ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 16ο
ΑΠΟΦΑΣΗ 612/2021
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Βασιλική Μπάστα, Εφέτη, που ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Εφετείου και τον Γραμματέα Μαρίνο Κλουβάτο.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 30 Ιανουαρίου 2020, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
Α) ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ : Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «... ...», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός .... και εκπροσωπείται νομίμως, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ιωάννας Γιαννούλη.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ : ... ... του ...., κατοίκου .... Αττικής, οδός ... αρ...., η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ελένης Μαντζάρα.
Β) ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ : 1) ....και 3) ... ... του ...., κατοίκων απάντων .... Αττικής, οδός ... αρ.17, οι οποίοι παραστάθηκαν διά της πληρεξούσιας δικηγόρου τους Ελένης Μαντζάρα.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ : 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ» και τον διακριτικό τίτλο «... ...», που εδρεύει στην Αθήνα, οδός .... και εκπροσωπείται νομίμως, η οποία παραστάθηκε διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της Ιωάννας Γιαννούλη.
Οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 17.10.2016 (αριθ. εκθ. κατ. .../.../8.11.2016) αγωγή κατά της εναγομένης, επί της οποίας εκδόθηκε, κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία η υπ’ αριθ. 332/2019 οριστική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη. Την απόφαση αυτή προσέβαλαν α) η εναγομένη με την από 24.2.2019 έφεση, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../.../28.2.2019 και β) οι ενάγοντες με την από 27.2.2019 έφεση, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../1.3.2019, η συζήτηση των οποίων προσδιορίστηκε στο παρόν Δικαστήριο με τις υπ’ αριθ. .../.../1.3.2019 και ..../5.3.2019 πράξεις της Γραμματέως του Δικαστηρίου αυτού αντίστοιχα για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων, που συνεκφωνήθηκαν στο ακροατήριο λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 76 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ, όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης, που θα εκδοθεί, εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν και βλάπτουν τους άλλους. Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται. Μεταξύ πρωτοφειλέτη και εγγυητή υφίσταται δεσμός αναγκαίας ομοδικίας (ΑΠ 1223/1995 ΕλλΔνη 1997. 1792, ΑΠ 1276/1985 ΕΕΝ 1986. 549, ΕΙωαν 343/2009, ΕΑ 1917/2002 ΕλλΔνη 2004.1070), ενόψει και των άρθρων 76 παρ. 1 περ. β' και δ' και 328 ΚΠολΔ, αφενός λόγω της ενδεχόμενης επέκτασης του δεδικασμένου, καθώς η ισχύς της απόφασης που εκδίδεται εκτείνεται καταρχήν, με εξαίρεση την ευδοκίμηση των προσωπικών ενστάσεων του εγγυητή, και στους δύο (ΑΠ 30/2003 ΧρΙΔ 2003. 433, ΑΠ 1276/1985 ό.π„ ΕΛαρ 311/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΕΑ 1917/2002 ό.π., Βαθρακοκοίλης, ΚΠολΔ, τ. I. σελ. 538), αφετέρου δε επειδή εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, όπως για παράδειγμα θα ήταν η περίπτωση, στην οποία θα εκδίδετο απορριπτική απόφαση στη δίκη της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής μεταξύ των εγγυητών και του δανειστή και στη συνέχεια θα εκδίδετο απόφαση που θα κάνει δεκτή την ίδια ανακοπή κατά της ίδιας διαταγής πληρωμής μεταξύ πρωτοφειλέτη και δανειστή. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 517 ΚΠολΔ, η έφεση απευθύνεται κατ’ εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι κατά την πρωτόδικη δίκη ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής η έφεση απευθύνεται κατά του νικητή αντιδίκου του εκκαλούντος, όχι δε και κατά του (απλού) ομοδίκου του εκκαλούντος, ως προς τον οποίο είναι απαράδεκτη για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, εφόσον η απόφαση δεν περιέλαβε διάταξη υπέρ αυτού που βλάπτει τον εκκαλούντα και δεν παράγει δεδικασμένο μεταξύ αυτών (ΟλΑΠ 24/1997 ΝοΒ 1998.52, ΟλΑΠ 15/1996 ΝοΒ 1997.433, Σ. Σαμουήλ, Η Έφεση εκδ. Ε' παρ.338), καθώς, κατά την κρατούσα και ορθότερη γνώμη, δεδικασμένο δημιουργείται μόνο μεταξύ τιον εν αντιδικία τελούντων διαδίκων και όχι μεταξύ των ομοδίκων (Δ. Κονδύλη, Το Δεδικασμένο κατά τον ΚΠολΔ, εκδ. 1983 σελ. 306). Επί αναγκαστικής ομοδικίας η έφεση πρέπει να απευθύνεται κατά πάντων των ομοδίκων, άλλως απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι κρινόμενες από α) 24.2.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../.../28.2.2019 έφεση της εναγομένης και β) 27.2.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../1.3.2019 έφεση των εναγόντων κατά της υπ’ αριθ. 332/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 17.10.2016 (αριθ. εκθ. κατ. .../.../8.11.2016) αγωγή των εκκαλούντων της υπό στ. Β' έφεσης κατά της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας της υπό στ. Α' έφεσης, ασκήθηκαν νομοτύπως και εμπροθέσμως, εντός της γνήσιας τριακονθήμερης προθεσμίας από την επίδοση ακριβούς επικυρωμένου αντιγράφου της εκκαλούμενης απόφασης στις 30.1.2019 στην εναγομένη (βλ. την κατ’ άρθρο 139 παρ. 3 ΚΠολΔ σημείωση του ενεργήσαντος την επίδοση δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Π.), ενώ οι ένδικες εφέσεις κατατέθηκαν στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 28.2.2019 και 1.3.2019 αντίστοιχα (άρθρα 495 παρ.1, 498, 511, 513 παρ.1, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ.1 και 591 παρ.1 ΚΠολΔ) και για το παραδεκτό τους έχει κατατεθεί το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 ΚΠολΔ νόμιμο παράβολο.
Με την υπό κρίση αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπως αυτή περιορίστηκε κατ’ άρθρο 223 ΚΠολΔ, οι ενάγοντες ισχυρίστηκαν ότι η πρώτη από αυτούς, προτιθέμενη να αγοράσει το υπό στοιχεία E1- Στ1 διαμέρισμα και την υπό στοιχεία ΑΠ.3 αποθήκη πολυώροφης υπό ανέγερση οικοδομής, σε οικόπεδο που βρίσκεται στη .... Αττικής κι επί της διασταυρώσεως των οδών ..... αριθ. ..., απευθύνθηκε τον Ιανουάριο του έτους 2011 στην εργολήπτρια κατασκευαστική εταιρεία με την επωνυμία «..... Ο.Ε.», που εκτελούσε το έργο της ανέγερσης της οικοδομής κατά το σύστημα της αντιπαροχής. Ότι η εν λόγω εταιρεία, επειδή η πρώτη από αυτούς δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να καταβάλει το τίμημα αγοροπωλησίας του ως άνω ακινήτου, της υπέδειξε να λάβει δάνειο από την εναγόμενη τράπεζα, με την οποία διατηρούσε συνεργασία, καλώντας την να της προσκομίσει τα απαραίτητα δικαιολογητικά, υπογραφείσας μετά ταύτα από αυτήν στις 25.02.2011 αίτησης στεγαστικού δανείου ποσού 150.000 ευρώ, το οποίο εγκρίθηκε από την εναγομένη. Ότι στις 22.03.2011 υπογράφτηκε το υπ’ αριθ. .../2011 αγοραπωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πειραιώς ... μεταξύ των οικοπεδούχων ως πωλητών, της ως άνω εργολήπτριας εταιρείας ως εκ τρίτου συμβαλλόμενης, στην οποία είχε συμφωνηθεί με τους οικοπεδούχους η παραχώρηση ως εργολαβικό της αντάλλαγμα, και εκείνης (πρώτης των εναγόντων) ως αγοράστριας των ανωτέρω διαμερίσματος και αποθήκης, με συμφωνηθέν τίμημα πώλησης το ποσό των 147.960 ευρώ, καταβλητέο απ’ ευθείας, όπως όριζε το συμβόλαιο, στην εργολήπτρια εταιρεία, από το οποίο ποσό 1.960 ευρώ καταβλήθηκε με την υπογραφή του συμβολαίου, ενώ για το υπόλοιπο, κατ’ ακριβή αντιγραφή από αυτό, «η αγοράστρια υπόσχεται και αναλαμβάνει την υποχρέωση ... να καταβάλει στην εργολήπτρια ... εκ προϊόντος ισόποσου δανείου που θα χορηγηθεί στην αγοράστρια από την ... ... Α.Ε. ή οποιαδήποτε άλλη Τράπεζα ... σε προθεσμία δύο (2) μηνών από σήμερα (22.3.2011) και με τους όρους και τις προϋποθέσεις που χορηγούνται τα δάνεια αυτά ...» και, κατά το ίδιο συμβόλαιο, για τον χρόνο παράδοσης του πωληθέντος ακινήτου, «Οι οριζόντιες ιδιοκτησίες και οι κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι χώροι, πράγματα και εγκαταστάσεις της πολυκατοικίας θα παραδοθούν ... α: Το διαμέρισμα μέχρι 14.4.2012. β: Η θέση στάθμευσης, η αποθήκη και οι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι, πράγματα και εγκαταστάσεις της πολυκατοικίας μέχρι τις 15.7.2012». Ότι στις 31.03.2011, μετά την υπογραφή του αγοραπωλητήριου συμβολαίου, υπογράφτηκαν η υπ’ αριθ. ... δανειακή σύμβαση για ποσό δανείου 150.000 ευρώ και άλλα έγγραφα, με δανειολήπτρια την πρώτη εκ των εναγόντων και τους λοιπούς ενάγοντες εγγυητές. Ότι, κατά τη σύναψη του στεγαστικού δανείου, δεν έγινε καμία απολύτως ενημέρωσή τους σε σχέση με τη συναλλαγή αυτή, αλλά απλώς ο αρμόδιος υπάλληλος της εναγομένης τους επέδειξε τα έτοιμα και ήδη συμπληρωμένα από αυτήν έγγραφα, τα οποία υπέγραψαν και αποχώρησαν, χωρίς να λάβουν αντίγραφα στα χέρια τους. Ότι χρόνια αργότερα, όταν η πρώτη από αυτούς έλαβε μερικά από τα αντίγραφα του δανειακού φακέλου της, διαπίστωσε ότι στις 31.03.2011 υπογράφτηκαν από αυτήν, εκτός από τη δανειακή σύμβαση, α) η από 31.03.2011 πρόσθετη πράξη, που ανέφερε ποσό δανείου 150.000 ευρώ, από τα οποία 146.000 ευρώ για αγορά αποπερατωμένου ακινήτου, 4.000 ευρώ για επισκευή με τμηματική ανάληψη του δανείου, β) η από 24.4.2012 πρόσθετη πράξη με την προσθήκη «Υπόλοιπο δανείου την 23.4.2012 ευρώ ΕΚΑΤΟΝ ΕΙΚΟΣΙ ΧΙΛΙΑΔΩΝ (120.000)», γ) υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 Ν. 1599/1986, χωρίς αναγραφή ημερομηνίας και με περιεχόμενο «θα υλοποιήσω πρόσθετες εργασίες ποσού 4.000 ευρώ στο χρηματοδοτούμενο ακίνητο», δ) αίτηση διενέργειας εκταμίευσης την 31.03.2011 με την εντολή «να εγκρίνετε την εκταμίευση καταναλωτικού δανείου ΠΟΣΟΥ: ... ΗΜ/ΝΙΑ ΕΚΤΑΜΙΕΥΣΗΣ: ... », που τα κενά συμπληρώθηκαν μεταγενέστερα εν αγνοία τους με αναγραφή στο ποσό, 60.000 ευρώ και στην ημερομηνία εκταμίευσης 7.7.2011, ε) δεύτερη αίτηση εκταμίευσης που συμπληρώθηκαν μεταγενέστερα εν αγνοία τους με την αναφορά ποσού, 60.000 ευρώ και ημέρα εκταμίευσης 30.12.2011, και στ) τρίτη αίτηση εκταμίευσης, που επίσης συμπληρώθηκε εν αγνοία τους, με την αναφορά ποσού 20.000 ευρώ και ημέρα εκταμίευσης 25.7.2012. Ότι είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη στην εναγομένη, για αυτό και υπέγραψε η 1η από αυτούς λευκές κατά την ημερομηνία εκταμίευσης τις ως άνω αιτήσεις εκταμίευσης, τούτων τυγχανουσών της 1ης ξενοδοχοϋπαλλήλου και των λοιπών συνταξιούχων, έχοντας εργαστεί ο ένας (2ος) ως επαγγελματίας οδηγός και η άλλη (3η) ως ανεπάγγελτη.
Ότι από το έτος 2013 η εργολήπτρια εταιρεία, προς την οποία έγιναν οι ανωτέρω εκταμιεύσεις, εγκατέλειψε το έργο και έκτοτε η ανεγειρόμενη από αυτήν οικοδομή παρέμεινε ημιτελής, στο στάδιο που αναφέρεται στην αγωγή για κάθε μία από τις επί μέρους εργασίες. Ότι, κατά τον όρο 3.2 της σύμβασης στεγαστικού δανείου, η εναγομένη ανέλαβε να χορηγήσει το ποσό του δανείου τμηματικά «... ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών βάσει πιστοποιήσεως ή αυτοψίας που θα διενεργείται από μηχανικούς της επιλογής της Τραπέζης», με τελική εκταμίευση του συνόλου αυτού, σύμφωνα με την οριστική έγκρισή του, όταν το ακίνητο, που η εναγομένη χρηματοδότησε την απόκτησή του, θα βρισκόταν στο στάδιο των χρωματισμών. Ότι, όταν έλαβε χώρα, α) η 1η εκταμίευση ποσού 60.000 ευρώ (7.7.2011) το επίδικο διαμέρισμα βρισκόταν στο στάδιο των σκυροδετήσεων, β) η 2η εκταμίευση ποσού 60.000 ευρώ (30.12.2011) τούτο βρισκόταν στο στάδιο των επιχρισμάτων (σοβάδων), ενώ όταν έγινε η 3η εκταμίευση ποσού 20.000 ευρώ (25.7.2012), ουδεμία εργασία είχε εκτελεστεί, αφότου είχε ήδη γίνει η 2η εκταμίευση, η δε εναγομένη - που είχε γνώση του ως άνω πωλητήριου συμβολαίου, βάσει του οποίου καταρτίστηκε η δανειακή σύμβαση, η οποία όριζε ότι το διαμέρισμα πρέπει να παραδοθεί αποπερατωμένο μέχρι τις 15.4.2012 και η θέση στάθμευσης, η αποθήκη και οι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι μέχρι τις 15.7.2012 - προέβη στην πληρωμή και της 3ης δόσης του δανείου, χωρίς αυτοψία και χωρίς να ελέγξει ότι, κατά τον χρόνο αυτής, η εργολήπτρια ήταν ήδη υπερήμερη πλέον των τριών μηνών περί την παράδοση αποπερατωμένου του διαμερίσματος. Ότι η εναγομένη, κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 «Περί προστασίας των καταναλωτών» και της υπ’ αριθ. 2501/2002 πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος «Ενημέρωση των συναλλασσόμενων με πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές» και των αρχών της καλής πίστης, δεν τους προστάτεψε ως ασθενέστερους συμβαλλόμενους, που επέδειξαν εμπιστοσύνη σ’ αυτήν και συγκεκριμένα δεν τους εξήγησε και δεν τους δικαιολόγησε γιατί στη δανειακή σύμβαση ανέφερε το ακίνητο, αν και δεν ήταν, αποπερατωμένο, γιατί συνέταξε και ζήτησε να υπογραφούν κενές οι τρεις ως άνω αιτήσεις εκταμίευσης, αναφορικά με το ποσό και τον χρόνο εκταμίευσης και γιατί προχώρησε στη 2η και 3η εκταμίευση του δανείου, ποσού 60.000 και 20.000 ευρώ, αντίστοιχα, σε συνεννόηση με την εργολήπτρια και εν αγνοία τους, παρότι γνώριζε τους χρόνους παράδοσης του πωληθέντος διαμερίσματος και των κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων της οικοδομής και επίσης γνώριζε, όταν έγινε η 2η και 3η εκταμίευση, το στάδιο εργασιών στην οικοδομή, όσον αφορά τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, και το διαμέρισμα ήταν σε στάδιο που δε δικαιολογούσε τις εκταμιεύσεις αυτές. Ότι η ως άνω συμπεριφορά της εναγομένης είναι παράνομη και υπαίτια, συνεπεία δε αυτής υπέστησαν ζημία συνολικού ποσού 80.000 ευρώ, ισόποση με το εκταμιευθέν ποσό των 60.000 και 20.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στο κόστος των ανεκτέλεστων εργασιών από την εργολήπτρια, όπως ειδικότερα εκτίθεται στην αγωγή. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν οι ενάγοντες να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην 1η από αυτούς ως αποζημίωση το ποσό των 80.000 ευρώ, και να αναγνωριστεί ότι οφείλει η εναγομένη να καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, στην 1η από αυτούς 70.000 ευρώ και σε καθένα των λοιπών 15.000 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση και επικουρικώς να αναγνωρισθεί η μερική ακυρότητα της από 31.3.2011 σύμβασης στεγαστικού δανείου και των πρόσθετων πράξεων αυτής όσον αφορά το ποσό των 80.000 ευρώ, πλέον τόκων, τελών, εισφορών και λοιπών εξόδων και παράλληλα να ανακαθοριστούν οι δόσεις του δανείου που έχουν εξοφληθεί, ώστε αυτές να καλύπτουν μόνο το δάνειο για το ποσό των 60.000 ευρώ, που αφορά την 1η εκταμίευση αυτού, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή κατά την καταψηφιστική της διάταξη και να καταδικαστεί η εναγομένη στα δικαστικά τους έξοδα. Επί της αγωγής εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία α) κήρυξε εαυτόν καθ’ ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της επικουρικής βάσης της αγωγής, που αφορά την αναγνώριση της μερικής ακυρότητας της από 31.3.2011 σύμβασης στεγαστικού δανείου και των πρόσθετων πράξεων αυτής, για τον λόγο ότι το αίτημα αυτό ως ανεπίδεκτο χρηματικής αποτίμησης υπάγεται στην αρμοδιότητα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, ενώπιον του οποίου και την παρέπεμψε, β) απέρριψε την αγωγή ως προς τους δεύτερο και τρίτη εκ των εναγόντων ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη κατά την κύρια βάση της και γ) δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη ως προς την πρώτη ενάγουσα και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει σε αυτήν το ποσό των 20.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται με τις κρινόμενες εφέσεις οι διάδικοι της ανωτέρω αγωγής για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, έτσι ώστε οι μεν ενάγοντες να γίνει εξ ολοκλήρου δεκτή η αγωγή τους, η δε εναγομένη να απορριφθεί η σε βάρος της αγωγή. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, μεταξύ των εναγόντων, ήτοι της πρώτης ως πρωτοφειλέτριας και των λοιπών ως εγγυητών, υφίσταται αναγκαστική ομοδικία και συνεπώς, εφόσον η υπό στ. Α' έφεση της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας απευθύνεται μόνο κατά της πρώτης ενάγουσας και όχι και κατά των δεύτερου και τρίτης εκ των εναγόντων πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και να καταδικασθεί η εκκαλούσα, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή σχετικού νομίμου αιτήματος της (άρθρο 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου που κατέθεσε η εκκαλούσα για την υπό στ. Α' έφεση (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η υπό στ. Β' έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Στο πλαίσιο όλων, εν γένει, των τραπεζικών συμβάσεων γεννώνται, πέραν των υποχρεώσεων των μερών για κύρια παροχή, και επιπρόσθετες παρεπόμενες υποχρεώσεις, τις οποίες υπαγορεύει και προσδιορίζει κατά περιεχόμενο η προβλεπόμενη στη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ αρχή της καλής πίστης και των συναλλακτκών ηθών, διευρύνοντας το περιεχόμενο της ενοχής. Επομένως, και αυτές οι υποχρεώσεις, παρότι προβλέπονται στον νόμο στο περιθώριο της ενοχής, δεν παύουν να θεωρούνται (και να είναι) συμβατικές, με συνέπεια, η παράβασή τους να συνιστά πλημμελή εκπλήρωση της παροχής (βλ. Ψυχομάνης ό.π., σελ. 33, Σταθόπουλος σε Γεωργιάδη - Σταθοπούλου Α.Κ , στο άρθρο 288 αρ. 23). Η παραπάνω αρχή λειτουργεί τόσο ως συμπληρωματική των δικαιοπρακτικών βουλήσεων ρήτρα, όσο και ως διορθωτική αυτών, στις περιπτώσεις όπου η συνδρομή ειδικών συνθηκών επιβάλλει παρέκκλιση από την αρχική ρύθμιση της ενοχικής σχέσης (ΟλΑΠ 927/1982 ΝοΒ 31.214, Σταθόπουλος, ό.π., αρ. 14). Εξάλλου, λόγω της προαναφερόμενης σχέσης ιδιαίτερης εμπιστοσύνης, που χαρακτηρίζει κάθε τραπεζική σύμβαση και έχει ως γενικό περιεχόμενο την πίστη κυρίως του πελάτη της τράπεζας ότι αυτή θα πράξει ό,τι είναι αναγκαίο για την εξυπηρέτηση και την προστασία των οικονομικών του συμφερόντων, αλλά και της ίδιας της τράπεζας ότι ο πελάτης της συμπεριφέρεται απέναντι της με ειλικρίνεια και διάθεση να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για εκπλήρωση των υποχρεώσεων, που αναλαμβάνει, η εφαρμογή των αρχών της καλής πίστης (288 ΑΚ) προσλαμβάνει ιδιαίτερα ευρύ περιεχόμενο και ένταση στο πλαίσιο των τραπεζικών συναλλαγών. Οι αρχές αυτές επιβάλλουν τόσο στα διαπραγματευόμενα όσο και στα συμβαλλόμενα μέρη την τήρηση συμπεριφοράς ανταποκρινόμενης στην ιδιαιτερότητα της αμοιβαίας εμπιστοσύνης των μερών. Κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων (197-198 ΑΚ) η σχέση εμπιστοσύνης, ως απόρροια της εφαρμογής της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, αφορά οπωσδήποτε στις γενικές υποχρεώσεις διαφώτισης και προστασίας. Η πρώτη έχει ως αντικείμενο την παροχή πληροφοριών και διευκρινίσεων, σχετικά με το περιεχόμενο της σκοπούμενης σύμβασης και προειδοποιήσεώς του για τυχόν κινδύνους που μπορεί να προκύψουν κατά την εκτέλεση της παροχής, ώστε να διαφυλάσσεται η συμβατική ελευθερία, δηλαδή να μην επηρεάζεται από άγνοια η βούληση του άλλου μέρους κατά τη σύναψη της σύμβασης και τη διαμόρφωση του περιεχομένου της. Η δεύτερη αφορά στη λήψη μέτρων προστατευτικών των απόλυτων έννομων αγαθών, αλλά και της περιουσίας του άλλου μέρους. Κατά το στάδιο της συμβατικής δέσμευσης η σχέση εμπιστοσύνης επιβάλλει στην τράπεζα τις γενικές «υποχρεώσεις», αφενός, της τήρησης εξαιρετικής επιμέλειας, ως προς την εξυπηρέτηση του αντισυμβαλλόμενου πελάτη της και, αφετέρου, σε περιπτώσεις σύγκρουσης συμφερόντων, της πρόταξης του συμφέροντος αποκλειστικά του πελάτη της. Ο τελευταίος οφείλει, επίσης, από την πλευρά του να επιδεικνύει ιδιαίτερα ειλικρινή συμπεριφορά και επιμέλεια. Η παράβαση αυτών των υποχρεώσεων, που θεωρούνται, επίσης, συμβατικές, συνεπάγεται, βεβαίως, ενδοσυμβατική ευθύνη του παραβάτη (βλ. Ψυχομάνης, ό.π., σελ. 35 ). Ειδικότερη παράβαση των αρχών της καλής πίστης μπορεί να αποτελέσει και η εκμετάλλευση της υπερέχουσας θέσης της τράπεζας έναντι του πελάτη της και, μάλιστα, με τη χρησιμοποίηση μεθοδεύσεων μη ανταποκρινόμενών στην εντιμότητα και την ειλικρίνεια των συναλλαγών, με αποτέλεσμα τη συνομολόγηση υπέρ αυτής συμβατικών όρων, που διαταράσσουν υπέρμετρα την ισορροπία σε βάρος του πελάτη, με συνεκτίμηση, βέβαια, της φύσης των αγαθών και των υπηρεσιών, που αφορά η σχετική σύμβαση. Εξάλλου, το παράνομο της αδικοπρακτικής ευθύνης συντρέχει και όταν παραβιάζεται η γενική υποχρέωση ασφάλειας και προστασίας των προσώπων και αγαθών, με τα οποία η συμπεριφορά ενός κοινωνού του δικαίου έρχεται ή μπορεί να έλθει σε επαφή ή άλλως «το επιβαλλόμενο γενικό καθήκον του μη υπαιτίως ζημιούν άλλον». Την υποχρέωση να τηρείται η εν λόγω συμπεριφορά επιβάλλουν οι γενικές ρήτρες, που καθιερώνουν τις αρχές της καλής πίστης και των χρηστών ηθών και που απαγορεύουν την καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων ή της γενικής ελευθερίας δράσης (ιδίως 281 και 288 ΑΚ). Την επιβάλλει, ακόμα, το πνεύμα της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, αλλά και το γενικότερο πνεύμα της νομοθεσίας μας, που καθιερώνει για κάθε άτομο γενικές υποχρεώσεις συμπεριφοράς. Το κυριότερο, δε, κριτήριο, με βάση το οποίο θα κρίνεται αν υπάρχει ή όχι τέτοια υποχρέωση (που η παράβασή της θα σήμαινε παρανομία), είναι η αντικειμενική συναλλακτική καλή πίστη (ΟλΑΠ 967/1973 ΝοΒ 22.505, ΑΠ 4617/2012, Σταθόπουλος Γεν. Ενοχικό Δίκαιο, 2004, σελ. 798 επ.). Ακόμη, όταν η πράξη ή η παράλειψη, που συνιστά αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης, είναι συγχρόνως και καθ’ εαυτή παράνομη, δηλαδή θα ήταν παράνομη και εάν είχε διαπραχθεί χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση, γίνεται δεκτή συρροή των δύο λόγων ευθύνης, δηλαδή της ενδοσυμβατικής και της αδικοπρακτικής (ΟλΑΠ 967/1973 ό.π., ΑΠ 1123/2006 ΕλλΔνη 47.1433, ΑΠ 1120/2005 ΤΝΠ Νόμος, ΕΑ 7466/2007 ΕλλΔνη 49.930). Τότε, μόνον, οφείλεται αποζημίωση, αν το γεγονός, γενικότερα, που δημιουργεί την ευθύνη, υπήρξε πράγματι η αιτία της ζημίας. Η σχέση αυτή αιτίου και αποτελέσματος μεταξύ γεγονότος ικανού κατ’ αρχήν να ιδρύσει ευθύνη και της ζημίας είναι η αιτιώδης συνάφεια ή αιτιώδης σύνδεσμος, που υπάρχει, όταν η συμπεριφορά του δράστη, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν αντικειμενικά ικανή να επιφέρει, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και επιφέρει στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1382/2009 Επισκ.Ε.Δ. 2010. 125, Λιτζερόπουλος στην Ερμ.ΑΚ, εισαγ.άρθρα 297- 300/αρ. 33 επ., Σταθόπουλος, ΤΝΠ Νόμος 481 επ). Το εάν το καταλογιζόμενο στο παρ’ ου ζητείται η αποζημίωση γεγονός ήταν ικανό, κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την επελθούσα ζημία, θα κριθεί, κατά την ορθότερη άποψη με τα κριτήρια και την ικανότητα πρόβλεψης του επιμελούς εν γένει συναλλασσόμενου του οικείου κύκλου δραστηριότητας, επί τη βάσει των δεδομένων της πείρας και των περιστατικών, τα οποία ήταν, κατά τον χρόνο στον οποίο έγινε η πράξη, δηλαδή και πριν επέλθει το αποτέλεσμα, γνωστά σ’ αυτόν (ΕΛαρ 113/2016 Χρηματοπιστωτικό Δίκαιο, τευχ. 3/2016, ΕΑ 4617/2012 ΤΝΠ Νόμος, Σταθόπουλος, ό.π., Λιτζερόπουλος, ό.π., αρ. 45).
Από τις προσκομιζόμενες με επίκληση από τους ενάγοντες υπ’ αριθ. .... ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθηκαν μετά από προηγούμενη νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης (βλ. τις υπ’ αριθ. .... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ....), και από όλα τα μετ’ επικλήσεως και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, άλλα εκ των οποίων λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 339 σε συνδ. με 395 ΚΠολΔ), εκ των οποίων ορισμένα μνημονεύονται ειδικώς κατωτέρω, χωρίς, όμως, να παραλείπεται κανένα για την κατ’ ουσίαν διάγνωση της διαφοράς, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η πρώτη ενάγουσα απευθύνθηκε τον Ιανουάριο του έτους 2011 στην εργολήπτρια κατασκευαστική εταιρεία με την επωνυμία «..... Ο.Ε.», η οποία είχε αναλάβει με το σύστημα της αντιπαροχής την ανέγερση οικοδομής στο ευρισκόμενο στη Νίκαια Αττικής κι επί της διασταυρώσεως των οδών ..... αριθ. .... οικόπεδο, προκειμένου να αγοράσει το υπό στ. Ε1-Στ1 διαμέρισμα και την υπό στ. ΑΠ.3 αποθήκη της ανωτέρω οικοδομής έναντι τιμήματος ύψους 147.960 ευρώ, στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και η αξία μίας θέσης στάθμευσης. Λόγω της οικονομικής αδυναμίας της ενάγουσας προς καταβολή του τιμήματος αγοραπωλησίας η ως άνω εταιρεία υπέδειξε σε αυτήν να λάβει δάνειο από την εναγόμενη τράπεζα, με την οποία η τελευταία διατηρούσε συνεργασία και την κάλεσε να της προσκομίσει τα απαραίτητα δικαιολογητικά, που απαιτούσε η εναγομένη από τους δανειολήπτες για τη χορήγηση στεγαστικού δανείου. Πράγματι, οι ενάγοντες υπέγραψαν στις 25.2.2011 στα γραφεία της εργολήπτριας εταιρείας, ως πρωτοφειλέτης η πρώτη και εγγυητές οι λοιποί, την ήδη συμπληρωμένη από τον αρμόδιο υπάλληλο της εναγομένης κατόπιν συνεννόησής του με τον εκπρόσωπο της ανωτέρω εταιρείας, αίτηση χορήγησης στεγαστικού δανείου, ύψους 150.000 ευρώ, το οποίο και ενέκρινε κατ’ αρχήν η εναγομένη. Ακολούθως, δυνάμει του υπ’ αριθ. .../22.3.2011 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πειραιώς ..., το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ της πρώτης ενάγουσας, των οικοπεδούχων ως πωλητών του ως άνω διαμερίσματος και αποθήκης και της ανωτέρω εργολήπτριας εταιρείας, ως εκ τρίτου συμβαλλόμενης, στην οποία είχε συμφωνηθεί με τους οικοπεδούχους η παραχώρηση αυτών ως εργολαβικό της αντάλλαγμα, μεταβιβάστηκε στην πρώτη ενάγουσα η κυριότητα των επίδικων ακινήτων. Η αντικειμενική τους αξία ορίστηκε σύμφωνα με τη Δ.Ο.Υ. ... στο ποσό των 119.337,28 ευρώ και το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης ορίστηκε καταβλητέο απευθείας στην εργολήπτρια εταιρεία, από το οποίο ποσό 1.960 ευρώ καταβλήθηκε με την υπογραφή του ανωτέρω συμβολαίου, ενώ για το υπόλοιπο αναγράφηκε ότι «η αγοράστρια υπόσχεται και αναλαμβάνει την υποχρέωση ... να καταβάλει στην εργολήπτρια, η οποία δέχεται να το λάβει άτοκα εκ προϊόντος ισόποσου δανείου που θα χορηγηθεί στην αγοράστρια από την ... ... Α.Ε. ή οποιαδήποτε άλλη Τράπεζα ... σε προθεσμία δύο (2) μηνών από σήμερα (22.3.2011) και με τους όρους και τις προϋποθέσεις που χορηγούνται τα δάνεια αυτά ...». Στο ίδιο συμβόλαιο ορίστηκε, επίσης, ότι «Με το παρόν, η εργολήπτρια αναλαμβάνει με δικές της ευθύνες, δαπάνες και φροντίδες, μόνο με το παραπάνω τίμημα και χωρίς καμία άλλη επιβάρυνση της αγοράστριας, να προβεί στην αποπεράτωση των παραπάνω οριζόντιων ιδιοκτησιών και των κοινόκτητων και κοινόχρηστων χώρων, πραγμάτων και εγκαταστάσεων της πολυκατοικίας, σύμφωνα με τους όρους της προαναφερόμενης γενικής συγγραφής υποχρεώσεων και σύμφωνα με τους κανόνες της τέχνης και της επιστήμης και με κατάλληλα υλικά». Αναφορικά με τον χρόνο παράδοσης των πωληθέντων ορίστηκε ότι : «Οι οριζόντιες ιδιοκτησίες και οι κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι χώροι, πράγματα και εγκαταστάσεις της πολυκατοικίας θα παραδοθούν ... α: Το διαμέρισμα μέχρι τις 15.4.2012. β: Η θέση στάθμευσης, η αποθήκη και οι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι, πράγματα και εγκαταστάσεις της πολυκατοικίας μέχρι τις 15.7.2012». Τέλος, παρασχέθηκε δικαίωμα στην εργολήπτρια να εγγράψει υποθήκη μέχρι του ποσού των 146.000 ευρώ επί του ακινήτου προς ασφάλεια αυτής, για την εμπρόθεσμη πληρωμή του τιμήματος, που θα ισχύει ως δεύτερη και θα έπεται της υποθήκης που θα εγγραφεί από τη δανείστρια τράπεζα. Το ανωτέρω συμβόλαιο υποβλήθηκε από τον κατασκευαστή της οικοδομής στην εναγομένη, η οποία ενέκρινε την 24.3.2011 οριστικά το δάνειο και, ακολούθως, στις 31.3.2011 καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων η υπ’ αριθ. ... δανειακή σύμβαση για ποσό δανείου 150.000 ευρώ, με δανειολήπτρια την πρώτη από τους ενάγοντες και τους λοιπούς ενάγοντες εγγυητές. Για την ασφάλεια της αποπληρωμής του δανείου, εκτός από την εγγύηση που έδωσαν οι δεύτερος και τρίτος εκ των εναγόντων, παρασχέθηκε με τη δανειακή σύμβαση δικαίωμα στην εναγομένη να εγγράψει πρώτη σε τάξη προσημείωση υποθήκης ή υποθήκη επί του ακινήτου μέχρι του ποσού που θα οριζόταν σε πρόσθετη πράξη. Κατά τον όρο 3.2 της σύμβασης στεγαστικού δανείου, ορίστηκε ότι «... η ανάληψη του δανείου θα πραγματοποιείται είτε εφάπαξ είτε τμηματικώς κατά τα συμφωνηθέντα διά της προσθέτου πράξεως με χορηγήσεις, όχι μικρότερες του ποσού των ευρώ τριών χιλιάδων (ευρώ 3.000), ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών βάσει πιστοποιήσεως ή αυτοψίας που θα διενεργείται από μηχανικούς της επιλογής της Τραπέζης», με τελική εκταμίευση του συνόλου αυτού, σύμφωνα με την οριστική έγκρισή του στις 24.3.2011, όταν το ακίνητο, που η εναγομένη χρηματοδότησε την απόκτησή του, θα βρισκόταν στο στάδιο των χρωματισμών. Στην πρόσθετη πράξη δε, η οποία συνυπογράφηκε την ίδια ημέρα, το ποσό του δανείου ορίστηκε στις 150.000 ευρώ και ως σκοπός χορήγησης αυτού αναγράφηκαν η αγορά αποπερατωμένου ακινήτου αξίας 146.000 ευρώ και η επισκευή με τμηματική ανάληψη του δανείου ύψους 4.000 ευρώ, ενώ συμφωνήθηκε και εγγραφή προσημείωσης υποθήκης ποσού 180.000 ευρώ. Επίσης, κατά την ίδια ημέρα (31.3.2011) υπέγραψε η πρώτη των εναγόντων α) υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 8 Ν. 1599/1986, χωρίς αναγραφή ημερομηνίας και με προδιατυπωμένο περιεχόμενο «θα υλοποιήσω πρόσθετες εργασίες ποσού 4.000 ευρώ στο χρηματοδοτούμενο ακίνητο», β) αίτηση διενέργειας εκταμίευσης σε τρία αντίτυπα, τα οποία περιείχαν προεκτυπωμένα τον αριθμό και την ημερομηνία της ένδικης σύμβασης δανείου, το ποσό της σύμβασης, 150.000 ευρώ και την εντολή «να εγκρίνετε την εκταμίευση καταναλωτικού δανείου ΠΟΣΟΥ: ... ΗΜ/ΝΙΑ ΕΚΤΑΜΙΕΥΣΗΣ: ... ». Μετά την υπογραφή της επίδικης δανειακής σύμβασης η εναγομένη πραγματοποίησε στις 4.6.2011 αυτοψία στην υπό ανέγερση ιδιοκτησία της πρώτης ενάγουσας, συνταχθείσης της υπ’ αριθ. 203020 έκθεσης αυτοψίας, στην οποία οι ορισθέντες μηχανικοί κατέγραψαν ότι α) η οικοδομή, στην οποία ανήκε το πωληθέν διαμέρισμα, βρισκόταν στο στάδιο των σκυροδετήσεων του Ε' και ΣΤ' ορόφου, β) οι εργασίες σκυροδέτησης αντιπροσωπεύουν το 40% της αξίας του ακινήτου και γ) η αγοραία αξία αυτού ως αποπερατωμένου ανέρχεται στο ποσό των 195.000 ευρώ και ως ευρισκομένου σε αυτό το στάδιο ανέρχεται στο ποσό των (195.000 X 40%) 78.000 ευρώ. Κατόπιν αυτού στις 7.7.2011 έλαβε χώρα η πρώτη εκταμίευση του δανείου ποσού 60.000 ευρώ, με συμπλήρωση από την εναγομένη της υπογραφείσας από την πρώτη ενάγουσα κατά τα άνω πρώτη αίτηση εκταμίευσης με το ποσό των 60.000 ευρώ και ημερομηνία εκταμίευσης την 7.7.2011 για την έκδοση από την εναγομένη κατά την ίδια ημέρα ισόποσης δίγραμμης επιταγής, εις διαταγήν της εργολήπτριας εταιρείας, η οποία παρέλαβε αυτήν απευθείας από την εναγομένη χωρίς προηγούμενη ενημέρωση ή ανάμιξη της ενάγουσας. Την 1.9.2011 ακολούθησε από την εναγομένη και νέα αυτοψία της οικοδομής και του πωληθέντος, συντάχθηκε δε γι’ αυτήν η υπ’ αριθ. .... έκθεση αυτοψίας, στην οποία αναγράφεται ότι το ακίνητο βρίσκεται στο στάδιο των οπτοπλινθοδομών, ότι έχουν κλειστεί κατά παράβαση των πολεοδομικών διατάξεων ημιυπαίθριοι χώροι 21,20 τ.μ. και ότι οι αυθαιρεσίες αυτές είναι άρσιμες μόνο με επαναφορά των χώρων στην κατάσταση που προβλέπει η οικοδομική άδεια. Στην κατάσταση αυτή το πωληθέν εκτιμήθηκε από την εναγομένη σε ποσοστό 45% της αξίας του σε σχέση με την αξία του ως αποπερατωμένου, ήτοι 90.000 (195.000 X 45%) ευρώ. Εν συνεχεία, κατόπιν νέας αυτοψίας της εναγομένης στις 28.12.2011, για την οποία συντάχθηκε η υπ’ αριθ. ..... έκθεση αυτοψίας, σημειώθηκε ότι α) το ακίνητο βρίσκεται στο στάδιο των επιχρισμάτων, β) έχει γίνει δήλωση ένταξης για τη ρύθμιση όλων των αυθαιρεσιών, σύμφωνα με τον Ν. 4014/2011 κι έχει πληρωθεί η προκαταβολή του προστίμου και γ) η αξία του πωληθέντος σε αυτό το στάδιο ανέρχεται σε ποσοστό 63% της αξίας του ως αποπερατωμένου, η οποία εκτιμάται πλέον στο ποσό των 222.000 ευρώ και αυτού ως ημιτελούς σε 140.000 ευρώ. Με βάση την ανωτέρω αυτοψία η εναγομένη προέβη στις 30.12.2011 στη δεύτερη εκταμίευση ποσού 60.000 ευρώ, κατόπιν συμπλήρωσης από τους υπαλλήλους της της ανωτέρω δεύτερης υπογραφείσας από την πρώτη ενάγουσα αίτησης εκταμίευσης, με αναγραφή του ποσού, προκειμένου να εκδοθεί από την εναγομένη ισόποση δίγραμμη επιταγή εις διαταγήν της εργολήπτριας εταιρείας, η οποία παρέλαβε αυτήν απευθείας από την εναγομένη χωρίς προηγούμενη ενημέρωση ή ανάμιξη της ενάγουσας. Σε όλες τις προαναφερθείσες εκθέσεις αυτοψίας η εναγομένη διά των μηχανικών της προέβαινε σε αυθαίρετη επανεκτίμηση της αξίας του επίδικου ακινήτου ως αποπερατωμένου, αναβιβάζοντας αυτήν αρχικώς στο ποσό των 195.000 ευρώ κι εν συνεχεία στο ποσό των 222.000 ευρώ, αποδίδοντας την αύξηση αυτή στην υποβολή αίτησης προς ένταξη στον Ν.4014/2011 του ημιυπαίθριου χώρου των 21,87 τ.μ. Οι εκτιμήσεις αυτές δε καταγράφονται κατά τρόπο αντιφατικό, αφού οι ίδιοι μηχανικοί επεσήμαιναν συγχρόνως την απομείωση της αξίας του ακινήτου λόγω της οικονομικής κρίσης και της εξ αυτής μειωμένης ζήτησης καινούργιων διαμερισμάτων (βλ. την από 28.12.2011 έκθεση, στην οποία αναφέρεται επιπλέον ότι οι τιμές καινούργιων διαμερισμάτων στην περιοχή κυμαίνονται από 1.900 - 2.250 ευρώ / τ.μ. σε αντίθεση με τις προγενέστερες εκθέσεις, στις οποίες ως σχετική τιμή αναγραφόταν το ποσό των 2.000 - 3.000 ευρώ /τ.μ.), ενώ στην από 28.12.2011 έκθεση σημειώνεται ρητά ότι η ισχύς αυτής ως προς τις αναγραφόμενες αξίες αμφισβητείται, δεδομένου ότι δεν είχε περαιωθεί η αίτηση ρύθμισης των προρρηθεισών αυθαιρεσιών και δεν είχε ακολουθήσει η καταβολή των ανάλογων προστίμων. Η ανωτέρω εκτίμηση της αξίας του επίδικου διαμερίσματος έρχεται σε αντίθεση με την αναγραφείσα στην ένδικη σύμβαση δανείου αξία αυτού, ύψους 146.000 ευρώ. Το ποσό αυτό, άλλωστε, συνιστούσε το υπόλοιπο του τιμήματος του αγορασθέντος από την πρώτη ενάγουσα ακινήτου, ύψους 147.960 ευρώ, την αποπληρωμή του οποίου ανέλαβε η εναγομένη διά της χορηγήσεως του επίμαχου δανείου, και το οποίο είχε ήδη ορισθεί από τα συμβαλλόμενα στην αγοραπωλησία μέρη ως εύλογο και ανταποκρινόμενο στην αγοραία αξία του ακινήτου. Στο ποσό δε αυτό είχε συνυπολογισθεί το κόστος ανοικοδόμησης και το εργολαβικό κέρδος. Ο εν λόγω επαναπροσδιορισμός της αξίας του διαμερίσματος της πρώτης ενάγουσας, καθώς και η εσφαλμένη εκτίμηση του ποσοστού επί της αξίας τούτου, το οποίο αντιπροσώπευε κάθε στάδιο της ανέγερσης της οικοδομής, είχαν ως συνέπεια τον πλημμελή υπολογισμό εκάστης δόσεως δανείου, που η εργολήπτρια εταιρεία εδικαιούτο να λάβει. Ειδικότερα, με την από 4.6.2011 έκθεση αυτοψίας η εναγομένη εκτίμησε ότι το στάδιο της σκυροδέτησης των Ε' και ΣΤ' ορόφου αντιπροσωπεύει το 40% της αξίας ενός διαμερίσματος, ενώ, σύμφωνα με τους παραδεδεγμένους τεχνικούς και οικονομικούς κανόνες, τούτο δεν υπερβαίνει το 25% της αξίας, στην από 1.9.2011 έκθεση αναγράφεται ότι το στάδιο των οπτοπλινθοδομών, στο οποίο ευρίσκετο τότε η οικοδομή, αντιπροσωπεύει ποσοστό 45% της αξίας, μολονότι αυτό αντιπροσωπεύει το 35% αυτής και με την από 28.12.2011 έκθεση αυτοψίας υπολογίζεται ότι το στάδιο των επιχρισμάτων αντιπροσωπεύει το 63%, ενώ στην πραγματικότητα αντιπροσωπεύει το 45% αυτής. Τα ανωτέρω ενισχύονται και από τη μετ’ επικλήσεως προσκομισθείσα από τους ενάγοντες από 28.2.2017 τεχνική έκθεση της μηχανικού..., η οποία κρίνεται αξιόπιστη ως σύμφωνη με τους κανόνες της τεχνικής, καθώς και με τα διδάγματα της κοινής πείρας. Κατά συνέπεια, η πραγματική αξία του χρηματοδοτούμενου ακινήτου την 28.12.2011 ανερχόταν στο ποσό των (146.000 X 45% =) 65.700 ευρώ, εκ των οποίων η εργολήπτρια εταιρεία είχε ήδη λάβει το ποσό των 60.000 ευρώ κατά την εκταμίευση της πρώτης δανειακής δόσης, ως ήδη ελέχθη. Επομένως, με τη γενόμενη την 30.12.2011 εκταμίευση της δεύτερης δανειακής δόσης, ποσού 60.000 ευρώ, η εργολήπτρια έλαβε υπέρτερο της αξίας του πωληθέντος στο στάδιο αυτό ποσό και δη έλαβε επιπλέον το ποσό των (120.000 - 65.700) 54.300 ευρώ, το οποίο καταβλήθηκε αδικαιολόγητα. Ακολούθως, χωρίς να διενεργήσει νέα αυτοψία και παρόλο που η εργολήπτρια είχε ήδη καταστεί υπερήμερη στην αποπεράτωση και παράδοση του έργου, η οποία έπρεπε, κατά τα προρρηθέντα, να έχει λάβει χώρα την 14.4.2012 ως προς το διαμέρισμα και την 15.7.2012 ως προς τη θέση στάθμευσης, την αποθήκη και τους κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, πράγματα και εγκαταστάσεις της πολυκατοικίας, η εναγομένη προέβη την 25.7.2012 και σε τρίτη εκταμίευση προς την τελευταία ποσού 20.000 ευρώ, με συμπλήρωση από την ίδια του ποσού στην ήδη υπογραφείσα από την πρώτη ενάγουσα αίτηση εκταμίευσης κατά τα άνω και την έκδοση ισόποσης δίγραμμης επιταγής εις διαταγήν της εργολήπτριας. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η διενεργηθείσα την 28.12.2011 έκθεση αυτοψίας αφορούσε την εκταμίευση της δόσης των 20.000 ευρώ, που έλαβε χώρα την 25.7.2012 ελέγχεται ως αναληθής και αβάσιμος, καθόσον στην ανωτέρω έκθεση αφορά η εκταμίευση που πραγματοποιήθηκε την 30.12.2011 και δε δύναται να αντιστοιχεί η καταβολή που έγινε επτά μήνες αργότερα. Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι έλαβαν χώρα τέσσερις αυτοψίες, εκ των οποίων οι δύο μόνο συνδέθηκαν με εκταμιεύσεις και δη οι από 4.6.2011 και από 28.12.2011. Αντιθέτως, η από 2.3.2011 αυτοψία αφορούσε την έγκριση του δανείου και τη σύναψη της από 31.3.2011 δανειακής σύμβασης, ενώ η από 1.9.2011 δε συνδέεται με εκταμίευση. Κατά συνέπεια, η εκταμίευση της τρίτης δόσης δεν αντιστοιχεί σε προηγηθείσα αυτοψία. Επιπλέον, ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η υπερημερία του εργολάβου δεν συνεπαγόταν τη μη καταβολή δανειακής δόσης τυγχάνει απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον η μη αποπεράτωση του έργου κατά τον καθορισμένο χρόνο υποδήλωνε τη μη πρόοδο των εργασιών, με την οποία, όμως, ήταν συνδεδεμένη η εκταμίευση του δανείου, όπως ρητά αναγράφεται στην ένδικη σύμβαση κατά τα ήδη λεχθέντα. Μετά δε την καταβολή της ανωτέρω δανειακής δόσης στην εργολήπτρια εταιρεία, αυτή εγκατέλειψε οριστικά το έργο. Αποτέλεσμα της συμπεριφοράς της εναγομένης ήταν η κατά το μέγιστο μέρος εκταμίευση του χορηγηθέντος δανείου με την αντίστοιχη επιβάρυνση των εναγόντων και δη η καταβολή στην εργολήπτρια εταιρεία ποσού 140.000 ευρώ έναντι των 146.000 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν το δάνειο αποπεράτωσης (δεδομένου ότι το ποσό των 4.000 ευρώ αφορούσε επισκευές κατά τα αναγραφόμενα στη σύμβαση), μολονότι η επίδικη οικοδομή είχε ανέλθει μόνο στο στάδιο των επιχρισμάτων, ήτοι σε ποσοστό 45% της κατασκευής της, κατά τα άνω. Ο δε ισχυρισμός της εναγομένης ότι οι εργασίες που υπολείπονταν μέχρι την αποπεράτωση του έργου, ήτοι η ολοκλήρωση υδραυλικών και ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, τοποθέτηση δαπέδων, πλακιδίων, κιγκλιδωμάτων, κουφωμάτων, ντουλαπών, ειδών υγιεινής και ο χρωματισμός αντιστοιχούσαν στο εναπομείναν ποσό των 6.000 ευρώ προσκρούει στη λογική και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Υπό τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές προκύπτει ότι η εναγομένη, με τον τρόπο που ενήργησε, παραβίασε τις συναλλακτικές της υποχρεώσεις, ως το περιεχόμενό τους προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281 και 288 ΑΚ, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, αλλά και στην Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, 2501/2002 (ΦΕΚ Α' 277/2002), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 18 παρ.5 του Ν. 2076/1992 (όπως αυτό ίσχυε μέχρι την κατάργησή του, με το άρθρο 92 παρ. 1 του Ν. 3601/2007), και, επομένως, έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου, και με την οποία τροποποιήθηκαν και κωδικοποιήθηκαν οι διατάξεις που αφορούν στην ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα, που λειτουργούν στην Ελλάδα, για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους. Σύμφωνα με τις γενικές αρχές που θεσπίζονται στην παράγραφο Α' της εν λόγω ΠΔΤΕ, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν, μεταξύ άλλων, να ενημερώνουν κατάλληλα τους συναλλασσομένους για τη φύση και τα χαρακτηριστικά των προσφερόμενων προϊόντων και υπηρεσιών και εν γένει για τους όρους και τις προϋποθέσεις που διέπουν τις τραπεζικές συναλλαγές, καθώς και να μεριμνούν για την κατάλληλη εκπαίδευση των υπαλλήλων, που είναι επιφορτισμένοι με την παροχή εξειδικευμένων πληροφοριών προς το συναλλακτικό κοινό. Το περιεχόμενο της ελάχιστης απαιτούμενης ενημέρωσης, που αποσκοπεί στο να σχηματίζουν οι συναλλασσόμενοι, πριν από τη σύναψη της σύμβασης, σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα, όταν αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο εξατομικευμένης διαπραγμάτευσης, καθορίζεται στην παράγραφο Β' της ίδιας ΠΔΤΕ, και εξειδικεύεται ανάλογα με το είδος του τραπεζικού προϊόντος (καταθέσεις, χορηγήσεις κ.λπ.). Ειδικότερα, η εναγομένη παρέλειψε την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης και διαφώτισης της πρώτης ενάγουσας για τους όρους και τις προϋποθέσεις της ένδικης σύμβασης δανείου, αλλά και των λοιπών εναγόντων, ως εγγυητών, για τα δικαιώματα και της υποχρεώσεις των συμβαλλομένων μερών, καθώς και τους αναληφθέντες από αυτούς κινδύνους. Στην προκειμένη περίπτωση, η από 25.2.2011 αίτηση της πρώτης ενάγουσας για τη λήψη του επίδικου δανείου υπογράφηκε από αυτήν στο γραφείο της εργολήπτριας εταιρείας, η οποία της παρέδωσε το σχετικό έντυπο προσυμπληρωμένο, ενώ παρέλαβε από αυτήν και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, που η ενάγουσα είχε προσκομίσει, χωρίς να παρευρίσκεται υπάλληλος της εναγομένης και χωρίς να λάβει χώρα οποιαδήποτε τραπεζική ενημέρωσή της. Η υποχρέωσή της αυτή, ως απορρέουσα από τις προπαρατιθέμενες διατάξεις, δεν αναιρείται από το γεγονός ότι, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, οι ενάγοντες χρησιμοποίησαν εταιρεία παροχής χρηματοοικονομικών συμβούλων για την κατάθεση της αίτησης λήψης του δανείου, πολλώ δε μάλλον, που, όπως η ίδια συνομολογεί, οι εν λόγω εταιρείες περιορίζονται στη συνδρομή των υποψήφιων πελατών για τη συγκέντρωση των απαιτούμενών εγγράφων και την κατάθεση των αιτήσεων. Αλλά και κατά την κατάρτιση της επίμαχης δανειακής σύμβασης δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο ότι η εναγομένη παρέσχε στους ενάγοντες, ως όφειλε, πλήρη, ακριβή και σαφή ενημέρωση για τον τρόπο και τις προϋποθέσεις εκταμίευσης εκάστης δανειακής δόσης. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι αρμόδιοι υπάλληλοι της εναγομένης περιορίστηκαν στο να εγχειρίσουν στους ενάγοντες προς υπογραφή τα απαιτούμενα έγγραφα, που περιείχαν προδιατυπωμένους εκ μέρους της εναγομένης όρους, ενώ υποχρέωσαν την πρώτη ενάγουσα να υπογράψει τρεις αιτήσεις διενέργειας εκταμίευσης, στις οποίες αφέθηκαν κενά τα πεδία αναγραφής του ποσού και της ημερομηνίας και τα οποία συμπλήρωνε εκ των υστέρων η εναγομένη διά των υπαλλήλων της, προκειμένου να διενεργεί η ίδια καταβολές στην εργολήπτρια εταιρεία εν αγνοία της πρώτης, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της περί προηγούμενης ενημέρωσης της ενάγουσας ως αβασίμου. Άλλωστε, η βούληση της εναγομένης περί μη συμμετοχής της ενάγουσας στην εκταμίευση εκάστης δανειακής δόσης ήταν και ο λόγος που αυτή υποχρέωσε την τελευταία στην εκ των προτέρων υπογραφή των επίμαχων τριών αιτήσεων διενέργειας εκταμίευσης. Εξάλλου, οι τράπεζες, ως χρηματοδοτικοί οργανισμοί, έχουν αυξημένη ευθύνη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού τους έργου και οφείλουν να μεριμνούν για τα συμφέροντα των πιστωτών που χρηματοδοτούν, αφού από τη φύση της η πιστωτική σχέση, ως διαρκής έννομη σχέση ιδιαίτερης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, επιβάλλει την υποχρέωση πίστης και προστασίας από την πλευρά των τραπεζών των συμφερόντων των πελατών τους, ώστε να αποφεύγονται υπέρμετρα επαχθείς γι’ αυτούς συνέπειες (ΑΠ 1352/2011, ΕΑ 1403/2015 ΤΝΠ Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη κατέγραψε ψευδώς στην ένδικη δανειακή σύμβαση την επίδικη ιδιοκτησία ως αποπερατωμένη σε αντίθεση με το υπ’ αριθ. .../22.3.2011 συμβόλαιο αγοραπωλησίας, όπου αυτή αναγραφόταν ως υπό κατασκευή με ορισθέντα χρόνο αποπεράτωσης την 15.4.2012, κατά τα ήδη εκτεθέντα, αλλά και με την πρόσθετη πράξη, που συνόδευε τη σύμβαση δανείου και καθόριζε τη σταδιακή εκταμίευση του δανείου ως συνάρτηση της προόδου των εργασιών ανοικοδόμησης, χωρίς να αιτιολογήσει στους ενάγοντες την επίμαχη καταγραφή. Ακολούθως, προέβη αυτή διά των μηχανικών της σε μεθοδεύσεις μη ανταποκρινόμενες στην εντιμότητα των συναλλαγών και δη επανεκτίμησε αυθαιρέτως την αξία του υπό ανέγερση ακινήτου και αντιστοιχούσε σε αυτήν πλημμελώς το εκάστοτε στάδιο των οικοδομικών εργασιών, προκειμένου να αιτιολογήσει την αναλογία των καταβολών στην εργολήπτρια, με συνέπεια, κατά παράβαση της υποχρέωσής της περί εξασφάλισης και προστασίας των συμφερόντων των εναγόντων - πελατών της, να εκταμιεύσει το σύνολο σχεδόν του επίδικου δανείου, μολονότι η οικοδομή ευρισκόταν στο στάδιο των επιχρισμάτων. Την τελευταία δε εκταμίευση διενήργησε αυτή χωρίς να προηγηθεί η απαιτούμενη αυτοψία περί εξακρίβωσης του σταδίου των εργασιών ανοικοδόμησης κατά παράβαση της ένδικης σύμβασης δανείου κι ενώ η εργολήπτρια εταιρεία είχε ήδη καταστεί υπερήμερη ως προς την παράδοση των επίδικων ιδιοκτησιών, έχοντας εγκαταλείψει ουσιαστικά το έργο. Τη μη εμπρόθεσμη αποπεράτωση δε αυτού γνώριζε η εναγομένη, όπως η ίδια συνομολογεί, γι’ αυτόν τον λόγο δε υπογράφτηκε μεταξύ των διαδίκων η από 23.4.2012 πρόσθετη πράξη στην επίδικη σύμβαση δανείου για παράταση της περιόδου χάριτος για διάστημα επτά μηνών. Συνεπώς, η εναγομένη κατά την άσκηση του χρηματοδοτικού της έργου, αν και όφειλε να μεριμνά για τα συμφέροντα των εναγόντων που χρηματοδότησε, παραβίασε, διά των προστηθέντων υπαλλήλων της, την υποχρέωση πίστης και προστασίας των συμφερόντων τους και δεν απέτρεψε την αποφυγή υπέρμετρα επαχθών γι’ αυτούς συνεπειών, όπως ήταν η εκταμίευση του συνόλου σχεδόν του δανείου για ένα ημιτελές ακίνητο σε έναν υπερήμερο εργολάβο. Με την ανωτέρω συμπεριφορά των προστηθέντων υπαλλήλων της, η εναγομένη έθεσε σε κίνδυνο και έβλαψε τα συμφέροντα των εναγόντων, η δε ζημία τους τελεί σε άμεσο και πρόσφορο αιτιώδη αντικειμενικό σύνδεσμο με την πλημμελή παροχή των τραπεζικών υπηρεσιών εκ μέρους της εναγομένης. Ενόψει δε της φύσης της υποχρέωσης που η εναγομένη ανέλαβε διά της ένδικης δανειακής σύμβασης να εκπληρώσει έναντι των εναγόντων, ήτοι την πιστοδότηση για αγορά ακινήτου σε στάδιο κατασκευής από εργολάβο, όφειλε αυτή να επιδείξει ιδιαίτερη πρόνοια και να λάβει μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας, έχοντας την απαιτούμενη προς τούτο τεχνογνωσία και υλικοτεχνική υποδομή, λαμβανομένης υπόψη και της μειονεκτικής θέσης των εναγόντων έναντι της εργολήπτριας εταιρείας, δεδομένων των χαμηλών εισοδημάτων τους, ώστε να προβεί σε ορθολογικές δανειακές καταβολές και σε ακριβή συνάρτηση αυτών με το εκάστοτε στάδιο εργασιών ανοικοδόμησης. Επιπλέον η εναγομένη υπέχει αδικοπρακτική ευθύνη κατά την έννοια του άρθρου 914 ΑΚ, σύμφωνα και με τα αναλυτικώς εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, έναντι των εναγόντων και για τον λόγο ότι διά των ανωτέρω προστηθέντων μηχανικών της, σύμφωνα με το άρθρο 922 ΑΚ, υπερέβαλε δολίως τη συνολική αξία του επίδικου ακινήτου, αλλά και την αντιστοιχούσα σε κάθε στάδιο των εργασιών ανοικοδόμησης, προς όφελος της ανωτέρω εργολήπτριας εταιρείας, η οποία εισέπραξε το μέγιστο μέρος του επίδικου δανείου με την αντίστοιχη επιβάρυνση των εναγόντων χωρίς να έχει εκτελέσει αυτή τις ανάλογες προς τούτο εργασίες ανέγερσης, η συμπεριφορά δε αυτή οδήγησε αιτιωδώς στη ζημία τους. Η ζημία δε αυτή συνίσταται στο ποσό των (54.300 + 20.000) 74.300 ευρώ, που καταβλήθηκε επιπλέον από το οφειλόμενο κατά τις εκταμιεύσεις της 30.12.2011 και της 25.7.2012 κατά τα εκτεθέντα. Τέλος, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες υπέστησαν από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, που είχε ως αποτέλεσμα την επιβάρυνσή τους με την αποπληρωμή ενός δανείου που κατά το τμήμα των 74.300 ευρώ δεν αντιστοιχεί στην πραγματική αξία του δανειοδοτηθέντος ακινήτου και δε θα έπρεπε να έχει καταβληθεί στην εργολήπτρια εταιρεία, ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση. Το ποσό αυτής πρέπει να οριστεί σε 3.000 ευρώ για έκαστο εξ αυτών, το οποίο κρίνεται δίκαιο και εύλογο, λαμβανομένων υπόψη του βαθμού πταίσματος της εναγομένης, καθώς και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών, εκ των οποίων η εναγομένη βρίσκεται σαφώς σε υπερέχουσα θέση. Μετά ταύτα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 20.000 ευρώ, ορθώς τον νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε, έστω και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται από την παρούσα (534 ΚΠολΔ). Κρίνοντας, όμως, αντίθετα προς τα ανωτέρω, ως προς τα αγωγικά κεφάλαια α) περί καταβολής στην πρώτη ενάγουσα του ποσού των 60.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στη γενόμενη την 30.12.2011 δεύτερη εκταμίευση εκ του επίδικου δανείου και β) επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης στους ενάγοντες λόγω ηθικής βλάβης, τα οποία απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο το πρώτο και νόμω αβάσιμο το δεύτερο εξ αυτών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Ενόψει όσων εκτέθηκαν, πρέπει να γίνει δεκτή η υπό στ. Β' έφεση αναφορικά με τους οικείους με τα άνω κεφάλαια λόγους, με τους οποίους οι εκκαλούντες παραπονούνται για την εν μέρει απόρριψη της αγωγής τους. Ακολούθως, πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της υπό στ. Β' έφεσης και ως προς τις διατάξεις της, που δεν ανατρέπονται με λόγο έφεσης για το ενιαίο της εκτέλεσης του τίτλου (ΑΠ 748/1984 ΕλλΔνη 26.642, Σαμουήλ, έκδοση 2006, σελ. 430,431), αναγκαίως δε και κατά την περί δικαστικών εξόδων διάταξή της (ΑΠ 1631/2010, ΑΠ 521/2002, ΕΠειρ 207/2015). Περαιτέρω πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και να εξεταστεί η αγωγή κατά τα άνω κεφάλαια αυτής (άρθρο 535 ΚΠολΔ). Στη συνέχεια, ενόψει των όσων εκτέθηκαν, πρέπει αυτή να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και α) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα το ποσό των 74.300 ευρώ και β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει σε έκαστο εκ των εναγόντων το ποσό των 3.000 ευρώ, άπαντα τα ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι πλήρους εξοφλήσεως. Τα δικαστικά έξοδα των εκκαλούντων - εναγόντων, και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή σχετικού νομίμου αιτήματος τους (άρθρο 191 παρ.2 ΚΠολΔ), πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εφεσίβλητης-εναγομένης λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους εκκαλούντες της υπό στ. Β' έφεσης του παράβολου που κατέθεσαν για την έφεση αυτή (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ, κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων, α) την από 24.2.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../.../28.2.2019 έφεση με β) την από 27.2.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../1.3.2019 έφεση.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 24.2.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../.../28.2.2019 έφεση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εκκαλούσα στη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παράβολου, που κατέθεσε η εκκαλούσα για την έφεση αυτή.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 27.2.2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου .../1.3.2019 έφεση.
ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ’ αριθ. 332/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει την από 17.10.2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως .../.../8.11.2016 αγωγή.
ΔΕΧΕΤΑΙ αυτήν εν μέρει.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των εβδομήντα τεσσάρων χιλιάδων τριακοσίων (74.300) ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι πλήρους εξοφλήσεως.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει εις έκαστον εκ των εναγόντων το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι πλήρους εξοφλήσεως.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εφεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των εκκαλούντων, για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των πέντε χιλιάδων πεντακοσίων (5.500) ευρώ.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του κατατεθέντος παράβολου στους εκκαλούντες.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του απόντων των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους στις 3/2/2021
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ