ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Α΄

ΑΠΟΦΑΣΗ 45/2025

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Ιουνίου 2024, με την εξής σύνθεση: Άννα Καλογεροπούλου, Σύμβουλος της Επικρατείας, Προεδρεύουσα, σε αναπλήρωση της Προέδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Χρήστος Λιάκουρας, Νικόλαος Σκαρβέλης, Μαρίνα-Αλεξάνδρα Τσακάλη, Σουλτάνα Κωνσταντίνου, Σύμβουλοι, Ευαγγελία Τζιράκη, Μαρία Δρίβα, Πάρεδροι. Γραμματέας η Βασιλική Κατσιώνη.

Για να δικάσει την από 9 Ιανουαρίου 2023 αίτηση:

του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με τον Νικόλαο Δημητρακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά των: 1) Α.., 2) Δ. και 3) Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι παρέστησαν με τον δικηγόρο Σπυρίδωνα Κωνσταντόπουλο (Α.Μ. …. Δ.Σ. Θεσ/κης), που τον διόρισαν με πληρεξούσιο, ο οποίος κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με το άρθρο 26 του ν. 4509/2017, περί μη εμφανίσεώς του.

Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθ. 1819/2022 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Ευαγγελίας Τζιράκη.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο του Ελληνικού Δημοσίου, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά νόμον καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 1819/2022 απόφασης του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού συνεκδικάστηκαν και έγιναν εν μέρει δεκτές αντίθετες εφέσεις του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και των αναιρεσιβλήτων, μεταρρυθμίστηκε η 265/2021 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Βέροιας και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους τα κάτωθι αναφερόμενα ποσά, ως αποζημίωση λόγω στέρησης της συνεισφοράς και της διατροφής, κατ’ άρθρο 928 εδ. β´ του Αστικού Κώδικα (Α.Κ.), εξαιτίας του θανάτου του Η. (συζύγου της πρώτης αναιρεσίβλητης και πατέρα των λοιπών αναιρεσιβλήτων) από την πτώση ελικοπτέρου τύπου «UH 1H Huey» («ΧΙΟΥΙ») του Ελληνικού Στρατού, η οποία (πτώση) οφειλόταν -όπως είχε ήδη κριθεί αμετακλήτως με την 302/2014 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης- σε παράνομες πράξεις και παραλείψεις οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου: Α) εφάπαξ α) στην πρώτη αναιρεσίβλητη ποσό 42.000 ευρώ, β) στον δεύτερο αναιρεσίβλητο ποσό 21.000 ευρώ και γ) στην τρίτη αναιρεσίβλητη ποσό 21.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, με επιτόκιο 6% έως 30.4.2019 και 3% από 1.5.2019 έως την εξόφληση, και Β) περιοδικώς α) στην πρώτη αναιρεσίβλητη ποσό 600 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 4.4.2033, β) στον δεύτερο αναιρεσίβλητο ποσό 300 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 31.8.2020 και γ) στην τρίτη αναιρεσίβλητη ποσό 300 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 31.8.2022, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, με επιτόκιο 6% έως 30.4.2019 και 3% από 1.5.2019 έως την εξόφληση. Με την ως άνω 265/2021 απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 22.12.2011 αγωγή της πρώτης αναιρεσίβλητης, ενεργούσας για την ίδια ατομικώς και για λογαριασμό των δύο, τότε, ανήλικων τέκνων της (και ήδη δεύτερου και τρίτης αναιρεσιβλήτων), που ενηλικιώθηκαν πριν από την έκδοση της πρωτόδικης αυτής απόφασης, και είχε αναγνωριστεί η υποχρέωση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει, ως αποζημίωση λόγω στέρησης της συνεισφοράς και της διατροφής, κατ’ άρθρο 928 εδ. β´ του Α.Κ., από την ίδια ως άνω αιτία: α) στην πρώτη αναιρεσίβλητη ποσό 600 ευρώ μηνιαίως από 1.1.2020 έως 4.4.2033, νομιμοτόκως, με επιτόκιο 6% αφότου κάθε δόση κατέστη απαιτητή, β) στον δεύτερο αναιρεσίβλητο ποσό 21.000 ευρώ, νομιμοτόκως, με επιτόκιο 6% από την επίδοση της αγωγής, και ποσό 300 ευρώ μηνιαίως από 1.1.2012 έως 10.3.2016, νομιμοτόκως, με επιτόκιο 6% αφότου κάθε δόση κατέστη απαιτητή, και γ) στην τρίτη αναιρεσίβλητη ποσό 21.000 ευρώ, νομιμοτόκως, με επιτόκιο 6% από την επίδοση της αγωγής, και ποσό 300 ευρώ μηνιαίως από 1.1.2012 έως 30.8.2023, νομιμοτόκως, με επιτόκιο 6%, αφότου κάθε δόση κατέστη απαιτητή.

2. Επειδή, η υπόθεση εισάγεται προς εκδίκαση στην επταμελή σύνθεση του Α´ Τμήματος του Δικαστηρίου, κατόπιν της 273/2024 απόφασης του Τμήματος υπό πενταμελή σύνθεση, λόγω της σπουδαιότητας του ανακύψαντος ζητήματος, κατά το άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 (Α´ 8).3. Επειδή, στην παράγραφο 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) και, περαιτέρω, συμπληρώθηκε με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240), ορίζονται τα εξής: «Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Το απαράδεκτο του προηγούμενου εδαφίου καλύπτεται, εάν μέχρι την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης περιέλθει εγγράφως σε γνώση του δικαστηρίου με πρωτοβουλία του διαδίκου, ακόμη και αν δεν γίνεται επίκλησή της στο εισαγωγικό δικόγραφο, απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, που είναι αντίθετη προς την προσβαλλόμενη απόφαση». Περαιτέρω, στην παράγραφο 4 του ίδιου ως άνω άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010, ορίζονται τα εξής: «Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ, εκτός αν προσβάλλονται αποφάσεις που εκδίδονται επί προσφυγών ουσίας, εφόσον αφορούν περιοδικές παροχές ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε σύνταξη ή τη θεμελίωση του δικαιώματος σε εφάπαξ παροχή και τον καθορισμό του ύψους της […]».

4. Επειδή, κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων των παρ. 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, αν πρόκειται για διαφορά με χρηματικό αντικείμενο τουλάχιστον 40.000 ευρώ, για το παραδεκτό της άσκησης αίτησης αναίρεσης απαιτείται προβολή ισχυρισμών με το περιεχόμενο που επιβάλλουν οι διατάξεις της παρ. 3. Στην περίπτωση αυτή ο αναιρεσείων βαρύνεται δικονομικώς με την υποχρέωση, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αίτησής του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι με καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους αναίρεσης τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, δηλαδή ζήτημα ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, κρίσιμο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγομένης διαφοράς, επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης έρχονται σε αντίθεση προς μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανώτατου δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου (Σ.τ.Ε. 338/2023 7μ., 1109/2022 7μ., 1972/2021 7μ., 2939/2020 κ.ά.). Ως νομολογία δε θεωρείται η διαμορφωθείσα επί του ίδιου κρίσιμου νομικού ζητήματος και όχι επί ανάλογου ή παρόμοιου (Σ.τ.Ε. 1908/2023, 1891/2022, 2138/2021, 2939/2020 κ.ά.). Επομένως, σε περίπτωση που ο αναιρεσείων επικαλείται αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς υφιστάμενη, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, νομολογία, πρέπει η αντίθεση αυτή να μην αναφέρεται σε ζητήματα αιτιολογίας συνδεόμενα με το πραγματικό της κρινόμενης υπόθεσης, αλλά να αφορά αποκλειστικά την ερμηνεία διάταξης νόμου ή γενικής αρχής δυνάμενης να έχει γενικότερη εφαρμογή, ανεξαρτήτως εάν η ερμηνεία αυτή διατυπώνεται στη μείζονα ή στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών αποφάσεων προς τις οποίες προβάλλεται ότι υφίσταται αντίθεση (Σ.τ.Ε. 2148/2023, 2576/2022, 2142/2021, 2939/2020 κ.ά.). Η αντίθεση αυτή πρέπει να προκύπτει από τις αναγκαίες για τη θεμελίωση του διατακτικού των αποφάσεων αιτιολογίες τους (Σ.τ.Ε. 2053/2023, 1968/2022, 1972/2021 7μ., 1772/2020 κ.ά.). Εξάλλου, με τη διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 4446/2016 παρέχεται στον αναιρεσείοντα η δυνατότητα επίκλησης και προσκόμισης δικαστικών αποφάσεων αντίθετων προς την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση μέχρι και τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, υπό την προϋπόθεση της προβολής με το εισαγωγικό δικόγραφο συγκεκριμένου ισχυρισμού περί ανυπαρξίας νομολογίας ή περί αντίθεσης προς τη νομολογία (Σ.τ.Ε. 1392/2023, 2747/2022, 2378/2021, 2290/2020 κ.ά.). Τέλος, στην περίπτωση που υπάρχουν περισσότεροι του ενός αναιρεσείοντες ή αναιρεσίβλητοι, για τον προσδιορισμό του ύψους του χρηματικού αντικειμένου της διαφοράς λαμβάνεται υπόψη το χρηματικό ποσό που αντιστοιχεί σε καθέναν χωριστά (Σ.τ.Ε. 1908/2023, 1658/2022, 1275/2021, 2898/2020 κ.ά.).

5. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά παραδεκτώς ληπτέα υπόψη κατ’ αναίρεση διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 31.7.2007 κοινή αγωγή που άσκησαν ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Βέροιας, η πρώτη αναιρεσίβλητη, ενεργούσα για την ίδια ατομικώς και για λογαριασμό των δύο τότε ανήλικων τέκνων της, Δ. και Μ. (και ήδη δεύτερου και τρίτης αναιρεσιβλήτων), ο Α. και η Ι. ζήτησαν, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., ύστερα από μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής τους σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει, νομιμοτόκως, στην πρώτη εξ αυτών για την ίδια ατομικώς ποσό 1.000.000 ευρώ και για λογαριασμό καθενός από τα δύο ως άνω τέκνα της ποσό 1.000.000 ευρώ, σε καθέναν δε από τους λοιπούς ενάγοντες (Α. και Ι.) ποσό 500.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστησαν από τον θάνατο του Ανθυπασπιστή της Αεροπορίας του Ελληνικού Στρατού Η., συζύγου, πατέρα και γαμπρού τους, αντιστοίχως, ο οποίος (θάνατος) επήλθε στις 20.2.2006 από την πτώση του UH-1H ΕΣ 622 ελικοπτέρου τύπου «UH 1H Huey» («XIOYI») του Ελληνικού Στρατού στην περιοχή του χωριού ... Νομού Πέλλας, κατά τη διάρκεια διατεταγμένης νυχτερινής εκπαιδευτικής πτήσης με διόπτρες νυχτερινής όρασης (Δ.Ν.Ο.), που διεξήχθη από το 3ο Τάγμα Ελικοπτέρων Αεροπορίας Στρατού (με έδρα στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας), και οφειλόταν, κατά τους ισχυρισμούς τους, σε παράνομες πράξεις και παραλείψεις των αρμόδιων οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου κατά την ενάσκηση της ανατεθειμένης σε αυτά δημόσιας εξουσίας. Με την 116/2012 απόφασή του, που εκδόθηκε σε συνέχεια της 244/2008 (εν μέρει) προδικαστικής απόφασης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι το Δημόσιο ενεχόταν σε αποζημίωση βάσει της αντικειμενικής ευθύνης του προς αποζημίωση σε περιπτώσεις διακινδύνευσης, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 5 του Συντάγματος. Ακολούθως, απέρριψε την πιο πάνω αγωγή ως αβάσιμη, κατά το μέρος που είχε ασκηθεί από τους Α. και Ι., με την αιτιολογία ότι αυτοί δεν συμπεριλαμβάνονται στα κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. εγγύτερα μέλη της οικογένειας του θανόντος, ενώ, κατά τα λοιπά, την έκανε εν μέρει δεκτή και αναγνώρισε την υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη για την ίδια ατομικώς ποσό 160.000 ευρώ και για λογαριασμό των δύο τότε ανήλικων τέκνων της ποσό 200.000 ευρώ για τον υιό της Δ. και ποσό 90.000 ευρώ για τη θυγατέρα της Μ., νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Κατά της ως άνω 116/2012 απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ασκήθηκαν αντίθετες εφέσεις από τους ανωτέρω ενάγοντες αφενός και από το Ελληνικό Δημόσιο αφετέρου, επί των οποίων εκδόθηκε η 2302/2014 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη ότι: α) το Ελληνικό Δημόσιο (Γ.Ε.Σ.) δεν προσκόμισε το πόρισμα της Επιτροπής Διερεύνησης Αεροπορικού Ατυχήματος ή έστω περίληψη αυτού, στην οποία να συμπεριλαμβάνονται τα συμπεράσματα και οι παράγοντες που προκάλεσαν το ατύχημα και να προκύπτει η αιτία πτώσης του ελικοπτέρου, χαρακτηρίζοντάς το ως απόρρητο έγγραφο, καθώς και ότι δεν απάντησε στα ερωτήματα που του τέθηκαν με την 244/2008 (εν μέρει) προδικαστική απόφαση και β) η παράλειψη αποστολής στο δικαστήριο από τη Διοίκηση, ύστερα από την έκδοση προδικαστικής απόφασης, έστω και απόρρητων εγγράφων, του επέτρεπε να συναγάγει τεκμήριο ότι η Διοίκηση συνομολογούσε την ακρίβεια της πραγματικής βάσης των προβαλλόμενων ισχυρισμών, σύμφωνα με τους οποίους στοιχειοθετείτο παρανομία των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου. Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, αφού συνεκτίμησε τα έγγραφα και τα δεδομένα της υπόθεσης, έκρινε ότι συνήχθη τεκμήριο ομολογίας της πραγματικής βάσης των ισχυρισμών των ιδιωτών διαδίκων, όσον αφορά τη συνδρομή διαδοχικών παραλείψεων των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ενήργησαν κατά παράβαση των ειδικών κανονισμών εκπαίδευσης χειριστών ελικοπτέρων σε νυκτερινές πτήσεις και των ιδιαίτερων υποχρεώσεών τους, που πηγάζουν από το γενικότερο πλαίσιο των κανόνων ασφαλείας κατά τη σχεδίαση και εκτέλεση της επίμαχης εκπαιδευτικής πτήσης, γεγονότα τα οποία συνιστούσαν παραλείψεις, οι οποίες ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενόψει και των ειδικών συνθηκών της συγκεκριμένης πτήσης, ικανές να επιφέρουν το ζημιογόνο αποτέλεσμα, ήτοι την πτώση του ελικοπτέρου και τον συνεπεία αυτής θάνατο του συγγενούς των αναιρεσιβλήτων και, επομένως, στοιχειοθετούσαν ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση, κατ’ άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. Ενόψει αυτών, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο είχε στηρίξει την κρίση του σε άλλη νομική βάση από αυτήν της αγωγής και είχε κρίνει, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 παρ. 5 του Συντάγματος, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη Α.Μ. εδικαιούτο αποζημίωση και ότι οι Α. και Ι. δεν εδικαιούντο, υπερέβη τη δικαιοδοσία του και, για τον λόγο αυτόν, έκανε δεκτές τις ασκηθείσες εφέσεις, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και προχώρησε στην εκδίκαση της αγωγής. Ακολούθως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της ουσίας, αφού έλαβε υπόψη ότι η αξίωση της θυγατέρας του θανόντος Μ. για την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης είχε ικανοποιηθεί πλήρως στο πλαίσιο εξώδικου συμβιβασμού, κήρυξε, κατά το μέρος αυτό, τη δίκη κατηργημένη, ενώ, κατά τα λοιπά, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε την υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει στην πρώτη αναιρεσίβλητη για την ίδια ατομικώς ποσό 180.000 ευρώ και για λογαριασμό του τότε ανήλικου υιού της Δ. ποσό 200.000 ευρώ και σε καθέναν από τους Α. και Ι. ποσό 10.000 ευρώ. Κατά της εφετειακής αυτής απόφασης δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (σχετ. η ΓΠ ..../3.3.2015 βεβαίωση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης).

6. Επειδή, στη συνέχεια, η πρώτη αναιρεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Βέροιας, για την ίδια ατομικώς και για λογαριασμό των δύο τότε ανήλικων τέκνων της και ήδη δεύτερου και τρίτης αναιρεσιβλήτων, την από 22.12.2011 ένδικη αγωγή κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, προβάλλοντας ότι εξαιτίας του θανάτου του συζύγου της, ο οποίος οφειλόταν στην προεκτεθείσα παράνομη συμπεριφορά των οργάνων του Δημοσίου, αυτή και τα τέκνα της υπέστησαν περιουσιακή ζημία, λόγω στέρησης της συνεισφοράς στις οικογενειακές δαπάνες και της διατροφής που θα τους παρείχε ο θανών. Ειδικότερα, η πρώτη αναιρεσίβλητη υποστήριξε ότι: α) ο θανών σύζυγός της και πατέρας των τέκνων της, ο οποίος υπηρετούσε ως Ανθυπασπιστής (ΑΣ) στην Αεροπορία Στρατού, ελάμβανε κατά τον χρόνο θανάτου του μηνιαίες αποδοχές ποσού 1.800 ευρώ και πτητικό επίδομα ποσού 750 ευρώ, ήτοι συνολικό ποσό 2.550 ευρώ, β) από τα χρήματα αυτά συνεισέφερε για την ίδια ατομικώς ποσό 1.000 ευρώ μηνιαίως, ως διατροφή και συνεισφορά στις δαπάνες του κοινού οίκου τους, και για τη διατροφή και εκπαίδευση του κάθε ανήλικου τέκνου τους ποσό 600 ευρώ μηνιαίως, γ) ο σύζυγός της θα συνέχιζε να διαθέτει τα ποσά αυτά για την ίδια από 1.3.2006 (την πρώτη του επόμενου από την ημέρα του ατυχήματος μήνα) έως 31.12.2033, οπότε αυτός (γεννηθείς το έτος 1968) θα συμπλήρωνε το 65ο έτος της ηλικίας του και θα συνταξιοδοτείτο, και για τα τέκνα τους, τα οποία κατά τον χρόνο θανάτου του πατέρα τους ήταν 8 και 6 ετών (γεννηθέντα στις 10.3.1998 και 3.6.2000, αντιστοίχως), μέχρι να συμπληρώσουν το 25ο έτος της ηλικίας τους, οπότε, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα είχαν ολοκληρώσει τις σπουδές τους και θα μπορούσαν να διατραφούν από την εργασία τους, και, συγκεκριμένα, για τον υιό της Δ. για τα επόμενα 17 έτη, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 1.3.2006 έως 28.2.2023, και για τη θυγατέρα της Μ. για τα επόμενα 19 έτη, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 1.3.2006 έως 28.2.2025 και δ) οι μηνιαίες οικογενειακές τους δαπάνες αφορούσαν στεγαστικό δάνειο ύψους 235.000 ευρώ για την αποπληρωμή του οποίου κατέβαλαν ποσό 1.350 ευρώ μηνιαίως, καθώς και δαπάνες πληρωμής λογαριασμών κοινής ωφέλειας και συντήρησης των κοινών οίκων τους, στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης (κύρια κατοικία) και στα .... Χαλκιδικής (εξοχική κατοικία). Ενόψει των ανωτέρω, η πρώτη αναιρεσίβλητη ζήτησε, ύστερα από μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου να της καταβάλει εφάπαξ: α) για τον εαυτό της ατομικώς ποσό 364.000 ευρώ, το οποίο αντιστοιχούσε στην, κατά τους υπολογισμούς της, συνολική αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής εξαιτίας του θανάτου του συζύγου της για το χρονικό διάστημα από 1.3.2006 έως 31.12.2033, β) για λογαριασμό του τότε ανήλικου τέκνου της Δ. ποσό 122.400 ευρώ [204 μήνες (από 1.3.2006 έως 28.2.2023) Χ 600 ευρώ τον μήνα = 122.400 ευρώ] και γ) για λογαριασμό του τότε ανήλικου τέκνου της Μ. ποσό 136.800 ευρώ [228 μήνες (από 1.3.2006 έως 28.2.2025) Χ 600 ευρώ τον μήνα = 136.800 ευρώ], με το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες επιτόκιο υπερημερίας για όλα τα επί μέρους ποσά από την ημέρα θανάτου του συζύγου της, άλλως, από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση. Με την ένδικη αγωγή η πρώτη αναιρεσίβλητη ζήτησε, επικουρικώς, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του Ελληνικού Δημοσίου να της καταβάλει: α) εφάπαξ ποσό 82.000 ευρώ για την ίδια και ποσό 49.200 ευρώ για κάθε τέκνο της χωριστά, για το χρονικό διάστημα από 1.3.2006 έως 31.12.2011, με το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες επιτόκιο υπερημερίας από την ημέρα θανάτου του συζύγου της, άλλως, από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση και β) ποσό 1.000 ευρώ μηνιαίως για την ίδια, καταβαλλόμενο την πρώτη κάθε μήνα, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 31.12.2033 και προσαυξανόμενο κατά ποσοστό 5% ετησίως, και ποσό 600 ευρώ μηνιαίως για κάθε τέκνο της χωριστά, καταβαλλόμενο την πρώτη κάθε μήνα και προσαυξανόμενο κατά ποσοστό 5% ετησίως, για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 28.2.2023, όσον αφορά τον υιό της Δ., και για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 28.2.2025, όσον αφορά τη θυγατέρα της Μ., με το εκάστοτε ισχύον για τους ιδιώτες επιτόκιο υπερημερίας από την ημέρα που κάθε δόση καθίστατο απαιτητή και μέχρι την εξόφληση. Προς απόδειξη των ισχυρισμών της αυτών η πρώτη αναιρεσίβλητη προσκόμισε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, τα εξής στοιχεία: 1) το …../8.2.2012 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Προέδρου της Τοπικής Κοινότητας ........του Δήμου Πολυγύρου Νομού Χαλκιδικής, 2) αντίγραφο δήλωσης φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2014, 3) το από 31.10.2007 εκκαθαριστικό σημείωμα φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2007, καθώς και αντίγραφο της οικείας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος του θανόντος Η., 4) την από 19.12.2005 σύμβαση χορήγησης από την Τράπεζα Πειραιώς Α.Ε. σε αυτήν και στον θανόντα σύζυγό της στεγαστικού δανείου για την αγορά και επισκευή/αποπεράτωση κατοικίας, καθώς και την από 26.9.2014 καρτέλα στεγαστικού δανείου της ίδιας Τράπεζας, 5) αντίγραφο των από 10.2.2010 και 10.5.2010 αποδείξεων παροχής υπηρεσιών των Εκπαιδευτηρίων «.........Α.Ε.» (Παιδικός Σταθμός-Νηπιαγωγείο-Δημοτικό), 6) τις από 4.3.2015 πέντε (5) καρτέλες μαθητή των Εφόρων του Κολεγίου «........-Εκπαιδευτικά Οικοτροφεία» και 7) τις από 4.3.2015 τρεις (3) καρτέλες μαθητή των Εφόρων του πιο πάνω Κολεγίου. Εξάλλου, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με το από 13.3.2015 υπόμνημά του, ζήτησε την απόρριψη της αγωγής, προβάλλοντας, κατ’ αρχάς, ότι από το σύνολο των στοιχείων του διοικητικού φακέλου δεν προέκυπτε ότι το ένδικο δυστύχημα οφειλόταν σε παράνομες πράξεις και παραλείψεις οργάνων του, ενώ, επικουρικώς, ισχυρίστηκε ότι στα τυχόν επιδικασθησόμενα από το διοικητικό πρωτοδικείο ποσά θα έπρεπε να συνυπολογιστεί η ωφέλεια που αποκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι από τη λήψη σύνταξης λόγω θανάτου του Η. με βαθμό Συνταγματάρχη· η σύνταξη αυτή, όπως υποστήριξε το αναιρεσείον, ανερχόταν τον μήνα Ιανουάριο του έτους 2007 σε 974,95 ευρώ για την πρώτη αναιρεσίβλητη και σε 407,19 ευρώ για καθένα από τα ανήλικα τότε τέκνα της [σχετ. το ......../15.12.2006 έγγραφο του Τμηματάρχη του Β΄ Τμήματος της 46ης Διεύθυνσης της Γενικής Διεύθυνσης Μισθών και Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους και τα ......../15.12.2006 (τρία) πιστοποιητικά συνταξιοδοτικής κατάστασης]. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι από την 2302/2014 αμετάκλητη απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης απέρρεε, κατά το άρθρο 197 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), δεδικασμένο ως προς το κατ’ αρχήν δικαίωμα αποζημίωσης της πρώτης αναιρεσίβλητης και με τη σκέψη αυτή απέρριψε ως αβάσιμο τον αντίθετο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη, για την απόδειξη του ύψους της συνεισφοράς του θανόντος συζύγου της στη διατροφή αυτής και των ανήλικων τότε τέκνων της, δεν προσκόμισε τα εξής στοιχεία: 1) αντίγραφα αναλυτικού φύλλου μισθοδοσίας του θανόντος και φύλλου μισθοδοσίας της ιδίας ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο (έντυπο Ε9 κ.λπ.) και 2) στοιχεία για το ακριβές ύψος των μηνιαίων οικογενειακών δαπανών για τη συντήρηση του οίκου τους, καθώς και για το ακριβές ύψος των μηνιαίων δαπανών για τη διατροφή, ένδυση και ψυχαγωγία των τέκνων τους. Επίσης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ναι μεν υποστήριξε ότι στα τυχόν επιδικασθησόμενα ποσά θα έπρεπε να συνυπολογιστεί η ωφέλεια που αποκόμισαν οι αναιρεσίβλητοι από τη λήψη σύνταξης λόγω θανάτου του Η. και επικαλέστηκε τα προαναφερόμενα έγγραφα στοιχεία, πλην όμως, δεν προσκόμισε προς απόδειξη του ισχυρισμού του αυτού στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη και τα τέκνα της έλαβαν από το Ελληνικό Δημόσιο ή άλλο φορέα σύνταξη λόγω θανάτου του συζύγου και πατέρα τους, αντιστοίχως, το ύψος του ποσού της σύνταξης και το χρονικό διάστημα χορήγησής της, καθώς και ότι έλαβαν άλλες παροχές από το Δημόσιο ή άλλα ν.π.δ.δ. (Μετοχικό Ταμείο Στρατού κ.ά.), ήτοι παροχές που θα μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης για την περιουσιακή ζημία που είχαν ισχυριστεί ότι υπέστησαν από το ζημιογόνο γεγονός. Ενόψει των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 3/2016 απόφασή του, ανέβαλε την έκδοση οριστικής απόφασης και υποχρέωσε την πρώτη αναιρεσίβλητη και το Ελληνικό Δημόσιο να προσκομίσουν τα αναφερόμενα στην εν λόγω απόφαση αποδεικτικά στοιχεία.

7. Επειδή, σε εκτέλεση της προδικαστικής αυτής απόφασης προσκομίστηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου τα εξής στοιχεία: Α) από την πρώτη αναιρεσίβλητη: 1) δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος οικονομικών ετών 2005 και 2006, τις οποίες είχε υποβάλει ο θανών από κοινού με την ίδια, 2) αντίγραφο της από 31.12.2005 βεβαίωσης ετήσιων αποδοχών του Η., 3) αναλυτικά φύλλα μισθοδοσίας του Η. (μηνών Σεπτεμβρίου του έτους 2005 και Ιανουαρίου του έτους 2006), 4) αντίγραφα βεβαίωσης του Λογιστηρίου του Κεντρικού Ταμείου Στρατού Λάρισας, της από 4.4.2007 βεβαίωσης του Λογιστηρίου του Β΄ Κεντρικού Ταμείου Στρατού και της από 6.7.2006 βεβαίωσης του Διευθυντή του 3ου Γραφείου Τ.Ε.Α.Σ, 5) αντίγραφο της από 18.1.2006 βεβαίωσης αποδοχών της πρώτης αναιρεσίβλητης για το χρονικό διάστημα από 1.1.2005 έως 31.12.2005, 6) δήλωση φορολογίας εισοδήματος οικονομικού έτους 2007 της πρώτης αναιρεσίβλητης, 7) αντίγραφα των …./31.10.2006 και …/2.11.2006 αποδείξεων παροχής υπηρεσιών των Εκπαιδευτηρίων «.........Α.Ε.» (Παιδικός Σταθμός-Νηπιαγωγείο-Δημοτικό), 8) αντίγραφο της …./16.9.2005 σύμβασης αγοραπωλησίας αυτοκινήτου μεταξύ της εταιρίας Daimler Chrysler Services Ελλάς Α.Ε. και του θανόντος για την αγορά ενός ι.χ.ε. οχήματος, 9) το ........./10.2.2005 τιμολόγιο-δελτίο αποστολής της επιχείρησης «..... Α.Ε.Ε.», σύμφωνα με το οποίο ο θανών αγόρασε μοτοσυκλέτα τύπου HONDA XL 1000V PB, συνολικής αξίας με τον Φ.Π.Α. 10.300 ευρώ και 10) την από 20.9.2004 υπεύθυνη δήλωση της Χ.Μ., στην οποία δήλωσε ότι στις 20.9.2004 επώλησε στον Η. το με παλαιό αριθμό κυκλοφορίας ........και νέο αριθμό κυκλοφορίας ........ι.χ.ε. όχημα, αντί του ποσού των 100 ευρώ. Επίσης, η πρώτη αναιρεσίβλητη προέβαλε, με το κατατεθέν στις 2.5.2018 υπόμνημα, ότι για την επιδίκαση αποζημίωσης λόγω στέρησης διατροφής δεν ήταν νόμιμος ο συνυπολογισμός των τυχόν ποσών που καταβλήθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο ως σύνταξη και από το Μετοχικό Ταμείο Στρατού, παραπέμποντας σχετικώς στην 644/2016 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και Β) από το Ελληνικό Δημόσιο: 1) το ......../28.7.2016 έγγραφο του Τμήματος Γ΄ Διενέργειας Μεταβολών επί των Στρατιωτικών και Πολεμικών Συντάξεων της Γενικής Διεύθυνσης Χορήγησης Συντάξεων Δημόσιου Τομέα του Υπουργείου Οικονομικών, σύμφωνα με το οποίο, με τις ......../2006, ......../2006 και ......../2007 πράξεις, η πρώτη αναιρεσίβλητη και τα τέκνα της Δ. και Μ. δικαιώθηκαν σύνταξης από 21.5.2006, λόγω θανάτου σε ενεργή υπηρεσία του συζύγου και πατέρα τους Η., 2) αντίγραφο της ......../2006 συνταξιοδοτικής πράξης (με βάση το π.δ. 166/2000 «Κώδικας Πολιτικών και Στρατιωτικών Συντάξεων») του Διευθυντή της 44ης Διεύθυνσης (Τμήμα Β΄) της Γενικής Διεύθυνσης Μισθών και Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, σύμφωνα με την οποία ο συντάξιμος χρόνος του θανόντος ξεκίνησε στις 6.11.1986, η δε πρώτη αναιρεσίβλητη και τα τέκνα της εδικαιούντο μηνιαία σύνταξη ύψους 884,83 ευρώ (ως ποσοστό 7/10 υπολογισθείσας πληρωτέας σύνταξης με τον βαθμό συνταξιοδότησης του Υπολοχαγού + 2/3 διαφοράς, συνολικού ύψους 1.264,04 ευρώ), με ημερομηνία έναρξης πληρωμής την 21η.5.2006, 3) αντίγραφο της ......../22.11.2006 τροποποιητικής πράξης θανάτου σε ενεργή υπηρεσία του ως άνω Διευθυντή, σύμφωνα με την οποία η πρώτη αναιρεσίβλητη και τα τέκνα της εδικαιούντο μηνιαία σύνταξη ύψους 2.105,64 ευρώ (ως ποσοστό 9/10 υπολογισθείσας πληρωτέας σύνταξης με τον βαθμό συνταξιοδότησης του Συνταγματάρχη + 2/3 διαφοράς, συνολικού ύψους 2.339,60 ευρώ), με ημερομηνία έναρξης πληρωμής την 21η.5.2006 και στην οποία τίθεται η επισημείωση ότι, ενόψει της γνωμάτευσης της ΑΣΥΕ, πληρούνταν οι όροι των νόμων 1977/1991 και 3234/2004 (αυξημένος κίνδυνος) και έπρεπε να χορηγηθεί σύνταξη στους δικαιούχους βάσει του καταληκτικού μισθού στον οποίο θα εξελισσόταν ο αποβιώσας μετά από 35 έτη υπηρεσίας, ενώ στο τέλος της πράξης αυτής οριζόταν ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη και τα τέκνα της εδικαιούντο μηνιαία κατ’ αύξηση σύνταξη ύψους 2.093,20 ευρώ, πληρωτέα από το Δημόσιο από 21.5.2006 και αυξανόμενη σε 2.105,64 ευρώ από 1.9.2006, 4) αντίγραφο της ......../12.9.2007 τροποποιητικής πράξης θανάτου σε ενεργή υπηρεσία του ίδιου Διευθυντή, σύμφωνα με την οποία η πρώτη αναιρεσίβλητη και τα τέκνα της εδικαιούντο μηνιαία σύνταξη ύψους 2.218,22 ευρώ (ως ποσοστό 9/10 υπολογισθείσας πληρωτέας σύνταξης με τον βαθμό συνταξιοδότησης του Συνταγματάρχη + 2/3 διαφοράς, συνολικού ύψους 2.464,69 ευρώ), με ημερομηνία έναρξης πληρωμής την 21η.2.2006 και στην οποία τίθεται η ίδια ως άνω επισημείωση, ενώ στο τέλος της πράξης αυτής οριζόταν ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη και τα τέκνα της εδικαιούντο μηνιαία σύνταξη ύψους 2.093,20 ευρώ, πληρωτέα από το Δημόσιο από 21.2.2006, αυξανόμενη σε 2.105,64 ευρώ από 1.9.2006, σε 2.204,49 ευρώ από 1.1.2007 και σε 2.218,22 ευρώ από 1.9.2007, 5) τα από 12.8.2016 (τρία) ενημερωτικά σημειώματα σύνταξης Μαΐου του έτους 2016, που καταβλήθηκε στις 22.4.2016, του Προϊσταμένου της Γενικής Διεύθυνσης Συντάξεων του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, από τα οποία προέκυπτε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη έλαβε μηναία σύνταξη καθαρού ποσού 1.145,36 ευρώ και ακαθάριστη σύνταξη από το Μετοχικό Ταμείο Στρατού (Μ.Τ.Σ.) και τον Ειδικό Κλάδο Οικονομικής Ενίσχυσης Μερισματούχων Στρατού (Ε.Κ.Ο.Ε.Μ.Σ.) ύψους 59,84 ευρώ και 56,08 ευρώ, αντιστοίχως, καθένα δε από τα τέκνα της έλαβε μηναία σύνταξη καθαρού ποσού 572,68 ευρώ και ακαθάριστη σύνταξη από το Μ.Τ.Σ. και τον Ε.Κ.Ο.Ε.Μ.Σ. ύψους 59,84 ευρώ και 55,91 ευρώ, αντιστοίχως, 6) το Φ........./2.6.2016 έγγραφο του Διευθυντή του Ε.Κ.Ο.Ε.Μ.Σ. του Μ.Τ.Σ., σύμφωνα με το οποίο, μετά τον θάνατο του τέως μετόχου του Μ.Τ.Σ. και βοηθηματούχου του Κλάδου Η., η χήρα και τα τέκνα του έλαβαν από τον Ε.Κ.Ο.Ε.Μ.Σ. για τη χρονική περίοδο από 21.2.2006 έως και 30.6.2016 το ποσό των 25.394,17 ευρώ και 7) το Φ........./2.6.2016 έγγραφο του Γενικού Διευθυντή της Διεύθυνσης Παροχών (Τμήμα Καταβολής Μερισμάτων) του Μ.Τ.Σ., σύμφωνα με το οποίο, μετά τον θάνατο του τέως μετόχου του Ταμείου Η., η χήρα και τα τέκνα του έλαβαν από το Ταμείο: εφάπαξ παροχή ποσού 5.485,65 ευρώ, ως βοήθημα θανάτου και μέρισμα για το χρονικό διάστημα από 21.2.2006 έως και 30.6.2016, ποσού 18.307,35 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο συνεκτίμησε, ιδίως, τα εξής: α) το καθαρό εισόδημα του θανόντος κατά το τελευταίο πριν από τον θάνατό του χρονικό διάστημα, το οποίο ανερχόταν για το οικονομικό έτος 2005 στο ποσό των 20.153,86 ευρώ και για το οικονομικό έτος 2006 στο ποσό των 20.860,52 ευρώ (με ακριβές ύψος μηνιαίου μισθού 1.344,47 ευρώ τον Σεπτέμβριο του έτους 2005 και 1.428,06 ευρώ τον Ιανουάριο του έτους 2006), καθώς και το ληφθέν επίδομα κινδύνου ύψους 8.347,58 ευρώ και 8.944,67 ευρώ, αντιστοίχως, β) το καθαρό εισόδημα της πρώτης αναιρεσίβλητης, το οποίο ανερχόταν κατά τα ίδια οικονομικά έτη στα ποσά των 28.731,70 ευρώ και 29.887,42 ευρώ, αντιστοίχως, καθώς και το απαλλασσόμενο του φόρου εισόδημα, το οποίο ανερχόταν στα ποσά των 8.653,56 ευρώ και 8.653,56 ευρώ, αντιστοίχως, γ) την πιθανή εξέλιξη της οικονομικής κατάστασης του θανόντος, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, καθώς και την ηλικία του κατά τον χρόνο θανάτου του (38 ετών), ενόψει και της κατάστασης της υγείας του και του σταθερού χαρακτήρα του επαγγέλματός του, από τα οποία προέκυπτε ότι, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, θα εργαζόταν τουλάχιστον έως τη συμπλήρωση του απαιτούμενου ορίου ηλικίας και εκπλήρωσης υπηρεσίας, χρονικό διάστημα κατά το οποίο θα μπορούσε να λαμβάνει μισθό και στη συνέχεια, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων, σύνταξη, δ) την εν γένει περιουσία του θανόντος και τις δανειακές υποχρεώσεις του (για την καταβολή δόσεων αυτοκινήτου και δόσεων στεγαστικού δανείου), ε) την ιδιοκατοίκηση σε ιδιόκτητη κατοικία, στ) την ηλικία της πρώτης αναιρεσίβλητης και των τέκνων της Δ. και Μ. κατά τον χρόνο θανάτου του συζύγου και πατέρα τους (42 ετών, 8 ετών και 6 ετών, αντιστοίχως), ζ) την πιθανή εξέλιξη της οικονομικής κατάστασης της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ενόψει της κατάστασης της υγείας της και του σταθερού χαρακτήρα του επαγγέλματός της, από τα οποία προέκυπτε ότι θα εργαζόταν έως τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας της, ήτοι τουλάχιστον έως και το έτος 2029, χρονικό διάστημα κατά το οποίο θα μπορούσε να λαμβάνει μισθό και στη συνέχεια, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων, σύνταξη, η) την έλλειψη περιουσίας των τέκνων του θανόντος και θ) τις ανάγκες ανατροφής και εκπαίδευσης των τέκνων τους, για τις πρώτες εκ των οποίων (δαπάνες ανατροφής) δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο προσδιοριστικό του ύψους τους, ενώ οι δεύτερες (δαπάνες εκπαίδευσης) θα διαρκούσαν μέχρι την ενηλικίωσή τους, δεδομένου του ότι για τον ήδη ενηλικιωθέντα Δ. δεν προσκομίστηκαν στοιχεία σπουδών ανώτερης ή ανώτατης εκπαίδευσης ούτε στοιχεία αδυναμίας του να διαθρέψει τον εαυτό του από την ενηλικίωσή του, για τη δε Μ. δεν παρατίθενται στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι η εκπαίδευσή της θα συνεχιζόταν και μετά την ενηλικίωσή της, καθώς προσκομίστηκαν μονάχα στοιχεία φοίτησής τους σε δημόσιο σχολείο και νηπιαγωγείο, αντιστοίχως, κατά το τελευταίο πριν από τον θάνατο του πατέρα τους και κρίσιμο χρονικό διάστημα και, μεταγενεστέρως του θανάτου του, σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια (από το εκπαιδευτικό έτος 2006-2007 και έπειτα). Με τα δεδομένα αυτά, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατέληξε στην κρίση ότι, ενόψει και της κοινωνικής τους θέσης και των εν γένει συνθηκών της οικογενειακής τους διαβίωσης, ο Η. διέθετε κατά τον χρόνο πριν τον θάνατο του για τη σύζυγό του, ως συνεισφορά από την προσωπική του εργασία στις δαπάνες λειτουργίας του κοινού οίκου τους (και όχι και για τη διατροφή της, καθόσον τα εισοδήματα της τελευταίας υπερκαλύπτουν τις ανάγκες διατροφής της), το ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως και για καθένα από τα ανήλικα τότε τέκνα τους, ως δαπάνες διατροφής, κατά τα κοινώς γνωστά (ελλείψει στοιχείων), και εκπαίδευσης, το ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως, κατά το ίδιο ποσοστό με τη σύζυγό του. Επομένως, κατά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στοιχειοθετήθηκε, κατ’ αρχήν, ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση λόγω διατροφής, κατά τον λόγο συνεισφοράς του θανόντος, ύψους 600 ευρώ μηνιαίως για την πρώτη αναιρεσίβλητη, από 1.3.2006 (την πρώτη του επόμενου μήνα από την ημέρα του ατυχήματος κατά το αίτημα της αγωγής), που αφορούσε σε απολεσθείσα συνεισφορά του συζύγου της στη λειτουργία του κοινού οίκου, ύψους 300 ευρώ μηνιαίως για τον Δ., από 1.3.2006 έως 10.3.2016, που αφορούσε σε απολεσθείσες δαπάνες διατροφής και εκπαίδευσης του πατέρα του, και ύψους 300 ευρώ μηνιαίως για τη Μ., από 1.3.2006 έως 3.6.2018, που αφορούσε σε απολεσθείσες δαπάνες διατροφής και εκπαίδευσης του πατέρα της. Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο όφειλε αποζημίωση λόγω διατροφής, κατ’ άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., από την ίδια αιτία για την οποία, συγχρόνως, όφειλε να χορηγήσει και σύνταξη λόγω θανάτου, η οποία και χορηγήθηκε και ανερχόταν συνολικά στα εξής ποσά: 1) 2.093,20 ευρώ από 21.5.2006, 2) 2.105,64 ευρώ από 1.9.2006, 3) 2.204,49 ευρώ από 1.1.2007 και 4) 2.218,22 ευρώ από 1.9.2007. Όπως δε ισχυρίστηκε το αναιρεσείον, δέχθηκε δε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η χορηγηθείσα σύνταξη λόγω θανάτου ανερχόταν για την πρώτη αναιρεσίβλητη τον Ιανουάριο του έτους 2007 σε 974,95 ευρώ και για καθένα από τα ανήλικα τέκνα της σε 407,19 ευρώ, ενώ τον Μάιο του έτους 2016 (σχετ. το οικείο ενημερωτικό σημείωμα) η ίδια σύνταξη ανερχόταν για την πρώτη αναιρεσίβλητη στο καθαρό ποσό των 1.145,36 ευρώ και για καθένα από τα τέκνα της στο καθαρό ποσό των 572,68 ευρώ. Κατόπιν αυτών, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού συνεκτίμησε τη βαρύτητα του πταίσματος των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, εξαιτίας του οποίου επήλθε ο θάνατος του Η., και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση τόσο της πρώτης αναιρεσίβλητης, ιδίως λόγω του σταθερού και σε επαρκές ύψος μισθού της και των εν γένει περιουσιακών στοιχείων της (κινητών και ακίνητων), όσο και των πιο πάνω τέκνων της, ενόψει των προαναφερόμενων αναγκών διατροφής και εκπαίδευσής τους, κατέληξε στην κρίση ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δικαιολογείτο από τις αρχές της καλής πίστης ο συμψηφισμός της μηνιαίας αποζημίωσης, την οποία η πρώτη αναιρεσίβλητη και τα τέκνα της εδικαιούντο λόγω διατροφής εξαιτίας του θανάτου του συζύγου και πατέρα τους, αντιστοίχως, με το σύνολο της μηνιαίας σύνταξης λόγω θανάτου που εδικαιούντο από το ίδιο ζημιογόνο γεγονός (ωφέλεια). Ωστόσο, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι δεν ήταν νόμιμος τέτοιος συμψηφισμός με τις παροχές που χορηγήθηκαν από το Μ.Τ.Σ. και τον Ε.Κ.Ο.Ε.Μ.Σ., ήτοι από άλλον φορέα («τρίτο» κατ’ άρθρο 930 του Α.Κ.). Όμως, κατά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, από τον φάκελο της υπόθεσης δεν προέκυπταν με σαφήνεια κρίσιμα στοιχεία, ώστε να χωρήσει ο πιο πάνω συμψηφισμός, ήτοι: 1) ο ακριβής χρόνος συνταξιοδότησης του θανόντος, η οποία (συνταξιοδότηση) θα επερχόταν κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων αν δεν είχε λάβει χώρα η πτώση του ελικοπτέρου και την οποία η πρώτη αναιρεσίβλητη τοποθετούσε στις 31.12.2033, προκειμένου να οριστεί ο χρόνος συνεισφοράς του θανόντος στη λειτουργία του κοινού οίκου, 2) αν η έναρξη καταβολής της σύνταξης αναγόταν στις 21.5.2006, σύμφωνα με τα προσκομισθέντα αντίγραφα της ......../2006 συνταξιοδοτικής πράξης, της ......../22.11.2006 τροποποιητικής πράξης και του ......../28.7.2016 εγγράφου του Τμήματος ... Διενέργειας Μεταβολών επί των Στρατιωτικών και Πολεμικών Συντάξεων, ή στις 21.2.2006, όπως αναφερόταν στην προσκομισθείσα ......../12.09.2007 τροποποιητική πράξη, και 3) η προβλεπόμενη διάρκεια καταβολής σύνταξης λόγω θανάτου στη σύζυγο του θανόντος και στα τέκνα τους. Περαιτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι δεν προσκομίστηκαν αναλυτικά μηνιαία ενημερωτικά σημειώματα συντάξεων για ολόκληρο το χρονικό διάστημα από 21.2.2006 έως και την άσκηση της ένδικης αγωγής, ώστε να διαπιστωθεί αν η σύνταξη λόγω θανάτου τόσο προς την πρώτη αναιρεσίβλητη όσο και προς τα τέκνα της ξεχωριστά ανερχόταν σε ποσά κατώτερα από την εκτιμηθείσα από το δικαστήριο μηνιαία συνεισφορά του θανόντος, ύψους 600 ευρώ, 300 ευρώ και 300 ευρώ, αντιστοίχως. Για τους λόγους αυτούς, με την 78/2019 απόφασή του, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ανέβαλε εκ νέου την έκδοση οριστικής απόφασης και διέταξε τη συμπλήρωση των αποδείξεων.

8. Επειδή, σε εκτέλεση της τελευταίας αυτής προδικαστικής απόφασης προσκομίστηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο τα ακόλουθα στοιχεία: Α) από το Ελληνικό Δημόσιο, φωτοαντίγραφο του Φ........./Σ.1811/29.3.2019 εγγράφου της Διεύθυνσης Οικονομικού/4α του Γ.Ε.Σ., σύμφωνα με το οποίο η παροχή των αιτούμενων στοιχείων ενέπιπτε στην αποκλειστική αρμοδιότητα του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (Ε.Φ.Κ.Α.), και Β) από τους λοιπούς διαδίκους: 1) φωτοαντίγραφα ενημερωτικών σημειωμάτων σύνταξης Ιανουαρίου των ετών 2007, 2008, 2009, 2010, 2011, 2012, 2013, 2014, 2015, 2016, 2017, 2018 και 2019, που καταβλήθηκαν στην πρώτη αναιρεσίβλητη, σύμφωνα με τα οποία αυτή έλαβε καθαρό ποσό (ακαθάριστο ποσό σύνταξης μείον φόρου και κρατήσεων) 974,95 ευρώ, 1.080,83 ευρώ, 1.221,33 ευρώ, 1.221,34 ευρώ, 1.221,35 ευρώ, 1.221,35 ευρώ, 1.203,17 ευρώ, 1.067,53 ευρώ, 1.169,02 ευρώ, 1.145,36 ευρώ, 1.021,61 ευρώ, 1.145,16 ευρώ και 1.021,1 ευρώ, αντιστοίχως, και 2) φωτοαντίγραφα των από 5.10.2018 και 28.9.2018 βεβαιώσεων της Νομικής Σχολής και της Φιλοσοφικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Α.Π.Θ.), αντιστοίχως, σύμφωνα με τις οποίες ο Δ.., που ενεγράφη στο Τμήμα Νομικής στις 13.9.2016, με ημερομηνία αναδρομικής εγγραφής την 1η.9.2016, φοιτούσε στο 5ο εξάμηνο σπουδών του ακαδημαϊκού έτους 2018 – 2019 και η Μ., που ενεγράφη στο Τμήμα Φιλολογίας στις 11.9.2018, με ημερομηνία αναδρομικής εγγραφής την 1η.9.2018, φοιτούσε στο Α΄ εξάμηνο του ακαδημαϊκού έτους 2018 – 2019. Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού έκρινε ότι στοιχειοθετείτο, κατ’ αρχήν, ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου προς αποζημίωση, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη κατά τον λόγο της απολεσθείσας συνεισφοράς του θανόντος στη λειτουργία του κοινού οίκου, ύψους 600 ευρώ μηνιαίως από την 1η.3.2006 (την πρώτη του επόμενου μήνα από την ημέρα του ατυχήματος κατά το αίτημα της αγωγής), ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, ύψους 300 ευρώ μηνιαίως από την 1η.3.2006, που αφορά σε απολεσθείσες δαπάνες διατροφής και εκπαίδευσης, και ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη, ύψους 300 ευρώ μηνιαίως από την 1η.3.2006, που αφορά σε απολεσθείσες δαπάνες διατροφής και εκπαίδευσης, καθώς και ότι, στην προκειμένη περίπτωση, δικαιολογείτο από τις αρχές της καλής πίστης ο συμψηφισμός της μηνιαίας αποζημίωσης που εδικαιούντο οι πιο πάνω ιδιώτες διάδικοι λόγω διατροφής, εξαιτίας του θανάτου του συγγενούς τους, με το σύνολο της μηνιαίας σύνταξης λόγω θανάτου που εδικαιούντο από το ίδιο ζημιογόνο γεγονός (ωφέλεια), ενώ δεν ήταν νόμιμος τέτοιος συμψηφισμός με τις παροχές που χορηγήθηκαν από το Μ.Τ.Σ. και τον Ε.Κ.Ο.Ε.Μ.Σ., ήτοι από άλλον φορέα, και ενόψει του ότι από τα στοιχεία του φακέλου προέκυπταν επαρκή στοιχεία της χορηγηθείσας σύνταξης μόνο ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή των αναιρεσιβλήτων. Ειδικότερα, με την 265/2021 οριστική απόφασή του το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, απέρριψε την αγωγή για το χρονικό διάστημα από 1.3.2006 έως 31.12.2019, περαιτέρω δε, αφού έλαβε υπόψη ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν προσκόμισε στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται η μελλοντική καταβολή μηνιαίας σύνταξης στην εν λόγω αναιρεσίβλητη και μάλιστα συγκεκριμένου ύψους για το χρονικό διάστημα από 1.1.2020 έως και 4.4.2033, οπότε ο Η., κατά τη συνήθη πορεία τα πραγμάτων, θα συμπλήρωνε το 65ο έτος της ηλικίας του και θα μπορούσε να λαμβάνει σταθερό μισθό, έκρινε ότι έπρεπε να της επιδικαστεί, νομιμοτόκως, με επιτόκιο 6% αφότου κάθε δόση κατέστη απαιτητή, το ποσό των 600 ευρώ μηνιαίως για 159 μήνες και 4 ημέρες. Εξάλλου, ως προς τον δεύτερο αναιρεσίβλητο, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι αυτός εδικαιούτο να λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.3.2006 έως την άσκηση της αγωγής στις 22.12.2011, νομιμοτόκως, με επιτόκιο 6% από την επίδοση της αγωγής (στις 3.2.2012, σύμφωνα με την ......../3.2.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά Β.), εφάπαξ το ποσό των 21.000 ευρώ (70 μήνες Χ 300 ευρώ) και για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως την ενηλικίωσή του στις 10.3.2016 (50 μήνες και 10 ημέρες) το ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως, νομιμοτόκως, με επιτόκιο 6% αφότου κάθε δόση κατέστη απαιτητή. Τέλος, ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι αυτή εδικαιούτο να λάβει για το χρονικό διάστημα από 1.3.2006 έως την άσκηση της αγωγής στις 22.12.2011, νομιμοτόκως, με επιτόκιο 6% από την επίδοση της αγωγής, εφάπαξ το ποσό των 21.000 ευρώ (70 μήνες Χ 300 ευρώ) και για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 30.8.2023 (για 140 μήνες) το ποσό των 300 ευρώ μηνιαίως, νομιμοτόκως, με επιτόκιο 6% αφότου κάθε δόση κατέστη απαιτητή. Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την ως άνω οριστική απόφασή του (265/2021), έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή και επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους τα πιο πάνω ποσά, ως αποζημίωση λόγω στέρησης της συνεισφοράς και της διατροφής, κατ’ άρθρο 928 εδ. β´ του Α.Κ., εξαιτίας του θανάτου του Η., συζύγου και πατέρα τους, αντιστοίχως, από την αναφερθείσα σε προηγούμενη σκέψη αιτία.

9. Επειδή, κατά της πιο πάνω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ασκήθηκαν ενώπιον του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης αντίθετες εφέσεις από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο αφενός και από τους αναιρεσιβλήτους αφετέρου. Ειδικότερα: Α) Με την έφεσή του το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο: α) κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 105 Εισ.Ν.Α.Κ., 298 και 928 εδ. β´ του Α.Κ. και 73 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ. δέχθηκε ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη εδικαιούτο αποζημίωση από τη στέρηση της συνεισφοράς του θανόντος συζύγου της στη λειτουργία του κοινού βίου συνολικού ποσού 600 ευρώ μηνιαίως από 1.1.2020 έως 4.4.2033, αν και το αίτημα αυτό έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστο, άλλως, ως αβάσιμο, επικουρικώς δε, ως προώρως υποβληθέν, β) κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., 928 και 298 του Α.Κ. και 144 και 145 του Κ.Δ.Δ., χωρίς αποδεικτικά μέσα, άλλως, κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων και με ελλιπή αιτιολογία, δέχθηκε ότι οι δεύτερος και τρίτη αναιρεσίβλητοι εδικαιούντο αποζημίωση ύψους 21.000 ευρώ ο καθένας από 1.3.2006 έως την άσκηση της αγωγής στις 22.12.2011, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής στις 3.2.2012, και για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 10.3.2016 (για τον δεύτερο) και έως 30.8.2023 (για την τρίτη) ποσό 300 ευρώ μηνιαίως ο καθένας και γ) αν και έκρινε ότι χωρεί συμψηφισμός της μηνιαίας αποζημίωσης που εδικαιούτο η πρώτη αναιρεσίβλητη από τη στέρηση της συνεισφοράς του συζύγου της στις δαπάνες του κοινού βίου με το σύνολο της μηνιαίας σύνταξης λόγω θανάτου που εδικαιούτο από το ίδιο ζημιογόνο γεγονός, εσφαλμένως δέχθηκε ότι δεν προσκομίστηκαν στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η καταβολή της μηνιαίας σύνταξης για το μέλλον, καθώς τέτοια στοιχεία δεν μπορούσαν να προσαχθούν και, πάντως, η μελλοντική καταβολή της σύνταξης μπορούσε να συναχθεί με ασφάλεια από τις ήδη υπάρχουσες αποδείξεις. Επίσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε με την έφεσή του ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως έκρινε ότι το Δημόσιο δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η καταβολή μηνιαίας σύνταξης στους δεύτερο και τρίτη αναιρεσιβλήτους, αν και καταβαλλόταν σε αυτούς σύνταξη, ήδη από το έτος 2006. Σε συνέχεια δε της 78/2019 προδικαστικής απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, όπως περαιτέρω ισχυρίστηκε το αναιρεσείον, απεστάλη στην αρμόδια υπηρεσία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους το ........./7.3.2019 έγγραφο προκειμένου να παρασχεθούν τα ζητηθέντα στοιχεία· πλην όμως, με το ......../29.3.2019 έγγραφο του Γ.Ε.Σ. υπήρξε ενημέρωση ότι υπόχρεος για την προσκόμιση των ζητηθέντων με την πιο πάνω προδικαστική απόφαση στοιχείων ήταν ο Ε.Φ.Κ.Α., ο οποίος ουδέποτε απάντησε στο πιο πάνω έγγραφο του Γ.Ε.Σ. Μετά δε την εκδίκαση της αγωγής, στις 24.9.2019, με το ..../5.10.2021 έγγραφο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους διαβιβάστηκαν στο Δικαστικό Γραφείο της Βέροιας τα ζητηθέντα στοιχεία. Επομένως, κατά το αναιρεσείον, η μη προσκόμιση των στοιχείων αυτών έπρεπε να θεωρηθεί δικαιολογημένη, διότι αυτά διαβιβάστηκαν σε αυτό, το πρώτον, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, άλλως, έπρεπε να θεωρηθούν οψιγενή. Από τα στοιχεία αυτά προέκυπτε, όπως υποστήριξε το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, ότι: α) ο δεύτερος αναιρεσίβλητος έλαβε σύνταξη καθαρού ποσού 3.845,01 ευρώ για το έτος 2006, 14.328,24 ευρώ για το έτος 2007, 8.423,45 ευρώ για το έτος 2008, 8.581,30 ευρώ για το έτος 2009, 7.641,45 ευρώ για το έτος 2010, 7.328,15 ευρώ για το έτος 2011, 7.275,49 ευρώ για το έτος 2012, 7.219,08 ευρώ για το έτος 2013, 6.605,26 ευρώ για το έτος 2014, 6.943,14 ευρώ για το έτος 2015, 6.870,96 ευρώ για το έτος 2016, 4.159,51 ευρώ για το έτος 2017, 6.869,76 ευρώ για το έτος 2018, 8.157,23 ευρώ για το έτος 2019 και 6.202,37 ευρώ για το έτος 2020 και β) η τρίτη αναιρεσίβλητη έλαβε σύνταξη καθαρού ποσού 3.845,01 ευρώ για το έτος 2006, 14.328,24 ευρώ για το έτος 2007, 8.423,45 ευρώ για το έτος 2008, 8.581,30 ευρώ για το έτος 2009, 7.641,45 ευρώ για το έτος 2010, 7.328,15 ευρώ για το έτος 2011, 7.275,49 ευρώ για το έτος 2012, 7.219,08 ευρώ για το έτος 2013, 6.605,26 ευρώ για το έτος 2014, 6.943,14 ευρώ για το έτος 2015, 6.870,96 ευρώ για το έτος 2016, 9.564,54 ευρώ για το έτος 2017, 6.869,76 ευρώ για το έτος 2018, 6.591,56 ευρώ για το έτος 2019 και 7.768,02 ευρώ για το έτος 2020. Επίσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προέβαλε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, δεν επιδίκασε τα οφειλόμενα ποσά με επιτόκιο 3% από 1.5.2019 και μέχρι την εξόφληση. Β) Με την έφεσή τους οι αναιρεσίβλητοι προέβαλαν ότι μη νομίμως εξετάστηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο η ένσταση συμψηφισμού της ωφέλειας που αυτοί αποκόμισαν από τη λήψη σύνταξης λόγω θανάτου του συζύγου και πατέρα τους με την αποζημίωση λόγω στέρησης της συνεισφοράς και της διατροφής, αντιστοίχως, από την ίδια αιτία. Και τούτο, διότι η ένσταση αυτή έπρεπε να προβληθεί από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την έκθεση των απόψεών του και πάντως το αργότερο μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στις 10.3.2015, και όχι με υπόμνημα που κατατέθηκε στις 13.3.2015, ήτοι μετά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο. Επίσης, οι αναιρεσίβλητοι προέβαλαν ότι ο συνυπολογισμός ζημίας και ωφέλειας αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α., διότι οι παροχές αυτές δεν έχουν την ίδια αιτία, αφού αιτία της αποζημίωσης του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. είναι το ζημιογόνο γεγονός του θανάτου και αιτία της σύνταξης είναι η εργασία και οι εισφορές στις οποίες υπόκειται ο ασφαλισμένος. Εξάλλου, κατ’ επίκληση των πρωτοδίκως προσκομισθέντων αποδεικτικών στοιχείων, οι αναιρεσίβλητοι προέβαλαν ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως προσδιόρισε το ύψος της αποζημίωσης στα πιο πάνω ποσά. Περαιτέρω, με το από 18.3.2022 υπόμνημά τους ενώπιον του δικάσαντος διοικητικού εφετείου οι αναιρεσίβλητοι υποστήριξαν, μεταξύ άλλων, ότι η ένσταση συμψηφισμού, την οποία το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο είχε προβάλει πρωτοδίκως, συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό που εισάγει νέο πραγματικό υλικό στη δίκη και διευρύνει το αντικείμενό της και, συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός, όπως προέβαλαν και με την έφεσή τους, έπρεπε να είχε προβληθεί επί ποινή απαραδέκτου με την έκθεση απόψεων επί της αγωγής ή το αργότερο κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο και όχι το πρώτον με το κατατεθέν μετά τη συζήτησή της υπόμνημα. Εξάλλου, με το από 18.3.2022 υπόμνημά του ενώπιον του δικάσαντος διοικητικού εφετείου το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, επικαλούμενο τις 2150/2017 και 296/2015 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, προέβαλε ότι ο συνυπολογισμός ζημίας και ωφέλειας είναι μέθοδος προσδιορισμού της ακριβούς έκτασης της ζημίας και μπορεί να χωρήσει και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον το ζήτημα του ύψους της ζημίας έχει καταστεί αντικείμενο της δίκης, και ότι, ως εκ τούτου, η ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και ωφέλειας παραδεκτώς προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο το πρώτον με το κατατεθέν στις 13.3.2015 υπόμνημά του. Επί των πιο πάνω αντίθετων εφέσεων των διαδίκων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά της οποίας στρέφεται ήδη η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης.

10. Επειδή, το δικάσαν διοικητικό εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. και 298 του Α.Κ., έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι σε περίπτωση ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός, για τον προσδιορισμό της ζημίας επιβάλλεται ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη και ότι από την ανωτέρω γενική αρχή περί συνυπολογισμού ωφέλειας και ζημίας εισάγει εξαίρεση η διάταξη του τρίτου εδαφίου του άρθρου 930 του Α.Κ., σύμφωνα με την οποία, ιδίως για τις περιπτώσεις θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας κάποιου προσώπου, η υποχρέωση προς αποζημίωση δεν αποκλείεται εκ του λόγου ότι άλλος είναι υπόχρεος να αποζημιώσει ή να διατρέφει τον ζημιωθέντα, υπό την έννοια ότι ο ζημιωθείς δικαιούται να απαιτήσει, στην τελευταία αυτή περίπτωση, και τις δύο παροχές, δηλαδή και την αποζημίωση και την ωφέλεια, όταν αυτές έχουν ως αιτία το ζημιογόνο γεγονός. Περαιτέρω, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι ειδικώς στην περίπτωση κατά την οποία ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα είναι και ο ίδιος υπόχρεoς να χορηγήσει στον ζημιωθέντα και την ωφέλεια, όπως συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία το Δημόσιο οφείλει αποζημίωση λόγω διατροφής στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., συγχρόνως δε οφείλει και σύνταξη λόγω θανάτου, είναι μεν δυνατόν από τις γενικές διατάξεις του δικαίου να μην δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συνυπολογισμός εν όλω ή εν μέρει της ωφέλειας στη ζημία, είναι δε δυνατόν η καλή πίστη να μην ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος, εκτιμωμένων των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης· μπορεί όμως η καλή πίστη να επιτρέπει ή ακόμα και να επιβάλλει, ενόψει πάντοτε των συγκεκριμένων συνθηκών, κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης λόγω διατροφής που καταβάλλει το Δημόσιο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., τον συνυπολογισμό της εν όλω ή εν μέρει στην καταβαλλόμενη από το ίδιο το Δημόσιο σύνταξη λόγω θανάτου, ενόψει, άλλωστε, και των παρόμοιων σκοπών τους οποίους αποβλέπει να εξυπηρετήσει και των αναγκών τις οποίες επιδιώκει να ικανοποιήσει τόσο η αποζημίωση λόγω διατροφής όσο και η σύνταξη λόγω θανάτου, έτσι ώστε το ζημιογόνο γεγονός να μην οδηγήσει τελικώς στον πλουτισμό του ζημιωθέντος. Ακολούθως, το δικάσαν διοικητικό εφετείο, παραπέμποντας στην πρόσφατη νομολογία του Α´ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας (1202/2022), έκρινε ότι ο συνυπολογισμός, εν μέρει ή εν όλω, της ωφέλειας στη ζημία, όπως συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία το Δημόσιο οφείλει αποζημίωση λόγω διατροφής και σύνταξη λόγω θανάτου, λαμβάνεται υπόψη μόνον όταν το εναγόμενο Δημόσιο τον επικαλεστεί και ότι, επομένως, ο προβαλλόμενος από το εναγόμενο Δημόσιο ισχυρισμός περί συνυπολογισμού, εν μέρει ή εν όλω, της παρεχόμενης από αυτό σύνταξης λόγω θανάτου στην οφειλόμενη από το ίδιο αποζημίωση λόγω διατροφής, ο οποίος αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό θεμελιωτικό της ένστασης συνυπολογισμού ζημίας και οφέλους, δεν μπορεί να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας. Εξάλλου, ως προς τον χρόνο υποβολής της ανωτέρω ένστασης συνυπολογισμού ζημίας και οφέλους, το δικάσαν διοικητικό εφετείο, επαναλαμβάνοντας τα νομολογηθέντα με την ως άνω απόφαση του Δικαστηρίου, έκρινε ότι αυτή πρέπει υποχρεωτικά επί ποινή απαραδέκτου να προβληθεί το αργότερο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ότι δεν είναι, επομένως, παραδεκτή η προβολή της ένστασης αυτής το πρώτον με υπόμνημα που κατατίθεται μετά τη συζήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 138 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ. Κατόπιν αυτών, το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ότι από τα προσκομισθέντα πρωτοδίκως αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία, όπως δέχθηκε, στήριζαν επαρκώς το αγωγικό αίτημα καταβολής μηνιαίας αποζημίωσης, προέκυπτε ότι: α) το καθαρό εισόδημα του θανόντος κατά το τελευταίο πριν από τον θάνατό του χρονικό διάστημα ανερχόταν για το οικονομικό έτος 2005 σε 20.153,86 ευρώ και για το οικονομικό έτος 2006 σε 20.860,52 ευρώ (με ακριβές ύψος μηνιαίου μισθού 1.344,47 ευρώ τον Σεπτέμβριο του έτους 2005 και 1.428,06 ευρώ τον Ιανουάριο του έτους 2006), ενώ αυτός ελάμβανε και επίδομα κινδύνου (πτητικό επίδομα κ.λπ.) ύψους 8.347,58 ευρώ και 8.944,67 ευρώ, αντιστοίχως, β) το καθαρό εισόδημα της πρώτης αναιρεσίβλητης ανερχόταν κατά τα ίδια οικονομικά έτη σε 28.731,70 ευρώ και 29.887,42 ευρώ, αντιστοίχως, και το απαλλασσόμενο του φόρου εισόδημά της ανερχόταν σε 8.653,56 ευρώ και 8.653,56 ευρώ, αντιστοίχως, γ) ενόψει της ηλικίας του κατά τον χρόνο θανάτου του (38 ετών) και της κατάστασης της υγείας του, ο θανών θα εργαζόταν τουλάχιστον έως τη συμπλήρωση του απαιτούμενου ορίου ηλικίας και εκπλήρωσης υπηρεσίας, χρονικό διάστημα κατά το οποίο θα μπορούσε να λαμβάνει μισθό και στη συνέχεια, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων, σύνταξη, δ) ο θανών συνεισέφερε στις οικονομικές υποχρεώσεις του οίκου (δανειακές υποχρεώσεις, ατομικές και κοινές, για την καταβολή δόσεων αυτοκινήτου και στεγαστικού δανείου), ε) ο θανών και οι αναιρεσίβλητοι κατοικούσαν σε ιδιόκτητη κατοικία, στ) η πρώτη αναιρεσίβλητη και τα τέκνα της Δ. και Μ.., κατά τον χρόνο θανάτου του συζύγου και πατέρα τους, ήταν 42, 8 και 6 ετών, αντιστοίχως, ζ) από την πιθανή εξέλιξη της οικονομικής κατάστασης της πρώτης αναιρεσίβλητης, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, ενόψει δε και της κατάστασης της υγείας της και του σταθερού χαρακτήρα του επαγγέλματός της, προέκυπτε ότι αυτή θα εργαζόταν έως τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας της, ήτοι τουλάχιστον έως και το έτος 2029, χρονικό διάστημα κατά το οποίο θα μπορούσε να λαμβάνει μισθό και στη συνέχεια, τηρουμένων και των λοιπών προϋποθέσεων, σύνταξη, η) τα τέκνα του θανόντος δεν διέθεταν ατομική περιουσία, θ) για τις ανάγκες ανατροφής δεν προσκομίσθηκε οποιοδήποτε στοιχείο προσδιοριστικό του ύψους της, ι) τα τέκνα του θανόντος, κατά τον κρίσιμο πριν από τον θάνατό του χρόνο, φοιτούσαν σε δημόσιο σχολείο και νηπιαγωγείο, αντιστοίχως, και ύστερα από τον θάνατό του σε ιδιωτικά εκπαιδευτήρια (από το εκπαιδευτικό έτος 2006-2007 και έπειτα), ια) ο δεύτερος αναιρεσίβλητος εισήχθη στην τριτοβάθμια εκπαίδευση το ακαδημαϊκό έτος 2016-2017 για φοίτηση διάρκειας 8 εξαμήνων και ιβ) η τρίτη αναιρεσίβλητη εισήχθη στην τριτοβάθμια εκπαίδευση το ακαδημαϊκό έτος 2018-2019 για φοίτηση διάρκειας 8 εξαμήνων. Αφού συνεκτίμησε τα πιο πάνω στοιχεία, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι ορθώς προσδιορίστηκε το ύψος της μηνιαίας συνεισφοράς και διατροφής στη σύζυγο και στα τέκνα του θανόντος, μηνιαίως, σε 600 ευρώ, 300 ευρώ και 300 ευρώ, αντιστοίχως, και απέρριψε ως αβάσιμους τους αντίθετους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου. Περαιτέρω, το δικάσαν δικαστήριο δέχθηκε ότι, σύμφωνα με τα κριθέντα με τις 2150/2017 και 296/2015 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, όταν από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας, κατόπιν προβολής εκ μέρους του Δημοσίου σχετικής ένστασης προς συμψηφισμό ζημίας και κέρδους, λόγω, όμως, του ότι ο συνυπολογισμός αυτός είναι μέθοδος προσδιορισμού της ακριβούς έκτασης της ζημίας, μπορεί να χωρήσει και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον το ζήτημα του ύψους της ζημίας έχει καταστεί αντικείμενο της δίκης. Όπως, όμως, δέχθηκε στη συνέχεια το δικάσαν διοικητικό εφετείο, κατά μεταστροφή της νομολογίας, με την νεότερη 1202/2022 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, την οποία ακολούθησε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στη μείζονα σκέψη του δικανικού του συλλογισμού, κρίθηκε ότι ο πιο πάνω ισχυρισμός περί συνυπολογισμού αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό θεμελιωτικό της σχετικής ένστασης και δεν μπορεί ο συνυπολογισμός αυτός να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά πρέπει η ένσταση αυτή, επί ποινή απαραδέκτου, να προβληθεί υποχρεωτικά το αργότερο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και, συνεπώς, δεν είναι παραδεκτή η προβολή της το πρώτον με υπόμνημα που κατατίθεται μετά τη συζήτηση. Με τα δεδομένα αυτά, το δικάσαν δικαστήριο έκανε δεκτό ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί συνυπολογισμού στη ζημία που υπέστησαν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω στέρησης της συνεισφοράς και της διατροφής τους, της ωφέλειας από την παροχή σε αυτούς σύνταξης λόγω θανάτου του συζύγου και πατέρα τους Η., δεν μπορούσε να προταθεί μετά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής· ακολούθως δε, κατέληξε στην κρίση ότι η σχετική ένσταση του αναιρεσείοντος, η οποία για πρώτη φορά προτάθηκε με το από 13.3.2015 υπόμνημά του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ήτοι μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιόν του στις 10.3.2015, ήταν απαράδεκτη. Με τις σκέψεις αυτές, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκανε δεκτό τον σχετικό λόγο έφεσης των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε τον αντίθετο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ως αβάσιμο. Στη συνέχεια, το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ότι: α) δεν είναι νόμιμος ο συμψηφισμός της μηνιαίας αποζημίωσης που εδικαιούντο οι αναιρεσίβλητοι λόγω συνεισφοράς και διατροφής εξαιτίας του θανάτου του συζύγου και πατέρα τους, αντιστοίχως, με το σύνολο της μηνιαίας σύνταξης λόγω θανάτου που εδικαιούντο από το ίδιο ζημιογόνο γεγονός και β) το μηνιαίο ποσό συνεισφοράς του θανόντος στη σύζυγό του για τις δαπάνες του κοινού τους οίκου ανέρχεται σε 600 ευρώ μηνιαίως και το ποσό διατροφής για καθένα από τα τέκνα τους ανέρχεται σε 300 ευρώ μηνιαίως. Στη συνέχεια, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι: Α) Η πρώτη αναιρεσίβλητη Α. εδικαιούτο να λάβει από 1.3.2006 έως την άσκηση της αγωγής, στις 22.12.2011, εφάπαξ το ποσό των 42.000 ευρώ (70 μήνες Χ 600 ευρώ) και από 1.1.2012 έως 4.4.2033 περιοδικώς το ποσό των 600 ευρώ ανά μήνα. Β) Ο δεύτερος αναιρεσίβλητος Δ., ο οποίος ενηλικιώθηκε το έτος 2016 και σύμφωνα με την προσκομισθείσα πρωτοδίκως από 5.10.2018 βεβαίωση σπουδών της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης ενεγράφη στο Τμήμα Νομικής στις 13.9.2016, με ελάχιστη διάρκεια φοίτησης οκτώ εξάμηνα, εδικαιούτο να λάβει από 1.3.2006 έως την άσκηση της αγωγής, στις 22.12.2011, εφάπαξ το ποσό των 21.000 ευρώ (70 μήνες Χ 300 ευρώ) και από 1.1.2012 έως τη συμπλήρωση οκτώ εξαμήνων σπουδών (31.8.2020) περιοδικώς το ποσό των 300 ευρώ ανά μήνα. Γ) Η τρίτη αναιρεσίβλητη Μ., η οποία ενηλικιώθηκε το έτος 2018 και σύμφωνα με την προσκομισθείσα πρωτοδίκως από 28.9.2018 βεβαίωση σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων ενεγράφη στην εν λόγω σχολή στις 11.9.2018, με ελάχιστη διάρκεια φοίτησης οκτώ εξάμηνα, εδικαιούτο να λάβει από 1.3.2006 έως την άσκηση της αγωγής, στις 22.12.2011, εφάπαξ το ποσό των 21.000 ευρώ (70 μήνες Χ 300 ευρώ) και από 1.1.2012 έως τη συμπλήρωση οκτώ εξαμήνων σπουδών (31.8.2022) περιοδικώς το ποσό των 300 ευρώ ανά μήνα. Περαιτέρω, το δικάσαν δικαστήριο έκρινε ότι τα ανωτέρω ποσά εδικαιούντο να λάβουν οι αναιρεσίβλητοι, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής (σχετ. η ......../3.2.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιά ........), με επιτόκιο 6% έως 30.4.2019, σύμφωνα με το άρθρο 21 του κ.δ. της 26.6/10.7.1944 «Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου», και με το επιτόκιο που ορίζεται στην παρ. 1 του άρθρου 45 του ν. 4607/2019 για το τμήμα της ίδιας αξίωσης που ανάγεται σε χρόνο μετά τον πρώτο μήνα της έναρξης ισχύος του νόμου αυτού, ήτοι από 1.5.2019 έως την ολοσχερή εξόφληση, όπως βασίμως προέβαλε το αναιρεσείον με την έφεσή του. Κατόπιν αυτών, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν εν μέρει δεκτές οι εφέσεις των διαδίκων, μεταρρυθμίστηκε η 265/2021 απόφαση του Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Βέροιας και: Α) αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου να καταβάλει εφάπαξ: α) στην πρώτη αναιρεσίβλητη ποσό 42.000 ευρώ, β) στον δεύτερο αναιρεσίβλητο ποσό 21.000 ευρώ και γ) στην τρίτη αναιρεσίβλητη ποσό 21.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, με επιτόκιο 6% έως 30.4.2019 και 3% από 1.5.2019 έως την εξόφληση, και Β) αναγνωρίστηκε η υποχρέωση του αναιρεσείοντος να καταβάλει περιοδικώς: α) στην πρώτη αναιρεσίβλητη ποσό 600 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 4.4.2033, β) στον δεύτερο αναιρεσίβλητο ποσό 300 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 31.8.2020 και γ) στην τρίτη αναιρεσίβλητη ποσό 300 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 31.8.2022, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, με επιτόκιο 6% έως 30.4.2019 και 3% από 1.5.2019 έως την εξόφληση.

11. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης στις 11.1.2023 και, επομένως, ως εκ του χρόνου άσκησής της, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010. Με την αίτηση δε αυτή άγεται κατ’ αναίρεση διαφορά με χρηματικό αντικείμενο, το οποίο, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σε συνδυασμό με το συνυποβληθέν με την υπό κρίση αίτηση από 9.1.2023 σημείωμα προσδιορισμού διαφοράς, υπερβαίνει για κάθε αναιρεσίβλητο χωριστά το κατά νόμον όριο των 40.000 ευρώ. Συνεπώς, για το παραδεκτό της άσκησης της κρινόμενης αίτησης απαιτείται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο να προβάλει και να τεκμηριώσει, με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς περιλαμβανόμενους στο εισαγωγικό δικόγραφο, ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παρ. 3 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει.

12. Επειδή, με τον μοναδικό λόγο της υπό κρίση αίτησης προβάλλεται ότι το δικάσαν διοικητικό εφετείο, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. και 298 του Α.Κ. και κατά παράβαση της αρχής της καλής πίστης, έκρινε ότι η ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους συνιστά αυτοτελή ισχυρισμό ο οποίος δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως, αλλά πρέπει, επί ποινή απαραδέκτου, να προβληθεί το αργότερο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ότι, κατόπιν τούτου, δεν είναι παραδεκτή η προβολή της (ένστασης) το πρώτον με υπόμνημα που κατατίθεται μετά τη συζήτηση. Αντιθέτως, κατά το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, το δικάσαν διοικητικό εφετείο, αν ορθώς ερμήνευε και εφάρμοζε τις πιο πάνω διατάξεις, έπρεπε να δεχθεί ότι ο ισχυρισμός περί συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους, που συνιστά μέθοδο προσδιορισμού της ακριβούς έκτασης της ζημίας, μπορεί να ληφθεί υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το διοικητικό δικαστήριο, εφόσον το ζήτημα του ύψους της ζημίας έχει καταστεί αντικείμενο της δίκης. Σε κάθε πάντως περίπτωση, όπως ισχυρίζεται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με το από 13.3.2015 υπόμνημά του ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε νομίμως προβάλει, μέχρι τον χρόνο συζήτησης της υπόθεσης, την ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους. Επομένως, κατά το αναιρεσείον, το δικάσαν διοικητικό εφετείο εσφαλμένως επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους τα πιο πάνω ποσά αποζημίωσης, χωρίς να συνυπολογίσει τις καταβαλλόμενες σε αυτούς συντάξεις, ενώ, εφόσον είχαν τεθεί υπόψη του όλα τα στοιχεία από τα οποία προέκυπτε η ωφέλεια των αναιρεσιβλήτων από το ζημιογόνο γεγονός του θανάτου του συζύγου και πατέρα τους, το δικάσαν δικαστήριο έπρεπε, κατ’ αυτεπάγγελτο έλεγχο, να προβεί στον ορθό υπολογισμό της ζημίας που αυτοί υπέστησαν, αφαιρώντας από το τελικώς επιδικασθέν σε αυτούς ποσό, το ποσό που ελάμβαναν και συνεχίζουν να λαμβάνουν ως σύνταξη λόγω θανάτου του Η., όπως το ποσό αυτό εκτίθεται αναλυτικά στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση. Προς θεμελίωση του παραδεκτού της άσκησης της κρινόμενης αίτησης, κατ’ άρθρο 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, όπως ισχύει, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προβάλλει με το εισαγωγικό δικόγραφο ότι «ως προς την κρίση της [αναιρεσιβαλλόμενης] απόφασης ότι ο συνυπολογισμός ζημίας και κέρδους δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας εφόσον το ζήτημα του ύψους της ζημίας έχει καταστεί αντικείμενο της δίκης υφίσταται νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας και συγκεκριμένα οι ΣτΕ 2031/2018, 2150/2017, 296/2015, 866/2011 7μ, με τις οποίες κρίθηκαν τα αντίθετα». Περαιτέρω, με το κατατεθέν πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον της πενταμελούς σύνθεσης από 1.12.2023 υπόμνημά του το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επικαλέστηκε, κατ’ εφαρμογή της διάταξης του δεύτερου εδαφίου της παρ. 2 του άρθρου 15 του ν. 4446/2016, ως αντίθετες προς την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, και τις 358, 552, 553/2023 και 1241, 1244/2023 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (αντίθεση που επαναλαμβάνεται και στο κατατεθέν στις 6.6.2024, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης και εντός της χορηγηθείσας από την προεδρεύουσα Σύμβουλο προθεσμίας, από 6.6.2024 υπόμνημα του αναιρεσείοντος).

13. Επειδή, με την 2031/2018 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας απορρίφθηκε ως απαράδεκτη αίτηση αναίρεσης κατά απόφασης διοικητικού εφετείου, με την αιτιολογία ότι οι κρίσεις και παραδοχές της προσβληθείσας εφετειακής απόφασης -με την οποία είχε κριθεί ότι, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 145 παρ. 1, 151 και 152 του Κ.Δ.Δ., ένσταση συνυπολογισμού ζημίας-ωφέλειας απαραδέκτως προβάλλεται το πρώτον με υπόμνημα κατ’ έφεση- δεν έρχονταν σε αντίθεση προς τις 866/2011 και 296/2015 αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας. Με τα δεδομένα αυτά, δεν τίθεται ζήτημα αντίθεσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς την 2031/2018 απόφαση του Δικαστηρίου, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με το εισαγωγικό δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης, επαναλαμβάνει δε, και με το ως άνω από 6.6.2024 υπόμνημά του. Περαιτέρω, α) οι 1241/2023 και 1244/2023 αποφάσεις της επταμελούς σύνθεσης του Στ´ Τμήματος του Δικαστηρίου, που εκδόθηκαν, αντιστοίχως, κατόπιν των 553/2023 και 358/2023 παραπεμπτικών αποφάσεων του ίδιου Τμήματος υπό πενταμελή σύνθεση, δεν εξέφεραν κρίση σε σχέση με το τιθέμενο με τον πιο πάνω λόγο αναίρεσης νομικό ζήτημα, αν ο συνυπολογισμός ζημίας και ωφέλειας μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον το ζήτημα του ύψους της ζημίας έχει καταστεί αντικείμενο της δίκης, αλλά επέλυσαν το διαφορετικό νομικό ζήτημα, αν η ζημία που προκλήθηκε από την παράνομη παράλειψη διορισμού προσώπου σε δημόσια θέση είναι κατά νόμον συμψηφιστέα με την ωφέλεια που το πρόσωπο αυτό αποκόμισε από άλλη δραστηριότητα και β) με την 552/2023 απόφαση του Στ´ Τμήματος υπό πενταμελή σύνθεση παραπέμφθηκε η υπόθεση στην επταμελή σύνθεση, λόγω της σπουδαιότητάς της ως προς νομικό ζήτημα του συνυπολογισμού ζημίας και κέρδους και των σχετικών διακυμάνσεων της νομολογίας. Επομένως, δεν υφίσταται αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς τις πιο πάνω αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας (358, 552, 553/2023 και 1241, 1244/2023 7μ.) και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου προβαλλόμενος με το 1.12.2023 υπόμνημά του αναιρεσείοντος ισχυρισμός, που επαναλαμβάνεται και με το από 6.6.2024 υπόμνημά του.

14. Επειδή, περαιτέρω, με την 866/2011 απόφαση της επταμελούς σύνθεσης του Α´ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία εκδόθηκε επί διαφοράς που ήχθη ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων της ουσίας κατόπιν άσκησης αγωγής αποζημίωσης για την αποκατάσταση της (θετικής και αποθετικής) ζημίας την οποία η αναιρεσείουσα στην υπόθεση εκείνη κοινοπραξία είχε υποστεί από τη μερική εκτέλεση σύμβασης που είχε συνάψει με τον οικείο Δήμο, κρίθηκε, καθ’ ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. και 298 του Α.Κ., μεταξύ άλλων, ότι ο συνυπολογισμός ζημίας και κέρδους χωρεί, κατ’ αρχήν, κατόπιν υποβολής σχετικής ένστασης εκ μέρους του εναγομένου, πλην, λόγω του ότι ο συνυπολογισμός αυτός είναι μέθοδος προσδιορισμού της ακριβούς έκτασης της ζημίας, μπορεί να χωρήσει και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον το ζήτημα του ύψους της ζημίας έχει καταστεί αντικείμενο της δίκης. Με την 296/2015 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία εκδόθηκε επί διαφοράς που ήχθη ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων της ουσίας κατόπιν άσκησης αγωγής αποζημίωσης, κατ’ άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., για την αποκατάσταση της ζημίας την οποία η αναιρεσείουσα στην υπόθεση εκείνη είχε υποστεί από τη στέρηση αποδοχών κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ του αναδρομικού διορισμού της σε θέση ιατρού του Ε.Σ.Υ. και της ανάληψης πραγματικής υπηρεσίας, κρίθηκε, κατά ρητή παραπομπή στην πιο πάνω 866/2011 απόφαση του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, ότι ο συνυπολογισμός ζημίας και κέρδους μπορεί να χωρήσει και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον το ζήτημα του ύψους της ζημίας έχει καταστεί αντικείμενο της δίκης. Με την 2150/2017 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας, η οποία εκδόθηκε επί διαφοράς που ήχθη ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων κατόπιν άσκησης αγωγής αποζημίωσης, κατ’ άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., για την αποκατάσταση της ζημίας την οποία ο αναιρεσίβλητος στην υπόθεση εκείνη είχε υποστεί λόγω της μη επανεκλογής του ως βουλευτού, κρίθηκε, κατά ρητή παραπομπή στην ως άνω 866/2011 απόφαση του Δικαστηρίου, μεταξύ άλλων, ότι ο συνυπολογισμός ζημίας και κέρδους μπορεί να χωρήσει και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, εφόσον το ζήτημα του ύψους της ζημίας έχει καταστεί αντικείμενο της δίκης. Όμως, με την 1202/2022 απόφαση του Α´ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας υπό πενταμελή σύνθεση, την οποία ακολουθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και η οποία εκδόθηκε επί διαφοράς που ήχθη ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων της ουσίας κατόπιν άσκησης αγωγής αποζημίωσης κατά του Ελληνικού Δημοσίου, κατ’ άρθρο 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., με αίτημα την καταβολή στους εκεί αναιρεσιβλήτους χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης (άρθρο 932 του Α.Κ.), καθώς και αποζημίωσης λόγω στέρησης της συνεισφοράς και της διατροφής (άρθρο 928 εδ. β´ του Α.Κ.), εξαιτίας του θανάτου του συζύγου και πατέρα τους, οφειλόμενου (του θανάτου) σε παράνομες πράξεις και παραλείψεις οργάνων του Δημοσίου, κρίθηκε, καθ’ ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. και 298 του Α.Κ., μεταξύ άλλων, ότι ο συνυπολογισμός, εν μέρει ή εν όλω, της ωφέλειας στη ζημία, όπως συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία το Δημόσιο οφείλει αποζημίωση λόγω διατροφής και σύνταξη λόγω θανάτου, λαμβάνεται υπόψη μόνον όταν το εναγόμενο Δημόσιο τον επικαλεστεί και ότι, επομένως, ο προβαλλόμενος από το Δημόσιο ισχυρισμός περί συνυπολογισμού, εν μέρει ή εν όλω, της παρεχόμενης από αυτό σύνταξης λόγω θανάτου στην οφειλόμενη από το ίδιο αποζημίωση λόγω διατροφής, ο οποίος αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό θεμελιωτικό της ένστασης συνυπολογισμού ζημίας και οφέλους, δεν μπορεί να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας. Επίσης, με την πιο πάνω απόφαση του Δικαστηρίου (1202/2022) κρίθηκε ότι η ένσταση συνυπολογισμού ζημίας και οφέλους πρέπει υποχρεωτικά επί ποινή απαραδέκτου να προβληθεί το αργότερο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ότι, επομένως, δεν είναι παραδεκτή η προβολή της το πρώτον με υπόμνημα που κατατίθεται μετά τη συζήτηση, σύμφωνα με το άρθρο 138 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ. Ακολούθως, με την ως άνω απόφασή του το Δικαστήριο έκρινε ότι, εφόσον ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου περί συνυπολογισμού της ζημίας και της ωφέλειας είχε προβληθεί, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, απαραδέκτως για πρώτη φορά με το κατατεθέν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπόμνημά του, το δικάσαν διοικητικό εφετείο ορθώς, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, είχε απορρίψει σχετικό λόγο έφεσης του Δημοσίου κατά της πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε γίνει δεκτό ότι δεν ήταν επιτρεπτός, κατά το τρίτο εδάφιο του άρθρου 930 του Α.Κ. και την αρχή της καλής πίστης, ο συνυπολογισμός στη ζημία που είχαν υποστεί οι αναιρεσίβλητοι στην υπόθεση εκείνη, λόγω στέρησης της διατροφής τους, της ωφέλειας από την παροχή σε αυτούς από το Ελληνικό Δημόσιο σύνταξης λόγω θανάτου του συγγενούς τους.

15. Επειδή, με τα ανωτέρω δεδομένα, ο πιο πάνω περί του παραδεκτού της κρινόμενης αίτησης ισχυρισμός του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, καθ’ ο μέρος αναφέρεται στις λοιπές, πλην των 2031/2018 και 358, 552, 553, 1241, 1244/2023 αποφάσεων, αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, παρίσταται βάσιμος. Αφενός μεν διότι υφίσταται η προβαλλόμενη αντίθεση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προς τις 866/2011 7μ., 296/2015 και 2150/2017 αποφάσεις του Δικαστηρίου, των οποίων γίνεται επίκληση με το εισαγωγικό δικόγραφο της υπό κρίση αίτησης, αφετέρου δε διότι η νομολογία του Δικαστηρίου επί του νομικού ζητήματος αν ο συνυπολογισμός ζημίας και κέρδους μπορεί να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας, εφόσον το ζήτημα του ύψους της ζημίας έχει καταστεί αντικείμενο της δίκης, εμφανίζεται κυμαινόμενη (πρβ. Στ.Ε. 1241, 1244/2023 7μ., 1908/2023). Επομένως, ο μοναδικός ως άνω προβαλλόμενος λόγος αναίρεσης είναι από την άποψη αυτή παραδεκτός (βλ. Σ.τ.Ε. 1241, 1244/2023 7μ., 1908/2023), τα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με τα από 1.12.2023 και 31.5.2024 υπομνήματα των αναιρεσιβλήτων πρέπει να απορριφθούν. Εφόσον δε η κρινόμενη αίτηση ασκείται παραδεκτώς και κατά τα λοιπά, είναι περαιτέρω εξεταστέα ως προς τη βασιμότητα του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης.

16. Επειδή, στο άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα (Εισ.Ν.Α.Κ., π.δ. 456/1984, Α´ 164) ορίζεται ότι: «Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. ...». Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ευθύνη προς αποζημίωση γεννάται όχι μόνο από την έκδοση παράνομης εκτελεστής διοικητικής πράξης ή από την παράνομη παράλειψη να εκδοθεί τέτοια πράξη, αλλά και από παράνομες υλικές ενέργειες των οργάνων του Δημοσίου ή από παραλείψεις οφειλόμενων νόμιμων υλικών ενεργειών αυτών, εφόσον αυτές συνάπτονται με την οργάνωση και λειτουργία των δημοσίων υπηρεσιών. Εξάλλου, ευθύνη του Δημοσίου υφίσταται, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του νόμου, όχι μόνο όταν παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου με σχετική πράξη ή παράλειψη οργάνου του Δημοσίου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα ή υποχρεώσεις που προβλέπει η κείμενη νομοθεσία, καθώς και εκείνα που, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και της καλής πίστης, προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη δημόσια υπηρεσία και προσδιορίζονται από την κείμενη εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (Σ.τ.Ε. 423/2024, 1181/2023, 1202/2022, 228/2021, 1594/2020, 1704/2019, 877/2013 7μ., κ.ά.). Τούτο δε, χωρίς να απαιτείται και η διαπίστωση πταίσματος του οργάνου του (Σ.τ.Ε. 423/2014, 1181/2023, 1202/2022, 228/2021, 1594/2020, 4410/2015, 877/2013 7μ., κ.ά.). Απαραίτητη, πάντως, προϋπόθεση για την επιδίκαση αποζημίωσης είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της παράνομης πράξης ή παράλειψης ή υλικής ενέργειας ή παράλειψης υλικής ενέργειας του δημόσιου οργάνου και της ζημίας που επήλθε (Σ.τ.Ε. 1181/2023, 1202/2022, 228/2021, 2372/2019, 4410/2015, 877/2013 7μ., κ.ά.).

17. Επειδή, στο άρθρο 928 του Α.Κ. ορίζονται τα εξής: «Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλει τα νοσήλια και τα έξοδα της κηδείας σ’ εκείνον που κατά το νόμο βαρύνεται με αυτά. Έχει επίσης την υποχρέωση να αποζημιώσει εκείνον που κατά το νόμο είχε δικαίωμα να απαιτεί από το θύμα διατροφή ή παροχή υπηρεσιών». Περαιτέρω, στο εδάφιο πρώτο του άρθρου 930 του Α.Κ. ορίζονται τα εξής: «Η αποζημίωση των δύο προηγούμενων άρθρων που αναφέρεται στο μέλλον καταβάλλεται σε χρηματικές δόσεις κατά μήνα. Όταν υπάρχει σπουδαίος λόγος, η αποζημίωση μπορεί να επιδικαστεί σε κεφάλαιο εφάπαξ». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, σε συνδυασμό με την ως άνω διάταξη του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., το Ελληνικό Δημόσιο υποχρεούται, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις θεμελίωσης της αστικής ευθύνης του, να αποζημιώσει εκείνον που είχε αξίωση διατροφής έναντι προσώπου που θανατώθηκε εξαιτίας παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων του. Η εν λόγω αξίωση αποζημίωσης, αποσκοπούσα να αποκαταστήσει τον δικαιούχο της διατροφής, ούτως ώστε ο τελευταίος να επανέλθει στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν θανατωνόταν ο υπόχρεος να τον διατρέφει, περιλαμβάνει ό,τι και για όσο χρόνο θα όφειλε να καταβάλει ο θανατωθείς στον δικαιούχο της διατροφής. Στους ανωτέρω δικαιούχους περιλαμβάνονται η σύζυγος και το τέκνο του θανόντος, ως προς τα πρόσωπα δε αυτά η απορρέουσα από τη διάταξη του άρθρου 928 εδ. β´ του Α.Κ. αξίωση αποζημίωσης έχει άμεση σχέση με την εκ του νόμου αξίωση διατροφής, διότι τόσο η γένεση του δικαιώματός τους προς αποζημίωση, όσο και το οφειλόμενο ποσό προσδιορίζονται από τις σχετικές διατάξεις του Α.Κ. για τη διατροφή ανιόντων, κατιόντων ή συζύγων (άρθρα 1389 επ. Α.Κ., 1442 επ. Α.Κ., 1485 επ. Α.Κ., Σ.τ.Ε. 15, 1202/2022, 1578/2018, 1085/2016 7μ., 3735/2012). Εξάλλου, οι γονείς έχουν κοινή υποχρέωση να διατρέφουν το ανήλικο τέκνο τους, ακόμη και αν τούτο έχει περιουσία, εφόσον όμως τα εισοδήματα από αυτήν ή το προϊόν της εργασίας του ή άλλα τυχόν εισοδήματά του δεν αρκούν για τη διατροφή του. Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται με βάση τις ανάγκες του τέκνου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του, και περιλαμβάνει όσα έξοδα είναι αναγκαία για τη συντήρησή του και επιπλέον τα έξοδα για την ανατροφή, καθώς και την επαγγελματική και την εν γένει εκπαίδευσή του. Ως συνθήκες ζωής νοούνται οι συγκεκριμένοι όροι διαβίωσης, που ποικίλουν ανάλογα με την ηλικία, τον τόπο κατοικίας, την ανάγκη εκπαίδευσης ή την κατάσταση της υγείας του δικαιούχου, σε συνδυασμό με την περιουσιακή κατάσταση του υποχρέου. Η κατά τα άνω υποχρέωση των γονέων προς διατροφή του τέκνου τους βαρύνει αυτούς, ανάλογα με τις δυνάμεις τους. Επίσης και το ανήλικο τέκνο έχει δικαίωμα διατροφής από τους γονείς του, εφόσον δεν μπορεί να διατρέφει τον εαυτό του από την περιουσία του ή από εργασία κατάλληλη για την ηλικία του, την κατάσταση της υγείας του και τις λοιπές βιοτικές συνθήκες, ενόψει και των τυχόν αναγκών της εκπαίδευσής του (Σ.τ.Ε. 15/2022, Α.Π. 124, 939/2017, 1322/2013). Ειδικά για την εξεύρεση του περιεχομένου της αποζημίωσης του επιζώντος συζύγου εφαρμοστέες είναι οι διατάξεις του οικογενειακού δικαίου, που ρυθμίζουν το ζήτημα της συνεισφοράς στις οικογενειακές ανάγκες και ειδικότερα στη διατροφή του συζύγου (άρθρα 1389 και 1390 Α.Κ.), το μέτρο της οποίας προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής, λαμβανομένων υπόψη των αναγκών του δικαιούχου, όπως διαμορφώνονται στο πλαίσιο της συμβίωσης, οριοθετούνται δε από το ύψος των τυχόν εισοδημάτων του και της λοιπής περιουσίας αυτού σε συσχετισμό προς την περιουσιακή κατάσταση του άλλου συζύγου. Κρίσιμος για τον υπολογισμό της αποζημίωσης με το ανωτέρω περιεχόμενο είναι ο προσδιορισμός των εισοδημάτων του θανατωθέντος κατά τον τελευταίο καιρό πριν από τη θανάτωσή του και της πιθανής εξέλιξης των εισοδημάτων αυτών, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν αυτός ζούσε (Σ.τ.Ε. 15/2022, Α.Π. 652/2022, 796/2020, 124/2017).

18. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 105 του Εισ.Ν.Α.Κ. και 298 του Α.Κ., η αποζημίωση την οποία οφείλει το Δημόσιο περιλαμβάνει τη διαφορά μεταξύ της περιουσιακής κατάστασης του ζημιωθέντος μετά την επέλευση του ζημιογόνου γεγονότος και εκείνης στην οποία θα τελούσε ο ζημιωθείς αν δεν συνέβαινε αυτό το γεγονός. Όταν δε από το ζημιογόνο γεγονός προκύπτει και ωφέλεια, η οποία τελεί σε αιτιώδη σύνδεσμο προς αυτό, πραγματική ζημία είναι ό,τι υπολείπεται μετά την αφαίρεση της ωφέλειας. Τέτοιος σύνδεσμος δεν υπάρχει όταν ζημία και ωφέλεια στηρίζονται σε διαφορετική η καθεμία αιτία (Σ.τ.Ε. 1202/2022, 1578/2018, 1085/2016 7μ., 3732/2012, 866/2011 7μ., Α.Π. 74/2014). Σε περίπτωση, επομένως, ωφέλειας από το ζημιογόνο γεγονός, για τον προσδιορισμό της ζημίας επιβάλλεται ο συνυπολογισμός του οφέλους που προέκυψε, εκτός αν τέτοιος συνυπολογισμός αντίκειται, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις, στην καλή πίστη (Σ.τ.Ε. 1202/2022, 1578/2018, 1085/2016 7μ., 3732/2012, 866/2011 7μ.). Από την ανωτέρω γενική αρχή περί συνυπολογισμού ωφέλειας και ζημίας εισάγει εξαίρεση η διάταξη του τρίτου εδαφίου του άρθρου 930 του Α.Κ., που ορίζει τα εξής: «Η αξίωση αποζημιώσεως δεν αποκλείεται από το λόγο ότι κάποιος άλλος έχει την υποχρέωση να αποζημιώσει ή να διατρέφει αυτόν που αδικήθηκε». Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ιδίως για τις περιπτώσεις θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας κάποιου προσώπου, η υποχρέωση προς αποζημίωση δεν αποκλείεται εκ του λόγου ότι άλλος είναι υπόχρεος να αποζημιώσει ή να διατρέφει τον ζημιωθέντα, υπό την έννοια ότι ο ζημιωθείς δικαιούται να απαιτήσει, στην τελευταία αυτή περίπτωση, και τις δύο παροχές, δηλαδή και την αποζημίωση και την ωφέλεια, όταν αυτές έχουν ως αιτία το ζημιογόνο γεγονός. Περαιτέρω, ειδικώς στην περίπτωση κατά την οποία ο υπόχρεος να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα είναι και ο ίδιος υπόχρεoς να χορηγήσει στον ζημιωθέντα και την ωφέλεια, όπως συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία το Δημόσιο οφείλει αποζημίωση λόγω διατροφής στο πλαίσιο εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., συγχρόνως δε οφείλει και σύνταξη λόγω θανάτου, είναι μεν δυνατόν από τις γενικές διατάξεις του δικαίου να μην δικαιολογείται στη συγκεκριμένη περίπτωση ο συνυπολογισμός εν όλω ή εν μέρει της ωφέλειας στη ζημία, είναι δε δυνατόν η καλή πίστη να μην ανέχεται το κέρδος από το ζημιογόνο γεγονός να αποβεί σε ωφέλεια του ζημιώσαντος, εκτιμωμένων των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης (Σ.τ.Ε. 1202/2022, 1578/2018, 1085/2016 7μ., 3732/2012, Α.Π. 1163/2020)· μπορεί όμως η καλή πίστη να επιτρέπει ή ακόμα και να επιβάλλει, ενόψει πάντοτε των συγκεκριμένων συνθηκών, κατά τον υπολογισμό της αποζημίωσης λόγω διατροφής που καταβάλλει το Δημόσιο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 105 του Εισ.Ν.Α.Κ., τον συνυπολογισμό της εν όλω ή εν μέρει στην καταβαλλόμενη από το ίδιο το Δημόσιο σύνταξη λόγω θανάτου, ενόψει, άλλωστε, και των παρόμοιων σκοπών τους οποίους αποβλέπει να εξυπηρετήσει και των αναγκών τις οποίες επιδιώκει να ικανοποιήσει τόσο η αποζημίωση λόγω διατροφής όσο και η σύνταξη λόγω θανάτου, έτσι ώστε το ζημιογόνο γεγονός να μην οδηγήσει τελικώς στον πλουτισμό του ζημιωθέντος (Σ.τ.Ε. 1202/2022, 1578/2018, 1085/2016 7μ., βλ. Σ.τ.Ε. 3732/2012, 866/2011 7μ., πρβ. Α.Π. 1163/2020). Εξάλλου, ο συνυπολογισμός, εν μέρει ή εν όλω, της ωφέλειας στη ζημία, όπως συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία το Δημόσιο οφείλει αποζημίωση λόγω διατροφής και σύνταξη λόγω θανάτου, λαμβάνεται υπόψη μόνον όταν το εναγόμενο Δημόσιο τον επικαλεστεί. Επομένως, ο προβαλλόμενος από το εναγόμενο Δημόσιο ισχυρισμός περί συνυπολογισμού, εν μέρει ή εν όλω, της παρεχόμενης από αυτό σύνταξης λόγω θανάτου στην οφειλόμενη από το ίδιο αποζημίωση λόγω διατροφής, ο οποίος αποτελεί αυτοτελή ισχυρισμό θεμελιωτικό της ένστασης συνυπολογισμού ζημίας και οφέλους, δεν μπορεί να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας (Σ.τ.Ε. 1202/2022, βλ. Α.Π. 1297/2014, 1539/1998, πρβ. Σ.τ.Ε. 1180-1181/2023, 228/2021, 291, 1950/2020, Α.Π. 124/2017, 1322/2013). Ως προς τον χρόνο υποβολής της ανωτέρω ένστασης συνυπολογισμού ζημίας και οφέλους, πρέπει αυτή υποχρεωτικά επί ποινή απαραδέκτου να προβληθεί το αργότερο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Σ.τ.Ε. 1202/2022, πρβ. Σ.τ.Ε. 1181/2023, 291, 1950/2020). Δεν είναι επομένως παραδεκτή η προβολή της ένστασης αυτής το πρώτον με υπόμνημα που κατατίθεται μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 138 παρ. 1 του Κ.Δ.Δ. (Σ.τ.Ε. 1202/2022, πρβ. Σ.τ.Ε. 1181/2023, 291, 1950/2020).

19. Επειδή, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς λαμβάνονται υπόψη κατ’ αναίρεση, ο σχετικός ισχυρισμός του αναιρεσείοντος-εναγόμενου Ελληνικού Δημοσίου περί συνυπολογισμού στη ζημία που υπέστησαν οι αναιρεσίβλητοι-ενάγοντες, εξαιτίας της στέρησης της συνεισφοράς και της διατροφής τους, της ωφέλειας από την παροχή σε αυτούς σύνταξης λόγω θανάτου του συζύγου και πατέρα τους Η., ο οποίος (ισχυρισμός) αποτελεί ένσταση, είχε προβληθεί απαραδέκτως για πρώτη φορά με το από 13.3.2015 υπόμνημα ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 13.3.2015, ήτοι μετά τη συζήτηση της ένδικης διαφοράς ενώπιόν του (στις 10.3.2015), σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη. Επομένως, το δικάσαν διοικητικό εφετείο ορθώς δέχθηκε για τον λόγο αυτόν (εν μέρει) την έφεση των αναιρεσιβλήτων και, μεταρρυθμίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, αναγνώρισε ότι το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο όφειλε να τους καταβάλει ως αποζημίωση, κατ’ άρθρο 928 εδ. β´ του Α.Κ., τα αναφερόμενα σε προηγούμενη σκέψη ποσά, χωρίς να συνυπολογίσει τις καταβαλλόμενες σε αυτούς συντάξεις λόγω θανάτου του συζύγου και πατέρα τους Η.. Συνεπώς, ο μοναδικός ως άνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

20. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

 

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την αίτηση. Και

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2024

 

Η Προεδρεύουσα Σύμβουλος Η Γραμματέας

Άννα Καλογεροπούλου Βασιλική Κατσιώνη

 

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 13ης Ιανουαρίου 2025.

 

Η Πρόεδρος του Α´ Τμήματος Ο Γραμματέας

Άννα Καλογεροπούλου Νικόλαος Αθανασίου