ΕΦΕΤΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
ΤΜΗΜΑ Α’
ΑΡΙΘΜΟΣ 489/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Μαρία Τσιλιγκαρίδου, Πρόεδρο Εφετών, Βασιλική Μουγιάντση και Νικόλαο Βόκα-Εισηγητή, Εφέτες και από το Γραμματέα Αθανάσιο Ιασωνίδη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 26 Νοεμβρίου 2021, για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:
ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ : 1) Γ. Σ. του Λ., ΑΦΜ ..., 2) Β. Σ. του Λ., ΑΦΜ ..., κατοίκων ... Θεσσαλονίκης, οδός ... αρ. ... και 3) της εταιρίας με την επωνυμία «... Ο.Ε.», με ΑΦΜ ..., η οποία εδρεύει στην ΒΙ.ΠΕ. ... (Ο.Τ. ...-Γ'φάση) και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο παρόν δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ιωαννίδη, AM ΔΣΘ ... οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ : Σ. Σ. του Λ., κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός ... αρ. ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάζαρο Ξενιτίδη, AM ΔΣΘ ..., ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, με την με αρ. κατ. ... /25.02.2013 αγωγή προσβολής προσωπικότητας, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ζήτησε ό,τι αναφέρεται σ' αυτή. Το παραπάνω Δικαστήριο με τις 14490/2015 και 9559/2019 αποφάσεις του έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονουνται οι εναγόμενοι με την από 27.09.2019 (αρ. κατ. Πρωτοδικείου ... /2019 και αρ. κατ. Εφετείου ... /2019) έφεσή τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 15-5-2020. Κατά τη δικάσιμο αυτή η υπόθεση ματαιώθηκε για λόγους που αφορούν τη δημόσια υγεία, δυνάμει του άρθρου τρίτου της με αρ. πρωτ. Δ1α/ΓΠ. Οικ. 18176/15-3-2020 ΚΥΑ (ΦΕΚ β/864/15-3-2020). Ακολούθως, με την 83/2020 πράξη της Αναπληρώτριας Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου, η υπόθεση προσδιορίστηκε οίκοθεν για τη δικάσιμο της 8-1-2021, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη δικάσιμο αυτή, η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι διάδικοι παραστάθηκαν ως ανωτέρω σημειώνεται και αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο Η υπό κρίση έφεση (αρ. κατ. Πρωτοδικείου ... /2019 και αρ. κατ. Εφετείου ... /2019) κατά των 14490/2015 και 9559/2019 αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, προ πόσης επιδόσεως και πάντως εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 2 ΚΠολΔ, καθώς η δεύτερη προσβαλλόμενη απόφαση δημοσιεύθηκε στις 14-8-2019, η δε έφεση ασκήθηκε με κατάθεση στη Γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στις 27-9-2019 (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 498, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της έχει κατατεθεί από τον εκκαλούντα παράβολο, όπως προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιηθέν ισχύει.
Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και την μη επανάληψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού). Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του, Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντας, μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (Ολ ΑΠ 812/1980, ΑΠ 1599/2000, ΑΠ 1735/2009). Η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση, εξύβριση, απειλή, σωματική βλάβη, που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 308, 333, 361, 362 και 363 του Π.Κ. Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε, ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση, που προέρχεται ή από ίδια πεποίθηση ή γνώμη ή από μετάδοση από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Ως τρίτοι δε κατά την έννοια του νόμου νοούνται και τα δικαστικά πρόσωπα τα οποία, καθ' οιονδήποτε τρόπο, λαμβάνουν γνώση των δικογράφων (ΟλΑΠ 3/2021 ΤΝΠ Νόμος). Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός, οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή, μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361. Ο παράνομος χαρακτήρας της κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 914 και 920 ΑΚ αδικοπραξίας κατά της προσωπικότητας, που τελείται με την προσβολή της τιμής και υπόληψης άλλου με εξύβριση ή δυσφήμηση, αίρεται κατά το άρθρο 367 ΠΚ, και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέτοιο δε ενδιαφέρον έχει και κάθε πρόσωπο κατά την υπεράσπιση των έννομων συμφερόντων του επί δικαστηρίου. Και στην περίπτωση, όμως, αυτή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδήλωσης δεν αίρεται και, συνεπώς, παραμένει η παρανομία ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η εκδήλωση αυτή αποτελεί συκοφαντική δυσφήμιση ή όταν προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού. Ειδικός σκοπός εξύβρισης, που, ως νομική έννοια, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για τη δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλλει τη τιμή άλλου (ΑΠ 1231/2004, 967/2011, 179/2011 ΤΝΠ ΑΠ). Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ (ΑΠ 265/2015, ΑΠ 354/2012 ΤΝΠ ΑΠ).
Ο ενάγων, με την από 24-2-2013 (αρ. κατ. ... /2013) αγωγή του, την οποία (εσφαλμένα χαρακτηρίζει ως «παρεμπίπτουσα», του σφάλματος τούτου μη δεσμεύοντος το δικαστή να προσδώσει στο δικόγραφο τον ορθό χαρακτηρισμό ΑΠ 449/2014) απηύθυνε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, εξέθετε ότι μαζί με τους δύο πρώτους εναγόμενους αδελφούς του, από το έτος 1968, κατέστησαν μοναδικοί ομόρρυθμοι εταίροι της τρίτης εναγόμενης ομόρρυθμης εταιρίας, η οποία ως αντικείμενο έχει την παραγωγή και χονδρική εμπορία πλαστικών ειδών σκευών οικιακής χρήσης. Ότι, από τα τέλη του 2007 ξεκίνησαν οι μεταξύ τους διενέξεις, όταν τα τέκνα των εναγόμενων αδελφών του, με τη δική τους συνδρομή, επεδίωξαν να αναλάβουν τη διαχείριση της τρίτης εναγομένης, απομακρύνοντάς τον από κάθε εξουσία διαχείρισης. Ότι, στο πλαίσιο των διενέξεων αυτών, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, κατά το χρονικό διάστημα 2008-2010, διέπραξαν σε βάρος του σειρά αδικοπρακτικών ενεργειών, όπως πλαστογραφία, εξυβρίσεις, απειλές, συκοφαντικές δυσφημίσεις, σωματικές βλάβες, πράξεις οι οποίες αναλυτικά περιγράφονται σ' αυτή (αγωγή) και θίγουν βάναυσα την προσωπική του τιμή και επαγγελματική του υπόληψη. Ότι, εξαιτίας της έκρυθμης μεταξύ τους κατάστασης, τον Ιούνιο του 2010 προέβησαν στην οριστική εκκαθάριση των εταιρικών τους σχέσεων και στην αποχώρησή του από την τρίτη εναγομένη με τη μεταβίβαση της εταιρικής του συμμετοχής στους δύο πρώτους εναγόμενους. Ότι, παρά την τακτοποίηση των εταιρικών τους σχέσεων, το 2011, οι δύο πρώτοι εναγόμενοι επεδίωξαν και πέτυχαν σε βάρος του την έκδοση διαταγής πληρωμής, επικαλούμενοι εν γνώσει της αναλήθειας, ψευδείς ισχυρισμούς, προσβλητικούς για την τιμή και υπόληψή του. Ότι, επιπλέον, το ίδιος έτος, η τρίτη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρία, μετά από απόφαση των δύο πρώτων εναγόμενων, άσκησε σε βάρος του την ... /2011 αγωγή της, με την οποία του ζητούσε να της καταβάλει ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για τη φερόμενη προσβολή της φήμης της, τα αναφερόμενα σ' αυτή ποσά, καταλογίζοντας ψευδώς και εν γνώσει της αναλήθειας, σε βάρος του, πράξεις υπεξαίρεσης και απιστίας που φέρεται να τέλεσε επί ζημία της κατά το χρονικό διάστημα 2008 έως 2010, τα ψευδή δε αυτά γεγονότα που με την άσκηση της αγωγής διαδόθηκαν ενώπιον τρίτων προσώπων εμπλεκομένων στην απονομή της δικαιοσύνης θίγουν βάναυσα την τιμή και υπόληψή του. Ότι, από την προαναφερθείσα εξακολουθητική παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, η οποία προσβάλλει ευθέως την προσωπικότητά του, υπέστη ηθική βλάβη, για την απάμβλυνση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση. Με βάση δε αυτά, ζήτησε να αναγνωρισθεί αφενός ότι οι εναγόμενοι δεν έχουν καμία αξίωση εναντίον του από την εταιρική τους δραστηριότητα και αφετέρου ότι υποχρεούνται να του καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τις περιγραφόμενες σε βάρος του δικαστικές και εξώδικες ενέργειες το ποσό των 440.000 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την 14490/2015 απόφασή του, απέρριψε το σύνολο σχεδόν των αποδιδόμενων στους εναγόμενους παράνομων ενεργειών, εκτός από α) την πράξη της σωματικής βλάβης που φέρεται να τελέσθηκε σε βάρος του ενάγοντας την 1.6.2009, στην περιοχή της ..., από τον πρώτο εναγόμενο και τα τέκνα του, όταν του επιτέθηκαν και του προκάλεσαν με πρόθεση τις αναφερόμενες σωματικές βλάβες και β) την πράξη της συκοφαντικής δυσφήμισης, η οποία φέρεται να τελέσθηκε σε βάρος του από την τρίτη εναγομένη και τους άλλους δύο συνεναγόμενους ομορρύθμους εταίρους, με την άσκηση κατ' αυτού της ... /2011 αγωγής, με την οποία, όπως ισχυρίζεται, του καταλογίζουν ψευδώς και εν γνώσει της αναλήθειας, πράξεις απιστίας, ιδιοποίησης χρημάτων της και αθέμιτης ανταγωνιστικής συμπεριφοράς, κατά το χρόνο που βρισκόταν στη διαχείριση της εταιρίας, οι αιτιάσεις δε αυτές βλάπτουν βάναυσα την τιμή και υπόληψή του. Όσον αφορά την πρώτη πράξη, η ως άνω εκκαλουμένη την έκρινε ως εν μέρει κατ' ουσίαν βάσιμη και αναγνώρισε σε όλους τους εναγομένους την υποχρέωση να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 2.000 ευρώ. Αναφορικά δε με τη δεύτερη πράξη, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη ότι η προαναφερόμενη αγωγή αδικοπραξίας της τρίτης εναγόμενης είχε ελεγχθεί από το ομοιόβαθμο δικαστήριο στο οποίο είχε εισαχθεί και είχε απορριφθεί και ότι πλέον η υπόθεση εκκρεμούσε σε δεύτερο βαθμό, μετά από έφεσή που είχε ασκήσει η τρίτη εναγόμενη, δεν έλαβε θέση επί της αιτίασης του ενάγοντος για συκοφαντική σε βάρος του δυσφήμιση και ανέβαλε, κατά το μέρος αυτό, τη συζήτηση της αγωγής του μέχρι την αμετάκλητη περάτωση της προηγηθείσης δίκης της τρίτης εναγόμενης. Ακολούθως, μετά την έκδοση από το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης της 1097/2018 απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση της τρίτης εναγόμενης και επικυρώθηκε η 14059/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, όπως ελέχθη, είχε απορριφθεί η προαναφερόμενη αγωγή της από αδικοπραξία σε βάρος του ενάγοντος, ο τελευταίος, έχοντας δικαιωθεί αμετακλήτως, επανέφερε τη δική του αγωγή προσβολής προσωπικότητας σε βάρος όλων των εναγόμενων, κατά το μέρος που είχε ανασταλεί με την 14490/2015 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Μετά ταύτα, εκδόθηκε η ωσαύτως εκκαλουμένη 9559/2019 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία, θεωρώντας ότι, μετά την απόρριψη της αγωγής της τρίτης εναγόμενης, αποδεικνύεται ότι οι διαλαμβανόμενοι σ' αυτή σε βάρος του ενάγοντας ισχυρισμοί ήταν ψευδείς και έθιγαν την τιμή υπόληψή του, προτάθηκαν δε από όλους τους εναγόμενους ενώπιον των εμπλεκομένων φορέων της δικαιοσύνης εν γνώσει της αναλήθειάς τους, την έκανε εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τους εναγόμενους να καταβάλουν στον ενάγοντα, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την σε βάρος του τελεσθείσα αδικοπραξία και προσβολή προσωπικότητας, εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 3.000 ευρώ. Κατά αμφοτέρων των ως άνω αποφάσεων παραπονούνται οι εναγόμενοι για λόγους που ανάγονται τόσο στην εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, όσο και στην κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν, αφού εξαφανισθούν κατά το μέρος που έκαναν δεκτή την αγωγή του εφεσιβλήτου, να δικαστεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο και να απορριφθεί στο σύνολό της η σε βάρος τους αγωγή του αντιδίκου τους.
Με τον πρώτο λόγο της έφεσής του οι εναγόμενοι παραπονούνται ότι εσφαλμένα η 9559/2019 εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι με την άσκηση της με αρ. κατ. ... /2011 αγωγής της τρίτης εξ αυτών κατά του ενάγοντος στοιχειοθετήθηκε σε βάρος τους το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης, καθόσον τα λαβόντα γνώση των εμπεριεχόμενων στο αγωγικό δικόγραφο φερόμενων συκοφαντικών ισχυρισμών πρόσωπα (επιμελητές, δικαστικοί υπάλληλοι, δικαστές) δεν αποτελούν «τρίτα», κατά την έννοια του άρθρου 363 ΠΚ, πρόσωπα, αλλά πρόσωπα που συμπράττουν αναγκαία για την εξασφάλιση των δικαιωμάτων τους. Ωστόσο, γίνεται δεκτό ότι, κατά τις ανωτέρω διατάξεις, στην έννοια του "τρίτου", εφόσον δεν θεσπίζεται με αυτές οποιαδήποτε διάκριση, περιλαμβάνεται οποιοδήποτε, πλην του δυσφημούμενου, φυσικό πρόσωπο ή αρχή, επομένως και τα πρόσωπα, τα οποία έλαβαν γνώση του δυσφημιστικού ισχυρισμού ή της διάδοσης με οποιονδήποτε τρόπο, έστω και κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, όπως οι δικαστές, οι εισαγγελείς, οι υπάλληλοι του δικαστηρίου, οι δικηγόροι, οι δικαστικοί επιμελητές, τα μέλη πειθαρχικών συμβουλίων, επιτροπών, ανεξάρτητων αρχών κ.λ.π., αρκεί το γεγονός να είναι επιλήψιμο γι' αυτόν, στον οποίο αποδίδεται (ΟλΑΠ 3/2021 ΤΝΠ ΑΠ). Κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός της έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Με το δεύτερο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες μέμφονται την ίδια εκκαλουμένη (ΠΠΘ 9559/2019), διότι εσφαλμένα δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή του ενάγοντος, κατά το μέρος που στηρίζει τη συκοφαντική του δυσφήμιση στην άσκηση από την τρίτη εναγομένη της ... /2011 αγωγής της σε βάρος του, καθόσον δεν γίνεται σ' αυτήν (αγωγή του ενάγοντος) αναφορά των εμπεριεχόμενων στο αγωγικό δικόγραφο της τρίτης εναγομένης ισχυρισμών που θίγουν την τιμή και υπόληψή του. Ωστόσο, από την επισκόπηση της κρινόμενης αγωγής του ενάγοντος, προκύπτει ότι αυτός, για τη στοιχειοθέτηση της συκοφαντικής του δυσφήμισης από την τρίτη εναγομένη με την άσκηση της άνω αγωγής της, επικαλείται ότι με την αγωγή της τελευταίας προβλήθηκαν σε βάρος του οι εξής αβάσιμοι και προσβλητικοί ισχυρισμοί: «α) Ότι, δήθεν, από το Σεπτέμβριο του 2008 έως και τον Ιούνιο του 2010 η 3η εναγόμενη (εκεί ενάγουσα) απώλεσε σημαντικό μέρος του πελατολογίου της και υπέστη ζημίες ύψους 843.397,35 € από δική μου δήθεν «ανταγωνιστική συμπεριφορά» (βλ. στις σελ. 5 έως 15, υπό στοιχ. Δ' και 15 έως 19, υπό στοιχ. Ε' της ως άνω αγωγής), β) Ότι δήθεν παρέλειψα να εμφανίσω επιταγές των οποίων η 3η εναγόμενη ήταν δικαιούχος και έτσι εκείνη υπέστη «ζημία» ύψους 43.775,42 € (βλ. στις σελ. 19 έως 20, υπό στοιχ. Ζ' της ως άνω αγωγής), γ) Ότι δήθεν «αφαίρεσα» την 08.12.2009, την 30.06.2009 και την 17.07.2009 από τις εισπράξεις που πραγματοποιήθηκαν κατά τις προαναφερθείσες ημερομηνίες από την εγκατάσταση της οδού ... και δήθεν «ιδιοποιήθηκα» χωρίς νόμιμη αιτία ποσά 10.000 €, 20.000 € και 20.000 €, αντίστοιχα (βλ. στις σελ. 20 και 21, υπό στοιχ. Η1 της ως άνω αγωγής), α) Ότι δήθεν «ιδιοποιήθηκα» από το ταμείο της τρίτης εναγομένης ποσά 20.000 € την 10.04.2009, 10.000 € την 23.04.2009, 10.000 € την 30.04.2009 (ή 30.06.2009, όπως διορθώθηκε με τις Προτάσεις της ενάγουσας) και 3.400 € την 31.08.2009 (βλ. στη σελ. 21, υπό στοιχ. Θ' της ως άνω αγωγής), ε) Ότι, δήθεν, από το Μάιο του 2008 μέχρι και την 20.06.2010 «παρακράτησα» από εισπράξεις που «πραγματοποίησα» από πώληση εμπορικών αποθεμάτων της 3ης εναγόμενης (που βρίσκονταν αποθηκευμένα στις εγκαταστάσεις της οδού ... ) συνολικό ποσό 110.000 € (: 4.400 €/μήνα επί 25 μήνες) ως «επιχειρηματική μου αμοιβή» και δήθεν «ιδιοποιήθηκα» το προαναφερθέν ποσό (βλ. στις σελ. 22 και 23, υπό στοιχ. Γ της ως άνω αγωγής), στ) Ότι κατέβαλα δήθεν «κατά κατάχρηση του διευθυντικού μου δικαιώματος και της διαχειριστικής μου ιδιότητας» στην Ε. Σ. το ποσό των 29.058,66 €, «ιδιοποιούμενος» δήθεν χωρίς δικαίωμα αντίστοιχο ποσό από το ταμείο της 3ης εναγόμενης (βλ. στις σελ. 23 έως 25, υπό στοιχ. ίΑ' της ως άνω αγωγής), ζ) Ότι, δήθεν, διενήργησα (υποτιμολογημένες) πωλήσεις εμπορευμάτων της 3ης εναγόμενης προς τον αναξιόχρεο πελάτη της, Θ. Χ., παρά την αντίθεση των δύο πρώτων εδώ εναγόμενων (και τότε συνεταίρων μου) και ότι έτσι αυξήθηκε «με δική μου ευθύνη» το χρέος του ανωτέρω πελάτη έναντι της 3ης εδώ εναγόμενης κατά το ποσό των 16.028,37 € (βλ. σελ. 25 έως 26, υπό στοιχ. IB' της ως άνω αγωγής), η) Ότι, δήθεν, «υπεξαίρεσα» από την περιουσία της 3ης εναγόμενης και «ιδιοποιήθηκα» το ενεργητικό (: πάγιος εξοπλισμός και αδιάθετα εμπορικά αποθέματα) θυγατρικής εταιρίας της στη Βουλγαρία με την επωνυμία «....», συνολικής αξίας 60.793 ευρώ (βλ. σελ. 28 έως 28, υπό στοιχείο IB' της άνω αγωγής), θ) Ότι, με τις ανωτέρω «ενέργειές μου» προκάλεσα δήθεν, στην 3η εδώ εναγομένη «σοβαρή και μόνιμη ηθική βλάβη», προς αποκατάσταση της οποίας η τελευταία (3η εναγόμενη) ζητά την επιδίκαση του «εύλογου» ποσού των 100.000 ευρώ (στις σελ. 29 και 30, υπό στοιχ. ΙΔ' της άνω αγωγής)». Οι παραπάνω προβαλλόμενοι στο αγωγικό δικόγραφο της τρίτης εναγόμενης ισχυρισμοί, εφόσον αποδειχθούν ψευδείς, συνιστούν δυσφήμιση του ενάγοντας, καθόσον αναφέρονται σε γεγονότα, τα οποία είναι ικανά να θίξουν την τιμή και υπόληψη του, αφού τον εμφανίζουν ως διαπράττοντα σε βάρος της εγκλήματα απιστίας, υπεξαίρεσης και πράξεις αθέμιτης ανταγωνιστικής συμπεριφοράς, εφόσον δε οι ανωτέρω ψευδείς ισχυρισμοί αποδειχθεί ότι ελέχθησαν από τους νομίμους εκπροσώπους της τρίτης εναγομένης εν γνώσει της αναλήθειας, συγκροτούν το αστικό και ποινικό αδίκημα της συκοφαντικής δυσφίμησης. Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο έκρινε ως ορισμένο και νόμιμο τον ισχυρισμό του ενάγοντας περί διάπραξης σε βάρος του της πράξης της συκοφαντικής δυσφήμισης με την άσκηση της παραπάνω αγωγής από την τρίτη εναγόμενη, ορθά το νόμο εκτίμησε και συνακόλουθα ο προκείμενος λόγος εφέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος που εξετάσθηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο της 12.06.2015 με επιμέλεια του ενάγοντας εφεσιβλήτου και εμπεριέχεται στα ταυτάριθμα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, των μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενων εγγράφων των εκκαλούντων και από τα προσκομιζόμενα από τον εφεσίβλητο έγγραφα, μόνο εκείνων που γίνεται ρητή επίκληση στο δικόγραφο των προτάσεών του και συγκεκριμένα της ... /11 αγωγής της τρίτης εναγομένης, της 1097/2015 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, του από 04.01.2019 πιστοποιητικό μη άσκησης ενδίκων μέσων, της ... /2013 αγωγής του, της 14059/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, της .../2014 κλήσης του προς επαναφορά της ανασταλείσης αγωγής του και των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, όχι όμως και για όλα τα λοιπά προσκομιζόμενα από αυτόν έγγραφα, καθόσον δεν γίνεται νόμιμη επίκλησή τους στο δικόγραφο των προτάσεών του στο παρόν δικαστήριο, αφού τα αναφέρει αορίστως με έμμεση γενική παραπομπή σε όσα είχε επικαλεσθεί στο δικόγραφο των προτάσεών που είχε καταθέσει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 14490/2015 αποφάσεως του δικαστηρίου εκείνου [σημειωτέον ότι δεν είναι νόμιμη η επίκληση ότι προσκομίζονται όλα τα έγγραφα και σχετικά που προσκομίστηκαν πρωτόδικα και ότι γίνεται πάλι επίκλησή τους, δηλαδή με γενική παραπομπή ως προς τα αποδεικτικά μέσα στις πρωτόδικες προτάσεις με πς προτάσεις στο δεύτερο βαθμό (ΟλΑΠ 23/2008 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 368/2012 ΝοΒ 2012.1794, ΑΠ 1381/2011 ΝοΒ 2012.673, ΑΠ 1209/2011 ΝοΒ 2012.650)], αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Η τρίτη εναγόμενη με την με αρ. κατ. ... /2011 αγωγή της σε βάρος του ενάγοντος εξέθετε επί λέξει ότι «συστάθηκε το έτος 1966 με σκοπό τη χονδρική και λιανική εμπορία πλαστικών και λοιπών ειδών οικιακής χρήσης και μετά από αλλεπάλληλες τροποποιήσεις, με τελευταία αυτή που έλαβε χώρα με το από 2.4.2008 ιδιωτικό συμφωνητικό, ορίστηκαν διαχειριστές της, οι μοναδικοί τρεις εταίροι της, ήτοι ο εναγών και οι δύο αδελφοί αυτού Β. Σ. και Γ. Σ., πρώτος και δεύτερος των εναγόμενων, δυνάμενοι οι τρεις τους να την εκπροσωπούν μαζί ή μεμονωμένα έκαστος και μεταφέρθηκε η έδρα της από το ιδιόκτητο ακίνητο των τριών εταίρων επί της οδού ... αρ. ... στη Θεσσαλονίκη, στις νεόδμητες ιδιόκτητες εγκαταστάσεις της στη ... Θεσσαλονίκης. Ότι, ο ενάγων εταίρος της, προφασιζόμενος εκ των υστέρων ότι διαφωνούσε με τη μεταφορά της έδρας της, έπεισε τους λοιπούς διαχειριστές να παραμείνει ο ίδιος στο κτίριο που στέγαζε την παλαιό έδρα της, προκειμένου δήθεν να εξυπηρετεί από αυτό τη διερχόμενη πελατεία της, ενώ ο πραγματικός του σκοπός ήταν να ξεκινήσει να αναπτύσσει, κατόπιν οργανωμένου σχεδίου δράσης, κρυφά από την ίδια και τους λοιπούς εταίρους, ανεξάρτητη επιχειρηματική δραστηριότητα, με το ίδιο ακριβώς αντικείμενο δραστηριότητας με αυτήν, ανταγωνιζόμενος αυτήν αθέμιτα, με περαιτέρω σκοπό τη βλάβη της ίδιας. Ότι βάσει του ανωτέρω σχεδίου του και σε βάρος των συμφερόντων της ίδιας, συνέστησε αρχικώς την 5η Μαΐου του έτους 2008 από κοινού με τις θυγατέρες του Ε. και Θ. ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «Σ. Σ. και Σια ΟΕ» με καταστατική μεν έδρα ένα κατάστημα επί της οδού .... Θεσσαλονίκης αλλά πραγματική έδρα το ιδιόκτητο ακίνητο των τριών εταίρων επί της οδού ... αρ. ... στη Θεσσαλονίκη και ακολούθως την 31 η Αυγούστου του έτους 2008, αφού προηγουμένως αδρανοποίησε τις εργασίες της προαναφερόμενης εταιρείας, συνέστησε νέα ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «Θ. Σ. Ε. Σ.», στην οποία δεν συμμετείχε τυπικά ο ίδιος αλλά οι δύο θυγατέρες του Ε. και Θ., με καταστατική μεν έδρα ένα βιομηχανικό κτίριο στο ... χιλιόμετρο της εθνικής οδού Θεσσαλονίκης Κατερίνης, αλλά πραγματική έδρα το ιδιόκτητο ακίνητο των τριών εταίρων επί της οδού ... αρ. ... στη Θεσσαλονίκη, στις οποίες εταιρείες μετέφερε διαδοχικά το ιδιαίτερα επιτυχημένο επιχειρηματικό πλάνο της δικής της (ενάγουσας) εταιρείας, εκμεταλλευόμενος από το Μάιο του έτους 2008 μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2010 που αποχώρησε από τους κόλπους της με την εξαγορά της εταιρικής του μερίδας από τους έτερους διαχειριστές, την δική της υποδομή και τεχνογνωσία στον κλάδο αυτό και τις απόρρητες πληροφορίες ως προς τους δικούς της προμηθευτές και πελάτες που είχε αντλήσει από τη συμμετοχή του στη διαχείριση αυτής της ίδιας (τρίτης εναγόμενης), παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτό την υποχρέωση πίστεως και εχεμύθειας που είχε, ως διαχειριστής εταίρος αυτής. Ότι σημαντική στις ως άνω αθέμιτες ενέργειες και μεθοδεύσεις του ήταν η συμβολή της θυγατέρας του Θ. η οποία παράλληλα με την συμμετοχή της στην ως άνω δεύτερη ανταγωνιστική ομόρρυθμη εταιρεία, ήταν ταυτόχρονα και υπάλληλος της τρίτης εναγόμενης, ασκώντας τα υπαλληλικά της καθήκοντα στο κατάστημα της τρίτης εναγόμενης επί της οδού ... , από όπου άντλησε και αξιοποίησε προς όφελος της ανταγωνιστικής της εταιρείας όλα τα απόρρητα στοιχεία της σχετικά με την υποδομή και το πελατολόγιο της ενάγουσας, υπό την καθοδήγηση του ενάγοντας. Ότι ο ενάγων προμήθευσε διαδοχικά αμφότερες τις ως άνω ομόρρυθμες εταιρείες με ταυτόσημα εμπορεύματα με αυτά που εμπορεύεται η ίδια, ότι διέδιδε ότι οι ως άνω ομόρρυθμες εταιρίες είχαν συσταθεί με την έγκριση της ίδιας και αποτελούσαν μέλη του δικού της ομίλου, μιμούμενος πλήρως τον τρόπο παρουσίασης των δικών της προϊόντων με τη δημιουργία πανομοιότυπων τιμοκαταλόγων εκμεταλλευόμενος και την πληροφόρηση που είχε ως προς τη δική της πολιτική στο διαφημιστικό τομέα, ότι ελάμβανε τις τηλεφωνικές παραγγελίες των πελατών της ίδιας αλλά ότι υποχρέωνε τους υπαλλήλους της (τρίτης εναγόμενης) να τις εκτελούν στο όνομα και για λογαριασμό της ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας, εκδίδοντας προς τούτο και τα αντίστοιχα φορολογικά παραστατικά στοιχεία στο όνομα της τελευταίας, ότι απέσπασε αρχικώς από το Μάιο του έτους 2008 και μέχρι τα τέλη Αυγούστου του έτους 2008 προς όφελος της πρώτης ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας και εν συνεχεία από το Σεπτέμβριο του έτους 2008 μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2010 προς όφελος της δεύτερης ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας πολυάριθμους δικούς της πελάτες, ότι αρχικώς χρησιμοποιούσε τους μισθοδοτούμενους από την ίδια (τρίτη εναγόμενη) υπαλλήλους της για την προώθηση των εμπορευμάτων της δεύτερης ως άνω ομόρρυθμης εταιρίας και ότι ακολούθως απέσπασε αθέμιτα με την υπόσχεση υψηλών οικονομικών παροχών και προνομίων και ενέταξε σημαντικό αριθμό ικανού και έμπειρου προσωπικού της (ενάγουσας) στην ως άνω δεύτερη προαναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρία, όλα δε τα ανωτέρω τα έπραξε με μοναδικό σκοπό να βλάψει, να υπονομεύσει και να απομυζήσει την ίδια και με τις ως άνω ενέργειες του, να καταστήσει αυτήν κατά την αποχώρησή του μη υπολογίσιμο και αδύναμο ανταγωνιστή του. Ότι: 1) εξαιτίας της προαναφερόμενης αντισυμβατικής, αθέμιτα ανταγωνιστικής και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς του ενάγοντος, που εκδηλώθηκε κυρίως από τις αρχές του Σεπτεμβρίου 2008 με τη σύσταση της δεύτερης ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας μειώθηκε ο τζίρος της κατά τα έτη 2008, 2009 και το πρώτο εξάμηνο 2010 κατά ποσοστό 4,36% ετησίως, σε σχέση με την αυξητική τάση που παρουσίασε κατά μέσο όρο ετησίως κατά τα έτη 2000 2007, με συνέπεια να απωλέσει για το ανωτέρω χρονικό διάστημα συνολικό ποσό τζίρου ανερχόμενου σε 5.622.649 ευρώ, επί του οποίου τα καθαρά απωλεσθέντα κέρδη της ανέρχονται σε ποσοστό 15%, που αντιστοιχεί σε ζημία της συνολικού ποσού 843.397,35 ευρώ (5,622.649 X 15%), το οποίο οφείλει να της καταβάλει με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, 2) Ότι ο ενάγων, έχοντας αποκλειστικό σκοπό να την βλάψει, να την υπονομεύσει και να την οδηγήσει σε οικονομικό μαρασμό, παρέλειψε “δολίως να εμφανίσει εμπρόθεσμα προς πληρωμή 8 τραπεζικές επιταγές συνολικού ποσού 43.775,41 ευρώ που έλαβε από πελάτες χάριν εξόφλησης των πωληθέντων εμπορευμάτων της με συνέπεια την έκπτωση των δικαιωμάτων της αναγωγής της ίδιας κατά των εκδοτών και των οπισθογράφων, ως κομίστριας των επιταγών, που αντιστοιχεί σε ισόποση ζημία της, το οποίο οφείλει να της καταβάλει με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, 3) ότι ο ενάγων ιδιοποιήθηκε παράνομα τις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες από το ταμείο του υποκαταστήματος της επί της οδού ... τα αναφερόμενα σ’ αυτή χρηματικά ποσά, που εισέπραξε από πελάτες για λογαριασμό της με την ιδιότητά του ως διαχειριστή, τα οποία ενσωμάτωσε στην ατομική του περιουσία, το ύψος των οποίων ανήλθε συνολικά στο ποσό των 93.400 ευρώ, το οποία οφείλει να της καταβάλει νομιμότοκα από τότε που κάθε επιμέρους χρηματικό ποσό υπεξαιρέθηκε, 4) ότι από το Μάιο του έτους 2008 μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2010, ήτοι για χρονικό διάστημα 25 μηνών, ο ενάγων παρακράτησε για τον εαυτό του από το ταμείο της μηνιαίως το ποσό των 4.400 ευρώ, ήτοι προέβη σε απολήψεις συνολικού ποσού 110.000 ευρώ, ως συμφωνηθείσα αμοιβή λόγω της ιδιότητάς του ως διαχειριστή της ίδιας, που αντιστοιχεί σε ισόποση ζημία της, διότι δεν δικαιούτο να λάβει την ως άνω συμφωνηθείσα μηνιαία αμοιβή κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, καθόσον κατά τη διάρκεια αυτού, αυτός, ασκώντας παντελώς πλημμελώς τα διαχειριστικά του καθήκοντα, αμέλησε και αδιαφόρησε για τα συμφέροντα της ίδιας, προάγοντας πρωτίστως τα συμφέροντα των ως άνω ανταγωνιστικών εταιρειών, με την ως άνω αθέμιτη και ανταγωνιστική συμπεριφορά σε βάρος της και οφείλει να της το αποδώσει, νομιμότοκα από την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός που κάθε επι μέρους μηνιαία αμοιβή εισπράχθηκε, 5) ότι ο ενάγων, ενώ όφειλε ήδη από το Σεπτέμβριο του έτους 2008 να καταγγείλει την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της ίδιας (τρίτης εναγόμενης) με την απασχολούμενη θυγατέρα του Ε., διότι η τελευταία από τότε και εντεύθεν δραστηριοποιούνταν παράλληλα και στην ως άνω δεύτερη ανταγωνιστική ομόρρυθμη εταιρεία, αυτός εντούτοις κατά κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος, συνέχισε από το Σεπτέμβριο του έτους 2008 μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2010, να καταβάλει με χρήματα από το ταμείο της ίδιας για εργασιακές αποδοχές της θυγατέρας του το συνολικό ποσό των 29.058 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ισόποση ζημία της ίδιας και οφείλει να της το καταβάλει, νομιμότοκα από την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός που κάθε επιμέρους μηνιαίος μισθός / καταβλήθηκε στην ανωτέρω, 6) ότι ο ενάγων συνέχισε κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 16.6.2010 να προμηθεύει, κατά κατάχρηση της διαχειριστικής του ιδιότητας, τον αναφερόμενο στην αγωγή αναξιόχρεο πελάτη της με εμπορεύματα με πίστωση του τιμήματος, που δεν εισπράχθηκε ποτέ, παρά την αντίθεση των λοιπών διαχειριστών εταίρων, συμβάλλοντας (ο ενάγων) στη διόγκωση του ήδη υφιστάμενου σε βάρος της κατά την 1.1.2008 χρέους του εν λόγω πελάτη ανερχόμενου στο ποσά των 267.599,14 ευρώ, με αποτέλεσμα αυτό να ανέλθει την 16.6.2010 στο ποσό των 283.627,51 ευρώ, ήτοι να αυξηθεί το χρέος του κατά το ως άνω χρονικό διάστημα κατά το ποσό των 16.028,37 ευρώ, που αντιστοιχεί σε ισόποση ζημία της, το οποίο οφείλει να της καταβάλει με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, 7) ότι ο ενάγων ιδιοποιήθηκε παράνομα τον εναπομείναντα πάγιο εξοπλισμό και τα εμπορεύματα, συνολικής αξίας 60.793 ευρώ, ιδιοκτησίας μίας εδρεύουσας στη Βουλγαρία θυγατρική εταιρείας της ίδιας (τρίτης εναγόμενης), στην οποία ήταν διαχειριστής, τα οποία περιήλθαν στην κατοχή του μετά τη λύση και θέση σε εκκαθάριση της τελευταίας και όφειλε να τα επιστρέφει στην ίδια (τρίτη εναγόμενη), ποσό που αντιστοιχεί σε ισόποση ζημία της, το οποίο οφείλει να της καταβάλει με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση». Με βάση αυτό το ιστορικό ζήτησε η τρίτη εναγόμενη με την ως άνω αγωγή να υποχρεωθεί ο ενάγων να της καταβάλει ως αποζημίωση που αποτελούν τη θετική και αποθετική της ζημία, για τις ανωτέρω αιτίες, το συνολικό ποσό του 1.1 96.452,79 ευρώ, με το νόμιμο τόκο όπως ήδη προσδιορίστηκε ανωτέρω για κάθε επιμέρους κονδύλια, καθώς και το ποσό των 100.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη σε βάρος της άδικη, παράνομη και αθέμιτη συμπεριφορά του εναγόμενου που συνιστά και αδικοπραξία. Με άλλα λόγια, η τρίτη εναγόμενη, εκπροσωπούμενη κατά το χρόνο κατάθεσης της αγωγής από τους μοναδικούς της διαχειριστές, πρώτο και δεύτερο των εναγομένων, εξέθετε ότι οι υπ' αριθμ. 1, 2, 5 και 6 πράξεις του ενάγοντος συνιστούσαν κακουργηματική απιστία του άρθρου 390 ΠΚ ποσού άνω των 30.000 ευρώ κατ’ εξακολούθηση αυτού σε βάρος της τρίτης ίδιας, αφού, καίτοι βάσει του καταστατικού της εταιρείας βαρυνόταν με τη διαχείρισή της, εντούτοις εν γνώσει του ζημίωσε την περιουσία της κατά το ποσό των 932.259,13 ευρώ και ότι οι υπ’ αριθμ. 3, 4 και 7 πράξεις του ενάγοντος συνιστούν κακουργηματική υπεξαίρεση κατ’ εξακολούθηση του άρθρου 375 παρ. 2 εδ, β ΠΚ αντικειμένου αξίας άνω των 120.000 ευρώ από διαχειριστή ξένης περιουσίας και δη ποσού 271.193 ευρώ σε βάρος της, αφού βάσει του καταστατικού της εταιρείας βαρυνόταν με τη διαχείρισή της. Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ως άνω αγωγή με την υπ’ αριθμ. 14059/2013 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου απορρίφθηκε ως αόριστη ως προς τα υπό στοιχ. 1,6 και 7 κονδύλια και ως μη νόμιμη ως προς τα υπό στοιχ. 2 και 4 κονδύλια, κρίθηκε δε ορισμένη και νόμιμη μόνον ως προς τα υπό στοιχ. 3 και 5 κονδύλια καθώς και ως προς το συναφές κονδύλιο της ηθικής βλάβης. Από την επί της ουσίας έρευνα των ως άνω κριθέντων νομίμων αιτημάτων, επιπλέον έγινε δεκτό με την ως άνω απόφαση, αναφορικά με το υπό στοιχείο 3 κονδύλιο, ότι πράγματι ο ενάγων προέβη αρκετές φορές σε απολήψεις χρημάτων που είχαν περιέλθει στην κατοχή του από τις εισπράξεις πελατών της τρίτης εναγόμενης και ειδικότερα : α) την 8.12.2009, το ποσό των 10.000 ευρώ, β) την 30.6.2009 το ποσό των 20.000 ευρώ, γ) την 17.7.2009 το ποσό των 20.000 ευρώ, δ) την 10.4.2009 το ποσό των 20.000 ευρώ, ε) την 30.4.2009 το ποσό των 10.000 ευρώ και στ) την 31.8.2009 το ποσό των 3.400 ευρώ, ήτοι συνολικά το ποσό των 83.400 ευρώ, τα οποία αρνήθηκε να αποδώσει σε αυτήν, όχι όμως και ως προς το υπολειπόμενο ποσό των 10.000 ευρώ που επικαλείται η ενάγουσα ότι ανέλαβε την 23.4.2009 ο εναγόμενος από το ταμείο της του υπό στοιχείο 3 κονδυλίου. Αποδείχθηκε ωστόσο ότι ήδη πριν από την κατάθεση της ως άνω υπ’ αριθμ. ... /2011 αγωγής της τρίτης εναγόμενης, εκπροσωπούμενης από τους δύο πρώτους εξ αυτών, σε βάρος του ενάγοντος αυτοί είχαν εξωδίκως δηλώσει, ενεργούντες όπως αποδεικνύεται από το σύνολο των ενεργειών τους που συνιστούν οιονεί δικαιοπραξία και επ' ονόματι της τρίτης εναγόμενης ότι δεν έχουν αξίωση από την πράξη του ενάγοντος κατ’ άρθρο 384 παρ. 2 ΠΚ. Σημειωτέον ότι η συμφωνία αυτή μπορεί να γίνει και με κάθε δικαιοπραξία μεταξύ παθόντος και δράστη, κατά την οποία συμφωνείται η ικανοποίηση του πρώτου, καθώς και με κατάργηση της ενοχικής σχέσης και σύσταση νέας, με τρόπο ώστε η αξίωση από το αδίκημα να μην υπάρχει πλέον και με τη νέα δικαιοπραξία να επέρχεται πλήρης ικανοποίηση (ΑΠ 1661,1704/89 ΠΧ Μ 808,823, Μ. Μαργαρίτης, Ποινικός Κώδικας, άρθρο 379, αρ. 6). Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι με το από 15.10.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ του ενάγοντος και των δύο πρώτων εναγόμενων: α) ρυθμίστηκαν όλες οι επιμέρους λεπτομέρειες αναφορικά με τη συμφωνηθείσα μεταβίβαση της εταιρικής μερίδας του ενάγοντος στην τρίτη εναγόμενη και των ποσοστών συνιδιοκτησίας του πρώτου και του δεύτερου των εναγομένων σε ακίνητο συγκυριότητας και των τριών επί της οδού ... στη Θεσσαλονίκη και διευκρινίστηκε η σαφής πρόθεση των μερών για ταυτόχρονη κατάρτιση των δύο αυτών συμβάσεων μεταβίβασης, β) ορίστηκε το τίμημα μεταβίβασης της εταιρικής συμμετοχής του ενάγοντος και προσδιορίστηκε ο τρόπος καταβολής αυτού εκ μέρους των δύο αδελφών του, γ) ρυθμίστηκε ο χρόνος και ο τρόπος μεταβίβασης των εμπορευμάτων της τρίτης εναγόμενης που βρίσκονταν στο κατάστημα της οδού ... προς τον ενάγοντα, η αξία των οποίων προσδιορίστηκε στο ποσό των διακοσίων ενενήντα δύο χιλιάδων εκατόν είκοσι δύο ευρώ (292.122,00 €) και δ) συμφωνήθηκε η εκ μέρους της τρίτης εναγόμενης μεταβίβαση στον ενάγοντα πέντε (5) ανυψωτικών μηχανημάτων ηλεκτρικών, ενός (1) φορτηγού Mercedes και ενός (1) βαν Citroen και ρυθμίστηκε ο τρόπος υλοποίησής της. Ακόμη, με το ίδιο συμφωνητικό ρυθμίστηκαν όλες οι σχέσεις εκκαθάρισης που προέκυψαν από τη βασική συμφωνία του ενάγοντας με τους δύο πρώτους των εναγόμενων, αδελφούς του, που είχε συναφθεί ήδη από το Μάιο του 2008. Τέλος, με το ανωτέρω (από 15.06.2010) ιδιωτικό συμφωνητικό, συμφωνήθηκε η ελευθέρωση του ενάγοντος από την εγγυητική ευθύνη για δάνειο που είχε χορηγηθεί στην τρίτη εναγόμενη από την Εμπορική Τράπεζα και επαναλήφθηκε για ακόμη μια φορά η μεταξύ τους συμφωνία για ελεύθερη και αυτόνομη εμπορική και επιχειρηματική δραστηριοποίηση, χωρίς καμία απολύτως δέσμευση ως προς το είδος και το αντικείμενο αυτής. Σε εκτέλεση των άνω συμφωνηθέντων, την επόμενη ακριβώς ημέρα ο ενάγων με τους δύο αδελφούς του κατήρτισε το από 16.06.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης καταστατικού της τρίτης εναγόμενης, το οποίο δημοσιεύτηκε στο βιβλίο Εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αύξοντα αριθμό 2108/21.06.2010, δυνάμει του οποίου μεταβίβασε προς αυτούς πλήρως (αιτία πωλήσεως) την εταιρική του συμμετοχή στην τρίτη εναγόμενη και απέβαλε έτσι και τυπικά την εταιρική του ιδιότητα. Επίσης, στο ίδιο πλαίσιο διευθέτησης των διαφορών, την 16.06.2010 καταρτίστηκε και το υπ’ αριθ. .../16.06.2010 συμβόλαιο «αγοραπωλησίας ποσοστού (2/3) εξ αδιαιρέτου πολυώροφης οικοδομής» της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ. Σ. του Κ., με το οποίο οι αδελφοί Γ. και Β. Σ., μεταβίβασαν στον ενάγοντα κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, το ανήκον στον καθένα από αυτούς ποσοστό του ενός τρίτου (1/3) εξ αδιαιρέτου, δηλαδή συνολικά δύο τρίτα (2/3) εξ αδιαιρέτου από την εκεί αναλυτικά περιγραφόμενη οικοδομή, που είναι κτισμένη σε οικόπεδο κείμενο στη Θεσσαλονίκη επί της οδού ... αριθ. ... Παράλληλα, την ίδια ως άνω ημερομηνία (16.06.2010) και σε εκτέλεση των ανωτέρω συμφωνιών α) μεταβιβάστηκαν εκ μέρους της τρίτης εναγομένης όλα τα εμπορεύματα της που βρίσκονταν ή βρέθηκαν κατά το χρόνο εκείνο (από το Μάιο του 2008) στις εγκαταστάσεις της οδού ... , στην εταιρία με την επωνυμία «Σ. Σ. & ΣΙΑ Ο.Ε.» και β) μεταβιβάστηκαν από την τρίτη εναγόμενη στην εταιρία με την επωνυμία «Θ. Σ. Ε. Σ. Ο.Ε.» πέντε (5) ανυψωτικά ηλεκτρικά μηχανήματα, ένα (1) φορτηγό Mercedes και ένα (1) βαν Citroen. Συνεπώς αποδείχθηκε ότι για τον προσδιορισμό της αξίας της εταιρικής μερίδας του ενάγοντος στην τρίτη εναγόμενη εταιρία, για τη διανομή της εταιρικής περιουσίας, για την οριστικοποίηση των επιμέρους συμφωνιών του ενάγοντος με τους αδελφούς του και για την οριστική εκκαθάριση των μεταξύ τους σχέσεων, λήφθηκαν προηγουμένως υπόψη όλα τα στοιχεία που ιστορούσαν την περιουσιακή κατάσταση της εταιρίας [κύκλος εργασιών της κατά τα προηγούμενα έτη (τζίρος και καθαρά κέρδη), άϋλα δικαιώματα (επωνυμία, διακριτικός τίτλος κ.λπ.) και υλικά περιουσιακά στοιχεία (λ.χ. ακίνητο στη ..., εξοπλισμός, εμπορεύματα και μεταφορικά μέσα), αξιώσεις και υποχρεώσεις της εταιρίας έναντι οιουδήποτε τρίτου (λ.χ. οφειλές πελατών από αξιόγραφα και μη εξοφληθέντα τιμολόγια, οφειλές της εταιρίας προς και από το Δημόσιο)], αλλά και οφειλές του ενάγοντος, ήτοι και από αδικοπραξία προς την τρίτη εναγόμενη, οι οποίες σαφώς και ήταν γνωστές σ’ αυτήν, λαμβανομένου υπόψη ότι οι συνδιαχειριστές αδελφοί του ενάγοντος, τον οχλούσαν συνεχώς, κατά τη διάρκεια όλου του έτους που προηγήθηκε πριν την υπογραφή του εν λόγω συμφωνητικού (15.6.2010), να επιστρέφει στο ταμείο της τα χρήματα, που όλο το προηγούμενο διάστημα είχε αφαιρέσει, τα οποία κάθε φορά προσδιόριζαν κατά ποσό στις εξώδικες διαμαρτυρίες που του απέστελαν.
Επομένως, κατά τη διάρκεια των δύο περίπου ετών που μεσολάβησαν από την οριστική ρήξη των σχέσεων των εταίρων από το Μάιο του 2008 μέχρι την οριστική εκκαθάριση των διαφορών τους, έγινε αναλυτική καταγραφή όλων των περιουσιακών και άλλων στοιχείων και προσδιορίστηκε η χρηματική αξία αυτών, με βάση δε τα οικονομικά δεδομένα που προέκυψαν από την προαναφερθείσα διαδικασία, καταρτίστηκαν οι επιμέρους συμφωνίες που περιλήφθηκαν τόσο στο από 24.03.2009 «Μνημόνιο» όσο και στο από 15.06.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό και μεταξύ άλλων καθορίστηκε επακριβώς και το εταιρικό μερίδιο του ενάγοντος. Όλες οι ανωτέρω συμφωνίες δεν αμφισβητήθηκαν ποτέ από την τρίτη εναγόμενη, αλλά αντίθετα, έγιναν (τουλάχιστον εμπράκτως) αποδεκτές από αυτή, αφού η ίδια, αν και δεν συμβλήθηκε τυπικά στο από 15.06.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό, προχώρησε την αμέσως επόμενη ημέρα (16.06.2010) στις μεταβιβάσεις εμπορευμάτων και μηχανημάτων έργου που προαναφέρθηκαν. Κατόπιν των προηγηθέντων, έχοντας ο ενάγων την εύλογη πεποίθηση ότι με την υλοποίηση των ως άνω συμφωνιών εκκαθαρίστηκαν οριστικά και αμετάκλητα οι σχέσεις του, αφενός με τους αδελφούς του συνεταίρους και συνδιαχειριστές της τρίτης εναγόμενης και αφετέρου με την ίδια την τρίτη εναγόμενη, δέχτηκε να περιληφθεί στο από 15.06,2010 ιδιωτικό συμφωνητικό δήλωσή του ότι παραιτείται από κάθε εν γένει απαίτησή του κατά της εταιρίας (λ.χ. για αποζημίωση λόγω απασχόλησής του στη διαχείριση της εταιρείας, για τυχόν κέρδη παλαιοτέρων χρήσεων, για τυχόν δανειακές διευκολύνσεις του προς την εταιρία κ.λπ.), άλλως ότι συνομολογεί ρητά άφεση χρέους για τις αξιώσεις του αυτές. Περαιτέρω, και όσον αφορά την τελεσθείσα σε βάρος της τρίτης εναγόμενης απιστία του ενάγοντας (υπό στοιχείο 5 κονδύλια), η οποία συνίστατο στο ότι αυτός, ως διευθύνων την εταιρία, ενώ όφειλε από το Σεπτέμβριο του έτους 2008 να καταγγείλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της ίδιας (τρίτης εναγόμενης) με την απασχολούμενη θυγατέρα του Ε., διότι η τελευταία ενώ δραστηριοποιούνταν παράλληλα και στην ως άνω δεύτερη ανταγωνιστική ομόρρυθμη εταιρεία, αυτός εντούτοις κατά κατάχρηση του διευθυντικού του δικαιώματος, συνέχισε από το Σεπτέμβριο του έτους 2008 μέχρι και τον Ιούνιο του έτους 2010, να καταβάλει με χρήματα από το ταμείο της εταιρίας, για εργασιακές αποδοχές της θυγατέρας του, με αποτέλεσμα να τη ζημιώσει με το συνολικό ποσό των 29.058 ευρώ, αποδείχθηκε ότι η χρηματοδότηση αυτή της θυγατέρας του έλαβε χώρα με τη σιωπηρή συναίνεση όλων των λοιπών συνδιαχειριστών της τρίτης εναγόμενης, οι οποίοι, σε κάθε περίπτωση, μετά τις ανωτέρω συμφωνίες, δεν διατήρησαν για λογαριασμό της τρίτης εναγόμενης κάποια αξίωση από την πράξη αυτή σε βάρος του ενάγοντα. Τα ανωτέρω έγιναν δεκτά από την υπ’ αριθμ. 14.059/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία υπαγάγοντας τα περιστατικά αυτά στο πραγματικό της καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος του άρθρου 281 ΑΚ, απέρριψε την αγωγή ως προς τα δύο ως άνω αιτήματά της, που είχαν κριθεί νόμιμα. Κατά της ανωτέρω απόφασης η τρίτη εναγόμενη άσκησε την υπ' αριθμ. .../2013 έφεση ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο με την υπ’ αριθμ. 1097/2015 απόφαση, η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, αφού μετά την πάροδο τριετίας από την έκδοσή της δεν έχει ασκηθεί τακτικό ή έκτακτο ένδικο μέσο κατ’ αυτής (βλ. υπ’ αριθμ. .../2019 πιστοποιητικό Εφετείου Θεσσαλονίκης περί μη κατάθεσης ένδικων μέσων), με την ίδια αιτιολογία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε την έφεση. Η κατά τα άνω αμετάκλητη απόρριψη της αγωγής της τρίτης εναγόμενης σε βάρος του ενάγοντας δεν αποδεικνύει και την αναλήθεια των περιλαμβανόμενων σ' αυτήν προσβλητικών για την τιμή και υπόληψη του ισχυρισμών της, όπως ο τελευταίος ισχυρίζεται. Και τούτο διότι οι αιτιάσεις της εναγόμενης (ενάγουσας της αγωγής εκείνης), οι οποίες συνιστούν το περιεχόμενο της παρούσας αγωγής προσβολής προσωπικότητας του ενάγοντος, είτε δεν ελέγχθηκαν από το δικαστήριο εκείνο, διότι κρίθηκαν αόριστες ή μη νόμιμες, είτε ελέγχθηκαν μεν ως προς την ουσία τους, πλην όμως απορρίφθηκαν στο πλαίσιο ευοδώσεως της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος που πρόβαλε ο εναγών (εναγόμενος της αγωγής εκείνης), επικαλούμενος την αντιφατική συμπεριφορά της τρίτης εναγομένης (ενάγουσας της αγωγής εκείνης) να ασκήσει δικαιώματα, από τα οποία είχε προηγουμένως παραιτηθεί με την κατάρτιση της μεταξύ τους συμφωνίας διευθέτησης. Η επίκληση δε από τον ενάγοντα στο πλαίσιο της παραπάνω δίκης της ένστασης καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος της τρίτης εναγομένης, σημαίνει την, κατ' αρχήν, αποδοχή από αυτόν της ύπαρξης ενεργούς αξίωσης της τελευταίας, άρα και της βασιμότητας των επικαλούμενων ισχυρισμών της, καθώς βάλλει μόνο κατά της αδικαιολόγητης άσκησης των αξιώσεών της. Αλλά και ως προς την ποινική αξιολόγηση, η δήλωση του παθόντος περί εντελούς αποζημίωσής του από πράξεις υπεξαίρεσης και απιστίας αποτελεί έμπρακτη μετάνοια του κατηγορουμένου ζημιώσαντος, η οποία ισοδυναμεί με. αθώωσή του (ΑΠ 724/2015 Νόμος), πλην όμως δεν αποτελεί απόδειξη της μη συντέλεσης των περιστατικών που στοιχειοθετούν την αντικειμενική υπόσταση των παραπάνω εγκλημάτων. Σε κάθε πάντως περίπτωση, και αν ήθελε θεωρηθεί ότι οι περιλαμβανόμενοι στην ως άνω αγωγή της τρίτης εναγομένης προσβλητικοί σε βάρος του ενάγοντος ισχυρισμοί ήταν ψευδείς, δεν αποδεικνύεται ότι οι εναγόμενοι τελούσαν σε γνώση της αναλήθειάς τους, καθώς μόνη η εξώδικη τακτοποίηση των αστικών τους διαφορών, δεν οδηγεί αυτονοήτως στο συμπέρασμα ότι μετά από τη συμφωνία αυτή οι εναγόμενοι τελούσαν σε γνώση του ψεύδους των ισχυρισμών τους, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων (άλλωστε καμία τέτοια παραδοχή δεν περιλαμβάνεται στη συμφωνία), αλλά στο ότι αυτοί είχαν εσφαλμένη πεποίθηση ότι η επελθούσα συμφωνία τους δεν καλύπτει τις αξιώσεις της τρίτης εναγόμενης από τις προαναφερόμενες αδικοπρακτικές συμπεριφορές του ενάγοντος. Εάν όμως οι εναγόμενοι δεν γνώριζαν την αναλήθεια των ισχυρισμών τους, τότε η άσκηση της αγωγής της τρίτης εξ αυτών σε βάρος του ενάγοντος θα πρέπει να εκληφθεί ως ενέργεια προστασίας των δικαιωμάτων της, κατ' άρθρο 367 γ' ΠΚ, έστω και αν αυτή λόγω της προηγηθείσης συμφωνίας κατέστη τελικά απρόσφορη και απορρίφθηκε. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ότι η απόρριψη της αγωγής της τρίτης εναγόμενης επιβεβαιώνει την αναλήθεια των σε βάρος του ενάγοντος διαλαμβανόμενων σ' αυτή ισχυρισμών και περαιτέρω ότι στοιχειοθετείτο η πράξη της συκοφαντικής σε βάρος του δυσφήμισης και η εντεύθεν προσβολή της προσωπικότητάς του, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε.
Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι την 1-6-2009, στην περιοχή της ... Θεσσαλονίκης, ο πρώτος εναγόμενος, μαζί με τα τέκνα του Ε. και Λ., επιτέθηκαν στον ενάγοντα με κτυπήματα και του προκάλεσαν σωματική βλάβη και συγκεκριμένα εκχύμωση των μαλακών μορίων της έσω επιφάνειας του δεξιού βραχίονα, διαμέτρου 1,5 εκ. μικρή εκδορά στην έσω επιφάνεια της δεξιάς πηχεοκαρπικής χώρας, εκδορές τριβής δεξιού γόνατος και κάκωση (Δ) ημιθωρακίου. Για την πράξη αυτή ασκήθηκε σε βάρος του πρώτου εναγομένου ποινική δίωξη και παραπέμφθηκε για να δικαστεί από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης για το αδίκημα της σωματικής βλάβης. Όπως δε προκύπτει από το προσκομιζόμενο από τους εναγόμενους απόσπασμα της 12784/2014 απόφασης του Γ' Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, η αποδιδόμενη στον πρώτο εναγόμενο πράξη, κατ' επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, χαρακτηρίστηκε ως ελαφρά σωματική βλάβη και έπαυσε η ποινική του δίωξη λόγω παραγραφής. Ωστόσο, η ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του πρώτου εναγομένου προσέβαλε τη σωματική ακεραιότητα του ενάγοντα και του προκάλεσε ηθική βλάβη, για την απάμβλυνση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση. Μετά ταύτα, το δικαστήριο, εκτιμώντας το είδος της εν λόγω προσβολής, τη βαρύτητά της, τη συγγενική τους σχέση, την έκταση της βλάβης του ενάγοντος, τις συνθήκες τέλεσης αυτής, τη βαρύτητα του πταίσματος του πρώτου εναγόμενου, την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών, κρίνει ότι προσήκει ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση η καταβολή του ποσού των χιλίων πεντακοσίων (1.500 ευρώ), το ποσό δε αυτό οφείλει μόνο ο πρώτος εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα, δεν ενέχει δε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιηθέντος μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού που απορρέει από τη συνταγματική αρχή του Κράτους Δικαίου, όπως έχει ήδη ρητώς καθιερωθεί στο αναθεωρηθέν άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος και υιοθετείται σταθερά από τη Νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΑΠ 132/2006 Δ 2006,877), θέτοντας παράλληλα ως μέτρο ότι το Δικαστήριο της ουσίας δεν πρέπει μεν να υποβαθμίζει την απαξία της πράξεως επιδικάζοντας χαμηλό ποσό χρηματικής ικανοποίησης, όμως συγχρόνως δεν πρέπει, με ακραίες εκτιμήσεις, να καταλήγει σε εξουθένωση του ενός μέρους και αντίστοιχο υπέρμετρο πλουτισμό του άλλου, διότι τούτο υπερακοντίζει το σκοπό που επιδίωξε ο νομοθέτης, ήτοι την αποκατάσταση της τρωθείσας διά της αδικοπραξίας κοινωνικής ειρήνης (ΑΠ 1183/2006 ΕλλΔνη 47,1444, ΑΠ 132/2006 Δ 2006,877).
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την 14490/2015 απόφασή του έκρινε ότι από την παραπάνω αδικοπραξία του πρώτου εναγομένου ευθύνονται, εις ολόκληρον με αυτόν, και οι λοιποί εναγόμενοι, καθώς και ότι πρέπει, για την πράξη αυτή, να επιδικαστεί σε βάρος του πρώτου εναγομένου, αδελφού του ενάγοντος, το ποσό των 2.000 ευρώ, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε.
Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως ουσία βάσιμη, κατά μερική παραδοχή των προαναφερομένων λόγων της, περαιτέρω δε να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση και κατά τα μη θιγόμενα κεφάλαια για την ενότητα της εκτέλεσης και αφού κρατηθεί η υπόθεση για εκδίκαση στο παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 ΚΠολΔ), να δικαστεί κατ' ουσίαν, να απορριφθεί ως προς τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων, να γίνει εν μέρει δεκτή ως προς τον πρώτο εναγόμενο και να αναγνωριστεί ότι ο εναγόμενος τούτος υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα, για την παραπάνω αιτία, το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ, χωρίς επιπλέον επιδίκαση τόκων, καθώς δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα. Επίσης, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων και συγκεκριμένα μεταξύ του ενάγοντος και των δύο πρώτων εναγομένων, λόγω της μεταξύ τους συγγενικής σχέσης και σε σχέση με την τρίτη εναγόμενη λόγω του ότι η εφαρμογή του κανόνα δικαίου που εφαρμόστηκε και αφορούσε την έννοια του «τρίτου» στη διάπραξη του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμισης, ενόψει της ισχυρής διακύμανσης της νομολογίας μέχρι την απόφαση 3/2021 της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (179 ΚΠολΔ). Τέλος, λόγω της εν μέρει έστω νίκης των εκκαλούντων, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή σε αυτούς του παράβολου της έφεσης (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ' αντιμωλία των διαδίκων
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ' ουσίαν την από 27.9.2019 (αρ. κατ. πρωτοδικείου ... /2019 και αρ. κατ. εφετείου ... /2019) έφεση.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ τις εκκαλούμενες 14490/2015 και 9559/2019 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης
ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 24-2-2013 (αρ. κατ. ... /2013 αγωγή.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτή ως προς τους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων.
ΔΕΧΕΤΑΙ αυτή εν μέρει ως προς τον πρώτο εναγόμενο.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εναγόμενο στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του παράβολου της έφεσης στους εκκαλούντες.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στη Θεσσαλονίκη στις 4 Φεβρουαρίου 2022 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στη Θεσσαλονίκης, στις 4 Μαρτίου 2022, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και με την παρουσία του Γραμματέως.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης , Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]