ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ
ΤΜΗΜΑ Β΄
ΑΠΟΦΑΣΗ 713/2021
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 19 Φεβρουαρίου 2020, με την εξής σύνθεση: E. Σάρπ, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος, Αγ. Σδράκα, Ευστ. Σκούρα, Σύμβουλοι, Β. Μόσχου, Μ. Σκανδάλη, Πάρεδροι. Γραμματέας η Α. Ζυγουρίτσα.
Για να δικάσει την από 14 Φεβρουαρίου 2019 αίτηση:
της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.), η οποία παρέστη με τη Δέσποινα Γάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,
κατά των: 1. .... και 2. ...., οι οποίοι παρέστησαν με τη δικηγόρο Όλγα Φώτα (Α.Μ. ....), που τη διόρισαν με πληρεξούσιο.
Με την αίτηση αυτή η αναιρεσείουσα Αρχή επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 4285/2018 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.
Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.
Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Μ. Σκανδάλη.
Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου και
Αφού μελέτησε τα σχετικά έγγραφα
Σκέφθηκε κατά τον Νόμο
1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας δεν απαιτείται κατά νόμο η καταβολή παραβόλου, ζητείται η αναίρεση της 4285/2018 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία, κατ’ αποδοχή προσφυγής των ήδη αναιρεσιβλήτων, ακυρώθηκε η σιωπηρή απόρριψη από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων (Γ.Γ.Δ.Ε.) του Υπουργείου Οικονομικών ενδικοφανών προσφυγών των αναιρεσιβλήτων α) κατά της .../2017 οριστικής πράξεως διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος φυσικών προσώπων του Προϊσταμένου του Κέντρου Ελέγχου Φορολογούμενων Μεγάλου Πλούτου (Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π), με την οποία καταλογίστηκε σε βάρος τους, για το οικονομικό έτος 2008, κύριος φόρος εισοδήματος, συνολικού ύψους (μετά του πρόσθετου φόρου) 3.998.371,48 ευρώ και β) κατά της 1263/2017 οριστικής πράξεως διορθωτικού προσδιορισμού έκτακτης εισφοράς του άρθρου 18 του ν. 3758/2009 του ίδιου Προϊσταμένου, με την οποία καταλογίστηκε σε βάρος τους, για το ίδιο ως άνω οικονομικό έτος, έκτακτη εισφορά, συνολικού ύψους (μετά της πρόσθετης) 103.400 ευρώ.
2. Επειδή, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213) και, ακολούθως, η παράγραφος 3 συμπληρώθηκε με το άρθρο 15 παρ. 2 του ν. 4446/2016 (Α΄ 240/ 22.12.2016) -η ισχύς του οποίου άρχισε, σύμφωνα με το άρθρο 32 του νόμου αυτού, από τη δημοσίευση του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως- για το παραδεκτό αιτήσεως αναιρέσεως απαιτείται σωρευτικώς η συνδρομή των προϋποθέσεων τόσο της παραγράφου 3 του, κατά τα ως άνω, τροποποιηθέντος άρθρου 53 του π.δ. 18/1989, όσο και του προβλεπομένου στην παράγραφο 4 του εν λόγω άρθρου ελαχίστου ποσού της διαφοράς. Ειδικότερα, αν πρόκειται για διαφορά με χρηματικό αντικείμενο τουλάχιστον 40.000 ευρώ, για το παραδεκτό της αιτήσεως αναιρέσεως απαιτείται η προβολή ισχυρισμών με το περιεχόμενο που επιβάλλουν οι διατάξεις της παραγράφου 3, βαρύνεται δηλαδή ο αναιρεσείων στην περίπτωση αυτή, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αιτήσεως του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που περιλαμβάνει στο εισαγωγικό δικόγραφο, ότι με καθένα από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο, κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς, νομικό ζήτημα, ήτοι ζήτημα ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου -και όχι ζήτημα αιτιολογίας, εκτιμήσεως των αποδείξεων ή εσφαλμένης υπαγωγής στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου, συνδεομένου με το πραγματικό της υποθέσεως-, που κρίθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης έρχονται σε αντίθεση με μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή, ελλείψει αυτών, προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, ως τέτοια δε νομολογία νοείται η διαμορφωθείσα επί αυτού τούτου του κρίσιμου νομικού ζητήματος (βλ. ΣτΕ 4163/2012, επταμ., 1365/2017 επταμ., 2934/2017 επταμ. κ.ά.), όχι δε και επί των οποιωνδήποτε ερμηνευτικών επιχειρημάτων που είναι δυνατό να διατυπωθούν για την επίλυσή του (βλ. ΣτΕ 1774/2018, 2347/2018, 1686/2019).
3. Επειδή, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά και κρίθηκαν τα ακόλουθα (σκ. 7-8): «7. Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας, ανάμεσα στα οποία και η από 7.4.2017 έκθεση ελέγχου προσδιορισμού φόρου εισοδήματος των ελεγκτών υπαλλήλων του Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π. [...], προκύπτουν τα εξής: Με βάση τις .../2015 και .../2016 (για τον προσφεύγοντα) και .../2013 και .../2016 (για την προσφεύγουσα) εντολών ελέγχου διενεργήθηκε από τους ανωτέρω υπαλλήλους έλεγχος στους προσφεύγοντες, για την διαπίστωση της ορθής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 15 έως 19 και 48 παρ. 3 του ν. 2238/1994, εκτός άλλων διαχειριστικών περιόδων, και για τη διαχειριστική περίοδο 1/1 – 31/12/2007, για την οποία ο προσφεύγοντες, σύζυγοι, είχαν υποβάλει από κοινού την .../3.3.2008 δήλωση φόρου εισοδήματος, με την οποία δεν δήλωσαν φορολογητέο εισόδημα. Ο ανωτέρω έλεγχος διενεργήθηκε, κατόπιν της ..../2013 παραγγελίας του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, λόγω του ότι οι προσφεύγοντες απέστειλαν στο εξωτερικό, τις χρήσεις 2010 και 2011, εμβάσματα, συνολικού ύψους 1.310.023 ευρώ και, κατόπιν της ..../2013 παραγγελίας του Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος, για την αξιοποίηση δεδομένων CD, σχετικά με τις κινήσεις τραπεζικών λογαριασμών των προσφευγόντων στην ημεδαπή. Από την επεξεργασία των δεδομένων του CD, διαπιστώθηκε ότι οι προσφεύγοντες διατηρούσαν, είτε ως δικαιούχοι είτε ως συνδικαιούχοι, διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς στην Ελλάδα, όπως στις Τράπεζες Eurobank, Millennium, Κύπρου, Πειραιώς και Alpha Bank, στους οποίους εντοπίστηκαν πιστώσεις/καταθέσεις χρηματικών ποσών που δεν σχετίζονταν με χρεώσεις άλλων λογαριασμών και δεν προέκυπτε σύνδεσή τους με τα δηλωθέντα εισοδήματα των προσφευγόντων, γι’ αυτό και τους ζητήθηκε, με τα .... (για τον προσφεύγοντα) και .... (για την προσφεύγουσα) αιτήματα παροχής πληροφοριών να δικαιολογήσουν την πηγή και την αιτία προέλευσής τους. Μετά την επεξεργασία των απαντήσεων των προσφευγόντων και των στοιχείων που αντλήθηκαν από τα ηλεκτρονικά συστήματα Taxis και Elenxis, προέκυψε ότι οι προσφεύγοντες κατείχαν την ρώσικη υπηκοότητα μέχρι την 6/7/2004, οπότε έλαβαν την ελληνική ιθαγένεια και γράφτηκαν για πρώτη φορά στα δημοτολόγια του Δήμου Θεσσαλονίκης το 2005, ότι υπέβαλαν για πρώτη φορά φορολογική δήλωση στην Ελλάδα το έτος 2006 στη Δ.Ο.Υ. Ξάνθης και μετέπειτα στη Δ.Ο.Υ. Γλυφάδας, ότι δεν είχαν επιχειρηματική δραστηριότητα στο εξωτερικό για το χρονικό διάστημα που ήταν φορολογικοί κάτοικοι Ελλάδας και ότι κατά τα ελεγχόμενα οικονομικά έτη (2006 έως και 2013) απέκτησαν περιουσιακά στοιχεία στην Ελλάδα (κατοικία, ΕΙΧ αυτοκίνητα κ.λπ.), ενώ ίδρυσαν και συμμετείχαν σε εμπορικές εταιρείες και συγκεκριμένα για το κρινόμενο οικονομικό έτος 2008 προέκυψε ότι οι προσφεύγοντες ίδρυσαν, κατά 50% έκαστος, την ναυτιλιακή εταιρεία «... Ν.Ε.Π.Α.» και ότι η προσφεύγουσα διετέλεσε Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρείας «.... Α.Ε.». Για όσες δε εκ των ανωτέρω πιστώσεων/ καταθέσεων, ο έλεγχος έκρινε ότι η εκ μέρους των προσφευγόντων τεκμηρίωση δεν ήταν επαρκής, τις θεώρησε ως αποκρυβέν εισόδημα, άλλοτε φορολογούμενο ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες, στο όνομα του προσφεύγοντος και άλλοτε φορολογούμενο ως εισόδημα του άρθρου 48 παρ. 3 εδ. β΄ του ν. 2238/1994, όπως προστέθηκε με το άρθρο 15 παρ. 3 του ν. 3888/2010 (προσαύξηση περιουσίας από άγνωστη ή αδικαιολόγητη ή μη διαρκή πηγή ή αιτία, που φορολογείται ως εισόδημα από ελευθέρια επαγγέλματα), το οποίο επιμέρισε στους προσφεύγοντες, ανάλογα με την συμμετοχή τους σε έκαστο λογαριασμό τους στην ημεδαπή, στον οποίο και πιστώθηκε το εκάστοτε ποσό (σελίδες 63 έως 108 της σχετικής έκθεσης ελέγχου). Έτσι προσδιόρισε το συνολικό καθαρό φορολογητέο εισόδημα των προσφευγόντων, για την χρήση 2007, με βάση τις γενικές φορολογικές διατάξεις και τις διατάξεις περί δαπανών διαβίωσης (άρθρα 15 – 19 του ν. 2238/1994), σε 110.386,94 ευρώ (94.426,20 ευρώ εισόδημα του προσφεύγοντος από μισθωτές υπηρεσίες και 7.980,37 ευρώ, ως εισόδημα εκάστου των προσφευγόντων της παρ. 3 του άρθρου 48 του ν. 2238/1994). Περαιτέρω, η φορολογική Αρχή, κατόπιν της .... απόφασης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας, διενήργησε στους προσφεύγοντες έλεγχο με βάση τις “έμμεσες τεχνικές ελέγχου”, επιλέγοντας, ως προσφορότερη, την “τεχνική ανάλυσης ρευστότητας”. Με βάση την ανωτέρω ελεγκτική μέθοδο, συνετάγησαν σχετικοί πίνακες στους οποίους αναγράφονται, από τη μία τα χρηματικά υπόλοιπα που είχαν οι προσφεύγοντες σε τραπεζικούς λογαριασμούς της ημεδαπής την 1η Ιανουαρίου του κρινόμενου έτους (χρήση 2007), τα οποία προσαυξήθηκαν με όλα τα έσοδα του οικείου έτους (Πίνακας πηγές Κεφαλαίων/Εσόδων) και από την άλλη τα χρηματικά υπόλοιπα στις 31 Δεκεμβρίου του ιδίου έτους, μαζί με όλες τις πραγματικές δαπάνες του έτους αυτού (Πίνακας Αναλώσεις Κεφαλαίων/ Εσόδων). Συγκεκριμένα, από τις ελεγκτικές επαληθεύσεις που διενήργησε ο έλεγχος, με βάση τις έμμεσες τεχνικές ελέγχου, καταρτίστηκαν οι πίνακες που ενσωματώνονται στις σελίδες 152 και 153 της εκθέσεως ελέγχου, τα δεδομένα των οποίων, έχουν ως εξής: Α) Πηγές Κεφαλαίων/Εσόδων: 1. Υπόλοιπα χρηματοπιστωτικών λογαριασμών στην έναρξη της ελεγχόμενης χρήσης: 240.165,05 ευρώ. 2. Έσοδα από λοιπές πηγές: 5.532,74 ευρώ. 3. Έσοδα από πώληση περιουσιακών στοιχείων: 9.000 ευρώ. 4. Λοιπά έσοδα πάσης φύσεως φορολογητέα ή μη: 300.000 ευρώ. ΣΥΝΟΛΟ: 554.697,79 ευρώ. Β: Αναλώσεις Κεφαλαίων/ Εσόδων: 1. Υπόλοιπα χρηματοπιστωτικών λογαριασμών στη λήξη της ελεγχόμενης περιόδου: 523.924,26 ευρώ. 2. Ποσά συμμετοχής στο κεφάλαιο κάθε μορφής επιχειρήσεων: 4.500.000 ευρώ. Όσον αφορά το ποσό αυτό στην σχετική έκθεση ελέγχου (σελ. 58) αναφέρεται ότι: «Από τον διενεργηθέντα έλεγχο διαπιστώθηκε ότι οι ελεγχόμενοι βάσει του από 7.6.2007 Καταστατικού Σύστασης Ναυτιλιακής Εταιρείας Πλοίων Αναψυχής Ν. 3182/2003, το οποίο καταχωρήθηκε την 12.6.2007 στο Μητρώο Ν.Ε.Π.Α. του Υ.Ε.Ν. ίδρυσαν την εταιρεία με την επωνυμία ... Ν.Ε.Π.Α. Βάσει του παραπάνω καταστατικού ορίζονται τα παρακάτω: 3.1.1. Το εταιρικό κεφάλαιο ορίζεται σε ευρώ τέσσερα εκατομμύρια πεντακόσιες χιλιάδες (4.500.000) και διαιρείται σε χίλιες ανώνυμες μετοχές ….. 9.2. Το κεφάλαιο της εταιρείας που προβλέπεται στην παράγραφο 3.1.1. του καταστατικού αυτού κατεβλήθη από τους ιδρυτές στο ταμείο της εταιρείας ως ακολούθως: α) ...., κατέβαλε ευρώ δύο εκατομμύρια διακόσιες πενήντα χιλιάδες (2.250.000) και ανέλαβε πεντακόσιες μετοχές. β) ...., κατέβαλε ευρώ δύο εκατομμύρια διακόσιες πενήντα χιλιάδες (2.250.000) και ανέλαβε πεντακόσιες μετοχές. Βάσει των παραπάνω προκύπτει ότι οι ελεγχόμενοι πραγματοποίησαν δαπάνη ποσού 2.250.000 έκαστος και αφορά την καταβολή κεφαλαίου για την ίδρυση της εταιρείας ... Ν.Ε.Π.Α. Η παραπάνω δαπάνη λαμβάνεται υπόψη για τον προσδιορισμό του εισοδήματος με βάση τις Έμμεσες Τεχνικές Ελέγχου, αφού όπως ορίζεται ρητά στο καταστατικό ίδρυσης της εταιρείας το κεφάλαιο “κατεβλήθη από τους ιδρυτές στο ταμείο της εταιρείας” και, ως εκ τούτου, αποτελεί πραγματική δαπάνη. Επίσης, από τα στοιχεία που συγκέντρωσε η υπηρεσία μας προκύπτει ότι η εταιρεία ... Ν.Ε.Π.Α. απέκτησε το σκάφος .... από την Ιταλική επιχείρηση ... το έτος 2007, την αξία του οποίου, όπως ισχυρίζονται οι ελεγχόμενοι, εξόφλησαν απ’ ευθείας, μέσω τραπεζικού λογαριασμού που διατηρούσαν σε Τράπεζα της Ρωσικής Ομοσπονδίας, χωρίς όμως να προσκομίσουν στον έλεγχο τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία. Επίσης από τον διενεργηθέντα έλεγχο διαπιστώθηκε ότι η Ιταλική επιχείρηση .... εξέδωσε το .... τιμολόγιο πώλησης στο όνομα της εταιρείας ... Ν.Ε.Π.Α. με αναγραφόμενη αξία του σκάφους ποσό 4.102.792,71 ευρώ. Βάσει των παραπάνω ο έλεγχος κρίνει ότι το ποσό των 4.102.792,71 ευρώ που κατέβαλαν οι ελεγχόμενοι για την αγορά του σκάφους .... αποτελεί μέρος από το συνολικό καταβληθέν κεφάλαιο των 4.500.000 ευρώ στην εταιρεία ... Ν.Ε.Π.Α.». 3. Αγορές περιουσιακών στοιχείων: 82.780 ευρώ. 4. Ποσά φόρων, τελών, εισφορών και προστίμων κάθε μορφής: 933 ευρώ και 5. Ποσά για κάθε είδους δαπάνες διαβίωσης: 26.614,48 ευρώ. ΣΥΝΟΛΟ: 5.134.251,74 ευρώ. Έτσι, με βάση τους ανωτέρω πίνακες, για το έτος 2007, προέκυψε αρνητική διαφορά 4.579.553,95 (5.134.251,74 μείον 554.697,79) ευρώ. Στη συνέχεια, ο έλεγχος έλαβε υπόψη το μεγαλύτερο αποτέλεσμα που εξήχθη με βάση κάθε μία από τις ανωτέρω τεχνικές ελέγχου (έλεγχος πρωτογενών πιστώσεων με βάση τις γενικές διατάξεις και έλεγχος με βάση έμμεσες τεχνικές ελέγχου) και έτσι προσδιόρισε την αποκρυβείσα ύλη με την τεχνική ανάλυση ρευστότητας και την κατένειμε μεταξύ των προσφευγόντων συζύγων ως εξής: Φορολογητέα ύλη με έμμεσες τεχνικές: 4.579.553,95 ευρώ. Εξ αυτής, ποσό 94.426,20 ευρώ αφορά τον προσφεύγοντα και καταλογίσθηκε σε αυτόν, όπως προεκτέθηκε, ως εισόδημα από μισθωτές υπηρεσίες από τον διενεργηθέντα έλεγχο βάσει των γενικών διατάξεων και το υπόλοιπο της φορολογητέας ύλης κατανεμήθηκε ισομερώς στους δύο προσφεύγοντες, από 2.242.563,87 ευρώ στον καθένα, ως εισόδημα της παρ. 3 του άρθρου 48 του ν. 2238/1994. Ακολούθως, ο Προϊστάμενος του Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π., εξέδωσε σε βάρος των προσφευγόντων την .../2017 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος, με την οποία καταλόγισε σε βάρος τους, για το οικονομικό έτος 2008, κύριο φόρος εισοδήματος, συνολικού ύψους (μετά του προσθέτου) 3.998.371,48 ευρώ και την 1263/2017 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού έκτακτης εισφοράς άρθρου 18 του ν. 3758/2009, με την οποία καταλόγισε σε βάρος τους, για το εν λόγω οικονομικό έτος, έκτακτη εισφορά, συνολικού ύψους (μετά της πρόσθετης) 103.400 ευρώ. Ενδικοφανείς προσφυγές των προσφευγόντων (με αρ. πρωτ. ... και .... αντίστοιχα) κατά των παραπάνω πράξεων, με τις οποίες προέβαλαν, μεταξύ άλλων, την παραγραφή του δικαιώματος του Δημοσίου επιβολής των ένδικων φόρων και της εισφοράς, απορρίφθηκαν, σιωπηρώς, εφόσον δεν εκδόθηκε απόφαση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας. 8. Επειδή, [...], το δικαίωμα του Δημοσίου για την επιβολή των ένδικων φόρων και εισφοράς έχει υποπέσει στην προβλεπόμενη από τις [...] διατάξεις, πενταετή παραγραφή, η οποία άρχισε από το τέλος του κρίσιμου οικονομικού έτους 2008 και συμπληρώθηκε στις 31.12.2013, δηλαδή πριν την έκδοση και βεβαίως την κοινοποίηση των ως άνω καταλογιστικών πράξεων προσδιορισμού φόρου εισοδήματος και εισφοράς, κατά το σχετικό βάσιμο λόγο της κρινόμενης προσφυγής. Και αυτό καθόσον, [...], οι προαναφερόμενες διατάξεις παράτασης του χρόνου παραγραφής των φορολογικών αξιώσεων αντίκεινται στις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 78 του Συντάγματος και συνεπώς είναι ανεφάρμοστες. Εξάλλου, ουδέν συμπληρωματικό στοιχείο υφίσταται, το οποίο να δύναται να οδηγήσει σε παράταση του χρόνου της παραγραφής της ένδικης χρήσης από πέντε σε δέκα έτη, καθόσον, εν προκειμένω, ουδεμία φορολογητέα ύλη συνδέθηκε ή προέκυψε από τυχόν λογαριασμούς των προσφευγόντων στην αλλοδαπή, οι οποίοι να περιήλθαν εκ των υστέρων σε γνώση της φορολογικής Αρχής, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το καθού, αλλά μόνο από πηγές της Ελλάδας, ήτοι από τραπεζικούς λογαριασμούς και δαπάνες της ημεδαπής. Ειδικότερα, όπως προελέχθηκε, τα στοιχεία που ελέγχθηκαν από το Κ.Ε.ΦΟ.ΜΕ.Π., συνοψίζονται ως εξής: α) Πρωτογενείς καταθέσεις που εμπεριέχονταν στο CD με τους τραπεζικούς λογαριασμούς των προσφευγόντων στην ημεδαπή, β) τα υπόλοιπα των κινήσεων των τραπεζικών τους λογαριασμών στην ημεδαπή στην αρχή και στο τέλος του υπό κρίση οικονομικού έτους (αλλά και των άλλων ελεγχόμενων ετών), γ) εισοδήματα από κάθε πηγή, όπως αυτά προέκυπταν από την οικεία δήλωσή τους φορολογίας εισοδήματος, δ) έλεγχος τεκμαρτών δαπανών διαβίωσης και αγοράς περιουσιακών στοιχείων, καθώς και έλεγχος ανάλωσης κεφαλαίων και ε) εισφορές σε κεφάλαιο επιχειρήσεων και ιδίως, για το κρινόμενο έτος, η εισφορά 4.500.000 ευρώ στο εταιρικό κεφάλαιο της ναυτικής εταιρείας ... Ν.Ε.Π.Α. Με βάση τα ανωτέρω, εν προκειμένω, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ύπαρξη νεότερων – συμπληρωματικών στοιχείων, καθώς: Ως συμπληρωματικό στοιχείο, το οποίο δύναται να δικαιολογήσει την παράταση της παραγραφής από πενταετή σε δεκαετή, δεν νοείται, [...], αυτό καθ’ εαυτό το άνοιγμα και ο έλεγχος των κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών της ημεδαπής, καθώς αυτοί ήταν ανά πάσα στιγμή διαθέσιμοι στον έλεγχο και δύναντο να ελεγχθούν κατά την οριζόμενη στο άρθρο 66 του ν. 2238/1994 και πλέον άρθρο 15 παρ. 1 και 3 του ν. 4174/2013, διαδικασία άρσης του τραπεζικού απορρήτου. Επίσης, ως συμπληρωματικό στοιχείο, το οποίο περιήλθε εκ των υστέρων σε γνώση της Αρχής, δεν δύναται να θεωρηθεί ούτε η εισφορά στο κεφάλαιο της εταιρείας ... Ν.Ε.Π.Α., η οποία καταλογίστηκε στους προσφεύγοντες ως δήθεν μη δικαιολογημένη προσαύξηση περιουσίας, καθόσον, η εν λόγω δαπάνη διαπιστώθηκε, όπως προεκτέθηκε, βάσει του από 7.6.2007 καταστατικού σύστασης ναυτιλιακής εταιρείας πλοίων αναψυχής ν. 3182/2013, το οποίο καταχωρήθηκε την 12.6.2007 στο Μητρώο Ν.Ε.Π.Α. του Υ.Ε.Ν., δυνάμει του οποίου ιδρύθηκε η άνω εταιρεία, στο εταιρικό κεφάλαιο της οποίας αναγράφηκε το επίμαχο ποσό των 4.500.000 ευρώ. Προκύπτει, δηλαδή, το ανωτέρω κεφάλαιο από το νομίμως δημοσιευμένο καταστατικό της εν λόγω εταιρείας, το οποίο δύνατο ανά πάσα στιγμή να είναι στη διάθεση του ελέγχου (άρθρο 55 του ν. 959/1979). Και υποστηρίζει μεν το καθού, το πρώτον με την από 10.7.2018 έκθεση των απόψεών του, ότι τέτοιο συμπληρωματικό στοιχείο συνιστά το 27483/12.12.2016 έγγραφο υπόμνημα των προσφευγόντων προς τη Διοίκηση, με το οποίο προέβαλαν, σε αντίκρουση των ισχυρισμών του ελέγχου περί καταλογισμού της ανωτέρω δαπάνης, ότι “το έτος 2007 ήταν δικαιούχοι τραπεζικού λογαριασμού στη Ρωσία, μέρος των χρημάτων του οποίου αποτέλεσε το κατατεθειμένο κεφάλαιο στην εταιρεία ... Ν.Ε.Π.Α.”. Ανεξαρτήτως, όμως, του ότι καμία σαφής και ειδική επίκληση του ως άνω “συμπληρωματικού στοιχείου” γίνεται στην οικεία έκθεση ελέγχου, ο προβαλλόμενος με το ως άνω υπόμνημα ισχυρισμός των προσφευγόντων, ήταν ένας απλός αμυντικός ισχυρισμός, προκειμένου οι τελευταίοι να αποφύγουν τον καταλογισμό αυτής της εισφοράς, ως προσαύξηση περιουσίας, και ο οποίος, άλλωστε, ουδέποτε έγινε αποδεκτός από τον έλεγχο (όπως προεκτέθηκε, ο έλεγχος δεν αναφέρει το υπόλοιπο και την κίνηση ουδενός τραπεζικού λογαριασμού των προσφευγόντων στο εξωτερικό, τυχόν ποσά που κατατέθηκαν ή μεταφέρθηκαν σε αυτόν και γενικά δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε κανένα τέτοιο στοιχείο)».
4. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, η οποία ασκείται παραδεκτώς από την άποψη του ποσού της διαφοράς (βλ. σχετικά και το επισυναπτόμενο στο εισαγωγικό δικόγραφο της αιτήσεως .... σημείωμα προσδιορισμού της φορολογικής διαφοράς του Προϊσταμένου του ΚΕ.ΦΟ.ΜΕ.Π.), πλήττεται το σκεπτικό της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως βάσει του οποίου το δικάσαν δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι είχε παραγραφεί το δικαίωμα της Διοίκησης για την έκδοση των επίμαχων καταλογιστικών πράξεων, διότι δεν συνέτρεχε εν προκειμένω περίπτωση εφαρμογής της προβλεπόμενης στο άρθρο 84 παρ. 4 του Κ.Φ.Ε. δεκαετούς προθεσμίας παραγραφής.
5. Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 4 (περιπτ. β) του άρθρου 84 του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος (ν. 2238/1994, Α΄ 151 – Κ.Φ.Ε.), που εφαρμόζονται στην επίδικη χρήση (ενόψει και της μεταβατικής διάταξης του άρθρου 72 παρ. 11 εδαφ. α του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, ν. 4174/2013, Α΄ 170), το δικαίωμα του Δημοσίου για καταλογισμό φόρου εισοδήματος καθώς και πρόσθετου φόρου, λόγω ανακρίβειας της οικείας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, με έκδοση πράξης διορθωτικού προσδιορισμού του φόρου, κατόπιν διενέργειας ελέγχου, παραγράφεται, κατ’ αρχήν, με την πάροδο πενταετίας από το τέλος του έτους εντός του οποίου έληξε η προθεσμία για την επίδοση της οικείας δήλωσης (η εν λόγω προθεσμία καθορίζεται στο άρθρο 62 του Κ.Φ.Ε.), αλλά, κατά παρέκκλιση του κανόνα αυτού, η παραγραφή καθίσταται δεκαετής, μεταξύ άλλων, σε περίπτωση στην οποία η διαπίστωση της ανακρίβειας της δήλωσης και η επιβολή του διαφυγόντος φόρου και της χρηματικής κύρωσης στηρίζονται σε στοιχεία («συμπληρωματικά») που περιήλθαν στην αρμόδια για τον καταλογισμό φορολογική αρχή μετά την ως άνω πενταετία (βλ. ΣτΕ 2934-2935/2017 επταμ., 172-173/2018 επταμ.). Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 6 του ν. 3522/2006 (Α΄ 276), που τροποποίησε το άρθρο 84 παρ. 4 του Κ.Φ.Ε., τούτο ισχύει ακόμα κι αν δεν είχε εκδοθεί αρχικό φύλλο ελέγχου εντός πενταετίας από το τέλος του προαναφερόμενου έτους, ήτοι, κατ’ ουσίαν, ανεξάρτητα από το εάν είχε διενεργηθεί φορολογικός έλεγχος ή όχι, μέσα στην πενταετία αυτή. Με τις αποφάσεις 2934/2017, 2935/2017, 172/2018 και 173/2018 της επταμελούς σύνθεσης του Β΄ Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας, οι οποίες δημοσιεύθηκαν, αντίστοιχα, την 15.11.2017 και την 24.1.2018, ήτοι πριν από την άσκηση της κρινόμενης αίτησης (την 18.02.2019), κρίθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: “Κατά την έννοια των [...] διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 (περιπτ. β) του άρθρου 84 του ΚΦΕ, ερμηνευόμενων σύμφωνα με την [...] συνταγματική αρχή της αναλογικότητας των νομοθετικών διατάξεων περί παραγραφής, (α) ο φορολογικός έλεγχος (και ο βάσει αυτού καταλογισμός φόρου και πρόσθετου φόρου, λόγω ανακρίβειας της δήλωσης) πρέπει να διενεργείται, κατ’ αρχήν, εντός πενταετίας από το τέλος του έτους εντός του οποίου έληξε η προθεσμία για την επίδοση της οικείας δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, (β) κατά παρέκκλιση από τον ανωτέρω κανόνα της παραγράφου 1, χωρεί, σύμφωνα με την στενώς ερμηνευτέα διάταξη της περιπτ. β της παραγράφου 4 (σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 περιπτ. α), έλεγχος (ακόμα και αρχικός) και έκδοση, βάσει αυτού, πράξης καταλογισμού φόρου και πρόσθετου φόρου, εντός δεκαετίας από το τέλος του προαναφερόμενου έτους, εάν περιέλθουν σε γνώση της φορολογικής Διοίκησης «συμπληρωματικά στοιχεία», δηλαδή στοιχεία αποδεικτικά της ύπαρξης μη δηλωθέντος φορολογητέου εισοδήματος (πρβλ. ΣτΕ 1303/1999, 2632/1996), τα οποία δικαιολογημένα δεν είχε υπόψη της η φορολογική αρχή κατά την ανωτέρω πενταετία (βλ. ΣτΕ 2426/2002). Συνεπώς, δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία εκείνα τα οποία είτε είχαν περιέλθει σε γνώση της φορολογικής αρχής εντός της προβλεπόμενης στην παράγραφο 1 του ανωτέρω άρθρου 84 πενταετίας και αγνοήθηκαν ή δεν ελήφθησαν προσηκόντως υπόψη από αυτήν (πρβλ. ΣτΕ 3296/2008, 2703/1997, 2473/1996) είτε η φορολογική αρχή όφειλε να έχει λάβει γνώση τους, εντός της ίδιας πενταετίας, εάν είχε επιδείξει την δέουσα επιμέλεια (πρβλ. ΣτΕ 2426/2002, 2700/1965), ήτοι εάν είχε λάβει τα προσήκοντα μέτρα ελέγχου και έρευνας, που προβλέπονται στο νόμο. Περαιτέρω, [...] μεταξύ των βασικών και τακτικών μέσων του φορολογικού ελέγχου της ακρίβειας των δηλώσεων εισοδήματος, ο οποίος, κατά τα προεκτεθέντα, πρέπει να διενεργείται, κατ’ αρχήν, εντός της προβλεπόμενης στο ανωτέρω άρθρο 84 παρ. 1 πενταετίας, είναι και η εξέταση του υπόλοιπου και των κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου στην ημεδαπή. Τούτων έπεται ότι στοιχεία για το υπόλοιπο ή/και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου στην ημεδαπή δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία», ικανά να δικαιολογήσουν (ενόψει και των επιταγών της συνταγματικής αρχής της αναλογικότητας) την επιμήκυνση της (κατ’ αρχήν οριζόμενης, πενταετούς) προθεσμίας παραγραφής, σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 4 περιπτ. β, σε συνδυασμό με το άρθρο 68 παρ. 2 περιπτ. α του ΚΦΕ. Πράγματι, αν θεωρηθεί ότι στοιχεία για το υπόλοιπο ή/και τις κινήσεις των τραπεζικών λογαριασμών στην ημεδαπή μπορούν να αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία», ο κανόνας της πενταετούς παραγραφής δεν θα είχε κατ’ ουσίαν πεδίο εφαρμογής και η εμφανιζόμενη ως παρέκκλιση δεκαετής παραγραφή θα καθίστατο ο κανόνας, δεδομένου ότι, αν όχι το σύνολο των φορολογουμένων, εν πάση περιπτώσει, η συντριπτική πλειοψηφία αυτών τηρούσε ήδη από πολλών ετών και εξακολουθεί να τηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς, χωρίς τους οποίους, άλλωστε, δεν είναι πλέον δυνατή η πραγματοποίηση μεγάλου πλήθους συναλλαγών. Επιπρόσθετα ένας τέτοιος κανόνας, ορίζοντας τόσο μακρύ χρόνο παραγραφής (δεκαετία), διπλάσιο του κατ’ αρχήν προβλεπόμενου (και, δη, ανεξαρτήτως των συνθηκών τέλεσης ή/και της βαρύτητας, από απόψεως ποσού, της αποδιδόμενης φοροδιαφυγής), εμφανίζει σοβαρά μειονεκτήματα, τόσο για τους φορολογούμενους όσο και για το Δημόσιο (όσον αφορά τη φερεγγυότητα των φορολογικών ελέγχων, τη δυνατότητα προσήκουσας άμυνας των διοικουμένων, τον προγραμματισμό και την ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων τους, προς όφελος και της εθνικής οικονομίας, καθώς και την εισπραξιμότητα των καταλογιζόμενων ποσών), ενόψει των οποίων [...] θα έβαινε εμφανώς πέραν του μέτρου που είναι αναγκαίο και εύλογο για τον εντοπισμό και την καταστολή της φοροδιαφυγής (και, ιδίως, της μεγάλης από απόψεως ποσού) από μια σύγχρονη, καλά οργανωμένη και επιμελή φορολογική Διοίκηση, λαμβανομένου υπόψη ότι ο λόγος της ανωτέρω επιμήκυνσης της προθεσμίας παραγραφής θα συνίστατο στην όψιμη (μετά την πάροδο της πενταετίας) συλλογή και εκτίμηση από τη φορολογική αρχή στοιχείων περί των τραπεζικών λογαριασμών των φορολογουμένων, μέσω της χρήσης βασικού και τακτικού μέσου, που έχει [κατά το νόμο] στη διάθεσή του, εδώ και πολλά χρόνια [ήδη από το έτος 1994], ο φορολογικός έλεγχος και το οποίο αυτός οφείλει να εφαρμόζει, ορθολογικά και επίκαιρα, αξιοποιώντας κατάλληλα και τη σύγχρονη τεχνολογία, για την αποτελεσματική εκπλήρωση του έργου του [...].”. Επομένως, με τις προαναφερόμενες αποφάσεις του Δικαστηρίου κρίθηκε ότι «συμπληρωματικά στοιχεία», κατά την έννοια της διάταξης της περιπτ. β της παραγράφου 4 του άρθρου 84 του Κ.Φ.Ε., σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 2 περιπτ. α του Κ.Φ.Ε., είναι στοιχεία αποδεικτικά της ύπαρξης μη δηλωθέντος φορολογητέου εισοδήματος, τα οποία δικαιολογημένα δεν είχε υπόψη της η φορολογική αρχή κατά την οριζόμενη στο άρθρο 84 παρ. 1 του Κ.Φ.Ε. πενταετία. Συνακόλουθα, ενόψει της παραπάνω ερμηνείας, με τις αποφάσεις 2934/2017 και 2935/2017 του Δικαστηρίου κρίθηκε ότι δεν αποτελούσαν «συμπληρωματικά στοιχεία» τα στοιχεία των τραπεζικών καταθέσεων στην ημεδαπή του (θανόντος) πατέρα της αναιρεσίβλητης, σε υπόθεση στην οποία με εισαγγελική παραγγελία του έτους 2014 είχε παραδοθεί στο φορολογικό έλεγχο εμπιστευτικό έγγραφο της 5.2.2014 μαζί με οπτικό ψηφιακό δίσκο (CD) που περιελάμβανε, αφενός, στοιχεία στα οποία ο πατέρας της αναιρεσίβλητης φερόταν «κάτοχος τραπεζικών λογαριασμών ή και λοιπών προϊόντων στην τράπεζα HSBC στη Γενεύη (Λίστα Λαγκάρντ), κατά το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του 2005 μέχρι και το Φεβρουάριο του έτους 2007» και, αφετέρου, στοιχεία από ελληνικά τραπεζικά ιδρύματα ανά τράπεζα και τραπεζικό λογαριασμό των οποίων ήταν κάτοχος ο ίδιος φορολογούμενος από το έτος 1997 έως το έτος 2011. Περαιτέρω, με τις ως άνω αποφάσεις 172/2018 και 173/2018 του Δικαστηρίου κρίθηκε, ειδικότερα, ότι δεν αποτελούσαν «συμπληρωματικά στοιχεία» κατά την παραπάνω έννοια (i) το σύνολο των πρωτογενών καταθέσεων του αναιρεσείοντος που εμφανίζονταν σε πληροφοριακή έκθεση ελέγχου φορολογίας εισοδήματος του Σ.Δ.Ο.Ε., με την οποία έγινε επεξεργασία των στοιχείων που προέκυπταν από τις τραπεζικές καταθέσεις, με αντιπαραβολικό έλεγχό τους με τα βιβλία και στοιχεία καθώς και τις δηλώσεις φόρου εισοδήματος του αναιρεσείοντος, και (ii) ανώνυμη καταγγελία και σχετικό πληροφοριακό δελτίο του Σ.Δ.Ο.Ε., με το οποίο ζητήθηκε να διενεργηθεί έλεγχος για φοροδιαφυγή ορισμένων προσώπων, ανάμεσα στα οποία και ο αναιρεσείων, αφού από αυτά δεν αποδεικνυόταν η ύπαρξη μη δηλωθέντος εισοδήματος από τον αναιρεσείοντα. Εξάλλου, από την ανωτέρω νομολογία προκύπτει ότι οι διαπιστώσεις και τα συμπεράσματα του φορολογικού ελέγχου δεν συνιστούν «συμπληρωματικά στοιχεία», σύμφωνα με το άρθρο 84 παρ. 4 περιπτ. β, σε συνδυασμό με το άρθρο 68 παρ. 2 περιπτ. α του Κ.Φ.Ε. (βλ. ΣτΕ 658/2020, 1348/2020).
6. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση το αναιρεσείον Δημόσιο προβάλλει ότι το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο, κατά παράβαση των άρθρων 66 επ., 67Α, 67Β, 68 (παρ. 2) και 84 (παρ. 1 και 4) του Κ.Φ.Ε. έκρινε ότι δεν συνέτρεχε, εν προκειμένω, περίπτωση εφαρμογής της προβλεπόμενης από τις διατάξεις αυτές δεκαετούς προθεσμίας παραγραφής της εξουσίας του Δημοσίου για έκδοση των επίδικων καταλογιστικών πράξεων, με το σκεπτικό ότι δεν αποτελούν «συμπληρωματικά στοιχεία» το άνοιγμα και ο έλεγχος των κινήσεων των τραπεζικών λογαριασμών των αναιρεσίβλητων στην ημεδαπή. Προβάλλεται, ειδικότερα, ότι, κατά το προγενέστερο του έτους 2014 χρονικό διάστημα, η φορολογική αρχή δεν είχε τη δυνατότητα να ερευνήσει όλο το φάσμα των πληροφοριών που αναφέρονται στην (μεταγενεστέρως εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 15 παρ. 4 του ν. 4174/2013) ΠΟΛ 1033/2014 του Γ.Γ.Δ.Ε, ο δε φορολογικός έλεγχος ήταν, ενόψει και των διατάξεων των άρθρων 66 παρ. 3 του ν. 2238/1994, 13 παρ. 3 και 4 του ν. 2601/1998 (Α΄ 81), 17 παρ. 8 εδ. β΄ του ν. 3296/2004 (Α΄ 253), 80 του ν. 3842/2010 (Α΄ 58) και των εκδοθεισών δυνάμει αυτών κανονιστικών πράξεων, δειγματοληπτικός, και, επομένως, υποχρέωση ελέγχου των τραπεζικών λογαριασμών υπήρχε μόνο εφόσον υπήρχε σχετικό έναυσμα ή κίνητρο. Προς θεμελίωση δε του παραδεκτού του λόγου, ενόψει της διατάξεως του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι για το ως άνω ζήτημα δεν υφίσταται νομολογία του Δικαστηρίου. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι ικανός να θεμελιώσει το παραδεκτό του προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, διότι, κατά τα ήδη εκτεθέντα, κατά το χρόνο ασκήσεως της κρινόμενης αιτήσεως (18.2.2019) το τιθέμενο με τον λόγο αυτό νομικό ζήτημα, ήτοι αν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία οι κινήσεις τραπεζικών καταθέσεων ημεδαπής, είχε ήδη επιλυθεί με τις προμνησθείσες αποφάσεις 2934-2935/2017 επταμ. και 172-173/2018 επταμ. του Δικαστηρίου, η δε αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υιοθέτησε την κρίση των αποφάσεων αυτών, στις οποίες, μάλιστα, παραπέμπει (στη σκέψη 6 αυτής). Εξάλλου, τα περαιτέρω προβαλλόμενα περί δειγματοληπτικού ελέγχου και περί ανάγκης υπάρξεως σχετικού κινήτρου κ.λπ. για τον έλεγχο των τραπεζικών καταθέσεων ενόψει και των ανωτέρω νομοθετικών διατάξεων και κανονιστικών πράξεων, που επικαλείται το αναιρεσείον Δημόσιο, δεν αναφέρονται σε ερμηνευτική κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως (δεδομένου, μάλιστα, ότι οι εν λόγω διατάξεις δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλομένη, ούτε το αναιρεσείον προβάλλει ότι είχε παραδεκτώς επικαλεσθεί τις διατάξεις αυτές ενώπιον του δικάσαντος Διοικητικού Εφετείου), αλλά αποτελούν απλό ερμηνευτικό επιχείρημα για την επίλυση του αυτού νομικού ζητήματος, το επιχείρημα δε αυτό, αφενός, απορρίφθηκε, εμμέσως πλην σαφώς, με το σκεπτικό των προαναφερόμενων αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας (στις οποίες, άλλωστε, σημειώνεται ότι η πρόσβαση του φορολογικού ελέγχου στις πληροφορίες περί των κινήσεων και του υπολοίπου των τραπεζικών λογαριασμών του φορολογούμενου στην ημεδαπή δεν προϋποθέτει, κατά τον νόμο, τη στοιχειοθέτηση εύλογης υπόνοιας διάπραξης φοροδιαφυγής εκ μέρους του) ενώ, αφετέρου, δεν είναι, σε κάθε περίπτωση, ικανό να θεμελιώσει το παραδεκτό του λόγου, σύμφωνα με όσα έγιναν ερμηνευτικώς δεκτά ανωτέρω στη σκέψη 2 (βλ. και ΣτΕ 1689/2019, 2347/2018). Εξάλλου, ούτε οι προβαλλόμενοι με το αναιρετήριο ισχυρισμοί, ότι οι λογαριασμοί καταθέσεων ημεδαπής δεν αποτελούν συμπληρωματικά στοιχεία, διότι δεν παρέχουν πλήρη βεβαιότητα για την απόκρυψη φορολογητέας ύλης, ενώ, αντιθέτως, τέτοια στοιχεία αποτελούν μόνο τα συμπεράσματα και τα πορίσματα του ελέγχου, αφού ληφθούν υπόψη και οι πράξεις, παραλείψεις και οι ισχυρισμοί του ίδιου του φορολογουμένου κατά τη διάρκεια του ελέγχου, μπορούν να θεμελιώσουν το παραδεκτό του ως άνω προβαλλόμενου λόγου αναιρέσεως, διότι ομοίως αποτελούν (περαιτέρω) ερμηνευτικά επιχειρήματα αφορώντα το αυτό νομικό ζήτημα, τα οποία, μάλιστα, κατά τα ήδη εκτεθέντα, έχουν απορριφθεί, εμμέσως πλήν σαφώς, με το σκεπτικό των προαναφερόμενων αποφάσεων 2934-5/2017 και 172-3/2018 του Δικαστηρίου (πρβλ. ΣτΕ 658/2020, 1348/2020). Περαιτέρω, τα εκτιθέμενα με το αναιρετήριο περί κτηθέντων υψηλών χρηματικών ποσών, τα οποία «προέρχονται από μη ρητώς και εμφανώς δηλωθείσα ή/και από ασυνήθη επέκταση της προκύπτουσας από τη δήλωση δραστηριότητας του ελεγχόμενου φορολογούμενου σε διάφορους επιχειρηματικούς, επενδυτικούς κ.λπ. τομείς και κλάδους και, μάλιστα, χωρίς τα κτηθέντα κέρδη να φαίνονται στο σύνολό τους κατατεθειμένα και κινούμενα σε τραπεζικούς λογαριασμούς στην ημεδαπή...» ή περί στοιχείων που ανάγονται σε «εν γένει ενοχικές σχέσεις και δοσοληψίες του ελεγχόμενου φορολογούμενου με τραπεζικές εταιρείες αλλά και με τρίτους ...», ομοίως αφορούν όχι σε συγκεκριμένα και διακριτά του προαναφερόμενου νομικά ζητήματα, αλλά αποτελούν απλά ερμηνευτικά επιχειρήματα, τα οποία, μάλιστα, στηρίζονται σε στοιχεία πραγματικού που δεν μνημονεύονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ούτε διευκρινίζεται η σχέση τους με την παρούσα υπόθεση, ώστε να προκύπτει η λυσιτέλεια της επίκλησής τους (πρβλ. και ΣτΕ 1348/2020, 658/2020, 1686/2019, 2347/2018). Τέλος, με την κρινόμενη αίτηση πλήττεται ως εσφαλμένη και η κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως ότι δεν συνιστά συμπληρωματικό στοιχείο η εισφορά των αναιρεσίβλητων στο κεφάλαιο της εταιρείας ... Ν.Ε.Π.Α.. Κατά τα προβαλλόμενα, ναι μεν η ιδιότητα των αναιρεσίβλητων ως ιδρυτών της συγκεκριμένης ναυτικής εταιρείας μπορούσε να είναι γνωστή στη φορολογική αρχή, ενόψει του δημόσιου χαρακτήρα του Ειδικού Μητρώου Ν.Ε.Π.Α, ωστόσο, η ιδιότητα αυτή δεν συνιστά απόδειξη περί μη δηλωθέντος εισοδήματος, το οποίο εν προκειμένω προέκυψε μεταγενεστέρως, διά περαιτέρω ελέγχου, βάσει συμπληρωματικών στοιχείων, και ειδικότερα, βάσει της διαπίστωσης της συμμετοχής των αναιρεσιβλήτων με μετρητά στο κεφάλαιο της εν λόγω ναυτικής εταιρείας. Ωστόσο, με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως δεν τίθεται κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς νομικό ζήτημα, αλλά κατ’ ουσίαν αμφισβητείται η περί των πραγμάτων κρίση της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, με την οποία έγινε δεκτό ότι η επίμαχη δαπάνη (εισφορά 4.500.000 ευρώ στο κεφάλαιο της ... Ν.Ε.Π.Α.) αναγραφόταν και, επομένως, προέκυπτε από το νομίμως δημοσιευμένο (ήδη από το έτος 2007) καταστατικό της εταιρείας, το οποίο βρισκόταν ανά πάσα στιγμή στη διάθεση του ελέγχου, όπως, άλλωστε, δέχεται και το αναιρεσείον Δημόσιο, και, επομένως, ο έλεγχος μπορούσε ήδη από το έτος 2007 να εξετάσει την πηγή προέλευσης του ανωτέρω ποσού, το οποίο οι αναιρεσίβλητοι είχαν εισφέρει στην προαναφερθείσα εταιρεία. Το γεγονός ότι χρειαζόταν περαιτέρω έλεγχος και ότι, ενδεχομένως, η φορολογική αρχή προέβαινε σε τέτοιου είδους ειδικότερους και εκτεταμένους ελέγχους μόνον αν υπήρχε σχετικό «κίνητρο» δεν καθιστά το ανωτέρω στοιχείο (εισφορά χρηματικού ποσού στο κεφάλαιο εταιρείας) «συμπληρωματικό» δυνάμενο να οδηγήσει σε παρέκταση του χρόνου παραγραφής της φορολογικής αξιώσεως του Δημοσίου από πενταετία σε δεκαετία. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, κατά τη διάταξη του άρθρου 53 παρ. 3 του π.δ. 18/1989, άλλως ως αβάσιμος.
7. Επειδή, κατόπιν τούτων, η κρινόμενη αίτηση είναι απορριπτέα στο σύνολό της.
Δια ταύτα
Απορρίπτει την αίτηση.
Επιβάλλει στο αναιρεσείον Δημόσιο τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, η οποία ανέρχεται σε τετρακόσια εξήντα (460) ευρώ.
Η διάσκεψη έγινε στην Αθήνα στις 26 Φεβρουαρίου και 29 Ιουνίου 2020
Η Πρόεδρος του Β΄ Τμήματος Η Γραμματέας
Ε. Σάρπ Α. Ζυγουρίτσα
και η απόφαση δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση της 19ης Μαΐου 2021.
Ο Προεδρεύων Σύμβουλος Η Γραμματέας
Σ. Μαρκάτης Κ. Ανδρέου