ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ 66/2024
Δικαστής : Αλεξάνδρα-Βασιλική Θεοδωροπούλου, Πρωτόδικης
Δικηγόροι : Δημήτριος Βλαχόπουλος προσθ. παρέμβ. Παναγιώτα Γούλα - Αριστοτέλης Μερεκούλιας
I. Ο εργοδότης ασκώντας το κατ άρθρο 652 Α.Κ. διευθυντικό του δικαίωμα έχει την εξουσία να προσδιορίσει το περιεχόμενο της υποχρέωσης του μισθωτού για παροχή εργασίας, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της, τον τόπο, τον χρόνο και τον τρόπο, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή την εργασιακή σύμβαση. Δηλαδή ο εργοδότης, ως διευθυντής της εκμετάλλευσης, έχει την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του με βάση τα κρινόμενα από τον ίδιο ως πλέον αποτελεσματικά γι αυτήν κριτήρια.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 652, 656 και 349-351 Α.Κ., 7 παρ. 1 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν. 3198/1955 προκύπτει, επομένως, ότι στον εργοδότη ανήκει το δικαίωμα να εξειδικεύει τις υποχρεώσεις του μισθωτού για την αρτιότερη οικονομοτεχνική οργάνωση της επιχείρησής του προς επίτευξη των σκοπών αυτής, δεν επιτρέπεται όμως κατά την ενάσκηση του διευθυντικού αυτού δικαιώματος να προκαλείται υλική ή ηθική ζημία στον μισθωτό κατά παράβαση διάταξης νόμου ή της ατομικής σύμβασης εργασίας ή κατά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος με την έννοια του άρθρου 281 Α.Κ. Στις περιπτώσεις αυτές υπάρχει μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, σύμφωνα ειδικότερα με την διάταξη του άρθρου 7 εδ. α ν. 2112/1920, κατά την οποία «Πάσα μονομερής μεταβολή των όρων της υπαλληλικής συμβάσεως βλάπτουσα τον υπάλληλον, θεωρείται ως καταγγελία ταύτης, δι ην ισχύουσιν αι διατάξεις του παρόντος νόμου», που παρέχει στον μισθωτό, αν δεν αποδέχεται την μεταβολή, το δικαίωμα είτε να εμμείνει στην σύμβαση και να απαιτήσει από τον εργοδότη να αποδέχεται την εργασία με τους πριν την μεταβολή όρους, καθιστώντας αυτόν διαφορετικά υπερήμερο περί την αποδοχή της εργασίας του, είτε να θεωρήσει την μεταβολή ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας και να αξιώσει τη νόμιμη αποζημίωση.
Από τις διατάξεις αυτές καθίσταται σαφές ότι μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης επιχειρεί, χωρίς την συγκατάθεση του μισθωτού, τροποποίηση των όρων αυτών χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, τον νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό της επιχείρησης, για την εφαρμογή όμως της διάταξης ειδικότερα του άρθρου 7 εδ. α ν. 2112/1920 δεν αρκεί η μονομερής μεταβολή, αλλά απαιτείται αυτή να είναι «βλαπτική», βλαπτική δε μεταβολή, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης, υπάρχει όταν αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο, άμεσα ή έμμεσα, υλική ή και ηθική μόνο ζημία.
Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός μπορεί να αντιδράσει με τους εξής τρόπους: (α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, με αποτέλεσμα την κατ άρθρο 361 Α.Κ. σύναψη (σιωπηρά) νέας σύμβασης, τροποποιητικής της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη εφόσον δεν αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη του νόμου ή στα χρηστά ήθη και καταλύει το δικαίωμα του εργαζομένου να απαιτήσει την εκπλήρωση της παροχής υπό τους πριν την μεταβολή συμβατικούς όρους. Η αποδοχή της τροποποιητικής σύμβασης από τον μισθωτό μπορεί να γίνει ρητά ή σιωπηρά, δηλαδή με ατομικές πράξεις από τις οποίες προκύπτει συμπερασματικά η βούλησή του για αποδοχή της. Τέτοια σιωπηρή αποδοχή μπορεί να συναχθεί, αν ο εργαζόμενος, παρά το ότι σαφώς γνωρίζει τη μεταβολή των όρων της αρχικής εργασιακής σχέσης τους, εξακολουθεί και μετά απ αυτήν τη μεταβολή αδιαμαρτύρητα να παρέχει για μακρό χρονικό διάστημα τις υπηρεσίες του στον εργοδότη. Αν όμως ο μισθωτός διαμαρτυρηθεί ειδικά και με συγκεκριμένες ενέργειες για την μονομερή εκ μέρους του εργοδότη βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης, τότε δεν μπορεί να γίνει λόγος για αποδοχή απ αυτόν της ανωτέρω ενέργειας του εργοδότη (Α.Π. 1000/2017, Α.Π. 1435/2006, Μον.Εφ.Αθ. 3107/2022 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), (β) να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από τον εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία, αξιώνοντας τη νόμιμη αποζημίωση, και (γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν τη μεταβολή όρους, στην περίπτωση δε αυτήν, εάν ο εργοδότης δεν τις αποδεχθεί, καθίσταται υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας και οφείλει μισθούς υπερημερίας ή, εκφράζοντας την αντίδρασή του, να παράσχει τη νέα εργασία και να προσφύγει στο δικαστήριο ζητώντας να υποχρεωθεί ο εργοδότης να τον απασχολεί με τους πριν την μεταβολή όρους.
Προϋπόθεση, όπως προαναφέρθηκε, για τα παραπάνω είναι η μονομερής ενέργεια του εργοδότη, η οποία δεν συντρέχει όταν με τη σύμβαση εργασίας έχει συμφωνηθεί εκ των προτέρων ότι ο εργοδότης δικαιούται να προβεί μονομερώς σε μεταβολή των όρων της σύμβασης και τα όρια της μεταβολής καθορίζονται επακριβώς, μέσα δε στα όρια αυτά ο εργοδότης προβαίνει στη μεταβολή των όρων της σύμβασης, έστω και σε βάρος του εργαζομένου, διότι τότε πρόκειται όχι για μονομερή αλλά για συμφωνημένη μεταβολή, η οποία είναι νόμιμη, εφόσον δεν προσκρούει σε ειδική απαγορευτική διάταξη και εφόσον κατά την άσκηση του σχετικού διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη δεν γίνεται υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 Α.Κ. (Μον.Εφ.Αθ. 295/2023, Μον.Εφ.Αθ. 1236/2023 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).
II. Από τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 5, 10 και 15 του ν. 1264/1982, με τις οποίες θεσπίστηκε αυξημένη ειδική προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών απέναντι στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, προκύπτει ότι κατ αρχήν απαγορεύεται η απόλυση συνδικαλιστικών στελεχών, εκτός εάν συντρέχει ένας από τους λόγους που περιοριστικά αναφέρονται στην παράγραφο 10 του εν λόγω άρθρου 14 και διαπιστωθεί αυτός κατά τη διαδικασία που ορίζει το άρθρο 15 του ίδιου νόμου. Εάν δεν συντρέχει ο λόγος αυτός και δεν διαπιστωθεί κατά την προαναφερθείσα διαδικασία, η καταγγελία από τον εργοδότη της συνδέουσας αυτόν με το συνδικαλιστικό στέλεχος σύμβασης εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρο 180 Α.Κ.). Στην περίπτωση αυτή ο εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού συνδικαλιστικού στελέχους, περιέρχεται σε υπερημερία εργοδότη και οφείλει μισθούς υπερημερίας (Α.Π. 390/2021, Α.Π. 455/2004 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).
Επίσης, κατά το άρθρο 14 παρ. 4 του ως άνω νόμου «Είναι άκυρη η καταγγελία της σχέσης εργασίας για νόμιμη συνδικαλιστική δράση», στην οποία συμπεριλαμβάνεται η συμμετοχή σε νόμιμη απεργία, η προσφυγή στην Επιθεώρηση Εργασίας, καθώς και κάθε νόμιμη δραστηριότητα που γίνεται με σκοπό τη διαφύλαξη και προαγωγή εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων των εργαζομένων. Για να είναι δε άκυρη κατά το ως άνω άρθρο η καταγγελία, δεν απαιτείται η συνδικαλιστική δράση να αποτελεί την αποκλειστική αιτία της απόλυσης, αλλά αρκεί ότι συνετέλεσε απλώς στην απόφαση για την απόλυση, με την έννοια ότι χωρίς αυτή ο εργοδότης δεν θα προέβαινε στην καταγγελία. Η για το λόγο αυτό, όπως και η αποκλειστικά από εμπάθεια ή για λόγους εκδίκησης ή μίσους προς το πρόσωπο του μισθωτού, καταγγελία της εργασιακής σύμβασης λόγω νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του μισθωτού, όπως στην περίπτωση που ο μισθωτός αξιώνει από τον εργοδότη την τήρηση των συμφωνημένων όρων εργασίας ή διεκδικεί νόμιμα δικαιώματα από την εργασιακή σχέση, προσφεύγοντας στην Επιθεώρηση Εργασίας ή στο Δικαστήριο, είναι άκυρη, κατά το άρθρο 281 Α.Κ., διότι υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του συναφούς δικαιώματος του εργοδότη (Α.Π. 641/2021, Α.Π. 359/2020, Α.Π. 392/2020, Α.Π. 511/2020, Α.Π. 72/2019 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).
Πέραν ωστόσο της γενικής διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ., προβλέπονται πλέον συγκεκριμένοι λόγοι που κατά τον νόμο καθιστούν την καταγγελία άνευ ετέρου παράνομη, όπως οι λόγοι ακυρότητας που καταγράφονται και ομαδοποιούνται στην παράγραφο 1 του άρθρου 66 του ν. 4808/2021, με τον οποίο ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο η Οδηγία (ΕΕ) 2019/1158 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2019. Μεταξύ δε των προβλεπόμενων από το άρθρο αυτό λόγων, περιλαμβάνεται η καταγγελία που γίνεται ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος του εργαζομένου (άρθρο 66 παρ. 1 περ. β), κατά τη διάρκεια της άδειας αναψυχής, σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 5 α.ν. 539/1945 (άρθρο 66 παρ. 1 περ. γε), η καταγγελία των συνδικαλιστικών στελεχών, όπως ορίζονται στο άρθρο 14 του ν. 1264/1982 (άρθρο 66 παρ. 1 περ. γι), και η καταγγελία που οφείλεται σε νόμιμη συνδικαλιστική δράση του εργαζομένου, κατά την παρ. 4 του άρθρου 14 του ν. 1264/1982 (άρθρο 66 παρ. 1 περ. για). Η ως άνω διάταξη τυγχάνει ειδικότερη της γενικής διατάξεως του άρθρου 281 Α.Κ. (Παπαδημητρίου, Οι συνέπειες της παράνομης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου κατά το άρθρο 66 ν. 4808/2021, ΔΕΝ 2022, 209), καθώς απαριθμεί ενδεικτικά περιπτώσεις στις οποίες η καταγγελία είναι άνευ ετέρου άκυρη, χωρίς να απαιτείται επιπρόσθετα ο έλεγχος της υπέρβασης των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη. Σύμφωνα δε με την παράγραφο 2 του ίδιου ως άνω άρθρου 66, αν ο εργαζόμενος αποδείξει ενώπιον του Δικαστηρίου πραγματικά περιστατικά ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση ότι η απόλυση έγινε για κάποιον από τους προβλεπόμενους στην παράγραφο 1 λόγους, εναπόκειται στον εργοδότη να αποδείξει ότι η απόλυση δεν έγινε για τον προβαλλόμενο λόγο.
Ωστόσο, σε περίπτωση που η συμπεριφορά του συνδικαλιστικού στελέχους μισθωτού εξέρχεται από τα όρια της γνήσιας συνδικαλιστικής δράσης, με την οποία πράγματι επιδιώκεται, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 1 του ν. 1264/1982, η διαφύλαξη και η προαγωγή των εργασιακών, οικονομικών, ασφαλιστικών, κοινωνικών και συνδικαλιστικών συμφερόντων των εργαζομένων, και εξικνείται μέχρι διαπράξεως ποινικού αδικήματος σε βάρος του εργοδότη ή μέχρι σημείου παράβασης θεμελιωδών υποχρεώσεων του προστατευόμενου συνδικαλιστή, ή με πράξεις ή παραλείψεις του εκ κακοβουλίας του έχει καταστήσει αδύνατη ή έχει θέσει σε κίνδυνο τη λειτουργία της επιχείρησης ή του τμήματος στο οποίο εργάζεται, τότε η επίκληση προστασίας του λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης ως συνδικαλιστικού στελέχους ή επειδή επέδειξε νόμιμη συνδικαλιστική δράση ή επειδή προέβη σε ενάσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων του, στα πλαίσια της συνδικαλιστικής του δράσης, για απόληψη αποδοχών υπερημερίας και επαναπρόσληψή του, μπορεί να αποκρουστεί από του εργοδότη ως καταχρηστική. Γιατί είναι αλήθεια ότι οι πιο πάνω προστατευτικές διατάξεις τέθηκαν για να διαφυλαχθεί το συνδικαλιστικό στέλεχος, το οποίο, λόγω της αναπτυσσόμενης συνδικαλιστικής του δράσης, έρχεται σε αντίθεση με τα συμφέροντα του εργοδότη, με αποτέλεσμα την όξυνση της σχέσης του με αυτόν. Όταν όμως επέδειξε την προαναφερόμενη συμπεριφορά, ο εξαναγκασμός του εργοδότη να έχει στην εργασία του τέτοιον κακόβουλο μισθωτό υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης και των χρηστών ηθών. Είναι αυτονόητο ότι την έλλειψη κλίματος συνεργασίας και την προαναφερόμενη αναταραχή στον εργασιακό χώρο μπορεί να επικαλεστεί ο εργοδότης όταν δεν είναι υπαίτιος της δημιουργίας τους. Η διαπίστωση της συνδρομής ή μη τέτοιας καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος δεν είναι έργο της επιτροπής του άρθρου 15 του ν. 1264/1982, η οποία αποφαίνεται αν συντρέχει ή όχι κάποιος νόμιμος λόγος για την εγκυρότητα της απόλυσης του συνδικαλιστικού στελέχους, αλλά των πολιτικών δικαστηρίων, τα οποία επιλαμβάνονται σχετικής αγωγής για καταβολή αποδοχών υπερημερίας και για επαναπρόσληψη του ακύρως απολυθέντος συνδικαλιστικού στελέχους (Α.Π. 390/2021, Α.Π. 443/2016, Α.Π. 860/2015 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 281, 299, 648, 672, 914, 932 Α.Κ., 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του μισθωτού, ήτοι μείωσης της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση, ή που συνιστούν αδικοπραξία, περίπτωση που συντρέχει επί καταχρηστικής καταγγελίας, ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται κατ εύλογη κρίση από το δικαστήριο (Α.Π. 487/2019, Α.Π. 517/2019, Α.Π. 671/2018, Α.Π. 868/2018, Α.Π. 1628/2017, Α.Π. 1714/2017, Α.Π. 22/2014, Α.Π. 84/2010, Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα, με την κρινόμενη αγωγή, εκθέτει ότι στις 8.9.2021 προσλήφθηκε με ατομική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης ως οδηγός δικύκλου-διανομέας της εναγόμενης εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «... Ε.Π.Ε.», στο κατάστημα που εκμεταλλεύεται η ίδια (διανομή πίτσας και συναφών εδεσμάτων) στα Ιωάννινα, και απασχολήθηκε μέχρι την 13.7.2022, οπότε και έλαβε χώρα η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της. Από την πρόσληψή της έως τις 30.11.2021 εργαζόταν με κυμαινόμενο εβδομαδιαίο ωράριο (από 25 έως 35 ώρες εβδομαδιαίως), το οποίο από την 1η.12.2021 σταθεροποιήθηκε στις 30 ώρες, όπως είχε εξ αρχής συμφωνηθεί προφορικά, και συγκεκριμένα είχε συμφωνηθεί ότι θα εργάζεται επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και εξάωρο ημερησίως, παρότι στο προδιατυπωμένο «έντυπο αναγγελίας πρόσληψης» αναφέρεται ότι θα παρέχει την εργασία της επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και τρίωρο ημερησίως. Στις 27.3.2022 δε η εναγόμενη μείωσε μονομερώς το ωράριό της σε 15 ώρες εβδομαδιαίως λόγω της συνδικαλιστικής της δράσης, προκαλώντας της υλική ζημία, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, με αποτέλεσμα να προσφύγει αυτή (η ενάγουσα) στην Επιθεώρηση Εργασίας.
Ακολούθως, στις 13.7.2022 η εναγομένη προέβη αιφνιδίως σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, η οποία (καταγγελία) τυγχάνει άκυρη, διότι αυτή από τις 9.6.2022 τυγχάνει νόμιμα εκλεγμένο μέλος του διοικητικού συμβουλίου, από τις 26.6.2021 δε πρόεδρος του προσθέτως παρεμβαίνοντος πρωτοβάθμιου ομοιοεπαγγελματικού, μη καταχωρισμένου στο ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε., σωματείου με την επωνυμία «... Ιωαννίνων», ενώ η καταγγελία έλαβε χώρα χωρίς την επίκληση σπουδαίου λόγου. Περαιτέρω, τυγχάνει άκυρη, καθότι έγινε ως αντίδραση σε νόμιμη συνδικαλιστική δράση της και ενόσω αυτή βρισκόταν σε κανονική άδεια. Επιπλέον, η καταγγελία τυγχάνει άκυρη και για τον λόγο ότι έλαβε χώρα ως αντίδραση σε ενάσκηση νομίμου δικαιώματος της, και συγκεκριμένα εξαιτίας της προσφυγής της στην Επιθεώρηση Εργασίας. Επικουρικά δε, τυγχάνει άκυρη ως καταχρηστική, διότι οφείλεται σε επιλήψιμα κίνητρα της εναγόμενης, και ειδικότερα υποκρύπτονταν λόγοι εκδίκησης, εμπάθειας και κακοβουλίας προς το πρόσωπό της εξαιτίας της προηγηθείσας ενάσκησης νομίμου δικαιώματος της.
Με βάση τα ανωτέρω ιστορούμενα, η ενάγουσα ζητεί: 1) Να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, 2) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να την επαναπροσλάβει και να δέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της στην ίδια θέση και με το ίδιο αντικείμενο που την απασχολούσε πριν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, με τους προφορικώς συμφωνηθέντες όρους, από την επίδοση της απόφασης, με την απειλή χρηματικής ποινής 50.000 ευρώ σε περίπτωση άρνησής της να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της, 3) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει ως μισθούς υπερημερίας α) 1.218,30 ευρώ λόγω μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας της και β) 9.048,70 ευρώ λόγω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, που καταχωρίστηκε στα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού και επαναλήφθηκε με τις, νομότυπα και εμπρόθεσμα, επί της έδρας κατατεθείσες προτάσεις της (άρθρα 223,294 επ., 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), και 4) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 4.000 ευρώ για την αποκατάσταση της ηθικής της βλάβης, όλα δε τα ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους αξίωση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η καταγγελία ή άκυρη η σύμβαση εργασίας να υποχρεωθεί η εναγομένη να της χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας με το περιεχόμενο που εκθέτει και σε περίπτωση μη συμμόρφωσής της να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή 10.000 ευρώ. Τέλος, ζητεί να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στην πληρωμή των δικαστικών της εξόδων.
Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή εισάγεται παραδεκτά και αρμόδια, καθ ύλην και κατά τόπον (άρθρα 9,14 παρ. 2,16 αρ. 2 και 25 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) για να συζητηθεί κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 591, 614 αρ. 3 στοιχ. α, 621 Κ.Πολ.Δ.). Προσέτι, η αγωγή για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και τις συνεχόμενες ουσιαστικές αξιώσεις έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και παραδεκτά, ήτοι εντός της προβλεπομένης από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955 τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, καθότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 13.10.2022 και επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 14.10.2022. Είναι δε ορισμένη, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της εναγομένης, δεδομένου ότι περιέχει όλα τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της στον νόμο στοιχεία (άρθρα 118 και 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), και νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 174,180, 281, 340, 341, 345, 346, 648, 653, 655, 656 και 678 Α.Κ., άρθρο 66 ν. 4808/2021, 7 εδ. α ν. 2112/1920, 1 παρ. 1 του ν. 1082/1980 και α.ν. 1777/1951 σε συνδυασμό με Υ.Α. 19040/1981 (επιδόματα εορτών), 3 παρ. 16 ν. 4504/1966,1 παρ. 3 ν. 4547/1966 (επίδομα αδείας), άρθρα 70,176, 907, 908 παρ. 1 περ. ε, 910 αρ. 4 και 946 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πλην του αιτήματος για την ικανοποίηση της ηθικής βλάβης της ενάγουσας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 281, 299, 648, 672, 914 και 932 Α.Κ., λόγω της καταχρηστικότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, το οποίο τυγχάνει μη νόμιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο, ενόψει του ότι μόνο η άκυρη απόλυση, είτε για τυπικούς λόγους είτε λόγω παραβίασης του άρθρου 281 Α.Κ., χωρίς τη συνδρομή και άλλων στοιχείων, δεν συνιστά καθ εαυτή προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου, ώστε να δικαιούται να αξιώσει χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη (Α.Π. 671/2018, Α.Π. 778/1995, Εφ.Δωδ. 249/2005 ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι: α) για το παραδεκτό της συζήτησης η ενάγουσα επικαλείται και προσκομίζει το από 1.10.2022 έγγραφο, υπογεγραμμένο από την ίδια και τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, με το οποίο ο πληρεξούσιος δικηγόρος της την ενημέρωσε για τη δυνατότητα δια- μεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς, σύμφωνα με το άρθρο 3 του ν. 4640/2019 και β) για το καταψηφιστικό της αντικείμενο, το οποίο δεν υπερβαίνει το ελάχιστο όριο απαλλαγής (ήτοι το ποσό των 20.000 ευρώ, κατά τα οριζόμενα από τη διάταξη του άρθρου 71 Εισ.Ν.Κ.Πολ.Δ.), δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου.
Με το από 22.1.2024 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης .../22.1.2024 συνεκδικαζόμενο δικόγραφο, το συνδικαλιστικό σωματείο με την επωνυμία «... Ιωαννίνων», του οποίου η ενάγουσα είναι μέλος, επικαλούμενο το έννομο συμφέρον του, άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ αυτής (της ενάγουσας) και κατά της εναγομένης και ζήτησε να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί τής υπέρ ης η παρέμβαση, προς το σκοπό της παραδοχής της ένδικης αγωγής, και να καταδικαστεί η εναγομένη στην πληρωμή των δικαστικών του εξόδων.
Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η ως άνω πρόσθετη παρέμβαση ασκήθηκε παραδεκτά, ήτοι με ιδιαίτερο δικόγραφο και εμπρόθεσμα, κατ άρθρο 591 παρ. 1 στοιχ. β Κ.Πολ.Δ. (...). Το έννομο συμφέρον του επαγγελματικού αυτού σωματείου είναι προφανές, αφού το σωματείο αυτό έχει τόσο υλικό όσο και ηθικό συμφέρον στην τήρηση των θεσπιζόμενων διατάξεων, που αφορούν τα μέλη του, προς κατοχύρωση, προώθηση και προάσπιση των εργασιακών τους δικαιωμάτων. Είναι δε νόμιμη η παρέμβαση, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 68, 80, 81, 622 και 182 Κ.Πολ.Δ., και πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.
[...] [Α]ποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία «... Ε.Π.Ε.» δραστηριοποιείται πανελλαδικά στον επισιτιστικό κλάδο με πάνω από 90 καταστήματα-εστιατόρια, τα οποία είτε εκμεταλλεύεται η ίδια είτε λειτουργούν δυνάμει συμβάσεων δικαιόχρησης (franchising), χρησιμοποιεί δε το σήμα «...». Η ενάγουσα προσελήφθη από την εναγόμενη εταιρία δυνάμει της από 8.9.2021 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μερικής απασχόλησης αορίστου χρόνου με την ιδιότητα της οδηγού δικύκλου-διανομέα στο κατάστημα που εκμεταλλεύεται η ίδια (διανομής πίτσας και συναφών εδεσμάτων) στα Ιωάννινα, με βάση την οποία ο χρόνος απασχόλησης ορίστηκε σε πέντε ημέρες εβδομαδιαίως και τρεις ώρες ημερησίως, συνολικά δε σε δεκαπέντε (15) ώρες, με κατανομή του χρόνου εργασίας βάσει εβδομαδιαίου προγράμματος, το ωρομίσθιο ορίστηκε στα 4,36 ευρώ.
Η ενάγουσα, όπως αποδεικνύεται από τους με επίκληση από την εναγομένη προσκομισθέντες πίνακες προσωπικού της επιχείρησης με τα επισυναπτόμενα προγράμματα εργασίας για το επίδικο χρονικό διάστημα, από τη σύναψη της ανωτέρω σύμβασης εργασίας εργαζόταν περισσότερες από δεκαπέντε ώρες εβδομαδιαίως, οι οποίες διαφοροποιούνταν κάθε εβδομάδα και, ειδικότερα, κυμαίνονταν από 24 έως 35 ώρες, από τις 28.3.2022 δε το ωράριό της σταθεροποιήθηκε στις 16 περίπου ώρες εβδομαδιαίως.
Στις 29.3.2022 η ενάγουσα προσέφυγε στο Σ.ΕΠ.Ε. (Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Ιωαννίνων), όπου υπέβαλε τη με αριθμό πρωτ. .../29.3.2022 αίτηση για διενέργεια εργατικής διαφοράς, με αντικείμενο τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της, από την οποία παραιτήθηκε, διότι επανέλαβε το αίτημά της με τη με αριθμό .../15.4.2023 αίτησή της, με την οποία επιπλέον διεκδικούσε το δώρο Χριστουγέννων του έτους 2021, το δώρο Πάσχα του έτους 2022, διαφορές δεδουλευμένων από 8.9.2021, επίδομα αδείας έτους 2021, αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας έτους 2022, καθώς και προσαύξηση αμοιβής λόγω νυκτερινής εργασίας, λόγω Εργασίας Κυριακών-αργιών και υπερωριακής απασχόλησης.
Ταυτόχρονα με την ενάγουσα προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας στις 31.3.2022 οι... (αρ. πρωτ. .../31.3.2022 αίτηση) και... (αρ. πρωτ. .../31.3.2022 αίτηση), εκ των οποίων ο τελευταίος απελύθη, όπως δήλωσε ο ίδιος κατά τη διεξαγωγή της εργατικής διαφοράς, στις 28.3.2022 (βλ. το με αριθμό πρωτ. .../20.5.2022 δελτίο εργατικής διαφοράς), μολονότι στις 23.3.2023 κάλεσε την αστυνομία να προσέλθει στο κατάστημα της εναγόμενης στα Ιωάννινα και ζήτησε να καταγραφεί ότι όταν προσήλθε στην εργασία του ο υπεύθυνος της επιχείρησης ... τον ενημέρωσε ότι απολύεται (βλ. το αριθ. πρωτ. .../14.2.2024 έγγραφο της Διεύθυνσης Αστυνομίας Ιωαννίνων), υπέγραψε δε το έντυπο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου στις 30.3.2022, για την απόλυση του οποίου διαμαρτυρήθηκε έντονα η ενάγουσα, η οποία από την αρχή της σύμβασης εργασίας της ανέπτυξε έντονη συνδικαλιστική δράση, ενώ στις 15.4.2022 προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας και ο ... (αρ. πρωτ. .../15.4.2022 αίτηση).
Σύμφωνα με το πόρισμα του επιθεωρητή εργασίας, από τα προσκομισθέντα ενώπιον του Σ.ΕΠ.Ε. έγγραφα προέκυψε ότι η επιχείρηση κατέβαλε στην ενάγουσα όλα τα ανωτέρω από αυτήν αιτηθέντα κονδύλια σύμφωνα με τις ώρες εργασίας που εμφανίζονται στους πίνακες προσωπικού, ενώ οι εμφανιζόμενες στους πίνακες προσωπικού από τις 28.3.2022 και εντεύθεν ώρες εργασίας της ενάγουσας συμβαδίζουν με τη σύμβαση που υπεγράφη μεταξύ των μερών (βλ. το με αριθμό πρωτ. .../31.5.2022 δελτίο εργατικής διαφοράς).
Ωστόσο, σύμφωνα με τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, τις προσκομισθείσες από την ενάγουσα ένορκες βεβαιώσεις, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδείχθηκε ότι το συμφωνηθέν ωράριο εργασίας της ενάγουσας δεν ανταποκρίνεται στο αναγραφέν στην από 8.9.2021 σύμβαση εργασίας των δεκαπέντε ωρών εβδομαδιαίως, αλλά η πραγματική συμφωνία περιελάμβανε πενθήμερη εργασία εβδομαδιαίως επί εξαώρου ημερησίως, συνολικά δε τριάντα ωρών, ενώ το ωρομίσθιο συμφωνήθηκε στα 4,50 ευρώ καθαρά και 5,24 μικτά. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από γεγονός ότι, όπως εκτέθηκε και ανωτέρω, μέχρι τις 27.3.2023, οπότε και μειώθηκαν οι ώρες εργασίας της ενάγουσας, η τελευταία απασχολούνταν με ωράριο το οποίο δεν ήταν μεν σταθερό κάθε μήνα, κυμαίνονταν εντούτοις από 24 ως 35 ώρες εβδομαδιαίως. Συνεπώς, αν και από τις 28.3.2022 το εβδομαδιαίο ωράριο της ενάγουσας διαμορφώθηκε σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, στις δεκαέξι ώρες, αυτό αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, δεδομένου ότι η πραγματική συμφωνία αφορούσε την απασχόληση της ενάγουσας επί τριάντα ώρες την εβδομάδα.
Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι αυτή η μείωση του ωραρίου εργασίας της ενάγουσας οφείλεται σε πτώση του κύκλου εργασιών της επιχείρησης ή αύξηση του προσωπικού, που να δικαιολογούν αυτή τη μείωση, αλλά ούτε και ότι η μείωση του ωραρίου αφορούσε και τους λοιπούς εργαζομένους της επιχείρησης. Η ενάγουσα εξέφρασε την εναντίωσή της στη μεταβολή αυτή, τόσο με την επίδοση εξωδίκου διαμαρτυρίας- πρόσκλησης και δήλωσης στην εναγομένη στις 5.4.2022 όσο και με την προσφυγή της στην Επιθεώρηση Εργασίας, ενώ συνέχισε να παρέχει την εργασία της σύμφωνα με τους επιβληθέντες νέους όρους εργασίας.
Επομένως, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω υπό στοιχ. I νομική σκέψη της παρούσας, ενόψει της υλικής ζημίας την οποία υπέστη η ενάγουσα λόγω της μείωσης του μισθού της, ο οποίος μέχρι του Μάρτιο του 2022 κυμαίνονταν από 595,70 ευρώ έως 732,71 ευρώ, εκτός των μηνών Σεπτεμβρίου και Φεβρουάριου, όπου η ενάγουσα απασχολήθηκε μία εβδομάδα λιγότερο, λόγω πρόσληψής της στις 8.9.2021 και νόσου της αντίστοιχα, ενώ από τον Απρίλιο του έτους 2022 και εντεύθεν κυμαίνονταν από 350,72 ευρώ έως 408,02 ευρώ, πλην του μηνός Ιουλίου, οπότε και καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της (βλ. τον με ημερομηνία εκτύπωσης 26.1.2024 λογαριασμό ασφάλισης e-ΕΦΚΑ), η εναγόμενη πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στην ενάγουσα μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 28.3.2022 έως 13.7.2022.
Συγκεκριμένα, η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 1.218,30 ευρώ, ως μικτές αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 28.3.2022 έως 13.7.2022, με βάση το πραγματικά συμφωνηθέν ωρομίσθιο των 5,24 ευρώ, με τις μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας να ανέρχονται στο ποσό των 681,20 ευρώ (26,20 ημερομίσθιο χ 26 εργάσιμες ημέρες μηνιαίως [Α.Π. 550/2008 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ]). Αναλυτικά δε, της οφείλονται για αποδοχές μηνός Μαρτίου 2022 52,40 ευρώ (4 ημερομίσθια χ 26,16 = 104,80 ευρώ καταβλητέες αποδοχές - 52,40 ευρώ που έλαβε), για αποδοχές μηνός Απριλίου 2022 340,60 ευρώ (681,20 ευρώ καταβλητέες αποδοχές - 340,60 ευρώ που έλαβε), για αποδοχές μηνός Μαΐου 2022 340,60 ευρώ (681,20 ευρώ καταβλητέες αποδοχές - 340,60 ευρώ που έλαβε), για αποδοχές μηνός Ιουνίου 2022 340,60 ευρώ (681,20 ευρώ καταβλητέες αποδοχές - 340,60 ευρώ που έλαβε), και για αποδοχές μηνός Ιουλίου 2022 144,10 ευρώ (11 ημερομίσθια χ 26,20 = 288,20 ευρώ καταβλητέες αποδοχές - 144,10 ευρώ που έλαβε), με του νόμιμο τόκο από την 1η ημέρα του επόμενου μήνα εκείνου, εντός του οποίου η ενάγουσα θα παρείχε την εργασία της.
Περαιτέρω, η ενάγουσα είναι μέλος του προσθέτως παρεμβαίνοντος συνδικαλιστικού σωματείου με την επωνυμία «... Ιωαννίνων», ενώ κατά τις αρχαιρεσίες στις 9.6.2023 εξελέγη στο διοικητικό συμβούλιο του ανωτέρω σωματείου, από τις 26.6.2023 δε ήταν πρόεδρος αυτού. Το γεγονός αυτό το ανακοίνωσε τόσο στην υπεύθυνη του καταστήματος προφορικά διά ζώσης όσο και στον περιφερειακό επιθεωρητή δια τηλεφώνου. Συνεπώς, η ενάγουσα ως συνδικαλιστικό στέλεχος, ενόψει και του ότι συντρέχει η γνώση της ιδιότητάς της αυτής στο πρόσωπο της εναγομένης, δεδομένου ότι η γνωστοποίηση μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο (Α.Π. 182/2019, Α.Π. 84/2010 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ), εμπίπτει στην αυξημένη ειδική προστασία των συνδικαλιστικών στελεχών απέναντι στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας από του εργοδότη, που προβλέπεται από τις διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 5, 10 και 15 του ν. 1264/1982.
Σημειώνεται δε ότι η μη καταχώριση της ως άνω συνδικαλιστικής οργάνωσης στο Γενικό Μητρώο Συνδικαλιστικών Οργανώσεων Εργαζομένων (ΓΕ.ΜΗ.Σ.Ο.Ε.), όπως ορίζει το άρθρο 83 του ν. 4808/2021, δεν επιφέρει την αναστολή της προστασίας των συνδικαλιστικών στελεχών, καθώς, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, η εν λόγω διάταξη αντίκειται αφενός στο άρθρο 23 παρ. 1 του Συντάγματος, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Ε.Σ.Δ.Α.), του συνδικαλιστικό νόμο και του ν. 1876/1990, αφετέρου είναι αντίθετη και με την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας (βλ. ΣτΕ 2175/2022 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ) και ως εκ τούτου δεν τυγχάνει εφαρμογής, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγόμενης.
Επιπλέον, η ενάγουσα βρισκόταν σε κανονική άδεια από τις 6.7.2022 έως τις 10.7.2022, ενώ, σύμφωνα με το πρόγραμμα που είχε διαμορφώσει η υπεύθυνη του καταστήματος ..., εργαζόταν από τις 13.7.2022, ενόψει του ότι στις 11.7.2022 και 12.7.2022 είχε ρεπό. Στις 12.7.2022 δε η ανωτέρω υπεύθυνη του καταστήματος ενημέρωσε την ενάγουσα για το πρόγραμμα, με την τελευταία να αρκείται να προσέλθει στις 13.7.2022 για να παράσχει την εργασία της, διατεινόμενη ότι εξακολουθούσε να βρίσκεται σε κανονική άδεια έως 21.7.2022, έχοντας συνεννοηθεί προς τούτο με τη λογίστρια της εναγομένης. Ωστόσο, τόσο από την κατάθεση της μάρτυρα ανταπόδειξης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού όσο και από το από 14.7.2022 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου με αποστολέα την ενάγουσα, καθώς και από την ανταλλαγή γραπτών μηνυμάτων μεταξύ της ενάγουσας και της υπεύθυνης του καταστήματος στις 9.7.2022 και στις 13.7.2022, αποδεικνύεται ότι η λογίστρια της εταιρίας ενημέρωσε την ενάγουσα μόνο για το υπόλοιπο ημερών αδείας που είχε αυτή, χωρίς παράλληλα να είναι αρμόδια να εγκρίνει τυχόν αιτηθείσα από την ενάγουσα άδεια. Αρμόδια προς έγκριση και χορήγηση αδειών των εργαζομένων στο εν λόγω κατάστημα είναι η υπεύθυνη του καταστήματος, η οποία και γνωρίζει τις ανάγκες της επιχείρησης τη δεδομένη στιγμή. Ως εκ τούτου, η απουσία της ενάγουσας από την εργασία της, πρόθεση την οποία εκδήλωσε ρητά κατά την επικοινωνία της μέσω γραπτών μηνυμάτων που είχε με την υπεύθυνη του καταστήματος, συνιστά παραβίαση υποχρεώσεων της ενάγουσας. Εντούτοις, η παραβίαση αυτή εκ μέρους της ενάγουσας δεν εξικνείται στο βαθμό ώστε η επίκληση εκ μέρους της ενάγουσας της προστασίας της ως συνδικαλιστικού στελέχους από την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη καθώς και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του συναφούς δικαιώματος και να καθίσταται η ενάσκηση του δικαιώματος της καταχρηστική, απορριπτομένης της νόμιμης στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. ερειδόμενης και παραδεκτώς προβληθείσας ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος της εναγομένης. Άλλωστε, στο έγγραφο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας δεν γίνεται επίκληση σπουδαίου λόγου.
Ακολούθως, και δεδομένου ότι λόγω της ακυρότητας της υπό κρίση καταγγελίας η επίδικη εργασιακή μεταξύ των διαδίκων σύμβαση ουδέποτε λύθηκε, η εναγόμενη, νόμιμα εκπροσωπούμενη, μη αποδεχόμενη έκτοτε (13.7.2022) τις εκ μέρους της ενάγουσας προσφερόμενες υπηρεσίες και μη καταβάλλοντάς της τις αποδοχές της, παραβαίνει τις συμβατικές της υποχρεώσεις και έχει περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας δανείστριας ως προς την αποδοχή της εργασίας της ενάγουσας και οφειλέτριας ως προς την καταβολή των αποδοχών της, για το χρονικό διάστημα από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της έως την άρση της υπερημερίας της, της αγωγής γενομένης εν μέρει δεκτής και ως ουσιαστικά βάσιμης.
Σημειώνεται δε ότι από τις 26.1.2023 η ενάγουσα άρχισε να εργάζεται ως διανομέας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης στην ατομική επιχείρηση του ..., με μικτό ωρομίσθιο 4,78 ευρώ και μηνιαίο ωρομίσθιο 331,16 ευρώ. Μετά τον παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της ενάγουσας για την καταβολή μισθών υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, και ειδικότερα μετά την αφαίρεση τον κονδυλίων που έλαβε αυτή από την εργασία της στον ανωτέρω εργοδότη, η παραδεκτώς από την εναγομένη προβληθείσα και νόμιμη, στη διάταξη του άρθρου 656 Α.Κ. στηριζόμενη, ένσταση αφαίρεσης της ωφέλειας από την απασχόληση της ενάγουσας σε άλλον εργοδότη καθίσταται άνευ αντικειμένου.
Επιπλέον, η παραδεκτώς επικουρικά προβληθείσα και νόμιμη, στη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. ερειδόμενη, ένσταση της εναγομένης για την καταχρηστική άσκηση της αξίωσης για μισθούς υπερημερίας για το επίδικο χρονικό διάστημα, καθόσον η ενάγουσα αδικαιολόγητα και κακόβουλα απέφευγε να ανεύρει άλλη εργασία προκειμένου να λάβει το μισθό της από αυτήν χωρίς να εργαστεί παρότι η ανεύρεση εργασίας ως διανομέα ήταν ευχερής, τυγχάνει απορριπτέα ως αβάσιμη στην ουσία της, δεδομένου ότι η ενάγουσα αποδεδειγμένα από τον Αύγουστο του 2022 αναζήτησε εργασία, με βάση τα προσόντα της, πλην όμως δεν κατέστη δυνατόν να βρεθεί μέχρι τις 26.1.2023. Επομένως, ενόψει των ειδικών συνθηκών, ήτοι της ηλικίας, της προϋπηρεσίας και της εμπειρίας της ενάγουσας, αυτή κατέβαλε, κατά το μέτρο των δυνατοτήτων της, προσπάθειες για ανεύρεση όμοιας εργασίας και δεν έμεινε άνεργη ηθελημένα και από κακοβουλία της για να εισπράξει μισθούς υπερημερίας από την εναγόμενη. Για τους λόγους αυτούς η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 9.045,15 ευρώ.
Αναλυτικά δε της οφείλονται για αποδοχές μηνός Ιουλίου 2022, 393,00 ευρώ (15 εργάσιμα ημερομίσθια x 26,20 ευρώ), 681,20 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2022, 681, 20 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2022, 681,20 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2022, 681,20 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2022, 681,20 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2022, 340,60 ευρώ για επίδομα αδείας 2022 (13 ημερομίσθια x 26,20), 579,94 ευρώ για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2022 (ένα ημερομίσθιο εξ 26,20 ευρώ για κάθε οκταήμερο εργασίας από 14.07.2022 έως 31.12.2022, προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας [1, 04166], ήτοι 26,20 χ 21,25 οκταήμερα χ 1,04166), 604,72 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2023 (681,20 ευρώ - 76,48 ευρώ που έλαβε από την εργασία της αλλαχού), 345,82 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουάριου 2023 (681,20 ευρώ - 335,38 ευρώ που έλαβε από την εργασία της αλλαχού), 287,77 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2023 (681,20 ευρώ - 393,43 ευρώ που έλαβε από την εργασία της αλλαχού), 369,05 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2023 (681,20 ευρώ - 312,15 ευρώ που έλαβε από την εργασία της αλλαχού), 255,52 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2023 (15 ημερομίσθια προσαυξημένα κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας [1, 04166], ήτοι 15 x 26,20 χ 1,04166 = 409,37 - 153,85 που έλαβε από την εργασία της αλλαχού), 307,70 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2023 (681,20 ευρώ - 373,50 ευρώ που έλαβε από την εργασία της αλλαχού), 250,60 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2023 (681,20 ευρώ - 430,60 ευρώ που έλαβε από την εργασία της αλλαχού), 157,23 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2023 (681,20 ευρώ - 523,97 ευρώ που έλαβε από την εργασία της αλλαχού), 262,73 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2023 (681,20 ευρώ - 418,47 ευρώ που έλαβε από την εργασία της αλλαχού), 271,33 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2023 (681,20 ευρώ - 409,87 ευρώ που έλαβε από την εργασία της αλλαχού), 265,51 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2023 (681,20 ευρώ - 415,69 ευρώ που έλαβε από την εργασία της αλλαχού), 233,38 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2023 (681,20 ευρώ - 447,82 ευρώ που έλαβε από την εργασία της αλλαχού), 287,78 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2023 (681,20 ευρώ - 393,42 ευρώ που έλαβε από την εργασία της αλλαχού), 153,99 ευρώ για επίδομα αδείας 2022 (13 ημερομίσθια χ 26.20 - 340,60 -186,61 ευρώ που έλαβε από την εργασία της αλλαχού) και 272,48 ευρώ επίδομα Χριστουγέννων 2023 (25 ημερομίσθια προσαυξημένα κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας, ήτοι 25 χ 26.20 χ 1,04166 = 682,29 - 409,81).
Τα ανωτέρω ποσά οφείλονται στην ενάγουσα με τον νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα εκείνου εντός του οποίου η ενάγουσα θα παρείχε την εργασία της, πλην της αναλογίας επιδόματος Χριστουγέννων 2022, του επιδόματος Χριστουγέννων 2023 και των επιδομάτων αδείας 2022 και 2023, τα οποία οφείλονται με τον νόμιμο τόκο από την 1η Ιανουαρίου του έτους 2023 και 2024 αντίστοιχα, καθώς και του Δώρου Πάσχα 2023, που οφείλεται με τον νόμιμο τόκο από την 1η Μαΐου του έτους 2023.
Όσον αφορά δε το παραδεκτώς προβληθέν και νόμιμο, ερειδόμενο στις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αίτημα της εναγομένης για γνωστοποίηση βεβαίωσης από τον Ο.Α.Ε.Δ. περί της λήψης ή μη επιδόματος ανεργίας από τον ως άνω φορέα λεκτέα τα εξής: το επίδομα ανεργίας του Ο.Α.Ε.Δ. συνιστά παροχή άσχετη με τη χρησιμοποίηση του ελεύθερου χρόνου του εργαζόμενου και ως εκ τούτου δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την υπερημερία του εργοδότη, ώστε να αφαιρείται κατ άρθρο 656 Α.Κ. από τους οφειλόμενους μισθούς. Παρέχεται μόνο στον εργοδότη το δικαίωμα, κατά την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που επιδίκασε μισθούς υπερημερίας, να αρνηθεί την πληρωμή τους στον ενάγοντα εργαζόμενο, μέχρι την προσκομιδή από τον τελευταίο βεβαίωσης του Ο.Α.Ε.Δ., περί καταβολής ή μη σε αυτόν επιδόματος ανεργίας και ποιου ποσού, η οποία πρέπει να συγκοινοποιείται με την επιταγή προς πληρωμή κάτωθι απογράφου της σχετικής δικαστικής απόφασης, αλλιώς είναι αδύνατη η εκτέλεση, σε περίπτωση δε που προσκομισθεί η εν λόγω βεβαίωση του Ο.Α.Ε.Δ., ο εργοδότης δικαιούται να παρακρατήσει από τους μισθούς υπερημερίας το ποσό του επιδόματος ανεργίας και ακολούθως υποχρεούται να το αποδώσει στον Ο.Α.Ε.Δ., κατ άρθρο 31 ν.δ. 2698/1953, μόνο δε τη διαφορά μισθού - επιδόματος υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο (Α.Π. 1451/2019, Εφ.Αθ. 551/2017, Εφ.Θεσ. 42/2009, Εφ.Ιωανν. 450/2005 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Επομένως, το αίτημα αυτό τυγχάνει απορριπτέο ως νόμω αβάσιμο.
Περαιτέρω, το αίτημα προσκομιδής από την ενάγουσα αναλυτικού λογαριασμού των ενσήμων της του Ι.Κ.Α. από τις 14.7.2022 και εντεύθεν, επικουρικά δε έως 25.1.2023, καθώς και των φορολογικών δηλώσεων και εκκαθαριστικών σημειωμάτων των ετών 2022 και 2023, προκειμένου να αποδειχτεί τυχόν απασχόληση της ενάγουσας σε έτερους εργοδότες χωρίς να επικολλώνται ένσημα, στηριζόμενο, ομοίως, στις διατάξεις των άρθρων 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., το οποίο έχει προβληθεί παραδεκτά από την εναγομένη, κατά το πρώτο σκέλος έχει καταστεί άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι η ενάγουσα προσκομίζει του με ημερομηνία εκτύπωσης 26.1.2024 λογαριασμό ασφάλισης e-ΕΦΚΑ, ενώ κατά το δεύτερο σκέλος τυγχάνει απορριπτέο προεχόντως ως μη νόμιμο, ενόψει του ότι οι φορολογικές δηλώσεις δεν αποτελούν πρόσφορο αποδεικτικό μέσο, ώστε να αποδειχθεί τυχόν μη δηλωθείσα απασχόληση της ενάγουσας μετά τις 14.7.2022.
Κατ ακολουθίαν των ανωτέρω, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην υπό στοιχ. II νομική σκέψη της παρούσας, πρέπει η υπό κρίση αγωγή και η πρόσθετη παρέμβαση να γίνουν εν μέρει δεκτές και ως ουσιαστικά βάσιμες, να αναγνωρισθεί ότι η από 13.7.2022 καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας είναι άκυρη, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 10.263,45 ευρώ, με του νόμιμο τόκο από τότε που έκαστη επιμέρους εργατική απαίτησή της κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης αυτής διακρίσεις, να κηρυχθεί η απόφαση αυτή ως προς τα αμέσως ανωτέρω αναφερόμενα επιδικασθέντα ποσά προσωρινά εκτελεστή κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο διατακτικό, δεδομένου ότι πρόκειται για εργατικές απαιτήσεις και, επιπρόσθετα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση της απόφασης μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στην ενάγουσα, καθόσον στα εκ της εργασίας της έσοδα στηρίζει τη διαβίωσή της (άρθρα 907, 908 παρ. 1 περ. ε και 910 αριθ. 4 Κ.Πολ.Δ.), να υποχρεωθεί η εναγομένη να απασχολεί πραγματικά την ενάγουσα, αποδεχόμενη τη με προσήκοντα τρόπο προσφερόμενη εργασία της, υπό όμοιους όρους με αυτούς που αληθώς ίσχυαν πριν την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, και δη στην ίδια θέση, με όμοια καθήκοντα και ίδιες αποδοχές, ενώ, για την περίπτωση κατά την οποία αρνηθεί να εκτελέσει την υποχρέωσή της αυτή, πρέπει να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή υπέρ της ενάγουσας 5.000 ευρώ (εφάπαξ, σύμφωνα με το άρθρο 946 Κ.Πολ.Δ.).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η εναγομένη λόγω της εν μέρει ήττας της στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας και του προσθέτως παρεμβαίνοντος, ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 176, 178 παρ. 1,182,191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της απόφασης αυτής.
[ ΠΗΓΗ : ΔΕΛΤΙΟΝ ΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑΣ ]