ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΒΑΛΑΣ
ΑΡΙΘΜΟΣ 70/2021
Δικαστής : Ε. Πασχάλη, Πρωτοδίκης
Δικηγόροι : Κ. Μαλάκης - Αν. Κοϊμτζίδης
…III. Κατά το άρθρο 3 του ν. 4640/2019 (όπως το δεύτερο εδάφιο της παρ. 2 του ως άνω άρθρου έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 ν. 4647/2019, ΦΕΚ Α 204/16.12.2019) «1. Στη διαδικασία της διαμεσολάβησης μπορούν να υπαχθούν αστικές και εμπορικές διαφορές, εθνικού ή διασυνοριακού χαρακτήρα, υφιστάμενες ή μέλλουσες, εφόσον τα μέρη έχουν την εξουσία να διαθέτουν το αντικείμενο της διαφοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου. 2. Πριν από την προσφυγή στο Δικαστήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως για τη δυνατότητα διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς ή μέρους αυτής σύμφωνα με την παράγραφο 1, καθώς και για την υποχρέωση προσφυγής στην υποχρεωτική αρχική συνεδρία και τη διαδικασία αυτής των άρθρων 6 και 7 του παρόντος. Το ενημερωτικό έγγραφο συμπληρώνεται και υπογράφεται από τον εντολέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατατίθεται με το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής που τυχόν ασκηθεί ή με τις προτάσεις το αργότερο μέχρι τη συζήτησή της, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης της αγωγής. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και για τις αγωγές που έχουν κατατεθεί από 30.11.2019 έως σήμερα». Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι στη διαμεσολάβηση υπάγονται αστικές και εμπορικές διαφορές ιδιωτικού δικαίου, εφόσον τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου τους. Στην Αιτιολογική Έκθεση του ως άνω νόμου δεν αποσαφηνίζεται το ακριβές νοηματικό περιεχομένου του όρου «εξουσία διαθέσεως». Ωστόσο, από την αναδρομή στην Αιτιολογική Έκθεση του προγενέστερου ν. 4512/2018 σε συνδυασμό με τη σιωπή της Αιτιολογικής Έκθεσης του ν. 4640/2019 διαφαίνεται ασφαλής η υπόθεση ότι η εξουσία διάθεσης νοείται υπό την έννοια της ελευθερίας διάθεσης κατά το ουσιαστικό δίκαιο. Ο νόμος δεν καταγράφει συνολικά σε ποιες περιπτώσεις συντρέχει το στοιχείο της εξουσίας διάθεσης, πλην όμως, κατά την κρατούσα άποψη τα μέρη στερούνται εξουσίας διάθεσης όταν η συμφωνία τους αναφέρεται σε ουσιαστικές έννομες σχέσεις, οι οποίες διέπονται από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, ανεπίδεκτες αποκλίνουσας συμβατικής ρύθμισης (βλ. Π. Γιαννόπουλο, Διαμεσολάβηση και Πολιτική Δίκη, έκδ. 2020). Περαιτέρω, στο άρθρο 749 του Κ.Πολ.Δ., όπως αυτό τροποποιήθηκε δυνάμει του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, προβλέπεται ότι οι διατάξεις για τη διαμεσολάβηση και την απόπειρα συμβιβασμού δεν εφαρμόζονται στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η ως άνω διάταξη, όπως τροποποιήθηκε με τον ν. 4335/2015, αποτελεί απόρροια του ιδιαίτερου χαρακτήρα της εκούσιας δικαιοδοσίας, όπου απουσιάζει συνήθως τόσο το στοιχείο της διαφοράς όσο και η δυνατότητα ελεύθερης διάθεσης του επίδικου αντικειμένου, αφού οι σχετικές υποθέσεις αποβλέπουν κατά κανόνα στην εξασφάλιση των συμφερόντων των μερών και όχι στην προστασία των υπό αμφισβήτηση δικαιωμάτων τους [βλ. Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα (Π. Αρβανιτάκη), Κ.Πολ.Δ., 2020, άρθρο 749 αρ. 1]. Γίνεται, λοιπόν, δεκτό ότι οι γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπου απουσιάζει το στοιχείο της διαφοράς και η ένδικη προστασία παρέχεται με πράξεις διαπλαστικής ή διαπιστωτικής υφής, που αποσκοπούν στην κατοχύρωση ή στην προστασία ιδιωτικών συμφερόντων, η δε εφαρμογή της ανωτέρω διαδικασίας υπαγορεύεται από την ανάγκη να περιβληθούν τον μανδύα και τις εγγυήσεις της δικαστικής κρίσης ορισμένες σημαντικές και γενικότερου συμφέροντος υποθέσεις (βλ. Νίκα, Πολιτική Δικονομία, τόμος I, επ), δεν αποτελούν ιδιωτικές διαφορές, είναι ανεπίδεκτες συμβιβασμού και διαιτησίας και δεν είναι δυνατή η υπαγωγή τους σε διαμεσολάβηση. Εκτός όμως από τις γνήσιες υπάρχουν και οι μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, ήτοι ιδιωτικές διαφορές που εμφανίζουν το στοιχείο της αντιδικίας, οι οποίες είναι δεκτικές συμβιβασμού, διαιτησίας και διαμεσολάβησης. Πρόκειται κυρίως για διαφορές διαπλαστικού χαρακτήρα, τις οποίες ο νομοθέτης υπαγάγει προς εκδίκαση στην εκούσια δικαιοδοσία για λόγους σκοπιμότητας και προς αποφυγή της περισσότερο δύσκαμπτης διαδικασίας της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας. Παρά λοιπόν την απαγόρευση του άρθρου 749 Κ.Πολ.Δ. περί μη υπαγωγής στη διαμεσολάβηση των υποθέσεων εκούσιας δικαιοδοσίας, δέον να διευκρινιστεί ότι η ανωτέρω απαγόρευση αναπτύσσει ενέργεια μόνο στις γνήσιες υποθέσεις και όχι και στις μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, οι οποίες ενέπιπταν και στο πεδίο εφαρμογής του προγενέστερου ν. 3898/2010 και εμπίπτουν και στο πεδίο εφαρμογής των άρθρων 178-206 του ν. 4512/2018 [βλ. σχετ. Γιονίντα Κούκιο, Προβλήματα ουσιαστικού και δικονομικού δικαίου από τον θεσμό της διαμεσολάβησης, έκδ. 2019, Ν. Κωνσταντινάκο, Η διαμεσολάβηση αστικών και εμπορικών διαφορών στις έννομες τάξεις των ΗΠΑ, EE, Ελλάδας, Αγγλίας, Γαλλίας, Γερμανίας και Ιταλίας, 2019, ψηφιακή βιβλιοθήκη Πέργαμος, I. Σπυριδάκη, Εκούσια Δικαιοδοσία, έκδ. 2019, Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα (- Π. Αρβανιτάκη), ό.π., άρθρο 749 αρ. 2, πρβλ. και Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα (- Φιλιώτη), Κ.Πολ.Δ. 2, 2020, άρθρο 867 αρ. 8, (για διαιτησία)]. Τέτοιες είναι και οι διαφορές που αφορούν την αίτηση λύσης ΟΕ ή αποκλεισμού εταίρου, που εκδικάζονται κατά την εκούσια δικαιοδοσία και συνιστούν μη γνήσιες υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, υπαγόμενες σε διαμεσολάβηση, δεδομένου ότι εισάγουν ιδιωτικές διαφορές και τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου τους (βλ. Ν. Κωνσταντινάκο ό.π., βλ. και Ν. Ρόκα, Συμφωνίες διαιτησίας στο εταιρικό δίκαιο, ΕΠολΔ 2019. 369-382, που δέχεται ως προς τις ανωτέρω διαφορές ότι υφίσταται εξουσία διάθεσης τους από τα μέρη και ότι μπορούν αυτές να υπαχθούν σε διαιτησία). Εξ άλλου, οι διατάξεις των άρθρων του ν. 4072/2012 που προβλέπουν τον αποκλεισμό εταίρου και τη λύση εταιρίας με δικαστική απόφαση δεν εισάγουν ρυθμίσεις αναγκαστικού δικαίου (βλ. σχετ. Ν. Ρόκα, Εμπορικές Εταιρίες, έκδ. 2019) και συνεπώς υφίσταται, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα, εξουσία διάθεσης του αντικειμένου των σχετικών διαφορών από τα μέρη. Έτσι, και στις περιπτώσεις αυτές, ήτοι των αιτήσεων αποκλεισμού ομόρρυθμου εταίρου και λύσης ομόρρυθμης εταιρίας θα πρέπει για το παραδεκτό της συζήτησής τους να προσκομίζεται στο Δικαστήριο το προβλεπόμενο στην παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 4640/2019 έγγραφο ενημέρωσης. Σε περίπτωση, πάντως, μη προσκομιδής του σχετικού ενημερωτικού εγγράφου γίνεται δεκτό ότι το Δικαστήριο μπορεί να καλέσει τον διάδικο να το προσκομίσει κατ εφαρμογή του άρθρου 227 Κ.Πολ.Δ., ενώ η τυχόν μη έγκαιρη ενημέρωση του διαδίκου (ήτοι ενημέρωση μετά την κατάθεση της αγωγής) εκτιμάται ότι δεν συνεπάγεται δικονομικές συνέπειες, αφού ο νομοθέτης περιόρισε την εμβέλεια του απαραδέκτου αποκλειστικά στην περίπτωση της μη προσκομιδής του ενημερωτικού εγγράφου (βλ. Π. Γιαννόπουλο, ό.π.).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αιτών της υπό στοιχείο α και με αριθμό κατάθεσης .../2020 αίτησης ισχυρίζεται ότι δυνάμει του από 1.9.1966 ιδιωτικού συμφωνητικού συστήθηκε μεταξύ αυτού και του καθ ου η αίτηση-αδερφού του η ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «... ΟΕ» με έδρα τις [...] Δήμου Νέστου και αντικείμενο δραστηριότητας την εμπορία καινούριων και μεταχειρισμένων ανταλλακτικών αυτοκινήτων, γεωργικών μηχανημάτων κ.λπ., το οποίο διευρύνθηκε στη συνέχεια με νέα τροποποίηση του καταστατικού της στις 4.12.2007. Ότι κατά το καταστατικό της εταιρίας έκαστος εταίρος συμμετέχει στα κέρδη και τις ζημίες της κατά ποσοστό 50%, ενώ διαχειριστές και εκπρόσωποι αυτής τυγχάνουν αμφότεροι οι εταίροι, δυνάμενοι να ενεργούν τόσο ατομικά όσο και από κοινού. Ότι, παρά την ανοδική οικονομική πορεία της εταιρίας, οι σχέσεις των εταίρων δεν εξελίχθηκαν ομαλά, με συνέπεια την εμφάνιση εντάσεων μεταξύ τους. Ότι η ως άνω κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη παραπάνω όταν στην εταιρία προσλήφθηκε ως υπάλληλος της ο γαμπρός του καθ ου η αίτηση, ο οποίος, θεωρώντας την επιχείρηση ως ιδιοκτησία δική του και του καθ ου, άρχισε να αναμιγνύεται στη διοίκηση της εταιρίας, δρώντας ως αποκλειστικός διαχειριστής αυτής. Ότι κατόπιν τούτου, προ δύο ετών, μεταβλήθηκε πλήρως και η στάση του καθ ου η αίτηση, ο οποίος άρχισε έκτοτε να εκδηλώνει την πρόθεσή του να προβούν σε χωρισμό της εταιρίας, αρνούμενος να συναινέσει στη ρύθμιση θεμελιωδών για τη λειτουργία και της οργάνωσης της επιχείρησης ζητημάτων που του έθετε υπ όψιν του ο ίδιος και καθιστώντας αδύνατη την εξεύρεση οποιασδήποτε συμβιβαστικής λύσης μεταξύ τους. Ότι επιπροσθέτως ο καθ ου η αίτηση επιμένει σταθερά να ανοίγει την επιχείρηση και εκτός του ωραρίου λειτουργίας της, προκειμένου να πωλήσει ή να αφαιρέσει εμπορεύματα αφήνοντάς την συχνά ανοιχτή και εκτεθειμένη, παρά τις περί του αντιθέτου υποδείξεις που του έχουν γίνει από τον ίδιο (τον αιτούντα). Ότι λόγω της ανωτέρω συμπεριφοράς του καθ ου, που συνιστά υπαίτια παράβαση των εταιρικών του υποχρεώσεων και κατάχρηση της διαχειριστικής εξουσίας του, και των διαρκών εντάσεων, που δημιουργούνται μεταξύ τους, έχει επέλθει οριστική ρήξη στις προσωπικές σχέσεις τους, με αποτέλεσμα την πλήρη αδυναμία συνεννόησης και συνεργασίας μεταξύ τους και τη μόνιμη πρόκληση δυσμενών επιπτώσεων στη λειτουργία και την οργάνωση της εταιρίας. Ότι ως εκ τούτου συντρέχει σπουδαίος λόγος για τη λύση της ανωτέρω ομόρρυθμης εταιρίας, καθώς και για την αντικατάσταση του καθ ου η αίτηση από την προβλεπόμενη από το ως άνω καταστατικό θέση του εκκαθαριστή της. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί να διαταχθεί η λύση της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρίας και να ορισθούν ως εκκαθαριστές αυτής ο ίδιος, ως καταστατικός διαχειριστής της εταιρίας, καθώς και ο I. Λ. του Π. ως συνεκκαθαριστής της εταιρίας, σε αντικατάσταση του καθ ου η αίτηση-έτερου καταστατικού διαχειριστή, αλλά και να καταδικαστεί ο αντίδικος στη δικαστική δαπάνη του. Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αίτηση παραδεκτά και αρμοδίως καθ ύλην και κατά τόπον εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739, 740 παρ. 1, 786 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ. και 259 παρ. 2 του ν. 4072/2012), και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 259 παρ. 1 περ. δ, 268 παρ. 1 και 294 παρ. 1 του ν. 4072/2012, 777, 778 ΑΚ, 69 παρ. 1 περ. δ και 1 76 Κ.Πολ.Δ.. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζήτησης της, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην υπό στοιχείο III νομική σκέψη, προσκομίστηκε από τον αιτούντα, κατόπιν κλήσης του από το Δικαστήριο, κατ άρθρο 227 Κ.Πολ.Δ., προς συμπλήρωση της σχετικής τυπικής παράλειψης, το προβλεπόμενο στο άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 4640/2019 έγγραφο ενημέρωσης του διαδίκου για την δυνατότητα υπαγωγής της διαφοράς στη διαμεσολάβηση (βλ. το προσκομισθέν από 1.5.2020 ενημερωτικό έγγραφο).
Ο αιτών της υπό στοιχείο β αίτησης εκθέτει ότι τα ίδια ως άνω πραγματικά περιστατικά αναφορικά με τη σύσταση της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «... ΟΕ», το ποσοστό συμμετοχής των εταίρων στην εταιρία και τη θετική οικονομική της πορεία, καθώς και ότι στην ανοδική πορεία της εταιρίας και την καλή φήμη της συνέβαλε σημαντικά και το γεγονός ότι ο ίδιος διαμένει πάνω από την επιχείρηση και εξυπηρετεί τους πελάτες ακόμη και αργίες αλλά και εκτός του ωραρίου λειτουργίας της. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι συντρέχει σπουδαίος λόγος αποκλεισμού του καθ ου η αίτηση-αδελφού του από την εταιρία, δεδομένου ότι ο τελευταίος με την πάροδο των ετών άρχισε να διαχειρίζεται τα εταιρικά πράγματα με τρόπο αντίθετο στον νόμο, την εταιρική ηθική και τη μεταξύ τους εταιρική σχέση, αφού: α) προέβαινε, παρά τις αντιρρήσεις του σε παραγγελίες εμπορευμάτων, με σκοπό τον αδικαιολόγητο σχηματισμό εμπορικού αποθέματος, β) στον τομέα των τραπεζικών συναλλαγών ενεργούσε ως μόνος εκπρόσωπος και διαχειριστής της εταιρίας, αποκλείοντας την πρόσβασή του στους λογαριασμούς της εταιρίας, γ) απέκλειε τον ίδιο από την καταμέτρηση του ημερήσιου ταμείου και δ) προέβαινε σε παραγγελίες και ενέργειες διαχείρισης, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση και σύμφωνη γνώμη του και γενικά ασκούσε αδιαφανή διαχείριση με δυσμενείς συνέπειες στην εταιρία. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητεί να αποκλειστεί ο καθ ου η αίτηση από την ως άνω ομόρρυθμη εταιρία και να προσδιοριστεί η αξία της εταιρικής συμμετοχής του στο ποσό των 50.000,00 ευρώ, καταβλητέο σε 50 άτοκες μηνιαίες δόσεις ποσού 1.000,00 ευρώ έκαστη, αρχής γενομένης από την τριακοστή δεύτερη ημέρα από την έκδοση της απόφασης, καθώς και να καταδικαστεί ο αντίδικος στη δικαστική δαπάνη του. Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αίτηση παραδεκτά και αρμοδίως καθ ύλην και κατά τόπον εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739, 740 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και 263 του ν. 4072/2012) και ως προς το αίτημα αποκλεισμού του καθ ου από την εταιρία τυγχάνει νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 263 και 294 παρ. 1 του ν. 4072/2012, ενώ ως προς το αίτημα του καθορισμού της αξίας της εταιρικής συμμετοχής του καθ ου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης του αιτούντος, αφού η σχετική αξίωση ανήκει, όπως εκτέθηκε και στην ανωτέρω νομική σκέψη, στον καθ ου η αίτηση και δεν συντρέχει εν προκειμένω περίπτωση πλαγιαστικής άσκησης αυτής. Εξ άλλου, ακόμη και αν το ανωτέρω αίτημα εκτιμηθεί ως αίτημα εξαγοράς της μερίδας του καθ ου και πάλι τυγχάνει απορριπτέο ως μη νόμιμο, καθόσον αφενός μεν δεν παρέχεται από τον νόμο η δυνατότητα εξαγοράς της εταιρικής συμμετοχής αποκλεισμένου εταίρου προσωπικής εμπορικής εταιρίας από τους λοιπούς εταίρους, σε αντίθεση με τα προβλεπόμενα υπό προϋποθέσεις επί κεφαλαιουχικών εταιριών, αφετέρου δε υπό τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αίτησης πραγματικά περιστατικά, ουδόλως προκύπτει ότι οι εταίροι, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), είχαν συμπεριλάβει στο καταστατικό της συγκεκριμένης εταιρίας ρητό όρο, που να παρέχει τη δυνατότητα εξαγοράς της εταιρικής συμμετοχής αποκλεισμένου εταίρου από τους λοιπούς εταίρους (βλ. ΜΠρΑγρ 129/2020, ΝΟΜΟΣ). Πρέπει, επομένως, η αίτηση, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζήτησής της προσκομίστηκε από τον αιτούντα το προβλεπόμενο στο άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 4640/2019 έγγραφο ενημέρωσης του διαδίκου για την δυνατότητα υπαγωγής της διαφοράς στη διαμεσολάβηση (βλ. το προσκομισθέν από 27.7.2020 ενημερωτικό έγγραφο), χωρίς, σύμφωνα και με τα οριζόμενα στην υπό στοιχείο III νομική σκέψη της παρούσας, να ασκείται εν προκειμένω κάποια επίδραση από το γεγονός ότι το ως άνω προσκομισθέν έγγραφο φέρει ημερομηνία μεταγενέστερη της κατάθεσης της αίτησης, αλλά και, από το γεγονός ότι έχει υπογραφεί μόνο από τον διάδικο και όχι και από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, δεδομένου, άλλωστε, ότι το έγγραφο αυτό προσκομίζεται από τον πληρεξούσιο του αιτούντος και από το περιεχόμενο του αποδεικνύεται, σε κάθε περίπτωση, ότι έχει επιτευχθεί η επιβαλλόμενη από την παραπάνω διάταξη ενημέρωση του διαδίκου.
Ο αιτών της υπό στοιχείο γ και με αριθμό κατάθεσης .../2020 συμπληρωματικής αίτησης συμπληρώνει με αυτή την υπό στοιχείο β και με αριθμό κατάθεσης .../2020 αίτησή του με την προσθήκη των ακόλουθων στοιχείων: α) της εκδήλωσης ενδιαφέροντος εισόδου στην εταιρία «... ΟΕ» του γαμπρού του, Λ. Σ. του Δ. καθώς και ενός επιχειρηματία της Ξάνθης, με τους οποίους μπορεί να συνεχίσει την εταιρία σε περίπτωση αποκλεισμού του καθ ου από αυτή, β) της διάδοσης εκ μέρους του καθ ου, μετά την κατάθεση της υπό στοιχείο α αίτησής του, φημών περί λύσης της εταιρίας, με αντίστοιχη μείωση της φήμης και της πελατείας της τελευταίας, γ) της επιδίωξης του καθ ου να αποκλείσει τον ίδιο από την πρόσβασή του στην επιχείρηση σε ώρες εκτός του ωραρίου λειτουργίας της, παρουσιάζοντάς τον ψευδώς στο δικαστήριο των ασφαλιστικών μέτρων ότι προβαίνει σε κλοπές εμπορευμάτων από την επιχείρηση και δ) της παρεμπόδισής του από τον καθ ου κατά τους τελευταίους τέσσερις μήνες να προβαίνει σε ανεφοδιασμό της εταιρίας, αιτούμενος να γίνει δεκτή αυτή καθώς και η ως άνω με αριθμό κατάθεσης .../2020 αίτησή του στο σύνολο της και να καταδικαστεί ο καθ ου στη δικαστική δαπάνη του. Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα η ως άνω συμπληρωματική αίτηση, που φέρει τον χαρακτήρα μη αυτοτελούς παρεμπίπτουσας αίτησης, παραδεκτά και αρμοδίως καθ ύλην και κατά τόπον εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, όπου εκκρεμεί και η κύρια αίτηση, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (285, 739, 741 Κ.Πολ.Δ.), και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις του άρθρου 282, 283, 285, 741 Κ.Πολ.Δ.. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, σημειουμένου ότι εκ περισσού προσκομίστηκε από τον αιτούντα το προβλεπόμενο στο άρθρο 3 παρ. 2 του ν. 4640/2019 έγγραφο ενημέρωσης του διαδίκου για την δυνατότητα υπαγωγής της διαφοράς στη διαμεσολάβηση (βλ. το προσκομισθέν από 27.7.2020 ενημερωτικό έγγραφο), δεδομένου ότι η συγκεκριμένη αίτηση δεν φέρει αυτοτελή χαρακτήρα.
[ ΠΗΓΗ : ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ]