ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

ΤΜΗΜΑ 2ο

ΑΡΙΘΜΟΣ 446/2023

 

Αποτελούμενο από την Δικαστή Ιωάννα Μάμαλη, Εφέτη και από την Γραμματέα Κ.Σ.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στον Πειραιά, στις ……, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του εκκαλούντος – ενάγοντος: ………., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Τερζή (ΑΜ ……. Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών).

Των εφεσίβλητων – εναγόμενων: 1) ………. και 2) …………, από τους οποίους ο πρώτος εμφανίσθηκε στο ακροατήριο και η δεύτερη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Δήμητρα Παβέλη (ΑΜ …….. Δικηγορικός Σύλλογος Πειραιώς).

Ο ενάγων ζήτησε να γίνει δεκτή η από 26.11.2020 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …/2020 και ειδικό …./2020 αγωγή του, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 2117/2022 οριστική απόφασή του που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, απέρριψε την αγωγή. Ο εκκαλών – ενάγων προσέβαλε την απόφαση αυτή με την από 09.09.2022 έφεσή του που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς με αριθμό γενικό …./09.09.2022 και ειδικό …./09.09.2022 και προσδιορίστηκε ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με αριθμό κατάθεσης γενικό …./13.09.2022 και ειδικό …../13.09.2022, για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο και την εκφώνησή της από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα σ’ αυτές αναφέρονται.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 2117/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, και με την οποία απορρίφθηκε η από 26.11.2020 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2020 και ειδικό …../2020 αγωγή του εκκαλούντος – ενάγοντος, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1-2, 498, 511, 513 παρ. 1 β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, καθόσον η έφεση ασκήθηκε μετά την 01.01.2016), δεδομένου ότι η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε στον εκκαλούντα – ενάγοντα την 11.07.2022 (βλ. Την υπ’ αριθ. …/11.07.2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς … …..), η δε κρινόμενη από 09.09.2022 έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, ήτοι την 09.09.2022, όπως προκύπτει από την πράξη κατάθεσης έφεσης με αριθμό γενικό …../09.09.2022 και ειδικό …/09.09.2022 του γραμματέως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που έχει επισυναφθεί στην ένδικη έφεση, δεδομένου ότι το χρονικό διάστημα από την 1η έως την 31η Αυγούστου δεν υπολογίζεται για την προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ (άρθρο 147 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξεταστεί στη συνέχεια, κατά την ίδια ως άνω τακτική διαδικασία, το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έφεσης έχει κατατεθεί από τον εκκαλούντα – ενάγοντα το παράβολο των 100,00 ευρώ που προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ.

Ο ενάγων στην από 26.11.2020 και με αριθμό κατάθεσης γενικό …../2020 και ειδικό …./2020 αγωγή του, τακτικής διαδικασίας, την οποία άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, εξέθετε ότι δυνάμει του υπ’ αριθ. …/22.06.2011 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πειραιώς …….., το οποίο μεταγράφηκε νομίμως, πώλησε και μεταβίβασε στους εναγόμενους, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, την οριζόντια ιδιοκτησία – κατοικία – μεζονέτα, με ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 333/1000 εξ αδιαιρέτου, η οποία βρίσκεται στη Σαλαμίνα Αττικής, στη θέση «…..», στη διασταύρωση των οδών ………….. και αποτελείται από υπόγειο όροφο επιφάνειας 99,80 τ.μ., ισόγειο όροφο επιφάνειας 63,70 τ.μ. και πρώτο όροφο επιφάνειας 70,00 τ.μ., που έχουν ενιαία λειτουργική ενότητα, και στην οποία ανήκουν ως χώροι αποκλειστικής χρήσης, τμήμα του οικοπέδου επιφάνειας 44,91 τ.μ. στην ανατολική πλευρά της κατοικίας και τμήμα του οικοπέδου επιφάνειας 34,92 τ.μ. στη δυτική πλευρά αυτής, ότι κατόπιν απαίτησης των εναγόμενων, που τέθηκε ως προυπόθεση για τη σύναψη του συμβολαίου, αναγράφηκε στο υπ’ αριθ. ……/22.06.2011 συμβόλαιο ως τίμημα της πώλησης το ποσό των 89.777,08 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στην αντικειμενική αξία του πωληθέντος ακινήτου, αλλά δεν αντιπροσώπευε την πραγματική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, που ήταν η αγορά του επίδικου ακινήτου αντί του πραγματικού τιμήματος των 239.777,08 ευρώ, ότι κατόπιν νέας απαίτησης των εναγόμενων, συμφωνήθηκε να συναφθεί ιδιωτικό συμφωνητικό για το υπόλοιπο εκτός συμβολαίου τίμημα ύψους 150.000,00 ευρώ, δυνάμει του οποίου αυτοί θα αναγνώριζαν ότι του οφείλουν το εν λόγω ποσό και ότι θα το καταβάλουν σε τρεις ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις, καταβλητέες την 22.12.2011, την 22.06.2012 και την 22.12.2012, αντίστοιχα, για καθεμία από τις οποίες θα εξέδιδε ο ίδιος ισόποσες συναλλαγματικές εις διαταγήν του, με τις ανωτέρω ημερομηνίες λήξης, τις οποίες θα αποδέχονταν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, ότι ακολούθως οι εναγόμενοι του παρέδωσαν υπογεγραμμένο το από 22.06.2011 ιδιωτικό συμφωνητικό, τιτλοφορούμενο ως ιδιωτικό συμφωνητικό σύμβασης δανείου, στο οποίο αφενός αναγραφόταν ότι ο ενάγων – δανειστής κατέβαλε στους εναγόμενους – οφειλέτες το ποσό των 150.000 ευρώ, λόγω δανείου, αποδοτέο άτοκα σε τρεις ισόποσες εξαμηνιαίες δόσεις, ύψους 50.000,00 ευρώ η καθεμία, καταβλητέες η πρώτη την 22.12.2011, η δεύτερη την 22.06.2012 και η τρίτη την 22.12.2012 και ότι για την ακριβή τήρηση των όρων του συμφωνητικού ο ενάγων εξέδωσε τρεις ισόποσες με τις δόσεις συναλλαγματικές, με τις ανωτέρω ημερομηνίες λήξης, τις οποίες αποδέχθηκαν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον ο καθένας, αφετέρου αναγραφόταν ότι το συμφωνητικό αυτό επέχει και θέση συμφωνητικού αποδοχής εκ μέρους των εναγόμενων – οφειλετών αφηρημένης υπόσχεσης χρέους, ότι οι εναγόμενοι εξόφλησαν τις δύο πρώτες συναλλαγματικές με ημερομηνίες λήξης την 22.12.2011 και την 22.06.2012, αντίστοιχα, ενώ δεν εξόφλησαν την τρίτη συναλλαγματική, κατά την λήξη της την 22.12.2012, επικαλούμενοι οικονομικές δυσχέρειες, με αποτέλεσμα να μην έχει αποπληρωθεί το συμφωνηθέν ως άνω πραγματικό τίμημα της πώλησης, ότι τον Ιούνιο του έτους 2011 μεταβίβασε στην πεθερά του ………….   την τρίτη ως άνω συναλλαγματική λήξης την 22.12.2012, λόγω οφειλής του προς αυτήν από σύμβαση δανείου ύψους 50.000,00 ευρώ, ότι μετά τη λήξη και τη μη πληρωμή της ανωτέρω συναλλαγματικής, εξέδωσε από κοινού με την πεθερά του την υπ’ αριθ. …../2013 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς σε βάρος των εναγόμενων, με την οποία επιτάχθηκαν να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 50.000,00 ευρώ, πλέον τόκων από την 22.12.2012 και εξόδων, ότι κατά της υπ’ αριθ. ……/2013 διαταγής πληρωμής οι εναγόμενοι άσκησαν την από 16.05.2013 και με αριθμό κατάθεσης ………./2013 ανακοπή, καθώς και την με αριθμό κατάθεσης ………/2013 αίτηση αναστολής εκτέλεσης, με τις οποίες προέβαλαν ως λόγο ανακοπής ότι η επίδικη συναλλαγματική αφορούσε το εκτός συμβολαίου τίμημα για την ως άνω πώληση του ακινήτου και ότι η συμφωνία αυτή τύγχανε άκυρη, διότι δεν είχε περιβληθεί τον απαιτούμενο τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, ότι με την υπ’ αριθ. 2402/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, έγινε δεκτή η με αριθμό κατάθεσης ………./2013 αίτηση και διατάχθηκε η αναστολή εκτέλεσης της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, ενώ με την υπ’ αριθ. 2402/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, έγινε δεκτή η από 16.05.2013 και με αριθμό κατάθεσης ………./2013 ανακοπή και ακυρώθηκε η υπ’ αριθ. …../2013 διαταγή πληρωμής, ότι κατόπιν τούτων πείσθηκε ότι είχε εξαπατηθεί από τους εναγόμενους, καθόσον εκμεταλλεύθηκαν την απειρία του και την εμπιστοσύνη του προς το πρόσωπο του πρώτου εναγόμενου, με τον οποίο είχε επαγγελματική συνεργασία κατά το παρελθόν, και τον έπεισαν να δεχθεί να αναγραφεί στο υπ’ αριθ. ……./22.06.2011 συμβόλαιο χαμηλότερο τίμημα για την πώληση του ακινήτου, πείθοντάς τον παράλληλα, με την αποδοχή των ανωτέρω συναλλαγματικών, ότι θα λάβει ολόκληρο το πραγματικό και συμφωνηθέν τίμημα της πώλησης, σκοπεύοντας εξαρχής να μην του καταβάλουν ολόκληρο το συμφωνηθέν τίμημα και να καταστήσουν αδύνατη την ικανοποίηση της απαίτησής του, ότι ακολούθως κατέθεσε την 20.06.2014, ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πειραιώς, σε βάρος των εναγόμενων, την υπό στοιχεία ………. έγκληση και ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη για το αδίκημα της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ότι την 20.10.2016, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ενώπιον του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που εξέδωσε την υπ’ αριθ. 4791/2016 απόφασή του, τόσο στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσαν εγγράφως, όσο και στην απολογία τους ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου, οι εναγόμενοι ομολόγησαν ότι του οφείλουν το ποσό των 38.000,00 ευρώ, ως υπόλοιπο του συμφωνηθέντος εκτός συμβολαίου τιμήματος για την πώληση του ως άνω ακινήτου, ποσού 50.000,00 ευρώ, αφαιρουμένου του ποσού των 12.000,00 ευρώ που οι ίδιοι κατέβαλαν ως δαπάνες για την αποκατάσταση των κακοτεχνιών του ακινήτου, ότι η ομολογία αυτή των εναγόμενων ενώπιον του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς συνιστά δικαστική ομολογία και αποτελεί πλήρη απόδειξη της ανωτέρω οφειλής τους. Με βάση αυτό το ιστορικό, ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, το ποσό των 38.000,00 ευρώ, κυρίως με βάση την ανωτέρω δικαστική ομολογία τους ενώπιον του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, επικουρικώς αφενός με βάση την αφηρημένη αναγνώριση χρέους δυνάμει του από 22.06.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, αλλά και δυνάμει των υπ’ αριθ. 4791/2016 πρακτικών και απόφασης του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, στα οποία περιλαμβάνεται η ως άνω ομολογία των εναγόμενων ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου, το ποσό δε αυτό νομιμοτόκως από την επόμενη της ομολογίας την 21.10.2016, άλλως από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, αφετέρου με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον οι εναγόμενοι από το έτος 2011 που κατοικούν στο πωληθέν ακίνητο, έχουν πλουτίσει αδικαιολόγητα σε βάρος του τουλάχιστον κατά το ποσό των 38.000,00 ευρώ, το οποίο θα είχαν οπωσδήποτε καταβάλει για την αγορά άλλης κατοικίας ίδιας επιφάνειας και κατασκευής με το πωληθέν ακίνητο, το ποσό δε αυτό νομιμοτόκως από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, καθώς και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή της δικαστικής του δαπάνης. Το ως άνω Δικαστήριο με την υπ’ αριθ. 2117/2022 οριστική απόφασή του, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη ως προς την κύρια και τις επικουρικές βάσεις της. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ο εκκαλών – ενάγων με την υπό κρίση έφεσή του για τους διαλαμβανόμενους σ’ αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητεί την εξαφάνισή της, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή του στο σύνολό της. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι ο δεύτερος λόγος της έφεσης, με τον οποίο παραπονείται ο εκκαλών – ενάγων για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την κύρια βάση της αγωγής του, αλυσιτελώς προβάλλεται, καθόσον εν προκειμένω η αγωγή κατά την κύρια βάση της απορρίφθηκε ως μη νόμιμη (βλ. ΑΠ 323/1989 ΕλλΔνη 31. 770, ΕφΑθ 551/2017 ΝΟΜΟΣ, ΕφΘεσ 110/2017 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4777/2012 ΝΟΜΟ, ΕφΔωδ 204/2009 ΝΟΜΟΣ, ΜονΕφΑθ 800/2020 ΝΟΜΟΣ).

Η ομολογία μπορεί να είναι δικαστική ή εξώδικη, ενώ από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 του ΚΠΔ προκύπτει ότι δικαστική μεν ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι μόνο εκείνη που γίνεται γραπτώς ή προφορικώς ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, εξώδικη δε, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, είναι κάθε άλλη ομολογία που γίνεται ενώπιον άλλου δικαστηρίου στο πλαίσιο άλλης δίκης, πολιτικής ή ποινικής, ακόμα δε και εκείνη που έγινε ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, αλλά όχι στη συγκεκριμένη δίκη στην οποία γίνεται επίκληση της ομολογίας ως αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 447/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 128/2014 ΝΟΜΟΣ), καθώς και εκείνη που περιέχεται σε έγγραφα εκδιδόμενα από το διάδικο (ΑΠ 271/2021 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1389/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 128/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 414/2000 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 873 του ΑΚ, η σύμβαση με την οποία γίνεται υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, έτσι ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως. Έγγραφη υπόσχεση ή δήλωση αναγνώρισης, που δεν αναφέρει την αιτία του χρέους, λογίζεται σε περίπτωση αμφιβολίας ότι έγινε με τέτοιο σκοπό. Αν δε η υπόσχεση ή η αναγνώριση αφορά αιτία για την οποία ο νόμος απαιτεί ιδιαίτερο τύπο, είναι, κατά το άρθρο 875 του ΑΚ, άκυρη αν δεν γίνει με τον τύπο αυτόν (ΑΠ 3/2011 ΝΟΜΟΣ). Η δημιουργική ενέργεια της αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους συνίσταται στη θεμελίωση αυτοτελούς υποχρέωσης, ανεξάρτητης από την αιτία της (νέο θεμέλιο αξίωσης), όπου το θεμελιωτικό της αξίωσης πραγματικό εξαντλείται στην έγγραφη υπόσχεση παροχής. Από την ανωτέρω διάταξη σαφώς συνάγεται ότι η αναφερόμενη σ’ αυτή αυτοτελής και ετεροβαρής ενοχή από έγγραφη αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους γεννιέται στην περίπτωση που τα μέρη είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία, πράγμα που θα εξακριβωθεί από αυτή την ίδια τη δήλωση και τις περιστάσεις, γι’ αυτό και δεν βλάπτει η απλή αναφορά της αιτίας. Αν δηλαδή, στην έγγραφη υπόσχεση ή στην αναγνωριστική δήλωση μνημονεύεται η αιτία του χρέους, δεν αποκλείεται να πρόκειται για ενοχή αναιτιώδη, εφόσον τα μέρη ήθελαν ν’ αποσυνδέσουν το χρέος από την αιτία του, διότι η διάταξη του εδ. β’ του άνω άρθρου εισάγει απλώς ερμηνευτικό κανόνα, προσδίδοντας στη δήλωση αυτή ορισμένη έννοια μόνο ενόσω δεν προκύπτει το αντίθετο, σε περίπτωση αμφιβολίας (ΟλΑΠ 2088/1986 ΕΕμπΔ 1988. 70, ΑΠ 654/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 114/2013 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 748/2011 ΝΟΜΟΣ). Για το ορισμένο της αγωγής από σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους, ο ενάγων δανειστής οφείλει να επικαλεσθεί την κατάρτιση έγγραφης σύμβασης με περιεχόμενο την αναγνώριση ή υπόσχεση χρέους, από το οποίο (περιεχόμενο) να προκύπτει ότι τα μέρη ήθελαν να δημιουργήσουν ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία. Η ανωτέρω σύμβαση (αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους) διαφέρει από τη σύμβαση με την οποία αναγνωρίζει κάποιος το χρέος που έχει από ορισμένη αιτία, η οποία δεν προβλέπεται ρητά από τον ΑΚ, ισχύει όμως διεπόμενη από το άρθρο 361 του ΑΚ, το οποίο παρέχει ελευθερία σύναψης ποικίλου περιεχομένου συμβάσεων δεσμευτικά για τους συμβαλλόμενους, αρκεί το περιεχόμενό τους να μην προσκρούει σε απαγορευτικό νόμο ή στα χρηστά ήθη. Η σύμβαση αυτή (αιτιώδης αναγνώριση χρέους) καταρτίζεται, σε αντίθεση με την αφηρημένη υπόσχεση ή αναγνώριση χρέους, κατ’ αρχήν άτυπα και ιδρύει νέα ενοχική σχέση, που αποτελεί νέα αυτοτελή βάση υποχρέωσης προς εκπλήρωση της παροχής, δηλαδή ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία, όταν αυτό θέλησαν οι συμβαλλόμενοι και δεν απέβλεψαν μόνο στην παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους ή στην επιβεβαίωση μιας υπάρχουσας έννομης σχέσης που διασφαλίζουν έτσι από ενδεχόμενα ελαττώματα. Η εν λόγω αιτιώδης αναγνώριση χρέους, κατ’ αντίθεση προς την αφηρημένη αναγνώριση χρέους, δεν υπόκειται σε τύπο, εκτός εάν με τη σύμβαση αναγνωρίζεται υποχρέωση, για την ανάληψη της οποίας ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου, οπότε πρέπει να τηρηθεί ο τύπος αυτός και για τη σύμβαση αναγνώρισης (ΑΠ 779/2004 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 595/1999 ΝΟΜΟΣ) άλλως είναι, κατά το άρθρο 875 του ΑΚ, άκυρη, αν δεν γίνει με τον τύπο αυτόν (ΑΠ 3/2011 ΝΟΜΟΣ), έτσι ώστε, αν, παρά τη μνεία στη δήλωση της αιτίας του χρέους, προκύπτει ότι οι συμβαλλόμενοι δεν απέβλεψαν στην απλή επιβεβαίωση υπάρχουσας ήδη ενοχής, αλλά θέλησαν την ίδρυση νέας, από την οποία να πηγάζει νέα ενοχή, απαλλαγμένη από ενδεχόμενα ελαττώματα της αιτίας, να απαιτείται έγγραφος τύπος (ΑΠ 1666/2003 ΕλλΔνη 2005. 1716). Γενική κατευθυντήρια γραμμή προς λύση του ζητήματος αν πρόκειται για νέα αυτοτελή ενοχή ή παροχή αποδεικτικού μέσου για την ύπαρξη του χρέους, μπορεί να χρησιμεύσει ο κανόνας ότι κύρια σύμβαση αναγνώρισης υπάρχει όταν αντικείμενο αυτής είναι κάποια έννομη σχέση και ειδικότερα όταν, αναφορικά προς υπάρχουσα οφειλή, αναλαμβάνεται κάποια υποχρέωση, ενώ δεν υπάρχει σύμβαση αναγνώρισης όταν ομολογούνται απλώς ορισμένα γεγονότα, οπότε υπάρχει μόνο αποδεικτικό μέσο. Για την πληρότητα της αγωγής από αιτιώδη αναγνώριση χρέους, όσον αφορά την αιτία από την οποία προέρχεται το αναγνωριζόμενο χρέος, αρκεί η παράθεση στο δικόγραφο αυτής όσων πραγματικών στοιχείων είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της αναγνωριζόμενης ενοχής, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία γι’ αυτήν (ΑΠ 387/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 294/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1086/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 713/2012 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 158, 159, 180, 181, 361, 369, 513, 1033 του ΑΚ και 13 παρ. 3 του Ν. 1587/1950 προκύπτει ότι όπου ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, όπως την πώληση ακινήτου, ο τύπος αυτός απαιτείται για ολόκληρο το περιεχόμενό της. Έτσι, στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου υπόκειται όχι μόνο η εμπράγματη σύμβαση μεταβίβασης ακινήτου, αλλά και η ενοχική της πωλήσεώς του ως προς όλα τα ουσιώδη στοιχεία της, δηλαδή το πράγμα και το τίμημα. Η μη τήρηση όμως του τύπου αυτού ως προς μέρος του τιμήματος, όπως στην περίπτωση, κατά την οποία το τελευταίο συμφωνήθηκε μεγαλύτερο από εκείνο που αναγράφεται στο συμβόλαιο, δεν συνεπάγεται ακυρότητα της όλης συμβάσεως, αλλά η σύμβαση είναι άκυρη μόνον κατά τη συμφωνία του τιμήματος που δόθηκε επί πλέον του αναγραφομένου στο συμβόλαιο, για το οποίο δεν τηρήθηκε ο επιβαλλόμενος με ποινή ακυρότητας τύπος. Το μη αναγραφόμενο στο συμβόλαιο επί πλέον μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος, αν δεν έχει καταβληθεί, δεν μπορεί να απαιτηθεί από τον πωλητή ούτε με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού ο αγοραστής απέκτησε ολόκληρο το πωληθέν ακίνητο για νόμιμη αιτία, με βάση το νομίμως συμφωνηθέν, ως καλυπτόμενο από τον τηρηθέντα τύπο, μικρότερο τίμημα, οπότε αντίστοιχα ως προς το εκτός συμβολαίου επιπλέον τίμημα, που δεν κατέβαλε, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ωφελούμενος χωρίς νόμιμη αιτία. Στην αντίθετη δε περίπτωση, που το επί πλέον τούτο μέρος του τιμήματος έχει ήδη καταβληθεί, μπορεί μεν να αναζητηθεί από τον αγοραστή κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όμως μόνο κατά το μέρος που υπερβαίνει την αγοραία (αληθινή) αξία του πωληθέντος ακινήτου, στο χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, διότι εφόσον ανταποκρίνεται σ’ αυτή, δεν υπάρχει αδικαιολόγητος πλουτισμός, του πωλητή, παρά το ότι αποτελεί περιουσιακή επίδοση χωρίς νόμιμη αιτία (ΑΠ 480/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 57/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 656/2014 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1320/2011 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, με το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή κατά την κύρια βάση της που επιχειρείται να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί δικαστικής ομολογίας είναι μη νόμιμη, καθόσον η επικαλούμενη από τον ενάγοντα ομολογία των εναγόμενων κατά την εκδίκαση της υπό στοιχεία …………. έγκλησής του σε βάρος τους για το αδίκημα της απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας, ενώπιον του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, που εξέδωσε την υπ’ αριθ. 4791/2016 απόφασή του, η οποία φέρεται να εμπεριέχεται τόσο στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που κατέθεσαν εγγράφως, όσο και στην απολογία τους, και κατά την οποία οι εναγόμενοι φέρονται να ομολόγησαν ότι του οφείλουν το ποσό των 38.000,00 ευρώ, ως υπόλοιπο του συμφωνηθέντος εκτός συμβολαίου τιμήματος για την πώληση του επίδικου ακινήτου, δεν συνιστά δικαστική ομολογία, ούτε αποτελεί πλήρη απόδειξη της οφειλής τους, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη, λαμβανομένου υπόψη ότι η οποιαδήποτε αναφορά των εναγόμενων ενώπιον άλλου Δικαστηρίου αναφορικά με το οφειλόμενο πραγματικό τίμημα της πώλησης του επίδικου ακινήτου, αποτελεί εξώδικη ομολογία, η οποία εκτιμάται ελευθέρως από το Δικαστήριο τούτο και όχι δικαστική, όπως εσφαλμένως θεωρεί ο ενάγων. Όσον αφορά στην επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στις διατάξεις περί αφηρημένης αναγνώρισης χρέους πρώτη επικουρική βάση της αγωγής, με την επίκληση του από 22.06.2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, αλλά και των υπ’ αριθ. 4791/2016 πρακτικών και απόφασης του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, στα οποία φέρεται να εμπεριέχεται η ανωτέρω δικαστική ομολογία των εναγόμενων, είναι μη νόμιμη και απορριπτέα, καθόσον, υπό τα εκτεθέμενα στην αγωγή, αφενός δεν τηρήθηκε ο απαιτούμενος τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου, στον οποίο υπόκειται όχι μόνο η εμπράγματη σύμβαση μεταβίβασης ακινήτου, αλλά και η ενοχική της πώλησής του ως προς όλα τα ουσιώδη στοιχεία της, δηλαδή το πράγμα και το τίμημα, και ως εκ τούτου η επικαλούμενη σύμβαση αφηρημένης αναγνώρισης χρέους που αφορά στην αιτία της σύμβασης πώλησης ακινήτου, για την οποία ο νόμος απαιτεί ιδιαίτερο τύπο, είναι άκυρη, κατ’ άρθρο 875 του ΑΚ, αφετέρου τα συμβαλλόμενοι μέρη δεν είχαν πρόθεση να δημιουργήσουν ενοχή αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία. Ειδικότερα, σχετικά με το επικαλούμενο από 22.06.2011 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο φέρεται να γίνεται αναγνώριση χρέους εκ μέρους των εναγόμενων και στο οποίο ρητώς αναφέρεται η αιτία του χρέους (δανειακή σύμβαση), δεν γίνεται επίκληση στην αγωγή ότι θέλησαν οι διάδικοι ως συμβαλλόμενοι να δημιουργηθεί με αυτό αυτοτελής ενοχή και δη τέτοια ανεξάρτητη της αιτίας του χρέους, ώστε να δύναται να κριθεί ως ερειδόμενη στο άρθρο 873 του ΑΚ η επικουρική βάση της αγωγής. Επίσης, αναφορικά με τα επικαλούμενα υπ’ αριθ. 4791/2016 πρακτικά και απόφαση του Α’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, στα οποία φέρεται να εμπεριέχεται δικαστική ομολογία των εναγόμενων και αναγνώριση του χρέους τους, δεν γίνεται επίκληση στην αγωγή ότι θέλησαν οι εναγόμενοι να δημιουργηθεί νέα αυτοτελής ενοχή ανεξάρτητη από την υποκείμενη αιτία. Αντιθέτως, υπό τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο, ο μεν πρώτος εναγόμενος κατά την απολογία του ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου ρητώς αναφέρθηκε στην αιτία του χρέους, ήτοι στη σύμβαση πώλησης του επίδικου ακινήτου, στο οφειλόμενο πραγματικό τίμημα της πώλησης και στα ελαττώματα του πωληθέντος ακινήτου, η δε δεύτερη εναγόμενη, απολογούμενη ενώπιον του Ποινικού Δικαστηρίου, απλώς επιβεβαίωσε τα όσα ανέφερε ο συγκατηγορούμενός της πρώτος εναγόμενος . Τέλος, η αγωγή είναι μη νόμιμη και απορριπτέα και ως προς την δεύτερη επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού το αιτούμενο με την αγωγή και μη αναγραφόμενο στο υπ’ αριθ. ……/22.06.2011 συμβόλαιο μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος για την πώληση του επίδικου ακινήτου, ποσού 38.000,00 ευρώ, το οποίο φέρεται να μην έχει καταβληθεί από τους εναγόμενους – αγοραστές, δεν μπορεί να απαιτηθεί από τον ενάγοντα – πωλητή ούτε κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφού οι εναγόμενοι – αγοραστές απέκτησαν ολόκληρο το πωληθέν ακίνητο για νόμιμη αιτία, με βάση το νομίμως συμφωνηθέν, ως καλυπτόμενο από τον τηρηθέντα τύπο, μικρότερο τίμημα, ποσού 89.777,08 ευρώ, οπότε αντίστοιχα ως προς το εκτός συμβολαίου επιπλέον τίμημα, που φέρονται να μην κατέβαλαν, δεν μπορεί να θεωρηθούν ως ωφελούμενοι χωρίς νόμιμη αιτία, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε όμοια για όλα τα ανωτέρω και απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη ως προς την κύρια και τις επικουρικές βάσεις της, έστω και με διάφορη αιτιολογία που συμπληρώνεται από την αιτιολογία της παρούσας (άρθρο 534 του ΚΠολΔ), δεν έσφαλε, αλλά ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και οι περί του αντιθέτου ισχυρισμοί του εκκαλούντος – ενάγοντος που διαλαμβάνονται στον πρώτο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγο της υπό κρίση έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 09.09.2022 έφεση κατ’ ουσίαν, τα δε δικαστικά έξοδα, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος, λόγω της ήττας του και κατόπιν σχετικού αιτήματος των εφεσίβλητων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο κατ’ άρθρο 495 του ΚΠολΔ το παράβολο για το παραδεκτό της έφεσης που προκατέβαλε ο εκκαλών, λόγω της ήττας του.

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 09.09.2022 έφεση κατά της υπ’ αριθ. 2117/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.

Διατάσσει την εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου υπέρ Δημοσίου υπ’ αριθ. ……….., συνολικού ποσού εκατό (100,00) ευρώ που προκατέβαλε ο εκκαλών.

Επιβάλει σε βάρος του εκκαλούντος τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, στον Πειραιά, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στις 16.8.2023, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

 

Η  ΠΡΟΕΔΡΟΣ                                                              Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ