ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΠΛΗΜΜΕΛΕΙΟΔΙΚΩΝ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 49/2024
Πρόεδρος: Ε. Στασινόπουλος (Πρόεδρος Πλημμελειοδικών)
Δικαστής: Άννα Γαραντζιώτη (Πλημμελειοδίκης)
Δικαστής: Αντιγόνη Σταμολέκα (Πλημμελειοδίκης)
Εισαγγελεύς: Πόπη Παπανδρέου (Εισαγγελεύς Πλημμελειοδικών)
Με το ως άνω βούλευμα έγινε δεκτή η πρόταση της Εισαγγελέως Πόπης Παπανδρέου, η οποία έχει ως εξής:
I. Εισάγω ενώπιον του Συμβουλίου σας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρ. 30 παρ. 2 και 4, 138 παρ. 1, 170, 171 παρ. 1 δ΄, 172 παρ. 1, 174, 175 παρ. 1 και 176 παρ. 1 ΚΠΔ, τις από 20.9.2023 αιτήσεις των (1) ., κατοίκου Ι.... […], (2) ... κατοίκου .... […], και (3) ..., κατοίκου ... […], για ακύρωση πράξεως της προδικασίας της ποινικής υπόθεσης με A.B.M. […] και […] της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, με τις οποίες ζητούν –κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου τους– να κηρυχθούν άκυρες οι μαρτυρικές καταθέσεις της ..., οι οποίες λήφθηκαν στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργείται για την διερεύνηση της νομιμότητας υλοποίησης της Σύμβασης ..../2014 από την «... Α.Ε.» (εφεξής...), όσον αφορά το έργο «Ανάταξη και Αναβάθμιση του Συστήματος Σηματοδότησης – Τηλεδιοίκησης και Αντικατάσταση 70 Αλλαγών Τροχιάς σε Εντοπισμένα Τμήματα του Άξονα Αθήνα-Θεσσαλονίκη-Προμαχώνας» (εφεξής Σύμβαση ...), στο πλαίσιο ποινικής δικογραφίας που σχηματίστηκε στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία με αφορμή την από 5.5.2022 ανώνυμη καταγγελία που υποβλήθηκε στο Γραφείο των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων στην Αθήνα και την από 28.11.2022 απόφαση ανάληψης της αντίστοιχης εθνικής υπόθεσης από τον Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, μετά την ανάσυρση αυτής από το Αρχείο και την διαβίβασή της στο Γραφείο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Επί των υπό κρίση αιτήσεων επάγομαι ενώπιον του Συμβουλίου σας τα ακόλουθα: […]
II. […] Το άρ. 210 περ. α΄ του νέου ΚΠΔ, κατά το οποίο «με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας δεν εξετάζονται ως μάρτυρες στο ακροατήριο α) όσοι άσκησαν εισαγγελικά ή ανακριτικά καθήκοντα ή έργα γραμματέα της ανάκρισης στην ίδια υπόθεση …» εισάγει εξαίρεση από την υποχρέωση μαρτυρίας, καθώς καθιερώνει απαγόρευση εξέτασης ως μαρτύρων ορισμένων προσώπων, με ποινή ακυρότητας της διαδικασίας. Έτσι, τυχόν παραβίασή της επάγεται σχετική (και όχι απόλυτη) ακυρότητα. Πρόκειται για νομοθετικά θεσμοθετημένη αποδεικτική απαγόρευση γενικής φύσης που αφορά σε όλους τους μάρτυρες, κατηγορίας ή υπεράσπισης. Ο δικαιολογητικός της λόγος έγκειται στο ασυμβίβαστο της ιδιότητας του μάρτυρα με την λειτουργία που επιτελούν ορισμένα πρόσωπα στην ποινική δίκη (περ. α΄) και περαιτέρω με την υποψία περί προκατάληψης των προσώπων αυτών [βλ. ΑιτΕκθ Σχεδίου ΚΠΔ, εκδ. Ζαχαρόπουλου 1950 σελ. 473]. Να σημειωθεί ότι το άρ. 210 περ. α΄ του νέου ΚΠΔ, ως ισχύει, επαναλαμβάνει αυτούσια την απαγόρευση μαρτυρικής εξέταση που προβλεπόταν στο άρ. 211 περ. α΄ του προϊσχύσαντος ΚΠΔ που αφορούσε στα πρόσωπα που άσκησαν εισαγγελικά, ανακριτικά ή έργα γραμματέα της ανάκρισης.
Η διάταξη προβλέπει ότι απαγορεύεται ρητά η εξέταση των απαριθμούμενων σε αυτήν προσώπων ως μαρτύρων κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο. Σύμφωνα με την κρατούσα άποψη τόσο στην θεωρία όσο και στη νομολογία γίνεται δεκτό ότι η απαγόρευση ισχύει μόνο στην επ’ ακροατηρίω διαδικασία και επομένως δεν απαγορεύεται η εξέταση των προσώπων αυτών και η αποδεικτική αξιοποίηση της κατάθεσης τους στην προδικασία [ΣυμβΑΠ. 1703/2001 ΠΛογ 2001/2024, ΑΠ 362/1995 ΠοινΧρ ME/739, ΣυμβΑΠ 609/1986 ΠοινΧρ 1986/699, ΣυμβΑΠ 1149/1976 ΠοινΧρ 1977/444· ΠλημΛαρ 385/2013 Νόμος· Λ. Μαργαρίτης, Εμβάθυνση στην Ποινική Δικονομία, τόμ. I. 2006, σελ. 359].
Ωστόσο, έχει υποστηριχθεί και η αντίθετη –μη κρατούσα αλλά εύλογη– άποψη ότι η απαγόρευση εξέτασης ως μαρτύρων και η εντεύθεν αποδεικτική αξιοποίηση της εξέτασης αυτής ισχύει και στο στάδιο της προδικασίας [έτσι ΣυμβΠλημΛευκ 175/2005 με σύμφωνη εισαγγελική πρόταση Κ. Σοφουλάκη ΠοινΔικ 2005/1402, ΣυμβΠλημΣερ 54/2002 με σύμφωνη εισαγγελική πρόταση Η. Σεφερίδη και σύμφωνες παρατηρήσεις Γ. Συλίκου, ΠραξΛογΠΔ 2001/582· Α. Τριανταφύλλου, Ζητήματα μαρτυρικής απόδειξης στην ποινική δίκη, 2014, σελ. 65], τμήμα της οποίας αποτελεί και το στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης. Η άποψη αυτή εστιάζει κυρίως στα εξής σημεία: α) ότι εφ’ όσον ο νομοθέτης απαγόρευσε το μείζον, ήτοι την εξέταση και την αποδεικτική αξιοποίηση των μαρτυρικών καταθέσεων αυτών στο ακροατήριο, δεν είναι ανεκτή η λήψη και αποδεικτική αξιοποίησή τους στην προδικασία, ενόψει του ότι η συγκεκριμένη απαγόρευση πηγάζει από την υπόνοια μεροληψίας των προσώπων αυτών, β) ότι η προδικασία δεν έχει αυτοτελή και αυτοδύναμη υπόσταση και λειτουργία στην όλη ποινική διαδικασία, αλλά κατατείνει, όπως υποδηλώνει και το όνομά της, στην προπαρασκευή της διαδικασίας στο ακροατήριο (άρ. 239 ΚΠΔ) και γ) ότι εάν δεν γίνει δεκτή η ισχύς της συγκεκριμένης αποδεικτικής απαγόρευσης κατά την προδικασία, καθίσταται δυνατός ο επηρεασμός ανακριτή, εισαγγελέα και δικαστικών συμβουλίων κατά την λήψη αποφάσεων για καίρια ζητήματα (λ.χ. τον χαρακτηρισμό της αξιόποινης πράξης, την λήψη μέτρων δικονομικού καταναγκασμού κ.λπ.) από πρόσωπα που ο νομοθέτης θεωρεί ότι βαρύνονται με υπόνοιες μεροληψίας για την υπόθεση και, άρα, η κατάθεσή τους συνιστά επισφαλές αποδεικτικό μέσο που δεν έχει υποστεί την δικαστική βάσανο του ακροατηρίου.
Ακολούθως, αναφορικά με την περ. α΄ του άρ. 210 του νέου ΚΠΔ γίνεται δεκτό ότι δεν μπορούν να εξεταστούν ως μάρτυρες στο ακροατήριο τα πρόσωπα εκείνα που, μεταξύ άλλων, στην ίδια υπόθεση άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα. Ο όρος «ανακριτικά» καθήκοντα υποδηλώνει και τα «προανακριτικά» καθήκοντα [ΑΠ 2135/2009 ΠοινΧρ 2010/682, ΑΠ 1261/2009 Ισοκράτης, ΑΠ 925/2009 Νόμος, ΑΠ 1296/1983 ΠοινΧρ 1984/207], ενώ περιλαμβάνει και την προκαταρκτική εξέταση [Λ. Μαργαρίτης, Εμβάθυνση στην Ποινική Δικονομία, Θεωρία-Νομολογία, 2006, σελ. 359, Α. Κωνσταντινίδης, όπ. παρ., σελ. 124]. Εάν τα συγκεκριμένα πρόσωπα δεν άσκησαν ανακριτικά καθήκοντα στην ίδια υπόθεση, επιτρέπεται κανονικά η εξέτασή τους ως μαρτύρων [ΑΠ 152/2009 ΠΛογ 2009/92, ΑΠ 69/1981 ΠοινΧρ 1981/449]·
Ως ανακριτικά καθήκοντα νοούνται οι ενεργούμενες από ανακριτή ή ανακριτικό υπάλληλο πράξεις προς βεβαίωση του εγκλήματος και της ενοχής ή της αθωότητας του κατηγορουμένου [ΑΠ 1391/2010 ΠοινΧρ 2011/459, ΑΠ 1295/2010 ΠοινΧρ 2011/442, ΑΠ 2045/2009 ΝοΒ 2010/2066]. Ως τέτοια νοούνται η εξέταση μάρτυρα [ΑΠ 311/2013, ΑΠ 1684/2005], η λήψη απολογίας [ΑΠ 936/1974], η σύνταξη και υπογραφή έκθεσης αυτοψίας [ΑΠ 31/2013], η διενέργεια έρευνας [ΑΠ 1031/2016], η κατάσχεση [ΑΠ 2265/2009], η σύλληψη κατηγορουμένου [βλ. και ΣτρατΞανθ 260/2011 ΠοινΧρ 2013/389·Χ. Σεβαστίδη, ΚΠΔ – Ερμηνεία κατ’ άρθρο, τόμ. III, 2015, υπό άρ. 211, σελ. 2525, Μ. Μαργαρίτη, ΕρμΚΠΔ, υπό άρ. 211, αριθ. 5, σελ. 417].
Στην έννοια των προσώπων που ασκούν ανακριτικά καθήκοντα, υπάγονται οι γενικοί ή ειδικοί προανακριτικοί υπάλληλοι (άρ. 31 ΚΠΔ), οι οποίοι διενεργούν προκαταρκτική εξέταση, προανάκριση ή αυτεπάγγελτη προανάκριση κατ’ άρ. 245 παρ. 1 ΚΠΔ και είναι επιφορτισμένοι με την συλλογή του αποδεικτικού υλικού, σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που θέτει κάθε φορά ο νόμος [ΑΠ 304/2012 ΠοινΧρ-2012/737, ΑΠ 1833/2011 ΠοινΔικ 2012/854 (περίλ.)].
Κατά την ερμηνεία της διάταξης του άρ. 210 περ. α΄ του νέου ΚΠΔ από την πρόσφατη αρεοπαγιτική νομολογία γίνεται δεκτό ότι από την διάταξη αυτή – η οποία πρέπει να ερμηνευθεί στενά, ως εισάγουσα εξαίρεση στη χρήση αποδεικτικού μέσου, με εξισορρόπηση αφενός του συμφέροντος του κατηγορουμένου, ο οποίος δεν θα πρέπει να έχει αντιμέτωπό του ως μάρτυρα κατηγορίας πρόσωπο που ενδέχεται να έχει αποκτήσει προκατάληψη εναντίον του, λόγω της άσκησης των ως άνω καθηκόντων, και αφετέρου του σκοπού της ποινικής δίκης, που είναι η αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας (άρ. 177 παρ. 1 και 179 εδ. α΄ ΚΠΔ). Ως άσκηση ανακριτικών καθηκόντων νοείται η διενέργεια οποιοσδήποτε ανακριτικής ή προανακριτικής πράξεως από τακτικό ή ειδικό ανακριτή ή από γενικό ή ειδικό προανακριτικό υπάλληλο, κατά τη διάρκεια κυρίας ανακρίσεως ή προανάκρισης, που είναι τυπικές διαδικασίες (άρ. 241 εδ. α΄, 243 και 246 παρ. 1 ΚΠΔ) και όχι οποιαδήποτε άλλη πράξη ή υλική ενέργεια υπαλλήλου, η οποία γίνεται στο πλαίσιο της άσκησης των γενικών υπηρεσιακών καθηκόντων αυτού και συνδέεται με την διαπίστωση κάποιας αξιόποινης συμπεριφοράς, χωρίς, όμως, να αποτελεί τυπική ανακριτική πράξη και χωρίς να έχει επισυμβεί κατά την άσκηση τυπικών ανακριτικών ή προανακριτικών καθηκόντων. Η αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε στο αποτέλεσμα να θεωρούνται ως ανεπιτήδειοι μάρτυρες όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι (αστυνομικοί και άλλοι, οι οποίοι, λόγω βαθμού η θέσεως, είτε έχουν την ιδιότητα του ανακριτικού υπαλλήλου είτε όχι), οι οποίοι κατά την άσκηση των εν γένει καθηκόντων τους συνέβαλαν στην αποκάλυψη κάποιας εγκληματικής πράξεως. Κάτι τέτοιο, όμως, ουδόλως θα βοηθούσε στην πραγματική ανακάλυψη της αλήθειας και για το λόγο αυτό δεν μπορεί ούτε στη θέληση του ιστορικού νομοθέτη να βρισκόταν ούτε σε μια αντικειμενικά δίκαιη δίκη να οδηγήσει [ΑΠ 638/2023 αδημ., ΑΠ 1018/2011 ΠοινΧρ 2012/359].
Υπό το ίδιο πρίσμα, το Ανώτατο Ακυρωτικό έκρινε ότι δεν εμπίπτουν στην αποδεικτική απαγόρευση του άρ. 210 περ. α΄ ΚΠΔ οι αστυνομικοί οι οποίοι δεν ενήργησαν κάποια ανακριτική πράξη, αλλά απλώς συνέλεξαν γνώσεις και στοιχεία που θα μπορούσαν να είναι χρήσιμα για την περαιτέρω επεξεργασία της υπόθεσης από τις αρμόδιες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές, και την ανακάλυψη της αλήθειας [ΑΠ 1016/2020 Νόμος, ΑΠ 1018/2011]. Επίσης, ο Άρειος Πάγος, επικύρωσε την απόφαση του Δικαστηρίου να απορρίψει την ένσταση εξαίρεσης μάρτυρος κατηγορίας – αστυνομικού, για τον λόγο ότι άσκησε προανακριτικά καθήκοντα εκ του ότι άκουσε τις απομαγνητοφωνημένες συνομιλίες, με βάση την σκέψη ότι ο μάρτυρας αυτός δεν είχε ασκήσει προανακριτικά καθήκοντα, αφού η τυχόν γνώση από μέρους τού του περιεχομένου των απομαγνητοφωνημένων τηλεφωνικών συνομιλιών (που αποκτήθηκαν νομίμως με την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου), κατά την διάρκεια της συμμετοχής του στην αστυνομική έρευνα για την αποκάλυψη της εγκληματικής δράσης του κατηγορουμένου, δεν συνιστά άσκηση προανακριτικών καθηκόντων στην υπόθεση αυτή [ΑΠ 787/ 2020 Νόμος].
Πρέπει να τονισθεί, περαιτέρω, ότι η αποδεικτική απαγόρευση του άρ. 210 περ. α΄ ΚΠΔ δεν είναι απόλυτη. Κατά το παρελθόν, με διατάξεις ειδικών νόμων, εισήχθησαν εξαιρέσεις από την εφαρμογή του αντίστοιχου άρ. 211 περ. α΄ ΚΠΔ, για το λόγο ότι στις προβλεπόμενες σε αυτές περιπτώσεις, η ανάγκη εξέτασης στο ακροατήριο των συγκεκριμένων ανακριτικών υπαλλήλων και η αναμενόμενη συνεισφορά τους στην αποδεικτική διαδικασία, αξιολογήθηκε από το νομοθέτη ως υπέρτερη της προκατάληψης που τυχόν τους διακατέχει, λόγω της προηγούμενης εμπλοκής τους στην υπό εξέταση υπόθεση [Α. Τριανταφύλλου, όπ. παρ. σελ. 97· Α. Κωνσταντινίδης, Η απόδειξη στην ποινική δίκη, 2012, σελ. 104]. Τέτοια ήταν η διάταξη του άρ. 30 παρ. 23 του Ν. 3296/2004 («φορολογία εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων, φορολογικοί έλεγχοι και άλλες διατάξεις»), όπου ορίζεται ότι η διάταξη του άρ. 174 του Ν. 2960/2001, κατά το οποίο «οποιοσδήποτε Οικονομικός Υπάλληλος (Οικονομικός Επιθεωρητής, Υπάλληλος Τελωνείου, Δημοσίων Οικονομικών Υπηρεσιών, Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος), όταν ενεργεί ανακριτικές πράξεις για λαθρεμπορία ή συμμετέχει σε αυτές, δεν αποκλείεται να εξεταστεί ως μάρτυρας, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο», εφαρμόζεται ανάλογα κατά περίπτωση και στο σύνολο των υποθέσεων του προσωπικού του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (ΣΔΟΕ, πρώην Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων-ΥΗΕΕ). Έτσι, ειδικά για τους υπαλλήλους του ΣΔΟΕ, η ως άνω εξαίρεση του άρ. 174 του Ν. 2960/2001 ισχύει για το σύνολο των υποθέσεων στις οποίες ενεργούν νομίμως ανακριτικά καθήκοντα και επομένως τα πρόσωπα αυτά πάντοτε επιτρέπεται να καταθέτουν ως μάρτυρες [ΑΠ 1028/2012 Νόμος, ΑΠ 570/2012 Νόμος ΑΠ 763/2009 Νόμος, ΑΠ 568/2008 ΠοινΔικ 2008/1470].
Επίσης, προς την ίδια κατεύθυνση το Ανώτατο Ακυρωτικό έχει δεχθεί ότι δεν εμπίπτουν στην αποδεικτική απαγόρευση του άρ. 210 περ. α΄ ΚΠΔ οι ακόλουθες περιπτώσεις υπαλλήλων, οι οποίοι επιτρεπτώς εξετάζονται ως μάρτυρες, αφού δεν θεωρείται ότι ασκούν εν προκειμένω ανακριτικά καθήκοντα, ήτοι: α) ο αστυνομικός που ήταν υπηρεσιακά αρμόδιος κατά την άρση του απορρήτου και παρακολούθηση τηλεφωνικών συνδιαλέξεων προσώπων που έλαβαν την ιδιότητα του κατηγορουμένου, και που ήταν υπεύθυνος της διενέργειας των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων και επέλεξε από τις απομαγνητοφωνήσεις τα ενδιαφέροντα τμήματα, τα οποία κατέγραψε σε πρακτικά απομαγνητοφώνησης, με βάση την σκέψη ότι ο αποκλεισμός εξέτασης ως μαρτύρων, αναφέρεται σε πρόσωπα, τα οποία με την δικονομική ιδιότητα του ανακριτικού ή προανακριτικού υπαλλήλου, συνέταξαν εκθέσεις εξέτασης μαρτύρων, εκθέσεις κατασχέσεως και ενήργησαν εν γένει ανακριτικά καθήκοντα, και όχι τα αστυνομικά όργανα που ασχολήθηκαν με την ιδιότητά τους αυτή με την συλλογή στοιχείων και την εξιχνίαση και βεβαίωση του εγκλήματος, καθότι σε διαφορετική περίπτωση πολλές αξιόποινες πράξεις βαριάς εγκληματικότητας θα παρέμεναν ακαταδίωκτές, λόγω έλλειψης μαρτυρίας τρίτων προσώπων [ΑΠ 2369/2007 ΠΛογ 2007/1689]· έτσι, κατά το Ανώτατο Ακυρωτικό, δεν εμπίπτουν στην αποδεικτική απαγόρευση τα πρόσωπα που διενήργησαν στην πραγματικότητα την ανακριτική πράξη της καταγραφής και απομαγνητοφώνησης των συνομιλιών των κατηγορουμένων κατά την άρση του τηλεφωνικού απορρήτου, στην συνέχεια, όμως, δεν υπέγραψαν την έκθεση απομαγνητοφώνησης, β) οι αστυνομικοί που συνέταξαν το διαβιβαστικό για την υπόθεση στον Εισαγγελέα [ΑΠ 1031/2016 Νόμος], γ) εκείνοι που συνέλεξαν πληροφορίες για το έγκλημα [ΑΠ 1018/2011 ΠοινΧρ 2012/359, ΑΠ 98/1954 ΠοινΧρ 1954/233], αλλά και δ) εκείνοι οι προανακριτικοί υπάλληλοι που με την ιδιότητά τους ασχολήθηκαν ουσιαστικά και καθ’ οιονδήποτε τρόπο με την συλλογή των στοιχείων για την εξιχνίαση και τη βεβαίωση ορισμένου εγκλήματος και ως εκ τούτου έχουν γνώση των συνθηκών τέλεσης αξιόποινης πράξης [ΑΠ 2369/2007 ΠΛογ 2007/1689].
Τέλος, όσον αφορά ειδικά στους υπαλλήλους που διενήργησαν Ένορκη Διοικητική Εξέταση, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Μέχρι την θέση σε ισχύ του Ν. 3160/2003 κρατούσα στην θεωρία και τη νομολογία ήταν η άποψη ότι ο υπάλληλος που διενήργησε ΕΔΕ δεν εμπίπτει στην απαγόρευση του άρ. 211 περ. α΄ του προϊσχύσαντος ΚΠΔ και συνεπώς επιτρέπεται να καταθέσει ως μάρτυρας [βλ. όλως ενδεικτικά ΣυμβΑΠ 609/1986 ΠοινΧρ 1986/699· ΓνμδΕισΑΠ (Κ. Κόλλια) 28/22.7.1952, ΠοινΧρ 1952/456]. Μετά την αντικατάσταση όμως με το Ν. 3160/2003 των άρ. 43 παρ. 1 και 47 παρ. 2 του ΚΠΔ, εξομοιώθηκαν προκαταρκτική εξέταση, ΕΔΕ και αστυνομική προανάκριση και δόθηκε έδαφος να υποστηριχθεί η άποψη ότι η απαγόρευση μαρτυρίας ισχύει και για τους διενεργήσαντες ΕΔΕ υπαλλήλους [βλ. ενδεικτικά ΑΠ 2374/2007 ΠοινΔικ 2008/822, ΑΠ 730/2007 ΠραξΛογΠΔ 2007/265].
Τελικά, το ζήτημα επιλύθηκε ΑΠ Ολ. 4/2008 σύμφωνα με την οποία οι υπάλληλοι που διενήργησαν ΕΔΕ μπορούν να καταθέσουν ως μάρτυρες μη υπαγόμενοι στην απαγόρευση της σχετικής διάταξης, για τους ακόλουθους λόγους: Ο λόγος της εξαίρεσης των προσώπων αυτών που άσκησαν ανακριτικά ή προανακριτικά καθήκοντα, στηρίζεται στην προκατάληψη που ο νομοθέτης θεωρεί ως ενδεχόμενο να έχουν υπέρ ή κατά του κατηγορουμένου, λόγω της άσκησης των καθηκόντων τους. Το επιχείρημα, όμως, ότι ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος ισχύει και στην περίπτωση των ενεργησάντων διοικητική εξέταση δεν είναι αρκετό να οδηγήσει στη σκέψη ότι και αυτοί δεν πρέπει να εξετάζονται ως μάρτυρες ενόψει του ότι α) ανακριτικοί και διοικητικοί υπάλληλοι δεν ταυτίζονται, β) στόχος της ποινικής δίκης είναι η αναζήτηση της ουσιαστικής αλήθειας και οι διατάξεις που προβλέπουν εξαίρεση χρήσεως ενός αποδεικτικού μέσου, όπως είναι η ανωτέρω διάταξη πρέπει να ερμηνεύονται στενά, γ) ο νομοθέτης του Ν. 3160/2003, από τον οποίο αντικαταστάθηκαν οι διατάξεις των άρ. 43 παρ. 1 εδ. β΄ και γ΄, και 47 παρ. 2 ΚΠΔ, δεν τροποποίησε την διάταξη του άρ. 211 (νυν 210), ώστε να περιληφθούν σε αυτήν και οι διενεργήσαντες διοικητική εξέταση υπάλληλοι, και δ) όταν ο ίδιος ο νομοθέτης κάμπτει σε πολλές περιπτώσεις την εφαρμογή της διάταξης αυτής και επιτρέπει την εξέταση ως μαρτύρων και των ενεργησάντων ακόμη ανακριτικά καθήκοντα (περιπτώσεις ανακριτικών πράξεων για λαθρεμπορία – άρ. 63 παρ. 1 ΑγορΚωδ, άρ. 122 Ν. 3030/1954, 7 παρ. 4 Ν. 2331/1995, 421 παρ. 3 ΚΠΔ) θα είναι εκτός του γράμματος και του σκοπού της διάταξης η επέκταση εφαρμογής της σε περιπτώσεις που δεν ορίζει ρητώς η ίδια η διάταξη.
ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, στον απόηχο του σιδηροδρομικού δυστυχήματος που συνέβη στα Τέμπη την 28.2.2023, διενεργείται ήδη από την 28.11.2022 αυτοπρόσωπη προκαταρκτική εξέταση από το Γραφείο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην Αθήνα με αντικείμενο την διερεύνηση της νομιμότητας των διαδικασιών υλοποίησης των ακόλουθων δύο συμβάσεων: 1) της Σύμβασης ... για το έργο «Ανάταξη και Αναβάθμιση του Συστήματος Σηματοδότησης-Τηλεδιοίκησης και Αντικατάσταση 70 Αλλαγών Τροχιάς σε Εντοπισμένα Τμήματα του Άξονα Αθήνα-Θεσσαλονίκη-Προμαχώνας» – Υποέργο 1, ποσού 41.297.174,41 ευρώ (χωρίς αναθεώρηση και ΦΠΑ), η οποία υπογράφηκε την 26.9.2014 μεταξύ του Προέδρου του Δ.Σ. και Διευθύνοντα Συμβούλου της .... και των νομίμων εκπροσώπων της Κοινοπραξίας Εργοληπτικών Επιχειρήσεων με την επωνυμία «[…]», και 2) της 1ης Συμπληρωματικής Σύμβασης του έργου «Ανάταξη και αναβάθμιση του συστήματος Σηματοδότησης-Τηλεδιοίκησης και Αντικατάσταση 70 Αλλαγών Τροχιάς σε εντοπισμένα τμήματα του άξονα Αθήνα-Θεσσαλονίκη-Προμαχώνας» […] Υποέργο 4, η οποία υπογράφτηκε την 19.5.2021, μεταξύ της Ε. και της Κοινοπραξίας Εργοληπτικών Επιχειρήσεων με την Επωνυμία: «[…]» και τον διακριτικό τίτλο «[…]», νομίμως εκπροσωπούμενων, αξίας 13.320.240 ευρώ (χωρίς αναθεώρηση και ΦΠΑ).
Αμφότερες οι ανωτέρω Συμβάσεις (υποέργο 1 και υποέργο 4) συγχρηματοδοτούνται από το Ταμείο Συνοχής –με την ενωσιακή συνδρομή στην προκειμένη περίπτωση να ανέρχεται σε ποσοστό 85%– στο πλαίσιο της πράξης «Εκσυγχρονισμός Σηματοδότησης-Τηλεδιοίκησης και εγκατάσταση ETCS level 1 σε εντοπισμένα τμήματα του σιδηροδρομικού άξονα Αθήνα-Θεσσαλονίκη-Προμαχώνας (πλην Τιθορέα-Δομοκός)» […].
Τα διερευνώμενα εγκλήματα είναι: 1) η απάτη σχετική με τις επιχορηγήσεις στο πλαίσιο συγχρηματοδοτούμενου επιχειρησιακού προγράμματος, με αντικείμενο ιδιαιτέρως μεγάλης αξίας που υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ελληνικού Δημοσίου, τελεσθείσας από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, 2) η ηθική αυτουργία στην υπό στοιχείο (1) αξιόποινη πράξη, τελεσθείσα από κοινού, κατ’ εξακολούθηση και μη, 3) η ψευδής βεβαίωση με σκοπό προσπορισμού σε άλλον αθέμιτου οφέλους, το συνολικό ποσό του οποίου υπερβαίνει συνολικά τις εκατόν είκοσι χιλιάδες (120.000) ευρώ, τελεσθείσα από κοινού, 4) η ηθική αυτουργία στην υπό στοιχείο (3) αξιόποινη πράξη τελεσθείσα από κοινού, και 5) η απιστία σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ελληνικού Δημοσίου, εκ της οποίας η ζημία που προκλήθηκε υπερβαίνει συνολικά το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ, τελεσθείσα κατ’ εξακολούθηση και μη, εγκλήματα που φέρονται ότι τελέσθηκαν στην Ελλάδα, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2015 έως το έτος 2021, τα οποία προβλέπονται στα άρ. 1, 2 παρ. 1, 13 περ. α΄, 14, 16, 17, 26, 27 παρ. 1, 45, 46 παρ. 1, 48, 49 παρ. 1, 94, 98, 242 παρ. 3 – 1, 386Β παρ. 1 και 390 παρ. 2 – 1 νΠΚ σε συνδυασμό με το άρ. 26 παρ. 3 που Ν. 4689/2020 και τα άρθρα 2, 15, 28, 30, 37, 48, 49, 54, 57, 61 του Ν. 3669/2008 περί κατασκευής Δημοσίων Έργων και τιμωρούνται σε βαθμό κακουργήματος.
Στο πλαίσιο της υπό εξέλιξη προκαταρκτικής εξέτασης, μεταξύ άλλων, εξετάσθηκε ενόρκως ως μάρτυρας την 30.3.2023, την 12.4.2023 και την 26.5.2023 η .... (ήδη Ελεγκτής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής), η οποία στο παρελθόν, α) κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο έως τον Δεκέμβριο του 2018 συμμετείχε ως εμπειρογνώμονας στο ελεγκτικό κλιμάκιο της Ε.Δ.ΕΛ. […] και στη συνέχεια β) ως Επιθεωρητής στον έλεγχο που διενήργησε το Σώμα Επιθεωρητών Ελεγκτών Δημόσιας Διοίκησης […] στο πλαίσιο της δικογραφίας με αριθ. Α.Β.Μ. […], που αφορούσε τον έλεγχο, μεταξύ άλλων, και της Σύμβασης ..../2014. Στην τελευταία, όμως, περίπτωση η συμμετοχή της ως άνω μάρτυρος στον έλεγχο τερματίστηκε την 27.5.2021, όταν και έλαβε με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου την τροποποίηση της εντολής ελέγχου […], διά μέσου της οποίας πληροφορήθηκε την αντικατάστασή της στον εν λόγω έλεγχο από έτερο ελεγκτή της ΕΑΔ […].
Ο ανωτέρω έλεγχος, εν τούτοις, όπως προκύπτει από την ίδια τη με αριθ. πρωτ. […]/1.10.2018 απόφαση της Προέδρου της Ε.Δ.ΕΛ. αλλά και από την 7.2.2019 ‘Έκθεση Οριστικών Αποτελεσμάτων Ελέγχου, δεν διατάχθηκε στο πλαίσιο διενέργειας ορισμένης προκαταρκτικής εξέτασης, όπως εσφαλμένα θεωρεί ό πρώτος αιτών (...), ούτε στο πλαίσιο Ένορκης Διοικητικής Εξέτασης, όπως εσφαλμένα διατείνονται οι δεύτερος και τρίτος, αιτούντες (.... και .....), αλλά στο πλαίσιο των διοικητικών – ελεγκτικών αρμοδιοτήτων της Ε.Δ.ΕΛ., ως μηχανισμού αρμόδιου για τον έλεγχο όλων των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων του ΕΣΠΑ 2014-2020, σύμφωνα με τις αρμοδιότητες που έχουν προσδιορισθεί στο π.δ. 142/2017 και στο Ν. 4314/2014.
Σχετικώς, όπως προκύπτει ιδίως από το άρ. 11 παρ. 1 και 2 περ. α΄ και β΄, 5 και 7 του Ν. 4314/2014. «1. Αρχή Ελέγχου της παρ. 4 του άρθρου 123 του Κανονισμού (ΕΚ) 1303/2013 για όλα τα ΕΠ του ΕΣΠΑ 2014-2020 και του ΕΠ «Αλιεία και Θάλασσα 2014-2020» ορίζεται η Επιτροπή Δημοσιονομικού Ελέγχου (Ε.Δ.ΕΛ.), η οποία συγκροτείται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και υπάγεται στη Γενική Γραμματεία Δημοσιονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών. – 2. Η Ε.Δ.ΕΛ. έχει την ευθύνη για τον έλεγχο της ορθής λειτουργίας του συστήματος διαχείρισης και ελέγχου των ΕΠ του ΕΣΠΑ 2014-2020 και του ΕΠ “Αλιεία και Θάλασσα 2014-2020”. Στο πλαίσιο αυτό η Ε.Δ.ΕΛ. αναλαμβάνει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: (α) Διασφαλίζει τη διενέργεια ελέγχων για την επαλήθευση της αποτελεσματικής λειτουργίας του συστήματος διαχείρισης και ελέγχου των ΕΠ. (β) Διασφαλίζει ότι οι έλεγχοι των πράξεων πραγματοποιούνται σε κατάλληλο δείγμα για την επαλήθευση των δηλωθεισών στην Επιτροπή δαπανών. Για το σκοπό αυτόν διαμορφώνει, κατά κανόνα, μεθοδολογία στατιστικής δειγματοληψίας πράξεων. Μη στατιστική μέθοδος δειγματοληψίας μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά την επαγγελματική κρίση της Αρχής Ελέγχου, σε δεόντως αιτιολογημένες περιπτώσεις, σύμφωνα με τα διεθνή ελεγκτικά λογιστικά πρότυπα, καθώς και σε κάθε περίπτωση όταν ο αριθμός των πράξεων μίας λογιστικής χρήσης δεν είναι επαρκής, ώστε να επιτρέπει τη χρήση στατιστικής μεθόδου. – 5. Η Ε.Δ.ΕΛ. διασφαλίζει ότι το έργο του ελέγχου ασκείται λαμβάνοντας υπόψη διεθνώς αποδεκτά πρότυπα ελέγχου … – 7. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών δύναται να συγκροτούνται επιτροπές ή ομάδες εργασίας για την υποβοήθηση του έργου της Ε.Δ.ΕΛ. Με την ίδια απόφαση καθορίζονται οι αμοιβές των μελών των επιτροπών ή των ομάδων εργασίας, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις», αλλά και από το άρ. 12 παρ. 1, παρ. 2 περ. α΄, παρ. 7 περ. α΄ και παρ. 8 του ίδιου ως άνω Νόμου, «1. Για τις ανάγκες της εκτέλεσης των ελέγχων και τη λειτουργία της Ε.Δ.ΕΛ. συστάθηκαν στη Γενική Διεύθυνση Ελέγχων Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων της Γενικής Γραμματείας Δημοσιονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών οργανικές μονάδες (Διευθύνσεις και Αυτοτελή Τμήματα), σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο π.δ. 142/2017 (A΄ 181), όπως ισχύει κάθε φορ … – 2. (α) Οι υπάλληλοι που υπηρετούν στις οργανικές μονάδες της παραγράφου 1 και είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Δημοσιονομικών Ελεγκτών και Ελεγκτών της Ε.Δ.ΕΛ., θεωρούνται, κατά την έννοια του νόμου, αυτού ελεγκτικά όργανα … – 7. α) Σε εξαιρετικές περιπτώσεις και μόνο κατόπιν αιτιολογημένης και διαπιστωμένης αδυναμίας της Ε.Δ.ΕΛ. να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ελέγχου πράξεων της περ. β της παρ. 2 του άρθρου 11, λόγω του εξειδικευμένου αντικειμένου τους, η διενέργεια των ελέγχων αυτών δύναται να ανατεθεί σε ελεγκτικές εταιρείες, που δεν σχετίζονται, με οποιονδήποτε τρόπο, με τη διαχείριση των προγραμμάτων, την υλοποίηση των έργων και την πιστοποίηση των δαπανών … – 8. (α) Μετά το πέρας του ελέγχου, το όργανο ελέγχου των παρ. 6 και 7, συντάσσει έκθεση προσωρινών αποτελεσμάτων ελέγχου, στην οποία περιλαμβάνει και τυχόν συστάσεις για τη λήψη αναγκαίων δημοσιονομικών διορθώσεων, και την υποβάλλει στην αρμόδια Διεύθυνση Ελέγχου Διαχείρισης Συγχρηματοδοτούμενων Προγραμμάτων. Η Διεύθυνση αυτή, αφού ελέγξει την πληρότητα της έκθεσης, την κοινοποιεί στον ελεγχόμενο, στην οικεία Διαχειριστική Αρχή και στον κατά περίπτωση ενδιάμεσο φορέα διαχείρισης, στην Αρχή Πιστοποίησης και στην Εθνική Αρχή Συντονισμού. Οι ανωτέρω φορείς έχουν δικαίωμα να υποβάλουν εγγράφως αντιρρήσεις ή και παρατηρήσεις εντός αποκλειστικής προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την ημέρα επίδοσης της έκθεσης ελέγχου. Μετά την παρέλευση της ανωτέρω προθεσμίας, οι εκθέσεις προσωρινών αποτελεσμάτων ελέγχου με τις τυχόν αντιρρήσεις ή και παρατηρήσεις των ανωτέρω φορέων και σχετική εισήγηση της εκάστοτε αρμόδιας Διεύθυνσης Ελέγχου εξετάζονται από την Ε.Δ.ΕΛ., η οποία εγκρίνει και οριστικοποιεί τα αποτελέσματα των ελέγχων. Στη συνεδρίαση της Ε.Δ.ΕΛ. δύναται να παρευρίσκονται, μετά από πρόσκλησή της, οι φορείς που υπέβαλαν αντιρρήσεις ή και παρατηρήσεις, για την υποστήριξη των θέσεών τους. Τα οριστικά αποτελέσματα των ελέγχων της Ε.Δ.ΕΛ. κοινοποιούνται σε όλους τους ανωτέρω φορείς, καθώς και σε όποιο φορέα κρίνεται από την Ε.Δ.ΕΛ. αναγκαία η κοινοποίηση. Στις περιπτώσεις διαπίστωσης σημαντικού ευρήματος με δημοσιονομική επίπτωση ή υπόνοιας απάτης, τα οριστικά αποτελέσματα των ελέγχων της Ε.Δ.ΕΛ. κοινοποιούνται επιπλέον και στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας. Σε περίπτωση που διαπιστωθεί αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθείσα δαπάνη, εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα στο άρθρο 33. Η αρμοδιότητα για την έκδοση των αποφάσεων δημοσιονομικής διόρθωσης και ανάκτησης των αχρεωστήτως ή παρανόμως καταβληθεισών δαπανών ανήκει στην Ε.Δ.ΕΛ., εφαρμοζόμενης της παρ. 8 του άρθρου 15 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας. β) Η Ε.Δ.ΕΛ., σε συνέχεια αξιολόγησης των αποτελεσμάτων των ελέγχων της, καθώς και των επιτόπιων επαληθεύσεων που διενεργούνται από τις Διαχειριστικές Αρχές ή τους Ενδιάμεσους Φορείς Διαχείρισης, και ύστερα από εισήγηση της Διεύθυνσης Σχεδιασμού και Αξιολόγησης Ελέγχων, μπορεί να απευθύνει συστάσεις για οριζόντιες δημοσιονομικές διορθώσεις και λοιπά διορθωτικά μέτρα στην οικεία Διαχειριστική Αρχή και στον κατά περίπτωση Ενδιάμεσο Φορέα Διαχείρισης, στην Αρχή Πιστοποίησης και στους ελεγχόμενους φορείς …».
Εντεύθεν προκύπτει ότι η κατά τα ανωτέρω συμμετοχή της μάρτυρα ... στην ομάδα ελέγχου της Ε.Δ.ΕΛ. δεν συνιστά «άσκηση (προ)ανακριτικών καθηκόντων στην ίδια υπόθεση», όπως απαιτεί το άρ. 210 περ. α΄ ΚΠΔ, με συνέπεια η εξέταση αυτής ως μάρτυρα να μην εμπίπτει στην τελευταία αυτή αποδεικτική απαγόρευση και, συνακόλουθα, να μην προκαλείται σχετική ακυρότητα της διαδικασίας, όπως εσφαλμένα διατείνονται οι αιτούντες. Εξάλλου, όπως ήδη έγινε δεκτό με την υπ’ αριθ. 4/2008 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, ανακριτικοί και διοικητικοί υπάλληλοι δεν ταυτίζονται, ενώ ακόμη κι εάν ήθελε θεωρηθεί ότι ο έλεγχος της Ε.Δ.ΕΛ. εξομοιούται με Ένορκη Διοικητική Εξέταση, όπως αβάσιμα επικαλούνται οι αιτούντες, και πάλι είναι επιτρεπτή η εξέταση της ως άνω μάρτυρος στην ποινική διαδικασία, καθόσον παγίως γίνεται δεκτό τόσο από την ΑΠ Ολ. 4/2008, όσο και από νομολογία του Ανωτάτου Ακυρωτικού που ακολούθησε, ότι οι υπάλληλοι που διενήργησαν ΕΔΕ στην ίδια υπόθεση μπορούν να καταθέσουν ως μάρτυρες, μη διεπόμενοι από την απαγόρευση της διάταξης του άρ. 210 περ. α΄ ΚΠΔ [βλ. ΑΠ 113/2023 αδημ., ΑΠ 638/2023 αδημ., ΑΠ 469/2018 ΠοινΔικ 2019/649, ΑΠ 1000/2016 Νόμος, ΑΠ 550/2014 Νόμος, ΑΠ 609/2012 ΠραξΛογΠΔ 2012/649, ΑΠ 1833/2011 Νόμος, ΑΠ 1130/2011 Νόμος, ΑΠ 1295/2010 ΠοινΧρ 2011/442, ΑΠ 930/2010 ΠοινΔικ 2011/264, ΑΠ 925/2009 Νόμος].
Στην προκειμένη περίπτωση, ειδικότερα, όπως προκύπτει από την […] Εντολή διενέργειας Επιθεώρησης – Ελέγχου του Ειδικού Γραμματέα ΣΕΕΔΔ (μετέπειτα ΕΑΔ), οι Επιθεωρητές Ελεγκτές Δημόσιας Διοίκησης .... και ....., έλαβαν εντολή από τον Ειδικό Γραμματέα του ΣΕΕΔΔ για την διενέργεια Επιθεώρησης – Ελέγχου στο πλαίσιο της με αριθ. Α.Β.Μ. […] Εισαγγελικής Παραγγελίας διενέργειας συμπληρωματικής προκαταρκτικής εξέτασης της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, με αντικείμενο τον έλεγχο νομιμότητας των διαδικασιών ανάθεσης και υλοποίησης της δημόσιας σύμβασης του έργου «Ανάταξη και Αναβάθμιση, του συστήματος σηματοδότησης – τηλεδιοίκησης και αντικατάσταση 70 αλλαγών τροχιάς σε εντοπισμένα τμήματα του άξονα Αθήνα-Θεσσαλονίκη-Προμαχώνας» (Α.Δ.....), και παραγγέλθηκαν, μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου, να υποβάλουν σχετική έκθεση, σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρ. 5 παρ. 5 α΄ του Ν. 3074/2002. Πλην όμως, όπως ήδη αναφέρθηκε, η συμμετοχή της .... στο συγκεκριμένο έλεγχο τερματίστηκε την 27.5.2021, οπότε έλαβε μέσω email την τροποποίηση της εντολής ελέγχου […], διά της οποίας πληροφορήθηκε την αντικατάστασή της από τον ελεγκτή της ΕΑΔ Δ.Τ. Έκτοτε, από την 1.11.2021, ανέλαβε καθήκοντα ελεγκτή στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όπου απασχολείται μέχρι και σήμερα.
Όπως προκύπτει από την από Αυγούστου 2021 Έκθεση Επιθεώρησης – Ελέγχου της ΕΑΔ που υποβλήθηκε στον Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος (στον οποίο είχε στο μεταξύ διαβιβαστεί η ως άνω ποινική δικογραφία από την Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών), το πόρισμα του σχετικού ελέγχου της ΕΑΔ στον ελεγχόμενο φορέα ....., με αντικείμενο την εξέταση της διαδικασίας ανάθεσης και υλοποίησης της δημόσιας σύμβασης έργου: «Ανάταξη και Αναβάθμιση του συστήματος σηματοδότησης – τηλεδιοίκησης και αντικατάσταση 70 αλλαγών τροχιάς σε εντοπισμένα τμήματα του άξονα Αθήνα-Θεσσαλονίκη-Προμαχώνας» με αριθμό διακήρυξης ΑΔ ...., συντάχθηκε εξολοκλήρου και υπογράφεται από τους Επιθεωρητές – Ελεγκτές της ΕΑΔ, ... και ....., οι οποίοι διενήργησαν ως προανακριτικοί υπάλληλοι και το σύνολο των αναγκαίων προανακριτικών πράξεων στην υπόθεση αυτή, και όχι από τη μάρτυρα ...., η οποία είχε επίσημα απομακρυνθεί από τον έλεγχο.
Η ως άνω μάρτυρας, καθό χρόνο της είχε ανατεθεί συμμετοχή στον έλεγχο πριν την αντικατάστασή της, ουδεμία πράξη προς βεβαίωση του εγκλήματος και της ενοχής ή της αθωότητας των υπόπτων ενήργησε [ΑΠ 1391/2010 ΠοινΧρ 2011/459, ΑΠ 1295/2010 ΠοινΧρ 2011/442, ΑΠ 2045/2009 ΝοΒ 2010/2066], όπως λ.χ. εξέταση μαρτύρων [ΑΠ 311/2013, ΑΠ 1684/2005], λήψη απολογίας [ΑΠ 930/1974], σύνταξη και υπογραφή έκθεσης αυτοψίας [ΑΠ 31/2013], διενέργεια κατ’ οίκον έρευνας [ΑΠ 1031/2016] ή κατάσχεση [ΑΠ 2265/2009]. Οι μόνες ενέργειες στις οποίες προέβη η .... πριν από την τροποποίηση της εντολής ελέγχου και την αντικατάστασή της από άλλο ελεγκτή της ΕΑΔ, ήταν η αποστολή την 13.4.2021 του με αριθ. πρωτ. […] εγγράφου προς την ...., διά του οποίου ζητούσε στοιχεία από την ..... αιτούμενη «να δηλωθούν οι έγγραφες ενέργειες τον Αναδόχου, εάν προέβη ο Ανάδοχος στην άνευ κόστους υποχρέωση εκπόνησης μελέτης εφαρμογής, αν ο Ανάδοχος μετά την έγκριση των μελετών … παρείχε όλο τον εξοπλισμό που απαιτείται, συνοπτική περιγραφή αναφορικά με το ανεκτέλεστο … αντικείμενο της εργολαβίας …», αλλά και «αν ο Ανάδοχος έχει διενεργήσει όλες τις απαιτούμενες προσαρμογές και δοκιμές έτσι ώστε το σύνολο του εξοπλισμού να παρέχει ένα πλήρες, ενιαίο λειτουργικό και ασφαλές σύστημα αμφίδρομης σηματοδότησης … σύμφωνα με τις λειτουργικές απαιτήσεις … των τευχών δημοπράτησης». Η πράξη αυτή, εν τούτοις, δεν συνιστά άσκηση ανακριτικών καθηκόντων, όπως εσφαλμένα επικαλείται ο ....., ενόψει του ότι κατά τα παγίως δεκτά γενόμενα από την αρεοπαγιτική νομολογία, δεν ασκούν ανακριτικά καθήκοντα οι υπάλληλοι που απλώς συλλέγουν πληροφορίες και γνώσεις που μπορεί να είναι χρήσιμες για την περαιτέρω επεξεργασία της υπόθεσης από τις αρμόδιες εισαγγελικές και δικαστικές αρχές και την ανακάλυψη της αλήθειας [ΟλΑΠ 4/2008· ΑΠ 638/2023 αδημ., ΑΠ 787/2020 Νόμος, ΑΠ 1018/2011 ΠοινΧρ 2012/359]. Σε τούτο όμως και μόνον αναφερόταν και κατέτεινε το επίμαχο έγγραφο, που απέστειλε η ..... στην .... για τη συλλογή στοιχείων και πληροφοριών. Επιπλέον, όπως έχει κριθεί, δεν συνιστά άσκηση προανακριτικών καθηκόντων η τυχόν δε γνώση εκ μέρους των υπαλλήλων αυτών του περιεχομένου των στοιχείων, κατά την διάρκεια της συμμετοχής του στην έρευνα για την αποκάλυψη της εγκληματικής δράσης των υπόπτων / κατηγορούμενων στη συγκεκριμένη υπόθεση [ΑΠ 787/2020 Νόμος].
IV. Κατόπιν των ανωτέρω, προκύπτει ότι η μάρτυρας ...., υπό την ιδιότητά της ως ελεγκτής της ΕΑΔ και μέχρι την απομάκρυνσή της από τον έλεγχο, ουδόλως συμμετείχε ουσιαστικά και ενεργά στην συγκεκριμένη υπόθεση, τούτο ενισχύεται δε και από το γεγονός ότι η ίδια ουδέποτε συνέταξε ούτε υπέγραψε την Έκθεση Επιθεώρησης – Ελέγχου της ΕΑΔ, η οποία συντάχθηκε εξολοκλήρου, ως ελέχθη, και υπογράφεται από τους ελεγκτές .... και ....., με συνέπεια και πάλι να μην εμπίπτει η εξέταση αυτής ως μάρτυρος στην προκειμένη ποινική υπόθεση στο ρυθμιστικό πλαίσιο της αποδεικτικής απαγόρευσης του άρ. 210 περ. α΄ ΚΠΔ, και εντεύθεν να μην επέρχεται σχετική ακυρότητα της διαδικασίας.
Η αποστολή ενημερωτικού σημειώματος με υπογραφή και της ...., με το οποίο ενημερώνεται η Εισαγγελία –κατόπιν συνεννόησης με τον Εισαγγελέα, όπως μνημονεύεται ρητά– ότι συνεχίζεται ο έλεγχος για τη Σύμβαση ...., ενώ περατώθηκε ο έλεγχος για άλλες Συμβάσεις της ...., δεν συνιστά άσκηση (προ)ανακριτικών καθηκόντων κατ’ άρ. 210 περ. α΄ ΚΠΔ, όπως εσφαλμένα εκθέτει ο ..... (γ΄ αιτών), όπως άλλωστε, έχει κριθεί από τον Άρειο Πάγο για παραπλήσια περίπτωση (ότι, δηλαδή, δεν εμπίπτουν στην απαγόρευση οι αστυνομικοί που συνέταξαν το διαβιβαστικό για την υπόθεση στον Εισαγγελέα, βλ. ΑΠ 1031/2016 Νόμος), αντίστοιχο σκοπό που εξυπηρετεί εν προκειμένω το κρίσιμο ενημερωτικό σημείωμα που εστάλη στην Εισαγγελία.
Όπως, τέλος, εκτέθηκε στη νομική σκέψη, η διάταξη του άρ. 210 περ. α΄ του νέου ΚΠΔ πρέπει να ερμηνεύεται στενά, ως εισάγουσα εξαίρεση στη χρήση αποδεικτικού μέσου, ώστε να εξασφαλίζεται το συμφέρον του υπόπτου να μην έχει αντιμέτωπό του ως μάρτυρα κατηγορίας πρόσωπο που ενδέχεται να βαρύνεται με προκατάληψη εναντίον του, λόγω της προηγούμενης άσκησης των καθηκόντων του και, αφετέρου, ο σκοπός της αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας, ενόψει, μάλιστα, του ότι ο νομοθέτης κάμπτει σε αρκετές περιπτώσεις την εφαρμογή της διάταξης αυτής και επιτρέπει την εξέταση ως μαρτύρων και των ενεργησάντων ακόμη ανακριτικά καθήκοντα [περιπτώσεις των άρ. 63 παρ. 1 ΑγορΚωδ, 122 Ν. 3030/1954, 7 παρ. 4 Ν. 2331/1995, 30 παρ. 23 Ν. 3296/2004, 421 παρ. 3 νέου ΚΠΔ (ΟλΑΠ 4/2008)], δεδομένου ότι η ανάγκη εξέτασης στο ακροατήριο των συγκεκριμένων ανακριτικών υπαλλήλων και η αναμενόμενη συνεισφορά τους στην αποδεικτική διαδικασία, κρίθηκε ως υπέρτερη της προκατάληψης που τυχόν μπορεί να τους αποδοθεί, λόγω της προηγούμενης εμπλοκής τους στην υπόθεση. Η αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε στο αποτέλεσμα να θεωρούνται ως ανεπιτήδειοι μάρτυρες όλοι ανεξαρτήτως οι δημόσιοι υπάλληλοι (είτε έχουν την ιδιότητα του ανακριτικού υπαλλήλου είτε όχι), οι οποίοι κατά την άσκηση των εν γένει καθηκόντων τους συνέβαλαν στην αποκάλυψη κάποιας εγκληματικής πράξεως. Κάτι τέτοιο, όμως, ουδόλως θα συνεισέφερε στην ανακάλυψη της αλήθειας, ενώ πλείστες αξιόποινες πράξεις μεγάλης απαξίας, όπως η εδώ διερευνώμενη από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, θα παρέμεναν ακαταδίωκτες λόγω της αδυναμίας λήψης ή αξιοποίησης της μαρτυρίας τρίτων προσώπων [ΑΠ 2369/2007], κάτι που δεν δύναται να συνδεθεί με τη βούληση του ιστορικού νομοθέτη [ΑΠ 638/2023, ΑΠ 1018/2011]. Επομένως, συντρέχει λόγος να απορριφθούν οι υπό κρίση αιτήσεις ως νόμω αβάσιμες.
[ΠΗΓΗ : ΠΟΙΝΙΚΑ ΧΡΟΝΙΚΑ ]