ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Δ΄

ΑΠΟΦΑΣΗ 540/2025

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Οκτωβρίου 2024, με την εξής σύνθεση: Ηλίας Μάζος, Αντιπρόεδρος, Προεδρεύων, σε αναπλήρωση της Πρόεδρου του Τμήματος, που είχε κώλυμα, Βασιλική Κίντζιου, Ουρανία Νικολαράκου, Σύμβουλοι, Νικόλαος Μαρκόπουλος, Δήμητρα Μαυροπόδη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μαρία Τσαπαρδώνη.

Για να δικάσει την από 10 Μαρτίου 2022 αίτηση:

των σωματείου (Ομοσπονδία) με την επωνυμία «Ελληνική Ομοσπονδία ....» (....) … κ.λ.π. (8), τα οποία παρέστησαν με τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Χρήστο Παπασωτηρίου, που τον διόρισαν με πληρεξούσια,

κατά του Υπουργού Υγείας, ο οποίος παρέστη με τον Νικόλαο Τσίρο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Με την αίτηση αυτή οι αιτούντες επιδιώκουν να ακυρωθεί η υπ’ αριθμ. Γ.Π. οικ. 900/10.1.2022 απόφαση του Υπουργού και της Αναπληρώτριας Υπουργού Υγείας (ΦΕΚ Β΄/36/10.1.2022) και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Ουρανίας Νικολαράκου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο των αιτούντων που παρέστησαν, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο του Υπουργού, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε  κ α τ ά τ ο ν  Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έχει καταβληθεί το νόμιμο παράβολο (ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικό ...).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της υπ’ αριθμ. Γ.Π. οικ.900/10.1.2022 αποφάσεως του Υπουργού και της Αναπληρώτριας Υπουργού Υγείας με τίτλο «Καθορισμός περιεχομένου εντύπου “Ιστορικό αιμοδότη”» (Β΄ 36/10.1.2022). Η ακύρωση της ανωτέρω αποφάσεως ζητείται κατά το μέρος της, το οποίο αφορά τον εκ νέου καθορισμό των περιπτώσεων αποκλεισμού από την αιμοδοσία, κατά τα εκτιθέμενα κατωτέρω στη σκέψη 10.

3. Επειδή, το δικόγραφο της κρινομένης αιτήσεως υπογράφεται από δικηγόρο ως πληρεξούσιο των αιτούντων. Ως προς το τρίτο των αιτούντων, όμως, σωματείο με την επωνυμία «Πανελλήνιος Εταιρεία Προστασίας Πασχόντων εκ Μεσογειακής Αναιμίας», δεν προσκομίσθηκε, μέχρι τη συζήτηση της υποθέσεως ή εντός της προθεσμίας που χορηγήθηκε από το Δικαστήριο, συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο για τη νομιμοποίηση του υπογράφοντος και παραστάντος κατά τη συζήτηση της υποθέσεως δικηγόρου. Ούτε, άλλωστε, εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση ο νόμιμος εκπρόσωπος του ανωτέρω σωματείου για να δηλώσει ότι εγκρίνει την άσκηση της αιτήσεως ακυρώσεως. Συνεπώς, ως προς το εν λόγω αιτούν σωματείο, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το άρθρο 27 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως ισχύει.

4. Επειδή, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα καταστατικά τους, το δεύτερο, τέταρτο, πέμπτο και έκτο των αιτούντων σωματείων έχουν ως μέλη πάσχοντες από θαλασσαιμία (μεσογειακή αναιμία) ή δρεπανοκυτταρική νόσο και συγγενείς αυτών, ενώ το πρώτο των αιτούντων αποτελεί Ομοσπονδία με μέλη Συλλόγους Θαλασσαιμίας και Δρεπανοκυτταρικής Νόσου της χώρας. Τα ανωτέρω σωματεία έχουν ως καταστατικό σκοπό, μεταξύ άλλων, την προστασία των πασχόντων από τις εν λόγω νόσους και τη βελτίωση των συνθηκών υγείας, θεραπείας και νοσηλείας τους. Περαιτέρω, η έβδομη και ο όγδοος των αιτούντων, σύμφωνα με τα προσκομιζόμενα στοιχεία, είναι ασθενείς πάσχοντες από μεσογειακή αναιμία, οι οποίοι λόγω της ασθένειάς τους υποβάλλονται σε τακτικές μεταγγίσεις αίματος. Ισχυρίζονται δε οι αιτούντες ότι με τη ρύθμιση της προσβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με τον εκ νέου καθορισμό των περιπτώσεων αποκλεισμού από την αιμοδοσία, κατά της οποίας βάλλουν, προκαλείται κίνδυνος για την υγεία των μεταγγιζομένων ασθενών. Εν όψει των προαναφερθέντων σκοπών των αιτούντων σωματείων και της ιδιότητας της έβδομης και του όγδοου των αιτούντων ως πολυμεταγγιζομένων ασθενών, θεμελιώνεται το εύλογο ενδιαφέρον τους για τη ρύθμιση των όρων αιμοδοσίας και, κατ’ ακολουθίαν, το έννομο συμφέρον τους για την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως.

5. Επειδή, με τον ν. 1820/1988 (Α΄ 261) θεσπίσθηκαν διατάξεις για την οργάνωση της αιμοδοσίας στην Ελλάδα. Με το άρθρο 10 δε του ως άνω νόμου προβλέφθηκε ότι με απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση της Επιτροπής Αιμοδοσίας και γνώμη του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας, καθορίζονται, μεταξύ άλλων, οι περιπτώσεις στις οποίες απαγορεύεται ή αντενδείκνυται η αιμοληψία. Κατ’ επίκληση του εν λόγω άρθρου εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. Α8/2058/90/17.1.1991 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων «Καθορισμός των προϋποθέσεων λήψης, κατεργασίας, συντήρησης και διάθεσης του αίματος και των παραγώγων του» (Β΄ 35). Με το άρθρο 2 παρ. ΙΙ υποπαρ. 1 της ως άνω υπουργικής απόφασης καθορίσθηκαν οι περιπτώσεις, στις οποίες δεν είναι επιτρεπτή η αιμοληψία. Μεταξύ άλλων δε, ορίσθηκε ότι η αιμοληψία δεν επιτρέπεται από «άτομα σε συμπεριφορά υψηλού κινδύνου για το σύνδρομο επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας (AIDS), όπως οι ομοφυλόφιλοι, αμφιφυλόφιλοι και άτομα με έντονη σεξουαλική δραστηριότητα, τοξικομανείς, άτομα προερχόμενα από χώρες όπου ενδημεί η νόσος ή άτομα που εμφανίζουν ύποπτα κλινικά σημεία της νόσου» (περ. στ).

6. Επειδή, εξ άλλου, σε επίπεδο δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με την οδηγία 2002/98/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27.1.2003 (ΕΕ L 33) θεσπίσθηκαν πρότυπα ποιότητας και ασφάλειας για τη συλλογή, τον έλεγχο, την επεξεργασία, την αποθήκευση και τη διανομή ανθρώπινου αίματος και των συστατικών αυτού, με σκοπό την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της ανθρώπινης υγείας. Με το άρθρο 29 της ως άνω οδηγίας προβλέφθηκε ο καθορισμός, με τη διαδικασία της απόφασης 1999/468/ΕΚ (ΕΕ L 184), τεχνικών απαιτήσεων, μεταξύ άλλων, σχετικά με την καταλληλότητα των αιμοδοτών και των δοτών πλάσματος, καθώς και τον έλεγχο που εφαρμόζεται στις δωρεές αίματος, συμπεριλαμβανομένων των πάγιων κριτηρίων αποκλεισμού και των ενδεχόμενων σχετικών εξαιρέσεων, καθώς και των κριτηρίων προσωρινού αποκλεισμού. Για τη θέσπιση των εν λόγω τεχνικών απαιτήσεων εκδόθηκε η οδηγία 2004/33/ΕΚ της Επιτροπής της 22.3.2004 (ΕΕ L 91). Με την οδηγία αυτή προβλέφθηκε, στο άρθρο 2, ότι: «Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι το κέντρο αιμοδοσίας παρέχει στους ενδεχόμενους δότες αίματος ή συστατικών του αίματος τις πληροφορίες που προβλέπονται στο μέρος Α του παραρτήματος ΙΙ», στο άρθρο 3, ότι: «Τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι … οι δότες παρέχουν στο κέντρο αιμοδοσίας τις πληροφορίες που ορίζονται στο μέρος Β του παραρτήματος ΙΙ», και στο άρθρο 4 ότι: «Τα κέντρα αιμοδοσίας εξασφαλίζουν ότι οι δότες ολικού αίματος και συστατικών του αίματος πληρούν τα κριτήρια καταλληλότητας που ορίζονται στο παράρτημα ΙΙΙ». Στο Μέρος Α του Παραρτήματος ΙΙ της ως άνω οδηγίας καθορίζονται οι πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στους ενδεχόμενους δότες αίματος ή συστατικών αίματος, στις οποίες περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, «για τις μονάδες αλλογενούς αίματος, ο αυτοαποκλεισμός, ο προσωρινός και ο οριστικός αποκλεισμός, και οι λόγοι για τους οποίους ένα άτομο δεν πρέπει να γίνει αιμοδότης ή δότης συστατικών του αίματος όταν αυτό μπορεί να περικλείει κινδύνους για τον αποδέκτη», ενώ στο Μέρος Β του ίδιου Παραρτήματος καθορίζονται οι πληροφορίες που πρέπει να ζητούνται από τους δότες σε κάθε αιμοδοσία και οι οποίες, μεταξύ άλλων, αφορούν το ιατρικό ιστορικό του δότη. Περαιτέρω, στο Παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας καθορίζονται τα κριτήρια καταλληλότητας των δοτών και, συγκεκριμένα, τα κριτήρια αποδοχής και τα κριτήρια αποκλεισμού. Μεταξύ των κριτηρίων οριστικού αποκλεισμού για δότες μονάδων αλλογενούς αίματος (παρ. 2 υποπαρ. 2.1) περιλαμβάνονται τα λοιμώδη νοσήματα, η ενδοφλέβια ή ενδομυϊκή χρήση ουσιών, καθώς και η σεξουαλική συμπεριφορά, κριτήριο αποκλεισμού, το οποίο, όπως εξειδικεύεται, αφορά τις περιπτώσεις προσώπων «των οποίων η σεξουαλική συμπεριφορά συνεπάγεται υψηλό κίνδυνο μετάδοσης λοιμωδών νοσημάτων που μπορούν να μεταδοθούν μέσω του αίματος». Επίσης, στα κριτήρια προσωρινού αποκλεισμού (παρ. 2 υποπαρ. 2.2) έχει υπαχθεί και η περίπτωση των προσώπων «των οποίων η συμπεριφορά ή η δραστηριότητα συνεπάγεται κίνδυνο μετάδοσης λοιμωδών νοσημάτων που μπορούν να μεταδοθούν μέσω του αίματος», για την περίπτωση δε αυτή προβλέπεται ο προσωρινός αποκλεισμός «αφού σταματήσει η συμπεριφορά αυτή για περίοδο της οποίας η διάρκεια εξαρτάται από την εν λόγω ασθένεια και από την ύπαρξη κατάλληλων δοκιμασιών». Οι ανωτέρω ρυθμίσεις της οδηγίας 2004/33/ΕΚ μεταφέρθηκαν στο εσωτερικό δίκαιο με το π.δ. 138/2005 (Α΄ 195/3.8.2005), εκδοθέν κατ’ εξουσιοδότηση των γενικών διατάξεων του άρθρου 4 του ν. 1338/1983, περί εφαρμογής του κοινοτικού δικαίου (Α΄ 34). Στο άρθρο 2 του εν λόγω διατάγματος ορίζεται ότι το Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας διά των υπηρεσιών του, Κέντρων Αίματος και Νοσοκομειακών Υπηρεσιών Αιμοδοσίας, παρέχει στους δότες αίματος και συστατικών του αίματος τις πληροφορίες που προβλέπονται στο μέρος Α΄ του παραρτήματος ΙΙ του άρθρου 5, οι δε δότες παρέχουν στις ίδιες υπηρεσίες τις πληροφορίες που ορίζονται στο μέρος Β΄ του ως άνω παραρτήματος ΙΙ (άρθρο 2 παρ. 1 και 2). Επίσης, στο άρθρο 3 του διατάγματος προβλέπεται ότι τα Κέντρα Αίματος ελέγχουν, μεταξύ άλλων, τα κριτήρια καταλληλότητας που ορίζονται στο παράρτημα ΙΙΙ του άρθρου 5. Στο Παράρτημα ΙΙ που προσαρτάται στο άρθρο 5 του π.δ/τος επαναλαμβάνονται οι ρυθμίσεις του Παραρτήματος ΙΙ της οδηγίας 2004/33/ΕΚ σχετικά με τις απαιτήσεις για τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται και να ζητούνται από τους δότες, ενώ στο Παράρτημα ΙΙΙ του άρθρου 5 απαριθμούνται τα κριτήρια αποδοχής και τα κριτήρια οριστικού και προσωρινού αποκλεισμού για τους δότες αίματος και συστατικών του αίματος, όπως αυτά καθορίζονται, κατά τα ανωτέρω, στο Παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας.

7. Επειδή, ακολούθως, με τον ν. 3402/2005 (Α΄ 258/17.10.2005) αναδιοργανώθηκε το σύστημα αιμοδοσίας στην Ελλάδα. Στο άρθρο 1 του ως άνω νόμου ορίζεται ότι «1. Η οργάνωση της αιμοδοσίας στην Ελλάδα βασίζεται στο θεσμό της εθελοντικής, μη αμειβόμενης προσφοράς αίματος. 2. … 7. Η αποκλειστική αρμοδιότητα και ευθύνη για την οργάνωση της αιμοδοσίας και την ενημέρωση του πληθυσμού, με βάση τις διεθνώς παρεδεδεγμένες αρχές, για τη συλλογή, εργαστηριακό έλεγχο, συντήρηση, διάθεση και διαχείριση του αίματος, καθώς και για την παρασκευή, διάθεση και διαχείριση των παραγώγων του, ανήκει στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και ασκείται μέσω του Εθνικού Κέντρου Αιμοδοσίας και των Μονάδων Αιμοδοσίας των άρθρων 9 και 10 του νόμου αυτού». Με το άρθρο 2 του νόμου συνεστήθη νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία «Εθνικό Κέντρο Αιμοδοσίας» (Ε.ΚΕ.Α.), υπαγόμενο στην εποπτεία του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, στο οποίο ανετέθη, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου, η ανάπτυξη και προαγωγή του Εθνικού Συστήματος Αιμοδοσίας, μέσω του κεντρικού σχεδιασμού, συντονισμού, ελέγχου και εποπτείας των επί μέρους υπηρεσιών του. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 4 καθορίζονται οι ειδικότερες αρμοδιότητες που ανατίθενται στο Ε.ΚΕ.Α., μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνεται και η αρμοδιότητα να «[διασφαλίζει] ότι τα Κέντρα Αίματος και οι Νοσοκομειακές Υπηρεσίες Αιμοδοσίας τηρούν τα απαραίτητα έγγραφα σχετικά με τις λειτουργικές διαδικασίες, τις κατευθυντήριες γραμμές, τα εγχειρίδια κατάρτισης και αναφοράς, καθώς και τα έντυπα εκθέσεων. Το περιεχόμενο των ανωτέρω εγγράφων καθορίζεται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης» (περ. 23). Περαιτέρω, με το άρθρο 14 του ν. 3402/2005 συνεστήθη η Συμβουλευτική Επιτροπή Αιμοδοσίας, ως προς την οποία προβλέφθηκε ότι «επικουρεί το Ε.ΚΕ.Α. σε θέματα αιμοδοσίας και μεταγγισιοθεραπείας, που προαπαιτούν ευρύτερη επιστημονική συναίνεση. Η Συμβουλευτική Επιτροπή Αιμοδοσίας είναι πενταμελής. Τα μέλη της, μαζί με τους αναπληρωτές τους, ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Ως μέλη της Επιτροπής Αιμοδοσίας ορίζονται πρόσωπα με ανάλογη επιστημονική κατάρτιση και εμπειρία, καταξιωμένα στο χώρο της αιμοδοσίας και μεταγγισιοθεραπείας. Η Επιτροπή γνωμοδοτεί: α) Σχετικά με τα αναγκαία μέτρα για τον εκσυγχρονισμό των μεθόδων και των τεχνικών που εφαρμόζονται στις Υπηρεσίες Αιμοδοσίας. β) Για όλα τα θέματα που έχουν σχέση με την αιμοδοσία και τα επιστημονικά και τεχνικά προβλήματα που αφορούν την παραγωγή και χορήγηση θεραπευτικών προϊόντων ανθρώπινης προέλευσης με βάση τα δεδομένα και τους κανόνες που ισχύουν διεθνώς. γ) Για προβλήματα που προκύπτουν κατά ή μετά τη μετάγγιση αίματος ή παραγώγων του». Τέλος, με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 3402/2005 καταργήθηκε ρητώς ο ν. 1820/1988.

8. Επειδή, κατ’ εξουσιοδότηση του προπαρατεθέντος τελευταίου εδαφίου του άρθρου 4 παρ. 2 περ. 23 του ν. 3402/2005 εκδόθηκε αρχικώς η υπ’ αριθμ. Α3β/3663/1.4.2015 απόφαση του Υπουργού και του Αναπληρωτή Υπουργού Υγείας «Έγκριση περιεχομένου εντύπων “Ιστορικό αιμοδότη” και “Επιπλοκές που σχετίζονται με την αιμοληψία”» (Β΄ 959). Στο εγκριθέν έντυπο «Ιστορικό Αιμοδότη», στη στήλη «Ποιος δεν πρέπει να δώσει αίμα», περιελήφθησαν οι εξής περιπτώσεις: «1. Όποιος έχει έστω και μία ομοφυλοφιλική σχέση από το 1977. 2. Όποιος έχει κάνει κάποτε ενδοφλέβια χρήση ναρκωτικών. 3. Όποιος είχε πολλούς ερωτικούς συντρόφους χωρίς τη συστηματική χρήση προφυλακτικών μέσων, κατά την τελευταία δεκαετία. 4. Ερωτικοί σύντροφοι πολυμεταγγιζόμενων ατόμων. 5. Όποιος είχε τους τελευταίους 12 μήνες σεξουαλική επαφή με σύντροφο που πληρωνόταν είτε με χρήματα είτε με ναρκωτικά για να κάνει σεξ. 6. Γενικά όποιος νομίζει ότι υπάρχει πιθανότητα να έχει εκτεθεί στον ιό που προκαλεί AIDS.».

9. Επειδή, ακολούθως, κατόπιν του υπ’ αριθμ. ...7.10.2021 εγγράφου της Βοηθού Συνηγόρου του Πολίτη προς το Ε.ΚΕ.Α., με το οποίο ζητήθηκε ενημέρωση για τυχόν εξελίξεις και ενέργειες του Κέντρου επί του ζητήματος του αποκλεισμού από την αιμοδοσία των ατόμων με ομοφυλοφιλικές σχέσεις, συντάχθηκε η από 14.12.2021 γνωμοδότηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής Αιμοδοσίας σχετικά με τα βασιζόμενα στη συμπεριφορά κριτήρια αποκλεισμού από την αιμοδοσία. Η ως άνω γνωμοδότηση υιοθετήθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.) του Ε.ΚΕ.Α. με την από 16.12.2021 απόφασή του. Με την εν λόγω γνωμοδότηση προτάθηκε η επικαιροποίηση των στοιχείων του εντύπου «Ιστορικό Αιμοδότη» βάσει αφ’ ενός μεν των διεθνών δεδομένων, αφ’ ετέρου δε των επιδημιολογικών δεδομένων που αφορούν τον ελληνικό πληθυσμό και η αντικατάσταση των περιπτώσεων αυτοαποκλεισμού από την αιμοδοσία ως εξής: «Ποιος δεν πρέπει να δώσει αίμα 1. Όποιος άνδρας έχει έστω και μία σεξουαλική επαφή με άνδρα τους τελευταίους 12 μήνες 2. Όποια γυναίκα έχει έστω μία σεξουαλική επαφή με άνδρα που έχει σεξουαλική επαφή με άνδρα τους τελευταίους 12 μήνες. 3. Όποιος/α είχε πολλούς ερωτικούς συντρόφους χωρίς τη συστηματική χρήση προφυλακτικού τους τελευταίους 12 μήνες. 4. Όποιος ή όποια έχει κάνει ενδοφλέβια ή εισπνεόμενη χρήση ναρκωτικών τους τελευταίους 12 μήνες. 5. Όποιος ή όποια έχει τους τελευταίους 12 μήνες σεξουαλική επαφή με σύντροφο που πληρωνόταν με χρήματα ή με ναρκωτικά για να κάνει σεξ. 6. Όποιος ή όποια έχει πάρει Prep/Truvada ή PEP για πρόληψη HIV προ ή μετά τη σεξουαλική επαφή αντίστοιχα. 7. Όποιος ή όποια έχει κάνει χρήση ψυχοδραστικών ουσιών πριν και κατά τη διάρκεια σεξουαλικής επαφής (chemsex). 8. Όποιος ή όποια έχει τους τελευταίους 12 μήνες σεξουαλική επαφή με σύντροφο θετικό για σύφιλη, HIV, ηπατίτιδα Β, ηπατίτιδα C. 9. Ερωτικοί, ερωτικές σύντροφοι πολυμεταγγιζόμενων ατόμων. 10. Γενικά όποιος ή όποια νομίζει ότι υπάρχει πιθανότητα να έχει εκτεθεί στον ιό που προκαλεί AIDS ή κίνδυνο για άλλο σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα». Η ως άνω απόφαση του Δ.Σ. του Ε.ΚΕ.Α. συνοδευόμενη από τη γνωμοδότηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής Αιμοδοσίας διαβιβάσθηκε στη Διεύθυνση Οργάνωσης και Λειτουργίας Νοσηλευτικών Μονάδων και Εποπτευόμενων Φορέων του Υπουργείου Υγείας. Κατόπιν αυτών, κατ’ επίκληση της προαναφερθείσας εξουσιοδότησης του άρθρου 4 παρ. 2 περ. 23 του ν. 3402/2005 και των διατάξεων του π.δ. 138/2005, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. Γ.Π. οικ. 900/10.1.2022 απόφαση του Υπουργού και της Αναπληρώτριας Υπουργού Υγείας, με την οποία εγκρίνεται εκ νέου το περιεχόμενο του εντύπου «Ιστορικό αιμοδότη». Στο προοίμιο της ένδικης απόφασης αναφέρεται ότι ελήφθη υπ’ όψιν η ανωτέρω γνωμοδότηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής Αιμοδοσίας, η οποία γίνεται αποδεκτή «πλην των σημείων – προτεινομένων αλλαγών με αυξ. αρ. 1), 2)», καθώς και η «ανάγκη αποσύνδεσης των κριτηρίων αποκλεισμού από την αιμοδοσία, από τον σεξουαλικό προσανατολισμό των υποψηφίων αιμοδοτών». Με το άρθρο 1 δε της προσβαλλομένης αποφάσεως ανακαθορίζεται το περιεχόμενου του εντύπου «Ιστορικό Αιμοδότη» και, συγκεκριμένα, η στήλη του εντύπου με τον τίτλο «Ποιος δεν πρέπει να δώσει αίμα», στην οποία απαριθμούνται οι περιπτώσεις αυτοαποκλεισμού από την αιμοδοσία. Με την εγκρινόμενη τροποποίηση υιοθετούνται οι περιπτώσεις αποκλεισμού που προτείνονται με την προαναφερθείσα γνωμοδότηση της Εθνικής Επιτροπής Αιμοδοσίας, πλην των περιπτώσεων υπ’ αριθμ. 1 και 2. Συγκεκριμένα, στην οικεία στήλη του εντύπου οι περιπτώσεις αποκλεισμού από την αιμοδοσία καθορίζονται ως εξής: «1. Όποιος/α είχε πολλούς ερωτικούς συντρόφους χωρίς τη συστηματική χρήση προφυλακτικού τους τελευταίους 12 μήνες. 2. Όποιος ή όποια έχει κάνει ενδοφλέβια ή εισπνεόμενη χρήση ναρκωτικών τους τελευταίους 12 μήνες. 3. Όποιος ή όποια έχει τους τελευταίους 12 μήνες σεξουαλική επαφή με σύντροφο που πληρωνόταν με χρήματα ή με ναρκωτικά για να κάνει σεξ. 4. Όποιος ή όποια έχει πάρει Prep/Truvada ή PEP για πρόληψη HIV προ ή μετά τη σεξουαλική επαφή αντίστοιχα. 5. Όποιος ή όποια έχει κάνει χρήση ψυχοδραστικών ουσιών πριν και κατά τη διάρκεια σεξουαλικής επαφής (chemsex). 6. Όποιος ή όποια έχει τους τελευταίους 12 μήνες σεξουαλική επαφή με σύντροφο θετικό για σύφιλη, HIV, ηπατίτιδα Β, ηπατίτιδα C. 7. Ερωτικοί, ερωτικές σύντροφοι πολυμεταγγιζόμενων ατόμων. 8. Γενικά όποιος ή όποια νομίζει ότι υπάρχει πιθανότητα να έχει εκτεθεί στον ιό που προκαλεί AIDS ή κίνδυνο για άλλο σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα». Περαιτέρω, στο άρθρο 2 της προσβαλλομένης αποφάσεως ορίζεται ότι «… Από την έναρξη ισχύος της παρούσας καταργείται κάθε αντίθετη διάταξη απόφασης, ρυθμίζουσα συναφή θέματα».

10. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που με το εγκρινόμενο με αυτήν έντυπο «Ιστορικό Αιμοδότη» δεν προβλέπεται πλέον ο αποκλεισμός από την αιμοδοσία για τα πρόσωπα που είχαν έστω και μια ομοφυλοφιλική σχέση από το έτος 1977. Προβάλλουν δε ότι, κατά το μέρος αυτό, η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει, διότι έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 2 παρ. ΙΙ υποπαρ. 1 της υπ’ αριθμ. Α8/2058/90/17.1.1991 αποφάσεως του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων περί αποκλεισμού από την αιμοδοσία των ομοφυλόφιλων και αμφιφυλόφιλων, ως προσώπων των οποίων η συμπεριφορά συνεπάγεται υψηλό κίνδυνο για τη μετάδοση του συνδρόμου της επίκτητης ανοσολογικής ανεπάρκειας. Οι αιτούντες επικαλούνται, επίσης, αντίθεση της προσβαλλόμενης απόφασης προς τις διατάξεις της υπουργικής απόφασης υπ’ αριθμ. Α3β/3663/1.4.2015, η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, εξακολουθεί να ισχύει. Σύμφωνα, όμως, με τις διατάξεις που έχουν παρατεθεί στις σκέψεις 5-9, το ζήτημα των περιπτώσεων, στις οποίες δεν είναι επιτρεπτή η αιμοδοσία, ρυθμίσθηκε αρχικώς με την υπουργική απόφαση υπ’ αριθμ. Α8/2058/ 90/17.1.1991, η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 10 του ν. 1820/1988. Εν συνεχεία, θεσπίσθηκαν ρυθμίσεις σχετικά με τον καθορισμό κριτηρίων οριστικού και προσωρινού αποκλεισμού από την αιμοδοσία και σε επίπεδο δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις διατάξεις της οδηγίας 2004/33/ΕΚ. Οι ρυθμίσεις της εν λόγω οδηγίας μεταφέρθηκαν στην εσωτερική έννομη τάξη με τις διατάξεις του π.δ. 138/2005. Ειδικώς ως προς το συνδεόμενο με τη σεξουαλική συμπεριφορά κριτήριο αποκλεισμού, στο Παράρτημα ΙΙΙ του άρθρου 5 του π.δ. 138/2005 επαναλαμβάνεται η διατύπωση της αντίστοιχης πρόβλεψης του Παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας, χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση. Επαναλαμβάνεται, επίσης, στο ίδιο Παράρτημα του π.δ. 138/2005 η διατύπωση του Παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας σχετικά με το κριτήριο προσωρινού αποκλεισμού για λόγους συνδεόμενους με τη συμπεριφορά του υποψηφίου αιμοδότη. Ακολούθησε η έκδοση της υπ’ αριθμ. Α3β/3663/1.4.2015 υπουργικής αποφάσεως περί εγκρίσεως του εντύπου «Ιστορικό Αιμοδότη» κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 2 περ. 23 του ν. 3402/2005. Το ως άνω εγκριθέν έντυπο περιλαμβάνει τμήμα, στο οποίο, υπό τον τίτλο «Ποιος δεν πρέπει να δώσει αίμα», καθορίζονται, κατά τρόπο συγκεκριμένο, οι περιπτώσεις, στις οποίες δεν είναι επιτρεπτή η αιμοδοσία για λόγους συνδεόμενους, μεταξύ άλλων, με τη σεξουαλική συμπεριφορά των υποψηφίων αιμοδοτών (περιπτώσεις αυτοαποκλεισμού, στις οποίες τα πρόσωπα που δεν πληρούν τα κριτήρια καταλληλότητας οφείλουν να μην προσέλθουν για αιμοδοσία). Ο καθορισμός των περιπτώσεων αυτών νομίμως, από απόψεως εξουσιοδοτήσεως, επιχειρήθηκε με την ανωτέρω εκδοθείσα κατ’ επίκληση του άρθρου 4 παρ. 2 περ. 23 του ν. 3402/2005 υπουργική απόφαση. Τούτο διότι, κατά την έννοια της προαναφερθείσας εξουσιοδοτικής διάταξης, με αυτήν παρέχεται εξουσιοδότηση στον Υπουργό Υγείας να καθορίσει το περιεχόμενο των σχετικών με την αιμοδοσία εντύπων, κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η ασφαλής και σύμφωνη με τις κείμενες διατάξεις, καθώς και τους κανόνες της επιστήμης διεξαγωγή της διαδικασίας της αιμοδοσίας. Προς τον σκοπό αυτό, με την εκδιδόμενη απόφαση είναι δυνατόν να ρυθμίζονται και ειδικότερα ζητήματα της διαδικασίας της αιμοδοσίας συνδεόμενα με το περιεχόμενο των εγκρινομένων εντύπων. Σύμφωνα με τα ανωτέρω, με την υπουργική απόφαση υπ’ αριθμ. Α3β/3663/1.4.2015 καθορίσθηκαν οι περιπτώσεις αυτοαποκλεισμού από την αιμοδοσία για λόγους συνδεόμενους με τη σεξουαλική συμπεριφορά των υποψηφίων αιμοδοτών, κατ’ εξειδίκευση του προβλεπομένου στο Παράρτημα ΙΙΙ του άρθρου 5 του π.δ. 138/2005 σχετικού κριτηρίου. Κατόπιν αυτών, από την έναρξη ισχύος της εν λόγω υπουργικής απόφασης (υπ’ αριθμ. Α3β/3663/1.4.2015) καταργήθηκε, σε κάθε περίπτωση, η προηγούμενη σχετική ρύθμιση της υπουργικής απόφασης υπ’ αριθμ. Α8/2058/90/17.1.1991 (περί αποκλεισμού από την αιμοδοσία των ομοφυλόφιλων, αμφιφυλόφιλων και ατόμων με έντονη σεξουαλική δραστηριότητα), καθ’ όσον οι δύο αυτές ρυθμίσεις, αφορώσες το ίδιο ζήτημα, δεν ήταν δυνατόν να συνισχύουν ενόψει του περιεχομένου τους. Περαιτέρω, η υπουργική απόφαση υπ’ αριθμ. Α3β/3663/1.4.2015 καταργήθηκε ήδη με την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, η οποία εκδόθηκε κατ’ επίκληση του ίδιου ως άνω άρθρου 4 παρ. 2 περ. 23 του ν. 3402/2005 καθώς και των διατάξεων του π.δ. 138/2005, για τη ρύθμιση του αυτού αντικειμένου. Συνεπώς, τα προβαλλόμενα από τους αιτούντες ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί, επειδή έρχεται σε αντίθεση προς τις ρυθμίσεις των ως άνω προγενέστερων υπουργικών αποφάσεων, είναι απορριπτέα.

11. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 5 και 21 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι το δικαίωμα στην υγεία αναγνωρίζεται στο Σύνταγμα τόσο ως ατομικό όσο και ως κοινωνικό δικαίωμα. Ειδικότερα, ως ατομικό, το δικαίωμα στην υγεία περιλαμβάνει την προστασία της ατομικής υγείας και σωματικής και ψυχικής ακεραιότητας του ατόμου από προσβολές και διακινδυνεύσεις, καθώς και την ελευθερία του αυτοκαθορισμού του, ήτοι την ελευθερία του ατόμου να αποφασίζει το ίδιο για θέματα της υγείας του. Ως κοινωνικό, το δικαίωμα στην υγεία συνίσταται στην υποχρέωση του Κράτους προς παροχή στους πολίτες υπηρεσιών υγείας υψηλού επιπέδου και, γενικώς, στην υποχρέωσή του προς λήψη των αναγκαίων εκάστοτε θετικών μέτρων που αποβλέπουν στην προστασία της υγείας, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η δημόσια υγεία, υπό την έννοια της προλήψεως των νοσημάτων και της προαγωγής της υγείας των πολιτών, στους οποίους εξ άλλου παρέχεται δικαίωμα να απαιτήσουν από το Κράτος την πραγμάτωση της αντίστοιχης υποχρεώσεώς του (ΣτΕ Ολομ. 2135-7/2023, 1764/2023, 1681/2022, 1400/2022 κ.ά.).

12. Επειδή, στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού δικαίου, προς διασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της ανθρώπινης υγείας, θεσπίσθηκαν με την οδηγία 2004/33/ΕΚ οι ανωτέρω παρατεθείσες ρυθμίσεις σχετικά με τα κριτήρια καταλληλότητας δοτών αίματος και συστατικών αίματος και τις περιπτώσεις οριστικού και προσωρινού αποκλεισμού από την αιμοδοσία. Ειδικώς ως προς το κριτήριο αποκλεισμού που συνδέεται με τη σεξουαλική συμπεριφορά των υποψηφίων αιμοδοτών, στο Παράρτημα ΙΙΙ της οδηγίας έχει περιληφθεί πρόβλεψη για τον οριστικό αποκλεισμό από την αιμοδοσία για τα πρόσωπα, «των οποίων η σεξουαλική συμπεριφορά συνεπάγεται υψηλό κίνδυνο μετάδοσης λοιμωδών νοσημάτων που μπορούν να μεταδοθούν μέσω του αίματος». Όπως έχει κριθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η διατύπωση της σχετικής πρόβλεψης δεν καθορίζει κατά τρόπο επακριβή τα πρόσωπα ή τις κατηγορίες προσώπων που καλύπτονται από την εξαίρεση, γεγονός που καταλείπει μεγάλο περιθώριο διακριτικής ευχέρειας στα κράτη μέλη κατά την εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως. Όσον αφορά δε την εκτίμηση της υπάρξεως υψηλού κινδύνου μεταδόσεως σοβαρών λοιμωδών νοσημάτων που μπορούν να μεταδοθούν μέσω του αίματος, πρέπει να λαμβάνεται υπ’ όψιν η επιδημιολογική κατάσταση στην οικεία χώρα [βλ. Δ.Ε.Ε. απόφαση της 29.4.2015, C-528/13, Geoffrey Léger (ECLI:EU:C:2015:288), σκ. 39 και 42].

13. Επειδή, στο εσωτερικό δίκαιο, όπως προαναφέρθηκε, ως προς το συνδεόμενο με τη σεξουαλική συμπεριφορά των υποψηφίων αιμοδοτών κριτήριο αποκλεισμού από την αιμοδοσία, στο Παράρτημα ΙΙΙ του άρθρου 5 του π.δ. 138/2005 επαναλαμβάνονται οι αντίστοιχες προβλέψεις του Παραρτήματος ΙΙΙ της οδηγίας (για τη θέσπιση κριτηρίου οριστικού ή προσωρινού αποκλεισμού, κατόπιν εκτιμήσεως του κινδύνου μετάδοσης λοιμωδών νοσημάτων), το κριτήριο δε αυτό αποκλεισμού είναι δυνατόν να εξειδικεύεται με τις εκάστοτε εκδιδόμενες κατά το άρθρο 4 παρ. 2 περ. 23 του ν. 3402/2005 υπουργικές αποφάσεις και, συγκεκριμένα, κατά τον καθορισμό των λόγων αυτοαποκλεισμού από την αιμοδοσία στο έντυπο «Ιστορικό αιμοδότη». Κατά την έννοια των ανωτέρω παρατεθεισών διατάξεων του π.δ. 138/2005 και του ν. 3402/ 2005, ερμηνευομένων υπό το φως των ρυθμίσεων της οδηγίας 2004/33/ΕΚ και του άρθρου 21 παρ. 3 του Συντάγματος, ο καθορισμός λόγων οριστικού ή προσωρινού αποκλεισμού από την αιμοδοσία συνδεομένων με τη σεξουαλική συμπεριφορά πρέπει να προκύπτει ότι στηρίζεται στην εκτίμηση επιστημονικών δεδομένων και, ιδίως, δεδομένων σχετικών με την επιδημιολογική κατάσταση στη χώρα, βάσει των οποίων να τεκμηριώνεται ότι οι καθοριζόμενες μορφές σεξουαλικής συμπεριφοράς των υποψηφίων αιμοδοτών συνεπάγονται κίνδυνο μεταδόσεως λοιμωδών νοσημάτων μέσω της μεταγγίσεως αίματος. Κατά την εκτίμηση των ανωτέρω δεδομένων λαμβάνονται υπ’ όψιν και στοιχεία σχετικά με τα διαθέσιμα τεχνολογικά μέσα και τις εξελίξεις της επιστήμης ως προς τις μεθόδους ελέγχου και επεξεργασίας του συλλεγομένου αίματος, καθώς και στοιχεία αναγόμενα στον τρόπο οργάνωσης του συστήματος αιμοδοσίας στη χώρα. Η πρόβλεψη δε λόγων αποκλεισμού από την αιμοδοσία συνδεομένων με τη σεξουαλική συμπεριφορά, εφ’ όσον στηρίζεται σε προσήκουσα εκτίμηση των ανωτέρω δεδομένων και καθορίζεται στην έκταση που αυτό είναι αναγκαίο για πρόληψη του κινδύνου που συνεπάγεται η μετάδοση λοιμωδών νοσημάτων για την υγεία της ευπαθούς ομάδας των μεταγγιζομένων ασθενών, δεν συνιστά διακριτική μεταχείριση λόγω γενετήσιου προσανατολισμού, αλλά μέτρο στηριζόμενο σε αντικειμενικά στοιχεία, το οποίο λαμβάνεται σε εκπλήρωση της επιταγής του άρθρου 21 παρ. 3 του Συντάγματος για την εξασφάλιση υψηλού επιπέδου προστασίας της δημόσιας υγείας (βλ. και απόφαση του γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας, Conseil d’État, της 28.12.2017, req. No 400580 et No 414973). Άλλωστε, η αιμοληψία συνιστά ιατρική πράξη και, ως εκ τούτου, η ρύθμιση των όρων διεξαγωγής της πρέπει, προεχόντως, να ανταποκρίνεται στους κανόνες της επιστήμης που διασφαλίζουν την άρτια και ασφαλή οργάνωση του συστήματος αιμοδοσίας. Περαιτέρω, σύμφωνα με την ανωτέρω παρατεθείσα διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3402/2005, ο νομοθέτης προέβλεψε τη σύσταση της Συμβουλευτικής Επιτροπής Αιμοδοσίας, ως οργάνου αποτελουμένου από πρόσωπα με ειδική κατάρτιση και εμπειρία στον χώρο της αιμοδοσίας και της μεταγγισιοθεραπείας, στο οποίο ανατέθηκε η αρμοδιότητα να γνωμοδοτεί για όλα τα σχετικά τεχνικά και επιστημονικά ζητήματα. Από τον συνδυασμό δε των διατάξεων του άρθρου 14 και του άρθρου 4 παρ. 2 περ. 23 του ν. 3402/2005 συνάγεται ότι η εκτίμηση των προαναφερθέντων δεδομένων που συνδέονται με τη θέσπιση λόγων αποκλεισμού από την αιμοδοσία ανήκει, κατ’ αρχήν, στο ως άνω ειδικώς συνεστημένο επιστημονικό όργανο και, συνεπώς, η έκδοση της υπουργικής αποφάσεως για την εξειδίκευση των λόγων αποκλεισμού πρέπει να στηρίζεται σε σχετική γνωμοδότηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής Αιμοδοσίας. Δεν αποκλείεται, πάντως, ο Υπουργός Υγείας, ο οποίος έχει την αποφασιστική αρμοδιότητα, να αποκλίνει από τη γνωμοδότηση της Επιτροπής. Στην περίπτωση αυτή, όμως, προκειμένου να τεκμηριώνεται ότι η σχετική ρύθμιση έχει τεθεί κατ’ ορθή χρήση της εξουσιοδοτήσεως, πρέπει, εν όψει της ειδικής φύσης του ρυθμιζομένου αντικειμένου και της κατά το άρθρο 21 παρ. 3 του Συντάγματος επιταγής για τη λήψη μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας, να προκύπτει ότι η απόκλιση στηρίζεται επίσης στην εκτίμηση επιστημονικών και επιδημιολογικών δεδομένων.

14. Επειδή, εν προκειμένω, προ της εκδόσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως συντάχθηκε η από 14.12.2021 γνωμοδότηση της Εθνικής Επιτροπής Αιμοδοσίας, η οποία υιοθετήθηκε με την από 16.12.2021 απόφαση του Δ.Σ. του Εθνικού Κέντρου Αιμοδοσίας, κατά τα αναφερόμενα στην σκέψη 9. Στη γνωμοδότηση αυτή αναφέρεται, κατ’ αρχάς, ότι η εμφάνιση του ιού της ανοσοανεπάρκειας του ανθρώπου (HIV) και η διαπίστωση της δυνατότητας μεταδόσεώς του με τη μετάγγιση αίματος, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, αποτέλεσε κομβικό σημείο για την εξέλιξη της Ιατρικής των μεταγγίσεων. Σημειώνεται δε ότι η οργάνωση των συστημάτων αιμοδοσίας παγκοσμίως βασίζεται στην αρχή της προφύλαξης. Εν συνεχεία, στη γνωμοδότηση γίνεται αναφορά στη εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία που διέπει την οργάνωση της αιμοδοσίας καθώς και σε σχετικά κείμενα διεθνών οργανισμών. Μεταξύ άλλων μνημονεύονται δύο ψηφίσματα της Επιτροπής Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης. Ως προς το πρώτο ψήφισμα CM/Res (2008)5 της 12.3.2008 αναφέρεται ότι, μέσω αυτού, συστήνεται στα κράτη μέρη [το ψήφισμα αφορά τα κράτη μέρη της Συμβάσεως για την Εκπόνηση Ευρωπαϊκής Φαρμακοποιίας] να διασφαλίζουν ότι τα κέντρα αιμοδοσίας φέρουν την ευθύνη για την ποιότητα του αίματος και «είναι υπεύθυνα για την τελική απόφαση περί αποδοχής ή αποκλεισμού δοτών, με βάση μια ανάλυση κινδύνου βασισμένη σε επιδημιολογικά δεδομένα τα οποία επικαιροποιούνται τακτικά προσέχοντας πάντα το δικαίωμα των αποδεκτών στην προστασία της υγείας [τους] και τη συνακόλουθη υποχρέωση που απορρέει για μείωση του κινδύνου μεταδόσεων λοιμωδών νοσημάτων. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις αυτές έχουν προτεραιότητα έναντι κάθε άλλης σκέψης, συμπεριλαμβανομένης και της επιθυμίας των ατόμων να δώσουν το αίμα τους». Ως προς το δεύτερο ψήφισμα CM/Res (2013)3 της 27.3.2013 αναφέρεται ότι «επιβεβαιώνει ότι σύμφωνα με τα υπάρχοντα επιδημιολογικά δεδομένα δεν είναι εφικτό να καθορισθεί ο ακριβής κίνδυνος έκθεσης ενός δότη σε μεταδιδόμενο με τη μετάγγιση νόσημα λαμβάνοντας υπόψιν ατομικές σεξουαλικές πρακτικές ενώ αναγνωρίζει ότι άνδρες που έχουν σεξουαλικές επαφές με άνδρες … καθώς και εργαζόμενοι στο σεξ είναι εκτεθειμένοι σε υψηλό κίνδυνο προσβολής και άρα μετάδοσης νοσημάτων μεταδιδόμενων με τη μετάγγιση». Ακολούθως, στη γνωμοδότηση περιέχονται διαπιστώσεις σχετικά με την οργάνωση του συστήματος αιμοδοσίας στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, παρατηρείται ότι η χώρα δεν διαθέτει ενιαίο πληροφοριακό σύστημα, βασική προϋπόθεση ώστε να είναι δυνατή η από τον νόμο απαιτούμενη πλήρης ιχνηλασιμότητα και ταυτοποίηση κάθε μονάδας αίματος και αιμοδότη σε όλα τα στάδια της αλυσίδας του αίματος. Σημειώνονται, επίσης, η κατακερματισμένη οργανωτική δομή της αιμοδοσίας, η αδυναμία διαπίστευσης των υπηρεσιών αιμοδοσίας, η αδυναμία εκπόνησης ενός ενιαίου σχεδίου δράσης σε όλη τη χώρα για την προσέλκυση και διατήρηση των εθελοντών αιμοδοτών, καθώς και «η παρουσία υψηλού ποσοστού αιμοδοτών πρώτης φοράς αλλά και των αιμοδοτών συγγενικού περιβάλλοντος», κατηγοριών αιμοδοτών, δηλαδή, οι οποίες «διεθνώς χαρακτηρίζονται από επιβαρυμένα επιδημιολογικά δεδομένα όσον αφορά τα μεταδιδόμενα με την μετάγγιση νοσήματα». Ως προς τη διαδικασία της αιμοδοσίας και τα μέτρα διασφάλισης της ποιότητας του αίματος, αναφέρονται τα εξής στάδια: α) ο αυτοαποκλεισμός, ο οποίος εξασφαλίζεται με την ενημέρωση του υποψηφίου αιμοδότη για τα κριτήρια επιλογής και τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες είναι επιτρεπτή η αιμοδοσία, β) η κρίση περί της επιλεξιμότητας αιμοδότη μέσω της συμπλήρωσης ερωτηματολογίου, προσωπικής συνέντευξης και φυσικής εξέτασης, γ) ο έλεγχος των μονάδων αίματος, και δ) η επεξεργασία των μονάδων αίματος για την αδρανοποίηση/ απομάκρυνση των λοιμογόνων παραγόντων. Ειδικώς ως προς τον έλεγχο των μονάδων αίματος αναφέρεται ότι όλες οι συλλεγόμενες μονάδες υπόκεινται σε έλεγχο με μεθόδους υψηλής ευαισθησίας για την ανίχνευση παθογόνων. Ωστόσο, από τη στιγμή που κάποιο παθογόνο εισέρχεται στον οργανισμό μέχρι τη στιγμή που κάποια εργαστηριακή μέθοδος μπορεί να ανιχνεύσει τη μόλυνση, μεσολαβεί χρονικό διάστημα, το οποίο ονομάζεται «περίοδος του παραθύρου», κατά τη διάρκεια της οποίας τα μολυσμένα άτομα μπορούν να μεταδώσουν τη λοίμωξη, ιδίως μέσω μετάγγισης αίματος, παρά το γεγονός ότι είναι ασυμπτωματικά. Η διάρκεια της περιόδου του παραθύρου διαφοροποιείται ανάλογα με τη νόσο. Ειδικά για τον ιό HIV-1 και HIV-2, με βάση τον ορολογικό έλεγχο και τη συγκεκριμένη μεθοδολογία που χρησιμοποιείται στη χώρα μας, η περίοδος του παραθύρου κυμαίνεται από 3 έως 30 ημέρες, ενώ για την ηπατίτιδα Β από 7 έως 244 ημέρες και για την ηπατίτιδα C από 16 έως 28 ημέρες. Σημειώνεται δε ότι ο μοριακός έλεγχος συνέβαλε σημαντικά στη μείωση της περιόδου του παραθύρου, αλλά όχι στην εξαφάνισή της, καθώς και ότι φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία ή την πρόληψη της μόλυνσης από τον ιό HIV (PreP, PEP κ.ά.) μπορεί να δώσουν αρνητικό μοριακό έλεγχο, όπως και να παρατείνουν το διάστημα της ορομετατροπής ή να τροποποιήσουν την ορομετατροπή, δηλαδή, να δώσουν ως αρνητικό ένα αρχικά θετικό αποτέλεσμα. Τονίζεται ότι η περίοδος του παραθύρου έχει ιδιαίτερη σημασία για την αιμοδοσία. Τούτο διότι το παθογόνο που βρίσκεται στη μονάδα αίματος που έχει προσφερθεί από αιμοδότη που βρίσκεται στην περίοδο του παραθύρου δεν θα ανιχνευθεί, ακόμη, μάλιστα, και αν η μονάδα αίματος τεθεί σε καραντίνα και ελεγχθεί αργότερα. Παρ’ όλα αυτά η μονάδα θα μπορεί να μεταδώσει τη λοίμωξη, αν μεταγγισθεί. Μάλιστα, ο κίνδυνος μετάγγισης είναι αυξημένος αφ’ ενός λόγω της μεγάλης ποσότητας παθογόνου που εισέρχεται στον οργανισμό κατά τη μετάγγιση μονάδας αίματος και αφ’ ετέρου λόγω της οδού εισόδου (ενδοφλέβια έγχυση). Εξ άλλου, ως προς τις μεθόδους επεξεργασίας των μονάδων αίματος στη γνωμοδότηση σημειώνεται ότι πρόκειται για τεχνολογίες οι οποίες αυξάνουν κατά πολύ το κόστος ενώ απαιτούν υψηλή τεχνογνωσία, καθώς και ότι στη χώρα μας τέτοιες μέθοδοι εφαρμόζονται περιστασιακά και όχι καθολικά. Ακολούθως, στη γνωμοδότηση καταγράφονται τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα, τα οποία είναι δυνατόν να μεταδοθούν με τη μετάγγιση αίματος. Γίνεται αναφορά ιδίως στον Ιό Ανοσοανεπάρκειας του Ανθρώπου (HIV), στον Ιό Ηπατίτιδας Β και Ηπατίτιδας C, καθώς και σε άλλους λοιμώδεις παράγοντες. Ως προς τον Ιό HIV στη γνωμοδότηση παρατίθενται στατιστικά δεδομένα σχετικά με τα ποσοστά μετάδοσης αναλόγως του τρόπου σεξουαλικής επαφής και διατυπώνεται το συμπέρασμα ότι η απροφύλακτη σεξουαλική επαφή μεταξύ ανδρών αποτελεί μέχρι σήμερα τον κυριότερο τρόπο μετάδοσης του ιού HIV στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι ο συνολικός αριθμός των HIV διαγνώσεων στην Ελλάδα που έχουν καταχωρηθεί στα σχετικά αρχεία του Ε.Ο.Δ.Υ. μέχρι τις 9.3.2021 ανέρχεται σε 18.710, εκ των οποίων ποσοστό 82,5% αφορούσε σε άνδρες. Οι νέες διαγνώσεις αυξήθηκαν σημαντικά κατά τα έτη 2011-2012, ενώ από το έτος 2013 καταγράφεται μείωση του αριθμού των διαγνώσεων. Το έτος 2020 τα περισσότερα περιστατικά που διαγνώσθηκαν και δηλώθηκαν στον Ε.Ο.Δ.Υ. αφορούσαν σε μολύνσεις μέσω της απροφύλακτης σεξουαλικής επαφής, κυρίως μεταξύ ανδρών. Συγκεκριμένα, κατά το ανωτέρω έτος, το 80,2% των περιστατικών HIV που διαγνώσθηκαν αφορούσαν σε άνδρες και το 19,8% σε γυναίκες. Περαιτέρω, το 42,6% των νέων διαγνώσεων αφορούσαν σε περιπτώσεις μετάδοσης μέσω απροφύλακτης σεξουαλικής επαφής μεταξύ ανδρών, το 20% σε περιπτώσεις μετάδοσης μέσω απροφύλακτης ετεροφυλοφιλικής επαφής, το 13% σε περιπτώσεις μετάδοσης μέσω ενδοφλέβιας χρήσης εξαρτησιογόνων ουσιών, ενώ για το 23,3% των περιπτώσεων δεν έχει προσδιορισθεί ο τρόπος μετάδοσης του ιού. Συνολικά, αναφέρεται ότι η απροφύλακτη σεξουαλική επαφή μεταξύ ανδρών αποτελεί μέχρι σήμερα τον κυριότερο τρόπο μετάδοσης του ιού HIV στην Ελλάδα, καθ’ όσον «το 48% των HIV διαγνώσεων που έχουν δηλωθεί, αφορούν σε άνδρες που ανέφεραν ότι μολύνθηκαν μέσω απροφύλακτης σεξουαλικής επαφής με άνδρες ... ενώ το αντίστοιχο ποσοστό, εάν εξαιρεθούν τα περιστατικά με απροσδιόριστο τρόπο μετάδοσης, ανέρχεται σε 57,3%». Βάσει δε των δεδομένων που έχουν συλλεγεί στο πλαίσιο του συστήματος αιμοεπαγρύπνισης, προκύπτει ότι κατά την περίοδο 2010-2019, οι άνδρες που είχαν σεξουαλική επαφή με άνδρα αποτέλεσαν το 56,9% των οροθετικών HIV αιμοδοτών. Περαιτέρω, στη γνωμοδότηση παρατίθενται συγκριτικά στοιχεία σχετικά με ρυθμίσεις άλλων κρατών περί αποκλεισμού από την αιμοδοσία για άνδρες που έχουν σεξουαλική επαφή με άνδρες [όπως ίσχυαν τον Ιούνιο του 2020]. Από τα παρατιθέμενα στοιχεία προκύπτει ότι ορισμένες χώρες διατηρούν τον μόνιμο αποκλεισμό των ΑΣΑ [ανδρών που έχουν σεξουαλική επαφή με άνδρες] από την αιμοδοσία, ενώ άλλες χώρες έχουν καθιερώσει δωδεκάμηνο αποκλεισμό από την τελευταία σεξουαλική επαφή ή και μικρότερο ακόμη χρονικό διάστημα αποκλεισμού. Συγκεκριμένα, αναφέρεται ότι το χρονικό διάστημα των τριών μηνών από την τελευταία σεξουαλική επαφή είναι το συντομότερο διάστημα αποκλεισμού σε παγκόσμιο επίπεδο, βασίζεται δε στην άποψη ότι ένα διάστημα αποκλεισμού θα πρέπει να είναι ίσο με τουλάχιστον δύο φορές το μεγαλύτερο διάστημα παραθύρου για την λοίμωξη που ενέχει τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τις συγκεκριμένες συνθήκες. Τέλος, υπάρχουν και χώρες (στην Ευρώπη αναφέρονται τρεις) που δεν έχουν υιοθετήσει συγκεκριμένο κριτήριο αποκλεισμού για τους ΑΣΑ. Κατόπιν των ανωτέρω, στα συμπεράσματα της γνωμοδότησης αναφέρονται τα εξής: «Όλες οι προηγμένες χώρες προκειμένου να προχωρήσουν στην οποιαδήποτε αλλαγή αναφορικά με τα κριτήρια επιλογής των αιμοδοτών βασίζονται στην εκτίμηση κινδύνου η οποία διαμορφώνεται λαμβάνοντας υπόψη την δομή και οργάνωση του συστήματος αιμοδοσίας και πώς αυτό εξασφαλίζει την ασφάλεια του μεταγγιζόμενου αίματος, τα επιδημιολογικά δεδομένα του γενικού πληθυσμού, τα επιδημιολογικά δεδομένα του πληθυσμού των αιμοδοτών καθώς και τα επιδημιολογικά δεδομένα και χαρακτηριστικά του πληθυσμού για τον οποίο πρόκειται να εισηγηθούν τις όποιες αλλαγές σε σχέση πάντα με την ασφάλεια των μεταγγιζομένων προϊόντων ... Η Ελλάδα διατηρούσε μέχρι σήμερα τον καθολικό και ισόβιο αποκλεισμό των ΑΣΑ από την αιμοδοσία αξιολογώντας τα υπάρχοντα επιδημιολογικά δεδομένα αλλά και τα χρόνια οργανωτικά κατά κύριο λόγο, προβλήματα με δυνητικά αρνητική επίδραση στην ασφάλεια του αίματος. Πιο συγκεκριμένα, οι λόγοι που συντηρούσαν μέχρι σήμερα τον καθολικό και ισόβιο αποκλεισμό των ΑΣΑ από την αιμοδοσία ήταν οι παρακάτω: - Οι νέες μολύνσεις HIV δεν έχουν πτωτική τάση - Συνεχίζει να υπερέχει ο πληθυσμός των ΑΣΑ στις νέες μολύνσεις HIV, σε σχέση με τον ετεροφυλόφιλο πληθυσμό ... – Ένα ποσοστό υποψήφιων αιμοδοτών (0,2-0,3%) χρησιμοποιεί την αιμοδοσία για να κάνει έλεγχο HIV ... - Απουσία μέχρι και σήμερα ενιαίου πληροφοριακού συστήματος που να διασυνδέει όλες τις υπηρεσίες αιμοδοσίας - Αναλογία εθελοντών δοτών – δοτών συγγενικού περιβάλλοντος 60%-40% όταν στην Ευρώπη οι περισσότερες χώρες βασίζονται σε 100% μη αμειβόμενους εθελοντές αιμοδότες - Υψηλό ποσοστό αιμοδοτών πρώτης φοράς …». Εν όψει των ανωτέρω, η γνωμοδότηση καταλήγει ότι, βάσει των επιδημιολογικών δεδομένων της χώρας, μπορεί πλέον να τροποποιηθεί η πρόβλεψη της υπουργικής απόφασης υπ’ αριθμ. Α3β/3663/1.4.2015 περί αποκλεισμού από την αιμοδοσία οποιουδήποτε είχε έστω και μια ομοφυλοφιλική σχέση από το 1977. Δεν κρίνεται, όμως, σκόπιμη, προς το παρόν η υιοθέτηση της δυνατότητας εξατομικευμένης εκτίμησης κινδύνου εάν «α) δεν οργανωθούν, εφαρμοσθούν και αναλυθούν ερωτηματολόγια που θα εντοπίζουν, στον πληθυσμό των ΑΣΑ και άλλων ομάδων που θεωρούνται υψηλού κινδύνου στη χώρα μας, τις όποιες ενδεχομένως επικίνδυνες σεξουαλικές συμπεριφορές και το δυνητικό κίνδυνο μετάδοσης, β) δεν μειωθούν οι πρωτοδιαγνώσεις HIV μεταξύ ανδρών που κάνουν σεξ με άνδρες στα επίπεδα των ετεροφυλόφιλων και γ) δεν αλλάξουν βασικά στοιχεία της οργάνωσης του συστήματος αιμοδοσίας στη χώρας μας». Κατόπιν αυτών, η Επιτροπή στη γνωμοδότησή της πρότεινε την τροποποίηση του εντύπου «Ιστορικό αιμοδότη» και την αντικατάσταση των περιπτώσεων αυτοαποκλεισμού σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη σκέψη 9, με την πρόβλεψη του αποκλεισμού, μεταξύ άλλων, των ανδρών που είχαν έστω και μία σεξουαλική επαφή με άνδρες τους τελευταίους δώδεκα μήνες και των γυναικών που είχαν έστω και μία σεξουαλική επαφή με άνδρα που είχε σεξουαλική επαφή με άνδρα τους τελευταίους δώδεκα μήνες (περιπτώσεις 1 και 2). Η Επιτροπή πρότεινε, επίσης, τη συστηματική παρακολούθηση των αποτελεσμάτων της νέας ρύθμισης επί των επιδημιολογικών δεδομένων των αιμοδοτών και την ανά τακτά χρονικά διαστήματα επαναξιολόγηση της ρυθμίσεως.

15. Επειδή, με την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, όπως αναφέρεται στο προοίμιο αυτής, η ως άνω γνωμοδότηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής Αιμοδοσίας σχετικά με την επικαιροποίηση των περιπτώσεων αυτοαποκλεισμού του εντύπου «Ιστορικό Αιμοδότη» έγινε δεκτή, πλην των προταθεισών περιπτώσεων υπ’ αριθμ. 1 και 2, οι οποίες δεν περιελήφθησαν στο εγκριθέν έντυπο. Εξ άλλου, από την προσβαλλόμενη απόφαση και τα στοιχεία που τη συνοδεύουν δεν προκύπτει ότι, πέραν της γνωμοδότησης της Επιτροπής, ελήφθησαν υπ’ όψιν άλλες γνωμοδοτήσεις, επιστημονικές μελέτες ή αναφορές επιδημιολογικών δεδομένων. Στο έγγραφο της Βοηθού Συνηγόρου του Πολίτη, το οποίο κατά τα εκτεθέντα στη σκέψη 9 απευθύνθηκε στο Ε.ΚΕ.Α., γίνεται αναφορά στην Έθνική Στρατηγική για την ισότητα των ΛΟΑΤΚΙ + ατόμων, η οποία καταρτίσθηκε από Επιτροπή που συστάθηκε με την από 17.3.2021 απόφαση του Πρωθυπουργού. Στη σχετική έκθεση της εν λόγω Επιτροπής, ως προς το ζήτημα της αιμοδοσίας, προτείνεται η «κατάργηση της υφιστάμενης πλήρους απαγόρευσης αιμοδοσίας και η αντικατάστασή της με την απαγόρευση αιμοδοσίας για όσους και όσες είχαν σεξουαλική επαφή τους προηγούμενους τρεις μήνες με άτομο ή άτομα που ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες, δηλαδή σε κοινότητες όπου ο ιός HIV εντοπίζεται στατιστικά σε υψηλότερο ποσοστό από τον μέσο όρο, όπως προκύπτει από τα επιδημιολογικά δεδομένα». Στο προοίμιο της προσβαλλομένης αποφάσεως, πάντως, γίνεται μόνον αναφορά στην «ανάγκη αποσύνδεσης των κριτηρίων αποκλεισμού από την αιμοδοσία από τον σεξουαλικό προσανατολισμό των υποψηφίων αιμοδοτών». Στη γνωμοδότηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής Αιμοδοσίας, όμως, η εισήγηση για τον αποκλεισμό από την αιμοδοσία των ανδρών που έχουν σεξουαλική επαφή με άνδρες για χρονικό διάστημα 12 μηνών από την επαφή, στηρίζεται στην ανάλυση των επιδημιολογικών δεδομένων της χώρας, επιστημονικών δεδομένων, καθώς και των δεδομένων σχετικά με την οργάνωση του εθνικού συστήματος αιμοδοσίας. Στηρίζεται, δηλαδή, η εισήγηση της Επιτροπής στην εκτίμηση νομίμων στοιχείων και, κατ’ ακολουθίαν, η αναφορά στη συγκεκριμένη μορφή σεξουαλικής συμπεριφοράς, η οποία γίνεται σε σύνδεση προς τα παρατιθέμενα επιστημονικά δεδομένα για την τεκμηρίωση του κινδύνου μετάδοσης λοιμωδών νοσημάτων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνεπάγεται διακριτική μεταχείριση λόγω γενετήσιου προσανατολισμού. Υπό τα δεδομένα αυτά, η νέα ρύθμιση των περιπτώσεων αυτοαποκλεισμού που εισάγεται με την προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, με την οποία, κατ’ απόκλιση από τη γνωμοδότηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής Αιμοδοσίας, δεν προβλέπεται κανένας περιορισμός ως προς την καταλληλότητα για αιμοδοσία των ανδρών που έχουν σεξουαλική επαφή με άνδρες, παρά τα παρατιθέμενα στην ανωτέρω γνωμοδότηση επιστημονικά και επιδημιολογικά δεδομένα και χωρίς να προκύπτει ότι ελήφθησαν υπ’ όψιν άλλα αντίστοιχα πρόσφορα στοιχεία, δεν έχει τεθεί σύμφωνα με τους όρους της παρασχεθείσας εξουσιοδότησης, σύμφωνα με τα γενόμενα δεκτά στη σκέψη 13. Για τον λόγο αυτό, βασίμως προβαλλόμενο, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση υπ’ αριθμ. Γ.Π. οικ. 900/10.1.2022, κατά το μέρος που καταργεί την προηγούμενη σχετική ρύθμιση της υπουργικής απόφασης υπ’ αριθμ. Α3β/3663/1.4.2015 και δεν προβλέπει κανέναν περιορισμό για την καταλληλότητα για αιμοδοσία των ανδρών που έχουν έστω μία σεξουαλική επαφή με άνδρα, κατά τους τελευταίους 12 μήνες καθώς επίσης και των γυναικών που έχουν έστω μία σεξουαλική επαφή με άνδρα που έχει σεξουαλική επαφή με άνδρα τους τελευταίους 12 μήνες, κατ’ απόκλιση από τη γνωμοδότηση της Συμβουλευτικής Επιτροπής Αιμοδοσίας, χωρίς η απόκλιση αυτή να στηρίζεται στην αξιολόγηση επιστημονικών κριτηρίων. Μετά δε την κατά τα ανωτέρω ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης, ο Υπουργός Υγείας έχει την υποχρέωση να επανεξετάσει το ζήτημα και, εφ’ όσον κρίνει ότι η προηγούμενη ρύθμιση της υπουργικής απόφασης υπ’ αριθμ. Α3β/3663/1.4.2015 δεν ανταποκρίνεται στα σύγχρονα επιστημονικά και επιδημιολογικά δεδομένα, να θεσπίσει νέα ρύθμιση κατόπιν εκτιμήσεως των νομίμων κριτηρίων και πρόσφορων σχετικών δεδομένων.

Δ ι ά τ α ύ τ α

Απορρίπτει την αίτηση ως προς το τρίτο αιτούν.

Δέχεται την αίτηση ως προς τους λοιπούς αιτούντες.

Ακυρώνει εν μέρει την υπ’ αριθμ. Γ.Π. οικ. 900/10.1.2022 απόφαση του Υπουργού και της Αναπληρώτριας Υπουργού Υγείας, κατά τα εκτιθέμενα στο σκεπτικό.

Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου στους αιτούντες, ως προς τους οποίους γίνεται δεκτή η αίτηση.

Επιβάλλει στο Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη των αιτούντων, ως προς τους οποίους γίνεται δεκτή η αίτηση, η οποία ανέρχεται στο ποσό των εννιακοσίων είκοσι (920) ευρώ.

 

Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 27 Νοεμβρίου 2024

Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος      Η Γραμματέας

         Ηλίας Μάζος                Μαρία Τσαπαρδώνη

και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 1ης Απριλίου 2025.


Ο Προεδρεύων Αντιπρόεδρος       Η Γραμματέας

        Ηλίας Μάζος                    Ευδοξία Καπίρη