ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

ΤΜΗΜΑ ΙΕ' - ΤΡΙΜΕΛΕΣ

ΑΡΙΘΜΟΣ 6012/2022

 

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 22 Δεκεμβρίου 2021, με την εξής σύνθεση: Χαρίκλεια Σαμουρέλη, Πρόεδρο Πρωτοδικών Δ.Δ., Αικατερίνη Αριστοτελίδου (Εισηγήτρια) και Μαρία Παπαδοπούλου Ευθυμιοπούλoυ, Πρωτόδικες Δ.Δ, και γραμματέα τη δικαστική υπάλληλο Αμαλία Σκιά,

γ ι α ν α δικάσει την προσφυγή με ημερομηνία κατάθεσης 30.8.2016 (αρ. καταχώρησης .../2016),

της Ε. του Γ., κατοίκου Θεσσαλονίκης (οδός .... αρ. ...), η οποία δεν παραστάθηκε αλλά νομιμοποίησε με το από 21.12.2021 ιδιωτικό έγγραφο με βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής τον υπογράφοντα το δικόγραφο της προσφυγής δικηγόρο Θεόδωρο Ζέρβα,

κατά του Ελληνικού Δημοσίου και ήδη της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), ως εκπροσώπου του Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται, στην προκειμένη περίπτωση, από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, ο οποίος δεν παραστάθηκε.

Μετά τη συνεδρίαση, το Δικαστήριο, μελέτησε τη δικογραφία και σκέφθηκε σύμφωνα με το νόμο.

Η κρίση του είναι η εξής:

1. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε παράβολο ποσού 3.000,00 ευρώ [βλ. τα .../30.8.2016 και .../17.12.2019 διπλότυπα είσπραξης τύπου-Α της … Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (ΔΌ.Υ.) Θεσσαλονίκης], η προσφεύγουσα ζητεί να ακυρωθεί η σιωπηρή απόρριψη από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (και ήδη Α.Α.Δ.Ε.) της ..../4.3.2016 ενδικοφανούς προσφυγής της κατά των ακόλουθων πράξεων της Προϊσταμένης της … Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης: α) της ..../29.1.2016 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2005 ποσού 65.861,01 ευρώ πλέον προσθέτων φόρων ποσού 79.837,64 ευρώ, β) της ..../29.1.2016 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2006 ποσού 51.728,81 ευρώ πλέον προσθέτων φόρων ποσού 63.005,32 ευρώ, γ) της ..../29.1.2016 πράξης επιβολής προστίμου επί παραβάσεων τήρησης βιβλίων και έκδοσης στοιχείων διαχειριστικής περιόδου 1.1.2004-31.12.2004 ποσού 79.122,93 ευρώ (195,33 ευρώ λόγω μη εμπρόθεσμης ενημέρωσης βιβλίων Β' κατηγορίας και 78.927,60 ευρώ λόγω καταχώρησης στα βιβλία δαπανών χωρίς παραστατικά συνολικής αξίας 197.319,00 ευρώ), δ) της ..../29.1.2016 πράξης επιβολής προστίμου επί παραβάσεων τήρησης βιβλίων και έκδοσης στοιχείων διαχειριστικής περιόδου 1.1.2005-31.12.2005 ποσού 58.815,42 ευρώ (195,33 ευρώ λόγω μη εμπρόθεσμης ενημέρωσης βιβλίων Β' κατηγορίας και 58.620,09 ευρώ λόγω καταχώρησης στα βιβλία δαπανών χωρίς παραστατικά συνολικής αξίας 146.550,23 ευρώ), ε) της ..../29.1.2016 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού Φ.Π.Α. διαχειριστικής περιόδου 1.1.2004-31.12.2004 ποσού 2.880,18 ευρώ πλέον πρόσθετων φόρων ποσού 3.456,21 ευρώ και στ) της ..../29.1.2016 οριστικής πράξης διορθωτικού προσδιορισμού Φ.Π.Α. διαχειριστικής περιόδου 1.1.2005-31.12.2005 ποσού 4.174,46 ευρώ πλέον πρόσθετων φόρων ποσού 5.009,36 ευρώ.

2. Επειδή, η συζήτηση της υπόθεσης χώρησε νομίμως, κατ’ άρθρα 34 και 135 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας (Κ.Δ.Δ.), ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1999 (Α' 97), παρά την απουσία του καθ’ ου Ελληνικού Δημοσίου, που κλήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως να παρασταθεί σε αυτή (βλ. το από 20.10.2021 αποδεικτικό επίδοσης προς τη φορολογική αρχή κλήσης, με σύντμηση της προθεσμίας σε 15 ημέρες, του επιμελητή δικαστηρίων ....).

3. Επειδή, οι προαναφερθείσες έξι καταλογιστικές πράξεις που εκδόθηκαν σε βάρος της προσφεύγουσας για τις επίδικες χρήσεις 2004 και 2005, ενσωματωθείσες στη μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη σιωπηρή απόρριψη της ..../4.3.2016 κοινής ενδικοφανούς προσφυγής της από την Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών της ΑΑΔΕ [άρθρα 63 παρ. 3 και 4 του ΚΔΔ και 63 παρ. 1, 5 και 8 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α' 170), βλ. ΣτΕ 2691/2019 7μ.,1485/2019 7μ., 1357/2018 7μ., 2183/2016], η οποία αναλύεται σε τόσες απορριπτικές πράξεις όσες και οι προσβληθείσες με την ενδικοφανή προσφυγή (βλ. ΔΕφΘεσ 1694/2019, 1346/2019, 1211/2019), καταρχήν δεν είναι συναφείς σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 122 παρ. 2 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας ελλείψει ταυτότητας νομικής βάσης, καθώς πρόκειται για διαφορετικούς φόρους και πρόστιμα που επιβλήθηκαν σε βάρος της προσφεύγουσας κατ’ εφαρμογή διαφορετικών διατάξεων, επιπλέον δε η νομιμότητα της μίας πράξης δεν εξαρτάται από τη νομιμότητα τής άλλης, αφού οι κρίσεις περί νομιμότητας εκδόσεώς τους είναι αυτοτελείς ακόμη και αν εδράζονται στην ίδια κατά τα ουσιώδη στοιχεία πραγματική βάση (πρβ. ΣτΕ 1/2012). Ωστόσο, το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι με την κρινόμενη προσφυγή προβάλλονται κοινοί λόγοι ακυρώσεως με προέχοντα τον λόγο περί παραγραφής του δικαιώματος του καθ’ ου να εκδώσει τις παραπάνω καταλογιστικές πράξεις, κρίνει, δυνάμει της αρχής της οικονομίας της δίκης, ότι εν προκειμένω η υπόθεση πρέπει να εκδικαστεί από το Δικαστήριο στο σύνολό της, χωρίς να συντρέχει, κατ’ εξαίρεση, λόγος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 121 παρ. 2 και 3 ΚΔΔ περί χωρισμού του δικογράφου (βλ. ΣτΕ 849/2016).

4. Επειδή, η μεταβατική διάταξη της παραγράφου 11 εδ. α' του άρθρου 72 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (εφεξής ΚΦΔ), ο οποίος πλέον στο άρθρο 36 ρυθμίζει το ζήτημα της παραγραφής για όλες τις φορολογίες που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του (άρθρο 2), ορίζει ότι «Διατάξεις περί παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να κοινοποιεί φύλλα ελέγχου και πράξεις προσδιορισμού φόρου, τελών, εισφορών προστίμων, προϊσχύουσες του άρθρου 36 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, εξακολουθούν να έχουν εφαρμογή για τις χρήσεις, τις περιόδους, τις υποθέσεις και τις φορολογικές υποχρεώσεις τις οποίες αφορούν. Κατά το άρθρο 84 του κυρωθέντος με το άρθρο πρώτο του ν. 2238/1994 (Α' 151) Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (εφεξής Κ.Φ.Ε.): «1. Η κοινοποίηση φύλλου ελέγχου [...] δεν μπορεί να γίνει μετά την πάροδο πενταετίας από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία για την επίδοση της δήλωσης. Το δικαίωμα του Δημοσίου για επιβολή του φόρου παραγράφεται μετά την πάροδο της πενταετίας. 2. [...] 3. [...] 4. Το δικαίωμα του Δημοσίου για τη ενέργεια αρχικής ή συμπληρωματικής φορολογικής εγγραφής και την επιβολή φόρων, πρόσθετων φόρων, για φορολογικές παραβάσεις, παραγράφεται μετά την πάροδο δεκαετίας, εφόσον η μη ενάσκησή του, έστω και κατά ένα μέρος, οφείλεται: α) [...] β) Σε οποιαδήποτε από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 68 [...] Όταν τα συμπληρωματικά στοιχεία περιέρχονται στον προϊστάμενο της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας το τελευταίο έτος της παραγραφής, ο χρόνος αυτής παρατείνεται για ένα ακόμη ημερολογιακό έτος.5. [...]» Επίσης, σύμφωνα με ’ την παράγραφο 2 του άρθρου 68 Κ.Φ.Ε, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή τού με το άρθρο 13 πάρ. 1 του ν. 3522/2006 (Α' 276) και προ της συμπληρώσεώς του με το άρθρο 37 παρ. 7 του ν. 4141/2013 (Α' 81), ορίζονται τα ακόλουθα: «Φύλλο ελέγχου και αν ακόμη έγινε οριστικό, δεν αποκλείει την έκδοση και κοινοποίηση συμπληρωματικού φύλλου ελέγχου, αν: α) από συμπληρωματικά στοιχεία, που περιήλθαν σε γνώση του προϊσταμένου της δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας εξακριβώνεται ότι το εισόδημα του φορολογουμένου υπερβαίνει αυτό που έχει περιληφθεί στο προηγούμενο φύλλο ελέγχου, β) η δήλωση που υποβλήθηκε ή τα έντυπα ή οι καταστάσεις που τη συνοδεύουν αποδεικνύονται ανακριβή ή γ) [...]». Εξάλλου, το άρθρο 9 παρ. 5 ν. 2523/1997 (Α' 179) προβλέπει ότι «Οι διατάξεις περί παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για την ενέργεια αρχικής ή συμπληρωματικής φορολογικής εγγραφής στην κύρια φορολογία εφαρμόζονται ανάλογα και για την επιβολή των προστίμων. Η προθεσμία αρχίζει από τη λήξη της διαχειριστικής περιόδου που έπεται εκείνης, στην οποία αφορά η παράβαση. Στα πρόστιμα του Κ.Β.Σ. ως και άλλα πρόστιμα που δεν συνδέονται με αντίστοιχη φορολογία, ως κύρια φορολογία νοείται η φορολογία εισοδήματος». Περαιτέρω, ο κυρωθείς με το άρθρο πρώτο του ν. 2859/2000 (Α 248) Κώδικας Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (εφεξής Κ.Φ.Π.Α.) ορίζει στο άρθρο 57 παρ. 1 και 2 ότι «1. Η κοινοποίηση των πράξεων που προβλέπουν οι διατάξεις των άρθρων 49 και 50 του παρόντος δεν μπορεί να γίνει ύστερα από πάροδο πενταετίας από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο λήγει η προθεσμία για την υποβολή της εκκαθαριστικής δήλωσης ή της έκτακτης δήλωσης στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει υποχρέωση για υποβολή εκκαθαριστικής ή η προθεσμία για την υποβολή αίτησης επιστροφής από τους αγρότες του ειδικού καθεστώτος του άρθρου 41. Μετά την πάροδο της πενταετίας παραγράφεται το δικαίωμα του Δημοσίου για την επιβολή του φόρου. 2. Κατ' εξαίρεση από τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου μπορεί να κοινοποιηθεί πράξη και μετά την πάροδο πενταετίας, όχι όμως και μετά την πάροδο δεκαετίας εφόσον: α) δεν υποβλήθηκε εκκαθαριστική δήλωση ή έκτακτη στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει υποχρέωση για υποβολή εκκαθαριστικής, β) η μη άσκηση του δικαιώματος του Δημοσίου για την επιβολή του φόρου, εν όλω ή εν μέρει, οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη από πρόθεση του υπόχρεου στο φόρο με σύμπραξη του αρμόδιου φορολογικού οργάνου, γ) αφορά συμπληρωματική πράξη που προβλέπει η διάταξη της παραγράφου 3 του άρθρου 49.» και στην παράγραφο 3 του άρθρου 49 ότι «Πράξη προσδιορισμού του φόρου, και αν ακόμη έγινε οριστική, δεν αποκλείει την έκδοση και κοινοποίηση συμπληρωματικής πράξης, αν από συμπληρωματικά στοιχεία που περιήλθαν οποιονδήποτε τρόπο σε γνώση του Προϊσταμένου ΔΟΥ, μετά την έκδοση της πράξης, εξακριβώνεται ότι ο φόρος που προκύπτει είναι μεγαλύτερος απ' αυτόν που προσδιορίζεται με την αρχική πράξη ή αν η δήλωση ή τα έντυπα ή οι καταστάσεις που τη συνοδεύουν αποδεικνύονται ανακριβή.».

5. Επειδή, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις των άρθρων 84 παρ. 1 του Κ.Φ.Ε. και 57 παρ. 1 του Κ.Φ.Π.Α., οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής στις επίδικες χρήσεις (2004 και 2005) βάσει της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 72 παρ. 11 εδ. α' του ΚΦΔ, καθιερώνεται, ως κανόνας, η πενταετής παραγραφή των σχετικών φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, το δικαίωμα του Δημοσίου προς καταλογισμό φόρου εισοδήματος και ΦΠΑ, με την έκδοση πράξης διορθωτικού προσδιορισμού κατόπιν διενέργειας φορολογικού ελέγχου, παραγράφεται, κατ' αρχήν, με την πάροδο πενταετίας από το τέλος του έτους, εντός του οποίου λήγει η προθεσμία για την υποβολή της δήλωσης. Παρέκκλιση από τον ανωτέρω κανόνα εισάγεται με τις διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 84 του ΚΦΕ (σε συνδυασμό με τη προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 περιπτ. α του ίδιου νόμου) και της περιπτ. γ1 της παρ. 2 του άρθρου 57 του Κώδικα ΦΠΑ (σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 49 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα), στις οποίες προβλέπεται ότι η παραγραφή καθίσταται δεκαετής, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση, κατά την οποία η διαπίστωση της ανακρίβειας της υποβληθείσας δήλωσης στηρίζεται σε συμπληρωματικά στοιχεία, ήτοι σε στοιχεία που, όπως έχει κατ' επανάληψη κριθεί (ΣτΕ 1628/2019, 2347, 2350, 2352, 2354 και 2356/2018, 2607/2018, 2934-2935/2017), είτε περιήλθαν σε γνώση της αρμόδιας για τον καταλογισμό φορολογικής αρχής μετά την παρέλευση της ως άνω πενταετίας είτε η φορολογική αρχή δεν υποχρεούταν να συνεκτιμήσει εντός του χρόνου της πενταετούς παραγραφής κατ’ ενάσκηση της προβλεπόμενης εκ του νόμου αρμοδιότητάς της για λήψη των προσηκόντων μέτρων ελέγχου και έρευνας.

6. Επειδή, ειδικώς για την περίπτωση κατά την οποία τα συμπληρωματικά στοιχεία περιέρχονται στη φορολογική αρχή κατά το τελευταίο έτος της προβλεπόμενης από τις ως άνω διατάξεις παραγραφής του ΚΦΕ, στο τελευταίο εδάφιο της παραγράφου 4 του άρθρου 84 του Κ.Φ.Ε. προβλέπεται η, κατά ένα έτος, παρέκταση της διάρκειάς της. Με την διάταξη αυτή δεν εισάγεται γενική ρύθμιση, παρέχουσα τη δυνατότητα ενιαύσιος παρέκτασης όλων των κατ' άρθρο 84 του Κ.Φ.Ε. παραγραφών των φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου σε περιπτώσεις που υπ’ όψιν της φορολογικής αρχής τίθενται νέα κρίσιμα στοιχεία, δυνάμενα να στηρίξουν την, κατόπιν ελέγχου, έκδοση πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, λόγω ανακρίβειας της οικείας δήλωσης. Πρόκειται, αντιθέτως, περί εξαιρετικής διάταξης, η οποία εντάσσεται συστηματικά στις περί δεκαετούς παραγραφής διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 84 του Κ.Φ.Ε., αποτελώντας ειδικότερη ρύθμιση, συμπληρωματική της περίπτωσης β' της αυτής παραγράφου. Τούτο προκύπτει και από την παραπομπή των τελευταίων αυτών διατάξεων στο άρθρο 68 παρ. 2 του Κ.Φ.Ε., με το οποίο η ανακρίβεια της δήλωσης συνδέεται με την ανεύρεση συμπληρωματικών στοιχείων στοιχείων, δηλαδή, που, κατά τα ήδη εκτεθέντα, περιήλθαν σε γνώση της φορολογικής αρχής σε χρόνο μεταγενέστερο της συμπλήρωσης της κατά κανόνα παραγραφής έννοια ποιοτικώς διάφορη της περίπτωσης κατά την οποία στοιχεία κρίσιμα για τον προσδιορισμό συμπληρωματικού φόρου τίθενται στη διάθεση της φορολογικής αρχής εντός του χρόνου της συνήθους παραγραφής, εντός, δηλαδή, πενταετίας από τη λήξη του οικονομικού έτους υποβολής της δήλωσης φόρου εισοδήματος. Οι τελευταίες αυτές περιπτώσεις δεν καταλαμβάνονται, κατά συνέπεια, από τη διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 84 του Κ.Φ.Ε., η οποία, εισάγουσα ειδικότερη παρέκκλιση από τις περί πενταετούς παραγραφής διατάξεις της φορολογίας εισοδήματος, είναι στενώς ερμηνευτέα, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ερμηνευθεί ως παρέχουσα την, υπό προϋποθέσεις, δυνατότητα ενιαύσιος παρέκτασης της συνήθους παραγραφής της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου. Ερμηνεία, κατά συνέπεια, επεκτείνουσα την εφαρμογή της ρύθμισης περί ενιαύσιος παρέκτασης της δεκαετούς παραγραφής επί της πενταετούς παραγραφής, είτε κατ' ευθεία είτε κατ' αναλογική εφαρμογή του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 84 του Κ.Φ.Ε., μη ευρίσκουσα επαρκές έρεισμα στο γράμμα του νόμου, δεν ικανοποιεί τις απορρέουσες από την αρχή της ασφάλειας δικαίου απαιτήσεις σαφήνειας και προβλεψιμότητας των περί παραγραφής διατάξεων της φορολογικής νομοθεσίας. Το γεγονός, εξάλλου, ότι τυχόν παρέκταση της πενταετούς προθεσμίας παραγραφής θα ήταν, ενδεχομένως, δικαιολογημένη, σε περιπτώσεις κατά τις οποίες κρίσιμα στοιχεία φορολογικού ενδιαφέροντος τίθενται υπ' όψιν των αρμοδίων αρχών σε χρόνο πλησίον της εκπνοής της προθεσμίας παραγραφής, δεν είναι, δυνάμει των συνταγματικών αρχών της νομιμότητας του φόρου και της ασφάλειας δικαίου, επαρκές για την ερμηνευτική συναγωγή αντίστοιχης ρύθμισης, για την οποία, αντιθέτως, απαιτείται ρητή και, πάντως, σαφής νομοθετική πρόβλεψη (ΣτΕ 1056/2020).

7. Επειδή, αντίστοιχα, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 57 του Κ.Φ.Π.Α. καθιερώνεται ο κανόνας της πενταετούς παραγραφής της αξίωσης του Δημοσίου προς επιβολή φόρου προστιθέμενης αξίας. Από τον κανόνα αυτόν δεν προβλέπεται παρέκκλιση, ήτοι δυνατότητα παρέκτασης της πενταετούς παραγραφής στην περίπτωση που, κατά το τελευταίο έτος αυτής, περιέρχονται στην αρμόδια για τον καταλογισμό του φόρου αρχή στοιχεία που δικαιολογημένα δεν είχε υπ’ όψιν της και επί των οποίων στηρίζεται η, κατόπιν ελέγχου, έκδοση πράξης διορθωτικού προσδιορισμού φόρου προστιθέμενης αξίας. Τέτοια ρύθμιση δεν περιελήφθη ούτε στην παράγραφο 2 του άρθρου 57 Κ.Φ.Π.Α, με την οποία προβλέπεται, για τις περιοριστικά απαριθμούμενες στον νόμο περιπτώσεις, η κατ' εξαίρεση δεκαετής παραγραφή των σχετικών φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου. Εξάλλου, δεν είναι δυνατή η, κατ' αναλογική εφαρμογή του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 84 του Κ.Φ.Ε., παρέκταση της πενταετούς παραγραφής του άρθρου 57 παρ. 1 του Κ.Φ.Π.Α , σε περιπτώσεις που, κατά το τελευταίο έτος αυτής, περιήλθαν σε γνώση της φορολογικής αρχής κρίσιμα στοιχεία, δυνάμενα να στηρίξουν την επιβολή συμπληρωματικού φόρου προστιθέμενης αξίας, λόγω ανακρίβειας της οικείας δήλωσης. Τούτο δε, τόσο διότι τα ζητήματα παραγραφής του δικαιώματος προς καταλογισμό φόρου προστιθέμενης αξίας ρυθμίζονται ειδικώς με τις διατάξεις του άρθρου 57 του Κ.Φ.Π.Α, με συνέπεια να μην καταλείπεται πεδίο αναλογικής εφαρμογής των περί παραγραφής διατάξεων της φορολογίας εισοδήματος, όσο και διότι, κατά τα αναλυθέντα στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας απόφασης, η διάταξη του τελευταίου εδαφίου του άρθρου 84 παρ. 4. του Κ.Φ.Ε. δεν μπορεί, λόγω του εξαιρετικού της χαρακτήρα, να τύχει εφαρμογής ούτε για την επιβολή φόρου εισοδήματος σε περίπτωση κατά την οποία στοιχεία κρίσιμα για τον προσδιορισμό συμπληρωματικού φόρου τίθενται στη διάθεση της φορολογικής αρχής εντός του χρόνου της συνήθους και στη φορολογία εισοδήματος πενταετούς παραγραφής.

8. Επειδή, περαιτέρω το άρθρο 37 παρ. 5 ν. 4141/2013 (Α' 81) ορίζει ότι «Από τις ανέλεγκτες υποθέσεις φορολογίας εισοδήματος και λοιπών φορολογικών αντικειμένων των οποίων επίκειται ο χρόνος παραγραφής σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, για τις οποίες έχει εκδοθεί εντολή ελέγχου μέχρι το χρόνο παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για κοινοποίηση φύλλων ελέγχου ή πράξεων, επιβολής του φόρου και λοιπών καταλογιστικών πράξεων, παρατείνεται το δικαίωμα αυτό για δύο ακόμα έτη πέραν του χρόνου που ορίζεται από τις οικείες κατά περίπτωση διατάξεις. Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν για υποθέσεις για τις οποίες η προθεσμία παραγραφής λήγει από 31.12.2013 και μετά» και το άρθρο 22 του ν. 4337/2015 (Α' 129/17.10.2015) ότι: «Οι προθεσμίες παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου για έκδοση πράξης διοικητικού, εκτιμώμενου ή διορθωτικού προσδιορισμού φόρου και κάθε άλλης πράξης επιβολής φόρων, τελών, προστίμων ή εισφορών, που λήγουν στις 31.12.2015 παρατείνονται κατά ένα (1) έτος από τη λήξη τους για υποθέσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί (κατά τη δημοσίευση του παρόντος) ή θα εκδοθούν μέχρι τις 31.12.2015 εισαγγελικές παραγγελίες, εντολές ελέγχου, έρευνας ή επεξεργασίας ή εντολές και αιτήματα διερεύνησης από δικαστική ή φορολογική ή ελεγκτική αρχή, καθώς και από την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας και Ελέγχου των Δηλώσεων Περιουσιακής Κατάστασης».

9. Επειδή, με την απόφαση 1738/2017 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκε ότι διάταξη νόμου που παρατείνει την προθεσμία παραγραφής φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου, οι οποίες ανάγονται σε ημερολογιακό έτος προγενέστερο του προηγουμένου της δημοσίευσης του νόμου αυτού έτους, είναι ανίσχυρη ως αντικείμενη στην απορρέουσα από την αρχή του κράτους δικαίου αρχή της ασφάλειας δικαίου και στις εξειδικεύουσες αυτήν ειδικώς στο φορολογικό δίκαιο διατάξεις του άρθρου 78 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, για τον λόγο ότι θα τροποποιούσε κατά τον τρόπο αυτόν αναδρομικά εις βάρος των φορολογουμένων το νομοθετικό καθεστώς που ίσχυε κατά τον χρόνο στον οποίο ανάγονται οι φορολογικές τους υποχρεώσεις όσον αφορά ουσιαστικό στοιχείο των εν λόγω υποχρεώσεων. Με βάση τα παραπάνω κρίθηκαν ως αντισυνταγματικές οι διατάξεις των προπαρατεθέντων άρθρων 37 παρ. 5 ν. 4141/2013 (βλ. ΣτΕ 172/2018, ΣτΕ 732/2019, ΔΕφΑΘ 3927, 3930, 3932/2018) και του ν. 4337/2015 (βλ. ΔΕφΘεσ. 2807/2018, 1919/2020, 1330/2020), διότι παρατείνουν την προθεσμία παραγραφής φορολογικών αξιώσεων του Δημοσίου αναγομένων σε ημερολογιακά έτη προγενέστερα του προηγουμένου της δημοσιεύσεως των σχετικών νόμων ετών.

10. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας, μεταξύ των οποίων και οι από 29.1.2016 εκθέσεις ελέγχου ΚΒΣ, φορολογίας εισοδήματος και Φ.Π.Α, προκύπτουν τα ακόλουθα: η προσφεύγουσα διατηρούσε ατομική επιχείρηση με κύρια δραστηριότητα «ταχυδρομικές υπηρεσίες στο πλαίσιο της υποχρέωσης παροχής καθολικής υπηρεσίας που αφορούν επιστολές» με έδρα στη Θεσσαλονίκη (οδός ... αρ. .. κατά τον χρόνο του ελέγχου και οδός ... αρ. ... κατά τις κρίσιμες διαχειριστικές περιόδους) και τηρούσε για την παρακολούθηση των εργασιών της βιβλία Β' Κατηγορίας του ΚΒΣ. Κατόπιν της .../2015 εντολής ελέγχου της Προϊσταμένης της … Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης (που εκδόθηκε σε συνέχεια της ../2013 εντολής ελέγχου της ίδιας ως άνω Προϊσταμένης, κατόπιν μη αποδοχής από την προσφεύγουσα του .../8.10.2015 σημειώματος ελέγχου), διενεργήθηκε έλεγχος ΚΒΣ, φορολογίας εισοδήματος και ΦΠΑ στην επιχείρηση της προσφεύγουσας για τις διαχειριστικές περιόδους 2004 και 2005. Κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε ότι κατά τη διαχειριστική περίοδο 2004 : α) καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα στις 2.1.2004 το ΤΔΑ ../9.6.2003, το οποίο αφορά αγορά αυτοκινήτου τύπου VAN αξίας 4.500 4 ευρώ πλέον ΦΠΑ 810 ευρώ, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 17 του ΚΒΣ και β) καταχωρήθηκαν έξοδα χωρίς παραστατικά συνολικής αξίας 197.319 ευρώ, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 18 του ΚΒΣ σε 5 περιπτώσεις και, ειδικότερα, στις 31.3.2004 καταχωρήθηκε ποσό 20.770 ευρώ (διάφορα έξοδα άνευ ΦΠΑ), στις 30.4.2004 ποσό 71.090 ευρώ (διάφορα έξοδα ΤΠΥ ...), στις 30.6.2004 ποσό 28.502 ευρώ (διάφορα έξοδα ΤΠΥ .....), στις 30.9.2004 ποσό 49.684 ευρώ (διάφορα έξοδα ΤΠΥ ....) και στις 31.12.2004 ποσό. 27.273 ευρώ (διάφορα έξοδα ΤΠΥ ....), ενώ κατά τη διαχειριστική περίοδο 2005: α) καταχωρήθηκαν εκπρόθεσμα στις 23.12.2005 τα από 16.11.2004 και 30.9.2004 εισιτήρια καθαρής αξίας 74,33 και 89,71 ευρώ, αντιστοίχως, και στις 28.2.2005 το ΤΔΑ .../15.11.2004 καθαρής αξίας 200 ευρώ και β) καταχωρήθηκαν έξοδα χωρίς παραστατικά συνολικής αξίας 146.550,23 ευρώ, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 18 του ΚΒΣ, σε 5 περιπτώσεις και, ειδικότερα, στις 31.3.2005 καταχωρήθηκε ποσό 38.837,71 ευρώ (διάφορα έξοδα διανομής), τη 1.7.2005 ποσό 46.321,80 ευρώ (διάφορα έξοδα ΤΠΥ .....), στις 30.9.2005 ποσό 20.450,72 ευρώ (διάφορα έξοδα ΤΠΥ ....), στις 30.10.2005 ποσό 32.000 ευρώ (διάφορα έξοδα ΤΠΥ ....) και στις 31.12.2004 ποσό 8.940 ευρώ (διάφορα έξοδα ΤΠΥ .....). Κατόπιν των ανωτέρω εκδόθηκαν από την Προϊσταμένη της … ΔΌ.Υ. Θεσσαλονίκης οι ..../29.1.2016 και ..../29.1.2016 οριστικές πράξεις επιβολής προστίμου επί παραβάσεων τήρησης βιβλίων και έκδοσης στοιχείων διαχειριστικών περιόδων 2004 και 2005, αντιστοίχως, με τις οποίες επιβλήθηκαν στην προσφεύγουσα πρόστιμα συνολικών ποσών 79.122,93 ευρώ και 58.620,09, αντιστοίχως, για τις ανωτέρω παραβάσεις. Περαιτέρω, κατά τον έλεγχο φορολογίας εισοδήματος, αφού ελήφθησαν υπόψη οι προαναφερθείσες παραβάσεις καταχώρησης δαπανών συνολικής αξίας 197.319 ευρώ και 146.550,23 ευρώ χωρίς παραστατικά για τις ελεγχόμενες χρήσεις 2004 και 2005, αντιστοίχως, και διαπιστώθηκε ότι το ποσοστό της αξίας των ανωτέρω δαπανών επί των ακαθάριστων εσόδων της προσφεύγουσας ανερχόταν σε 74,66% και 69,69%, αντιστοίχως, τα τηρηθέντα βιβλία και στοιχεία της κρίθηκαν ανακριβή και τα καθαρά κέρδη της προσδιορίστηκαν εξωλογιστικά. Ειδικότερα, τα καθαρά κέρδη του οικονομικού έτους 2005 (διαχ. περ. 2004) αρχικά προσδιορίστηκαν λογιστικά στο ποσό των 248.669 ευρώ, με την προσθήκη στα καθαρά κέρδη ποσού 31.897,37 ευρώ, λογιστικών διαφορών ποσού 216.771,63 ευρώ και στη συνέχεια εξωλογιστικά στο ποσό των 44.402,57 ευρώ και τα καθαρά κέρδη του οικονομικού έτους 2006 (διαχ. περ. 2005) αρχικά προσδιορίστηκαν λογιστικά στο ποσό των 185.962,48 ευρώ, με την προσθήκη στα καθαρά κέρδη ποσού 26.459,11 ευρώ, λογιστικών διαφορών ποσού 159.503,37 ευρώ και στη συνέχεια εξωλογιστικά στο ποσό των 35.329,32 ευρώ. Ως τελικά φορολογητέα κέρδη ελήφθησαν τα ποσά του λογιστικού προσδιορισμού ως μεγαλύτερα. Κατόπιν τούτων, εκδόθηκαν από την ως άνω Προϊσταμένη οι ..../29.1.2016 και ..../29.1.2016 οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος οικονομικών ετών 2005 και 2006, αντιστοίχως, με τις οποίες καταλογίστηκαν στην προσφεύγουσα ποσά κύριου φόρου 65.861,01 ευρώ και 51.728,81 ευρώ, αντιστοίχως, πλέον προσθέτων φόρων ποσών 79.837,64 ευρώ και 63.005,32 ευρώ, αντιστοίχως. Τέλος, κατά τον έλεγχο ΦΠΑ, για τη διαχειριστική περίοδο 2004, το σύνολο της αξίας των φορολογητέων εκροών προσδιορίστηκε στο ποσό των 264.307,05 ευρώ, επί του οποίου υπολογίστηκε φόρος (18%) ποσού 47.575,27 ευρώ αντί του υπολογισθέντος με τη δήλωση ποσού των 47.574,19 ευρώ, ενώ αναγνωρίστηκαν δαπάνες ποσού 10.578,96 ευρώ αντί των δηλωθεισών ποσού 25.775,96 ευρώ, ήτοι προέκυψε διαφορά φόρου εισροών 2.879,10 ευρώ και χρεωστικό υπόλοιπο ΦΠΑ 2.880,18 ευρώ, ενώ για τη διαχειριστική περίοδο 2005, το σύνολο της αξίας των φορολογητέων εκροών προσδιορίστηκε στο ποσό των 210.293,32 ευρώ βάσει δήλωσης, επί του οποίου υπολογίστηκε φόρος 39.399,49 ευρώ, ενώ αναγνωρίστηκαν δαπάνες ποσού 18.022,46 ευρώ αντί των δηλωθεισών ποσού 28.566,75 ευρώ, ήτοι προέκυψε διαφορά φόρου εισροών 4.174,46 ευρώ. Κατόπιν τούτων εκδόθηκαν από την ανωτέρω Προϊσταμένη οι ..../29.1.2016 και ..../29.1.2016 οριστικές πράξεις διορθωτικού προσδιορισμού Φ.Π.Α. διαχειριστικών περιόδων 2004 και 2005, αντιστοίχως, με τις οποίες επιβλήθηκαν στην προσφεύγουσα ποσά κύριου φόρου 2.880,18 ευρώ και 4.174,46 ευρώ, πλέον πρόσθετων φόρων ποσών 3.456,21 ευρώ και 5.009,36 ευρώ, αντιστοίχως. Όλες οι ανωτέρω πράξεις επιδόθηκαν στην, προσφεύγουσα στις 22.2.2016, κατ’ αυτών δε η ανωτέρω άσκησε την ..../4.3.2016 ενδικοφανή προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε σιωπηρά από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών.

11. Επειδή, με την κρινόμενη προσφυγή, όπως συμπληρώνεται με το νομίμως κατατεθέν στις 18.12.2019 υπόμνημα, ζητείται να ακυρωθεί η σιωπηρή απόρριψη της ..../4.3.2016 ενδικοφανούς προσφυγής και επαναφέρεται ο προβληθείς με την τελευταία λόγος ότι παρανόμως επιβλήθηκαν εις βάρος του προσφεύγοντος φόροι και πρόστιμα με τις προσβληθείσες με την εν λόγω ενδικοφανή προσφυγή πράξεις που αφορούσαν τις χρήσεις 2004 και 2005, διότι κατά τον χρόνο έκδοσης και κοινοποίησης των πράξεων αυτών είχε ήδη υποπέσει στην πενταετή παραγραφή το δικαίωμα του Δημοσίου να επιβάλει φόρους και πρόστιμα για τις συγκεκριμένες χρήσεις. Το καθ' ου, με την από 12.12.2019 έκθεση απόψεων της Προϊσταμένης της … Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης, αντιτείνει επ’ αυτού ότι με την με αρ. πρωτ. .../10.6.2010 πληροφοριακή έκθεση της ΕΔΕΥΘ, η οποία περιήλθε στη …Δ.Ο.Υ. Θεσσαλονίκης στις 15.6.2010 (βλ. το .../10.6.2010 έγγραφο της ΕΔΕΥΘ) πληροφορήθηκε ότι σε έλεγχο που πραγματοποιήθηκε στο Ιερό ησυχαστήριο «.....» βρέθηκε και κατασχέθηκε το υπ’ αρ. .../25.10.2005 συμβόλαιο αγοράς ακινήτου με αγοράστρια την προσφεύγουσα, το εν λόγω δε στοιχείο είναι συμπληρωματικό και για τον λόγο αυτό εφαρμοστέα εν προκειμένω είναι η δεκαετής παραγραφή και συνεπώς, κατά τον χρόνο έκδοσης και κοινοποίησης των ανωτέρω πράξεων δεν είχε υποπέσει σε παραγραφή το δικαίωμα του Δημοσίου να επιβάλει φόρους και πρόστιμα για τις συγκεκριμένες χρήσεις.

12. Επειδή, όσον αφορά το ζήτημα της παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου να επιβάλει πρόστιμο για παραβάσεις του ΚΒΣ και φόρο εισοδήματος τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής -βάσει της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 72 παρ. 11 εδ. α' του ΚΦΔ το άρθρο 84 Κ.Φ.Ε., όσον δε αφορά την παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου προς καταλογισμό φόρου προστιθέμενης αξίας και προστίμου Φ.Π.Α (άρθρου 6 ν. 2523/1997 και 79 του ν. 4472/2017) εφαρμόζεται εν προκειμένω το άρθρο 57 του Κ.Φ.Π.Α. (άρθρο 9 παρ. 5 εδ. γ’ ν. 2523/1997). Κατά τα άρθρα 84 παρ, 1 ΚΦΕ και 57 παρ. 1 του Κ.Φ.Π.Α. η συνήθης πενταετής παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου προς καταλογισμό φόρου εισοδήματος και ΦΠΑ και προστίμων του άρθρου 7 παρ. 3 και 5 του ν. 4337/2015 και ΦΠΑ για τη χρήση 2004 εκκίνησε στις 31.12.2005 και έληγε στις 31.12.2010, ενώ για τη χρήση 2005 εκκίνησε στις 31.12.2006 και έληγε στις 31.12.2011. Εξάλλου, η επικαλούμενη από το καθ’ ου με αρ. Πρωτ. .../10.6.2010 πληροφοριακή έκθεση της ΕΔΕΥΘ, δεν αναφέρεται στις προαναφερθείσες εκθέσεις ελέγχου ως συμπληρωματικό στοιχείο. Ανεξαρτήτως, όμως τούτου, η ως άνω έκθεση δεν αποτελεί συμπληρωματικό στοιχείο κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, διότι περιήλθε στη διάδικη Δ.Ο.Υ. στις 15.6.2010, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο της συμπλήρωσης της κατ’ άρθρο 84 παρ.1 του Κ.Φ.Ε. και 57 παρ. 1 του κώδικα Φ.Π.Α. συνήθους πενταετούς παραγραφής του δικαιώματος του Δημοσίου προς καταλογισμό φόρων και προστίμων για τις χρήσεις 2004 και 2005. Συνεπώς, κατά τα γενόμενα δεκτά στη σκέψη 5 της παρούσας απόφασης, δεν συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις εφαρμογής των εξαιρετικών διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 84 του Κ.Φ.Ε και της παρ. 2 (περιπτ γ’) του άρθρου 57 του Κώδικα ΦΠΑ , κατά τις οποίες η παραγραφή του εν λόγω δικαιώματος του Δημοσίου καθίσταται δεκαετής σε περίπτωση που συμπληρωματικά στοιχεία περιέρχονται σε γνώση της αρμόδιας για τον καταλογισμό φορολογικής αρχής μετά την παρέλευση της πενταετίας της συνήθους παραγραφής. Άλλωστε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στις σκέψεις 6 και 7, δεν συνέτρεχε εν προκειμένω ούτε περίπτωση ενιαύσιος παράτασης της παραγραφής λόγω περιέλευσης συμπληρωματικών στοιχείων στη φορολογική αρχή κατά το τελευταίο έτος αυτής, διότι όσον αφορά μεν στις προσβαλλόμενες πράξεις καταλογισμού φόρου εισοδήματος και επιβολής προστίμου του άρθρου 7 παρ. 3 και 5 του ν. 4337/2015, η εξαιρετική διάταξη του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 84 του Κ.Φ.Ε δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση κατά την οποία στοιχεία κρίσιμα για τον προσδιορισμό συμπληρωματικού φόρου τίθενται στη διάθεση της φορολογικής αρχής εντός του χρόνου της συνήθους παραγραφής, εντός, δηλαδή, πενταετίας από τη λήξη του οικονομικού έτους υποβολής της δήλωσης φόρου εισοδήματος, όπως συνέβη εν προκειμένω, όσον αφορά δε στις προσβαλλόμενες πράξεις καταλογισμού φόρου ΦΠΑ και επιβολής προστίμου ΦΠΑ, διότι δεν υπάρχει ειδική διάταξη στον Κώδικα ΦΠΑ που να προβλέπει την παρέκταση της παραγραφής στην εν λόγω περίπτωση, ενώ, όπως εκτέθηκε στη σκέψη 7, δεν είναι δυνατή ούτε η αναλογική εφαρμογή του τελευταίου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 84 του Κ.Φ.Ε επί ζητημάτων παραγραφής του δικαιώματος προς καταλογισμό φόρου προστιθέμενης αξίας και σχετικών προστίμων. Τέλος, εφόσον εν προκειμένω, κατά τα προαναφερόμενα, δεν κατέστη δεκαετής η παραγραφή δικαιώματος του Δημοσίου για επιβολή φόρων και προστίμων για τις ένδικες χρήσεις (2004 και 2005), δεν τίθεται ζήτημα παράτασης της δεκαετούς παραγραφής βάσει του αρ. 22 του ν.4337/2015, όπως υπολαμβάνει το καθ’ ου, σε κάθε δε περίπτωση το προαναφερθέν άρθρο έχει κριθεί ως αντισυνταγματικό, κατά τα αναφερόμενα στην ένατη σκέψη της παρούσας απόφασης. Συνεπώς, δεδομένου ότι σύμφωνα με όσα αναλύθηκαν η πενταετής παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου προς επιβολή φόρων και προστίμων για τις χρήσεις 2004 και 2005 έληξε στις 31.12.2010 και στις 31.12.2011, αντιστοίχως, τόσο κατά τον χρόνο έκδοσης (29.1.2016) των πράξεων που αφορούσαν τις εν λόγω χρήσεις και προσβλήθηκαν με την υπ' αρ. ..../4.3.2016 ενδικοφανή προσφυγή, η σιωπηρή απόρριψη της οποίας προσβάλλεται εν προκειμένω, όσο και κατά τον χρόνο επίδοσης των πράξεων αυτών στην προσφεύγουσα (22.2.2016), το σχετικό δικαίωμα του Δημοσίου είχε υποπέσει σε παραγραφή. Για τον λόγο αυτόν, η ενδικοφανής προσφυγή της προσφεύγουσας κατά των παραπάνω πράξεων, μη νομίμως απορρίφθηκε σιωπηρώς από τον Προϊστάμενο της ΔΕΔ, όπως βασίμως ισχυρίζεται η προσφεύγουσα.

13. Επειδή, κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη προσφυγή θα πρέπει να γίνει δεκτή και να ακυρωθεί η σιωπηρή απόρριψη από τον Προϊστάμενο της ΔΕΔ της υπ' αρ. ..../4.3.2016 ενδικοφανούς προσφυγής της προσφεύγουσας κατά των ανωτέρω καταλογιστικών πράξεων, καθώς και οι εν λόγω πράξεις, ενώ παρίσταται αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων της προσφυγής. Τέλος, πρέπει να αποδοθεί στην προσφεύγουσα το καταβληθέν παράβολο (άρθρο 277 παρ. 9 ΚΔΔ), εκτιμωμένων δε των περιστάσεων, το καθ’ ου Ελληνικό Δημόσιο πρέπει να απαλλαγεί από τα δικαστικά έξοδα αυτής (άρθρο 275 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του ΚΔΔ).

 

ΔΙΑ ΤΑΥΤΑ

Δέχεται την προσφυγή.

Ακυρώνει τη σιωπηρή απόρριψη της υπ' αριθμόν ..../4.3.2016 ενδικοφανούς προσφυγής από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών, καθώς και τις ακόλουθες πράξεις της Προϊσταμένης της … Δ.Ο.Υ Θεσσαλονίκης που είχαν προσβληθεί με την προαναφερθείσα ενδικοφανή προσφυγή: α) την ..../29.1.2016 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2005, β) την ..../29.1.2016 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος οικονομικού έτους 2006, γ) την ..../29.1.2016 πράξη επιβολής προστίμου επί παραβάσεων τήρησης βιβλίων και έκδοσης στοιχείων διαχειριστικής περιόδου 1.1.2004-31.12.2004, δ) την ..../29.1.2016 πράξη επιβολής προστίμου επί παραβάσεων τήρησης βιβλίων και έκδοσης στοιχείων διαχειριστικής περιόδου 1.1.2005-31.12.2005, ε) την ..../29.1.2016 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού Φ.Π.Α. διαχειριστικής περιόδου 1.1.2004-31.12.2004 και στ) την ..../29.1.2016 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού Φ.Π.Α. διαχειριστικής περιόδου 1.1.2005-31.12.2005.

Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παράβολου στην προσφεύγουσα.

Απαλλάσσει το καθ’ ου Ελληνικό Δημόσιο από τα δικαστικά έξοδα της προσφεύγουσας.

Η διάσκεψη του Δικαστηρίου έγινε στη Θεσσαλονίκη με τη σύνθεση που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας στις 21.12.2022.

Η Αρχαιότερη Δικαστής και Εισηγήτρια

 

Η απόφαση δημοσιεύθηκε στις 30.12.2022 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού από την αναγραφόμενη στο πρακτικό σύνθεση, λόγω προαγωγής της Προέδρου Πρωτοδικών Δ.Δ. Χαρίκλειας Σαμουρέλη σε Εφέτη Δ.Δ. και τοποθέτησής της στο Διοικητικό Εφετείο Ιωαννίνων.

 

Ο Πρόεδρος Η Γραμματέας

 

[ ΠΗΓΗ : κος Ι. Ιωαννίδης , Δικηγόρος Θεσσαλονίκης ]