Αριθμός 66/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μυρσίνη Παπαχίου, Μαρία Ανδρικοπούλου και Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Χ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Κωνσταντίνο Βιτώρο και Σπυρίδωνα Τσαντίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Γ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πασσά με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από: 10-10-2014 αγωγή του ήδη αναιρείοντος και 20-01-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1456/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 328/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-06-2019 αίτησή του και τους από 29-12-2020 προσθέτους αυτής λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που παραδεκτά επισκοπούνται προκύπτει ότι με αφορμή τη διένεξη των διαδίκων σε σχέση με τη συμμετοχή εκάστου στο μετοχικό κεφάλαιο της μεταξύ τους ανώνυμης εταιρείας μετά τη συγχώνευσή της με την ΕΠΕ του αναιρεσίβλητου και τον αριθμό των αναλογούντων εις έκαστον μετοχών, άσκησαν ο τελευταίος την από 20-1-2014 αγωγή και ο αναιρεσείων την από 10-10-2014 αγωγή, που συνεκδικάστηκαν από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο με την 1456/2017 απόφασή του απέρριψε την από 20-1-2014 αγωγή του αναιρεσιβλήτου και δέχθηκε κατά ένα μέρος την από 10-10-2014 αγωγή του αναιρεσείοντος. Ο ήδη αναιρεσίβλητος άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης έφεση και προσθέτους λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η 328/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, δέχθηκε την από 20-1-2014 αγωγή του αναιρεσίβλητου και απέρριψε την από 10-10-2014 αγωγή του αναιρεσείοντος. Ήδη φέρεται σε συζήτηση η από 9-6-2019 αίτηση αναιρέσεως του ενάγοντος της από 10-10-2014 αγωγής κατά της ανωτέρω αποφάσεως του Εφετείου, η οποία συνεκδικάζεται με τους από 29-12-2020, παραδεκτώς ασκηθέντες, προσθέτους αυτής λόγους. Κατά το άρθρο 70 ΚΠολΔ "όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή". Το έννομο όμως συμφέρον του, η συνδρομή του οποίου επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (αρθρ.73 ΚΠολΔ), πρέπει να είναι άμεσο και παρόν. Ειδικότερα, α) άμεσο, υπό την έννοια ότι η έννομη προστασία, που ζητείται με τη μορφή έκδοσης αναγνωριστικής απόφασης, ν' αποτελεί πρόσφορο και μοναδικό (όχι όμως απαραιτήτως και το μείζον) ένδικο βοήθημα για την εξάλειψη της αβεβαιότητας, που δυσχεραίνει την άσκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος ή προκαλεί άλλο κίνδυνο στα έννομα συμφέροντά του και β) παρόν, υπό την έννοια ότι η ανάγκη δικαστικής προστασίας είναι ενεστώσα, αφορά δηλαδή έννομες σχέσεις υπαρκτές και παρούσες και όχι υποθετικές και μελλοντικές ή ενδεχόμενες (ΑΠ 772/2014, ΑΠ 205/2014). Ο κίνδυνος δηλαδή, για τα συμφέροντα του αιτούντος δικαστική προστασία με την άσκηση της αναγνωριστικής αγωγής μπορεί να εξαρτάται και από τη συνδρομή και άλλου μελλοντικού περιστατικού, το δικαίωμα όμως του οποίου ζητείται η προστασία με την εν λόγω αγωγή πρέπει να είναι κεκτημένο και όχι μελλοντικό και ενδεχόμενο. Εξάλλου, το έννομο συμφέρον, που μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό, εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις. Αφετηρία του, όταν η αβεβαιότητα δεν προκύπτει από τα πράγματα, είναι η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της επίδικης έννομης σχέσεως, από την οποία πρέπει να απειλείται βλάβη, για την αποτροπή της οποίας η επιδιωκόμενη απόφαση να αποτελεί πρόσφορο μέσο. Ειδικότερα δε, αν η προσβολή της κυριότητας συνίσταται σε αμφισβήτηση, προφορική ή και με άλλο δηλωτικό αυτής αλλά ρηματικό τρόπο, τότε ο κύριος δικαιούται να ασκήσει αναγνωριστική της κυριότητάς του αγωγή, στρεφόμενη κατά του αμφισβητούντος το δικαίωμα της κυριότητάς του επί του συγκεκριμένου πράγματος (ΑΠ 850/2019, ΑΠ 1442/2010). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάσαντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική. Το έννομο συμφέρον όμως και η νομιμοποίηση του διαδίκου, αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει, μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (Ολομ. ΑΠ 25/2008, ΑΠ1259/2018). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της από 20-1-2014 αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) ισχυρίσθηκε ότι είναι κύριος , νομέας και κάτοχος των αναφερομένων σ' αυτή ονομαστικών 17.123 μετοχών που αντιστοιχούν σε ποσοστό 58,77% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της ανωνυμης εταιρείας Δ. ΑΤΕ και ο εναγόμενος κύριος των μνημονευομένων στην αγωγή μετοχών 11.153 κατ' αριθμόν που αντιστοιχούν σε ποσοστό 40,25% επί του καταβεβλημένου κεφαλαίου της άνω εταιρείας. Ότι από την ίδρυσή της το 1995 μέχρι την συγχώνευσή της με την ΕΠΕ "Σ…" το έτος 2002, στην οποίαν ο ενάγων ήταν πλειοψηφών μέτοχος με ποσοστό 95%, αμφότεροι συμμετείχαν ισότιμα στην ΑΕ κατά ποσοστό 50% έκαστος, ενώ μετά την συγχώνευση των δύο εταιρειών επήλθε μεταβολή της μέχρι τότε μετοχικής σύνθεσης και συγκεκριμένα το ποσοστό συμμετοχής του ενάγοντος αυξήθηκε σε 58,77%, το αντίστοιχο του εναγομένου μειώθηκε σε 40,25%, ενώ ο πρώην μειοψηφών μέτοχος της ΕΠΕ Α. Γ. κατέστη μειοψηφών μέτοχος της ανώνυμης εταιρείας κατά ποσοστό 0,98%. Ότι από την άνω συγχώνευση των δύο εταιρειών το 2002 και όλη την επόμενη δεκαετία η συμμετοχή του εναγόμενου στην εταιρεία με ποσοστό 40,25% επιβεβαιωνόταν σε ετήσια βάση, μέσω της συνεχούς και αδιάλειπτης παρουσίας του στις τακτικές και έκτακτες γενικές συνελεύσεις και της άσκησης των μετοχικών δικαιωμάτων που αντιστοιχούσαν στο δικό του ποσοστό. Ότι το Μάιο του 2012, ήτοι 10 έτη μετά την προμνησθείσα απορρόφηση και τη συνεπαχθείσα μείωση της μετοχικής συμμετοχής του εναγομένου στην εταιρεία, ο τελευταίος άρχισε να παρακωλύει την εύρυθμη λειτουργία της εταιρείας και πρωτίστως για πρώτη φορά αμφισβήτησε την πλειοψηφική συμμετοχή του ενάγοντος στην εταιρεία, καλώντας τον να του μεταβιβάσει το μετοχικό ποσοστό που αντιστοιχεί στο 9,75% του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, επικαλούμενος ιδιωτικό συμφωνητικό που είχε υπογραφεί την 7-8-2002 μεταξύ των διαδίκων και σύμφωνα με το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, αμφότεροι είχαν συμφωνήσει να μεταβιβάσει ο ενάγων στον εναγόμενο μετά την προμνησθείσα συγχώνευση 2242 μετοχές της εταιρείας ώστε να καταστεί εκ νέου μέτοχος με ποσοστό 50%. Με βάση το ιστορικό αυτό ο ως άνω ενάγων ζήτησε να αναγνωριστεί ότι έχει την πλήρη και αδιαμφισβήτητη κυριότητα , νομή και κατοχή των διαλαμβανομένων στην αγωγή μετοχών που αντιστοιχούν σε ποσοστό 58,77% του καταβεβλημένου κεφαλαίου. Εφόσον υπό τα ως άνω εκτιθέμενα παρατίθενται στην ένδικη αγωγή περιστατικά αμφισβήτησης από τον εναγόμενο της έννομης σχέσης που συνδέει τους διαδίκους και ειδικότερα του ποσοστού της εταιρικής συμμετοχής του και συνακόλουθα των αριθμού των μετοχών που τη συγκροτούν, δικαιολογείται το έννομο συμφέρον του ενάγοντος να ζητήσει την παροχή έννομης προστασίας με την άσκηση της εν λόγω αγωγής.
Συνεπώς το Εφετείο όχι παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και ο πρώτος αναιρετικός λόγος, κατά το αντίστοιχο μέρος του, με το οποίο ο αναιρεσείων ψέγει την προσβαλλόμενη απόφαση για την εκ του αρ. 14 πλημμέλεια με την αιτίαση ότι "εσφαλμένα δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη παρότι από το περιεχόμενό της δεν συνάγεται η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος", είναι αβάσιμος.
Με τις διατάξεις των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ εισάγονται γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες, οι οποίοι αλληλοσυμπληρούμενοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του (ΑΠ 925/2015, ΑΠ 3/2015), διαπιστώνει ότι υφίσταται κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, η πρώτη από τις διατάξεις αυτές εξαιρεί το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης, αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, όπως όμως αυτή εξωτερικεύθηκε και δεν παρέμεινε ενδόμυχη, ενώ η δεύτερη εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη γενικώς των συναλλασσομένων και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη. Κατά την έννοια αυτή καλή πίστη είναι η συμπεριφορά που επιβάλλεται να υπάρχει στις συναλλαγές κατά την κρίση χρηστού και εχέφρονος ανθρώπου, αντικειμενικά σκεπτόμενου, ενώ συναλλακτικά ήθη είναι οι συνηθισμένοι στις συναλλαγές τρόποι ενέργειας, που προσιδιάζουν είτε σε ορισμένες κατηγορίες συναλλαγών είτε σε ορισμένο επαγγελματικό κύκλο ή τοπική περιοχή. Στο πλαίσιο αυτό το δικαστήριο της ουσίας λαμβάνει υπόψη για τη διαμόρφωση της σχετικής κρίσης του και εκτιμά, με διαφορετική κατά περίπτωση βαρύτητα, το δικαιοπρακτικό σκοπό και τη φύση της σύμβασης, τις συνθήκες και τις εν γένει συνήθειες (τοπικές, χρονικές, γλωσσικές) υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων, τις διαπραγματεύσεις και την προηγούμενη συμπεριφορά αυτών καθώς και τα συμφέροντα των μερών και ιδιαίτερα του μέρους που αποβλέπει να προστατεύσει ο ερμηνευόμενος κάθε φορά συμβατικός όρος (ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 220/2016). Αυτό σημαίνει ότι οι δηλώσεις βουλήσεως πρέπει να λαμβάνονται υπόψη με την έννοια που μπορούν στη συγκεκριμένη περίπτωση να γίνουν αντιληπτές κατά τη συναλλακτική ευθύτητα και από κάθε καλόπιστο τρίτο (ΑΠ 1345/2012, 1588/2013), μέσα δε διαπίστωσης της βουλήσεως ενδέχεται κατά περίπτωση να αποτελούν και οι διαπραγματεύσεις των μερών, μαρτυρίες τρίτων ή σχετικά έγγραφα. Περαιτέρω, στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών αυτών κανόνων των δικαιοπραξιών υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 355/2007, ΑΠ 1365/2005, ΑΠ 426/2010), κατά την ανέλεγκτη, προς αυτό, κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 416/1993, ΑΠ185/2004, ΑΠ 1503/2005). Επομένως, δεν παραβιάζονται οι ως άνω κανόνες, όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει στην απόφασή του, ότι η ελεγχόμενη δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, χωρίς κενά (ΑΠ 1059/2018, ΑΠ 1164/2015, ΑΠ 115/2013). Προσφυγή πάντως στις ερμηνευτικές διατάξεις υπάρχει, έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον, από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 3/2015, ΑΠ 1588/2013, ΑΠ 1345/2012). Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 84/2020, ΑΠ 557/2004, 1258/2004). Έμμεση διαπίστωση κενού ή αμφίβολης έννοιας υπάρχει, αν το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία, έστω και αν αναφέρει στην απόφασή του, ότι η δήλωση των συμβληθέντων στη σύμβαση είναι σαφής και απαλλαγμένη κενών (ΑΠ 10/2015). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ' αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 832/2009, 715/2010). Μόνη, όμως, η παράλειψη της μνείας των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ δεν συνιστά παραβίασή τους, αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως τα ερμηνευτικά κριτήρια που προβλέπονται με αυτήν. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., πρέπει να αναγράφεται στο αναιρετήριο, μεταξύ άλλων, ότι το δικαστήριο της ουσίας, ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, αλλιώς είναι αόριστος και συνεπώς απαράδεκτος (ΑΠ 875/2017, ΑΠ 1543/2004). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση, στην παρακώλυση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης. Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ545/2019, ΑΠ 1707/2017, ΑΠ 1266/2011). Εκ πλαγίου παραβίαση μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με την έννοια ότι η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και άρα είναι αναιρετέα κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας (ΟλΑΠ 26/2004, ΑΠ 386/2004) και ιδίως, α) όταν, χωρίς να διευκρινίζεται στην απόφαση, αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη σύμβαση και επομένως ανάγκη ερμηνείας της, εν τούτοις το δικαστήριο είτε εφαρμόζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, είτε παραλείπει να τους εφαρμόσει (ΑΠ 849/2017, ΑΠ 10/2015), β) όταν το δικαστήριο περιορίστηκε απλώς στο ερμηνευτικό πόρισμά του, χωρίς καθόλου, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, να αναφέρει τις ερμηνευτέες δηλώσεις των μερών (ΑΠ 220/2016, 597/2005, 838/2005), γ) όταν το δικαστήριο, σε περίπτωση που προβαίνει σε ερμηνεία της δήλωσης βούλησης, παραλείπει να εκθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, και συγκεκριμένα ότι χρησιμοποίησε τα κριτήρια που αυτές θέτουν, δηλαδή τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, για να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων (ΑΠ 1565/2017, ΑΠ 1134/2015, ΑΠ 10/2015), έστω και αν παρέπεμψε στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, και δ) όταν δεν προκύπτουν καθόλου ή εκτίθενται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο στήριξε το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, σχετικά με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην
έκβαση της δίκης (ΑΠ 232/2016), με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 1360/2017, ΑΠ 220/2016).
Εν προκειμένω το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα ακόλουθα: "...Οι αντίδικοι δυνάμει της υπ' αριθμ…./29-12-1994 συμβολαιογραφικής πράξης σύστασης της εταιρείας του συμβολαιογράφου Αθηνών ... όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. …/10-2-1995 πράξη του ίδίου συμβολαιογράφου, νομίμως δημοσιευθείσα στο υπ' αριθμ. …/…1995 ΦΕΚ (τ.ΑΕ-ΕΠΕ), σύστησαν την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Δ… (Δ… ΑΤΕ) το μετοχικό κεφάλαιο της οποίας ανερχόταν στο ποσό των 110.000.000 δραχμών διαιρούμενο σε 11.000 ονομαστικές μετοχές και καλύφθηκε από τους δύο κατ' ίσα μέρη (50%έκαστος) ήτοι έκαστος είχε αναλάβει 5.500 μετοχές ονομαστικής αξίας εκάστης 10.000 δραχμών επί του συνολικού κεφαλαίου. Στη συνέχεια, με την από 15.12.1998 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας το μετοχικό κεφάλαιό της αυξήθηκε κατά το ποσό του ενός εκατομμυρίου διακοσίων χιλιάδων (1.200.000) δραχμών λόγω της αναπροσαρμογής της αξίας των παγίων στοιχείων αυτής, με την έκδοση εκατόν είκοσι (120) νέων μετοχών ονομαστικής αξίας δέκα χιλιάδων (10.0000) δραχμών εκάστης μετοχής, με αποτέλεσμα το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας να ανέρχεται πλέον στο ποσό των εκατόν έντεκα εκατομμυρίων διακοσίων χιλιάδων (111.200.000) δραχμών διαιρούμενο σε έντεκα χιλιάδες εκατόν είκοσι (11.120) ονομαστικές μετοχές ονομαστικής αξίας εκάστης δέκα χιλιάδων (10.000) δραχμών (ΦΕΚ 219/1999 τ.ΑΕ-ΕΠΕ). Ακολούθως με την από 25-1-2002 απόφαση της Έκτακτης γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας αποφασίστηκε η αναγκαία μετατροπή του κεφαλαίου της κατά το ποσό των επτά χιλιάδων διακοσίων εξήντα ενός ευρώ και τεσσάρων (7.261,04 ) λεπτών, με καταβολή μετρητών με αύξηση της ονομαστικής αξίας εκάστης μετοχής από 29,35 ευρώ σε 30,00 ευρώ. Μετά την κατά τα ανωτέρω αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, το μετοχικό κεφάλαιο αυτής ανήλθε σε τριακόσιες τριάντα τρείς χιλιάδες εξακόσια (333.600) ευρώ, διαιρούμενο σε έντεκα χιλιάδες εκατόν είκοσι(11.120) ονομαστικές μετοχές ονομαστικής αξίας εκάστης (30,00) ευρώ (ΦΕΚ 8417/2002 τ.ΑΕ-ΕΠΕ). Με την από 30.6.2002 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εν λόγω εταιρείας κατά το ποσό των είκοσι έξι χιλιάδων σαράντα (26.040) ευρώ με την έκδοση οκτακοσίων εξήντα οκτώ (868) ανώνυμων μετοχών ονομαστικής αξίας τριάντα (30,00) ευρώ, η οποία υπερκαλύφθηκε από την υπεραξία της αναπροσαρμογής της αξίας των ακινήτων της εταιρείας κατ' εφαρμογή των διατάξεων του ν.2065/1992. Μετά την κατά τα ανωτέρω αύξηση, το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ανήλθε στο ποσό των τριακοσίων πενήντα εννέα χιλιάδων εξακοσίων σαράντα (359.640) ευρώ, διαιρούμενο σε έντεκα χιλιάδες εννιακόσιες ογδόντα οκτώ (11.988) ονομαστικές μετοχές ονομαστικής αξίας τριάντα (30,00) ευρώ εκάστης (ΦΕΚ …/2002τ.ΑΕ-ΕΠΕ). Με την από 22-7-2002 απόφαση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης αποφασίστηκε ομόφωνα η συγχώνευση της εταιρείας με απορρόφηση της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Σ…", το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας αυξήθηκε κατά το ποσό των 366.840 ευρώ λόγω συγχώνευσης με απορρόφηση της παραπάνω απορροφούμενης εταιρείας, με ταυτόχρονη έκδοση 12.228 νέων μετοχών, ονομαστικής αξίας τριάντα (30,00) ευρώ εκάστης. Έτσι, το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ανήλθε στο ποσό των επτακοσίων είκοσι έξι χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα (726.480,00) ευρώ διαιρούμενο σε 24.216 μετοχές, ονομαστικής αξίας τριάντα (30,00) ευρώ εκάστης (.../2002 ΦΕΚ). Εν συνεχεία δυνάμει του υπ' αριθμ. .../7.8.2002 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Σ. και σε υλοποίηση της ανωτέρω απόφασης της Γ., η ως άνω συσταθείσα εταιρεία συγχωνεύθηκε δι' απορροφήσεως με την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "Σ… ΕΠΕ". Ακολούθησε η από 18-9-2002 με αριθμό 26705 απόφαση της αρμόδιας Νομαρχίας Αθηνών, όπως αυτή καταχωρίσθηκε στο ΜΑΕ και δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθμ. .../20-9-2002 ΦΕΚ(ΤΑΕ_ΕΠΕ), με την οποία εγκρίθηκε η συγχώνευση της "Δ… ΑΕ" με απορρόφηση της "Σ… ΕΠΕ" δυνάμει της .../7.8.2002 συμβολαιογραφικής πράξης. Το κεφάλαιο της εταιρείας διαμορφώθηκε στο ποσό των επτακοσίων είκοσι έξι χιλιάδων τετρακοσίων ογδόντα (726.480) ευρώ διαιρούμενο σε είκοσι τέσσερεις χιλιάδες διακόσιες δεκαέξι (24.216) ονομαστικές μετοχές ονομαστικής αξίας τριάντα (30,00) ευρώ εκάστης. Ωστόσο εξ αιτίας της ανωτέρω συγχώνευσης δι' απορροφήσεως και της εισόδου νέου εταίρου, ήτοι του στενού συνεταίρου του Σ. Γ. και προσώπου της δικής του απόλυτης και αποκλειστικής εμπιστοσύνης Α. Γ. με ένα ελάχιστο ποσοστό μικρότερο του 1%, το ποσοστό συμμετοχής του Χ. Χ. στην εταιρεία περιορίστηκε κατ' αρχήν σε ποσοστό 40,25%. Ήτοι πλέον είχε την αποκλειστική κυριότητα, νομή και κατοχή εννέα χιλιάδων επτακοσίων σαράντα οκτώ (9.748 ) μετοχών (σε σύνολο 24.216) ονομαστικής αξίας εκάστης 30,00 ευρώ. Mε την από 30.6.2005 απόφαση της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων, νομίμως δημοσιευθείσας στο υπ'αριθμ. .../2005 ΦΕΚ (τ.ΑΕ-ΕΠΕ), αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας κατά το ποσό των πενήντα εννέα χιλιάδων σαράντα (59.040) ευρώ με κεφαλαιοποίηση της υπεραξίας που προέκυψε από την αναπροσαρμογή των ακινήτων της εταιρείας σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2065/1992, με την έκδοση χιλίων εννιακοσίων εξήντα οκτώ (1.968 ) νέων μετοχών ονομαστικής αξίας εκάστης 30,00 ευρώ, οι οποίες αποφασίστηκε να διανεμηθούν δωρεάν στους μετόχους κατά το λόγο της συμμετοχής τους στην εταιρεία. 'Ετσι, ο Σ. Γ. έλαβε 1.156 νέες μετοχές που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 58,77% των εκδοθεισών μετοχών, ο Χ. Χ. έλαβε 612 μετοχές που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 40,25 % των εκδοθεισών μετοχών και ο Α. Γ. έλαβε 30 νέες μετοχές που αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 0,98% επί των εκδοθεισών μετοχών. Το συνολικό μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ανήλθε στο ποσό των επτακοσίων ογδόντα πέντε χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι (785.520) ευρώ διαιρούμενο σε είκοσι έξι χιλιάδες εκατόν ογδόντα τέσσερεις (26.184) μετοχές ονομαστικής αξίας 30,00 ευρώ εκάστης. Δυνάμει της από 30.6.2010 απόφασης της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων , νομίμως δημοσιευθείσας στο υπ' αριθμ. .../5.8.2010 ΦΕΚ (τ.ΑΕ-ΕΠΕ), αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, χωρίς τροποποίηση του καταστατικού κατά ποσό 45.690,00 ευρώ με κεφαλαιοποίηση της υπεραξίας που προέκυψε από την αναπροσαρμογή των ακινήτων της εταιρείας σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.2065/1992. Κατόπιν τούτου εκδόθηκαν 1523 νέες ονομαστικές μετοχές ονομαστικής αξίας εκάστη 30,00 ευρώ, εκ των οποίων ο Σ. Γ. έλαβε 895 νέες μετοχές, ο Χ. Χ. 613 νέες μετοχές και ο Α. Γ. 15 νέες μετοχές, έτσι ώστε το συνολικό μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας να ανήλθε στο ποσό των 831.210 ευρώ διαιρούμενο σε 27.707 ονομαστικές μετοχές ονομαστικής αξίας 30,00 ευρώ εκάστης. Τέλος, δυνάμει της 29.7.2014 απόφασης της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης των μετόχων αποφασίστηκε η αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας κατά το ποσό των σαράντα δύο χιλιάδων εννιακοσίων (42.900) ευρώ, καλυπτόμενο όλο από την αναπροσαρμογή των ακινήτων της εταιρείας σε εφαρμογή των διατάξεων του ν.2065/1992 και των αποφάσεων ΠΟΛ 1223/2012 και 1226/2012 του Υπουργείου Οικονομικών. Κατόπιν της ανωτέρω αύξησης το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας ανέρχεται συνολικώς στο ποσό των οκτακοσίων εβδομήντα τεσσάρων χιλιάδων εκατόν δέκα (874.110 ) ευρώ διαιρούμενο σε είκοσι εννέα χιλιάδες εκατόν τριάντα επτά (29.137) ονομαστικές μετοχές, ονομαστικής αξίας τριάντα (30 όχι 39 όπως εσφαλμένα ανεγράφη αριθμητικώς) ευρώ εκάστης από τις οποίες ο Χ. Χ. είναι κύριος 11.729 μετοχών. Σκοπός της ανωτέρω εταιρείας ήταν: 1. Η ανάληψη και εκτέλεση πάσης φύσεως τεχνικών έργων του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, τόσο στην ημεδαπή όσο και στην αλλοδαπή και η τεχνική και οικονομική μελέτη αυτών. Εφόσον η εταιρεία κρίνει τούτο αναγκαίο θα δύναται να επιδιώξει την απόκτηση ειδικού εργολαβικού πτυχίου Ζ ή άλλης τάξεως. 2. Η αγορά ακινήτων προς μεταπώληση η αγορά εκτάσεων γης προς δημιουργία οικιστικών περιοχών και μετά βελτίωση ή ανάπτυξη αυτών, η εμπορία και πώληση κατοικιών όπως επίσης και η αγορά ακινήτων και η ανάληψη με το σύστημα της αντιπαροχής ανεγέρσεως οικοδομών. 3. Η κατασκευή και εμπορία προκατασκευασμένων πάσης φύσης δομικών υλικών και εξαρτημάτων για την κατασκευή εγκαταστάσεως και πάσης φύσης τεχνικών έργων. 4. Η πάσης φύσης επενδυτική δραστηριότητα σε οποιονδήποτε τομέα ιδία δε στον τομέα εκτελέσεως τεχνικών έργων ως και η άσκηση εμπορίας η συμμετοχή ή η σύμπραξη της εταιρείας σε άλλες εταιρείες με τη μορφή κοινοπραξίας ή άλλου εταιρικού δεσμού, επιδιώκοντος τους αυτούς ή συναφείς σκοπούς ως και αντιπροσώπευση ελληνικών ή ξένων οίκων και επιχειρήσεων που ασκούν ομοειδή ή σχετική δραστηριότητα προς την παρούσα εταιρεία (ΦΕΚ ΤΑΕ κ ΕΠΕ .../16.2.1995). Οι αντίδικοι οι οποίο μάλιστα συνδέονται και με συγγένεια εξ αγχιστείας, καθώς ο Σ. Γ. είναι σύζυγος της πρώτης εξαδέλφης της συζύγου του Χ. Χ., επέλεξαν τη σύσταση της ως άνω εταιρείας διότι μοιράζονταν το ίδιο όραμα και κοινό σκοπό για τη δημιουργία μιας κλειστής ΑΕ, τελικώς μιας οικογενειακής επιχείρησης, στην οποία εκ των πραγμάτων υπάρχει μια πολύ σημαντική δυναμική που δίνει μεγαλύτερη προοπτική στις οικογενειακές επιχειρήσεις πέρα από την κερδοφορία της επιχείρησης και στην οποία βασικός στόχος είναι η συνέχιση της εταιρείας στις επόμενες γενιές, στόχος που απαιτεί μια πιο μακροπρόθεσμη δέσμευση. Εξάλλου πριν τη συνεργασία τους αμφότεροι απασχολούνταν σε αντικείμενο συναφές με αυτό της συσταθείσας εταιρείας. Η συνεργασία τους ξεκίνησε το έτος 1993 και έλαβε τέτοια δυναμική που το έτος 1995 αποφάσισαν να ιδρύσουν την ανώνυμη εταιρεία. Από την αρχή της συνεργασίας τους αποφασίστηκε ο Σ. Γ. ως πτυχιούχος μηχανικός ανώτατης Πολυτεχνικής Σχολής να αναλάβει λόγω των γνώσεων του την οργανωτική δομή και τη διοικητική διάρθρωση της εταιρείας και συνεπώς να λαμβάνει τις πρωτοβουλίες που απαιτούνται για την εύρυθμη λειτουργία της, γι' αυτό άλλωστε οριζόταν πάντα ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, ενώ ο Χ. Χ., ο οποίος
διέθετε μεν γραμματειακές γνώσεις δημοτικού πλην όμως διέθετε ήδη σημαντική εμπειρία στο χώρο των εργοταξίων, εισφέροντας στην εταιρεία αυτή την εμπειρία του αλλά και τον εξοπλισμό που είχε ήδη με τα χρόνια αποκτήσει, είχε αναλάβει την καθημερινή επίβλεψη των έργων, λόγω δε της εμπιστοσύνης που έτρεφε στο πρόσωπο του Σ. Γ. , είχε αναθέσει τη διοίκηση της εταιρείας στον πρώτο. Βασικό σημείο ωστόσο της συνεργασίας των αντιδίκων και μοχλός για την υλοποίηση του ανωτέρω κοινού τους οράματος αποτέλεσε η συμφωνία των αντιδίκων για ισότιμη συμμετοχή τους στην εταιρεία ήτοι η κυριότητα του 50% των μετοχών από καθένα, πράγμα που αποτυπώθηκε από την πρώτη στιγμή από της συστάσεως της εταιρείας με την κάλυψη του μετοχικού κεφαλαίου ισότιμα και από τους δύο και επαναλαμβανόταν σε κάθε μεταγενέστερη αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Περί τα μέσα του έτους 2002 ο Σ. Γ. ως αρμόδιος επί των ζητημάτων οργάνωσης της κοινής τους επιχείρησης, κατόπιν μελέτης και ευρύτερης έρευνας, την οποίαν όπως είχε δηλώσει είχε διεξάγει, πρότεινε στον Χ. Χ. να κάνουν αναβάθμιση της εταιρείας για λόγους αξιολόγησης των εταιρειών, όπως προβλεπόταν για να καταστεί ευχερέστερο να επιτύχουν την επιλογή τους ως αναδόχων σε περισσότερα έργα και να διευρύνουν την δραστηριότητά τους και τον κύκλο εργασιών τους. Αυτό θα επιτυγχανόταν, όπως του δήλωσε ο Σ. Γ. με τη συγχώνευση με την ΑΕ δι' απορροφήσεως μιας εταιρείας η οποία είχε τη μορφή της ΕΠΕ, ήτοι με την εταιρεία με την επωνυμία "Σ… ΕΠΕ" την οποία ήδη χρησιμοποιούσε εκείνος στην κοινή μεταξύ τους επιχείρηση και για τα έργα που εκτελούσαν από κοινού και η οποία είχε συμφωνηθεί για λόγους τυπικούς διαδικαστικούς, τεχνικούς και φορολογικούς, αλλά και για διευκόλυνση της ανάθεσης στους αντιδίκους περισσοτέρων έργων περισσοτέρων κατηγοριών (μεγεθών) να χρησιμοποιείται αντί για την ΑΕ ή σε συνδυασμό προς την ΑΕ, ανάλογα με την περίσταση, ήτοι αν για κάποιο έργο απαιτείτο να μετέχει εταιρεία πτυχίου χαμηλότερης τάξης. Κατά το χρονικό διάστημα από 2002 έως 2015 η εταιρεία "Δ… ΑΤΕ" παρουσίασε τα κάτωθι αποτελέσματα χρήσεων : ΧΡΗΣΗ 2002, ΚΥΚΛΟΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ: 1.976.229,91 ΕΥΡΏ, ΚΕΡΔΗ ΠΡΟ ΦΟΡΩΝ : 248.858,94 ΕΥΡΏ, ΜΕΡΙΣΜΑΤΑ: 58.967,14 ΕΥΡΏ, ΧΡΗΣΗ 2003, ΚΥΚΛΟΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ: 1.755.589,20 ΕΥΡΏ, ΚΕΡΔΗ ΠΡΟ ΦΟΡΩΝ : 589.241,05 ΕΥΡΩ, ΜΕΡΙΣΜΑΤΑ: 90.083,52 ΕΥΡΩ. ΧΡΗΣΗ 2004, ΚΥΚΛΟΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ : 4.000.228,45 ΕΥΡΩ, ΚΕΡΔΗ ΠΡΟ ΦΟΡΩΝ : 690.660,31 ΕΥΡΩ, ΜΕΡΙΣΜΑΤΑ: 191.064,24 ΕΥΡΩ, ΧΡΗΣΗ 2005, ΚΥΚΛΟΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ : 3.068.225,02 ΕΥΡΩ, ΚΕΡΔΗ ΠΡΟ ΦΟΡΩΝ : 505.833,35 ΕΥΡΩ, ΜΕΡΙΣΜΑΤΑ : 157.104,00 ΕΥΡΩ. ΧΡΗΣΗ 2006, 4.251.679,58 ΕΥΡΩ, ΚΕΡΔΗ ΠΡΟ ΦΟΡΩΝ : 691.100, 29 ΕΥΡΩ, ΜΕΡΙΣΜΑΤΑ: 191.143,20 ΕΥΡΩ. ΧΡΗΣΗ 2007, ΚΥΚΛΟΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ: 7.909.264,65 ΕΥΡΩ, ΚΕΡΔΗ ΠΡΟ ΦΟΡΩΝ : 980.258,763 ΕΥΡΩ, ΜΕΡΙΣΜΑΤΑ: 261.840,00 ΕΥΡΩ, ΧΡΗΣΗ 2008, ΚΥΚΛΟΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ : 10.906.490,89 ΕΥΡΩ, ΚΕΡΔΗ ΠΡΟ ΦΟΡΩΝ : 1.295.891,39 ΕΥΡΩ, ΜΕΡΙΣΜΑΤΑ: 308.185,68 ΕΥΡΩ. ΧΡΗΣΗ 2009, ΚΥΚΛΟΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ: : 8.670.577,47 ΕΥΡΩ, ΚΕΡΔΗ ΠΡΟ ΦΟΡΩΝ : 1.270.136,37 ΕΥΡΩ, ΜΕΡΙΣΜΑΤΑ:329.918,40 ΕΥΡΩ. ΧΡΗΣΗ 2010, ΚΥΚΛΟΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ: 7.030.770,39 ΕΥΡΩ, ΚΕΡΔΗ ΠΡΟ ΦΟΡΩΝ : 1.174.062,64ΕΥΡΩ, ΜΕΡΙΣΜΑΤΑ: 238.280,20 ΕΥΡΩ, ΧΡΗΣΗ 2011: , ΚΥΚΛΟΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ 2.445.879,71 ΕΥΡΩ, ΚΕΡΔΗ ΠΡΟ ΦΟΡΩΝ : 455.670,93 ΕΥΡΩ, ΜΕΡΙΣΜΑΤΑ: 136.595,51 ΕΥΡΩ. ΧΡΗΣΗ 2012, ΚΥΚΛΟΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ :3.821.135,22 ΕΥΡΩ, ΚΕΡΔΗ ΠΡΟ ΦΟΡΩΝ :535.982,44 ΕΥΡΩ, ΜΕΡΙΣΜΑΤΑ: 151.557,29 ΕΥΡΩ, ΧΡΗΣΗ 2013, ΚΥΚΛΟΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ :4.908.123,33 ΕΥΡΩ, ΚΕΡΔΗ ΠΡΟ ΦΟΡΩΝ :614.693,92 ΕΥΡΩ, ΜΕΡΙΣΜΑΤΑ:148.509,52 ΕΥΡΩ, ΧΡΗΣΗ 2014, ΚΥΚΛΟΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ: 4.982.202,35 ΕΥΡΩ, ΚΕΡΔΗ ΠΡΟ ΦΟΡΩΝ :993.910,71 ΕΥΡΩ, ΜΕΡΙΣΜΑΤΑ: 242.274,17 ΕΥΡΩ, ΧΡΗΣΗ 2015, ΚΥΚΛΟΣ ΕΡΓΑΣΙΩΝ : 3062.262,20 ΕΥΡΩ, ΚΕΡΔΗ ΠΡΟ ΦΟΡΩΝ : 360.697,56 ΕΥΡΩ, ΜΕΡΙΣΜΑΤΑ: 0,00. Οι ισολογισμοί των χρήσεων 2002 έως 2010 είχαν εγκριθεί από τη γενική συνέλευση των μετόχων ομόφωνα και παμψηφεί. Οι ισολογισμοί των ετών 2011 έως 2014 έχουν εγκριθεί κατά πλειοψηφία και συγκεκριμένα με υπερψήφιση από τους μετόχους Σ. Γ. και Α. Γ. και καταψήφιση από τον Χ. Χ. , ενώ'αυτός της χρήσεως 2015 τελούσε υπό την έγκριση στην επαναληπτική γενική συνέλευση των μετόχων που είχε ορισθεί να γίνει στις 28-9-2016. Είναι προφανές ότι η εταιρεία ήταν υγιής και κερδοφόρα παρά την οικονομική κρίση που έπληξε τη χώρα, μοίρασε δε στον Χ. Χ. μέρισμα εκ ποσού 623.013,24 ευρώ κατά τις διαχειριστικές περιόδους 2009 έως 2014. Ο τελευταίος ισχυρίστηκε πρωτοδίκως και επανέλαβε και ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ισχυρισμούς που δέχθηκε η εκκαλουμένη, ότι ο Σ. Γ. τον διαβεβαίωσε κατηγορηματικά ότι η ανωτέρω συγχώνευση δε θα είχε κάποια επίδραση στην ήδη διαμορφωθείσα μετοχική σύνθεση της απορροφώσας ΑΕ και ότι στην ουσία επρόκειτο για μια τυπική διαδικασία προς όφελός τους, στην οποία μάλιστα δε χρειαζόταν καν η παρουσία δικηγόρου, ενώ ανέλαβε ο ίδιος να ασχοληθεί με τα διαδικαστικά της υπόθεσης. Ότι ο Χ. Χ. μετά τις ανωτέρω διαβεβαιώσεις του Σ. Γ. στον οποίο είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, αφού μέχρι εκείνη τη στιγμή η συνεργασία τους ήταν αγαστή αποδέχθηκε την πρόταση της απορρόφησης και συνήνεσε στην προώθηση της εκ μέρους του Σ. Γ. και ότι όταν προσκλήθηκε να υπογράψει τη σχετική συμβολαιογραφική πράξη αιφνιδιάστηκε δυσάρεστα με την επιλογή του συμβολαιογράφου, ο οποίος ήταν διαφορετικός από αυτόν που είχε αναλάβει τη σύνταξη της συμβολαιογραφικής πράξης σύστασης της εταιρείας, πλην όμως δεν έδωσε έκταση στο ζήτημα καθώς για την υλοποίηση της πρότασης συγχωνεύσεως την ευθύνη είχε ανέλαβε ο Σ. Γ.. Ότι όταν διάβασε το σχέδιο της συμβολαιογραφικής πράξης που επρόκειτο να υπογράψει διαπίστωσε με ακόμη μεγαλύτερη έκπληξη ότι με την εν λόγω συγχώνευση θα αλλοιώνονταν τα ποσοστά συμμετοχής των αντιδίκων στην ανώνυμη εταιρεία που είχαν από κοινού συστήσει και μάλιστα το ποσοστό του Χ. Χ. θα μειωνόταν στο 40,25 %, χωρίς ουδέποτε να έχει ενημερωθεί για κάτι τέτοιο μέχρι εκείνη τη στιγμή. Προσέτι στη νέα μετοχική σύνθεση εμφανιζόταν αιφνιδίως και χωρίς καμιά ενημέρωση πιο πριν, ο στενός συνεργάτης του Σ. Γ. και πρόσωπο της απόλυτης εμπιστοσύνης Α. Γ. με ένα ελαχιστο ποσοστό 0,98%. Ότι στην άμεση και κατηγορηματική αντίδρασή του να υπογράψει τη σχετική συμβολαιογραφική πράξη ο Γ… τον διαβεβαίωσε ότι η αλλοίωση των ποσοστών γίνεται μόνο τυπικά και προσωρινά για τις ανάγκες της συγχώνευσης προς το συμφέρον της συνεργασίας τους και ότι σε καμία περίπτωση δε διαταράσσεται επί της ουσίας η μετοχική σύνθεση της εταιρείας, η οποία θα εξακολουθεί να λογίζεται ως συμμετοχή μόνο των δύο αντιδίκων και κατά 50% για έκαστο εξ αυτών. Ακόμη για το θέμα της εισόδου νέου μετόχου έστω και με το ελάχιστο αυτό ποσοστό, ο Σ. Γ. ισχυρίστηκε ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο τον εμφάνιζε στην ΑΕ μετά τη συγχώνευση ήταν ότι αυτός (Σ. Γ.) όταν είχε συσταθεί η εταιρεία με την επωνυμία "Σ... ΕΠΕ", εμφάνισε τον Α. Γ. στο εταιρικό της κεφάλαιο με ένα μικρό ποσοστό για να αποφύγει την εμφάνιση της ΕΠΕ αυτής ως μονοπρόσωπης και τώρα λόγω της συγχώνευσης της ΕΠΕ με την ΑΕ αναγκαστικά θα έπρεπε να εμφανιστεί με ένα μικρό ποσοστό στην ΑΕ. Μάλιστα για να κάμψει τις αντιδράσεις του Χ., ο Γ. προθυμοποιήθηκε να του υπογράψει την ίδια μέρα ένα συμφωνητικό με το οποίο , μετά την ολοκλήρωση της συγχώνευσης θα αναλάμβανε την υποχρέωση να του μεταβιβάσει τον αριθμό τόσων μετοχών ώστε να ανακτήσει το 50% του μετοχικού κεφαλαίου. Ειδικότερα στο σχετικό από 7-8-2002 όπως αναγράφεται "ιδιωτικό συμφωνητικό" οι αντίδικοι συμφώνησαν τα εξής: "Οι άνω ώδε συμβαλλόμενοι τυγχάνουν μέτοχοι της Ανωνύμου Εταιρείας με την επωνυμία "Δ…" ο μεν πρώτος (ενν. Σ. Γ.) κάτοχος 14.232 ονομαστικών μετοχών, ονομαστικής αξίας 30 ευρώ εκάστης και ο δεύτερος (ενν. Χ. Χ.) κάτοχος 9748 ονομαστικών μετοχών ονομαστικής αξίας 30 ευρώ εκάστης: Ήδη σήμερα με το παρόν προσυμφωνούν και ο πρώτος Σ. Γ. υπόσχεται ότι θα μεταβιβάσει στο δεύτερο Χ. Χ. 2.242 ονομαστικές μετοχές της ως άνω Ανώνυμης Εταιρείας αντί συνολικού τιμήματος 67.260 ευρώ τα οποία έλαβε σήμερα σε μετρητά έτσι ώστε ο καθένας να κατέχει 11.990 μετοχές της ως άνω εταιρείας. Η μεταβίβαση αυτή θα γίνει μόνο εφόσον εγκριθεί από τη Νομαρχία Αθηνών η συγχώνευση η οποία συντελέστηκε δυνάμει του υπ'αριθμ. .../7.8.2002 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Σ.. Εάν για οποιονδήποτε λόγο η συγχώνευση αυτή δεν εγκριθεί από τη Διεύθυνση Ανωνύμων Εταιρειών της Νομαρχίας Αθηνών ρητά συμφωνείται ότι θα ισχύσει η υφιστάμενη σήμερα σχέση τους στην εταιρεία "Δ. ΑΤΕ" στην οποία θα έχει ο καθένας 5.994 ονομαστικές μετοχές όπως και μέχρι σήμερα, το δε παρόν καταργείται δια αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη του εκ των συμβαλλομένων Σ. Γ. μη υποχρεούμενου να επιστρέφει το ως άνω ποσό". Σημειώνεται ότι το συμφωνητικό αυτό υπέγραψε μόνον ο Σ. Γ., χωρίς όμως τούτο να επιδρά στο κύρος του...αφού την ύπαρξη της συμφωνίας συνομολογούν αμφότεροι οι διάδικοι επικαλούμενοι και προσκομίζοντας το σχετικό έγγραφο. Λαμβάνοντας το πρωτοβάθμιο δικαστήριο υπόψη τον κατά την κρίση του δικαιοπρακτικό σκοπό και τις συνθήκες υπό τις οποίες έγιναν οι δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων καθώς και τα συμφέροντα των μερών και ιδιαίτερα του μέρους που αποβλέπει να προστατεύσει το συγκεκριμένο συμφωνητικό και συγκεκριμένα ότι το τελευταίο υπεγράφη μετά από διαπραγμάτευση των αντιδίκων λόγω της αντίδρασης του Χ. Χ. να συναινέσει στη συγχώνευση της εταιρείας μόλις αντιλήφθηκε πρωτίστως ότι μειώθηκε το ποσοστό του επί του συνολικού μετοχικού κεφαλαίου αλλά και ότι εισήλθε τρίτος μέτοχος στην εταιρεία και μάλιστα στενός συνεργάτης του ετέρου μετόχου έκρινε, παρά την αντίθετη γραμματική διατύπωση του ιδιωτικού συμφωνητικού ότι σ' αυτό "σύμφωνα με την αληθινή βούληση των μερών, αποτυπώθηκε η βούληση του Σ. Γ. να αποκαταστήσει τη διατάραξη της ισότιμης μέχρι και την προμνησθείσα συγχώνευση σχέσης των αντιδίκων μέσα στην εταιρεία που είχαν συστήσει, ήτοι την κατά ποσοστό 50% επί του συνόλου των μετοχών συμμετοχή εκάστου στο εταιρικό κεφάλαιο, ώστε να εξυπηρετούνται οι σκοποί για τους οποίους συστήθηκε, όπως αναλυτικά αναφέρθηκε ανωτέρω και ότι σκοπός δεν ήταν να έχουν οι αντίδικοι απλώς ισομεγέθη συμμετοχή, διότι στην περίπτωση αυτή έκαστος εξ αυτών σε περίπτωση διαφωνίας θα ήταν μειοψηφών
μέτοχος και θα εξαρτιόταν η πλειοψηφική του θέση από τη θέση που θα έπαιρνε ο τρίτος νεοεισελθών μέτοχος Α. Γ.", παρά το γεγονός ότι το άθροισμα των μετοχών που θα προέκυπτε μετά τη συμφωνημένη μεταβίβαση δεν κάλυπτε το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου, όπως προέκυψε από τη συγχώνευση αλλά υπολείπονται 236 μετοχές, όσες του τρίτου νεοεισελθόντος μετόχου. Όμως όλα τα παραπάνω έρχονται σε ουσιώδη αντίθεση με τη μέχρι πρότινος συμπεριφορά του Χ. Χ.. Ειδικότερα αυτός συμμετείχε προσωπικά και γνώριζε λεπτομερώς όλα όσα έγιναν στις προπαρασκευαστικές ενέργειες που προηγήθηκαν της υπογραφής της από 7.8.2002 Σύμβασης Συγχώνευσης, γεγονός που επιβεβαιώνουν λεπτομερώς οι μάρτυρες Σ., Μ., Γ. και Τ., ενώ είχε ήδη εγκρίνει ρητά και ανεπιφύλακτα τη συμμετοχή του Α. Γ. ως μετόχου στην Εταιρεία, καθώς αυτή αναφερόταν ειδικώς στο σχέδιο συγχώνευσης που εγκρίθηκε δυνάμει της από 22.7.2002 απόφασης της ΓΣ της εταιρείας, η οποία ελήφθη με τη θετική ψήφο και του Χ. Χ. ως αντιπροέδρου. Στην εν λόγω από 22.7.2002 απόφαση της γενικής συνέλευσης της εταιρείας αναφέρονταν αναλυτικά η σχέση ανταλλαγής μετοχών (άρθρο 69 παρ. 2στοιχ.β' ΚΝ2190/1920) και η εντεύθεν διαμόρφωση της μετοχικής συνθέσεως της εταιρείας μετά την απορρόφηση με τα ήδη συμφωνημένα ποσοστά συμμετοχής και των τριών εταίρων ως μετόχων αυτής , ήτοι του Σ. Γ. σε ποσοστό 58,77%, το ποσοστό του Χ. Χ. σε 40,25% και το ποσοστό του Α. Γ. 0,98%. Επιπροσθέτως εκ των δημοσιευμένων εγγράφων της ΕΠΕ ήταν γνωστή η ύπαρξη και το μερίδιο του εταίρου Α.Γ., ενώ είναι γνωστό ότι κάθε μηχανισμός συγχώνευσης με απορρόφηση καταλήγει σε ποσοστό συμμετοχής των εταίρων της απορροφώμενης στην απορροφώσα, εφόσον δεν εξαγοραστεί το ποσοστό τους και αποχωρήσουν από την απορροφώσα εταιρεία, πράγμα που δεν συνέβη εν προκειμένω. Ισχυρίζεται επίσης ο Χ. Χ. ότι το από 7.8.2002 προσύμφωνο συνήφθη αφενός προτού συναφθεί η συγχώνευση και άρα επί μετοχών που ακόμη δεν υφίσταντο και αφετέρου πάντως χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει ή να διανοείτο ότι ο συνεταίρος του θα έδινε στον υπάλληλό του Α. Γ. μετοχές από αυτές που θα του ανήκαν. Ωστόσο από το ίδιο το κείμενο του από 7.8.2002 προσυμφώνου, στη δεύτερη σελίδα του οποίου αναγράφεται και ο αριθμός της συντελεσθείσας συμβολαιογραφικής πράξης συγχώνευσης, πράγμα που αποδεικνύει ότι το εν λόγω προσύμφωνο υπογράφηκε μετά την υπογραφή της εν λόγω συμβολαιογραφικής πράξης συγχώνευσης και συνεπώς οι μετοχές όλων των μετόχων ήδη υφίσταντο, αποδεικνύεται ότι ο Σ. Γ. ευρισκόμενος υπό συνθήκες πίεσης, μη μπορώντας να πιστέψει την αλλαγή στάσης του συνεταίρου του την τελευταία στιγμή, αναγκάστηκε προκειμένου να αποτρέψει τις δυσμενείς για την εταιρεία συνέπειες, να αναλάβει την υποχρέωση να του μεταβιβάσει 2.242 ονομαστικές μετοχές από τις 14.232 ονομαστικές μετοχές από τις 14.232 ονομαστικές μετοχές της εταιρείας Δ. ΑΤΕ που είχε μετά τη συγχώνευση. Έτσι ο Χ. Χ. που είχε 9.748 μετοχές μετά τη συγχώνευση μαζί με τις 2.242 ονομαστικές μετοχές που θα του μεταβίβαζε ο Σ. Γ. θα είχε πλέον τον ίδιο αριθμό με αυτόν, ήτοι καθένας τους θα είχε πλέον από 11.990 μετοχές της ως άνω εταιρίας Δ. ΑΤΕ. Ο αριθμός των 2.242 μεταβιβαστέων μετοχών από τον Σ. Γ. προς τον Χ. Χ. προέκυψε ως εξής: από τον συνολικό αριθμό των μετοχών μετά τη συγχώνευση των δύο εταιρειών που ανερχόταν σε 24.216 μετοχές, αφαιρέθηκε ο αριθμός των μετοχών που ανέρχονταν σε 236 και ανήκαν στον τρίτο συνεταίρο/μέτοχο Α. Γ. με αποτέλεσμα οι εναπομείνασες (24216-236= 23980 μετοχές διαιρούμενες δια δύο (23980:2=) να δίνουν τον αριθμό των 11990 μετοχών για καθένα από τους δύο μετόχους Σ. Γ. και Χ. Χ..
Συνεπώς για να έχουν την ως άνω ισοδύναμη συμμετοχή και οι δύο μέτοχοι Σ. Γ. και Χ. Χ., στην ως άνω εταιρεία μετά τη συγχώνευση με 11.900 μετοχές ο καθένας θα έπρεπε από τον συνολικό αριθμό μετοχών 14.232 που είχε ο Σ. Γ. μετά τη συγχώνευση να μεταβιβάσει 2.242 μετοχές στον Χ. Χ. που είχε 9.748 μετοχές μετά τη συγχώνευση έτσι ώστε να προκύψει ο αριθμός (14232-2.242=) 11990 μετοχές για καθένα τους. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ο Χ. Χ. ότι "η παροχή την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να εκπληρώσει ο Γ. βάσει του από 7.8.2002 προσυμφώνου δεν είναι η μεταβίβαση των μετοχών, αλλά η μεταβίβαση των μετοχών οι οποίες είναι απαραίτητες για τη διατήρηση της ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ μου στην εταιρεία με ποσοστό 50 % και μετά τη συγχώνευση. Ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνύεται προφανώς αβάσιμος αφού από την ανάγνωση του κειμένου του από 7.8.2002 προσυμφώνου σύμφωνα με το οποίο ρητά ο Σ. Γ. δεσμεύτηκε έναντι του Χ. Χ. να του μεταβιβάσει τον συγκεκριμένο αριθμό των 2.242 μετοχών (εκ του συνόλου των 14.232 μετοχών των οποίων ο Σ. Γ. ήταν κύριος μετά την έγκριση της συγχώνευσης, οι οποίες ομοίως και αναφέρονται ρητά) προκειμένου ο καθένας τους να έχει πλέον από 11.990 μετοχές της άνω εταιρείας, προκύπτει το προφανές και ουδεμία αμφιβολία ή ασάφεια περί αυτού καταλείπεται, ούτως ώστε να είναι δεκτικό ερμηνείας ή συμπλήρωσης όπως εσφαλμένα δέχθηκε η εκκαλουμένη, ότι δηλ. η βούληση των συμβαλλομένων συνεταίρων ήταν να διατηρεί ο καθένας τους ίσο αριθμό μετοχών και μόνον και όχι το 50 % του συνόλου των μετοχών της εταιρείας, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε ο Χ. Χ.ς. Ο ισχυρισμός του ότι όλες οι ενέργειες εγένοντο εν αγνοία του από τον Σ. Γ. και μάλιστα στα πλαίσια λειτουργίας μιας ΑΕ με αλλεπάλληλες Γενικές Συνελεύσεις και τη συμμετοχή του σ' αυτές, όπως διαφαίνεται από την υπογραφή των πρακτικών και μάλιστα με την ιδιότητα του αντιπροέδρου δεν κρίνεται πειστικός, αφού ως έμπορος επαγγελματίας, έστω και χωρίς τις γνώσεις του συνεταίρου του θα μπορούσε να αντιληφθεί τα αυτονόητα. Στο ως άνω συμφωνητικό περιελήφθη και ο όρος περί καταβολής τοις μετρητοίς του συνολικού τιμήματος των μεταβιβασθησομένων μετοχών ύψους 67.260 ευρώ, μολονότι ο X. Χ. ουδέποτε κατέβαλε το φερόμενο ως καταβληθέν εν λόγω ποσό των 67.260 ευρώ. Η αναγραφή του ποσού αυτού καταδεικνύει όμως τη βούληση αμφοτέρων των μερών για την τελείωση και μη ανάκληση του προσυμφώνου. Επομένως ο ισχυρισμός του Σ. Γ. περί ανάκλησης ατύπως του προσυμφώνου δεν αποδείχθηκε, αλλά αντίθετα συνάγεται ότι αυτό παρέμεινε σε ισχύ ως δέσμευση μεταβίβασης προς τον Χ. Χ. των σ' αυτό αναφερομένων μετοχών. Όμως είναι γεγονός ότι δέκα έτη μετά την οριστική διαμόρφωση της μετοχικής σύνθεσης της εταιρείας και ενώ ο εφεσίβλητος είχε επανειλημμένα συμμετάσχει ως αντιπρόεδρος της εταιρείας σε όλες τις Γ. της με το διαμορφωθέν μετά τη συγχώνευση ποσοστό του χωρίς μέχρι το 2012 να εκφράσει οποιαδήποτε επιφύλαξη άρχισε να παρακωλύει την εύρυθμη λειτουργία της αμφισβητώντας, εκτός των διοικητικών μέτρων που ζήτησε με την από 10-9-2012 εξώδικη δήλωσή του τη μετοχική σύνθεση της εταιρείας, καλώντας τον Σ. Γ. να του μεταβιβάσει μετοχικό ποσοστό που αντιστοιχούσε στο 9,75% του καταβεβλημένου κεφαλαίου της εταιρείας ήτοι 2.701 μετοχές. Τούτη όμως η αξίωση του δεν προκύπτει από το προαναφερθέν προσύμφωνο, ούτε μπορεί να συναχθεί από αυτό τέτοια βούληση των μερών, όπως εσφαλμένα ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 288 ΑΚ έκρινε η εκκαλουμένη, η οποία με το προμνημονευθέν σκεπτικό καταδίκασε τον Σ. Γ. να μεταβιβάσει κατά κυριότητα στον Χ. Χ. 2.839 μετοχές. Ο τελευταίος δεν ζήτησε τις μετοχές που ρητά μνημονεύονται στο προσύμφωνο αλλά την με ευρεία και πέραν του γράμματος αυτού ερμηνεία συμμετοχή του με 50 % στο σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου αξίωση που δεν είναι βάσιμη σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η δε εκκαλουμένη η οποία έκρινε τοιουτοτρόπως εσφαλμένα ερμήνευσε την κρίσιμη σύμβαση...". Ακολούθως κατά παραδοχή της έφεσης και του συναφούς πρόσθετου λόγου αυτής, το Εφετείο με την 328/2019 απόφασή του εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, ερεύνησε εκ νέου τις ένδικες αγωγές τις οποίες συνεκδίκασε, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 10-10-2014 αγωγή του Χ. Χ. (αναιρεσείοντος) και δέχθηκε την από 20-1-2014 αγωγή του Σ. Γ. (αναιρεσιβλήτου), αναγνωρίζοντας (εν όψει της προμνημονευθείσας αμφισβήτησης του Χ. Χ.), ότι ο τελευταίος έχει στην κυριότητα, νομή και κατοχή του τις διαλαμβανόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση ονομαστικές μετοχές της εταιρείας "Δ. ΑΤΕ", 17.123 κατ' αριθμόν, οι οποίες αντιστοιχούν σε ποσοστό 58,77 % επί του καταβεβλημένου κεφαλαίου της εταιρείας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, υπέπεσε στην πλημμέλεια της παραβάσεως των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 178 και 200 ΑΚ υπό την ειδικότερη μορφή της προσφυγής σ' αυτούς παρά την ρητή και σαφή διαπίστωση ελλείψεως κενού στην παραπάνω δήλωση βουλήσεως, καθόσον αν και δέχεται την ανυπαρξία τέτοιας αναγκαιότητας, με την επιστηρίζουσα την κρίση αυτή ρητή παραδοχή ότι "ουδεμία αμφιβολία ή ασάφεια καταλείπεται από τη γραμματική διατύπωση του επίμαχου όρου περί της κατοχής ίσου αριθμού μετοχών από έκαστο των δύο συνεταίρων μετά τη μεταβίβαση των 2.242 μετοχών από τον Γ. στον Χ., ώστε να είναι δεκτικός ερμηνείας ή συμπλήρωσης", ακολούθως, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι οι δύο εταίροι συμφώνησαν να έχουν απλώς ίσο αριθμό μετοχών, ανεξαρτήτως του συνολικού αριθμού αυτών που αντιπροσώπευε το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου, αναζήτησε την αληθινή βούληση των συμβληθέντων μερών, προσφεύγοντας σε στοιχεία εκτός του κειμένου της σύμβασης καθώς και σε λογικούς συλλογισμούς και επιχειρήματα και ειδικότερα: α) για τον προσδιορισμό των μετοχών που αντιπροσώπευαν το σύνολο του εταιρικού κεφαλαίου έλαβε υπόψη και προσμέτρησε και τις 236 μετοχές του τρίτου νεοεισελθόντος εταίρου Α. Γ., που όμως δεν συμπεριλαμβάνονταν στο περιεχόμενο του συμφωνητικού, β) κατέφυγε σε συλλογισμούς ως προς τον τρόπο υπολογισμού του προς μεταβίβαση αριθμού των 2.242 μετοχών, ώστε να προκύπτει ο αριθμός των 11.990 μετοχών για έκαστο των ως άνω δύο εταίρων σε σχέση με το συνολικό αριθμό των μετοχών που αντιπροσωπεύουν το 100% του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας, γ) αναζήτησε την αιτία υπογραφής του επίμαχου ιδιωτικού συμφωνητικού, δεχόμενο ότι ο αναιρεσίβλητος, ευρισκόμενος υπό συνθήκες πίεσης, μη μπορώντας να πιστέψει την αλλαγή στάσης του συνεταίρου του την τελευταία στιγμή, αναγκάστηκε προκειμένου να αποτρέψει τις δυσμενείς για την εταιρεία συνέπειες, να αναλάβει την υποχρέωση να του μεταβιβάσει 2.242 ονομαστικές μετοχές από τις 14.232 ονομαστικές μετοχές της εταιρείας Δ. ΑΤΕ που είχε μετά τη συγχώνευση, δ) συνεκτίμησε περιστατικά που έλαβαν χώρα πριν την κατάρτιση του επίμαχου συμφωνητικού, σχετικά με τη γνώση και αποδοχή του αναιρεσείοντος των όρων συγχώνευσης των εταιρειών, τη συμμετοχή και τρίτου προσώπου (Γ.) στην απορροφώσα εταιρεία καθώς και τη μεταβολή των ποσοστών συμμετοχής των ιδίων (διαδίκων), όπως ότι ο αναιρεσείων γνώριζε όλα όσα έγιναν στις προπαρασκευαστικές ενέργειες που προηγήθηκαν της υπογραφής της από 7.8.2002 Σύμβασης Συγχώνευσης και είχε ήδη εγκρίνει ρητά και ανεπιφύλακτα τη συμμετοχή του Α. Γ. ως μετόχου στην Εταιρεία, καταφεύγοντας και σε σχετικές μαρτυρικές καταθέσεις, αλλά και στο σχέδιο συγχώνευσης που εγκρίθηκε δυνάμει της από 22.7.2002 απόφασης της ΓΣ της εταιρείας, και ε) διαλαμβάνει ως επιχείρημα ότι, είναι γνωστό ότι κάθε μηχανισμός συγχώνευσης με απορρόφηση καταλήγει σε ποσοστό συμμετοχής των εταίρων της απορροφώμενης στην απορροφώσα, εφόσον δεν εξαγοραστεί το ποσοστό τους και αποχωρήσουν από την απορροφώσα εταιρεία. Από την κατάστρωση των ως άνω παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, κρινομένων στο σύνολό τους, προκύπτει ότι αυτό, προκειμένου να διαγνώσει το ουσιώδες περιεχόμενο της ένδικης συμφωνίας, υποχρεώθηκε να αναζητήσει την πράγματι ηθελημένη έννοια των δικαιοπρακτικών δηλώσεων των διαδίκων, όπως τούτο, ειδικότερα, σαφώς προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης 1) ότι η βούληση των συμβαλλομένων συνεταίρων ήταν να διατηρεί ο καθένας τους ίσο αριθμό μετοχών και μόνον και όχι το 50 % του συνόλου των μετοχών της εταιρείας" και 2) ότι "η αναγραφή του εν λόγω ποσού καταδεικνύει τη βούληση αμφοτέρων των μερών για την τελείωση και μη ανάκληση του προσυμφώνου, διαπιστώνοντας έτσι, εμμέσως πλην σαφώς, κενό ως προς τις δηλώσεις βουλήσεως των άνω συμβαλλομένων στην επίμαχη από 7-8-2002 συμφωνία και εντεύθεν αμφιβολία αναφορικά με το περιεχόμενο αυτής, δηλαδή εάν υπήρξε δέσμευση των συμβαλλόμενων συνεταίρων να διατηρεί ο καθένας τους ίσο αριθμό μετοχών στην εταιρεία, ανεξαρτήτως του συνολικού αριθμού των μετοχών που αντιπροσώπευαν το εταιρικό της κεφάλαιο, όπως ισχυρίζεται ο αναιρεσίβλητος, ή εάν, αντιθέτως, με τη μεταβίβαση του ως άνω αριθμού μετοχών επιδιώχθηκε η διατήρηση της ισότιμης μέχρι τότε σχέσης των αντιδίκων μέσα στην εταιρεία και μετά τη συγχώνεση, με την κατά ποσοστό 50% επί του συνόλου των μετοχών συμμετοχή εκάστου στο εταιρικό κεφάλαιο. Όμως, το Εφετείο, έστω και αν διέλαβε στην απόφασή του ότι "ουδεμία αμφιβολία ή ασάφεια καταλείπεται από τη γραμματική διατύπωση" του συμφωνητικού ως προς το περιεχόμενο της δήλωσης βούλησης των συμβληθέντων διαδίκων, εν τέλει ερμήνευσε τη συμφωνία αυτών και, παρότι ήταν υποχρεωμένο, μετά την ως άνω έμμεση διαπίστωση κενού και αμφιβολίας, να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες που αναφέρονται στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προκειμένου να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων με βάση τα κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, λαμβάνοντας υπόψη για τη διαμόρφωση της κρίσης του, πλην άλλων, τα συμφέροντα των μερών και το δικαιοπρακτικό σκοπό και την φύση της σύμβασης, εν τούτοις, δεν προσέφυγε σ' αυτούς, ούτε και τις διατάξεις που τους περιέχουν αναφέρει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, αλλά ούτε από το περιεχόμενό της συνάγεται ότι έκανε χρήση αυτών, αφού δε παραθέτει στοιχεία δηλωτικά της χρήσης των ως άνω κανόνων, υποπίπτοντας έτσι στην εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ
πλημμέλεια. Επιπροσθέτως, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, υπέπεσε και στην εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον δεν καθίσταται σαφές, αν τελικώς υπήρχε ή όχι κενό και ασάφεια στη σύμβαση και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της και, επίσης, αν κατέληξε στο πόρισμά του με βάση το σαφές περιεχόμενο του ιδιωτικού συμφωνητικού ή, αντιθέτως, συνήγαγε αυτό από ερμηνεία της εν λόγω συμφωνίας των διαδίκων, η ανεπάρκεια δε αυτή στηρίζει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης, για παράβαση των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ εκ πλαγίου.
Συνεπώς, οι τέταρτος λόγος του κυρίως δικογράφου και πρώτος πρόσθετος λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τους αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους, αντίστοιχα, προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα οι ως άνω πλημμέλειες, είναι βάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή των προαναφερόμενων συναφών λόγων, που η αναιρετική τους εμβέλεια καθιστά ματαία την εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρουμένη, αφού είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα (495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσίβλητου λόγω της ήττας του (άρθρ.176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την με αριθμό 328/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από Δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την εν λόγω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες πεντακόσια (3.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Δεκεμβρίου 2021.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ