικαιώματος των εκ διαθήκης κληρονόμων. Κατόπιν τούτου, πρέπει να διακοπεί η δίκη λόγω θανάτου του 11ου ενάγοντα και να αναβληθεί η έκδοση οριστικής απόφασης ως προς αυτόν, προκειμένου οι φερόμενοι ως νόμιμοι κληρονόμοι του να προσκομίσουν τα ελλείποντα στοιχεία, κατά τα ρητώς αναφερόμενα στο διατακτικό, προκειμένου να επαναληφθεί η δίκη.
4. Επειδή, η αγωγή υπογράφεται, μόνο, από το δικηγόρο ..., ο οποίος φέρεται ως δικαστικός πληρεξούσιος όλων των εναγόντων. Περαιτέρω, οι ενάγοντες κλητεύθηκαν εμπρόθεσμα και εν γένει νομότυπα, προκειμένου να παρασταθούν κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 27-1-2020 (βλ. το από 21-6-2019 αποδεικτικό της Επιμελήτριας Δικαστηρίων ..., περί επίδοσης της υπ’ αριθμ. .../2019 κλήσης, με σύντμηση της προθεσμίας κλήτευσης σε 20 ημέρες). Κατά την παραπάνω δικάσιμο οι ανωτέρω παραστάθηκαν δια του ως άνω δικηγόρου, ενώ η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε, κατόπιν αιτήματος αυτού, για τις 4-5-2020, χωρίς νέα κλήτευση των διαδίκων. Κατά την εν λόγω δικάσιμο, η εκδίκαση της αγωγής ματαιώθηκε και, στη συνέχεια, με την από 28-7-2020 πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Δικαστηρίου, η συζήτηση της υπόθεσης προσδιορίσθηκε για τις 11-1-2021, κατ' εφαρμογή του άρθρου 77 του ν. 4690/2020 (Φ.Ε.Κ. Α' 104), χωρίς νέα κλήτευση των διαδίκων. Κατά τη δικάσιμο αυτή, οι 12η και 16ος των εναγόντων δεν παραστάθηκαν, ενώ η εκδίκαση της αγωγής αναβλήθηκε αυτεπαγγέλτως (βάσει της υπ' αριθμ. Δ1α/ΓΠ.οικ.1293/8-1-2021 Κ.Υ.Α., Φ.Ε.Κ. Β’ 30), για τις 15-2-2021, χωρίς νέα κλήτευση των διαδίκων. Κατά την εν λόγω δικάσιμο, η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, ενώ, ακολούθως, με την από 11-5-2021 πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Δικαστηρίου, προσδιορίσθηκε εκ νέου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 128 παρ. 5 του Κ.Δ.Δ., η εκδίκαση της αγωγής για τις 15-11-2021, χωρίς νέα κλήτευση των διαδίκων. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, οπότε η υπόθεση συζητήθηκε, οι 12η και 16ος των εναγόντων δεν παραστάθηκαν, ενώ, έως τη συζήτηση της αγωγής δεν προσκομίσθηκαν αναφορικά με τον 16ο ενάγοντα συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο ή ιδιωτικό έγγραφο περί παροχής πληρεξουσιότητας προς τον υπογράφοντα το δικόγραφο και παρασταθέντα επ’ ακροατηρίω δικηγόρο. Κατόπιν αυτών, για το λόγο ότι ο ανωτέρω δικηγόρος δεν νομιμοποιήθηκε από τον 16ο ενάγοντα με κάποιον από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 30 του Κ.Δ.Δ. τρόπους ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο οποίος εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως (άρθρο 35 του Κ.Δ.Δ.), η αγωγή, κατά το μέρος που ασκείται από αυτόν είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Εξάλλου, νομίμως χώρησε η συζήτηση της υπόθεσης κατά την παρούσα δικάσιμο, παρά την απουσία του εναγόμενου Μ.Τ.Π.Υ., το οποίο κλητεύθηκε εμπρόθεσμα και εν γένει νομότυπα, προκειμένου να παρασταθεί κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 27-1-2020 (βλ. το από 22-5-2019 αποδεικτικό της Επιμελήτριας Δικαστηρίων ..., περί επίδοσης της υπ’ αριθμ. .../2019 κλήσης, με σύντμηση της προθεσμίας κλήτευσης σε 20 ημέρες), ενώ με την από 11-5-2021 πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Δικαστηρίου, προσδιορίσθηκε εκ νέου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 128 παρ. 5 του Κ.Δ.Δ., η εκδίκαση της αγωγής για τις 15-11-2021, χωρίς νέα κλήτευση των διαδίκων.
5. Επειδή, μέχρι τη συζήτηση της αγωγής, προσκομίσθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, αναφορικά με καθέναν από τους 1ο, 2η, 3ο, 4ο, 5ο, 6ο, 7ο, 8ο, 9η, 10η, 12η, 13ο, 14ο, 15η, 17ο και 18ο των εναγόντων, ιδιωτικά έγγραφα - εξουσιοδοτήσεις (που φέρουν θεώρηση του γνησίου της υπογραφής αυτών από δημόσια ή δημοτική αρχή) προς τον υπογράφοντα το δικόγραφο της αγωγής και παρασταθέντα δικηγόρο. Κατόπιν των ανωτέρω και ενόψει του ότι η κρινόμενη αγωγή ασκείται εν γένει παραδεκτώς από τους προαναφερθέντες ενάγοντες, κατά το μέρος της αυτό πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητά της.
6. Επειδή, στον Εισ.Ν.Α.Κ. (π.δ. 456/1984, Φ.Ε.Κ. Α’ 164) ορίζεται στο άρθρο 105 ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος (…)» και στο άρθρο 106 ότι: «Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, για τη στοιχειοθέτηση ευθύνης του Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω πράξης ή παράλειψης των οργάνων του, κατά την άσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας, απαιτείται, μεταξύ άλλων, η πράξη ή παράλειψη να είναι παράνομη, καθώς και να υφίσταται αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης αυτής πράξης ή παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Εκ του ότι δε ο νομοθέτης, είτε με νόμο είτε με διοικητική κανονιστική πράξη που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση νόμου, καθορίζει γενικότερα τους όρους του αδίκου, παρέπεται ότι δεν μπορεί να προκύψει, έστω και εάν προκαλείται ζημία σε τρίτον, ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., από την εκ μέρους της πολιτείας νομοθέτηση με τα αρμόδια αυτής όργανα ή από την παράλειψη των οργάνων αυτών να νομοθετήσουν, εκτός εάν από την νομοθέτηση ή την παράλειψή της γεννάται αντίθεση προς κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος. Στην τελευταία αυτήν περίπτωση, όταν οι επιζήμιες συνέπειες δεν επέρχονται απευθείας από την επίμαχη διάταξη, αλλά επέρχονται από την εφαρμογή του ως άνω κανόνα δικαίου, δηλαδή από την πράξη της Διοίκησης που τον εφαρμόζει στην ατομική περίπτωση, η ευθύνη έναντι του ζημιωθέντος προκύπτει όχι από τον κανόνα δικαίου, αλλά από την τελευταία αυτήν πράξη (βλ. Ολομ. ΣτΕ 479-481/2018, 4741/2014).
7. Επειδή, στο ν. 4093/2012 «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» (Φ.Ε.Κ. Α’ 222) ορίζεται στο άρθρο πρώτο παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 ότι: «1. Από 1.1.2013 η μηνιαία σύνταξη ή το άθροισμα των μηνιαίων συντάξεων άνω των 1.000,00 ευρώ από οποιαδήποτε πηγή και για οποιαδήποτε αιτία μειώνονται ως εξής: α. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος άνω των 1.000,01 ευρώ και έως 1.500,00 ευρώ μειώνεται στο σύνολο του ποσού κατά 5% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.000,01 ευρώ. β. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος από 1.500,01 ευρώ έως 2.000,00 ευρώ μειώνεται στο σύνολο του ποσού κατά 10% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.425,01 ευρώ. γ. Ποσό σύνταξης ή αθροίσματος από 2.000,01 ευρώ έως 3.000,00 ευρώ μειώνεται κατά ποσοστό 15% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 1.800,01 ευρώ. δ. Ποσό σύνταξης ή συντάξεων από 3.000,00 ευρώ και άνω μειώνεται κατά ποσοστό 20% και σε κάθε περίπτωση το ποσό που εναπομένει δεν μπορεί να υπολείπεται των 2.550,01 ευρώ. Στο ως άνω άθροισμα λαμβάνονται υπόψη τα μερίσματα, καθώς και κάθε είδους προσαυξήσεις. Επί του αθροίσματος αυτού το ποσό της μείωσης επιμερίζεται αναλογικά σε κάθε φορέα ή τομέα και αποτελεί έσοδο του οικείου ασφαλιστικού φορέα ή τομέα. Για τον υπολογισμό του ποσοστού της μείωσης λαμβάνεται υπόψη το καταβλητέο ποσό συντάξεως ή του ως άνω αθροίσματος την 31.12.2012 μετά τις μειώσεις και τις παρακρατήσεις της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης συνταξιούχων. (…)».
8. Επειδή, οι περικοπές των συντάξεων, που επήλθαν, κατ’ εφαρμογή του δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης (ν. 4046/2012), μεταξύ άλλων, με τις διατάξεις του ν. 4093/2012, κρίθηκαν αντισυνταγματικές με τις υπ’ αριθμ. 2287/2015 και 2288/2015 αποφάσεις της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας (Ολομ. ΣτΕ), για το λόγο ότι δεν προηγήθηκε των εν λόγω περικοπών, οι οποίες θεσπίσθηκαν σε συνέχεια προηγούμενων περικοπών των συντάξεων -οι οποίες κρίθηκαν συνταγματικές- και ενώ είχε παρέλθει διετία από τον πρώτο αιφνιδιασμό της οικονομικής κρίσης, η ειδική μελέτη που περιγράφεται στις ως άνω αποφάσεις. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι σε περιπτώσεις εξαιρετικά δυσμενών δημοσιονομικών συνθηκών δεν αποκλείεται, κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του Συντάγματος, η επέμβαση του νομοθέτη για τη μείωση και των απονεμηθεισών ακόμη συντάξεων εφεξής, σε κάθε περίπτωση, όμως, η περικοπή των συντάξεων δεν μπορεί να παραβιάζει τον συνταγματικό πυρήνα του κοινωνικοασφαλιστικού δικαιώματος, τη χορήγηση, δηλαδή, στο συνταξιούχο τέτοιων παροχών που να του επιτρέπουν να διαβιώνει με αξιοπρέπεια. Προκειμένου δε να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος των οικείων νομοθετικών μέτρων από τις ανωτέρω συνταγματικές απόψεις, κρίθηκε ότι ο νομοθέτης, όταν λαμβάνει μέτρα συνιστάμενα σε περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών, οφείλει, ενόψει και της γενικότερης υποχρέωσής του για «προγραμματισμό και συντονισμό της οικονομικής δραστηριότητας για την εδραίωση της κοινωνικής ειρήνης» (άρθρο 106 παρ. 1 του Συντάγματος), να έχει προβεί σε ειδική, εμπεριστατωμένη και επιστημονικά τεκμηριωμένη μελέτη, από την οποία να προκύπτει αφενός μεν ότι τα συγκεκριμένα μέτρα είναι πράγματι πρόσφορα, αλλά και αναγκαία για την αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος βιωσιμότητας των φορέων κοινωνικής ασφάλισης, ενόψει και των παραγόντων που το προκάλεσαν, έτσι ώστε η λήψη των μέτρων αυτών να είναι σύμφωνη με τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της ισότητας στα δημόσια βάρη, αφετέρου δε ότι οι επιπτώσεις από τα μέτρα αυτά στο βιοτικό επίπεδο των πληττόμενων προσώπων, συνδυαζόμενες με άλλα τυχόν ληφθέντα μέτρα (φορολογικά κ.ά.), αλλά και με το σύνολο των κοινωνικοοικονομικών συνθηκών της δεδομένης συγκυρίας, δεν έχουν, αθροιστικά λαμβανόμενες, αποτέλεσμα τέτοιο που να οδηγεί σε ανεπίτρεπτη παραβίαση του πυρήνα του συνταγματικού δικαιώματος σε κοινωνική ασφάλιση. Κατόπιν τούτων, κρίθηκε με τις ανωτέρω αποφάσεις ότι οι διατάξεις, μεταξύ άλλων, του ν. 4093/2012 που θέσπισαν τις προσβληθείσες ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας περικοπές στις συντάξεις αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 2 (παρ. 1), 4 (παρ. 1 και 5), 22 (παρ. 5), 25 (παρ. 1 και 4) και 106 παρ. 1 του Συντάγματος, καθώς και στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και ότι είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες και μη εφαρμοστέες. Και τούτο διότι, όπως έγινε δεκτό, με τις διατάξεις αυτές επιχειρήθηκε νέα, για πολλοστή φορά, περικοπή συνταξιοδοτικών παροχών της ίδιας ομάδας θιγομένων, χωρίς να έχει προηγηθεί εμπεριστατωμένη μελέτη, με την οποία να διαπιστώνεται και να αναδεικνύεται τεκμηριωμένα ότι η λήψη των συγκεκριμένων μέτρων ήταν σύμφωνη με τις σχετικές συνταγματικές δεσμεύσεις που απέρρεαν, μεταξύ άλλων, από το θεσμό της κοινωνικής ασφάλισης, τις αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας και την προστασία της αξίας του ανθρώπου. Στη συνέχεια, με την υπ’ αριθμ. 1439/2020 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι για το χρονικό διάστημα από 1-1-2013 έως 11-5-2016, ισχύουν τα όσα έχουν κριθεί με τις αποφάσεις Ολομ. ΣτΕ 2287-2288/2015, βάσει των οποίων η διαγνωσθείσα αντίθεση προς το Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. των προαναφερθεισών διατάξεων του νόμου 4093/2012, με τις οποίες θεσπίσθηκαν οι μειώσεις των συντάξεων, δεν δύναται να θεραπευθεί με μεταγενέστερες της δημοσίευσης του εν λόγω νόμου μελέτες, όπως είναι οι μελέτες που συνοδεύουν τον μεταγενέστερο ν. 4387/2016 για το χρονικό διάστημα από τη θέσπισή τους έως τις 11-5-2016.
9. Επειδή, στο π.δ. 422/1981 «Περί Κωδικοποιήσεως των περί Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων διατάξεων» (Φ.Ε.Κ. Α’ 114), προβλέπεται στο άρθρο 2 ότι: «Το Μ.Τ.Π.Υ. έχει προορισμόν την, κατ’ αναλογίαν του ποσού των καταθέσεων εκάστου, παροχήν μερίσματος εις τους μετόχους του Ταμείου και τας οικογενείας αυτών κατά τους όρους του παρόντος». Περαιτέρω, με το άρθρο 48 του ν. 4387/2016 «Ενιαίο Σύστημα Κοινωνικής Ασφάλειας - Μεταρρύθμιση ασφαλιστικού-συνταξιοδοτικού συστήματος - Ρυθμίσεις φορολογίας εισοδήματος και τυχερών παιγνίων και άλλες διατάξεις» (Φ.Ε.Κ. Α’ 85) καθιερώνεται νέος τρόπος υπολογισμού του μηνιαίου μερίσματος των μετόχων του Μ.Τ.Π.Υ., ο οποίος, κατά την αιτιολογική έκθεση του νόμου, «εξασφαλίζει την αντιστοιχία μεταξύ χορηγούμενου μερίσματος και καταθέσεων του μέτοχου, κατά τη διάρκεια της συμμετοχής του στο Ταμείο. Περαιτέρω, και προς το σκοπό της ίσης μεταχείρισης των μετόχων, προβλέπεται η αναπροσαρμογή των μερισμάτων, όσων έχουν εξέλθει της υπηρεσίας μέχρι την προηγούμενη της δημοσίευσης του παρόντος νόμου, σύμφωνα με το νέο τρόπο υπολογισμού του μερίσματος, ενώ καταργείται κάθε διάταξη που προέβλεπε κατώτατο όριο μερίσματος (...)».
10. Επειδή, στο άρθρο 71 του π.δ. 422/1981 ορίζεται ότι: «(…) 2. Πάσα απαίτησις μετόχου (…) εξ οιασδήποτε άλλης αιτίας, παραγράφεται υπέρ του Ταμείου μετά δύο έτη, αφ’ ης κατέστη απαιτητή. 3. Παν μέρισμα μετόχου (…), το οποίον δεν εξητήθη εντός διετίας, αφ’ ης έδει να πληρωθή, παραγράφεται υπέρ του Ταμείου (…)». Περαιτέρω στο ν.δ. 496/1974 (Φ.Ε.Κ. Α’ 204) προβλέπεται στο άρθρο 48 ότι: «(…) 5. Ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων των συνταξιούχων (…) του ν.π. εκ καθυστερουμένων συντάξεων, μερισμάτων, (…) είναι δύο ετών, έστω και αν ενετάλησαν εσφαλμένως (…)», στο άρθρο 49 ότι: «Η παραγραφή άρχεται από του τέλους του οικονομικού έτους καθ’ ο εγεννήθη η αξίωσις και είναι δυνατή η δικαστική αυτής επιδίωξις», στο άρθρο 51 ότι: «Φυλαττομένης της ισχύος των ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του ν.π. διακόπτεται μόνον: α) Δια της υποβολής της υποθέσεως εις το αρμόδιον δικαστήριον ή εις διαιτητάς, (…) β) Δια της υποβολής προς το ν.π. αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, (…)» και στο άρθρο 55 ότι: «Ειδικαί διατάξεις του ν.π. ρυθμίζουσαι τα του χρόνου της παραγραφής εν γένει χρεών προς το ν.π. ή χρεών τούτου, εξακολουθούν ισχύουσαι». Εξάλλου, στο ν. 4270/2014 (Φ.Ε.Κ. Α’ 143), προβλέπεται στο άρθρο 140 ότι: «(…) 5. Ο χρόνος παραγραφής των απαιτήσεων των συνταξιούχων εν γένει και βοηθηματούχων του Δημοσίου, (…) από καθυστερούμενες συντάξεις, επιδόματα και βοηθήματα είναι δύο (2) ετών, έστω και αν έχουν ενταλθεί εσφαλμένα. (…)», στο άρθρο 143 ότι: «Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α. Με την υποβολή της υπόθεσης στο δικαστήριο ή σε διαιτητές, (…)» και στο άρθρο 183 ότι: «1. Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από την 1.1.2015, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά σε αυτές ή στην επόμενη παράγραφο. 1. Ειδικότερα: (…) γ. Οι διατάξεις του Υποκεφαλαίου 12 του Κεφαλαίου Β’ του Μέρους Δ’ ισχύουν για απαιτήσεις του Δημοσίου που βεβαιώνονται προς είσπραξη μετά την 1.1.2015, καθώς και για απαιτήσεις σε βάρος του Δημοσίου που γεννώνται μετά την ημερομηνία αυτή. (…)». Από το συνδυασμό των προαναφερθεισών διατάξεων συνάγεται ότι το άρθρο 71 του π.δ. 422/1981 περί παραγραφής απαιτήσεων κατά του Μ.Τ.Π.Υ. εξακολουθούν να ισχύουν ως «ειδικές» και να διέπουν, αποκλειστικώς, την παραγραφή των αξιώσεων των μετόχων κατά του εν λόγω Ταμείου. Στις αξιώσεις δε αυτές περιλαμβάνονται και οι αξιώσεις των μετόχων προς αποζημίωση, κατά τα άρθρα 105-106 του Εισ.Ν.Α.Κ., οι οποίες γεννώνται σε περιπτώσεις μη ορθού υπολογισμού του μηνιαίου μερίσματος αυτών (πρβλ. ΣτΕ 1972/2008, πρβλ. ΔΕφΑθ 750/2018, 1712/2009).
11. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, προκύπτουν τα εξής: Καθένας από τους 1ο, 2η, 3ο, 4ο, 5ο, 6ο, 7ο, 8ο, 9η, 10η, 12η, 13ο, 14ο, 15η, 17ο και 18ο των εναγόντων, λάμβανε από το Μ.Τ.Π.Υ. έως τις 31-12-2015 μηνιαίο μέρισμα, ανερχόμενο για τον 1ο ενάγοντα στο ποσό των 411,17 ευρώ, για την 2η ενάγουσα στο ποσό των 427,69 ευρώ, για τον 3ο ενάγοντα στο ποσό των 500,85 ευρώ, για τον 4ο ενάγοντα στο ποσό των 411,17 ευρώ, για τον 5ο ενάγοντα στο ποσό των 411,17 ευρώ, για τον 6ο ενάγοντα στο ποσό των 442,79 ευρώ, για τον 7ο ενάγοντα στο ποσό των 457,91 ευρώ, για τον 8ο ενάγοντα στο ποσό των 458,61 ευρώ, για την 9η ενάγουσα στο ποσό των 409,67 ευρώ, για την 10η ενάγουσα στο ποσό των 440 ευρώ, για την 12η ενάγουσα στο ποσό των 376,40 ευρώ, για τον 13ο ενάγοντα στο ποσό των 406,67 ευρώ, για τον 14ο ενάγοντα στο ποσό των 425,47 ευρώ, για την 15η ενάγουσα στο ποσό των 438,24 ευρώ, για τον 17ο ενάγοντα στο ποσό των 379,54 ευρώ και για τον 18ο ενάγοντα στο ποσό των 469,55 ευρώ. Επί των προαναφερθέντων μερισμάτων των εναγόντων διενεργήθηκε μηνιαία κράτηση, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του ν. 4093/2012, ανερχόμενη για τον 1ο ενάγοντα στο ποσό των 62,50 ευρώ, για την 2η ενάγουσα στο ποσό των 65,01 ευρώ, για τον 3ο ενάγοντα στο ποσό των 74,53 ευρώ, για τον 4ο ενάγοντα στο ποσό των 62,50 ευρώ, για τον 5ο ενάγοντα στο ποσό των 62,50 ευρώ, για τον 6ο ενάγοντα στο ποσό των 67,30 ευρώ, για τον 7ο ενάγοντα στο ποσό των 68,87 ευρώ, για τον 8ο ενάγοντα στο ποσό των 68,97 ευρώ, για την 9η ενάγουσα στο ποσό των 46,70 ευρώ, για την 10η ενάγουσα στο ποσό των 66,88 ευρώ, για την 12η ενάγουσα στο ποσό των 43,36 ευρώ, για τον 13ο ενάγοντα στο ποσό των 61,85 ευρώ, για τον 14ο ενάγοντα στο ποσό των 50,77 ευρώ, για την 15η ενάγουσα στο ποσό των 49,96 ευρώ, για τον 17ο ενάγοντα στο ποσό των 58,30 ευρώ και για τον 18ο ενάγοντα στο ποσό των 69,22 ευρώ. Ακολούθως, από 1-1-2016 το μηνιαίο μέρισμα που λάμβανε καθένας από αυτούς, αναπροσαρμόστηκε βάσει των διατάξεων του άρθρου 48 του ν. 4387/2016 (βλ. την από 23-1-2020 έκθεση απόψεων της Αναπληρώτριας Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Περιουσίας, του Μ.Τ.Π.Υ. και τα προσκομιζόμενα από τους ενάγοντες στοιχεία, αποφάσεις κανονισμού ατομικού μερίσματος, ενημερωτικά σημειώματα).
12. Επειδή, ήδη, με την κρινόμενη αγωγή, οι ενάγοντες προβάλλουν ότι οι διατάξεις του ν. 4093/2012, κατ’ εφαρμογή των οποίων συντελέστηκαν οι επίδικες περικοπές των μηνιαίων μερισμάτων που έλαβαν, κατά το χρονικό διάστημα από 1-8-2012 έως 31-3-2017, αντίκεινται στα άρθρα 4 (παρ. 5) και 25 (παρ. 4) του Συντάγματος και είναι, ως εκ τούτου, ανίσχυρες. Για το λόγο αυτό ζητούν να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου Μ.Τ.Π.Υ. να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς αποζημίωση, κατά τα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., για την αποκατάσταση της ζημίας που επικαλούνται ότι έχουν υποστεί από τις προαναφερθείσες παράνομες περικοπές των μερισμάτων τους, η οποία ανέρχεται για τον 1ο ενάγοντα στο ποσό των 3.500 ευρώ, για την 2η ενάγουσα στο ποσό των 2.937,20 ευρώ, για τον 3ο ενάγοντα στο ποσό των 4.173,68 ευρώ, για τον 4ο ενάγοντα στο ποσό των 3.500 ευρώ, για τον 5ο ενάγοντα στο ποσό των 3.500 ευρώ, για τον 6ο ενάγοντα στο ποσό των 3.768,80 ευρώ, για τον 7ο ενάγοντα στο ποσό των 3.856,72 ευρώ, για τον 8ο ενάγοντα στο ποσό των 3.864 ευρώ, για την 9η ενάγουσα στο ποσό των 2.241,60 ευρώ, για την 10η ενάγουσα στο ποσό των 4.505,76 ευρώ, για την 12η ενάγουσα στο ποσό των 2.428,16 ευρώ, για τον 13ο ενάγοντα στο ποσό των 3.463,60 ευρώ, για τον 14ο ενάγοντα στο ποσό των 2.328 ευρώ, για την 15η ενάγουσα στο ποσό των 2.018,25 ευρώ, για τον 17ο ενάγοντα στο ποσό των 2.467,92 ευρώ και για τον 18ο ενάγοντα στο ποσό των 3.098,58 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που κάθε αξίωση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής, που έλαβε χώρα στις 4-5-2017 (βλ. την υπ’ αριθμ. ..../4-5-2017 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή, Πρωτοδικείου Πειραιώς, ...) και μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση. Επικουρικά, τα ως άνω ποσά αιτούνται να λάβουν οι ενάγοντες σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρα 904 Α.Κ.).
13. Επειδή, αντιθέτως το εναγόμενο Μ.Τ.Π.Υ. με τις υποβληθείσες απόψεις του ζητεί την απόρριψη της αγωγής ως αβάσιμης, προβάλλοντας ότι η κρίση της απόφασης Ολομ. ΣτΕ 2287/2015 δεν δεσμεύει το Μ.Τ.Π.Υ., ούτε καταλαμβάνει το μέρισμα που απονέμεται από αυτό, το οποίο διαφέρει διακριτά τόσο από τις κύριες όσο και από τις επικουρικές συντάξεις, διότι το συνταξιοδοτικό σύστημα του Μ.Τ.Π.Υ. συνιστά κεφαλαιοποιητικό και όχι αναδιανεμητικό σύστημα, ενώ η δημιουργία του ασφαλιστικού κεφαλαίου βασίζεται αποκλειστικά σε καταθέσεις των ασφαλισμένων μετόχων του και δεν λαμβάνει εργοδοτικές εισφορές. Περαιτέρω, όπως υποστηρίζεται, το Μ.Τ.Π.Υ. δεν χρηματοδοτείται από τον κρατικό προϋπολογισμό, ούτε τα ελλείμματά του καλύπτονται από τον κρατικό ή άλλο προϋπολογισμό, ενώ στη νομοθεσία που το διέπει υφίσταται πάγια ρύθμιση αναπροσαρμογής του μερίσματός του αναλόγως της οικονομικής του κατάστασης. Τέλος, κατά τους ισχυρισμούς του εναγόμενου, οι αξιώσεις των εναγόντων για επιστροφή σε αυτούς των μερισμάτων που είχαν περικοπεί, βάσει των διατάξεων του ν. 4093/2012, έχουν ήδη παραγραφεί.
14. Επειδή, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που αναφέρθηκαν και τις διατάξεις που παρατέθηκαν, όπως ερμηνεύθηκαν, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του τα εξής: Οι μειώσεις που επήλθαν στο μέρισμα των εναγόντων, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ υποπαρ. ΙΑ.5 περ. 1 του ν. 4093/2012, είναι αντίθετες στο Σύνταγμα και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., όπως κρίθηκε με τις αποφάσεις Ολομ. ΣτΕ 2287/2015 και 2288/2015. Με τις ίδιες αποφάσεις ορίστηκε ότι οι συνέπειες της αντισυνταγματικότητας των επίμαχων διατάξεων θα επέλθουν μετά τη δημοσίευση αυτών και ότι η διαγνωσθείσα αντισυνταγματικότητα θα έχει αναδρομικό χαρακτήρα μόνον για τους (εκεί) ενάγοντες και όσους άλλους είχαν ασκήσει ένδικα μέσα ή βοηθήματα μέχρι τον χρόνο δημοσίευσής τους (10-6-2015). Εξάλλου, οι κρίσεις των εν λόγω αποφάσεων εφαρμόζονται και αναφορικά με το ένδικο μέρισμα, απορριπτομένων ως αβάσιμων όλων των περί του αντιθέτου προβαλλόμενων ισχυρισμών του εναγόμενου, ενόψει του ότι το Μ.Τ.Π.Υ. χαρακτηρίζεται, κατά το άρθρο 1 του π.δ. 422/1981, ως «ειδικό ταμείο του Κράτους επικουρικής συνταξιοδότησης των δημοσίων πολιτικών υπαλλήλων» και τα μερίσματα που καταβάλλει έχουν τον χαρακτήρα ειδικής επικουρικής σύνταξης. Κατόπιν τούτων, το Δικαστήριο κρίνει ότι μη νομίμως περικόπηκε, κατά το αντίστοιχο ποσό, το μέρισμα που έλαβαν οι ανωτέρω μερισματούχοι, από 10-6-2015 έως 31-12-2015, οι οποίοι, ως εκ τούτου, δικαιούνται να λάβουν από το εναγόμενο αποζημίωση, που αντιστοιχεί στις εν λόγω παράνομες περικοπές. Οι προαναφερθείσες αξιώσεις των εναγόντων, άλλωστε, δεν έχουν υποπέσει στη διετή παραγραφή του άρθρου 71 παρ. 2 του π.δ. 422/1981, η οποία ξεκίνησε από την επομένη ημέρα που εκάστη εξ αυτών κατέστη απαιτητή και δεν είχε συμπληρωθεί μέχρι την επίδοση της αγωγής, που έλαβε χώρα στις 4-5-2017, απορριπτομένων ως αβάσιμων των περί του αντιθέτου προβαλλόμενων ισχυρισμών του εναγόμενου. Ωστόσο, από 1-1-2016 και έπειτα το μέρισμα του Μ.Τ.Π.Υ. καταβάλλεται στους ενάγοντες κατόπιν αναπροσαρμογής αυτού, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 48 του ν. 4387/2016, η νομιμότητα των οποίων δεν αμφισβητείται στο πλαίσιο της κρινόμενης αγωγής και όχι βάσει των περικοπών που προβλέπονται από το ν. 4093/2012, απορριπτομένων των αξιώσεων των εναγόντων που αντιστοιχούν στο εν λόγω χρονικό διάστημα ως νόμω αβάσιμων.
15. Επειδή, συνακόλουθα, οι ενάγοντες δικαιούνται να λάβουν αποζημίωση, η οποία υπολογίζεται για τον 1ο ενάγοντα στο ποσό των 416,67 ευρώ (62,50 ευρώ Χ 6 μήνες και 20 ημέρες), για την 2η ενάγουσα στο ποσό των 433,40 ευρώ (65,01 ευρώ Χ 6 μήνες και 20 ημέρες), για τον 3ο ενάγοντα στο ποσό των 496,87 ευρώ (74,53 ευρώ Χ 6 μήνες και 20 ημέρες), για τον 4ο ενάγοντα στο ποσό των 416,67 ευρώ (62,50 ευρώ Χ 6 μήνες και 20 ημέρες), για τον 5ο ενάγοντα στο ποσό των 416,67 ευρώ (62,50 ευρώ Χ 6 μήνες και 20 ημέρες), για τον 6ο ενάγοντα στο ποσό των 448,67 ευρώ (67,30 ευρώ Χ 6 μήνες και 20 ημέρες), για τον 7ο ενάγοντα στο ποσό των 459,13 ευρώ (68,87 ευρώ Χ 6 μήνες και 20 ημέρες), για τον 8ο ενάγοντα στο ποσό των 459,80 ευρώ (68,97 ευρώ Χ 6 μήνες και 20 ημέρες), για την 9η ενάγουσα στο ποσό των 311,33 ευρώ (46,70 ευρώ Χ 6 μήνες και 20 ημέρες), για την 10η ενάγουσα στο ποσό των 445,87 ευρώ (66,88 ευρώ Χ 6 μήνες και 20 ημέρες), για την 12η ενάγουσα στο ποσό των 289,07 ευρώ (43,36 ευρώ Χ 6 μήνες και 20 ημέρες), για τον 13ο ενάγοντα στο ποσό των 412,33 ευρώ (61,85 ευρώ Χ 6 μήνες και 20 ημέρες), για τον 14ο ενάγοντα στο ποσό των 338,47 ευρώ (50,77 ευρώ Χ 6 μήνες και 20 ημέρες), για την 15η ενάγουσα στο ποσό των 333,07 ευρώ (49,96 ευρώ Χ 6 μήνες και 20 ημέρες), για τον 17ο ενάγοντα στο ποσό των 388,67 ευρώ (58,30 ευρώ Χ 6 μήνες και 20 ημέρες) και για τον 18ο ενάγοντα στο ποσό των 461,47 ευρώ (69,22 ευρώ Χ 6 μήνες και 20 ημέρες). Τα προαναφερθέντα ποσά δικαιούνται να λάβουν οι ενάγοντες με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, που έλαβε χώρα στις 4-5-2017 και μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.
16. Επειδή, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αποβληθεί το Ελληνικό Δημόσιο από τη δίκη, να διακοπεί η δίκη λόγω θανάτου του 11ου ενάγοντα και να αναβληθεί, ως προς αυτόν, η έκδοση οριστικής απόφασης. Κατά τα λοιπά πρέπει η αγωγή να απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατά το μέρος που ασκείται από τον 16ο ενάγοντα, να γίνει εν μέρει δεκτή, κατά το μέρος που ασκείται από τους 1ο, 2η, 3ο, 4ο, 5ο, 6ο, 7ο, 8ο, 9η, 10η, 12η, 13ο, 14ο, 15η, 17ο και 18ο των εναγόντων και να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να καταβάλει σε καθέναν από αυτούς, τα αναλυτικώς αναφερόμενα στο διατακτικό ποσά, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση. Τέλος, πρέπει να απαλλαγεί ο 16ος ενάγων από τα δικαστικά έξοδα του εναγόμενου, κατ’ εκτίμηση των περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης (άρθρο 275 παρ. 1 εδ. ε’ του Κ.Δ.Δ.) και να συμψηφιστούν τα δικαστικά έξοδα μεταξύ αφενός των 1ου, 2ης, 3ου, 4ου, 5ου, 6ου, 7ου, 8ου, 9ης, 10ης, 12ης, 13ου, 14ου, 15ης, 17ου και 18ου των εναγόντων και αφετέρου του εναγόμενου, λόγω της μερικής νίκης και ήττας αυτών (άρθρο 275 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ).
ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ
Αποβάλλει το Ελληνικό Δημόσιο από τη δίκη.
Διακόπτει τη δίκη λόγω θανάτου ως προς τον 11ο ενάγοντα και αναβάλλει την έκδοση οριστικής απόφασης, ως προς αυτόν.
Υποχρεώνει τους φερόμενους ως νόμιμους κληρονόμους του 11ου ενάγοντα (... ... - ...) να προσκομίσουν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου (Τμήμα 6ο, Μονομελές), εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών από την κοινοποίηση σε αυτούς αντιγράφου της παρούσας απόφασης το υπ’ αριθμ. .... πρακτικό του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης περί δημοσίευσης της από 30-7-2019 διαθήκης αυτού, καθώς και επίκαιρα πιστοποιητικά περί μη δημοσίευσης ετέρας διαθήκης και περί μη αμφισβήτησης του κληρονομικού δικαιώματος αυτών.
Ορίζει νέα δικάσιμο για τη συζήτηση της υπόθεσης την 19-9-2022 ημέρα Δευτέρα και ώρα 12.30, ενώπιον του ακροατηρίου του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (6ο Τμήμα).
Διατάσσει την εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο της δικασίμου αυτής, για την οποία η επίδοση της παρούσας απόφασης, τριάντα (30) τουλάχιστον ημέρες πριν από την προαναφερθείσα δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσης των κληρονόμων του 11ου ενάγοντα και του Μ.Τ.Π.Υ. (άρθρο 195 παρ. 1 Κ.Δ.Δ.).
Απορρίπτει την αγωγή κατά το μέρος που ασκείται από τον 16ο ενάγοντα.
Απαλλάσσει τον 16ο ενάγοντα από τα δικαστικά έξοδα του εναγόμενου.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή κατά το μέρος που ασκείται από τους 1ο, 2η, 3ο, 4ο, 5ο, 6ο, 7ο, 8ο, 9η, 10η, 12η, 13ο, 14ο, 15η, 17ο και 18ο των εναγόντων.
Αναγνωρίζει την υποχρέωση του εναγόμενου Μ.Τ.Π.Υ. να καταβάλει αποζημίωση στον 1ο ενάγοντα ποσού τετρακοσίων δεκαέξι ευρώ και εξήντα επτά λεπτών (416,67 ευρώ), στην 2η ενάγουσα ποσού τετρακοσίων τριάντα τριών ευρώ και σαράντα λεπτών (433,40 ευρώ), στον 3ο ενάγοντα ποσού τετρακοσίων ενενήντα έξι ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών (496,87 ευρώ), στον 4ο ενάγοντα ποσού τετρακοσίων δεκαέξι ευρώ και εξήντα επτά λεπτών (416,67 ευρώ), στον 5ο ενάγοντα ποσού τετρακοσίων δεκαέξι ευρώ και εξήντα επτά λεπτών (416,67 ευρώ), στον 6ο ενάγοντα ποσού τετρακοσίων σαράντα οκτώ ευρώ και εξήντα επτά λεπτών (448,67 ευρώ), στον 7ο ενάγοντα ποσού τετρακοσίων πενήντα εννέα ευρώ και δεκατριών λεπτών (459,13 ευρώ), στον 8ο ενάγοντα ποσού τετρακοσίων πενήντα εννέα ευρώ και ογδόντα λεπτών (459,80 ευρώ), στην 9η ενάγουσα ποσού τριακοσίων έντεκα ευρώ και τριάντα τριών λεπτών (311,33 ευρώ), στην 10η ενάγουσα ποσού τετρακοσίων σαράντα πέντε ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών (445,87 ευρώ), στην 12η ενάγουσα ποσού διακοσίων ογδόντα εννέα ευρώ και επτά λεπτών (289,07 ευρώ), στον 13ο ενάγοντα ποσού τετρακοσίων δώδεκα ευρώ και τριάντα τριών λεπτών (412,33 ευρώ), στον 14ο ενάγοντα ποσού τριακοσίων τριάντα οκτώ ευρώ και σαράντα επτά λεπτών (338,47 ευρώ), στην 15η ενάγουσα ποσού τριακοσίων τριάντα τριών ευρώ και επτά λεπτών (333,07 ευρώ), στον 17ο ενάγοντα ποσού τριακοσίων ογδόντα οκτώ ευρώ και εξήντα επτά λεπτών (388,67 ευρώ) και στον 18ο ενάγοντα ποσού τετρακοσίων εξήντα ενός ευρώ και σαράντα επτά λεπτών (461,47 ευρώ), όλων των παραπάνω ποσών νομιμοτόκως, από την επίδοση της αγωγής (4-5-2017) και μέχρι την ολοσχερή τους εξόφληση.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ αφενός των 1ου, 2ης, 3ου, 4ου, 5ου, 6ου, 7ου, 8ου, 9ης, 10ης, 12ης, 13ου, 14ου, 15ης, 17ου και 18ου των εναγόντων και αφετέρου του εναγόμενου.
Η απόφαση δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, κατά την έκτακτη δημόσια συνεδρίαση της 4-4-2022.
Η ΔΙΚΑΣΤΗΣ
ΑΡΓΥΡΩ ΣΤΑΥΡΟΥΛΑΚΗ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΑΝΕΣΤΗΣ ΦΑΛΚΟΣ
Ακριβές αντίγραφο
Αθήνα 4/4/2022
Η Προϊσταμένη του 6ου Τμήματος